ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε αργά το βράδυ, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

180921 ΦΡΟΥΡΟΥΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τι κάνει;

Κάθε παιδάκι, μικρό μικρό, όταν αρχίζει να διδάσκεται την ελληνική γλώσσα, μαθαίνει να υποβάλλει στον εαυτό του αυτή την ερώτηση. Τι κάνει; Μπορεί να μας φαίνεται ανόητη, όμως έχει λόγο ύπαρξης.

Ας κάνουμε μια μικρή παρένθεση, μια και το έφερε η κουβέντα. Υπάρχει η λανθασμένη άποψη ότι το παιδί -μιλάω πάντα για εκείνο που έχει μητρική γλώσσα την ελληνική- αρχίζει να μαθαίνει τη γλώσσα του όταν πηγαίνει στο Σχολείο.

Μέγα λάθος! Το παιδάκι των έξι ετών κατέχει τη γλώσσα σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό, γεγονός που αποδεικνύεται από… τα λάθη που κάνει. Τι δεν γνωρίζει; Τη γραπτή μορφή τής γλώσσας και μάλιστα μιας συγκεκριμένης «νόρμας».

Αν προσέξουμε λίγο την ομιλία των μικρών παιδιών, θα θαυμάσουμε τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Δεν θα ξεχάσω ένα πολύ μικρό παιδάκι, που έλεγε όλα τα οχήματα που φέρουν σειρήνα «ίου-ίου».

Μόλις είχε αρχίσει, δηλαδή, να μιλάει. Μια μέρα που πέρασε έξω από έναν σταθμό Πυροσβεστικής και είδε πολλά παρκαρισμένα οχήματα, είπε «κοίτα, μαμά, τα… ίου–ία»! Έκανε δηλαδή… πληθυντικό, με τη λέξη που είχε επινοήσει το ίδιο!

Ένα άλλο παιδάκι, πολύ μικρό κι αυτό, όταν το ρώτησαν πού είναι ο παππούς, ο οποίος βρισκόταν κάτω από μια κληματαριά, είπε «είναι κάτω από τη… σταφυλιά». Δημιούργησε δηλαδή μια νέα λέξη, με βάση το ήδη γνωστό του λεξιλόγιο.

Το μήλο το κάνει η μηλιά, το κεράσι η κερασιά, γιατί όχι και το σταφύλι η… «σταφυλιά»; Δεν είναι αξιοθαύμαστο; Τα παιδιά, λοιπόν, κατέχουν τη γλώσσα πολύ καλύτερα από ό,τι φανταζόμαστε. Κάτι είπαμε όμως για τα λάθη.

Ναι, ξέρουν καλά τους κανόνες, δυσκολεύονται όμως με κάποιες εξαιρέσεις. Γι’ αυτό λένε «την κυρία νηπιαγωγός»! Διότι έχουν κατακτήσει από πολύ μικρά τον κανόνα πως, στα θηλυκά, η Ονομαστική και η Αιτιατική είναι ίδιες. 

Γι’ αυτό και λένε ο «διευθυντάς»! Επειδή έχουν μάθει την Κλητική, ακούγοντάς την συχνά, -«κύριε διευθυντά»- σχηματίζουν αντίστοιχα την Ονομαστική, κατά το… μπαμπά, ο μπαμπάς. Άρα ο διευθυντάς!

Το άλλο πουλάκι:
Τι κάνει;

Ας αφήσουμε τη γλωσσολογία και ας επανέλθουμε στο αρχικό ερώτημα, αυτό που αντιμετωπίζουν τα παιδάκια, όταν αρχίζουν να μιλάνε για… Συντακτικό. Τι κάνει ο τραγουδιστής; Τραγουδάει. Ο χορευτής; Χορεύει.

Τι κάνει ο βοσκός; Βόσκει (τα πρόβατα). Αυτό είναι λίγο μπερδεμένο, έτσι; Διότι πολλοί «βόσκουμε» χωρίς να είμαστε βοσκοί. Τα έχει αυτά τα ωραία η γλώσσα μας. «Οι πυροσβέστες επιχειρούν στο δάσος». Το προσπερνάμε.

Ο (δι)δάσκαλος, λοιπόν, διδάσκει, ο γιατρός γιατρεύει, ο μάγειρας μαγειρεύει, ο προστάτης προστατεύει (καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή), ο «διευθυντάς» διευθύνει, ο ψαράς ψαρεύει, ο κυνηγός κυνηγά και ο φρουρός… φρουρεί.

Το πώς ακριβώς ο καθένας από τους παραπάνω επιτελεί το έργο του δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Κάθε επάγγελμα, κάθε τέχνη ή ασχολία έχουν τα μικρά τους μυστικά, έτσι που να ξεχωρίζουν οι επαγγελματίες από τους ερασιτέχνες.

Όλοι (κυριολεκτικά) οι Έλληνες, από μικρά παιδιά, μαγειρεύουμε, δεν είμαστε όμως όλοι μάγειροι. Πάρα πολλοί ψαρεύουν, όμως δεν πιάνουν όλοι ψάρια. Ακόμα και οι γιατροί δεν… γιατρεύουν όλοι.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά, καθώς διάβαζα και εξακολουθώ να διαβάζω σχόλια για το τι έπρεπε ή ΔΕΝ έπρεπε να κάνει ο φρουρός -και μάλιστα «ειδικός»- που… «φρουρούσε» την πρεσβεία τού Ιράν στο Ψυχικό.

Γράφουν ο καθένας το κοντό και το μακρύ του. Συγκρίνουν τον τρόπο που (δεν) αντιδρά εδώ η Αστυνομία με εκείνον σε άλλες χώρες, και ειδικά στις ΗΠΑ. Θυμούνται ανάλογες περιπτώσεις που οι αστυνομικοί βρήκαν τον μπελά τους…

Η αλήθεια είναι ότι είμαστε «η μέρα με τη νύχτα». Έχω δει αστυνομικούς, όχι στις ΗΠΑ, σε ευρωπαϊκή χώρα, να… επιχειρούν και κυριολεκτικά σε πιάνει τρόμος. Αφήστε που κανείς δεν λέει (δεν τολμάει να πει) κουβέντα.

Απεναντίας, έχω τύχει σε πολλές περιπτώσεις στη χώρα μας, όπου οι περαστικοί μόνο που δεν δείρανε τους αστυνομικούς που πήγαν να… επιχειρήσουν, δηλαδή να κάνουν τη δουλειά τους∙ αυτή για την οποία πληρώνονται.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι να  (μην) έκανε ο φρουρός;

Δεν χρειάζεται να κάνουμε εμείς τους έξυπνους και τους παντογνώστες. Είναι σίγουρο ότι μέσα στην εκπαίδευση που δέχονται αυτοί οι (ειδικοί) φρουροί, προβλέπεται ένα μνημόνιο ενεργειών για κάθε περίπτωση.

Είναι επίσης σίγουρο πως, σ’ αυτό το μνημόνιο, δεν συμπεριλαμβάνονται οδηγίες τού τύπου «κάντε πως κοιμάστε». Φαντάζομαι πως προβλέπεται κάτι περισσότερο από ό,τι είδαμε όλοι να κάνει ο συγκεκριμένος φρουρός.

Υπάρχει η άποψη που λέει ότι, αν έκανε οτιδήποτε άλλο, πιθανότατα θα υπήρχαν θύματα, είτε ο ίδιος, είτε κάποιος ή κάποιοι από τους επιτιθέμενους, πιθανόν και κανένας ανυποψίαστος περαστικός.

Ενώ τώρα, περιοριστήκαμε σε υλικές ζημιές, λίγα σπασμένα τζάμια και μερικοί μουτζουρωμένοι τοίχοι. Βέβαια υπάρχει πάντοτε το μεγάλο θύμα, φαίνεται όμως πως αυτό δεν το λογαριάζει κανείς.

Μιλάω για την αξιοπιστία της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία μάλιστα πάει χέρι χέρι με το αίσθημα ασφάλειας που (δεν) έχει ο πολίτης. Αυτά είναι τα θύματα, τα οποία δεν «δικαιώνονται» με την μετάθεση του οργάνου και του διοικητή του.

Και, για να γυρίσουμε εκεί από όπου αρχίσαμε, αν έστω και ένας φρουρός δεν φρουρεί, έστω και ένας αστυνομικός δεν αστυνομεύει, τότε συμβαίνουν πολλά περισσότερα από μικρές υλικές ζημιές που προξενεί μια μικρή γραφική ομάδα.
 Ρόμπα με… μπλουζάκι!

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

180920 ΜΟΡΙΟΔΟΤΟΥΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Έχει ενδιαφέρον!

Διάβασα με προσοχή την πρόταση που παρουσίασε το «Project Δράμα 2020» για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να χρηματοδοτούνται από τον Δήμο οι πολιτιστικοί σύλλογοι που δραστηριοποιούνται εντός των ορίων του.

Κατ’ αρχάς, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι πρέπει να υπάρχει ένας τέτοιος κανονισμός, ο οποίος να προβλέπει κριτήρια μοριοδότησης, έτσι που η ετήσια χρηματοδότηση των συλλόγων αυτών να γίνεται με δικαιότερο τρόπο.

Και σίγουρα είναι θετικό το ότι κάποιοι στρώθηκαν, έβαλαν κάτω ορισμένα δεδομένα και έκαναν μια πολύ συγκεκριμένη πρόταση. Δεν έμειναν δηλαδή σε ό,τι έχουμε συνηθίσει μέχρι τώρα, στην πρόταση μιας… πρότασης.

Άδικο έχω; Αυτό που βλέπουμε συνήθως είναι να υποβάλλονται προτάσεις για να συσταθεί μια επιτροπή, η οποία θα μελετήσει το θέμα και θα… προτείνει. Πρακτική που σχεδόν πάντα σταματά στην σύσταση της επιτροπής.

Αν, παρ’ ελπίδα, προχωρήσει λίγο παρακάτω, εκείνο στο οποίο καταλήγουμε είναι όχι μία αλλά δυο, τρεις ή και περισσότερες διαφορετικές προτάσεις, ανάλογα με την εκπροσώπηση των παρατάξεων στην επιτροπή.

Έτσι, όταν αυτές οι προτάσεις φτάνουν στην ολομέλεια, είναι αδύνατον να συζητηθούν επί της ουσίας. Ψηφίζεται εκείνη που υπέβαλαν τα μέλη της επιτροπής που ανήκουν στην πλειοψηφούσα παράταξη και τέλος.

Ψηφίζεται, μετά από καβγάδες και σκληρή αντιπαράθεση, μέσα σε προσωπικές επιθέσεις, σε διακοπές τής συνεδρίασης, σε αποχωρήσεις μελών τής αντιπολίτευσης και γενικά σε όλο αυτό το κλίμα που χαρακτηρίζει τον πολιτικό μας πολιτισμό.

Ειδικά αν μιλάμε για προεκλογική περίοδο, όπου τα πνεύματα είναι περισσότερο οξυμένα και όπου ο κάθε υποψήφιος ψάχνει να βρει τρόπους να συγκεντρώσει, για λίγο, πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας.

Έστω και φωνάζοντας χωρίς λόγο. Έστω και δημιουργώντας κλίμα έντασης. Έστω και μη λέγοντας τίποτε περισσότερο από το «είμαι κι εγώ εδώ», όχι ως πολιτική, αλλά ως φυσική παρουσία.

Αν νομίζετε ότι αδικώ κάποιους με την εικόνα που δίνω, έχετε απόλυτο δίκιο˙ το κάνω. Διότι, ασφαλώς υπάρχουν και εξαιρέσεις που, δυστυχώς, δεν επαρκούν για να ανασκευάσουν τη συνολική εικόνα.

Το επίπεδο της οποίας, ας μη γελιόμαστε, δείχνει και η εικόνα, καθώς και η πορεία του έρημου αυτού τόπου. Δεν είναι όμως εδώ το θέμα μας˙ έχουμε καιρό για τέτοια μέχρι τις εκλογές για την αυτοδιοίκηση.

Το άλλο πουλάκι:
Έτοιμη δουλειά!

Όταν έχεις να εργαστείς πάνω σε μια ολοκληρωμένη πρόταση, όπως αυτή που κατέθεσε το «Project Δράμα 2020», είναι το έργο σου πιο εύκολο. Αρκεί βέβαια να συμφωνείς με τη γενική φιλοσοφία.

Η οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι η ανάγκη να υπάρξει ένας αντικειμενικός -όσο γίνεται- άρα και πιο δίκαιος τρόπος χρηματοδότησης των πολιτιστικών συλλόγων. Το θέλουν όλοι αυτό; 

Κανονικά θα έπρεπε, όμως μην βάζετε και το χέρι σας στη φωτιά. Μπορεί μια τέτοια πρόταση να γλιτώνει τις εκάστοτε δημοτικές αρχές από τις πιέσεις που δέχονται, στην πράξη όμως τους δένει και τα χέρια.

Ένας αντικειμενικός τρόπος χρηματοδότησης δεν αφήνει περιθώρια για «παιχνίδια». Ούτε για πραγματικά ευνοϊκή μεταχείριση σε κάποιους, ούτε τη δυνατότητα να δίνεται η εντύπωση ότι κάτι τέτοιο ισχύει.

Τι θέλω να πω: όταν το πράγμα είναι χύμα, μπορεί η κάθε δημοτική αρχή να δίνει όσα χρήματα θέλει, όπου εκείνη κρίνει. Συγχρόνως όμως μπορεί να καλλιεργεί και ένα κλίμα υποχρέωσης απέναντί της. 

Είτε πάρεις πολλά, είτε λιγότερα, ακόμη και καθόλου, αισθάνεσαι υποχρεωμένος, αφού ό,τι πήρες (ή ό,τι σου υποσχέθηκαν) δεν το πήρες με βάση κάποια κριτήρια, αλλά επειδή έτσι θέλησαν οι «άρχοντες».

Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, ξεφύγαμε από το κυρίως θέμα μας που είναι η συζήτηση επί της πρότασης που κατέθεσε το «Project». Έχουμε να κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις τις οποίες μπορούν να λάβουν υπόψη τους. Όποιοι θέλουν.

Πρώτα πρώτα σηκώνει μεγάλη συζήτηση η έννοια του «ενεργού μέλους» ενός συλλόγου, με μόνο αποδεικτικό το γεγονός ότι αυτό πληρώνει τη συνδρομή του. Θα μπορούσε ίσως να μπει και άλλη παράμετρος όπως η συμμετοχή στις εκλογές.

Συζήτηση επίσης σηκώνει η μοριοδότηση με βάση των αριθμό παιδιών ή ενηλίκων που εκπαιδεύει ένας σύλλογος. Ας μην ξεχνάμε ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εκπαιδευόμενοι πληρώνουν «δίδακτρα».

Αφήστε που σύλλογοι με πολύ αξιόλογη πολιτιστική παρουσία δεν έχουν, εκ της φύσης τους, καθόλου τέτοια τμήματα (ΣΦΓΤ). Έπειτα, υπάρχει ένα πρόβλημα και με την μοριοδότηση της συμμετοχής των συλλόγων σε πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπάρχει ένα πρόβλημα ορισμού.

Ας πούμε, ο ετήσιος χορός που κάνει κάθε σύλλογος, και από τον οποίο έχει πολλά έσοδα, αποτελεί πολιτιστική εκδήλωση και θα πρέπει να μοριοδοτείται; Αφήστε που, αν θέλουμε να ξεκινήσουμε σωστά, θα πρέπει να ορίσουμε ποιος είναι πολιτιστικός σύλλογος.

Ας πούμε, η Οικολογική Κίνηση, που πραγματοποιεί κάθε χρόνο μια σειρά προβολών θερινού κινηματογράφου, με ελεύθερη είσοδο, και μια σειρά συναντήσεων «για το ρεμπέτικο τραγούδι και τον κόσμο του», χωρίς καμιά επιβάρυνση για τους συμμετέχοντες, μπορεί να θεωρηθεί πολιτιστικό σωματείο;

Για να μην μακρηγορώ, άποψή μου είναι πως πρέπει να μοριοδοτούνται οι εκδηλώσεις εκείνες που δεν επιφέρουν έσοδα για τους διοργανωτές, όπως για παράδειγμα οι παρουσιάσεις βιβλίων από τον ΣΦΓΤ.

Τέλος, πρέπει να υπάρχει και μια παράμετρος που έχει να κάνει με το «οικολογικό αποτύπωμα» κάθε εκδήλωσης. Το αν, για παράδειγμα, χρησιμοποιούνται υλικά ανακυκλώσιμα ή όχι, μιας χρήσης ή περισσότερων, αν υπάρχει επιβάρυνση στο περιβάλλον κ.λπ.
 Να που αξίζει να συζητάμε!

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

180919 ΥΠΕΡΦΟΡΟΛΟΓΗΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ποιος να πληρώσει;

Το ερώτημα έχει απαντηθεί από όλες τις πλευρές. Από άλλες μόνο με την μορφή εξαγγελιών ή αιτημάτων και από άλλες εντελώς πρακτικά με τη μορφή νόμων που, κάποια περίοδο, έπεφταν βροχή.

Την κρίση να πληρώσει η πλουτοκρατία!
Αυτό ήταν ένα αίτημα που ακούστηκε πολλές φορές, ιδίως τα πρώτα χρόνια της κρίσης. Μοιάζει λογικό και δίκαιο, μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.

Στη χώρα μας, είναι πολύ δύσκολο να ορίσει κανείς ποια είναι η πλουτοκρατία. Βλέπετε, καλές είναι οι μαρξιστικές αναλύσεις, ιδιαίτερα οι λεγόμενες αρχαιομαρξιστικές (και όχι αρχειομαρξιστικές), μόνο που κάπου μπάζουν.

Διατυπώθηκαν σε ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον από αυτό της σημερινής Ελλάδας. Στην οποία ούτε το «μεγάλο κεφάλαιο», ούτε η «πλουτοκρατία» υπάρχουν με τη μορφή για την οποία έγιναν οι αναλύσεις εκείνες.

Στη χώρα μας είναι πολύ δύσκολο να πούμε ποιος είναι πολύ πλούσιος, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει μια σωστή βάση δεδομένων, όπου θα αντικατοπτρίζεται η πραγματική οικονομική κατάσταση του κάθε πολίτη.

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ζουν πλουσιοπάροχα˙ αυτό το βλέπουμε όλοι, είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού. Αν δεις όμως τη φορολογική τους δήλωση θα ανακαλύψεις ότι είναι από τους πιο «φτωχούς».

Υπάρχουν άλλοι οι οποίοι έχουν μια τεράστια ακίνητη περιουσία, η οποία όμως, ειδικά στα χρόνια της κρίσης, έχει απαξιωθεί τελείως και μάλλον οικονομικό βάρος αποτελεί πλέον, παρά πηγή εισόδων.

Από την άλλη, έχουμε κάποιους επιχειρηματίες που τα καταφέρνουν αρκετά καλά, που θα μπορούσαμε ίσως να τους κατατάξουμε στην «πλουτοκρατία», οι οποίοι όμως είναι έτοιμοι να σηκώσουν πανιά για άλλες… πατρίδες.

Αν δεν το έχουν κάνει ήδη. Αν δεν έχουν μεταφέρει δηλαδή τις επιχειρήσεις τους σε γειτονικές βαλκανικές χώρες, όπου απολαμβάνουν ένα καθεστώς με πολύ μικρότερες δαπάνες και αισθητά μεγαλύτερα κέρδη.

Να πληρώσει, επομένως, η πλουτοκρατία˙ κανείς δεν έχει αντίρρηση, πρέπει όμως πρώτα να την εντοπίσουμε και έπειτα να την περιορίσουμε στα όρια της ελληνικής επικράτειας, ώστε να μπορούμε να την έχουμε στο χέρι.

Το άλλο πουλάκι:
Το θεωρείτε εύκολο;

Ρητορικό το ερώτημα. Δεν έχει σημασία πώς το βλέπουμε εσείς κι εγώ, σημασία έχει πως οι μνημονιακές κυβερνήσεις έχουν παραδεχτεί ότι είναι αδύνατον. Γι’ αυτό και έχουν σηκώσει ψηλά τα χέρια.

Για να είμαστε πιο ακριβείς, τα έχουν απλώσει στις τσέπες εκείνων που δεν μπορούν να αντισταθούν, ούτε να αποφύγουν αυτή την ληστρική, όπως παραδέχονται πλέον όλοι, φορολόγηση.

Στο μεταξύ η «πλουτοκρατία» μπορεί να περιμένει. Να περιμένουμε κι εμείς μέχρι να έρθει ένα άλλο σύστημα, το οποίο θα πάρει από αυτήν τα μέσα παραγωγής και θα τα δώσει στους εργάτες και τους άκληρους.

Τότε θα φορολογείται ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του και θα αμείβεται ανάλογα με τις ανάγκες του. Ακούγεται πολύ ωραίο και, κυρίως δίκαιο, αν, όπως έχουμε δει να συμβαίνει, τις ανάγκες αυτές δεν τις όριζε το κόμμα.

Και οι οποίες είναι διαφορετικές για τον απλό πολίτη και εντελώς άλλες για τα μεγαλοστελέχη του. Αυτά όμως είναι ιστορία, ενώ εμείς έχουμε μπροστά μας μια καθημερινότητα που τρέχει. Ποιοι πληρώνουν την κρίση;

Το είπαμε προηγουμένως. Εκείνοι που δεν μπορούν να το αποφύγουν! Ακούγεται σκληρό, όμως είναι πέρα για πέρα αληθινό. Το λένε οι αριθμοί, το λένε οι ειδικοί, το λένε πλέον όλοι. Φορολογούνται σκληρά όσοι… φορολογούνται.

Αν ακούσουμε όμως λίγο και τη θεωρία, όπως λέγαμε στις νεανικές μας συζητήσεις, θα δούμε ότι η σκληρή φορολόγηση έχει κι αυτή όρια. Έχει ένα ταβάνι το οποίο, αν ξεπεράσεις, τότε κάνεις μια… τρύπα στο νερό.

Διότι κάθεται ο φορολογούμενος (ή ο εν δυνάμει τέτοιος) τα βάζει κάτω, τα μετράει από εδώ, τα μετράει από εκεί, και λέει καλύτερα να φοροδιαφεύγω, με ό,τι ρίσκο συνεπάγεται αυτό, παρά να πληρώνω εκείνο που μου αναλογεί.

Εδώ υπεισέρχονται δύο ακόμη παράμετροι. Η πρώτη έχει να κάνει με την αδυναμία ή την απροθυμία των κυβερνήσεων να ελέγξουν πραγματικά την φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή.

Η άλλη αποτελεί μεν δικαιολογία, δεν παύει όμως να έχει μια πραγματική βάση, η οποία, με την παρούσα κυβέρνηση, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα. Συνοψίζεται σε ένα ερώτημα: Γιατί να πληρώνω τους… Καρανίκες;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Θα αλλάξει κάτι;

Έχουμε πει σ’ αυτές τις κουβέντες μας πολλές φορές ότι η κρίση θα τελειώσει πραγματικά μόνον όταν αλλάξουμε νοοτροπία και αποφασίσουμε να φερόμαστε ως υπεύθυνοι πολίτες που ενδιαφέρονται ΚΑΙ για το κοινό καλό.

Αν συνειδητοποιήσουμε, δηλαδή, ότι η προσωπική και οικογενειακή μας ευημερία όχι απλώς έχει νόημα, αλλά, τελικά, είναι εφικτή, μόνον μέσα σε ένα συνολικά εύρωστο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Και αρχίσουμε να ενεργούμε ανάλογα. Δυστυχώς οι αριθμοί, αλλά και η καθημερινή εμπειρία τού καθενός από εμάς, δείχνουν ότι απέχουμε ακόμη πάρα πολύ από τον στόχο αυτό˙ αν θέσαμε ποτέ κάποιον τέτοιο στόχο.

Χρειάζεται όμως κι ένα κατάλληλο περιβάλλον. Και σίγουρα αυτό τής υπερβολικής φορολόγησης, που πνίγει την επιχειρηματικότητα και γεννά σκέψεις για τα οφέλη της φοροδιαφυγής, δεν είναι το πλέον πρόσφορο.

Όπως και εκείνο των ανύπαρκτων (εντάξει, ελάχιστων) ελέγχων, καθώς και των… δελεαστικών ποινών, που κάνουν το ρίσκο μια συμφέρουσα επιλογή. Διότι, όπως έχουμε πει πολλές φορές, η σωστή τιμωρία αποτελεί ένα άριστο… παιδαγωγικό μέσο.

Κι εμείς έχουμε ακόμη να μάθουμε πολλά.
Ποιος πληρώνει τον βαρκάρη;

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

180918 ΛΕΡΩΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Γιατί ασχολούμαστε;

Υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους δεν θέλεις να ασχολείσαι. Δεν σ’ ενδιαφέρει ούτε το καλό, ούτε το κακό τους. Απλώς δεν θέλεις να υπάρχουν στη ζωή σου. Αυτό βέβαια δεν το κάνουν και όλοι οι άλλοι, όμως εσένα δεν σε νοιάζει.

Βεβαίως μιλάμε για ανθρώπους που είναι επώνυμοι και έχουν έντονη παρουσία στην κοινωνική ή/και την πολιτική ζωή του τόπου. Ως εκ τούτού δεν μπορείς να τους αποφύγεις τελείως· «πέφτεις πάνω τους».

Καθώς (θέλεις να) παρακολουθείς τι συμβαίνει γύρω σου, βλέπεις και διαβάζεις στα Μέσα τα λόγια και τις πράξεις τους. Και, καθώς είναι έντονες προσωπικότητες και δημιουργούν ντόρο γύρω από το όνομά τους, παρακολουθείς και τους άλλους που τους σχολιάζουν.

Αυτό δεν μπορείς να το αποφύγεις. Όσο βιαστικά και αν προσπερνάς τα σχετικά δημοσιεύματα, πάντα κάπου σκαλώνει το μάτι σου. Εσύ ο ίδιος όμως δεν θέλεις να πάρεις μέρος στους σχετικούς διαλόγους.

Ο λόγος έχει να κάνει κυρίως με την αισθητική. Οι άνθρωποι αυτοί, πέραν των άλλων χαρακτηριστικών τους, προσβάλλουν την αισθητική σου και αυτό είναι κάτι πολύ βαρύ για να το αντέξεις.

Αντέχεις την πολιτική αντιπαράθεση, αντέχεις τις ακραίες απόψεις, όταν εκφράζονται με νηφαλιότητα, αντέχεις ακόμη και εκείνες που είναι εντελώς ανόητες, αφού και η βλακεία είναι μέρος της καθημερινότητάς μας.

Πώς όμως να αντέξεις κάτι που είναι τελείως πέρα από την αισθητική σου; Πώς να ασχοληθείς με κάποιον που ανήκει σ’ εκείνο το είδος των ανθρώπων για τους οποίους πολύ σοφά λέει ο λαός «από όπου να τους πιάσεις λερώνεσαι»;

Οπότε, το αφήνεις να πάει στην ευχή. Αυτό μπορεί να φαίνεται ένδειξη αδυναμίας, και να είστε σίγουροι ότι αυτοί οι άνθρωποι βασίζονται πολύ σε τέτοιου είδους αντιδράσεις. Όπως ακριβώς και ο τελευταίος τραμπούκος της πιάτσας.

Ξέρει ότι η συμπεριφορά του και όχι η δύναμή του είναι εκείνη που αποθαρρύνει πολλούς να ασχοληθούν ή να τα βάλουν μαζί του. Γι’ αυτό και «καλλιεργεί» αυτή τη συμπεριφορά όσο μπορεί περισσότερο.

Το άλλο πουλάκι:
Γιατί ασχολούμαστε, λοιπόν;

Να, σήμερα θα σας μιλήσουμε λίγο για μια τέτοια περίπτωση. Ο λόγος που θα το κάνουμε δεν είναι ότι αποφασίσαμε αυτή τη φορά να ρίξουμε νερό στο κρασί μας και να κάνουμε μια εξαίρεση.

Αν το καλοσκεφτούμε δεν είναι ούτε το γεγονός ότι αυτή τη φορά ο συγκεκριμένος κύριος το παράκανε. Ξέρουμε ότι για ανθρώπους του είδους τους δεν υπάρχουν όρια, η συμπεριφορά τους ποτέ δεν δημιουργεί εκπλήξεις.

Αποφασίσαμε να ασχοληθούμε όχι επειδή μας αφορά η συμπεριφορά των ίδιων -είπαμε, «από όπου να τους πιάσεις λερώνεσαι»- αλλά επειδή παρουσιάζουν τεράστιο ενδιαφέρον οι αντιδράσεις των υπολοίπων.

Συγκεκριμένα η απουσία αντιδράσεων. Το ότι δεν λένε το παραμικρό, ενώ, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, θα έβγαιναν από τα ρούχα τους. Και δεν αντιδρούν μόνο και μόνο επειδή πρόκειται για «σύντροφό» τους.

Νομίζω ότι τώρα πλέον καταλάβατε ότι θέλω να αναφερθώ στον κύριο Πολάκη και στο νέο κατόρθωμά του να δώσει στη δημοσιότητα τη διεύθυνση κατοικίας ενός ανθρώπου, μόνο και μόνο επειδή δεν του άρεσε η… εργασία του.

«Ξέρουμε πού μένεις»!
Αυτή η φαινομενικά αθώα φράση έχει φορτιστεί, ιστορικά θα έλεγα, ως μια από τις πιο γνωστές απειλές εναντίον αντιπάλων.

Αντιπάλων οι οποίοι, ενώ θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν με επιχειρήματα, απειλούνται ότι θα ασκηθεί εναντίον τους ωμή βία. Και όχι μόνον εναντίον τους, αλλά και εναντίον των οικογενειών τους. Εξ ου και το σπίτι.

Μια τέτοια συμπεριφορά θα έκανε κάθε πολίτη, ο οποίος πολιτικά τοποθετεί τον εαυτό του στο λεγόμενο δημοκρατικό τόξο, να αντιδράσει εντονότατα, να εξεγερθεί απέναντι στον «δράστη», αφού πρώτα ανατριχιάσει από τρόμο.

Και όμως! Οι σύντροφοι του κυρίου Πολάκη, οι τόσο ευαίσθητοι σε άλλες περιπτώσεις σε ζητήματα καθημερινής δημοκρατίας και εκδήλωσης φασιστικής νοοτροπίας, αντί να του πουν «σκάσε, επιτέλους», κάνουν το κορόιδο.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πώς εξηγείται κάτι τέτοιο;

Πώς γίνεται να περνάει στο ντούκου το γεγονός ότι ένας υπουργός «αριστερής κυβέρνησης» στοχοποιεί με τέτοιον τρόπο κάποιον επιστήμονα που έκανε τη δουλειά του, μόνο και μόνο επειδή διαφωνεί -πολιτικά- με το αποτέλεσμά της;

Το γεγονός ότι ανέθεσε σε συνεργάτες του, κάποιους από τους τόσους ακριβοπληρωμένους,  να αναζητήσουν το σπίτι του ανθρώπου, να πάνε και να φωτογραφήσουν την είσοδό του, για να μπορέσει να κάνει το ανατριχιαστικό ποστ;

Αντιγράφω από ανάρτηση φίλου, παραλλάσσοντας ελαφρώς: «Ποιες αρχές, ποιοι αγώνες, ποιες αξίες δικαιολογούν τη σιωπή απέναντι σε μια τέτοια φασιστική νοοτροπία; Πόσο ρηχό είναι τελικά αυτό το περίφημο ηθικό πλεονέκτημα;»

Και ρωτάω κι εγώ: Αρκεί η γνωστή ψυχολογική ερμηνεία που θέλει να μην βλέπουμε τα δικά μας λάθη, εννοώ και της παράταξής μας, παρά μόνον εκείνα των άλλων; Και, καλά, μόνος σου δεν το βλέπεις· όταν σου το επισημαίνουν οι άλλοι;

Ή μήπως αρκεί η… λογική των ίσων αποστάσεων που λέει «μπορεί να έχουμε εμείς τον Πολάκη, όμως και οι άλλοι έχουν τον Άδωνι, που είναι χειρότερος»; Και, τότε, πού πάνε τα συνθήματα του τύπου «χτυπήστε τον φασισμό όπου τον συναντήσετε»;

Τίποτε, φίλοι μου. Αυτή η εκκωφαντική σιωπή, η καθόλου «ένοχη», το μόνο που δείχνει είναι πως πίσω της κρύβεται μια κατ’ επίφασιν, μία α λα καρτ ευαισθησία απέναντι σε ζητήματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων.

Όταν και όποτε μας βολεύει να τα υπερασπιζόμαστε.
 Εκκωφαντική!

180917 ΚΟΙΜΗΣΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ο ύπνος θρέφει μάγουλα…

Οι περισσότεροι γνωρίζετε τη συνέχεια της παροιμίας, η οποία συνδυάζει, όπως και πολλές άλλες, με σχέση αιτίου αιτιατού, την αγάπη για τον (λίγο ακόμη) ύπνο με μια ανεπρόκοπη ζωή. Καλός ο ύπνος αλλά…

Πόσο ύπνο χρειάζεται ο άνθρωπος; Αν κάνετε μια αναζήτηση στο διαδίκτυο, θα βρείτε ένα σωρό αντικρουόμενες απαντήσεις. Όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις αναζητήσεις που γίνονται στα… κουτουρού.

Μια έξυπνη απάντηση, και πολύ κοντά στην πραγματικότητα, θα έμοιαζε με εκείνη που έδωσε ο (πανύψηλος για την εποχή του) Αβραάμ Λίνκολν, όταν τον ρώτησαν πόσο μακριά πρέπει να είναι τα πόδια του ανθρώπου:

«Τόσο που να φτάνουν από το σώμα του μέχρι το έδαφος», απάντησε!
Έτσι και ο ύπνος. Πρέπει να είναι τόσος που να ξεκουράζει το σώμα και το μυαλό του ανθρώπου. Εδώ όμως υπάρχει μια παγίδα!

Και δεν μιλάω για το γεγονός ότι ο καθένας έχει τους δικούς του ρυθμούς με τους οποίους κουράζεται, επομένως και εκείνους που θέλει για να αναπαυθεί. Η παγίδα, σε σχέση με τον ύπνο, βρίσκεται αλλού.

Στο γεγονός ότι μπορεί πολύ εύκολα να… προσπεράσεις το σημείο ξεκούρασης και να μην το καταλάβεις καθόλου. Να συνεχίσεις να (θέλεις να) κοιμάσαι, χωρίς να παθαίνεις τίποτε· ή έτσι τουλάχιστον να νομίζεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι για μερικούς ανθρώπους ισχύει η παρατήρηση που έκανε κάποιος πολύ καλός φίλος… του ύπνου: «Τι να κάνω, ρε; Αφού, όταν είναι να σηκωθώ, νυστάζω περισσότερο από ό,τι όταν πέφτω στο κρεβάτι».

Αυτή, λοιπόν, η «παγίδα», όπως την ονομάσαμε, του ύπνου είναι που τον έκανε να πρωταγωνιστεί σε ένα σωρό παροιμίες, όχι μόνον ελληνικές. Μαζί όμως με ένα γνώρισμα της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας.

Το γεγονός ότι δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός και όλες οι εργασίες έπρεπε να γίνουν όσο διαρκούσε το φως της ημέρας. Αφήστε που και η φύση γενικότερα, τα ζώα και τα φυτά, συντονίζονται με τον «κύκλο του ήλιου».

Το άλλο πουλάκι:
Πρωί πρωί!

Τότε έπρεπε να γίνουν όλες οι εργασίες, και όχι μόνον για να μην πιάσει η ζέστη της ημέρας. Δεν μπορείς να βγάλεις τα ζώα στη βοσκή «με τον ήλιο», ούτε να πας για ψάρεμα το μεσημεράκι…

Κάπως έτσι συνδέθηκε ο ύπνος αργά το πρωί με την τεμπελιά και εκείνος που τον αγαπούσε θεωρείτο ανεπρόκοπος άνθρωπος: «Γλυκός ο ύπνος την αυγή, γυμνός ο κώλος τη Λαμπρή», λέει μια εύστοχη παροιμία.

Από τα αρχαία ακόμη χρόνια, έρχεται ο Δημόκριτος να μας πει ότι «ο ύπνος την ημέρα φανερώνει ή σωματικό πρόβλημα, ή τεμπελιά, ή αμορφωσιά». (Αυτό το τελευταίο ας το κρατήσουμε· θα μας χρειαστεί στη συνέχεια.)

Σήμερα όμως που η φύση και οι συνθήκες εργασίας έχουν αλλάξει, τίποτε δεν μας εμποδίζει να εργαζόμαστε (και να κοιμόμαστε αντίστοιχα) σε ώρες που παλαιότερα ήταν αδιανόητο. Επομένως, δεν μιλάμε πλέον για τον πρωινό ύπνο, αλλά για τον… παραπανίσιο.

Μπορεί κάποιος να εργάζεται αργά τη νύχτα, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, και την άλλη μέρα το πρωί, φυσιολογικά, να κοιμάται. Ούτε υπναρά θα τον πούμε, ούτε τεμπέλη, ούτε ανεπρόκοπο.

Το πράγμα, βέβαια, αλλάζει όταν κάποιος δεν ξενυχτά εργαζόμενος, αλλά χαζολογώντας μπροστά στην τηλεόραση ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ή παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή.

Γιατί όμως ξεκίνησα και σας τα λέω όλα αυτά; Α, ναι. Θέλησα να πάρω μέρος στον δημόσιο διάλογο που ξεκίνησε με αφορμή δηλώσεις του υπουργού Παιδείας για έναρξη των μαθημάτων αργότερα, στις 9 η ώρα.

Το οποίο, λέει, σκέφτηκε να το κάνει, επειδή στις οικογένειές μας «ένας από τους λόγους που μαλώνουμε είναι το πρωινό ξύπνημα των παιδιών». Ή των γονιών, λέω εγώ, που πρέπει να ξυπνήσουν για να… ξυπνήσουν τα παιδιά τους.

Δεν γνωρίζω τι ακριβώς συμβαίνει στο σπίτι του κυρίου υπουργού, πάντως στα σπίτια που ξέρω εγώ ο πρωινός ύπνος είναι συνάρτηση της βραδινής κατάκλισης. Όσο πιο αργά κοιμούνται τα παιδιά, τόσο πιο δύσκολα ξυπνούν.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Όμως και το αντίστροφο!

Όσο μεγαλύτερο περιθώριο έχουν να ξυπνήσουν την άλλη μέρα, τόσο πιο αργά πέφτουν για ύπνο. Επομένως, και στις δέκα η ώρα να βάλει ο κύριος Γαβρόγλου την έναρξη των μαθημάτων, εκείνοι που είναι να μαλώσουν θα μαλώσουν.

Που πάει να πει, φίλοι μου, ότι το πρόβλημα δεν είναι η ώρα που θα αρχίζουν τα Σχολεία. Αυτό θα μπορούσε να διευθετηθεί και κατά περίπτωση. Στο Νευροκόπι, για παράδειγμα, όπου η πρωινή παγωνιά είναι μεγάλη...

Και όπου ο ήλιος, με τις χειμωνιάτικες ομίχλες, βγαίνει πολύ αργά. Εκεί δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανοίγουν τα Σχολεία την ίδια ώρα με την υπόλοιπη Ελλάδα. Κανείς δεν θα πάθει τίποτε, αν τα μαθήματα ξεκινούν αργότερα.

Το θέμα όμως βρίσκεται αλλού και είναι γενικότερο. Το διάβασα και μου άρεσε: Το πρόβλημα με όλες αυτές τις «μεταρρυθμίσεις» είναι ότι δεν επιδιώκουν να κάνουν ένα Σχολείο καλύτερο, αλλά ένα Σχολείο πιο εύκολο!

Και πιο φτηνό. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.
Εκείνο που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι η Αγωγή -το λέει το όνομά της- είναι εξ ορισμού μια βίαιη διαδικασία. Θέλει κόπο· θέλει προσπάθεια.

Όσοι πιστεύουν ότι οι στόχοι του Σχολείου, ενός απαιτητικού Σχολείου, μπορούν να κατακτηθούν «αβρόχοις ποσί», κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου.
Και μάλιστα… μέρα μεσημέρι!
 Το λέει και η λέξη: έ-ξυπνος!