ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

171214 ΥΠΟΚΡΙΝΟΜΕΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
«Του δρόμου…»

Η έκφραση χρησιμοποιείται υποτιμητικά∙ ξέρετε οι άνθρωποι πάντοτε προσπαθούν να βρουν κάποιον που είναι σε χειρότερη θέση από τους ίδιους και να τον κοιτάξουν αφ’ υψηλού. «Του δρόμου», λοιπόν, σε αντίθεση με τις «σπιτωμένες».

Εκτός όμως από το συγκεκριμένο, αρχαιότερο, καθώς λένε, επάγγελμα, υπάρχουν και ένα σωρό άλλες δουλειές… του δρόμου, ή του ποδαριού, όπως τις χαρακτήριζαν παλαιότερα. Και αυτές, σε αντίθεση με το στεγασμένο εμπόριο, θεωρούνται κατώτερες.

Κι ας είναι, πολλές φορές, περισσότερο κερδοφόρες. Κάποιοι, στα καλά τα χρόνια, σήκωσαν οικοδομές πουλώντας πασατέμπο. Για να μην μιλήσω για τους κατ’ επάγγελμα «παζαρτζήδες», που είναι μια κατηγορία ολόκληρη.

Σήμερα όμως θα σας μιλήσουμε για ένα από τα «επαγγέλματα» του δρόμου που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και θα το κάνουμε με αφορμή μια… κοινωνιολογικού τύπου έρευνα, η οποία αποκαλύπτει πολλά για όλους μας.

Σίγουρα θα ξέρετε τους μουσικούς του δρόμου. Τους καλλιτέχνες εκείνους που με τις μουσικές τους ομορφαίνουν τις βόλτες μας στην αγορά και κάνουν τα ψώνια μας ακόμη πιο ευχάριστα.

Λέω «ακόμη πιο ευχάριστα» διότι πάντοτε είναι ωραίο να ψωνίζεις, έκτος αν το κάνεις μαζί με τη σύζυγο. (Αντίστοιχα και με τον σύζυγο.) Τότε δεν σε σώζουν ούτε όλοι οι μουσικοί του δρόμου, της… Νέας Υόρκης.

Το να είσαι, λοιπόν, μουσικός του δρόμου αποτελεί μια ιδιαίτερη τέχνη και δεν εννοώ μόνο τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσιάσεις τη δουλειά σου… ερμηνευτικά. Διότι, όπως και να το κάνουμε, άλλο να παίζεις σε μια κλειστή αίθουσα και άλλο σε ένα πεζόδρομο.

Άλλο να έχεις την προσοχή του κοινού δεδομένη και άλλο να προσπαθείς να την αποσπάσεις από ένα σωρό άλλους ήχους και εικόνες που δρουν ανταγωνιστικά προς εσένα. Μην ξεχνάτε ότι, στις μέρες μας, οι περισσότεροι περαστικοί είναι… στην κοσμάρα τους.

Περνούν τόσο βιαστικά και τόσο απορροφημένοι από τις σκέψεις τους, που κινδυνεύουν να πέσουν ο ένας επάνω στον άλλο∙ όχι να προσέξουν κάτι που συμβαίνει παραδίπλα. Αφήστε που, αν είναι αφοσιωμένοι στο κινητό, δεν βλέπουν και δεν ακούν τίποτε άλλο.

Το άλλο πουλάκι:
Τέχνη σπουδαία, λοιπόν!

Και όπως όλες οι τέχνες, έχει και αυτή τα… τεχνάσματά της. Τα μυστικά του επαγγέλματος που κάνουν τον ένα να κερδίζει πολλά και τον άλλο να φεύγει με τη θήκη τις κιθάρας ή του βιολιού του σχεδόν άδεια.

Δεν προτίθεμαι να σας αποκαλύψω τέτοια μυστικά∙ πώς να τα γνωρίζω άλλωστε. Θα σας πω μόνο την ιστορία ενός φίλου που έπαιζε, τα χρόνια εκείνα, κιθάρα, στον Ηλεκτρικό και συμπλήρωνε με αυτόν τον τρόπο το φοιτητικό του «εισόδημα».

Το ρεπερτόριό του ήταν οι μπαλάντες της εποχής, μερικά ξένα και πολλά ελληνικά τραγούδια, τα οποία όμως οι περαστικοί δεν τα εκτιμούσαν όσο έπρεπε, ή όσο αυτός φανταζόταν, όταν πήρε την απόφαση να βγει στο δρόμο.

Λιγοστά τα έσοδα, τόσο που άρχισε να σκέφτεται αν αξίζει τον κόπο, πέραν βέβαια της… καλλιτεχνικής έκφρασης, χάριν της οποίας, υποτίθεται, γίνονταν όλη η φασαρία. Υπήρχε, βλέπετε, και η ιδεολογία πίσω από κάθε νεανική πράξη.

Ώσπου του ήρθε μια ιδέα. Έλυσε τα μακριά του μαλλιά, για να είναι ευδιάκριτο το ξανθό τους χρώμα, και άρχισε να τραγουδάει ρεμπέτικα με… ξένη προφορά. Να ακούσετε πώς έλεγε εκείνον τον «Καϊξή», λες και μόλις είχε έρθει από τη βόρεια χώρα του.

Ο ίδιος, όχι ο «Καϊξής»! Και τότε, ω του θαύματος! Οι περαστικοί άρχισαν φαίνεται να συγκινούνται από το… ξένο αυτό παιδί που έκατσε και έμαθε τα δικά μας τραγούδια και το κέρμα έπεφτε σύννεφο στην ανοιχτή θήκη μπροστά του.

Βέβαια το τέλος της ιστορίας δεν ήταν τόσο ευτυχές, θα σας το διηγηθώ όμως σε άλλη ευκαιρία, διότι σήμερα, το είπαμε, το θέμα μας είναι άλλο. Σίγουρα θα έχετε ακούσει κι εσείς για τα «πειράματα» που έχουν γίνει κατά καιρούς σ’ αυτόν τον τομέα.

Εννοώ διάφορους πολύ σπουδαίους μουσικούς που «εμφανίζονται» εκτάκτως σε κάποιον πεζόδρομο ή στο μετρό και βλέπουν τις αντιδράσεις του ανυποψίαστου κοινού στο άκουσμα της μουσικής τους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Περνούν όλοι αδιάφορα!

Αν θελήσουν να ακούσουν τους συγκεκριμένους μουσικούς υπό «κανονικές συνθήκες», θα πρέπει να καταβάλουν ένα πολύ τσουχτερό αντίτιμο, αν καταφέρουν να βρουν εισιτήριο. Και εκεί θα… ανταποκριθούν αναλόγως.

Θα συγκινηθούν από το παίξιμο του σολίστ, θα το θαυμάσουν και στο τέλος θα «μπιζάρουν» επί πολλά λεπτά για να δείξουν τον ενθουσιασμό τους και να καλέσουν τον καλλιτέχνη για ένα, τουλάχιστον «ανκόρ».

Όταν όμως τον ακούν στο δρόμο να παίζει με τον ίδιο αξιοθαύμαστο και μοναδικό τρόπο έργα σπουδαίων συνθετών, καμιά φορά και με ένα «Στραντιβάριους» εκατομμυρίων ευρώ, τότε αδυνατούν να αναγνωρίσουν την αξία του.

Να σκεφτούν, τουλάχιστον, «πολύ ωραία παίζει αυτός ο μουσικός» και να σταματήσουν για δυο λεπτά να απολαύσουν τη μουσική του, ή να ρίξουν κάτι στην ανοιχτή θήκη (του «Στραντιβάριους) που βρίσκεται στα πόδια του.

Τι μας λένε τέτοιου είδους «πειρά(γ)ματα»; Απλούστατα, ότι, πολλές φορές, είμαστε «δήθεν» και θαμπωνόμαστε από το περιτύλιγμα και όχι από το περιεχόμενο. Το οποίο δεν ξέρουμε και να εκτιμήσουμε!

Σκεφθείτε, για παράδειγμα, πόσοι ήταν οι λάτρεις της κλασικής μουσικής, πριν γίνει το Μέγαρο Μουσικής; Πόσοι από τους συχνούς «πελάτες» του ακούν Τρίτο Πρόγραμμα ή κλασική μουσική μόνοι, στο σπίτι τους;

«Γνωριζόμασταν με τα μικρά μας ονόματα», μου έλεγε φίλος Θεσσαλονικιός, που δεν έχανε συναυλία κλασικής μουσικής, στην αίθουσα του Αριστοτελείου∙ προ… Μεγάρου.

Γι’ αυτό σας λέω!
 Μουσική για όλους!

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

171213 ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΝ-2

Το ένα πουλάκι:
Κανονικά, δεν υπάρχει δικαιολογία.

Ένας διορισμένος καθηγητής δεν έχει κανέναν λόγο, καμιά δικαιολογία, να καταφεύγει στα ιδιαίτερα μαθήματα. Επ’ αυτού δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς. Έτσι είναι! Όχι μόνο επειδή το απαγορεύει ο νόμος.

Έχω ακούσει όλα αυτά τα χρόνια δεκάδες επιχειρήματα, μόνο ένα όμως μου φάνηκε σοβαρό. Τα υπόλοιπα, περί χαμηλού μισθού και τα τοιαύτα τα ακούω βερεσέ. Αν δεν σου φτάνει ο μισθός, παραιτήσου.

«Ναι, κύριοι. Εγώ με την εμπειρία, τις γνώσεις, τη μεθοδικότητα και τη μεταδοτικότητά μου, θεωρώ ότι θα πρέπει να αμείβομαι με τουλάχιστον διπλάσια χρήματα από όσα μου δίνει τώρα το κράτος.

Επειδή δεν ανέχομαι να με υποτιμούν, τα βροντάω και πάω στον ιδιωτικό τομέα, όπου θα αναγνωριστούν τα προσόντα μου και θα πληρώνομαι όσο αξίζω».
Αυτό, μάλιστα είναι μια καθωσπρέπει στάση.

Το να μένω όμως στο δημόσιο, απολαμβάνοντας όλα τα καλά του (λέμε, τώρα) και παράλληλα να… δραστηριοποιούμαι στον ιδιωτικό τομέα, βγάζοντας συχνά πολλαπλάσια και μάλιστα «μαύρα», ε, αυτό δεν το λες και απολύτως σωστό.

Το βλέπει και ο άλλος, που πληρώνει ενοίκια, μισθούς υπαλλήλων, ασφάλειες, εφορίες, ΤΕΒΕ (η σειρά δεν είναι αξιολογική) και όλα όσα έχει στην πλάτη του ένας επιχειρηματίας και σου λέει ας κάνω μια καταγγελία.

Διότι, η παλιά σοφή παροιμία λέει «όπου φτώχια εκεί γκρίνια». Όσο η πίτα ήταν μεγάλη και έφτανε για όλους, μπορούσαν και οι φροντιστές να κάνουν τα στραβά μάτια. Τώρα όμως που και εκείνοι κυνηγούν τους γονείς για να πάρουν τα λιγοστά δίδακτρα…

Δεν στέκει, λοιπόν, με τίποτα το επιχείρημα «ας με πλήρωναν καλύτερα», διότι, εκτός των άλλων, στρέφεται και κατά των συναδέλφων που δεν μπορούν, λόγω ειδικότητος, ή δεν θέλουν να κάνουν ιδιαίτερα. Εκείνοι πώς ζουν με τον μισθό τους;

Σας είπα όμως πως υπάρχει και ένα επιχείρημα που μου φαίνεται σοβαρό. Το άκουσα από φίλο, διορισμένο καθηγητή, που κάνει και κάποιες ώρες μαθήματα εκτός σχολείου: «Στο ιδιαίτερο αισθάνομαι πραγματικός καθηγητής»!

Μου εξήγησε πως στην σχολική τάξη δεν τον προσέχει κανείς. Οι καλοί τα ξέρουν από το φροντιστήριο και οι άλλοι δεν ενδιαφέρονται. Ενώ στο ιδιαίτερο νιώθει ότι παράγει έργο. Παίρνει ένα παιδί και του μαθαίνει πράγματα, το οδηγεί να γράψει καλά στις εξετάσεις...

Το άλλο πουλάκι:
Δεν είναι απλό το θέμα.

Θέλετε να σας δώσω μια άλλη διάσταση; Προχθές έμαθα ότι έγιναν τοποθετήσεις εκπαιδευτικών σε τουριστικό νησί του Αιγαίου. Τα παιδιά που πήγαν εκεί δεν μπορούν να βρουν σπίτι να μείνουν!

Τους νοίκιασαν κάτι επιπλωμένα δωμάτια μέχρι… τον Απρίλιο! Μετά, θα τα πληρώνουν σαν παραθεριστές, με την ημέρα! Ε, αν τους τη δώσει κι αυτούς και πλακωθούν στα ιδιαίτερα, θα έχουν άδικο; Σαν χρήμα μας βλέπετε εσείς; Έτσι θα σας δούμε κι εμείς.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα με τα ιδιαίτερα μαθήματα (από διορισμένους πάντα καθηγητές) είναι πως έχουν μια διάσταση αντισυναδελφική. Και θα εξηγήσω αμέσως τι εννοώ. Πόσες ώρες εργάζονται οι καθηγητές στα Σχολεία;

Καμιά εικοσαριά. Την εβδομάδα, έτσι; Όταν μάλιστα γίνεται συζήτηση για αύξηση του διδακτικού τους ωραρίου, το ισχυρότερο επιχείρημά τους είναι πως δεν μπορεί κάποιος να διδάσκει περισσότερες ώρες επειδή…

Επειδή είναι πολύ κουραστικό και εξαντλείται, και επειδή η διδασκαλία χρειάζεται πολλή και καλή προετοιμασία, προκειμένου να είναι αποδοτική. Πώς γίνεται, λοιπόν, και κάποιοι κάνουν πολλαπλάσιες ώρες ιδιαίτερα;

Είτε πρόκειται για… σούπερ ήρωες, ή δεν κουράζονται και δεν προετοιμάζονται για το Σχολείο, ή απλώς, το επιχείρημα που επικαλείται η ΟΛΜΕ δεν ισχύει. Όποιο και να διαλέξουμε από τα τρία (μπορεί να ισχύουν και όλα ταυτοχρόνως) καταλήγουμε στο να προσβάλλεται ο κλάδος.

Αντισυναδελφικό όμως είναι και το ότι οι διορισμένοι καθηγητές που κάνουν ιδιαίτερα «τρώνε το ψωμί» των αδιόριστων συναδέλφων τους, που μπορεί να είναι και τα ίδια τους τα παιδιά. Από κάτι μαθήματα περιμένουν κι εκείνα να ζήσουν!

Ξέρω τι θα μου πείτε. Πριν και πάνω από όλα, είναι οι νόμοι της αγοράς. Και οι καθηγητές που… έχουν ζήτηση είναι υποχρεωμένοι να ανταποκριθούν στις επιταγές της. Έλα όμως που οι νόμοι αυτοί κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με… τον νόμο!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το θέμα δεν είναι οικονομικό.

Το είπαμε και χθες, το ξαναλέμε και σήμερα. Και ελάτε λίγο στη θέση των υποψηφίων (ή των γονιών τους) που μαθαίνουν ότι τώρα, στη μέση της χρονιάς, ο καθηγητής που τους κάνει ιδιαίτερο πρέπει να τους αφήσει.

Διότι, λέει, κινδυνεύει να βρεθεί άσχημα μπλεγμένος. Τι γίνεται σε αυτή την περίπτωση; Ποια πρέπει να είναι η στάση του καθηγητή που… δέχτηκε κίτρινη κάρτα και ποια θα είναι η μοίρα των μαθητών του;

Κατά τη γνώμη μου έπρεπε να γίνει μια «συμφωνία κυρίων». Τη στιγμή που ο καθηγητής δεχόταν την προειδοποίηση έπρεπε να δηλώσει ευθαρσώς ότι θα σταματήσει αμέσως όλα τα μαθήματα, εκτός από εκείνα σε τελειόφοιτους. 

Τα οποία θα τα σταματήσει αμέσως μετά τις εξετάσεις του Ιουνίου και, εννοείται, δεν θα αρχίσει άλλα. Αυτό πιστεύω πως θα γινόταν σεβαστό από όλους, ακόμη, ή κυρίως, και από τους καταγγέλλοντες.

Επειδή όμως δεν βλέπω να γίνεται κάτι τέτοιο, εκείνο το οποίο θα συμβεί είναι όπως πάντα να συνεχιστεί το κρυφτούλι. Και, μην ξεχνάτε, σε περιπτώσεις απαγορεύσεων, το μόνο που κάνει συνήθως η μεγαλύτερη αυστηρότητα είναι να… αυξάνει τις τιμές.

Α, ναι. Και να την πληρώνουν κάτι κακομοίρηδες που δεν έχουν άκρες!
 Φανερό κρυφό σχολειό!

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

171212 ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΝ-1

Το ένα πουλάκι:
Δεν είναι οικονομικό το θέμα!

Θα μου πείτε πολύ αντιμαρξιστική αυτή η άποψη, αλλά θα σας πω κι εγώ πως το ξέρω και πως επίτηδες το έθεσα έτσι, γιατί πράγματι το θέμα δεν είναι ΜΟΝΟ οικονομικό. Έχει, όπως θα δείτε πολλές διαστάσεις.

Ξεκινάει από την επιθυμία του έλληνα γονιού να κάνει για το παιδί του το καλύτερο. Γιατί όμως λέω του έλληνα και όχι του κάθε γονιού γενικότερα; Υπάρχουν και γονείς που δεν θέλουν για το παιδί τους το καλύτερο;

Όχι, βέβαια! Απλώς, σε άλλες χώρες, οι γονείς έχουν διαφορετική άποψη για το τι είναι καλύτερο για τα παιδιά τους και πώς να τους το προσφέρουν. Εμείς εδώ έχουμε τη δική μας οπτική για το θέμα· λίγο πολύ γνωστή.

Καλύτερο για τα παιδιά μας είναι… ό,τι πιστεύουμε εμείς πως τους ταιριάζει, πως τα ενδιαφέρει και πως μπορούν να κάνουν στη ζωή τους. Εκείνα δεν ξέρουν, δεν έχουν τη δική μας σοφία, ούτε την πείρα ζωής που έχουμε εμείς.

Αυτό το καλύτερο, έτσι όπως το έχουμε στο δικό μας κεφάλι, προσπαθούμε να τους το προσφέρουμε με κάθε τρόπο. Είναι αλήθεια ότι ο έλληνας γονιός είναι διατεθειμένος να κάνει κάθε είδους θυσίες για να δει το παιδί του όπως επιθυμεί.

Είπαμε, αυτός, όχι το παιδί του. Κι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που αγωνίζεται να του προσφέρει είναι οι καλές σπουδές. Με την έννοια ότι καλές σπουδές είναι εκείνες που μπορούν να το εξασφαλίσουν επαγγελματικά.

Επειδή όμως οι σπουδές αυτές και οι αντίστοιχες σχολές είναι πλέον ελάχιστες, υπάρχει τεράστια ζήτηση και μηδαμινή προσφορά. Γι’ αυτό ο καλός γονιός φροντίζει να πλασάρει το βλαστάρι του σε μια καλή «σειρά», ώστε να εκκινήσει με σχετικό πλεονέκτημα.

Πώς γίνεται αυτό; Μα, με τα φροντιστήρια και, για όσους έχουν τη δυνατότητα, με τα ιδιαίτερα μαθήματα. Όλοι το ξέρουν πως η πρόσβαση σε μια καλή σχολή περνάει από αυτόν τον δρόμο. Οι εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Ο οποίος είναι πολύ παλιός. Θυμάμαι που διάβαζα για κάποιον εκπαιδευτικό Φατσέα, ο οποίος, στις προτάσεις του προς τον υπουργό Παιδείας, τον 19ο αιώνα παρακαλώ, μιλούσε, μεταξύ άλλων, για το πρόβλημα των «προγυμναστών» καθηγητών.

Το άλλο πουλάκι:
Να έρθουμε πιο κοντά;

Όταν το 1981 ανέλαβε την εξουσία το κόμμα της «Αλλαγής», μία από τις πρώτες εξαγγελίες του τότε υπουργού Παιδείας Κακλαμάνη ήταν η πάταξη της παραπαιδείας. Θυμάμαι ακόμη την αντίδραση ενός φίλου καθηγητή:

«Μην ανησυχείς καθόλου», μου είπε, ενώ δεν ανησυχούσα ούτε μια σταλιά. «Ένας φίλος μου μαθηματικός στη Αθήνα, συνδικαλιστής από τους πρώτους, κάνει ιδιαίτερα στο παιδί τού ίδιου του υπουργού».

Λέτε να ήταν αυτός ο λόγος που η πάταξη της παραπαιδείας έχει μείνει από τότε ευσεβής πόθος και όνειρο απατηλό; Ποιος να ξέρει; Η ουσία είναι ότι και τώρα που μιλάμε, τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα δίνουν και παίρνουν.

Ίσως όχι ακριβώς τώρα που μιλάμε, ίσως όχι τα ιδιαίτερα μαθήματα, όχι τουλάχιστον στον βαθμό που γινόταν πριν από λίγες μέρες. Γιατί; Διότι είχαμε μια αιφνίδια εξέλιξη στο θέμα και αυτό ακριβώς θέλουμε να σχολιάσουμε.

Τι είδους εξέλιξη; Μάθαμε ότι κάποιοι (μεγάλος είναι ο αριθμός, αλλά δεν τον γνωρίζουμε ακριβώς) από τους καθηγητές που έκαναν ιδιαίτερα μαθήματα «κλήθηκαν αρμοδίως» και τους έγιναν αυστηρές συστάσεις να τα σταματήσουν.

Οι πληροφορίες μας λένε ότι η πρόκληση ήταν ονομαστική και η αρμόδια υπηρεσία (μιλάμε για υπηρεσία που έχει σχέση με τα οικονομικά όχι με την εκπαίδευση) είχε στη διάθεσή της λεπτομερέστατα στοιχεία για τη «δράση» των καθηγητών αυτών.

Αριθμό αλλά και ονόματα μαθητών, ακριβείς ώρες και τόπους διεξαγωγής μαθημάτων, όλα, τέλος πάντων, τα σχετικά. Πράγμα που φανερώνει ότι «η δουλειά πήγε καρφωτή» και πολύ καλά προετοιμασμένη.

Μη ρωτάτε από ποιους· στην εγκληματολογία λένε «ακολούθησε το χρήμα». Ποιοι έχουν συμφέρον να σταματήσουν τα ιδιαίτερα μαθήματα από καθηγητές του δημοσίου; Διότι περί αυτού πρόκειται.

Μιλάμε για καθηγητές που είναι διορισμένοι σε Σχολεία και που -πώς να το πω τώρα;- συμπληρώνουν το εισόδημά τους με ιδιαίτερα μαθήματα, καμιά φορά και σε μαθητές του Σχολείου τους, ακόμη και σε δικούς τους μαθητές.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το θέμα δεν είναι οικονομικό.

Μπορεί οι ιδιοκτήτες φροντιστηρίων, οι οποίοι προφανώς και έκαναν την καταγγελία -μετά όμως από πολλές προειδοποιήσεις- να το βλέπουν έτσι, μόνον οικονομικό, όμως έχει πολλές διαστάσεις. 

Τη μία τη συζητήσαμε ήδη. Πρόκειται για την αγωνία των γονιών να προσφέρουν στα παιδιά τους το καλύτερο. Όπως το νομίζουν αυτοί. Και φαίνεται πως, με όρους καθαρά αγοράς, το καλύτερο είναι τα ιδιαίτερα μαθήματα.

Και μάλιστα από γνωστούς καθηγητές -μικρή πόλη είμαστε- που, χρόνια τώρα, έχουν αποκτήσει μια μεγάλη εμπειρία στο θέμα και θεωρείται ότι κάνουν πολύ καλά τη συγκεκριμένη δουλειά· προετοιμάζουν μαθητές για τις πανελλήνιες εξετάσεις.

Ακόμη και αν τους κατηγορούν πως αναλαμβάνουν μόνο «αστέρια», το γεγονός της μεγάλης τους πείρας και της… τεχνογνωσίας στο «κοουτσάρισμα» των υποψηφίων δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί.

Είναι όμως ηθικό -γιατί νόμιμο δεν είναι με τίποτε- ένας διορισμένος καθηγητής να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα; Τι λένε οι ίδιοι οι καθηγητές; Τι λένε οι γονείς των υποψηφίων;

Μην απαντάτε. Διότι το θέμα, το είπαμε, δεν είναι απλό, γι’ αυτό και θα συνεχίσουμε αύριο με περισσότερα.
 Κρυφό σχολειό! 

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

171211 ΠΑΛΙΜΠΑΙΔΙΖΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Κάτι πρέπει να σχολιάσουμε…

Πολύ τους λυπάμαι αυτούς τους σχολιαστές, τους… κατ’ επάγγελμα. Πρέπει να βρίσκουν καθημερινά κάτι να ασχολούνται, ασχέτως αν έχουν διάθεση, αν ενημερώθηκαν για τα τεκταινόμενα, αν υπάρχει κάτι ενδιαφέρον…

Μου εξομολογήθηκε κάποιος από αυτούς πως, συχνά, αισθάνεται όπως η… μητέρα του. Η οποία τους έλεγε «αν σκεφτώ τι φαγητό να μαγειρέψω, είναι σαν να το μαγείρεψα κιόλας». Είχε, βλέπετε, το καθημερινό βάσανο των μαμάδων όλου του κόσμου.

Που στέκονται στη μέση της κουζίνας, όπως ο συγγραφέας μπροστά στη λευκή σελίδα. Που πρέπει να τη γεμίσει, αφού πρώτα ξεπεράσει τον τρόμο του κενού. Έτσι, λοιπόν και ο φίλος. «Άμα μου πει κάποιος τι να σχολιάσω, είναι σαν να το έχω σχολιάσει ήδη».

Ευτυχώς που εμείς δεν έχουμε τέτοιου είδους προβλήματα. Εμείς πιάνουμε την καθημερινή μας κουβέντα και όπου μας βγάλει. Κάτι θα πει ο ένας, κάτι θα προσθέσει ένας άλλος, μέχρι που να πιούμε τον καφέ έχουμε συζητήσει για τα πάντα.

Μόνο που κάποιες φορές προσπαθούμε να βγάλουμε από την κουβέντα τα θέματα που απασχολούν την επικαιρότητα, γιατί απλώς το να τα συζητάς δεν οδηγεί πουθενά. Τότε όμως καταλήγουμε να σχολιάζουμε τα σχόλια και τους σχολιαστές!

Να, όπως χθες που κάποιος της παρέας ξεκίνησε να κάνει ανασκόπηση των γεγονότων της εβδομάδας που πέρασε: «Είμαστε όμως, ρε παιδί μου, άλλο πράγμα! Πιστεύω πως δεν πρέπει να υπάρχει στον κόσμο άλλη τέτοια κοινωνία».

Πώς κατέληξε, για άλλη μια φορά, σ’ αυτό το συμπέρασμα; «Σε ποια άλλη κοινωνία γίνεται ολόκληρος ντόρος από τις δηλώσεις που κάνει μια τραγουδίστρια, οσοδήποτε σπουδαία και να είναι αυτή;

Είπε κάτι το κορίτσι. Με γεια του με χαρά του. Γιατί πρέπει να ξεσηκωθεί το σύμπαν, άλλοι να τρέξουν να την αρπάξουν από τα μούτρα και άλλοι να υπερασπιστούν αυτά που δήλωσε. Έχει κι αυτή μια άποψη και την είπε. Απλώς».

Τότε του θύμισα την κουβέντα του φίλου για τη μητέρα του που πρέπει κάτι να μαγειρέψει κάθε μέρα. Έτσι και οι κατ’ επάγγελμα σχολιαστές. Από κάπου πρέπει να εμπνευστούν. Ε, τι πιο εύκολο να πιαστείς από κάτι που «έχει ψωμί».

Το άλλο πουλάκι:
Σε διαφορετική περίπτωση…

Έπρεπε να σχολιάσουν την επίσκεψη Ερντογάν. Εκεί να δεις ψωμί. Το αστείο, αλλά και εντόνως ανησυχητικό, είναι ότι δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ούτε σ’ αυτό· αν η επίσκεψη είχε θετικά στοιχεία για τη χώρα μας ή όχι.

Και δεν μιλάμε για απλή διαφωνία! Από το ένα άκρο, ότι δηλαδή επρόκειτο για τεράστιο φιάσκο, μέχρι το άλλο, ότι ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία του έλληνα Πρωθυπουργού. «Δείτε το βίντεο με τα “χαστούκια” που έδωσε ο Αλέξης Τσίπρας στον Ερντογάν», μας συμβούλευαν κάποιοι.

Από αυτό, τώρα, μέχρι το ότι «δώσαμε στον τούρκο Πρόεδρο την ευκαιρία να διατυπώσει εντός ευρωπαϊκού εδάφους τις ανήκουστες θέσεις του», ε, όπως να το κάνουμε, έχει μια διαφορά. Όσο, να πούμε, η μέρα από τη νύχτα και κάτι παραπάνω.

Τι είναι όμως αυτό που μας κάνει να παίρνουμε τόσο διαφορετικές και ακραίες θέσεις; Για ποιο λόγο πρέπει, για το παραμικρό θέμα, να διχαστούμε και να αρχίσουμε τον διαδικτυακό πετροπόλεμο, όπως κάποτε γειτονιά με γειτονιά;

Να, είδατε τι είπα τώρα; Θυμήθηκα το παλιό παιδικό «άθλημα», τόσο αγαπητό στα χρόνια που οι γειτονιές είχαν ακόμη χώμα και πέτρες. Αλήθεια, τι είχαν να χωρίσουν μεταξύ τους και άρχιζαν χωρίς αιτία και αφορμή τον πετροπόλεμο;

Μιλάμε για «γειτονιές» που βρίσκονταν σε καθημερινή επαφή, που ο κάτοικος της μιας περνούσε καθημερινά από την άλλη, που τα παιδιά πήγαιναν στο ίδιο σχολείο και οι γονείς εκκλησιάζονταν στην ίδια εκκλησία…

Μη φανταστεί κανείς το αντίστοιχο φαινόμενο των αμερικάνικων μεγαλουπόλεων, όπου κάθε γειτονιά, τεράστια συνοικία με χιλιάδες κατοίκους, αποτελούσε το στρατόπεδο της συμμορίας που την ήλεγχε και εχθρικό έδαφος για κάθε ξένο.

Εδώ μιλάμε για δυο τρεις δρόμους, για καμιά εικοσαριά πιτσιρικάδες, που έτσι, χωρίς να γνωρίζουν πώς και πότε δημιουργήθηκε η «έχθρα» με τους διπλανούς, συνέχιζαν την παράδοση του πετροπόλεμου, λες και είχαν ιερή υποχρέωση σε κάποιους προγόνους.

Δηλαδή στους λίγο μεγαλύτερους, οι οποίοι μεταλαμπάδευαν αυτό το «έθιμο» στους νεότερους, μαζί με όλες τις τεχνικές που πρέπει να κατέχει ένας καλά εκπαιδευμένος στρατός… της πέτρας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ε, αυτή είναι η απάντηση!

Στο ερώτημα για ποιο λόγο διχαζόμαστε και μαλώνουμε για το πιο ασήμαντο θέμα. Επειδή, ως κοινωνία, αρνούμαστε να ωριμάσουμε· μένουμε πάντα παιδιά, που έλεγε και το παλιό εκείνο τραγουδάκι στην ταινία «ραντεβού στον αέρα».

Ένα από τα γνωρίσματα των παιδιών είναι ότι δεν μπορούν να διακρίνουν το πρωτεύον από το δευτερεύον, το σημαντικό από το ασήμαντο. Μπορούν να διαφωνήσουν και να μαλώσουν χωρίς ουσιαστική αφορμή.

Μόνο που εμείς δεν τους μοιάζουμε σε όλα. Γιατί τα παιδιά θα τα δεις, την επόμενη στιγμή, να έχουν ξεχάσει τους καβγάδες και να παίζουν μαζί σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Ε, εμείς δεν το κάνουμε αυτό.

Εμείς, μετά από κάθε καβγά, συγκρατούμε πολύ καλά ποιοι ήταν μαζί μας και ποιοι εναντίον μας και τους την έχουμε φυλαγμένη για την επόμενη φορά. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, οι «παρατάξεις» αυτές είναι πολύ ευδιάκριτες.

Και να σκεφτεί κανείς ότι θεωρούσαμε τριτοκοσμικό φαινόμενο τα γαλάζια και τα πράσινα καφενεία!
 Το μεροκάματο του τρόμου!

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

171208 ΣΥΝΕΤΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Αυτό με τα σπίτια το έχουμε ξαναπεί…

Σήμερα όμως θα σας διηγηθώ μια ιστορία, γιατί πιστεύω ότι κάποιους ανθρώπους πρέπει να τους τιμάμε και να τους μνημονεύουμε, ακόμη και όταν δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή. Όπως ο ήρωας της ιστορίας μας.

Ήταν από εκείνους τους παλιούς ανθρώπους που μισούσαν να χρωστούν, σε οποιονδήποτε. Που πήγαιναν και πλήρωναν τους λογαριασμούς ρεύματος και τηλεφώνου την επόμενη μέρα που ερχόταν η ειδοποίηση.

Ακόμη και με «έτοιμα» λεφτά, από τον λογαριασμό τους δηλαδή, χωρίς να περιμένουν τον μισθό ή, αργότερα, τη σύνταξή τους. Που πίστευαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να έχει πάντοτε κάτι στην άκρη για μια δύσκολη ώρα…

Τον γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Ήταν λίγο ανήσυχος, γιατί η αποχωρούσα κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας τού είχε εγκρίνει στεγαστικό δάνειο και η νέα κυβέρνηση του ΠαΣοΚ ζήτησε να επανεξετάσει όλες τις περιπτώσεις.

Δεν είχε πουθενά «άκρες», δεν ανήκε ποτέ σε κομματικούς στρατούς, άνθρωπος που κοίταζε το μεροκάματό του και ψήφιζε κάθε φορά ό,τι θεωρούσε καλύτερο για τον τόπο, κυρίως ανθρώπους, όπως έλεγε, παρά ιδεολογίες.

Είχε επενδύσει πολλά σε εκείνο το δάνειο και φοβόταν ότι θα του το «έκοβαν». Δεν έγινε έτσι. Όταν είδε η επιτροπή πόσες χιλιάδες ένσημα είχε, υπέγραψαν με «δυο χέρια», λέγοντάς του μάλιστα ότι «εδώ έδωσαν σε άλλους με πενήντα ημερομίσθια»!

Πήρε το δάνειο, πήρε το σπίτι του και… δέχτηκε αμέσως μια επίσκεψη από άλλους δανειολήπτες, οι οποίοι του είπαν ότι σκέφτονται να κάνουν έναν σύλλογο, ώστε να διεκδικήσουν την… μη αποπληρωμή των δανείων τους.

«Τι λέτε, ρε παιδιά», τους απάντησε. «Και, καλά, εμείς προλάβαμε και πήραμε σπίτια. Αν δεν πληρώσουμε, πώς θα μπορέσει η Εργατική Εστία να δώσει δάνεια και σε άλλους εργάτες που έχουν ανάγκη;»

Τους ρώτησε μάλιστα αν έχουν σκεφτεί τι θα γινόταν, πώς δηλαδή θα έπαιρναν αυτοί τα σπίτια τους, αν και οι προηγούμενοι δανειολήπτες αρνούνταν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους.
Δεν μπήκε σε κανέναν τέτοιο σύλλογο.

Το άλλο πουλάκι:
Ήρθαν όμως τα δύσκολα…

Λόγοι υγείας και οικογενειακά προβλήματα τον έκαναν να καθυστερήσει κάποιες δόσεις. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να κοιμηθεί, κάθε φορά που έβλεπε την ειδοποίηση από την τράπεζα.

Όταν όλα τελείωσαν, όπως τελείωσαν, έτρεξε, παρά το βαρύ του πένθος, να κάνει διακανονισμό για τις μέχρι τότε απλήρωτες δόσεις και να συνεχίσει να εξυπηρετεί το χρέος του κανονικά.

Στην τράπεζα, όταν τους εξήγησε πως καθυστέρησε για λόγους πέραν των δυνάμεών του και τους ζήτησε συγγνώμη, τον κοίταξαν σαν παράξενο πτηνό. Θυμάμαι πόση εντύπωση του έκανε που του πρόσφεραν καφέ!

Τέτοιοι όμως ήταν οι παλιοί νοικοκύρηδες. Θυμάμαι επίσης την αντίδρασή του όταν ξεκίνησε η τρέλα του χρηματιστηρίου. «Εγώ δεν ξέρω πολλά από οικονομικά», έλεγε, «δεν μπορώ όμως να καταλάβω πώς γίνεται να πλουτίζουν όλοι, χωρίς να χάνει κανένας.

Περιμένετε και θα δείτε, όταν θα θελήσουν να ρευστοποιήσουν τα χαρτιά που τα θεωρούν κέρδη και δεν θα βρίσκουν σε ποιον να τα πουλήσουν. Κάποιοι σίγουρα θα βγουν κερδισμένοι, οι πολλοί όμως θα χάσουν και τα λεφτά που έβαλαν στην αρχή».

Αργότερα πάλι, όταν τους έπιασε όλους η καταναλωτική μανία με τα δάνεια και έβλεπε τις διαφημίσεις των πολυτελών αυτοκινήτων, δεν μπορούσε να χωνέψει αυτό το «χωρίς προκαταβολή», και έλεγε με σοφία:

«Ο άνθρωπος πρέπει να αγοράζει ένα αυτοκίνητο τέτοιας αξίας που, αν το τρακάρει βγαίνοντας από την αντιπροσωπία, να έχει στην άκρη άλλα τόσα χρήματα για να πάρει καινούριο. Όχι να δανείζεται για κάτι που είναι στο δρόμο…»

Συχνά μάλιστα απορούσε πώς ζει αυτό το κράτος, πώς πληρώνει τέτοιους μισθούς και συντάξεις, όταν δεν εξάγει σχεδόν τίποτε, ενώ αντιθέτως, εισάγει τόσα καταναλωτικά αγαθά, όλα πληρωμένα με συνάλλαγμα.

Βέβαια, πολλοί τον κορόιδευαν, τον πειράζαμε όταν μας ρωτούσε «είκοσι τράπεζες μέσα στη Δράμα, τι χρειάζονται, τι δουλειά κάνουν, από πού κερδίζουν, ώστε να πληρώνουν τόσους υπαλλήλους;»

Βλέπετε, εκείνος δεν ήξερε πώς λειτουργεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα· εμείς ξέραμε, τρομάρα μας. Λυπάμαι που δεν έζησε να δει, όταν έσκασε η φούσκα, πόσο δίκιο είχε στα περισσότερα από όσα μας συμβούλευε.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Θεός σχωρέσ’ τον.

Τον θυμηθήκαμε με αφορμή το νέο κύμα αντιδράσεων (και μη αντιδράσεων) για τους πλειστηριασμούς κατοικιών. Ειδικά όταν ακούσαμε για τους «στρατηγικούς κακοπληρωτές», όρο που δεν τον γνωρίζαμε.

Συζητώντας μάλιστα με έναν… οπαδό (αυτή είναι η λέξη) της κυβέρνησης, για το γεγονός ότι τώρα σιωπούν, αν δεν γίνονται επιθετικοί όπως ο Καρανίκας, και δεν διαμαρτύρονται για τους πλειστηριασμούς εισέπραξα την απάντηση:

«Τι να κάνουμε, μνημονιακή υποχρέωση»! Λες και οι άλλοι, όταν έπαιρναν μέτρα για τις δημοπρασίες κατοικιών και άκουγαν τον Αλέξη να φωνάζει «κανένα σπίτι..», το έκαναν γιατί ήθελαν οι ψηφοφόροι να αγανακτήσουν.

Μνημονιακή υποχρέωση. Κακώς! Έπρεπε να συμφωνήσουμε μόνοι μας, διακομματικά, σε έναν τρόπο ώστε και ο κοσμάκης να μην χάσει το σπιτάκι του και οι στρατηγικοί κακοπληρωτές να αναγκαστούν να πληρώσουν.

Μόνοι μας. Διακομματικά. Όπως και για τόσα άλλα που μπορούσαμε, αν συμφωνούσαμε από την αρχή, να τα κάνουμε πολύ καλύτερα από τον βίαιο τρόπο με τον οποίο υποχρεωθήκαμε από τους δανειστές.

Τι είπα; Αν συμφωνούσαμε; Α στο καλό, πώς μου ήρθε αυτό τώρα!
Και πώς θα γινόταν τότε ο Αλέξης πρωθυπουργός και ο Καρανίκας σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού;
 Απλά μαθήματα οικονομίας!