ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

170221 ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Ακήρυχτος πόλεμος!

Έτσι έχει χαρακτηριστεί αυτό που συμβαίνει ανάμεσα σε διάφορες «ομάδες» και στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς στην Αθήνα, το τελευταίο διάστημα. Σπασμένα ακυρωτικά μηχανήματα, κατεστραμμένες εγκαταστάσεις, καμένα οχήματα…

Βέβαια, ένας πόλεμος έχει απώλειες και από τις δυο πλευρές, όμως εδώ φαίνεται πως κάποιοι απολαμβάνουν ένα είδος ασυλίας, την απροθυμία ή απλώς την ανικανότητα της άλλης πλευράς να επιβάλει τον νόμο.

Οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς του θύματα και τις καταστροφές που προκαλούν ένα είδος άμυνας απέναντι στην επίθεση που δέχονται. Διαβάζω από μια ανακοίνωσή τους:

«Οι ήδη πετσοκομμένοι μισθοί και τα επιδόματα-ψίχουλα, οι απανωτοί φόροι και οι αυξημένες τιμές στα ράφια, η συνολικότερη καταλήστευσή μας σε επίπεδο καθημερινής διαβίωσης, δεν μας επιτρέπει να υποστούμε και "άλλα βάρη", και "άλλες θυσίες"…»

Εννοούν το εισιτήριο για τη μετακίνησή τους με τα ΜΜΜ. Η οποία πρέπει, κατ’ αυτούς, να γίνεται εντελώς δωρεάν. Το ζήτημα δεν είναι νέο. Εμάς μας είχε απασχολήσει πριν από πέντε χρόνια, όταν συζητούσαμε για «κινήματα», όπως το «δεν πληρώνω». 

Τι λέγαμε τότε;
«Ποιος πληρώνει τη νύφη;
Εάν, δηλαδή, συμφωνήσουμε ότι υπάρχει μια νύφη που πρέπει να πληρωθεί. Διαφορετικά κάνουμε το κορόιδο και αλλάζουμε συζήτηση. Ποιος είναι όμως αυτός που πρέπει την πληρώσει;

Θα με ρωτήσετε γιατί ρωτάω. Ρωτάω γιατί το πράγμα έχει παρεξηγηθεί από πολλούς, οι οποίοι “δεν πληρώνουν”, χωρίς όμως τα αναρωτιούνται ποιος, τελικά, πληρώνει.

Ας πάρουμε δυο παραδείγματα. Αυτά των αστικών συγκοινωνιών και των διοδίων. Κι ας ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι όλοι θα επιθυμούσαμε μια κοινωνία, όπου ο πολίτης κυκλοφορεί ελεύθερα και ανέξοδα, είτε χρησιμοποιεί τις συγκοινωνίες, είτε μετακινείται με το αυτοκίνητό του.

Όμως όλοι, επίσης, θα θέλαμε να υπάρχουν και συγκοινωνίες και αυτοκινητόδρομοι και μάλιστα όσο το δυνατόν καλύτερης ποιότητας. Από εδώ αρχίζει το θέμα της πληρωμής της… νύφης που λέγαμε.

Διότι η δημιουργία υποδομών και η συντήρησή τους απαιτεί τεράστια έξοδα που κάπως πρέπει να πληρώνονται. Μέχρι στιγμής έχουν βρεθεί δυο τρόποι και ο συνδυασμός αυτών.

Δηλαδή, είτε να πληρώνονται απ’ ευθείας από το κράτος (να τα πληρώνουν όλοι οι φορολογούμενοι), είτε από όσους τα χρησιμοποιούν (μέσω εισιτηρίων, διοδίων, τελών κυκλοφορίας κ.λπ.), είτε με τον συνδυασμό των δύο αυτών πηγών χρηματοδότησης.

Στον συλλογισμό μας θα πρέπει επίσης να προσθέσουμε την εξής, αυτονόητη μεν αλλά όχι κοινώς αποδεκτή, παρατήρηση. Όσο περισσότερα πληρώνει η μία πηγή, τόσο λιγότερα δίνει η άλλη.

Φτάσαμε, λοιπόν, στο ερώτημα: Τι είναι πιο δίκαιο; Να πληρώσουν για τα μέσα συγκοινωνιών και τους δρόμους εκείνοι που τα χρησιμοποιούν ή όλοι οι φορολογούμενοι;

Δηλαδή, για να το κάνω πιο πρακτικό, το Μετρό της Αθήνας και την Εγνατία οδό είναι σωστό να τα πληρώνει ο κάτοικος της Δράμας, ο οποίος μάλιστα δεν διαθέτει και αυτοκίνητο;»

Το άλλο πουλάκι:
«Δεν είναι τόσο απλό το θέμα», έλεγα εγώ.

«Διότι μπορεί και ο κάτοικος της Αθήνας, ο οποίος μάλιστα δεν έχει παιδιά να σε ρωτήσει “γιατί να πληρώνω εγώ το Μουσικό Σχολείο της Δράμας;” Άρα, σου λέει, ας πληρώνουμε όλοι τους φόρους μας και το κράτος ας κατανέμει τις δαπάνες όπου χρειάζονται.

Ωραίο κι αυτό και δεν θα υπήρχε ίσως κανένα πρόβλημα, αν πράγματι όλοι πληρώναμε τους φόρους μας. Και μάλιστα αν το φορολογικό σύστημα ήταν τόσο δίκαιο, που ο καθένας πλήρωνε ανάλογα με τα εισοδήματά του.

Τότε θα μπορούσαμε να λέμε όλοι “δεν πληρώνω”, εννοώντας πως οι φόροι θα μπορούν να αυξάνονται τόσο, ώστε να κυκλοφορούμε ή να εξυπηρετούμαστε παντού εντελώς “δωρεάν”.

Γιατί, με το “δεν πληρώνω” προκύπτουν και άλλα θέματα. Εσύ δεν πληρώνεις στο αστικό. Ο άλλος δεν πληρώνει στα διόδια. Εγώ δεν θέλω να πληρώνω… –κάτι θα σκεφτώ. Ο κάτοικος της Θάσου δεν θέλει να πληρώνει το καράβι. […] Και πάει λέγοντας.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, έχουμε ως κοινωνία επιλέξει ένα μεικτό σύστημα πληρωμής της… νύφης. Ας πούμε, δίνουμε όλοι δημοτικά τέλη, αλλά πληρώνουμε και το νερό, ανάλογα με την κατανάλωση που κάνουμε. Αυτό θεωρείται πιο δίκαιο και πιο… οικονομικό.

Διότι, αν τα πάντα πληρώνονταν μόνο από τους φόρους ή τα δημοτικά τέλη, ποιος θα με εμπόδιζε να αφήνω όλα τα φώτα αναμμένα μέρα νύχτα, ή να πλένω το αυτοκίνητό μου με το λάστιχο πρωί βράδυ;

Όποιος χρησιμοποιεί, [να] πληρώνει!
Αυτή είναι μια δίκαιη αντιμετώπιση κι έτσι θα έπρεπε να το δούμε. Αυτός που χρησιμοποιεί τις συγκοινωνίες να πληρώνει το εισιτήριό του, ο άλλος του χρησιμοποιεί τους δρόμους να πληρώνει τέλη και διόδια, όπως ακριβώς πληρώνουμε για το νερό, το ρεύμα και τη θέρμανση του σπιτιού μας».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εγώ προέβλεψα και το μέλλον!

Το «δεν πληρώνω», έλεγα, «εκτός τού ότι μεταφέρει τα βάρη στους άλλους, καλλιεργεί και ένα νέο ήθος, έναν νέο τρόπο συμπεριφοράς που πιθανότατα να οδηγήσει σε μελλοντικές περιπέτειες.

Πότε; Όταν ο καθένας θα αποφασίζει μόνος του ποια από τις δημόσιες υπηρεσίες και παροχές θα πληρώνει και ποια όχι. Και τότε θα τρέχουμε όλοι!»

Οι μελλοντικές περιπέτειες είναι εδώ!
Τις βλέπουμε στο πεδίο μάχης των ΜΜΜ της Αθήνας. Πολλά από τα «παιδιά» που μάχονται (με το μυαλό τους) εκεί ήταν πριν από τέσσερα πέντε χρόνια πραγματικά παιδιά. Που γοητεύτηκαν από τις «ιδέες» και τους «αγώνες» των… «δεν πληρώνω».

Και τώρα την πληρώνουμε όλοι μαζί!

 Το μπάχαλο μέσα μας!

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

170220 ΕΠΩΝΥΜΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Ονόματα, ονόματα, ονόματα…

Το έχουν αυτό οι επαρχιακές πόλεις και η δική μας δεν μπορεί να ξεφύγει από τον κανόνα. Λίγο πολύ, όλοι γνωριζόμαστε. Πράγμα που δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό, εκτός αν περάσουμε σε υπερβολές.

Υπάρχει ένα χαρακτηριστικό «κλίμα» που μπορεί μερικές φορές να πνίγει τους κατοίκους αυτών των πόλεων, δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε και εκείνες κατά τις οποίες λειτουργεί ως συνεκτικός ιστός της κοινωνίας και των μελών της.

Ο κοινωνικός «έλεγχος», δηλαδή η συνειδητή αλλά συχνότερα υποσυνείδητη λογοδοσία σε γνωστούς και φίλους είναι η σημαντικότερη αιτία που συγκρατεί τους κατοίκους μικρών πόλεων από το να κάνουν… του κεφαλιού τους.

Ξέρουν όχι μόνο ότι το πράγμα θα μαθευτεί γενικώς, αλλά ότι θα έχουν να αντιμετωπίζουν καθημερινά και τα (επι)κριτικά βλέμματα των συμπολιτών τους, κυρίως όμως των πολύ δικών τους ανθρώπων. Διότι αυτοί θα πρέπει επίσης να λογοδοτούν για λογαριασμό τους.

Δεν θα ξεχάσω τον τρόπο με τον οποίο ένας σοφός γέροντας επέπληξε κάποιον γνωστό του που είχε μπλέξει με τον τζόγο: «Καλά, τον πατέρα σου δεν το σκέφτεσαι. Τα παιδιά σου όμως, τα οποία μαθαίνω ότι είναι και άριστα; Τι θέλεις να λένε αύριο γι’ αυτά; Τα παιδιά του κουμαρτζή;»

Θυμάμαι επίσης έναν φίλο που σχολίαζε το γεγονός πολιτικών από ξένο τόπο που πολιτεύονται στην πόλη μας: «Ποιοι είναι αυτοί που δεν ξέρουμε από πού κρατάει η σκούφια τους; Αν είναι Δραμινός ο άλλος και δεις ότι κάνει κάτι στραβό, τον σταματάς στον δρόμο και του λες τι πράγματα είναι αυτά, θα το πω στον πατέρα σου!»

Ναι, μέχρι αυτού του σημείου μπορεί να φτάσει ο κοινωνικός έλεγχος. Να πάψει δηλαδή να λειτουργεί υπογείως και να γίνει ευθύς και άμεσος. Όπως είπαμε όμως, αυτό κάποιους τους πνίγει.

Άλλοι, πάλι, αδιαφορούν τελείως. Ή νομίζουν ότι δεν τους ενδιαφέρει, μέχρι να ανακαλύψουν ότι ζούσαν σε μια αυταπάτη. Διότι έρχεται η στιγμή που τα πράγματα σοβαρεύουν και τότε καταλαβαίνουν ότι η γνώμη των άλλων έχει ιδιαιτέρως βαρύνουσα σημασία γι’ αυτούς.

Η γνώμη των άλλων. Η οποία όμως, προκειμένου να διαμορφωθεί, χρειάζεται την κατάλληλη πληροφόρηση. Κι εδώ είναι που γίνονται τεράστια σφάλματα.

Το άλλο πουλάκι:
Ονόματα, ονόματα, ονόματα…

Ο καθένας τα ακούει και τα μεταφέρει με τεράστια ευκολία, εντελώς αβασάνιστα, χωρίς να σκεφτεί κάτι τρομερά σοβαρό. Πίσω από αυτά κρύβονται πρόσωπα και οικογένειες! Κρύβονται άνθρωποι που έχουν ο καθένας την ιστορία του.

Που, για να φτιάξουν αυτό το όνομα, χρειάστηκε να μοχθήσουν, να δώσουν αγώνα ετών, προκειμένου να βρουν τη θέση που τους αξίζει μέσα στην τοπική κοινωνία. Πώς, λοιπόν, μπορείς να το περιφέρεις… «ανά τας ρύμας και τας οδούς» με τέτοια ευκολία;

Υπάρχουν δυο ειδών προσεγγίσεις που είναι λάθος και οι δύο. Η πρώτη περιγράφεται με τη φράση «για μένα γιατί δεν είπε κανένας τίποτε». Που βασίζεται στο γνωστό λάθος «όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά».

Η δεύτερη ταιριάζει περισσότερο με το ανέκδοτο που λέει «εσείς σκοτώστε τους όλους και ο Θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του από τους άλλους». Δηλαδή, πες τώρα σε γνωστούς και φίλους όποιο όνομα μαθαίνεις και στο τέλος θα αποκαλυφθεί αν έπεσες μέσα.

Πώς όμως θα αποφύγουμε τον πειρασμό της αναμετάδοσης όσων ακούμε; Πόσο εύκολο είναι να κλείσεις τα αφτιά σου σε κουτσομπολιά και διαδόσεις και πόσο απλό να αντισταθείς στον πειρασμό να μεταφέρεις όσα άκουσες;

Υπάρχουν δυο τρόποι για να το πετύχεις. Ο πρώτος είναι να μην το συζητάς καθόλου, να μην συμμετέχεις σε τέτοιες κουβέντες ούτε ως ακροατής, ούτε ως ομιλητής. Πράγμα πολύ δύσκολο, έως ακατόρθωτο.

Ο δεύτερος τρόπος είναι να δεις το θέμα όχι ως ένα φαινόμενο που αφορά κάποιους νέους ή τις οικογένειές τους, αλλά συνολικά την τοπική κοινωνία. Δικά μας παιδιά είναι κι αν οδηγήθηκαν στις «ουσίες» σημαίνει ότι κάτι δεν κάναμε καλά όλοι εμείς.

Εξάλλου υπάρχει και η άποψη που λέει ότι ο μόνος λόγος που εμείς οι μεγαλύτεροι… πέφτουμε από τα σύννεφα είναι επειδή έχουμε χάσει την επαφή με τον κόσμο της νεότητας και τον τρόπο με τον οποίο αυτή «διασκεδάζει».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Γιατί οι νέοι δεν εξεπλάγησαν;

Για τον ίδιο λόγο που κι εμείς στην ηλικία τους δεν θα μέναμε με ανοιχτό το στόμα, αν ακούγαμε για φίλους και γνωστούς που ξέραμε καλά ότι οι απολαύσεις τους εκτείνονταν πέρα από ένα συνηθισμένο ποτό κι ένα απλό τσιγάρο.

Οι γονείς μας όμως;
Θυμάμαι ακόμη τη μητέρα ενός φίλου -γειτονόπουλα και φίλοι ήμασταν- όταν ανακοινώθηκε ότι ο γιος της συνελήφθη με χασίς. Τα μαλλιά της άσπρισαν μέσα σε λίγες μέρες!

Τώρα είμαστε εμείς γονείς, ενώ τα παιδιά μας είναι αυτά που ξέρουν τι συμβαίνει σε ορισμένες παρέες, το βλέπουν, το συζητάν, κάποια στιγμή μπορεί να μπαίνουν και στον πειρασμό να ακολουθήσουν…

Υπάρχει, λένε, μια ποιοτική αλλά και ποσοτική διαφορά ανάμεσα στις δυο εποχές. Πάντοτε όμως οι νέοι είναι πιο… προχωρημένοι. Το ζήτημα είναι τι κάνουμε εμείς οι μεγαλύτεροι για να τους δείξουμε έναν διαφορετικό δρόμο.

Προς θεού, δεν θέλω να υποστηρίξω ότι άνθρωποι που… ψηφίζουν έχουν το ακαταλόγιστο και δεν πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνοι για τις επιλογές τους. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει εμάς, ως πιο ώριμα μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας, από τις δικές μας ευθύνες.

Κάποια στιγμή πρέπει να αρχίσουμε να τις συζητάμε.
Από κάτω απ’ το ραδίκι!



Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

170217 ΧΟΡΗΓΟΥΜΕΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Καιρό έχουμε να μιλήσουμε για τα του οίκου μας.

Εννοώ με τη στενή τοπική έννοια, αφού για τα πουλάκια, ιδίως αν αυτά έχουν το χάρισμα να ταξιδεύουν, δεν υπάρχει τόπος ΤΟΥΣ, έτσι θα μπορούσαν να ονομάσουν οποιοδήποτε μέρος της χώρας ή του κόσμου.

Μια όμως και η φωλίτσα μας είναι στα ΧΡΟΝΙΚΑ και αυτά είναι εφημερίδα της Δράμας, ε, όλο και κάτι περισσότερο μπορούμε να αισθανόμαστε γι’ αυτή την πόλη. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι πρόκειται να αποκτήσει μια «πράσινη γέφυρα» και αυτό μας χαροποιεί ιδιαιτέρως.

Μας αρέσει πολύ και το πράσινο και η γέφυρες, οπότε ο συνδυασμός φαντάζομαι ότι θα είναι κάτι πολύ όμορφο και χρήσιμο για την πόλη. Υπάρχει βεβαίως ένα θέμα που πρέπει να λυθεί. Τίνος έργο είναι αυτή η «πράσινη γέφυρα»;

Μέχρι να λυθεί, επιτρέψτε μου να πω πόσο μικροπρεπές θεωρώ το να μην αναγνωρίζει κανείς τη συμβολή των άλλων, ακόμη κι αν αυτή είναι μικρή ή ασήμαντη, στην πραγματοποίηση ενός έργου.

Δηλαδή τι το κακό έχει να πεις «ναι, κάποιος άλλος το ξεκίνησε, ένας δεύτερος συνέβαλε στην πρόοδό του και ήρθα εγώ και το ολοκλήρωσα». Μια τέτοια παραδοχή μειώνει καθόλου τη δική σου συνεισφορά; Ίσα ίσα που σε δείχνει… αρχοντάνθρωπο!

Απεναντίας, όταν προσπαθείς να αποσιωπήσεις τη συμβολή των υπολοίπων και να παρουσιάσεις το σύνολο ως δικό σου επίτευγμα, μόνο ανασφαλής δείχνεις και τίποτε… λιγότερο. Θα μου πείτε, πόσους πολιτικούς ξέρεις που να μην είναι ανασφαλείς;

Ας τα αφήσουμε όμως αυτά κι ας έρθουμε λίγο στην ουσία αυτού του έργου, της «πράσινης γέφυρας». Ξέρετε, οι γέφυρες μπορεί να έχουν μια αυτοτελή αξία, αποκτούν όμως λόγο ύπαρξης από τα μέρη τα οποία ενώνουν.

Η γέφυρα αυτή θα ενώνει τον Δημοτικό Κήπο με το πάρκο των πηγών της Αγίας Βαρβάρας. Λυπάμαι που το λέω, όμως έχω την εντύπωση –και να είστε βέβαιοι πως δεν είμαι ο μόνος- πως, εδώ και χρόνια, ούτε ο Δημοτικός Κήπος είναι… κήπος, ούτε οι πηγές της Αγίας Βαρβάρας διαθέτουν… πάρκο.

Και οι δύο αυτοί χώροι μοιάζουν εγκαταλελειμμένοι στη μοίρα τους, με εκείνον του Δημοτικού Κήπου να δέχεται τα μεγαλύτερα και πιο σκληρά χτυπήματά της. Κρίμα, διότι μιλάμε για περιοχές που διαθέτουν φυσικό κάλλος και προδιαγραφές που θα μπορούσαν να τις κατατάξουν στα πιο όμορφα αστικά πάρκα της χώρας.

Ας ελπίσουμε ότι, με αφορμή την «πράσινη γέφυρα», κάποιοι εκεί στον Δήμο θα ντραπούν -με την κυριολεκτική σημασία της λέξης- και θα προσπαθήσουν να βελτιώσουν και τα δύο αυτά σημεία εγκατάλειψης που θα ενώνει.

Το άλλο πουλάκι:
Μια όμως που μιλάμε για τον Δήμο…

Απασχόλησε πολύ τις προηγούμενες ημέρες τον εκπαιδευτικό κόσμο αλλά και πολλούς γονείς, η ομολογία πως «άλλα λεφτά για τα σχολεία δεν υπάρχουν». Ομολογία που μπορεί να έγινε «φόρα παρτίδα», όπως όμως είναι φυσικό συνοδεύτηκε από μια αστεία δικαιολογία:

«Φέτος ο χειμώνας ήταν πιο βαρύς και πέσαμε έξω»!
Και λοιπόν; Το πρώτο που θα μπορούσε να πει κανείς είναι πως πέρσι ο χειμώνας ήταν πολύ ελαφρύς, άρα έπρεπε να έχουμε αποθέματα… δυνάμεων.

Ας το αφήσουμε όμως αυτό κι ας μιλήσουμε επί της ουσίας. Καλώς ή κακώς, οι Δήμοι έχουν αναλάβει μια υποχρέωση, τη θέρμανση και την προμήθεια υλικών για τη λειτουργία των σχολείων, και οφείλουν να ανταποκρίνονται στοιχειωδώς. Ο δικός μας, για να μην τον αδικούμε, μέχρι στιγμής τα κουτσοκαταφέρνει.

Το να λένε στους Διευθυντές «ζητείστε από τους γονείς να βάλουν το χέρι στην τσέπη», ή να τους προτείνουν ως λύση «ψάξτε να βρείτε χορηγούς» είναι τουλάχιστον ανεύθυνο. Για να μην πω κάτι πιο βαρύ.

Αφήνω στην άκρη το γεγονός ότι οι γονείς βάζουν το χέρι στην τσέπη κάθε χρόνο και πιο βαθιά. Όμως, όταν στην παιδαγωγική σχέση υπεισέρχεται μια σχέση «δούναι λαβείν», τότε δεν χάνεται ένα μεγάλο μέρος της υπόστασής της;

Όσο για τους χορηγούς… Πέραν του γεγονότος ότι πολλά σχολεία εξοπλίζονται ήδη από τέτοιους, είναι η αναζήτησή τους έργο ανθρώπων που σπούδασαν κάτι άλλο από μάνατζμεντ και οικονομικά;

Τι θέλω να πω με αυτά. Ακόμη κι αν οι προϋπολογισμοί έπεσαν έξω -που δεν θα έπρεπε-, ακόμη κι αν η αναζήτηση πόρων από άλλες πηγές κρίνεται απαραίτητη, μήπως ΚΑΙ αυτό είναι δουλειά του Δήμου, δουλειά που πάει να τη φορτώσει σε πλάτες άλλων;

Παρακολουθήστε το συλλογισμό μου: Οι γονείς στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο… υποχρεωτικά -έτσι λέει ο νόμος. Από την άλλη πάλι, ένα σωρό δημότες συμμετέχουν σε διάφορους πολιτιστικούς συλλόγους και αθλητικά σωματεία εντελώς προαιρετικά.

Δεν είναι αστείο να ζητά ο Δήμος -μέσω των εκπαιδευτικών, μάλιστα- λεφτά από τους γονείς, προκειμένου να λειτουργήσει τα σχολεία, ενώ από την άλλη χρηματοδοτεί τους πολιτιστικούς συλλόγους και τα αθλητικά σωματεία για… να κάνουν κάποιοι το κέφι τους;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Είναι θέμα προτεραιοτήτων!

Δεν λέω και ο αθλητισμός καλός είναι και κάποιοι πολιτιστικοί σύλλογοι προσφέρουν σημαντικότατο έργο στην τοπική κοινωνία. Όταν όμως δεν υπάρχει η πολυτέλεια να χρηματοδοτηθούν επαρκώς και αυτοί και τα σχολεία, τότε με ποιο κριτήριο ο Δήμος ιεραρχεί το πού θα δώσει έκτακτη βοήθεια;

Και, δεν είναι πιο λογικό να προτρέπει τους συλλόγους και τα σωματεία να αναζητούν χορηγούς ή να καλούν τα μέλη τους -που στο κάτω κάτω κάνουν ένα «χόμπι»- να βάλουν το χέρι στην τσέπη, παρά να το ζητά από τα σχολεία και τους γονείς, μάλιστα μέσω των εκπαιδευτικών;

Δεν είμαστε δημοσιογράφοι -εμείς συζήτηση μαζί σας κάνουμε- όμως καλό θα ήταν να ψάξει κάποιος, ή να ζητήσουν και να μάθουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί, πόσα χρήματα πηγαίνουν σε κάτι άλλους «κωδικούς», που θα μπορούσαν μια χαρά αξιοποιηθούν για τα σχολεία.

Για την -όπως τη λένε όλοι οι πολιτικοί- «πρώτη προτεραιότητα»!
 Μάθε παιδί μου… τσάμικο!

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

170216 ΘΕΡΙΑΚΛΗΔΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Μάθε τέχνη κι άστηνε…

Λένε ότι καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή κι εγώ θέλω να συμπληρώσω… ιδιαίτερα όταν αφήνει ικανοποιητικά κέρδη. Τότε μπορούν να την κάνουν όλοι, χωρίς να αισθάνονται τύψεις ή να ντρέπονται. Ακόμη κι αν αυτή στηρίζεται στην αφέλεια των υπολοίπων, την οποία εκμεταλλεύεται.

Την έκανε και ο Ζουράρις! Παλαιότερα όμως, διότι τώρα πέρασε καιρός που έχει να ασχοληθεί και την ξέχασε, λέει. Ασφαλώς θα αναρωτηθήκατε καθώς τον ακούγατε: Είναι δυνατόν να ξεχάσει κανείς να «διαβάζει»;

Βεβαίως και είναι. Μη παρασύρεστε από το διάβασμα των ελληνικών λέξεων που δεν το έχουν εγκαταλείψει ακόμη κι εκείνοι που έχουν να ανοίξουν βιβλίο από τα μαθητικά τους χρόνια. Διότι κι αυτοί ακόμη πάλι κάτι διαβάζουν, έστω κι αν είναι τα μηνύματα στο κινητό.

Σκεφθείτε όμως όλους εκείνους που είχαν μάθει στα παιδικά τους χρόνια να διαβάζουν… ας πούμε παρτιτούρες μουσικής και αργότερα τα παράτησαν. Ε, είναι πολύ δύσκολο πλέον να πάρουν μπροστά τους μια τέτοια και να αρχίσουν να τη διαβάζουν.

Θα μου πείτε είναι το ίδιο να διαβάζεις μουσική και το ίδιο να… λες το φλιτζάνι; Διότι γι’ αυτό το «διάβασμα» μιλάμε. Δεν είναι ακριβώς το ίδιο, όμως σκεφθείτε ότι και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για τέχνη. Και μάλιστα υψηλή.

Είμαι βέβαιος ότι ο κύριος Ζουράρις την ασκούσε με ανεπτυγμένο αίσθημα ευσυνειδησίας, όπως απαιτεί ένα τέτοιο λειτούργημα. Όπως κι εκείνος ο φίλος μου -νομίζω σας έχω ξαναπεί την ιστορία- που έγραφε τα ζώδια σε κάποιο περιοδικό, όταν σπούδαζε, τη δεκαετία του ’80.

Προκειμένου να είναι βέβαιος ότι χρησιμοποιεί το κατάλληλο γλωσσικό επίπεδο ύφους που απαιτούσε η ειδική εκείνη περίσταση επικοινωνίας, έπαιρνε και «αντέγραφε» παλαιότερες προβλέψεις από άλλους, έγκριτους (ΧΑ!) αστρολόγους, μόνο που άλλαζε τα ζώδια, ώστε να περιορίσει την πιθανότητα να έχει διαβάσει κάποιος το δικό του και να το θυμηθεί.

Έτσι είναι αυτά τα «μαγικά» κόλπα. Το πιο σημαντικό είναι να ξέρεις πώς να τα σερβίρεις. Κυρίως να μην αφήσεις ούτε στιγμή τον άλλο να αμφιβάλει ότι δεν είσαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό που κάνεις. Είναι δηλαδή ένα πράγμα σαν την πολιτική.

Έτσι και σε πάρει είδηση ο πελάτης ή ο ψηφοφόρος ότι πας ψάχνοντας και δεν έχεις ένα σχέδιο, τότε τον έχασες. Είδατε τι έγινε μόλις κατάλαβαν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ ότι η βεβαιότητα «ούτε μία στο εκατομμύριο» ήταν απλώς προεκλογική επίδειξη σιγουριάς και αυτοπεποίθησης.

Το άλλο πουλάκι:
Γιατί όμως σας τα λέμε όλα αυτά;

Διότι μόλις πληροφορηθήκαμε για την ανάπτυξη μιας νέας εφαρμογής, η οποία -δεν το μαντέψατε- …λέει το φλιτζάνι! Μέσα μάλιστα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα -αυτό σωστά το μαντέψατε- έχει γίνει ανάρπαστη.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που θέλουν να μάθουν τι τους ξημερώνει. Ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, που θέλουν να ακούσουν ότι τους ξημερώνει κάτι άλλο από αυτό που περιμένουν, που είναι βέβαιοι ότι θα τους συμβεί.

Διότι, όλες αυτές οι «μαντικές» προβλέψεις μιλούν μόνο για τα ευχάριστα που πρόκειται να έρθουν. Και μάλιστα με όσο πιο εντυπωσιακό τρόπο παρουσιάζονται αυτά με τόσο μεγαλύτερη ευχαρίστηση γίνονται δεκτά.

Πώς το είπε ο Φλαμπουράρης; «Θα δείτε μια ανάπτυξη που θα τρίβετε τα μάτια σας»! Όχι απλώς ότι θα βελτιωθεί η οικονομία, ότι τα πράγματα θα πάνε προς το καλύτερο, αλλά ότι θα τρίβουμε τα μάτια μας.

Έτσι όμως το «θύμα» τσιμπάει και… ξηλώνεται ολοένα και περισσότερο. Αφήστε που είναι πρόθυμο να δεχτεί να κάνει κι ένα σωρό υπερβολές, παραχωρήσεις ή ανοησίες, να δεχτεί ακόμη και εξευτελισμούς, έτσι και πειστεί ότι όλα αυτά είναι απαραίτητα για να αλλάξουν τα πράγματα.

Αυτό είναι βέβαια το επόμενο βήμα. Το φλιτζάνι είναι ένα αθώο ξεκίνημα, κάτι για να περνάει ευχάριστα και η ώρα, να λέμε και κανένα καλαμπούρι, να γελάμε. Διότι έτσι και η φλιτζανού έχει το χάρισμα να τα λέει καλά, πράγματι είναι μια ευχάριστη διασκέδαση.

Να τα λέει καλά!
Δεν εννοώ να προλέγει το μέλλον, ούτε να δίνει συμβουλές για σοβαρά ζητήματα, αλλά να έχει εκείνο το χάρισμα –περί χαρίσματος πρόκειται- να σε παραμυθιάζει με γουστόζικα και ευφυή μαντέματα.

Όταν και το κοινό είναι κατάλληλο, έτσι; Δηλαδή δεν τα παίρνει όλα αυτά στα σοβαρά αλλά στο επίπεδο της πλάκας. Διότι, όπως έλεγε κι ένας πολέμιος τέτοιων πρακτικών, εγώ να δεχτώ ότι ο άλλος έχει χάρισμα να προλέγει τα μελλούμενα.

Αυτό ας πούμε ότι μπορεί να γίνει πιστευτό. Όχι όμως να πιστέψω ότι αυτά τα μελλούμενα είναι γραμμένα στο φλιτζάνι ενός καφέ!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Να που η Ελλάδα εξάγει!

Η εφαρμογή που διατίθεται εδώ και κάτι μήνες και χρησιμοποιείται ήδη από χιλιάδες θεριακλήδες του καφέ -και ανυπόμονους να γνωρίσουν το μέλλον- είναι διαθέσιμη, εκτός από τα ελληνικά, στα αγγλικά, τα τούρκικα και τα αραβικά.

Εκτός από τη χώρα μας, υπάρχουν χρήστες στην Κύπρο, στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στην Αυστραλία, στην Αγγλία και στην Γερμανία. (Η σειρά δεν είναι αξιολογική, ούτε έχει σχέση με φιλικά ή εχθρικά αισθήματα προς τις συγκεκριμένες χώρες.)

Μπράβο, λοιπόν, στον κύριο Κώστα Κούκουλη -είναι και Θεσσαλονικιός- που την σκέφτηκε και την ανέπτυξε. Μπράβο, διότι διαθέτει ευρείς ορίζοντες και δεν περιόρισε την ιδέα του στον στενό του κύκλο, να διαβάζει, ας πούμε, η εφαρμογή τον… φραπέ.

Περισσότερο μπράβο του γιατί φαίνεται πως την έχει δει σωστά, αφού ο ίδιος δηλώνει πως η εφαρμογή έρχεται να καλύψει την ανάγκη των περισσοτέρων «να ακούσουν έναν καλό λόγο, να έχουν μια μορφή υποστήριξης στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν».

Έτσι μάλιστα!
 Σε ηλεκτρονικό… χοντρό φλιτζάνι! 

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

170215 ΦΟΡΟ-ΛΟΓΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Νόμιμο και ηθικό!

Τελικά αυτή η φράση έμεινε παροιμιώδης. Μπορούμε να τη χρησιμοποιούμε είτε όπως την πρωτοακούσαμε δημοσίως -«ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό»- είτε σε διάφορες παραλλαγές, καθώς ταιριάζει σχεδόν σε κάθε συζήτηση.

Να, ας πούμε στην προσπάθεια των πολιτών να πληρώσουν όσο το δυνατόν λιγότερους φόρους, να αποφύγουν δηλαδή την υποχρέωσή τους προς την πολιτεία που, κανονικά, προκύπτει τόσο από τον νόμο όσο και από την ηθική.

Είναι όμως έτσι; Διότι, τα τελευταία χρόνια, ακούω όλο και περισσότερες φωνές που αμφισβητούν όχι μόνο την ηθική υποχρέωση του πολίτη να είναι εντάξει απέναντι στις φορολογικές του υποχρεώσεις, αλλά και… αυτή ταύτη τη νομική του υποχρέωση.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Υπήρχαν (από) ανέκαθεν πολίτες που υποστήριζαν ότι, ζώντας στο κράτος που λέγεται Ελλάδα, κακώς πληρώνουμε φόρους. Το επιχείρημά τους ήταν ότι οι υπηρεσίες που απολαμβάνουμε έναντι αυτών είναι ανύπαρκτες.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια κακή δικαιολογία, ένα άλλοθι για να φοροδιαφεύγουν, αλλά και να αποφεύγουν όχι μόνο όσους τους κατέκριναν, αλλά και κάποιες πιθανές τύψεις της συνείδησής τους.

Δικαιολογία, διότι η φορολόγηση των πολιτών, πέρα από την προφανή ανταποδοτικότητα, σχολεία, νοσοκομεία, δρόμοι κ.λπ., εκείνο που κυρίως εξασφαλίζει είναι η εγγύηση από το κράτος ενός κανονιστικού πλαισίου, προκειμένου αυτό να λειτουργεί και να είναι τέτοιο, δηλαδή κράτος.

Πρωτίστως δηλαδή, και πέρα από τον δρόμο στον οποίο μπορεί να κινείται ένα αυτοκίνητο που αποκτήθηκε με φοροδιαφυγή, το κράτος εξασφαλίζει στον ιδιοκτήτη του τη σιγουριά ότι εγώ δεν θα πάω και θα του το αρπάξω με το ζόρι.

Δηλαδή το γεγονός ότι δεν είμαστε ζούγκλα ή Φαρ Ουέστ, όπου το πιο γρήγορο πιστόλι θα επέβαλε τους νόμους σύμφωνα με τις επιθυμίες του, οφείλεται και στο ότι πληρώνουμε (όσοι και όσο πληρώνουμε) τους φόρους μας.

Ίσως αυτό να είναι και ο λόγος που, στο δικό μας κράτος, έχει επικρατήσει η άποψη (με τεράστια ευθύνη και της Αριστεράς) ότι οι φόροι δεν είναι ένα σύστημα ανταποδοτικότητας, αλλά μια… τιμωρία που επιβάλλεται από την κοινωνία στους πλούσιους και τους έχοντες.

Το άλλο πουλάκι:
«Τιμωρείται το επιχειρείν»!

Δεν είναι τυχαίο ότι, τα τελευταία κυρίως χρόνια, ακούγονται τέτοιου είδους φωνές, που ερμηνεύουν και το γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις μεταναστεύουν εκτός συνόρων, όπου υπάρχει ένα πιο ευνοϊκό φορολογικά κλίμα.

«Γιατί να τιμωρηθώ;»
Αν το θέσεις έτσι το ερώτημα, τότε μπορείς να βρεις ένα σωρό δικαιολογίες για να αποφύγεις, στο βαθμό που μπορείς, την τιμωρία, δηλαδή τους φόρους που σου αναλογούν.

Μια πολύ ωραία δικαιολογία που άκουσα προσφάτως είναι πως το κράτος, κάνοντας προφανώς λάθος στους υπολογισμούς του, έβγαλε πλεόνασμα, δηλαδή μάζεψε από φόρους περισσότερα από όσα είχε (προ)υπολογίσει.

Αυτά όμως, αντί να τα επιστρέψει σε εκείνους από τους οποίους τα πήρε, σε όσους δηλαδή πλήρωσαν φόρους, τα χρησιμοποίησε για να κάνει «κοινωνική πολιτική», χωρίς μάλιστα εισοδηματικά κριτήρια.

Δηλαδή μοιράζοντάς τα ακόμη και σε πολίτες με μεγαλύτερη οικονομική άνεση από εκείνους που φορολογήθηκαν για να δημιουργηθεί το πλεόνασμα που προέκυψε και έγινε ψηφοθηρικό «δώρο».

Προσωπικά δεν συμφωνώ με αυτή τη λογική. Ούτε με εκείνη που λέει ότι, από τη στιγμή που έπαψε να λειτουργεί η αρχή της ανταποδοτικότητας, που το κράτος δηλαδή δεν ανταποκρίνεται στοιχειωδώς στις υποχρεώσεις του, καλύτερα να μην πληρώνουμε φόρους.

Μιλήσαμε όμως προηγουμένως όχι μόνον για την αμφισβήτηση της ηθικής υποχρέωσης στη φορολογία, αλλά ακόμη και της νομικής. Υπάρχουν δηλαδή επιχειρήματα που βλέπουν μια «νομιμοποίηση» της φοροδιαφυγής.

Πώς γίνεται αυτό; Απλούστατα! Από το ίδιο το γεγονός ότι το κράτος σε υποχρεώνει (σου δίνει το δικαίωμα!) να δικαιολογήσεις όχι το σύνολο των εισοδημάτων σου, αλλά μόνο ένα 10%, αν αυτό είναι μέχρι 10.000 ευρώ και 15% από εκεί μέχρι τις 30.000 ευρώ.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι σου λέει δηλαδή, σε απλά ελληνικά;

Πήγαινε και κάνε δαπάνες ή αγορές με πλαστικό χρήμα μέχρι ενός ποσοστού των εσόδων σου και το υπόλοιπο 85-90% μπορείς να το παζαρέψεις άνετα με εκείνον που επιθυμεί να φοροδιαφύγει.

Αυτό θα είχε νόημα σε ένα, ας πούμε, κανονικό κράτος, όπου οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν και είναι δύσκολο σε κάποιον ακόμη και να σκεφτεί να φοροδιαφύγει. Σε κράτη όμως σαν το δικό μας, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί.

Εδώ, μια πολύ καλή λύση θα ήταν να δοθούν κίνητρα στον πολίτη να λειτουργήσει ο ίδιος σαν όργανο του κράτους, ελέγχοντας, με έναν απλό τρόπο, όσους φοροδιαφεύγουν. Με το κίνητρο, δηλαδή την υποχρέωση, να πληρώνει (μόνο) ηλεκτρονικά.

Για το σύνολο των εξόδων του! Απλή αριθμητική: Πόσα έσοδα είχες, φίλε; Πόσα από αυτά ξόδεψες -αποδεδειγμένα και μάλιστα ηλεκτρονικά- σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών; Για τα υπόλοιπα θα φορολογηθείς.

Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε το κράτος να βάλει χέρι και σε όσους εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους στις επιχειρήσεις τους, προσφέροντάς τους μαύρη εργασία. Διότι και αυτοί θα έπρεπε να παρουσιάσουν έξοδα, προκειμένου να χτίσουν το δικό τους αφορολόγητο.

Τότε θα είχαμε και κανονικές προσλήψεις και κανονική απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού κι αυτές θα ήταν έξοδα που θα εξέπιπταν φορολογικά.

Με τη μετατροπή δηλαδή του πολίτη σε ελεγκτικό όργανο της πολιτείας, εννοείται με το αζημίωτο για εκείνον, κερδίζουμε όλοι. Όλοι εκτός από εκείνους που έχουν λόγο να φοροδιαφεύγουν.

Ε, ας μην τους δίνουμε και επιπλέον κίνητρα, αλλά και δικαιολογίες, για να το κάνουν!
 Απλά μαθηματικά!