ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

170119 ΣΠΑΣΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Θέλει μεγάλη όρεξη για ψάξιμο!

Μερικές από τις πιο όμορφες ιστορίες που έχω ακούσει είναι ιστορίες λέξεων. Από πού κρατάει η σκούφια τους, πώς ξεκίνησαν και πόσο μακριά έφτασαν; Παρ’ όλο που η (ετυμολογική) ιστορία μιας λέξης μπορεί να περιλαμβάνει και πολλά αυθαίρετα στοιχεία, ποτέ δεν παύει να είναι ενδιαφέρουσα.

Για να μη σας πω ότι είναι τέτοια εξαιτίας ακριβώς του γεγονότος ότι το ετυμολογικό νήμα που μας οδηγεί στη ρίζα της συχνά κόβεται και δένεται κατά το δοκούν από τους γλωσσολόγους και τους λεξικογράφους.

Τα σκεφτόμουν αυτά καθώς έψαχνα να βρω τι σημαίνει η λέξη «λίμπα» και από πού προέρχεται η τόσο δημοφιλής έκφραση που την περιλαμβάνει: Τα κάναμε λίμπα. Πάντως ο κειμενογράφος δεν την αναγνωρίζει και την μπερδεύει με άλλες όπως λίμπρα, λάμπα, λοιπά, λίμα…

Ωστόσο, η λέξη και η φράση υπάρχει. Είναι μάλιστα γνωστή από παλιά και τη συναντάμε ακόμη και σε τραγούδια όπως το αρχοντορεμπέτικο του 1958 «Άλα της», των Λυκιαρδόπουλου και Φατσέα, με τη Μάγια Μελάγια.

Ώπα, ώπα, γλεντοκόπα / με ακορντεόν και με βιολιά /
κάν’ τα λίμπα και κολύμπα / στης αγάπης σου την αγκαλιά.

Υπάρχει και στο τραγούδι τού 1969 «Έμπαινε Γιώργο» του Καραμπεσίνη, με τον Γιάννη Ντουνιά, όπως και στο σύγχρονο «Ο τιμονιέρης» του Αλκίνοου Ιωαννίδη, πάντα σε ρίμα με το… κολύμπα. Και σε αρκετά άλλα τραγούδια πάντοτε με τη γνωστή σημασία σπάζω και ρημάζω τα πάντα.

Πράγμα που σημαίνει ότι είναι μια φράση την οποία ο μέσος χρήστης της γλώσσας μας καταλαβαίνει πολύ καλά. Τη φράση. Τη λέξη όμως; Τι στο καλό σημαίνει λίμπα; Αν ρωτήσεις κάποιον Βλάχο, μπορεί να σου απαντήσει ότι λίμπα θα πει γλώσσα!

Εξάλλου, στα ρουμάνικα, που έχουν μεγάλη σχέση με τα βλάχικα, είναι γραμμένος και ο εθνικός ύμνος της Μολδαβίας, το «Λίμπρα Νοάστρα», που εξυμνεί –τι πρωτότυπο, αλλά και τιμητικό για εθνικό ύμνο!- τη… γλώσσα της πατρίδας τους.

Το άλλο πουλάκι:
Προφανώς δεν μας καλύπτει αυτή η εκδοχή.

Πιάνουμε, λοιπόν, ένα άλλο νήμα και ξεκινάμε από την αρχή. Η λίμπα, λέει αυτή η εκδοχή, είναι μια δεξαμενή ή ένας λάκκος στον οποίο καταλήγουν υγρά από μια δεξαμενή, για παράδειγμα από ένα ελαιοτριβείο. Το λιμπί, σε κάποιες περιοχές, σημαίνει ακριβώς αυτό.

Προέρχεται από τα ιταλικά limba (= λεκάνη, κοιλότητα εδάφους), που έχει καταγωγή από το υστερολατινικό lembus (σπαν. limbus = μικρό γρήγορο ιστιοφόρο), το οποίο –σωστά το μαντέψατε- προέρχεται από την ελληνικότατη… λέμβο.

Δεν είναι πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία; Από το κοίλο θαλασσινό σκαρί πήγαμε σε μια ιταλική βάρκα, ένα σκάφος που το σχήμα του παραπέμπει σε οτιδήποτε κοίλο, μια λεκάνη, ας πούμε απορροής λαδιού, η οποία, έτσι και πέσεις, μέσα γίνεσαι χάλια.  

Τα κάνω λίμπα, λοιπόν, αρχικά σημαίνει τα λαδώνω, τα λερώνω, τα κάνω άνω κάτω, τα καταστρέφω, τα διαλύω… Και, φυσικά, στο τέλος πληρώνω το λογαριασμό. Εκτός αν ανήκω στους γνωστούς μπαχαλάκηδες, τους αποκαλούμενους και αντιεξουσιαστές -τρομάρα τους.

Τότε μπορώ να τα κάνω λίμπα, χωρίς να πληρώσω τίποτα. Απεναντίας, ίσως θεωρηθώ και ήρωας στα μάτια κάποιων, ένας μαχητής κατά του συστήματος, κατά του κατεστημένου, κατά της εξουσίας, κατά… γενικώς.

Ας αφήσουμε όμως αυτές τις περιπτώσεις, παρ’ όλο που είναι οι πλέον συνηθισμένες και ας δούμε μια ιδιαίτερη τέτοια, όπου εκείνος που τα κάνει λίμπα πληρώνει τη ζημιά και φεύγει για το σπίτι του σαν κύριος.

Πρόκειται για μια επιχείρηση που δημιούργησαν στην Αθήνα ένας άνδρας και μια γυναίκα, προκειμένου να βγάλουν τα προς το ζην. Την ιδέα, που ξεκίνησε από την Ιαπωνία, την είδαν σε ταξίδι τους στην Αργεντινή και σκέφτηκαν να τη μεταφέρουν εδώ.

Πώς λειτουργεί: Ο «πελάτης» ντύνεται με τον απαραίτητο εξοπλισμό, μπαίνει σε ένα ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο, επιλέγει μια μουσική της αρεσκείας του και… αρχίζει να σπάζει ό,τι βρει μπροστά του.

Τι λέτε; Υπάρχουν αρκετοί λόγοι να θέλει ένας σημερινός άνθρωπος, ειδικότερα ένας Αθηναίος, να αξιοποιήσει την ευκαιρία που του δίνει μια τέτοια επιχείρηση; Να σπάσει για να… ξεσπάσει;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπάρχουν ειδικά «πακέτα προσφορών»!

Τα οποία έχουν ετοιμάσει από πριν οι ιδιοκτήτες, αλλά ο καθένας μπορεί να φτιάξει το δικό του σετ, αρκεί να πληρώσει το ανάλογο τίμημα. Από τη μέχρι στιγμής κίνηση φαίνεται ότι το «Λίμπα», έτσι λέγεται η επιχείρηση, πάει πολύ καλά.

Υπάρχουν, λοιπόν, πάρα πολλοί άνθρωποι στον τόπο μας που θέλουν να τα κάνουν λίμπα, όμως μέχρι τώρα οι επιλογές που είχαν ήταν περιορισμένες ή… πανάκριβες. Αν δεν ήθελαν να γίνουν μπαχαλάκηδες, έπρεπε να τα σπάσουν σε κάποιο νυχτερινό κέντρο.

Μπορούσαν ακόμη να… κάνουν λίμπα και το σπίτι τους, όμως εκεί ο λογαριασμός θα ήταν πολύ πιο ακριβός –και δεν εννοώ μόνο την αξία των αντικειμένων, αλλά και τις «επιπτώσεις στη συζυγική γαλήνη».

Θέλετε να κάνω μια πρόβλεψη; Τη βλέπω την ιδέα να εξαπλώνεται με μεγάλη ταχύτητα. Αν κρίνουμε ο καθένας από τον εαυτό μας και από την όλο και μεγαλύτερη συχνότητα με την οποία μας έρχεται η επιθυμία να ξεσπάσουμε κάπου…

Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που διαπιστώνουμε ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής δημιουργεί νέες ανάγκες, αλλά και έξυπνους τρόπους να τις ικανοποιεί. Βεβαίως κάτι αντίστοιχο υπήρχε και σε πιο… πρωτόγονες κοινωνίες, όμως γι’ αυτό θα μιλήσουμε αύριο.
 Μπαμπά, σκέφτηκα να ανοίξω… σπασάδικο!

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

170118 ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΙΖΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Διεργασίες στον χώρο του κέντρου.

Εννοώ του πολιτικού κέντρου. Στις μέρες μας όμως, κέντρο, με την παλιά πολιτική έννοια, δεν υπάρχει. Τα περισσότερα κόμματα αυτοπροσδιορίζονται είτε ως Κεντροδεξιά είτε ως Κεντροαριστερά.

Εκεί που δείχνει να κινείται κάτι τις τελευταίες μέρες είναι ο χώρος της Κεντροαριστεράς. Βεβαίως, στον χώρο αυτό όλο και κάτι κινείται τα τελευταία χρόνια, χωρίς όμως να συμβαίνει τίποτε ουσιαστικό.

Με την ευκαιρία των τελευταίων κινήσεων, δηλαδή κάποιων μεταγραφών, ξεκίνησε μια συζήτηση για το τι μπορεί αυτές να σημαίνουν, με ποια κίνητρα γίνονται, τι επιδιώκει ο καθένας από όσους ζητούν ένα μέρος αυτού του (πολιτικού) του ζωτικού χώρου.

Πριν απ’ όλα όμως είναι καλό να ορίσουμε την έννοια Κεντροαριστερά. Είναι καλό διότι, για πολλούς, αυτός ο χώρος απλώς… δεν υπάρχει. Όπως σχολίασε κάποιος «η λέξη κλειδί είναι το κέντρο...

Η κεντρο-Αριστερά (όπως και οι κεντρο-Δεξιά) είναι ένας χώρος όπου κρύβονται οι νέο-φιλελεύθεροι που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να εξηγήσουν τι ακριβώς είναι και να εδραιώσουν τον δικό τους πολιτικό χώρο».

Έτσι είναι; Δεν νομίζω. Εκεί, λοιπόν, που σκεφτόμουν και προσπαθούσαν να βρω έναν ορισμό, έπεσα πάνω σε κάποιον έτοιμο που μου άρεσε. Είναι του Τάκη Θεοδωρόπουλου από την Καθημερινή. Σας τον διαβάζω:

«Τι είναι η Κεντροαριστερά; Είναι η, ας πούμε, σοβαρή Αριστερά. Μια Αριστερά χωρίς τον λαϊκισμό της κυβερνώσας και χωρίς τον δογματισμό του μουσειακού Κ.Κ. Είναι μια Αριστερά φιλοευρωπαϊκή η οποία έχει απαλλαγεί από το μίσος για τον καπιταλισμό των καταβολών της.

Δεν εναντιώνεται στην παγκοσμιοποίηση, εναντιώνεται όμως στην ανεξέλεγκτη δράση των αγορών, αν και είναι υπέρμαχος των ανοιχτών συνόρων και της ελεύθερης διακίνησης έμψυχων και άψυχων.

Την ενδιαφέρουν το περιβάλλον και η οικολογία, το κοινωνικό κράτος, η υποδοχή των μεταναστών. Υπερασπίζεται τον κοινωνικό φιλελευθερισμό, τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, τις αμβλώσεις, τα δικαιώματα των μειονοτήτων».

Το άλλο πουλάκι:
Κρατήσαμε το ενδιαφέρον κομμάτι.

Παρακάτω όμως ο σχολιαστής κάνει έναν επίσης ενδιαφέροντα διαχωρισμό. Όπως συμβαίνει με πολλά πράγματα, άλλο είναι το νόημα και τα χαρακτηριστικά που έχουν στον υπόλοιπο κόσμο και διαφορετικά εμφανίζονται στη χώρα μας. Είναι η περίφημη ελληνική ιδιαιτερότητα.

Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και με την Κεντροαριστερά. Ακούστε πώς το επισημαίνει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος: «Τι είναι η ελληνική Κεντροαριστερά; Είναι ένα σύνολο από πολιτικούς, πανεπιστημιακούς και εν γένει επωνύμους, οι οποίοι διαφωνούν με τον ΣΥΡΙΖΑ, διότι τον θεωρούν ανίκανο και φαύλο.

Είναι ευρωπαϊστές. Θέλουν να φτιάξουν μιαν άλλη Ευρώπη από τη σημερινή, αγνοώντας όμως ότι στην οικοδόμηση της σημερινής η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά πρωταγωνίστησε.

Δεν είναι εναντίον του καπιταλισμού, είναι όμως εναντίον του οικονομικού φιλελευθερισμού, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ο κοινωνικός φιλελευθερισμός αναπτύχθηκε παράλληλα με τον οικονομικό. Και ότι τα δικαιώματα των μειονοτήτων κερδήθηκαν σε συνθήκες ακραίου καπιταλισμού και φιλελευθερισμού.

Κατηγορεί την Κεντροδεξιά ότι σέρνει μαζί της πολλά βάρη από την παλαιοκομματική Δεξιά, παραγνωρίζοντας τις δικές της διακλαδώσεις με το εθνικολαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ».

Πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή -δεν συμφωνείτε; Είναι μερικές από τις αντιφάσεις που πρέπει να ξεπεράσει όποιος τοποθετεί τον εαυτό του σ’ αυτόν τον χώρο και συγχρόνως να τις συζητήσει με άλλους, αν πραγματικά ενδιαφέρεται για μια συλλογική προσπάθεια.

Αντί όμως να γίνει μια τέτοια σοβαρή συζήτηση με όλους τους ενδιαφερόμενους, εκείνο που συμβαίνει είναι η κουβέντα, μάλλον όχι η κουβέντα, η φαγωμάρα, γύρω από τα ονόματα και τα πρόσωπα.

Ποιος έρχεται, ποιος φεύγει, πώς θα ονομαστεί ο νέος φορέας, ποια ονόματα θα είναι στη «μαρκίζα», με ποια σειρά, ποιοι θα ηγούνται και ποιοι θα ακολουθούν… κοιτάξτε τι γίνεται με τις μεταγραφές. Με τις μεταγραφές που πραγματοποιούνται (και τους όρους με τους οποίους πραγματοποιούνται), κυρίως όμως με εκείνες που… εκκρεμούν.

Τα ερωτήματα που κυριαρχούν στον χώρο (και, εν μέρει, στην κοινωνία) είναι όχι τόσο το τι έκανε ο Γιώργος Παπανδρέου, αλλά τι ΔΕΝ έκανε ο Βενιζέλος και τι αναμένεται να κάνουν οι τρεις πρώην υπουργοί, καθώς και ο Σταύρος Θεοδωράκης.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Η συνταγή είναι απλή.

Για να επιβιώσει (και να προκόψει) ένα κόμμα χρειάζεται τρία κυρίως πράγματα. Έναν ικανό αλλά και με «έξωθεν καλή μαρτυρία» αρχηγό, έναν σωστά δομημένο μηχανισμό που θα τρέξει στην κοινωνία και μερικές ενδιαφέρουσες και ξεκάθαρες πολιτικές απόψεις.

Κανείς από τα πρόσωπα ή τους κομματικούς σχηματισμούς που κινούνται στον χώρο της Κεντροαριστεράς δεν διαθέτει αυτά χαρακτηριστικά στο σύνολό τους. Ικανοί πολιτικοί υπάρχουν, αλλά οι περισσότεροι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Ποιοι θα τραβήξουν το καρότσι;

Υπάρχουν και ενδιαφέρουσες ιδέες, όμως δεν είναι καθόλου ξεκάθαρες και αυτό που λέγαμε προχθές χαριτολογώντας, το «κάτι ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Δημοκρατία», δεν επαρκεί. Είδατε πόσες αντιφάσεις πρέπει να ξεπεραστούν. Με ποιες διαδικασίες;

Από την άλλη, ο απαραίτητος κομματικός μηχανισμός, ακόμη και εκεί που εξακολουθεί να υφίσταται, χρειάζεται ανασυγκρότηση και ανανέωση με άφθαρτα πρόσωπα και νέα στελέχη. Πού θα βρεθούν;

Το κακό είναι ότι όλα τα παραπάνω πρέπει να γίνουν ταυτόχρονα. Και η αναζήτηση ηγετικής φυσιογνωμίας και το ιδεολογικό ξεκαθάρισμα και η ανασύσταση κομματικού μηχανισμού και η στελέχωση με νέα πρόσωπα και…

Εδώ τίθεται ένα θεμελιώδες ερώτημα που δείχνει το μέγεθος της αντίφασης και τη δυσκολία του εγχειρήματος. Αν μπορούσαν να συμβούν όλα αυτά, θα έφτανε ποτέ η χώρα σ’ αυτό το χάλι;
 Κεντρίζουν (ή κεντροαριστερίζουν) 
το ενδιαφέρον μας!

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

170117 ΑΝΕΠΙΔΕΚΤΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Εσείς λέτε πως κατάλαβαν τίποτε;

Όταν χιονίζει στην Αθήνα, ή όταν το θερμόμετρο δείχνει (και) εκεί μερικούς βαθμούς κάτω από το μηδέν, μπορούν λέτε οι Αθηναίοι να μπουν για λίγο στη θέση κάποιων συμπατριωτών τους, που περνούν έτσι όλο τον χειμώνα;

Είπαμε κι άλλη φορά ότι αυτό στην ψυχολογία λέγεται ενσυναίσθηση και αποτελεί μετάφραση του αγγλοσαξονικού όρου «empathy» που, αν τον μεταφράζαμε ως εμπάθεια, θα μπλέκαμε άσχημα με τα νοήματα.

Αυτό διότι η εμπάθεια και ο εμπαθής είναι αρνητικά φορτισμένες έννοιες, που ξεκίνησαν να  έχουν σχέση με το έντονο πάθος και κατέληξαν να σημαίνουν την κακία που προέρχεται μάλιστα από προκατάληψη.

Σε κάθε περίπτωση, η ενσυναίσθηση μπορεί να σημαίνει την κατανόηση της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ένας άλλος, καθώς και των συναισθημάτων από τα οποία διακατέχεται, αλλά και των κινήτρων που οδηγούν τη συμπεριφορά του.

Μπορεί όμως να σημαίνει απλούστερα πως κατανοώ και τον τρόπο ζωής ενός ανθρώπου, τρόπος που είναι πολύ διαφορετικός από τον δικό μου. Είτε επειδή μπορεί να έχει μια πάθηση ή μια αναπηρία, είτε επειδή μπορεί να ζει κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν οι Αθηναίοι συνειδητοποιούν, έστω για λίγο, ότι κάποιοι άλλοι Έλληνες ζουν ολόκληρο το χειμώνα κάτω από τις συνθήκες που βίωσαν αυτοί για καναδυό μέρες. Και ξεσήκωσαν τον κόσμο.

Και, λέω οι Αθηναίοι και όχι κάποιοι άλλοι από τη νότιο Ελλάδα, διότι αυτοί που κυρίως έχει νόημα να συνειδητοποιήσουν τη σημαίνει χειμώνας σε κάποιες από τις βόρειες περιοχές είναι οι πολιτικοί μας. Που είναι όλοι Αθηναίοι!

Να καταλάβουν τι σημαίνει να προσπαθείς να ζεστάνεις το σπίτι σου όλο τον χειμώνα με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Να προσπαθείς να μετακινηθείς τις περισσότερες χειμωνιάτικες μέρες με παγετό. Να προετοιμάζεις κατάλληλα το σπίτι, το αυτοκίνητο, τα ζώα και τα κτήματά σου, ώστε να ξεχειμωνιάσουν μέσα σε δυνατό κρύο…

Τι σημαίνει αυτό σε καθαρά οικονομικό κόστος, αλλά και σε εργατοώρες, τόσο για την καθημερινή διαβίωση, όσο και για την συντήρηση των εγκαταστάσεων και τη συνεχή αποκατάσταση των ζημιών.

Το άλλο πουλάκι:
Τι να καταλάβουν οι άνθρωποι…

Τον κόσμο, έτσι όπως καταντήσαμε, τον αντιλαμβανόμαστε μόνο μέσα από τα δελτία ειδήσεων. Και αυτά, προκειμένου να μας δείξουν πόσο πολύ χιόνισε στην Αθήνα, έστελναν τα τηλεοπτικά συνεργεία στην… Ιπποκράτειο Πολιτεία.

Έχοντας ζήσει αρκετά χρόνια στην Αθήνα, δεν είχα ακούσει ποτέ πριν για Ιπποκράτειο Πολιτεία και μπήκα στον κόπο να ψάξω πού στο καλό βρίσκεται. Τι φαντάζεστε ότι ανακάλυψα;

Ανακάλυψα ότι βρίσκεται στις πλαγιές της Πάρνηθας, πάνω από τις Αφίδνες, στο ύψος δηλαδή περίπου της Μαλακάσας, καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας. Εκεί πήγαιναν τις πρώτες μέρες τα συνεργεία για να μας δείξουν ότι… «στην Αθήνα χιονίζει»!

Πάντως το σουξέ του χιονιού αυτή τη φορά δεν ήταν άλλο από το κλείσιμο των σχολείων για μια εβδομάδα και μάλιστα κολλητά με τις διακοπές των Χριστουγέννων. Δεν έχει ξανασυμβεί να καθίσουν δάσκαλοι και μαθητές (ή μαθητές και δάσκαλοι), τόσες μέρες συνεχόμενα, μέσα στον χειμώνα.

Βέβαια, με το κλείσιμο των σχολείων υπάρχουν πολλά θέματα που κανείς δεν φροντίζει να τα λύσει. Η αρμοδιότητα για την απόφαση έχει εκχωρηθεί στους δήμους, δηλαδή στους δημάρχους, οι οποίοι όμως δεν είναι προϊστάμενοι των εκπαιδευτικών.

Είναι όμως υπεύθυνοι, μέσω των Σχολικών Επιτροπών, για τα οικονομικά των Σχολείων και τη συντήρηση των σχολικών κτηρίων. Δηλαδή για την προμήθεια του πετρελαίου και την αποκατάσταση των ζημιών που μπορεί να προκληθούν από το ψύχος.

Τις οποίες όμως θα προλάβουν, ή θα διαπιστώσουν και θα ενδιαφερθούν για την επιδιόρθωσή τους -ποιοι άλλοι;- οι διευθυντές των σχολείων και οι εκπαιδευτικοί! Πώς μπορεί να γίνει όμως αυτό, αν τα σχολεία είναι κλειστά, άρα κανείς δεν (είναι υποχρεωμένος να) βρίσκεται στη θέση του;

Είδατε τι χαμός έγινε, όταν κάποιος δήμαρχος είπε πως οι εκπαιδευτικοί πρέπει να πηγαίνουν στα σχολεία για να τα προετοιμάσουν ώστε, όταν αυτά ανοίξουν, να είναι έτοιμα να υποδεχτούν τους μαθητές και να λειτουργήσουν αμέσως χωρίς προβλήματα;

Χαμός, διότι σου λέει ο άλλος «ποιος είσαι εσύ που θα μας πεις τι να κάνουμε;» Σωστόν! Ο δήμαρχος δεν έχει καμιά αρμοδιότητα επ’ αυτού. Από την άλλη όμως, δεν είναι και κάπως λογικό αυτό που είπε;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Είναι λογικό, όμως συμβαίνει!
(Σημειώστε την αντίφαση!)

Αλίμονο αν τα σχολεία έμεναν τόσες μέρες και κάτω από τέτοιες συνθήκες χωρίς καμιά επίβλεψή. Οι διευθυντές, με τη συνεργασία των καθαριστριών ή/και του διδακτικού προσωπικού φροντίζουν για το καλύτερο. Αν υπάρχουν εξαιρέσεις είναι ελάχιστες.

Ωστόσο, στο πλαίσιο της σωστής προετοιμασίας που λέγαμε και χθες, δεν θα μπορούσαν όλα αυτά να είναι θεσμοθετημένα, ώστε και σύγχυση αρμοδιοτήτων αν μην υπάρχει και το σύστημα να λειτουργεί καλύτερα;

Κάθε σχολείο να έχει «προσωπικό ασφαλείας», εκπαιδευτικούς που μένουν στη γειτονιά, που μπορούν να φτάσουν σ’ αυτό ακόμη και με τα πόδια, που θα περνούν και θα το επιβλέπουν τις μέρες που είναι κλειστό (που το κλείνει ο δήμαρχος) λόγω κακοκαιρίας.

Από την άλλη, προκειμένου και οι δήμαρχοι να μην χαλάνε τις καρδιές των ψηφοφόρων τους (που δεν ξέρουν πού να αφήσουν τα παιδιά τους, όταν κλείνουν τα σχολεία), να υπάρχει, όπως στο εξωτερικό, μια πάγια διαδικασία.

Με θερμοκρασία κάτω από τόσους βαθμούς, ή με τόσους πόντους χιόνι, τα σχολεία κλείνουν. Τελεία.

Και τα μαθήματα αναπληρώνονται σε κάποια μέρα από τις αργίες. Ξανά τελεία.
 «Τι να καταλάβουμε, οι φτωχοί;»