ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε αργά το βράδυ, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.
Αν είστε βιαστικοί, μπορείτε να μας συναντήσετε μερικές ώρες νωρίτερα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας.


Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

190123 ΕΞΗΓΗΣΙΜΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Να αναζητήσουμε τρόπους…

Κάπως έτσι ολοκληρώναμε τη χθεσινή μας κουβέντα, στην οποία αναφερθήκαμε στις δυο σημαντικότερες «πολιτικές θρησκείες» οι οποίες υπάρχουν στη χώρα μας, εκείνη που χαρακτηρίζεται ως «εθνική» και η άλλη, η «λαϊκή».

Πρέπει να αναζητήσουμε όχι απλώς τρόπους να συνεχίσουν να συνυπάρχουν όπως παλαιότερα, με εντάσεις βέβαια, χωρίς όμως τις σημερινές προσπάθειες αλληλοεξόντωσης, αλλά και τρόπους σύνθεσης.

Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει να κατανοήσουμε πρώτα τι έφταιξε και οδηγηθήκαμε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα. Πώς έγινε δηλαδή και η μια πλευρά να κατηγορεί την άλλη ως φασιστική και εκείνη την πρώτη για εθνική προδοσία.

Νομίζω πως δεν χρειάζεται να πάμε πολύ πίσω, απλώς να επιστρέψουμε στην εποχή κατά την οποία ο λαϊκισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος, μεταξύ των πιστών και των δύο πολιτικών θρησκειών, και… άνθησε.

Μιλώ για την εποχή των αγανακτισμένων, τότε που οι πλατείες γέμιζαν από πολίτες που έβλεπαν καθημερινά να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους και να χάνουν όχι μόνο κεκτημένα, αλλά τον τρόπο ζωής που είχαν μέχρι τότε.

Δεν θα πω πάλι «εμείς τα λέγαμε εκείνες τις δύσκολες μέρες», διότι ένας πολύ καλός φίλος μού επεσήμανε ότι αυτό το κάνω συχνά και δεν ακούγεται τόσο καλά. Τι συνέβη όμως εκείνη την περίοδο;

Φαίνεται πως ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας δεν είχε τη δυνατότητα, ούτε τη διάθεση, να αναλύσει την πραγματικότητα και να δει την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα.

Από την άλλη, οι πολιτικές δυνάμεις εκείνες, αλλά και οι πολιτικοί ηγέτες του τόπου, που είχαν την ευθύνη να καθοδηγήσουν τους πολίτες, δεν το έπραξαν. Προτίμησαν να ανέβουν στο τρένο του λαϊκισμού που περνούσε βιαστικό.

Μάλιστα διαγκωνίστηκαν σκληρά για το ποιος θα καθίσει στη θέση του μηχανοδηγού. Έτσι, αντί να αναζητήσουμε συλλογικά τρόπους εξόδου από την κρίση, αντί να δούμε ψύχραιμα τι έφταιξε, αποδίδοντας και ευθύνες, κλείσαμε τα μάτια.

Βρήκαμε βολικές απαντήσεις, «φταίει η Τρόικα», «φταίει το παλιό σύστημα», οι οποίες όμως είχαν ένα σημαντικό για την εξέλιξη γνώρισμα. Μπορούσαν να συνενώσουν τους πιστούς των δύο πολιτικών θρησκειών απέναντι στον κοινό εχθρό!

Το άλλο πουλάκι:
Ήταν βολικό το αφήγημα!

Από τη μια οι κακοί ξένοι. Οι οποίοι, εκτός από εχθροί, διαχρονικά, του ελληνισμού, ήταν και ιμπεριαλιστές και νεοφιλελεύθεροι. Στο πρόσωπό τους, πατριώτες και αριστεροί έβλεπαν έναν κοινό εχθρό.

Η αντίθεση στην κακιά παγκοσμιοποίηση, η εχθρότητα απέναντι στους Ευρωπαίους που μας ζηλεύουν και επιβουλεύονται τον εθνικό μας πλούτο, έφερε πλάι πλάι τους πιστούς της εθνικής πολιτικής θρησκείας, με εκείνους της λαϊκής.

Από την άλλη υπήρχε «το παλιό» πολιτικό σύστημα, οι «κλέφτες», γενικώς και αορίστως, που υποτίθεται ότι δικαίωναν τους οπαδούς των πιο ακραίων και περιθωριακών κομμάτων τα οποία ποτέ δεν κυβέρνησαν.

Έτσι, ακραία στοιχεία που ανήκαν στους πιστούς της εθνικής πολιτικής θρησκείας, βρέθηκαν, μαζί με επίσης ακραίους πιστούς της λαϊκής πολιτικής θρησκείας να… ψάλλουν εν χορώ «να καεί να καεί…»

Την εποχή εκείνη επίσης έγιναν και «προγραφές» των πολιτικών, αλλά και των πολιτών εκείνων που τολμούσαν να ψελλίσουν δυο κουβέντες λογικής και να μιλήσουν για συλλογική ευθύνη, καταμερισμένη βέβαια ανάλογα με τη δυνατότητα επηρεασμού που είχε ο καθένας.

Να αναδείξουν τη συνολική αποτυχία, πολιτική, οικονομική και πολιτισμική, του μοντέλου ανάπτυξης αλλά και του προτύπου ζωής που επιλέξαμε κατά τη μεταπολίτευση. Και να επιχειρηματολογήσουν για την αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεων.

Τους πήρε και τους σήκωσε! Το ρεπερτόριο εκτείνονταν από ύβρεις και κατάρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέχρι προσωπικές φραστικές επιθέσεις και ξυλοδαρμούς. Κάποιοι, κυριολεκτικά, «δεν τολμούσαν να βγουν από τα σπίτια τους».

Επειδή όμως η Ιστορία έχει και χιούμορ, και εκδικείται (ενίοτε το κάνει με χιούμορ) έφερε στην εξουσία εκπροσώπους της μιας από τις δύο πολιτικές θρησκείες, της λαϊκής. Και άρχισαν τα πανηγύρια!

Διότι η εξουσία οδήγησε  στη σύγκρουση (μετωπική) με την πραγματικότητα και εκείνη στη διάσπαση ενός τμήματος των πιστών που αμέσως θεωρήθηκαν αιρετικοί. Τα έχουν αυτά όλες οι δογματικές θρησκείες.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Διασπάστηκε όμως και το μέτωπο!

Διότι η άνοδος στην εξουσία (μέρους) της λαϊκής πολιτικής θρησκείας έστρεψε εναντίον τους και τους πιστούς της εθνικής πολιτικής θρησκείας. Ιδιαίτερα όταν προέκυψε εθνικό θέμα, καθώς οι πρώτοι προσπάθησαν να «λύσουν» το μακεδονικό.

Και τώρα; Τώρα οι νέες προγραφές αφορούν τους ίδιους. Οι οποίοι, αν τολμήσουν να διαμαρτυρηθούν, βλέπουν μπροστά τους φωτογραφίες του Καρανίκα να κολλά αφίσες που γράφουν «προσοχή τοκογλύφος».

Βλέπουν βίντεο των ένδοξων ημερών στις πλατείες, όταν κατοπινά στελέχη της κυβέρνησης «προειδοποιούσαν» εκείνους που έπρεπε τότε να καταλήξουν σε συμφωνία για να αποφευχθεί η άτακτη χρεοκοπία.

Τώρα, λοιπόν, το βάρος πέφτει για άλλη μια φορά στους ώμους των πιο ψύχραιμων, να πείσουν τους μεν ότι οι δε δεν είναι εθνικοί μειοδότες, ότι δεν θέλουν να ξεπουλήσουν τη Μακεδονία και την Ιστορία της.

Και τους άλλους να τους πείσουν ότι δεν είναι φασίστες εκείνοι που θεωρούν ότι «το όνομα είναι η ψυχή» (τους), ή ότι η συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να βλάψει τα εθνικά μας συμφέροντα.

Αυτοί, οι πλέον ψύχραιμοι, έχουν και πάλι την ευθύνη να δείξουν πως ο δρόμος του ρεαλισμού, ο δρόμος των χαμηλών τόνων, ο δρόμος της συζήτησης και της αναζήτησης συναινετικών λύσεων, ο δρόμος, τελικά, της δημοκρατίας είναι ο μόνος που οδηγεί εμπρός.
 Σήμερα, (πρόσφατη) Ιστορία!

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

190122 ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Πολιτική θρησκεία»!

Μ’ αυτόν τον όρο, διαβάζω, οι κοινωνικές επιστήμες ονομάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες συγκροτούνται ως πολιτικές κοινότητες, εκτός των άλλων, και με όρους συμβολικούς, που τις καθορίζουν και ως ηθικές κοινότητες.

Μια πολιτική κοινότητα, όταν αποκτήσει υπόσταση (και) ηθικής κοινότητας, όταν αρχίσει, δηλαδή, να αντιλαμβάνεται το (πολιτικά) σωστό και λάθος με όρους ιερού ή βέβηλου, τότε αποκτά «πολιτική θρησκεία».

Τότε μπορούμε να διακρίνουμε ομοιότητες με κάθε άλλη θρησκεία, από την ύπαρξη τελετουργιών, ακόμα και «θυσιών», μέχρι τη δημιουργία και λειτουργία ενός «ιερατείου», θέση στο οποίο βέβαια διεκδικούν πολλοί.

Θα καταλάβετε καλύτερα τι εννοούμε με κάποιο παράδειγμα στον πίνακα. Το αντλούμε από ένα άρθρο του καθηγητή Συγκριτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου κ. Μανούσου Μαραγκουδάκη.

Ο οποίος υποστηρίζει ότι στη χώρα μας, την οποία δεν λες και την πιο κανονική χώρα του κόσμου, έχουν εδραιωθεί δύο τέτοιες πολιτικές θρησκείες, σε αντίθεση με κάθε άλλο κράτος έθνος του… πολιτισμένου κόσμου.

Θα μπορούσαμε αυτές τις δύο πολιτικές θρησκείες να τις διακρίνουμε στο πέρασμα των δεκαετιών, περισσότερο εμφανείς όμως γίνονται μετά τον πόλεμο, τον εμφύλιο, και, κυρίως, στα χρόνια που ακολούθησαν.

Την πρώτη ο κύριος Μαραγκουδάκης την ονομάζει «εθνική πολιτική θρησκεία» και έχει ως επίκεντρό της τους μεγάλους εθνικούς αγώνες και τις ένδοξες σελίδες της ιστορίας μας. Μπορούμε να φανταστούμε το τελετουργικό της.

Το οποίο εστιάζεται κυρίως στις εθνικές επετείους, αλλά όχι μόνο τις «εθνικές». Με γιορτές, πατριωτικές ομιλίες, παρελάσεις, παραδοσιακούς χορούς, έχοντας ως ιερά βιβλία μόνο τις ηρωικές σελίδες της Ιστορίας.

Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, ως ιερά κείμενα χρησιμοποιούνται όλο και πιο συχνά και διάφορες «γραφές» γερόντων, οι οποίες εντοπίζονται σε ειδική μερίδα του Τύπου και σε συγκεκριμένα σάιτ του διαδικτύου.

Οι πιστοί αυτής της «εθνικής πολιτικής θρησκείας» δεν είναι άλλοι από τους πολίτες που τοποθετούνται στη λαϊκή δεξιά, εννοείται στην ακροδεξιά, αλλά και στον χώρο των εκκλησιαστικών οργανώσεων˙ κυρίως.

Το άλλο πουλάκι:
Ποια είναι η δεύτερη πολιτική θρησκεία;

Από την άλλη, λοιπόν, πλευρά έχουμε αυτήν που θα αποκαλούσαμε «λαϊκή πολιτική θρησκεία», η οποία έχει ως σημεία αναφοράς της τους μεγάλους λαϊκούς αγώνες, το ΕΑΜ, το Πολυτεχνείο… Το τελετουργικό της είναι επίσης πολύ γνωστό.

Περιλαμβάνει πορείες, συγκρούσεις με τα ΜΑΤ (όπως λεγόταν παλιά) καταλήψεις κτηρίων ή εργασιακών χώρων, απεργιακές κινητοποιήσεις κ.λπ. Καταλαβαίνετε, φαντάζομαι ποιοι είναι οι πιστοί αυτής της πολιτικής θρησκείας.

Πρόκειται για τη λεγόμενη Αριστερά. Με την ευρεία έννοια, καθώς μέσα της μπορούμε να εντάξουμε και τη διανόηση του τόπου, πολλούς πανεπιστημιακούς, ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων κ.λπ.

Τα ιερά τους βιβλία είναι οι πιο… απόκρυφες σελίδες της Ιστορίας, καθώς και τα κείμενα διάφορων «καταραμένων» συγγραφέων, όπως βέβαια και των θεωρητικών του μαρξισμού. Εννοείται και οι κομματικές εφημερίδες.

Για όσους από τους πιστούς της διαβάζουν. Διότι πολλοί έχουν μια επιδερμική, μια «δήθεν» σχέση με το διάβασμα, και τους αρέσει περισσότερο να τσαλαβουτάν εδώ κι εκεί και, ό,τι αρπάξουν. Τα υπόλοιπα στο καφενείο.

Το αξιοθαύμαστο είναι πως αυτές οι δύο πολιτικές θρησκείες συνυπήρχαν στη χώρα μας χωρίς να δημιουργούνται ιδιαίτερα προβλήματα. Βεβαίως, οι πιστοί τής μιας έβλεπαν πάντοτε υποτιμητικά εκείνους της άλλης.

Οι μεν θεωρούσαν τους δε συντηρητικούς (δίνοντας πάντοτε αρνητικό πρόσημο στη λέξη), ενώ εκείνοι χαρακτήριζαν τους πρώτους «κουλτουριάρηδες» (αυτή η λέξη κι αν έφτασε να έχει αρνητικό πρόσημο).

Φυσικά δεν έπαψαν ποτέ και οι πολιτικές συγκρούσεις. Πολλές φορές ιδιαίτερα έντονες. Με μοναδική ίσως εξαίρεση κάποια χρόνια του ΠαΣοΚ, όταν το λαϊκό συνυπήρξε κάπως πιο αρμονικά με το εθνικό στοιχείο.

Ωστόσο, εκεί που το κακό παράγινε, ήταν στα χρόνια της κρίσης, όταν φτάσαμε στο σημείο οι πιστοί των δύο αυτών πολιτικών θρησκειών να θεωρούν οι μεν τους δε προδότες και εκείνοι τους πρώτους φασίστες.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ας δώσουμε όμως τον λόγο στον κ. Μαραγκουδάκη:

«Οι οπαδοί του εθνικού αφηγήματος και της εθνικής πολιτικής θρησκείας κατηγορούνται για φασισμό, ενώ οι οπαδοί της λαϊκής πολιτικής θρησκείας, αυτοί που θέτουν “τα συμφέροντα των λαών πάνω από τους φασιστικούς εθνικισμούς”, κατηγορούνται για εθνική προδοσία.

Φυσικά δεν ισχύει κανένα από τα παραπάνω. Ή μάλλον, ως εκλογικεύσεις είναι το ίδιο κατανοητές και εύλογες στα πλαίσια αυτών των δύο αναγνωρισμένων από το κράτος και ενσωματωμένων στο εκπαιδευτικό σύστημα πολιτικών θρησκειών.

Γιατί στην Ελλάδα συμβαίνει κάτι πολύ ιδιάζον: ενώ τόσο ο Παύλος Μελάς και ο Μεγαλέξανδρος, όσο και το Πολυτεχνείο και οι αντι-ιμπεριαλιστικοί αγώνες των λαών έχουν χώρο στο εκπαιδευτικό μας σύστημα και τις δημόσιες τελετές, ουδείς σκέφθηκε ότι από ένα σημείο και μετά αυτά τα δύο συμβολικά συστήματα είναι αντιπαραθετικά και συγκρουσιακά.

Και ουδείς σκέφθηκε ότι όχι μόνον χρήζουν αναβάθμισης και ανανέωσης στα πλαίσια μιας σύγχρονης μετα-εθνικιστικής και μετα-σοσιαλιστικής εποχής, αλλά πάνω απ’ όλα χρήζουν σύνθεσης.

Μία σύνθεση που θα συνενώσει σύμβολα και πολίτες, επιτρέποντας έτσι την εννοιολογική σύνθεση του νοήματος της δημοκρατίας, ώστε αυτό να είναι κοινό για όλους μας, δεξιούς, αριστερούς και φιλελεύθερους».

Μετά από όλα αυτά, δεν μένει σε όσους σκεφτόμαστε πραγματικά την ανάγκη ύπαρξης μιας τέτοιας σύνθεσης, το να αναζητήσουμε και τρόπους να την πετύχουμε. Εδώ νομίζω θα παιχθεί ένα μεγάλο στοίχημα το επόμενο διάστημα.
 Θρησκευτικά, σήμερα!

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

190121 ΤΣΟΥΒΑΛΙΑΣΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το μέρος και το όλον.

Αν θα θέλαμε να ήμασταν συνεπείς με τον εαυτό μας, τους εαυτούς μας δηλαδή, θα έπρεπε να διοργανώσουμε δύο συλλαλητήρια για τη Μακεδονία. Τουλάχιστον δύο, γιατί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μάλλον θα απαιτούνταν περισσότερα.

Μα, θα μου πείτε, αφού η Μακεδονία είναι μία και ελληνική, τι χρειάζονται αυτές οι διαφοροποιήσεις; Χρειάζονται, διότι δεν πηγαίνουν όλοι στα συλλαλητήρια ζητώντας, απαιτώντας, ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Και επειδή όταν συμβαίνουν τέτοιες ετερογενείς μείξεις τότε χάνεται η μπάλα, τότε συμβαίνουν και «καπελώματα» και μπορεί να βρεθείς εκεί και με εκείνους που δεν το περιμένεις, καλό είναι να χωρίζονται τα τσανάκια από την αρχή.

Μια και είπαμε όμως αρχή, ελάτε να δούμε λίγο το πράγμα με βάση το μέρος και το όλον, με ποιον τρόπο δηλαδή προσπαθούν εκείνοι που υπερασπίζονται τη συμφωνία των Πρεσπών να στριμώξουν όσους λένε όχι.

Ποιο είναι το βασικό επιχείρημα, ας πούμε, απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Φώφη Γεννηματά; Ότι ενώ η αρχική τους θέση ήταν υπέρ της σύνθετης ονομασίας, τώρα, για αντιπολιτευτικούς και μόνον λόγους, τα γυρίζουν.

Επιπλέον, τους κατηγορούν πως ενώ αυτοί οι πολιτικοί αρχηγοί, μαζί με άλλους όπως η Ντόρα Μπακογιάννη ή και ο Καραμανλής, ήταν υπέρ της άποψης να δοθεί επιτέλους μια λύση σ’ αυτό το χρονίζον πρόβλημα, τώρα που η λύση είναι κοντά, κάνουν πίσω.

Εκεί δηλαδή που θα περίμενε κανείς να πρωτοστατούν στην έγκριση της συμφωνίας από τη βουλή και την υπογραφή της, το ταχύτερο δυνατό από τις δύο πλευρές, αυτοί την πολεμούν μέσα και έξω από το κοινοβούλιο.

Εδώ, λοιπόν, συμβαίνει ένα λάθος, από παρεξήγηση, ή, το πιο πιθανόν, εσκεμμένα. Όταν είμαι υπέρ μιας (έντιμης, όπως τη λένε) λύσης στο Μακεδονικό, δεν σημαίνει ότι θα υποστηρίξω… οποιαδήποτε συμφωνία.

Και όταν έχω καταλήξει ότι δεν μπορεί να υπάρξει άλλη ονομασία από τη σύνθετη, ότι δηλαδή ο όρος Μακεδονία ή κάποιο παράγωγο θα υπάρχει στο όνομα, δεν σημαίνει ότι θα υποστηρίξω όλο το «πακέτο» που συνοδεύει αυτή την ονομασία.

Καταλάβατε τώρα τι σημαίνει μπερδεύω, δηλαδή ταυτίζω, το μέρος με το όλον. Μπορεί να σου αρέσει το παγωτό, να λατρεύεις κάποιες γεύσεις, αλλά κάποιες άλλες να τις απεχθάνεσαι.

Το άλλο πουλάκι:
Δεν θα φας ό,τι σου σερβίρουν!

Υπ’ αυτή την έννοια, καλό θα ήταν και όλοι όσοι πηγαίνουν στα συλλαλητήρια να γνωρίζουν, αλλά και να ξεκαθαρίζουν, για ποιον ακριβώς σκοπό αγωνίζονται. Τι είναι αυτό που επιδιώκουν με τη συμμετοχή τους;

Το σύνθημα «η Μακεδονία είναι ελληνική και δεν τη διαπραγματευόμαστε» μπορεί να ακούγεται συγκινητικό, όμως δεν βοηθά καθόλου στην εξεύρεση λύσης. Σε μια συγκέντρωση, λοιπόν, με αυτό ως κεντρικό σύνθημα θα μπορούσαν να σταθούν όσοι δεν ενδιαφέρονται για λύση.

«Δεν μας ενδιαφέρει να συζητάμε μαζί τους. Εμείς θα τους λέμε Σκοπιανούς και αυτοί ας λέγονται όπως θέλουν. Όσο για τα άλλα κράτη, ας διαλέξουν ποιο όνομα προτιμούν (για να ξέρουμε και ποιοι είναι οι φίλοι μας)».

Όσοι όμως θα πάνε σε ένα τέτοιο συλλαλητήριο, θα πρέπει να ξέρουν ότι εκείνο το οποίο επιδιώκουν είναι να παραμείνει ως έχει η υπάρχουσα κατάσταση. Δηλαδή εμείς να τους ονομάζουμε ΠΓΔΜ και όλοι οι άλλοι «Μακεδονία».

Θα μπορούσε όμως να γίνει και ένα δεύτερο συλλαλητήριο. Σ’ αυτό θα πήγαιναν ευχαρίστως όσοι δεν είναι ικανοποιημένοι με τη συγκεκριμένη συμφωνία των Πρεσπών. Όσοι δηλαδή διαφωνούν ριζικά με κάποιους από τους επιμέρους όρους.

Σ’ αυτό το συλλαλητήριο να είστε σίγουροι ότι θα βλέπατε και κάποιους από τους πολιτικούς που αναφέραμε πριν, όπως και πολύ ακόμη κόσμο, ο οποίος δεν επιθυμεί να συγχρωτίζεται με τους «Μακεδονομάχους» τού πρώτου.

Δεν είναι της ώρας να αναλύσουμε πού ακριβώς βρίσκονται οι διαφωνίες και ποια σημεία είναι εκείνα που θεωρείται ότι μπορούν στο μέλλον να αποδειχτούν επιζήμια για τα εθνικά μας συμφέροντα.

Αυτά έχουν εξηγηθεί αναλυτικά και νομίζω μόνον όσοι δεν ενδιαφέρονται δεν τα γνωρίζουν πλέον. Εκείνο που πρέπει να καταλάβουμε είναι πόσο επικίνδυνο είναι να μπερδεύουμε το κοινό αυτών των δύο… συλλαλητηρίων.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Κάποιοι το κάνουν επίτηδες.

Διότι, από παλιά, «ο λύκος στην αντάρα χαίρεται» και όσοι «ψαρεύουν σε θολά νερά» προτιμούν τέτοιου είδους «λαοσυνάξεις», όπου μπορεί να «χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα», όμως αυτοί βρίσκουν… και μάνες και παιδιά.

Δείτε μόνο πόσοι έκαναν, ή ετοιμάζονται να κάνουν, πολιτική καριέρα, επενδύοντας τόσο στο θυμικό όσο και στη θολούρα των θέσεων. Δεν λένε ποτέ τι θα ήθελαν ή πώς θα χειρίζονταν αυτοί το θέμα, παρά μόνο κραυγάζουν όσο πιο δυνατά μπορούν.

Είπαμε όμως και για ένα τρίτο συλλαλητήριο. Ε, λοιπόν, σε εκείνο θα πήγαιναν όλοι όσοι, κάθε φορά, αντιπολιτεύονται την (εκάστοτε) κυβέρνηση. Όποια συμφωνία και να έφερνε αυτή, οι αντιπολιτευόμενοι θα ήταν εκεί για να διαδηλώσουν εναντίον.

Όπως καταλαβαίνετε, αυτού του είδους τα συλλαλητήρια θα είχαν διαφορετικό κοινό, κάθε φορά που θα άλλαζε η κυβέρνηση. Όχι εντελώς διαφορετικό, για να είμαστε ειλικρινείς. Διότι υπάρχουν και εκείνοι που… τα γυρνάνε.

Έτσι θα έπρεπε να γίνονται τα συλλαλητήρια. Δυστυχώς όμως, έγινε μόνον ένα που και «τσουβάλιασε» όλους τους συμμετέχοντες, και άφησε απ’ έξω πολλούς, που δεν ήθελαν να… «τσουβαλιαστούν».
 Στο τσουβάλι (με τη γάτα)!

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

190118 ΚΑΛΟΜΑΘΗΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Μήπως.. να τους συμπονέσουμε;

Θα σας πω μια ιστορία από το Γεροντικό, όπως τη θυμάμαι πρόχειρα. Εξάλλου θα καταλάβετε εσείς πού ακριβώς βρίσκεται το νόημά της. Μια φορά, λοιπόν, ένας νεαρός μοναχός παραπονέθηκε στον γέροντά του.

Του είπε ότι θεωρεί πολύ άδικο το γεγονός πως, όταν συγκεντρώνονται στο καλύβι του για να τους μιλήσει, όλοι κάθονται κατάχαμα ή σε καμιά πέτρα, εκτός από έναν, ο οποίος πάντοτε κάθεται σε μαξιλάρι που του δίνει ο γέροντας.

«Απ’ ότι γνωρίζω, ούτε άρρωστος είναι, ούτε κανένα άλλο πρόβλημα έχει που να δικαιολογεί αυτή τη διάκριση. Γιατί, λοιπόν, αυτή η αδικία;» παραπονέθηκε στον γέροντά του. Εκείνος πάλι, αντί να απαντήσει, τον ρώτησε ποια ήταν η δουλειά του πριν γίνει καλόγερος.

«Ήμουν τσομπάνης», απάντησε ο νεαρός.
«Το ίδιο και οι υπόλοιποι, του είπε ο γέροντας. Εκείνος όμως, πριν έρθει εδώ να γίνει μοναχός, ήταν πρίγκιπας στη Βλαχία».

Εσείς, έτσι κι αλλιώς, σε πέτρες καθόσασταν. Εκείνος καθόταν σε θρόνους και κοιμόταν σε πουπουλένια στρώματα. Όπως βλέπεις, λοιπόν, αν κάποιος αδικείται από τον τρόπο με τον οποίο κάθεστε στο καλύβι μου, δεν είστε εσείς, αλλά εκείνος».

Σκεφτόμουν αυτή την ιστορία, καθώς, όλες αυτές τις μέρες, παρακολουθώ την αγωνιώδη προσπάθεια κάποιων βουλευτών να μην χάσουν τα προνόμιά τους. Ειδικά εκείνων που έχουν και υπουργικό αξίωμα.

Και σας το έχω πει κι άλλη φορά. Ξέρετε τι είναι να έχεις μάθει, όταν περνάς για να πας στην εκκλησία, να παιανίζει η μπάντα; Αστειεύομαι. Ξέρετε όμως τι είναι να συνηθίσεις στα προνόμια που έχει η θέση ενός βουλευτή ή υπουργού;

Δεν αναφέρομαι καθόλου στο οικονομικό. Σκέψου μόνον ότι… κυκλοφορείς χωρίς να χρειάζεται να ψάχνεις θέση να παρκάρεις. Δεν μπαίνεις ποτέ σε αστικό ή μετρό, ούτε χρειάζεται να ψάχνεις για ταξί.

Ότι δεν περιμένεις ποτέ στην ουρά. Ότι όποια πόρτα να χτυπήσεις είναι ανοιχτή. Ότι μπορείς να ταξιδέψεις με αεροπλάνο, αλλά και να εξεταστείς σε κάποιο νοσοκομείο αμέσως μόλις το επιθυμήσεις.

Σκέψου ότι έχεις το… ακαταδίωκτο. Ότι μπορείς να λες και να κάνεις ό,τι θέλεις, να ψεύδεσαι, να απειλείς, να συκοφαντείς, να παραβιάζεις νόμους και διατάξεις, χωρίς (πρακτικά) να δίνεις λόγο στη δικαιοσύνη.

Σκέψου, τέλος, ότι έρχονται αξιοσέβαστοι άνθρωποι, με ικανότητες και προσόντα που εσύ ούτε στον ύπνο σου είδες και σου ζητούν προσωπικές χάρες. Ότι συναναστρέφεσαι με ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, κι ας είσαι ντενεκές.

Το άλλο πουλάκι:
Καλομαθημένος!

Θα σας πω μια θρακιώτικη παροιμία που έλεγε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου και θα δείτε πόση σοφία κρύβει μέσα της: «Τον καλομαθημένο γουλιάρη μην τον λες». Γουλιάρη, δηλαδή «νηστικό», με την έννοια του λαίμαργου.

Δεν είναι λαίμαργος, δεν μένει το μάτι του στα αγαθά που έχουν οι άλλοι, δεν αποζητά ιδιαίτερη μεταχείριση, επειδή θεωρεί τον εαυτό του ξεχωριστό, απλώς είναι καλομαθημένος. Έχει αυτό το… ελαφρυντικό.

Υπό αυτή την έννοια, ρωτάω μήπως πρέπει να δείξουμε κι εμείς κατανόηση σε όλους εκείνους που αναγκάζονται να κάνουν πράγματα αδιανόητα για τον απλό πολίτη, μόνο και μόνο για να μην χάσουν τη βουλευτική… καλοπέραση.

Δεν είναι κακοί άνθρωποι, δεν είναι άνθρωποι χωρίς αρχές και αξίες, δεν είναι τίποτε άπληστοι που δεν μπορούν να αρκεστούν σε όσα αρκούμαστε όλοι εμείς, απλώς είναι… καλομαθημένοι.

Καλά, θα μου πείτε, αυτό είναι δικαιολογία; Μην το βλέπετε έτσι· δείτε το όπως το γεροντικό και η σοφή θρακιώτικη παροιμία. Δείτε το υπό το πρίσμα της διακρίσεως, της σοφής αυτής αρετής που ανέδειξε η παράδοσή μας.

«Έκαστος κατά το μέτρον αυτού κρίνεται», που θα έλεγε και ο Κώστας Ζουράρις. Επομένως δεν έχει νόημα να απαιτούμε να συμπεριφερθούν οι άνθρωποι αυτοί όπως ο καθένας από εμάς, κι αν το κάνουμε τους αδικούμε.

Ας τους δούμε, λοιπόν, με συμπόνια. Ας δείξουμε ότι διαθέτουμε λίγη ενσυναίσθηση, αυτή τη μοντέρνα αρετή που επιτάσσει να μπαίνεις πάντοτε εσύ στη θέση του άλλου και ποτέ εκείνος στη δική σου.

Κι ας παραδεχτούμε στο τέλος, όπως άλλωστε ήταν και η θέση του ΚΚΕ στη Βουλή, ότι αυτά είναι φαινόμενα του αστικού συστήματος και θα τα συναντάμε σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο που αυτό κυριαρχεί.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το ρίχνουμε στο καλαμπούρι.

Τι να κάνουμε; Αν το πάρουμε στα σοβαρά, θα πρέπει να μιλήσουμε με όρους που δεν θέλουμε, με λόγια για τα οποία ύστερα θα ντραπούμε, για τους πολιτικούς εκείνους που διήνυσαν το πολιτικό φάσμα (σχεδόν) από άκρη σε άκρη.

Που με μεγάλη ευκολία πέρασαν από το ένα κόμμα στο άλλο, βρίσκοντας σε κάθε περίπτωση μια ευφυή -έτσι νόμιζαν- δικαιολογία, προκειμένου να κρύψουν ακόμη και από τον εαυτό τους πως θα έκαναν το παν για μια θέση.

Θα πρέπει ακόμη να μιλήσουμε και για το πολιτικό άγος των κομμάτων που τους υποδέχτηκαν κάθε φορά «δόξη και τιμή», για να φτάσουμε σήμερα στο αποκορύφωμα, να καθορίζουν την πολιτική ζωή του τόπου αυτοί οι τύποι.

Και να έχουμε μια κυβέρνηση που επιχαίρει για τη νίκη της και θεωρεί μέγα κατόρθωμα την λήψη ψήφου εμπιστοσύνης -εμπιστοσύνης που βασίζεται στην ψήφο βουλευτών που σήμερα την «πουλάν» εδώ και αύριο εκεί. 

Δεν θέλουμε όμως να λέμε τέτοια πράγματα, γι’ αυτό το ρίχνουμε στο καλαμπούρι.
Είναι κι αυτό μια άμυνα!
 Γουλιάρηδες
!

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

180117 ΔΙΑΖΕΥΓΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Κάπως έτσι συμβαίνει…»

Αυτός ο στίχος, από το γνωστό τραγούδι του Γιώργου Νταλάρα, μου ήρθε καθώς σκεφτόμουν πως «η αγάπη πεθαίνει» όχι μόνον στην καθημερινή ζωή, αλλά και στην πολιτική. Πριν προχωρήσω όμως, ας κάνω μια παρένθεση.

Είπα «το τραγούδι του Γιώργου Νταλάρα», διαπράττοντας κι εγώ ένα πολύ παλιό και συνηθισμένο σφάλμα, να αποδίδουμε τα τραγούδια στους ερμηνευτές τους, επειδή (με) εκείνους (τα) γνωρίζουμε.

Το συγκεκριμένο τραγούδι το έγραψαν η Μάρω Μπιζάνη, τους στίχους, και ο Χρήστος Νικολόπουλος, τη μουσική, ενώ το ερμήνευσε, σε πρώτη εκτέλεση (και τολμώ να πω μοναδικά) ο Γιώργος Νταλάρας.

Εδώ πρέπει να κάνουμε κι έναν διαχωρισμό σχετικά με το ποιοι θεωρούνται δημιουργοί ενός τραγουδιού και το ποιοι έχουν τη δυνατότητα να εισπράττουν τα λεγόμενα «δικαιώματα», πράγμα που είναι τελείς διαφορετικό.

Το θέμα είναι, όπως είπαμε, πολύ παλιό και ιδιαίτερα πολύπλοκο. Έγινε δε ακόμη περισσότερο τέτοιο, από τη στιγμή που το τραγούδι «ψηφιοποιήθηκε», δηλαδή απλουστεύτηκε πολύ η αντιγραφή και η διακίνησή του.

Άρχισαν να εμπλέκονται και οι περίφημες εταιρείες πνευματικών δικαιωμάτων, δηλαδή οι δικηγόροι, οπότε καταλαβαίνετε πού πήγε το πράγμα. Είναι μια πονεμένη ιστορία, με την οποία θα ασχοληθούμε ίσως πιο αναλυτικά άλλοτε.

Εκείνο που πρέπει να κρατήσουμε για τώρα είναι πως δημιουργοί ενός τραγουδιού, ως έργου τέχνης, (πρέπει να) θεωρούνται ο στιχουργός και ο συνθέτης. Από εκεί και πέρα, για την «παραγωγή» του εμπλέκονται και άλλοι.

Ο ερμηνευτής, ο ενορχηστρωτής και, φυσικά, ο παραγωγός που θα έχει σημαντικότατο λόγο στην τελική «εικόνα» με την οποία θα φτάσει αυτό στο κοινό. Τι θα ήταν το Eleanor Rigby, χωρίς τον George Martin;

Ας κλείσουμε όμως τη μεγάλη παρένθεση που κάναμε και ας επιστρέψουμε στη στιγμή κατά την οποία… η αγάπη πεθαίνει και τότε υπάρχουν συνήθως δυο εκδοχές για τη συνέχεια της ιστορίας, με πολλές παραλλαγές τους.

Η πρώτη είναι να επέλθει ένας «βελούδινος» χωρισμός˙ οι δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν να πάρουν ξεχωριστούς δρόμους ήσυχα, πολιτισμένα, κρατώντας, εκτός από τις ωραίες αναμνήσεις και ό,τι άλλο τους έδωσε η σχέση τους.

Το άλλο πουλάκι:
Υπάρχει κι άλλος τρόπος.

Θα αναφέρω και πάλι ένα πολύ αγαπημένο τραγούδι, του Στέλιου Καζαντζίδη (συγγνώμη, είπαμε, του Άκη Πάνου είναι το τραγούδι, ο Καζαντζίδης το ερμήνευσε) που λέει «ίσως έγινε η αγάπη μίσος…»

Τότε, όπως χαρακτηριστικά καταλήγει και το ρεφρέν, τα πράγματα είναι τραγικά. Και γίνονται χειρότερα, όταν σε τέτοιους χωρισμούς εμπλέκονται και διάφοροι γνωστοί και φίλοι που θεωρούν υποχρέωσή τους να στηρίξουν τη «δική τους» πλευρά.

Τότε αρχίζουν και βγαίνουν στην επιφάνεια όλα τα στραβά κι ανάποδα που υπήρχαν κατά τη διάρκεια του κοινού βίου του ζευγαριού, ενώ ο καθένας, μαζί με τους δικούς του, θυμάται ό,τι χειρότερο είπε ή έκανε ο άλλος.

Θυμάται τα στραβά του χαρακτήρα του (του χαρακτήρα τού άλλου, εννοείται) θυμάται τις αδυναμίες ή τα πάθη του, θυμάται όλα όσα τράβηξε μαζί του κατά τα χρόνια του κοινού τους βίου.

Αν του μιλήσεις για εκείνα τα χρόνια θα αναρωτηθεί… πώς στραβώθηκε και πήγε κι έμπλεξε με έναν τέτοιο άνθρωπο, θα σου πει ότι τα χαράμισε με κάποιον που δεν του άξιζε, ότι έπρεπε να χωρίσει τότε που είχε τα πρώτα δείγματα…

Φυσικά, πέφτουν από δίπλα και οι πιο κοντινοί τού καθενός από τους δύο, οι «δικοί του άνθρωποι», οι οποίοι συνδαυλίζουν τη φωτιά και προξενούν τη μεγαλύτερη ζημιά. Από αυτούς ακούς και τα χειρότερα.

Τα «τέτοιος ήταν πάντα, τώρα θα τον μάθουμε;» και τα «εγώ του έλεγα από την αρχή του δικού μας να μην την πάρει» τελειωμό δεν έχουν. Κι ας ήταν αυτοί που το στόμα τους έσταζε μέλι πριν από τον χωρισμό.

Η κατάσταση παίρνει τέτοια τροπή που ένας ουδέτερος παρατηρητής, ένας δικαστής, ας πούμε, όταν φτάσει η υπόθεση στο ακροατήριο, απορεί πώς γίνεται κάποτε όλοι αυτοί οι άνθρωποι να αποτελούσαν μια παρέα, μια οικογένεια.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτά είναι τα συνηθισμένα.

Διότι, στην τέχνη, και στη ζωή που την αντιγράφει με άσχημο συνήθως τρόπο, έχουμε δει και περιπτώσεις γάμων από συμφέρων, όπως και διαζυγίων για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Ούτε έρωτες, ούτε τίποτα.

Σας τα λέω όλα αυτά διότι παρακολουθήσαμε και παρακολουθούμε ακόμη μια ιστορία τελείως διαφορετική από όσες γνωρίζουμε. Μοναδική θα έλεγα, αφού εμπεριέχει στοιχεία που δύσκολα θα ξαναδούμε.

Γάμος από συμφέρον, που κατέληξε σε έρωτα. Αγκαλιές και φιλιά ακόμη και μπροστά στο πλήθος. Βελούδινο διαζύγιο, αλλά από συμφέρον κι αυτό, αφού ο έρωτας εξακολουθεί να υπάρχει.

Ωστόσο έχουμε τον περίγυρο, τους πολύ κοντινούς ανθρώπους του ζευγαριού που, όσο αυτό συζούσε, έλεγαν τα καλύτερα λόγια και τώρα που αποφάσισαν να χωρίσουν (είπαμε, από συμφέρον) άρχισαν να κατηγορούν την άλλη πλευρά.

Έχουμε επίσης και τα παιδιά τα οποία, σε αντίθεση από ό,τι γίνεται συνήθως που αποφασίζει ο νόμος, αυτά επιλέγουν μόνα τους με ποιον από τους δύο θα πάνε. Και, φυσικά, επιλέγουν εκεί όπου θα περνούν καλύτερα.

Η ιστορία αυτή, μοναδική τη χαρακτηρίσαμε, σημάδεψε για τα καλά την (πολιτική) ζωή του τόπου. Δεν μένει παρά να βρεθούν κάποιοι άξιοι δημιουργοί να την κάνουν τραγούδι, για να σημαδέψει και την τέχνη.

Και να το έχουν τα παιδιά μας να το τραγουδούν, ώστε να μην ξεχαστεί εύκολα.
 Πες το με ένα τραγούδι!