ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε αργά το βράδυ, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.
Αν είστε βιαστικοί, μπορείτε να μας συναντήσετε μερικές ώρες νωρίτερα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας.


Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

171031 ΚΑΡΙΕΡΙΣΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Κανόνας;

Είναι ενδιαφέρον να βλέπεις πόσοι είναι εκείνοι που πέφτουν από τα σύννεφα, μόλις αρχίζουν οι αποκαλύψεις. Εξίσου ενδιαφέρον όμως να γνωρίζεις ότι οι περισσότεροι από αυτούς γνώριζαν, αλλά σφύριζαν αδιάφορα.

Έτσι γεννιέται το ερώτημα περί ύπαρξης ή μη ενός σχετικού κανόνα. Αν δηλαδή όλα αυτά που συζητάμε μεταξύ μας ισχύουν, τότε κακώς πέφτουμε από τα σύννεφα. Διαφορετικά, μιλάμε για ένα φαινόμενο που συμβαίνει μόνο περιστασιακά.

Θα μου πείτε και το περιστασιακό λίγο είναι; Θυμάμαι πάντοτε έναν καθηγητή της Στατιστικής που έλεγε πως ποσοστό 1% είναι… 100% για εκείνον που τον αφορά. Επειδή όμως φοβάμαι ότι σας μπέρδεψα, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το ερώτημα στο οποίο καλούμαστε να απαντήσουμε είναι το εξής: Πόσο απαραίτητο για την εξέλιξη μιας καλλιτεχνικής πορείας είναι το να περάσει κάποιος από το κρεβάτι ανθρώπων που θα μπορούσαν να τον… βοηθήσουν;

Αν τολμούσαμε να απαντήσουμε, σίγουρα αυτό θα γινόταν με βάση τους μύθους και τους θρύλους που κυκλοφορούν γύρω από το συγκεκριμένο θέμα. Και αυτό διότι εμείς τουλάχιστον, και απ’ όσο γνωρίζω και εσείς, δεν έχουμε άμεση εμπειρία.

Δεν ανήκουμε στον καλλιτεχνικό κύκλο, ούτε ασχολούμαστε με τον χώρο του θεάματος. Οι λίγες προσωπικές γνωριμίες που πιθανόν έχουμε από τέτοιους χώρους δεν μπορούν να αποτελέσουν «κανόνα».

Επομένως, αν θέλουμε να είμαστε «αντικειμενικοί» θα πρέπει να ακολουθήσουμε την επιστημονική μεθοδολογία που διέπει το… κουτσομπολιό: Άκουσα από κάποιον, που το έμαθε από έναν φίλο του, ο οποίος είχε κάποιον γνωστό που ήξερε…

Κάπως έτσι σχηματίζεται μια εικόνα στον… γενικό πληθυσμό, σ’ εμάς δηλαδή που συζητάμε στα καφενεία, για το τι «ακριβώς» συμβαίνει στον χώρο της σόου μπιζ, της εθνικής αλλά και της παγκόσμιας.

Και οι εικόνα αυτή δεν είναι και η καλύτερη. Για να πάει κάποιος μπροστά θα πρέπει να κάνει κάτι πολύ περισσότερο από το να «φιλήσει κατουρημένες ποδιές», όπως λέγανε παλαιότερα.

Το άλλο πουλάκι:
Το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα.

Διότι κάποιοι (κυρίως κάποιες) θυμήθηκαν ότι, πριν από πολλά χρόνια, στην αρχή της καριέρας τους, βρέθηκαν στη δυσάρεστη θέση να δεχτούν προκλήσεις ή/και κανονικές επιθέσεις από μερακλήδες του «χώρου».

Παραγωγούς, σκηνοθέτες, καλλιτεχνικούς διευθυντές και γενικά ανθρώπους που έχουν τον τρόπο να σπρώξουν μια καριέρα, ή να την κρατήσουν πολύ χαμηλά, κλείνοντας στην ουσία τον δρόμο κάποιου καλλιτέχνη.

Το περίεργο είναι ότι δεν μιλάμε μόνο για μικρούς ή νεαρούς καλλιτέχνες, άντρες και γυναίκες. Μιλάμε (δηλαδή οι ίδιοι μιλούν) και για φτασμένους, όταν πλέον η καριέρα τους είχε πάρει την ανιούσα.

Ξέρετε όμως ότι στην σταδιοδρομία (όπως είναι ο ελληνικός όρος) ενός καλλιτέχνη ποτέ δεν υπάρχει κορυφή. Πάντοτε μπορεί να υπάρξει κάτι καλύτερο, κάτι περισσότερο, κάτι που θα το αναγνωρίσει μεγαλύτερο μέρος του κοινού.

Υπάρχει βεβαίως ένα μελανό σημείο στις καταγγελίες αυτές. Κάποιες κυρίες αποφάσισαν να προβούν σε αποκαλύψεις πολλά χρόνια μετά την «επίθεση», δηλαδή την παρενόχληση που δέχτηκαν.

Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, ενώ συνεργάστηκαν και πάλι με τον άνθρωπο που θέλησε να τις «βοηθήσει», υπό τον όρο να ανταποκριθούν στις προτάσεις που τους έκανε και να υποκύψουν στις ερωτικές ορέξεις του.

Δεν λέω, είναι πολύ δύσκολη απόφαση να βγει μια γυναίκα (όπως και ένας άντρας) μπροστά και να καταγγείλει σεξουαλική παρενόχληση, ιδιαίτερα όταν αυτή συμβεί στον χώρο εργασίας.

Όμως, όταν διστάζουν αναγνωρισμένες καλλιτέχνιδες, που έχουν και την οικονομική άνεση να αντιμετωπίσουν τις όποιες δικαστικές ή άλλες περιπέτειες προκύψουν, τότε τι να περιμένει κανείς από μια απλή εργαζόμενη γυναίκα;

Θεωρώ πως εκείνες και εκείνοι που έχουν τα «μέσα» φέρουν και την ευθύνη να αναδείξουν το φαινόμενο, ώστε να περιοριστεί όσο είναι δυνατόν. Διότι οι θρασείς τύποι, που εκμεταλλεύονται τη θέση τους, στηρίζονται κυρίως στον φόβο και τη σιωπή των θυμάτων τους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πού είναι τα χρόνια…

Διότι το φαινόμενο δεν είναι σημερινό, ούτε φυσικά περιορίζεται στον χώρο της λεγόμενης σόου μπιζ. Συμβαίνει (από) ανέκαθεν, καθώς πάντοτε υπάρχουν κάποιοι που αναζητούν ερωτική συντροφιά βασιζόμενοι στην θέση που κατέχουν.

Που μπορεί να είναι από θέση διευθυντή ή προϊσταμένου, μέχρι θέση σε… αστικό λεωφορείο. Σε κάθε περίπτωση όμως έχουν σύμμαχό τους τη σιωπή των θυμάτων. Τα οποία ξέρουν ότι, αν μιλήσουν, το πιο πιθανό είναι να επιβαρύνουν τη δική τους θέση.

Εκτός κι αν διαθέτουν «τσαγανό». Όπως μια κοπέλα που θυμήθηκα τώρα, σε αστικό λεωφορείο της Θεσσαλονίκης, σε ώρα αιχμής, την ώρα που προτιμούν αυτού του είδους οι… γόητες.

Κόσμος πολύς στο αστικό, «προχωρείτε στο διάδρομο» ο εισπράκτορας, και ο τύπος έχει κολλήσει στο κορίτσι και τρίβεται πάνω του. Στην αρχή ακολουθώντας το φρενάρισμα ή την επιτάχυνση του οχήματος και μετά στον… δικό του ρυθμό.

Η κοπέλα κρατιόταν από τη χειρολαβή και στο άλλο χέρι είχε την τσάντα της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αμυνθεί. Για να ξεφύγει ούτε λόγος, αφού οι επιβάτες ήταν ο ένας πάνω στον άλλο. Εγκλωβισμένη, λοιπόν!

Ή μήπως όχι; Γιατί σε μια στιγμή γυρίζει και λέει στον… επιβήτορα, με φωνή δυνατή που ακούστηκε σε όλο το αστικό:
«Εντάξει, μάστορα, έχυσες; Γιατί στην άλλη στάση κατεβαίνω».

Μετά τον περιέλαβαν οι συνεπιβάτες.
Με το ζόρι… καριέρα!


Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

171030 ΜΟΥΣΚΕΜΕΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Τα πρόσωπα της παρέλασης…

Μερικές φορές γίνομαι ακραίος. Πώς όμως μπορείς να αντιμετωπίσεις διαφορετικά εκείνους που επιλέγουν μια ακραία συμπεριφορά για να προκαλέσουν; «Με τους καμπούρηδες πρέπει να μιλάει κανείς… καμπούρικα», είπε ο Νίτσε.

Ακόμη όμως και αν η ακραία συμπεριφορά δεν είναι συνειδητή επιλογή τους, ακόμη κι αν «τους ξέφυγε» ή τους προέκυψε μέσα στην ανικανότητά τους να διακρίνουν τη σοβαρότητα μιας περίστασης, το ίδιο κάνει.

«Περάστε από το λογιστήριο»! Αυτή θα ήταν η (το είπα, ακραία) σωστή απάντηση σε τέτοιου είδους συμπεριφορές. «Περάστε από το λογιστήριο να πληρωθείτε μέχρι σήμερα και από αύριο ψάξτε για εργασία ανάλογη των προσόντων σας».

Διότι, όταν εσύ κυρία μου, συνοδεύεις τα παιδάκια στην παρέλαση και πας ντυμένη σαν να γύρισες μόλις από τα μπουζούκια, προφανώς το κάνεις για να προκαλέσεις. Πιθανότατα να φαντάζεσαι ότι θα προκαλέσεις θαυμασμό και θετικά σχόλια.

Μόνο! Ε, λοιπόν, και το «περάστε από το λογιστήριο» είναι κι αυτό μια απάντηση στην πρόκληση. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για τον «τύπο» εκείνον που σκέφτηκε να φορέσει μπλουζάκι με αναγραμμένο κάποιο σύνθημα.

Ξέρω τι θα σκεφτείτε. Πιθανότατα φταίει το… πρωτόκολλο! Εκείνοι που είναι υπεύθυνοι για τη διοργάνωση κάθε εκδήλωσης -και των παρελάσεων- και δεν γράφουν ρητώς «στολή υπ’ αριθμόν 8Β», όπως στον στρατό, ή «ένδυμα επίσημον».

Διότι, το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να μαθαίνει ο κάθε εκπαιδευτικός είναι πως, όταν παρευρίσκεται σε μια επίσημη τελετή, είτε ως ομιλητής, είτε ως συνοδός κάποιου τμήματος, εκπροσωπεί το Σχολείο του.

Όχι τον εαυτό του! Όταν πηγαίνει κάπου ιδιωτικά, μπορεί να φοράει ό,τι γουστάρει, που και αυτό είναι πάλι συζητήσιμο. Δεν θα ξεχάσω την ιστορία που μου διηγήθηκε μια δασκάλα, όταν διορίστηκε νέο κορίτσι σε ένα νησί.

Κάλεσε τότε ο Σχολικός Σύμβουλος όλους τους νεοδιόριστους και, μεταξύ άλλων, τους είπε πως, μπορεί να είναι νέα παιδιά, είναι όμως και δάσκαλοι και η μικρή κοινωνία του νησιού έχει στραμμένα τα βλέμματα πάνω τους.

Αυτό πρέπει να έχουν κατά νου, όταν βγαίνουν να διασκεδάσουν στο νησί, όπως οι τουρίστες, ή οι άλλοι νέοι του τόπου. Να προσέχουν, ώστε να μην προκαλούν με το ντύσιμο ή την συμπεριφορά τους.

Το άλλο πουλάκι:
Μπράβο στον Σύμβουλο!

Σε κάποιους μπορεί να ακούγονται όλα αυτά «συντηρητικά» ή «μικροαστικά», όμως θα πρέπει να σκεφτούν τι θα γινόταν, αν ο καθένας ντυνόταν ή συμπεριφερόταν όπως γουστάρει σε κάθε περίσταση.

Ας μη βιαστούν να απαντήσουν πως «θα ήταν ένας πολύχρωμος και χαρούμενος κόσμος», γιατί θα τους έλεγα ότι τότε θα αδικούσαμε το… gay pride, αφού δεν θα μπορούσαμε να το ξεχωρίσουμε από τις παρελάσεις των εθνικών εορτών.

Το σημαντικότερο είναι όμως -και είμαι βέβαιος γι’ αυτό- ότι άνθρωποι σαν τον εκπαιδευτικό με το μπλουζάκι δεν θα ανέχονταν άλλους να φοράνε κι εκείνοι τα δικά τους συνθήματα και να διαδηλώνουν τη δική τους οπτική για τα πράγματα.

Με αυτό το σκεπτικό, το «περάστε από το λογιστήριο» δεν είναι καθόλου μια πράξη αυταρχισμού, αλλά μια χειρονομία… απελευθέρωσης. Εσείς, κυρία μου, όπως κι εσείς, κύριε, προφανώς καταπιέζεστε με το επάγγελμα που κάνετε.

Δεν έχετε τη δυνατότητα να εκφραστείτε όπως θα επιθυμούσατε, ή όπως σας υπαγορεύει η συνείδησή σας. Γι’ αυτό σας απαλλάσσουμε από τον βραχνά αυτό. Περάστε να πληρωθείτε και να πάτε κάπου αλλού, όπου θα μπορείτε να εκφράζεστε ελεύθερα.

Αφήστε που θα σας κάνουμε και ήρωα στα μάτια των συντρόφων ή των ομοϊδεατών σας, διότι τώρα είστε… τζάμπα μάγκας ή απλώς σούργελο που δεν βρίσκεται κανείς να το συμμαζέψει. (Το ότι βάζω και τις δύο περιπτώσεις μαζί δεν είναι για την οικονομία του χώρου -φαντάζομαι το καταλάβατε.)

Μεγάλη κουβέντα το «περάστε από το λογιστήριο»! Δεν θα έπρεπε, για παράδειγμα, να την πει, και μάλιστα «στον αέρα», κάποιος στον εκφωνητή του κρατικού -επαναλαμβάνω, του κρατικού- ραδιοφώνου, ο οποίος είπε «η 28η Οκτωβρίου, εκτός από επέτειο του ΟΧΙ είναι…»

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τα έχουν αυτά οι παρελάσεις…

Είδατε τι έγινε στην πόλη μας. Και τι δεν άκουσε ο Αντιπεριφερειάρχης που θεωρήθηκε –δεν ξέρω και αν ήταν (ο μόνος)- υπεύθυνος για το γεγονός ότι τα παιδιά παρέλασαν υπό βροχήν. Προσωπικά δεν είμαι και πολύ αντίθετος.

Πρώτον διότι κανείς δεν παθαίνει τίποτε από την βροχή, ΑΝ αμέσως μετά κάνει ένα ζεστό μπανάκι, ντυθεί με ζεστά ρούχα και πιεί ένα ζεστό ρόφημα. Οι γονείς λοιπόν που ανησύχησαν έπρεπε απλώς να φροντίσουν γι’ αυτό.

Όσοι άφησαν τα παιδιά τους να γυρίζουν βρεγμένα στις καφετέριες και στα σνακ μπαρ, καλύτερα να μην κατηγορούν τους υπεύθυνους για την διεξαγωγή της παρέλασης. Στο κάτω κάτω, ας έπαιρναν το παιδί τους πριν την έναρξη κι ας έφευγαν.

Συμφωνώ, λοιπόν, με τον Αντιπεριφερειάρχη, ειδικά από τη στιγμή που, όταν άρχισε η παρέλαση απλώς ψιχάλιζε («στους δρόμους έξω καθώς μες στην ψυχή μας»). Με μια μικρή παρατήρηση:

Αν ήμουν εγώ στη θέση του, θα κατέβαινα από το βάθρο και θα στεκόμουν έξω από την τέντα, κάτω από την βροχή, για να τιμήσω κι εγώ, με τον ίδιο τρόπο που έκαναν οι παρελαύνοντες, τους ήρωες του ’40.

Δεν ήμουν όμως! Γι’ αυτό και δεν άκουσα εγώ αλλά εκείνος τις βρισιές και τις κατάρες των γονέων.
 Βρέχει, και κάτω από την τέντα
δεν κάνουν ούτε βήμα μπρος.
Και γράφουν τα’ ανακοινωθέντα
«φταίει ο κακός μας ο καιρός».

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

171027 ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Αναδρομή στο παρελθόν…

Το έχουν αυτό οι γιορτές και οι επέτειοι. Θέλουν να γυρίζουμε πίσω και να αναλογιζόμαστε πράγματα τού τότε, που όμως έχουν αναφορές και στο σήμερα. Καταλάβατε φαντάζομαι ότι αναφέρομαι στην ημέρα της 28ης Οκτωβρίου, ημέρα τού ΟΧΙ.

Λάθος! Βέβαια, αυτή είναι η αφορμή, όμως δεν γύρισα τόσο πίσω, δεν πήγα στο 1940, αλλά λίγο πιο κοντά μας, στο (επίσης πολύ μακρινό, μιας και ο χρόνος είναι υποκειμενικός) 2009.

Μετά έκανα ένα μικρό άλμα, και βρέθηκα στο 2012. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο έτη τεράστια! Και έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς καταγράφηκε εδώ, από εμάς. Σας καλώ λοιπόν να ξαναθυμηθούμε μαζί τι λέγαμε τότε:

«Τα χρόνια της αθωότητας!
Τέτοιες μέρες πριν από τρία μόλις [οκτώ σήμερα] χρόνια... Τότε σχολιάζαμε την ομιλία που είχε εκφωνήσει στη Θεσσαλονίκη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με αφορμή τον εορτασμό για τα 97 χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης.

Σας θυμίζω ότι ήταν μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη ομιλία, που, αν τη δούμε όμως μετά από όσα ακολούθησαν, μας φαίνεται τουλάχιστον αφελής.
Μας φαίνεται είπα, δεν ήταν όμως καθόλου τέτοια.

Το νόημα της ομιλίας περιστρέφονταν γύρω από το δικό μας ΟΧΙ, το όχι της δικής μας γενιάς, και το καθήκον μας απέναντι στην ιστορία αλλά και τα παιδιά μας.

Ο Κάρολος Παπούλιας επεσήμανε τότε πως η γενιά του ’40, όπως και όλες οι προηγούμενες, μας παρέδωσε μια Ελλάδα μεγαλύτερη από εκείνη που παρέλαβε.
Για ποιο λόγο, αναρωτήθηκε, εμείς θα παραδώσουμε στα παιδιά μας μια χώρα πιο μικρή;

Στο σημείο αυτό βρίσκεται το ενδιαφέρον. Διότι, εκείνο που είχε στο νου του ο Πρόεδρος δεν έχει καμιά σχέση με ό,τι σκεφτόμαστε σήμερα, μιλώντας για μια Ελλάδα πιο μικρή.

Εκείνος μίλησε για μια πατρίδα μικρότερη, εννοώντας μια χώρα με λιγότερα δάση, λιγότερα νερά, λιγότερες παραλίες, λιγότερο καθαρό αέρα…
Τόνισε μάλιστα πως το νόημα του σύγχρονου πατριωτισμού θα ήταν να αγωνιστούμε για μια Ελλάδα καλύτερη από εκείνη που παραλάβαμε. Καλύτερη με όρους περιβαλλοντικούς!

Ήταν εκτός τόπου και χρόνου ο Πρόεδρος;
Θα μου πείτε και ποιος δεν ήταν τότε, όμως άλλο να είσαι επικεφαλής μιας χώρας κι άλλο να είσαι πουλάκι που σχολιάζεις όσα βλέπεις και ακούς τριγύρω σου.

Σήμερα, τρία [είπαμε, οκτώ] χρόνια μετά, δύσκολα και τραγικά χρόνια, η έννοια της μικρότερης Ελλάδας που θα παραδώσουμε στους επόμενους δεν έχει να κάνει με το καλύτερο περιβάλλον.

Γιατί όμως;
Γιατί το περιβάλλον να θεωρείται πολυτέλεια, περίπου σαν τις ιδιοτροπίες που αποκτούν οι νεόπλουτοι, και να στρέφουμε σ’ αυτό την προσοχή μας μόνο όταν έχουμε λύσει όλα τα άλλα μας προβλήματα;

Ξέρω τι σκέφτεστε. Όταν ο άλλος δεν έχει να ζεστάνει το παιδί του, θα σκεφτεί το δάσος που κινδυνεύει από την αυθαίρετη υλοτόμηση;
Έχω μια απάντηση που ίσως σας προβληματίσει λίγο.

Δυστυχώς, εκείνος που δεν έχει να ζεστάνει το παιδί του δεν μπορεί ούτε στο δάσος να πάει για να κόψει, αυθαίρετα, ξύλα. Αυτό το κάνουν όσοι έχουν (ακόμη) τον τρόπο τους, έχουν και τα τζάκια τους που τα μετέτρεψαν σε ενεργειακά ή, το πιο συχνό, διάφοροι “έμποροι” ξύλου που απευθύνονταν όμως πάλι σε αυτούς.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως σε όσα έλεγε ο Πρόεδρος, τέτοιες μέρες πριν από τρία [οκτώ] χρόνια, για να μην τον αδικήσουμε τον άνθρωπο.
Εκτός από τη διάσταση του πατριωτισμού όπου αναφέραμε σε σχέση με το περιβάλλον, έδωσε και μιαν άλλη διάσταση.

Είπε πως ο πατριωτισμός απέχει πολύ από το να νοιαζόμαστε μόνο για τον εαυτούλη μας και την οικογένειά μας και τότε το είχαμε σημειώσει αυτό με μεγάλο ενθουσιασμό, αφού κι εμείς το φωνάζουμε από τη στήλη αυτή χρόνια τώρα.

“Πατριωτισμός σημαίνει να δείχνουμε έμπρακτα το ενδιαφέρον μας για τα πιο αδύναμα μέλη της κοινωνίας μας, τους κατατρεγμένους, τους μετανάστες, τους οικονομικά ανίσχυρους…
Και μάλιστα σε καιρούς που η κρίση χτυπάει την πόρτα όλων”.

Να, λοιπόν, που είχε σκάσει μύτη και η κρίση, όμως κανείς τότε δεν φανταζόταν τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον καθένα μας.

Το άλλο πουλάκι:
«Τι θα λέγαμε σήμερα;»

Έτσι ρωτούσαμε τότε, το ίδιο ρωτάμε και τώρα:
«Ίσως ακούγεται τολμηρό, όμως πιστεύουμε ότι πατριωτικό θα ήταν σήμερα το να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας, την αξιοπρέπειά μας, ακόμη θα έλεγα και την αισθητική μας.

Τολμηρό είπα; Μπορεί απαιτητικό. Ποιος είπε όμως ότι ο πατριωτισμός δεν είναι απαιτητικός; Ποιος είπε ότι μας οδηγεί πάντοτε από εύκολους δρόμους και βατά μονοπάτια;

Πατριωτικό θα ήταν ακόμη να αναλογιστούμε ο καθένας τις ευθύνες του. Τα λάθη που έχουμε κάνει και οδηγηθήκαμε εδώ που βρισκόμαστε. Να δούμε όχι μόνο ποιος μας έφταιξε αλλά πού φταίξαμε κι εμείς και να προσπαθήσουμε να διορθώσουμε ό,τι διορθώνεται, πρώτα από τη δική μας νοοτροπία και συμπεριφορά».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Καλά δεν κάναμε που τα ξαναφέραμε όλα αυτά στη μνήμη μας;

Βλέπετε, τα χρόνια περνούν και οι προσπάθειες να βγούμε από την κρίση δεν μοιάζουν να έχουν τελειωμό –περιμένουμε άλλη μια αξιολόγηση. Όμως υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να σκεφτούμε και να κάνουμε πέρα από αυτήν.

Ή, έστω, με αφορμή αυτήν.
Τι λέτε; Μετά από πόσα χρόνια θα τα σκεφτόμαστε όλα αυτά, όχι επειδή θα είναι επίκαιρα αλλά με… νοσταλγία;   
 Όχι στη… λήθη, που θα λέγανε και κάποιοι!

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

171024 ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Έκαστος κατά το μέτρον αυτού κρίνεται!

Ποιος θα το φανταζόταν ότι μια Αριστερή κυβέρνηση, ακόμη και της πρώτης φοράς, θα έθετε σε εφαρμογή την αρχή της διακρίσεως, μια από της σημαντικότερες αρχές της πατερικής διδασκαλίας;

Τη λέει η αρχή αυτή; Μα, το είπαμε στην… αρχή. Δεν υπάρχει ενιαία αντιμετώπιση των «προσώπων» (για να βάλουμε στη συζήτηση ακόμη έναν όρο της παράδοσής μας) αλλά η κάθε περίπτωση εξετάζεται ξεχωριστά.

Για να το καταλάβετε, θα το πω λίγο χοντροκομμένα. Γιατί, υποτίθεται ότι αυτή είναι και μια διαφορά που μας διακρίνει από τους Καθολικούς. Θα έχετε δει όλοι σε ταινίες πώς γίνεται εκεί η εξομολόγηση.

Ο «πνευματικός» δεν μπορεί να δει το πρόσωπο του πιστού. «Βλέπει» μόνο το αμάρτημα. Και αναλόγως επιβάλλει τη «ποινή». Εκατό άνθρωποι να πάνε και να εξομολογηθούν το ίδιο αμάρτημα θα τους επιβληθεί ακριβώς το ίδιο επιτίμιο.

Σ’ εμάς τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά, ακριβώς εξαιτίας αυτής της αρχής της διακρίσεως. Ο πνευματικός βλέπει το πρόσωπο που έχει μπροστά του και, γνωρίζοντας τις ιδιαιτερότητες του καθενός, επιβάλλει έναν διαφορετικό «κανόνα».

(Να πούμε με την ευκαιρία ότι στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το επιτίμιο αποτελεί τιμωρία με την οποία ικανοποιείται η θεία δικαιοσύνη που έχει τρωθεί από την αμαρτία του πιστού. Ενώ στην δική μας παράδοση πρόκειται για θεραπευτικό και παιδαγωγικό μέσο.)

Πώς συμβαδίζουν τώρα όλα αυτά με την Αριστερή κυβέρνηση και τις επιλογές της. Θα το πούμε στη συνέχεια. Απλώς αξίζει να αναρωτηθούμε αν το όλο εγχείρημα αποτελεί μια κίνηση καλής θέλησης προς την Εκκλησία, δηλαδή την ιεραρχία.

Διότι, με αφορμή την αλλαγή φύλου, υπήρξε αρκετή ένταση στις σχέσεις τους. Ε, αν σκεφτεί κανείς ότι μπαίνουμε σιγά σιγά στην προεκλογική περίοδο, δεν είναι και καιρός να κόβεις όλες τις γέφυρες…

Έρχεται, λοιπόν, ο κύριος Σπίρτζης και προσπαθεί να λειάνει τις γωνίες, καταθέτοντας τον νέο ΚΟΚ, στον οποίο σκέφτηκε ότι πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της διακρίσεως που προέρχεται από την καθ’ ημάς παράδοση και αποτελεί πρακτική της Εκκλησίας.

Το άλλο πουλάκι:
Τον πρόλαβαν άλλοι!

Κάποιος θα έπρεπε να πει στον κύριο Σπίρτζη ότι τα όργανα της Τροχαίας, αυτοί ντε που κάνουν τους ελέγχους και δίνουν τις κλήσεις, εφαρμόζουν ήδη στην πράξη αυτά που θα μας έρθουν με τον νέο ΚΟΚ.

Κοιτάξτε τι γίνεται συνήθως: Πρώτα πρώτα σου λένε ποιο θα ήταν το πρόστιμο, αν σε έγραφαν για την παράβαση που έκανες πραγματικά. Συνήθως πρόκειται για ένα ποσό αρκετών εκατοντάδων ευρώ.

Εδώ βρίσκεται το πρώτο λεπτό σημείο. Δεν έχω προσωπική πείρα, φαντάζομαι όμως ότι αν σε δουν σε ένα αυτοκίνητο μεγάλης αξίας, από αυτά που λέμε πολυτελείας, παίρνεις την κλήση και πας στο καλό. Αν είσαι όμως με ένα… συμβατικό αυτοκίνητο;

Τότε σε πληροφορούν ότι θα σε γράψουν για μια άλλη παράβαση, για την οποία προβλέπεται πολύ μικρότερο πρόστιμο. Μιλάμε πλέον για δεκάδες ευρώ. Το σημείο αυτό είναι το σημαντικότερο.

Αν δείξεις πως είσαι ευχαριστημένος, παίρνεις το «χαρτάκι» και η ιστορία τελειώνει εκεί. Αν όμως πεις κάτι τού τύπου «ωχ, πάει το μεροκάματο», τότε ξεκινά η τρίτη φάση… διαπραγμάτευσης. Γιατί το όργανο μάλλον θα σε ρωτήσει «τι επάγγελμα κάνετε;»

Προσοχή! Μην πεις αλήθεια! Εκτός αν το επάγγελμά σου είναι πράγματι κάποιο από αυτά που πρέπει να δηλώσεις για να πέσεις στα ακόμη πιο μαλακά ή και να τη γλιτώσεις εντελώς. Ποια είναι όμως τα επαγγέλματα που μπορούν να συγκινήσουν ένα όργανο;

Αυτά για τα οποία η κοινωνία έχει μια θετική γνώμη. Που όσοι τα ασκούν κάνουν μια σοβαρή δουλειά, όμως δεν πληρώνονται όσο θα περίμενε κανείς. Ας πούμε, από το δημόσιο, νοσοκόμος, ή κοινωνικός λειτουργός, ή δάσκαλος…

Από τον (κατασυκοφαντημένο στη χώρα μας) ιδιωτικό τομέα, δύσκολα θα βρεις κάτι που να συγκινεί. Μπορείς να πεις ότι εργάζεσαι σε εταιρεία ανακύκλωσης, ή σε σουβλατζίδικο ως ντιλιβεράς. Προς θεού, μην πεις ότι είσαι ελεύθερος επαγγελματίας.

Μόλις, λοιπόν, το όργανο ακούσει το επάγγελμά σου, ή θα συνεχίσει κανονικά με το πρόστιμο που σου είπε πριν –τι είχες τι έχασες, δηλαδή- ή θα σου κόψει κλήση για άλλη παράβαση, με ακόμη μικρότερο πρόστιμο.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μπορεί και να σου πει «φύγετε»!

Δηλαδή να τη γλιτώσεις για τα καλά. Πράγμα που εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, όπως, για παράδειγμα από το πώς πήγε μέχρι εκείνη τη στιγμή η… συγκομιδή. Θυμηθείτε λίγο τον Ηλία του 16ου!

Συμπέρασμα. Τζάμπα «καινοτομία» πήγε να μας πουλήσει ο κύριος Σπίρτζης και τζάμπα τσιμπήσαμε κι εμείς και μαλώνουμε μεταξύ μας. Το πράγμα είναι πολύ παλιό και βαθιά ριζωμένο στην παράδοσή μας.

Αυτός το μόνο που θα καταφέρει είναι να χαλάσει και την παράδοση, διότι θα πάει να βάλει κάτι που (υποτίθεται ότι) είναι αντικειμενικό. Τα «εισοδηματικά κριτήρια». Φράση που, στην Ελλάδα, θα μπορούσε να αποτελεί και σύντομο ανέκδοτο.

Καλά το είπε εκείνο το «δεν υπάρχει οριζόντια πολιτική που να είναι δίκαιη». Τι το ήθελε το «εισοδηματικά κριτήρια υπάρχουν σε πολλές πτυχές της κοινωνικής ζωής»; Υπάρχουν, γι’ αυτό είδαμε χαΐρι.

Η πρόταση η δική μας λοιπόν: Καλύτερα να το αφήσουμε το πράγμα στη διαίσθηση και στη «μύτη» τού κάθε οργάνου.
Εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, ρεεε!
 Δίπλωμα, άδεια και… εκκαθαριστικό!

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

171023 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Με αφορμή μια έκθεση…

Δεν μπορούσαμε να χάσουμε την ετήσια έκθεση της φωτογραφικής ομάδας «ΕΦΟΔΟΣ» και όχι μόνο επειδή σ’ αυτήν συμμετέχουν πολλοί φίλοι. Πήγαμε από τους πρώτους και την απολαύσαμε πραγματικά.

Μας άρεσε που φέτος είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν περισσότερες φωτογραφίες ο καθένας. Ωστόσο η έκθεση, με δεδομένο τον περιορισμένο χώρο, ήταν πολύ καλά στημένη. Μας άρεσε επίσης που η θεματολογία δεν ήταν ενιαία και υπήρχε μεγάλη ποικιλία θεμάτων.

Κάποιες φωτογραφίες μας άρεσαν πολύ˙ άλλες δεν τις θεωρήσαμε κάτι ιδιαίτερο. Όμως τι ξέρουμε εμείς από αυτά; Το ευτύχημα είναι ότι συναντήσαμε εκεί έναν παλιό φίλο, και παλιό… φωτογράφο, με τον οποίο είχαμε να τα πούμε πολύ καιρό.

Πήγαμε για καφέ και, όπως ήταν φυσικό, μετά από τα προσωπικά μας νέα, μιλήσαμε για την έκθεση. Ακούσαμε με πολλή προσοχή τη γνώμη του και νομίζουμε ότι αξίζει να σας μεταφέρω κάτι από τη συζήτησή μας.

Πριν από αυτό όμως, να σας πούμε ότι, όταν μιλάμε για «παλιό φωτογράφο», εννοούμε κάτι αρχαίο για τα σημερινά δεδομένα. Ξεκίνησε με μια ZENIT που του είχε φέρει δώρο ένας μπάρμπας του από την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση.

Μάλιστα, για την ακρίβεια, τον πειράζαμε γιατί επάνω έγραφε ЭЕНИТ ή κάτι τέτοιο και εμείς τότε τον ρωτούσαμε πώς ξέρει τι μάρκα είναι η μηχανή, ώσπου μια μέρα την έφερε μαζί με τη θήκη της, όπου η μάρκα γραφόταν και με τους δύο τρόπους.

Αργότερα αγόρασε μια Hasselblad για την οποία επίσης έτρωγε καζούρα, αφού ο «οπλισμός» της θύμιζε κουρδιστήρι παλιού ρολογιού. Πού να ξέραμε εμείς τότε…
Στη συνέχεια απέκτησε και άλλες αξιόλογες μηχανές όμως δεν ήταν αυτός ο (βασικός) λόγος που τον ζηλεύαμε.

Τον ζηλεύαμε γιατί, στην ταράτσα της αρχαίας πολυκατοικίας τους, υπήρχε πλυσταριό για τους ενοίκους, άχρηστο όμως, που αυτός το είχε μετατρέψει σε σκοτεινό θάλαμο. Εκεί μέσα περνούσε ώρες και έκανε πράματα και θάματα.

Εμείς, μικρότεροι και ασύγκριτα κατώτεροι «φωτογράφοι» από εκείνον, το θεωρούσαμε μεγάλη εύνοια, όταν καμιά φορά μας προσκαλούσε να δούμε πώς θα εμφανίσει κάποιο καινούριο του φιλμ.

Εκεί, σε εκείνο το πλυσταριό μυηθήκαμε στα μυστικά του σκοτεινού θαλάμου. (Και κάποια κορίτσια στου έρωτα, όμως αυτό είναι άλλη ιστορία, που θα σας τη διηγηθώ σε άλλη ευκαιρία.)

Το άλλο πουλάκι:
Σταμάτησε να ασχολείται!

Αυτό ήταν μια έκπληξη για μένα, διότι δεν μπορούσα να φανταστώ πως αυτός, ένας τόσο παθιασμένος φωτογράφος, θα εγκατέλειπε το αντικείμενο του πάθους του. Μας εξομολογήθηκε ότι το τελευταίο του φιλμ το τράβηξε πριν από αρκετά χρόνια.

«Από τότε που κυριάρχησε η ψηφιακή φωτογραφία, τα παράτησα», είπε. Σήμερα, με τις μηχανές και τα μέσα που υπάρχουν, ο καθένας μπορεί να βγάζει καλές φωτογραφίες, οπότε δεν αξίζει να «ασχολείσαι».

Δεν έχει και άδικο, σκέφτηκα. Του είπα ότι κι εγώ σταμάτησα να βγάζω φωτογραφίες, για τους ίδιους περίπου λόγους μ’ εκείνον. Βλέπετε, εγώ έβγαζα κυρίως αναμνηστικά τοπία από ταξίδια.

Από τη στιγμή όμως που βρίσκω όσα θέλω στο διαδίκτυο, αποφάσισα να μην ξοδεύω στη φωτογράφιση τον πολύτιμο χρόνο των διακοπών μου. Συζητήσαμε όμως λίγο περισσότερο τη δική του περίπτωση.

Μου έκανε εντύπωση η άποψή του πως το πρώτο «εργαλείο» που διαθέτει κανείς σήμερα, προκειμένου να βγάζει καλές φωτογραφίες, είναι το γεγονός ότι… αυτές δεν κοστίζουν τίποτα. 

«Θυμάσαι που κάποτε πήγαμε διακοπές στην Κρήτη και είχαμε από ένα τριανταεξάρι φιλμ όλο κι όλο ο καθένας; Σκεφτόμασταν… μισή μέρα πριν πυροβολήσουμε. Σήμερα ο άλλος τραβάει χιλιάδες πόζες -τζάμπα είναι- ε, όλο και θα του πετύχουν κάποιες».

Συμφώνησα. Μου είπε ακόμη πως, ακόμη κι αν μια πόζα έχει ατέλειες, υπάρχουν άπειρες δυνατότητες παρέμβασης μετά, στον υπολογιστή, ώστε το τελικό αποτέλεσμα νε είναι εκείνο που θέλεις.

«Δηλαδή όλα είναι θέμα τεχνολογίας;» τον ρώτησα. «Και το κάδρο; Το τι θα συμπεριλάβεις και τι θα αφήσεις έξω από την εικόνα;»
Μου εξήγησε πως κι αυτό μπορείς, σε μεγάλο βαθμό, να το καθορίσεις μετά τη λήψη, στον υπολογιστή.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Καταλάβατε, φίλοι μου;

Να τι μαθαίνει κανείς από «ειδικούς», ακόμη κι αν αυτοί τα έχουν παρατήσει για χρόνια. Ακόμα και η στιγμή της λήψης, που καμιά φορά μας εντυπωσιάζει, μπορεί να επιλεγεί ανάμεσα σε πάρα πολλές λήψεις από εκείνες που τραβούν οι σύγχρονες μηχανές στο δευτερόλεπτο.

Παρ’ όλα αυτά, εγώ δεν πείστηκα απόλυτα. Αν ήταν τόσο εύκολα τα πράγματα, θα έπαυε η φωτογραφία να θεωρείται τέχνη και όλες οι δημοσιευμένες φωτογραφίες ή εκείνες μιας έκθεσης θα μας φαίνονταν εξίσου καλές.

Δεν είναι όμως έτσι. Ίσα ίσα, όταν οι τεχνικές δυνατότητες αυξάνονται, όταν είναι πολλοί εκείνοι που μπορούν να δώσουν ένα αξιοπρεπές τελικό αποτέλεσμα, τόσο πιο μεγάλος είναι ο ανταγωνισμός και τόσο πιο δύσκολο να διακριθεί κανείς.

Στο κάτω κάτω, η ομάδα, με αφορμή την έκθεση της οποίας κάνουμε κι αυτή τη συζήτηση, αποτελείται από φωτογράφους που απλώς μοιράζονται το μεράκι τους με άλλους. Και κάποια φορά θέλουν να το μοιραστούν και μαζί μας.

«Αυτό, από μόνο του, δεν είναι μικρό πράγμα, ιδιαίτερα στις μέρες που ζούμε», είπα στον φίλο μου και συμφώνησε.

«Γι’ αυτό, άλλωστε με είδες και στην έκθεση», είπε. «Και μόνο ότι ανταμώσαμε εκεί μετά από χρόνια είναι σπουδαίο˙ δεν είναι;»

Είναι!
 Φιλική φωτογραφία!

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

171020 ΥΠΟΘΗΚΕΥΜΕΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
«Κανένα σπίτι…»

Αυτό το «κανένα» είναι απόλυτο. Και κάθε τι απόλυτο είναι, εξ ορισμού, άδικο. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει τα πάντα αδιακρίτως, όταν μάλιστα αυτά διαφέρουν πολύ μεταξύ τους.

Το χειρότερο είναι άλλο. Όταν στην κοινωνία υπάρχει κάτι που δημιουργεί αδικίες, αυτές, τις περισσότερες φορές, για να μην πω πάντα, συμβαίνουν εις βάρος των ασθενέστερων, των πλέον αδύναμων.

Μια κοινωνία απόλυτης ισότητας είναι μια απάνθρωπη κοινωνία. Θα πρέπει να υπάρχουν διακρίσεις προς όφελος των πολιτών εκείνων που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση και εκκινούν από χειρότερη αφετηρία σε σχέση με τους υπόλοιπους.

Οι διακρίσεις αυτές είναι στην πραγματικότητα «αδικίες», που γίνονται εις βάρος των κοινωνικά ισχυρότερων και πάντως όχι αυθαίρετα. Αποφασίζονται έπειτα από διάλογο στα θεσμοθετημένα όργανα και μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες.

Τι γίνεται όμως όταν όλα αυτά αμφισβητούνται; Τι γίνεται όταν κάποιοι αρνούνται να συμμορφωθούν με τις συλλογικές αποφάσεις και δεν αναγνωρίζουν τα θεσμοθετημένα όργανα; Κυρίως όμως, τι γίνεται όταν όλα αυτά τα κάνουν στο όνομα των πλέων αδυνάτων;

Αν διακρίνετε μια μεγάλη αντίφαση, πολύ σωστά τη διακρίνετε. Επειδή όμως πιθανότατα σας μπέρδεψα, ας ξαναδούμε το θέμα από την αρχή με κάποια παραδείγματα. Θα γυρίσουμε λίγο πίσω, τότε που πρωτογνωρίσαμε τον ΕΝΦΙΑ.

«Χρειαζόμαστε μια εθνική συλλογική προσπάθεια: να πάρουμε όλοι μαζί το βάρος για να πετύχουμε το στόχο μας. Χρειαζόμαστε κάτι που να είναι δίκαιο και κοινωνικά αποδεκτό, που να διαφοροποιεί τον πλούσιο από τον φτωχό και να αποδώσει άμεσα και να μην εξαρτάται από τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό.

Για τον λόγο αυτό θα επιβληθεί τέλος στην ακίνητη περιουσία, μεσοσταθμικά 4 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ». Σας θυμίζουν τίποτε τα λόγια αυτά; Τα είχε πει ο Ευάγγελος Βενιζέλος, το 2011, μιλώντας στη ΔΕΘ. 

Ήταν η πρώτη φορά που ακούσαμε για το «χαράτσι», όπως ονομάστηκε τότε, τον… πατέρα του σημερινού ΕΝΦΙΑ. Τότε ξεκίνησε μια μεγάλη συζήτηση, όπως συνηθίζουμε να αποκαλούμε τους πολιτικούς καυγάδες εδώ στη χώρα μας.

Το άλλο πουλάκι:
Όχι σε όλα!

Αυτή, η πολύ πρωτότυπη, ήταν η στάση της τότε αντιπολίτευσης. Θυμάμαι σαν τώρα την κουβέντα που είχα με κάποιον φίλο, στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ. «Γιατί να μην πληρώνει κανείς;», τον ρωτούσα.

«Το να εξαιρεθούν κάποιοι, για την πρώτη τους κατοικία, μέχρι έναν αριθμό τετραγωνικών στα οποία θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε, το καταλαβαίνω. Όμως εκείνος που έχτισε δύο και τρία σπίτια, μάλιστα με λεφτά που ποτέ δεν φορολογήθηκαν, γιατί να την γλιτώσει;

Έπειτα, αν δεν πληρώσει κανείς (το απόλυτο, άρα και άδικο που λέγαμε στην αρχή) τα χρήματα αυτά θα πρέπει να βρεθούν από κάπου αλλού και τότε θύματα θα είναι πάλι οι ασθενέστεροι οικονομικά».

Ο φίλος ήταν ανένδοτος. «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω», ήταν το σύνθημά του. Βέβαια τη συνέχεια τη γνωρίζεται. Πλήρωσε και είπε κι ένα τραγούδι. Μάλιστα, όταν ήρθε στην εξουσία το δικό του κόμμα, μας παρακινούσε να πληρώνουμε με… ενθουσιασμό.

«Καταργούμε τον ΕΝΦΙΑ από το 2015 και τον αντικαθιστούμε με φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας. Θέλω, όμως, εδώ να είμαι ξεκάθαρος. Καλώ όλους τους πολίτες, στις παρούσες συνθήκες και με δεδομένες τις ασφυκτικές πιέσεις που υφιστάμεθα…

…να ανταποκριθούν στην εθνική προσπάθεια και να καταβάλουν τις τελευταίες δόσεις που αντιστοιχούν στο φόρο του 2014. Το 2015, όμως, δεν θα υπάρχει ΕΝΦΙΑ. Και αυτό είναι δέσμευση».

Είδατε τι σας θυμίζω σήμερα; Αυτά είναι λόγια του Αλέξη Τσίπρα, στις προγραμματικές δηλώσεις, τον Φεβρουάριο του 2015. Και λίγο αργότερα, καθώς άρχισε να βλέπει την πραγματικότητα με άλλα μάτια, δήλωνε: «Η κατάργηση του ΕΝΦΙΑέχει να κάνει με την πορεία της οικονομίας, με τις δυνατότητες που θα έχουμε να ανταποκριθούμε στους στόχους».

Τι μας διδάσκει αυτή η σύντομη «σύνδεση με τα προηγούμενα», όπως έλεγαν και στα σινερομάντζα της εποχής; Δυστυχώς, τίποτε. Διότι, αν μαθαίναμε κάτι, για παράδειγμα πως δεν πρέπει να αφήνουμε να κρύβονται οι έχοντες πίσω από τους φτωχούς, τώρα δεν θα λέγαμε «ούτε ένα σπίτι…»

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Σε χέρια τραπεζίτη!

Λες και οι «τραπεζίτες» παίρνουν τα κλειδιά και πάνε να μείνουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους στα σπίτια που βγαίνουν σε πλειστηριασμό. Που δεν βγαίνουν, όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Ή μάλλον, είναι η ιστορία για την οποία κυρίως θέλαμε να σας μιλήσουμε. Για τις «συλλογικότητες» που καταφέρνουν να αποτρέψουν πλειστηριασμούς ακινήτων η αξία των οποίων ανέρχεται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ!

Σκεφθείτε μόνο ότι, από τα πλέον επίσημα χείλη, ακούσαμε πως «πλειστηριασμοί για ακίνητα μέχρι 300.000 ευρώ ΔΕΝ διενεργούνται». Μετά, υπολογίστε την αξία που έχουν το σπίτι το δικό σας και εκείνα των γνωστών σας.

Επομένως, για τι είδους ακίνητα μιλάμε; Μιλάμε «για κατοικία στον δήμο Ψυχικού, ιδιοκτησίας γόνου οικογένειας βιομηχάνου, για οφειλές άνω του 1.200.000 ευρώ», λένε οι Συμβολαιογράφοι που συμμετέχουν στους πλειστηριασμούς.

Όπως εκείνον «επαγγελματικών ακινήτων στο Ρουφ, ιδιοκτησίας επιχειρηματία για οφειλές άνω των 2.000.000 ευρώ για τις οποίες ο επιχειρηματίας είχε εκδώσει ομολογιακό δάνειο», ο οποίος ματαιώθηκε από τις «συλλογικότητες».

Λένε επίσης ότι τα συμπεράσματα πρέπει να τα βγάλουμε μόνοι μας. Εμείς κάπου αρχίζουμε να καταλήγουμε.
Εσείς;
 Ας τα πληρώσουν εκείνοι 
που δεν πήραν ποτέ δάνειο.

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

171019 ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΕΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Τι κάνει όμως η μοίρα!

Θα έχετε παρακολουθήσει τον διάλογο και τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα των τελευταίων εβδομάδων σχετικά με την αύξηση των κρουσμάτων ιλαράς και στη χώρα μας. Ωστόσο μερικοί επιμένουν.

Επιμένουν να μην εμβολιάζουν τα παιδιά τους, διότι άκουσαν, λένε, ότι υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι για την υγεία τους. Αν τα εμβολιάσουν. Ενώ αν τα αφήσουν «χύμα στο κύμα» τα παιδιά θα αποφύγουν κάθε κίνδυνο.

Ας κάνουμε μια παρένθεση εδώ, να μιλήσουμε λίγο για το ένα γενικότερο φαινόμενο, αποτέλεσμα του οποίου είναι και το θέμα που μας απασχολεί σήμερα. Τι γίνεται στον θαυμάσιο κόσμο του διαδικτύου;

Όταν πριν από χρόνια (αλήθεια, πόσα πέρασαν άραγε;) ξεκίνησε να μπαίνει στην καθημερινότητα των πολιτών το διαδίκτυο, κανείς ακόμη δεν μπορούσε να φανταστεί τις επιπτώσεις που θα είχε αυτό στη ζωή μας.

Τότε, τα πρώτα χρόνια, χρησιμοποιούνταν κυρίως ως μέσο αναζήτησης πληροφοριών και οι εκπαιδευτικοί προέτρεπαν τους μαθητές να ψάχνουν και να βρίσκουν από εκεί στοιχεία για τις εργασίες τους.

Καθώς η ποσότητα των πληροφοριών που «έμπαινε» καθημερινά στο διαδίκτυο αυξάνονταν εκθετικά, άρχισε να διαφαίνεται ένα κίνδυνος που ολοένα γινόταν και μεγαλύτερος˙ πώς να διαχειριστεί κανείς τον τεράστιο όγκο των πληροφοριών;

Τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα όταν ο κάθε χρήστης απέκτησε τη δυνατότητα όχι μόνο να «καταναλώνει» πληροφορίες, αλλά και να «παράγει», κυρίως να αναπαράγει ό,τι του έκανε εντύπωση και πίστευε ότι ενδιαφέρει και άλλους.

Έτσι ο όγκος των «σκουπιδιών», των άχρηστων και επικίνδυνων πληροφοριών που μπαίνουν καθημερινά στο διαδίκτυο και βρίσκονται στη διάθεση του κάθε χρήστη, είναι πλέον μη διαχειρίσιμος. Μας πνίγει!

Σήμερα, λοιπόν, ακόμη και οι πλέον έμπειροι χρήστες του διαδικτύου, άνθρωποι ειδικά εκπαιδευμένοι να διακρίνουν και να εντοπίζουν εκείνο που προέρχεται από αξιόπιστη πηγή «πελαγώνουν» εύκολα και μπορεί να την πατήσουν.

Πόσω μάλλον εμείς οι υπόλοιποι που, στην πραγματικότητα, βλέπουμε και επιλέγουμε εκείνο που ταιριάζει στα πιστεύω μας, χωρίς να μας ενδιαφέρει από πού προέρχεται και χωρίς να μπορούμε –συχνά όμως ούτε και θέλουμε- να ελέγξουμε την αξιοπιστία του.

Το άλλο πουλάκι:
Ας ξαναγυρίσουμε στα εμβόλια.

Διότι όλα αυτά που είπαμε πριν αιτιολογούν τη συμπεριφορά πολλών γονιών που αρνούνται να εμβολιάσουν τα παιδιά τους, επειδή, λέει, αυτοί ξέρουν καλύτερα τι είναι σωστό και τι όχι για την υγεία τους.

Πώς το ξέρουν; Μα… το βρήκαν στο διαδίκτυο! Ή το βρήκε κάποιος γνωστός τους, κάποιος «φίλος» στο φέισμπουκ, και τους το έστειλε να το δουν, να ενημερωθούν και αυτοί «από πρώτο χέρι». 

Ποιο είναι το παράξενο; Ότι αυτό το «πρώτο χέρι» μπορεί να είναι μια περιθωριακή ιστοσελίδα, που τη διαχειρίζεται κάποιος τελείως αναξιόπιστος δημοσιογράφος ή επιστήμονας, που οφείλει την (διαδικτυακή και όχι μόνον) ύπαρξή του στη λατρεία κάποιων ανθρώπων στις θεωρίες συνωμοσίας.

Ότι, και καλά, υπάρχει μια αλήθεια την οποία σκοτεινοί κύκλοι προσπαθούν να μας αποκρύψουν, προκειμένου αυτοί να κερδίζουν εκμεταλλευόμενοι την άγνοιά μας. Αλήθεια τόσο καλά κρυμμένη, που μόνο κάποιοι δαιμόνιοι δημοσιογράφοι, ή επιστήμονες που σέβονται τον όρκο τους καταφέρνουν να μάθουν και να την αποκαλύψουν και σε εμάς.

Τι κι αν, την ίδια στιγμή, όλες οι επίσημες δημοσιογραφικές ή επιστημονικές οργανώσεις «φωνάζουν» προσπαθώντας να προειδοποιήσουν τα υποψήφια θύματα των θεωριών συνομωσίας; Αν ο άλλος έχει πειστεί ότι ΟΛΟΙ είναι στο κόλπο… 

Φτάνει στο σημείο να αφήσει το παιδί του εκτεθειμένο σε επικίνδυνες ασθένειες, προκειμένου να… μην φάει το παραμύθι που φαρμακευτικές εταιρείες, σε συνεργασία (μυστική, έτσι) με εκατομμύρια γιατρούς ανά τον κόσμο, προσπαθούν να μας πουλήσουν.

Αυτός «δεν μασάει». Ξέρει πολύ καλά πως, σε ένα απότομο φρενάρισμα, ή σε μια μικρή σύγκρουση η ζώνη ασφαλείας μπορεί να σε πληγώσει, μπορεί ακόμη και να σου σπάσει την κλείδα˙ γι’ αυτό και δεν φοράει ποτέ του ζώνη.

Αν το αναλογιστείτε, περί αυτού πρόκειται. Επειδή το εμβόλιο μπορεί (δηλαδή υπάρχει πιθανότητα) να επιφέρει κάποια μικροπροβλήματα στο παιδί, είναι προτιμότερο να το αφήσουμε εκτεθειμένο σε θανάσιμους κινδύνους!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δεν είναι καλό το παράδειγμα.

Διότι, σου λέει ο άλλος, εδώ δεν μιλάμε για έναν μικροτραυματισμό, αλλά για την πιθανότητα να πάθει το παιδί μας αυτισμό. Αυτό πίστευε και η άτυχη μητέρα, όμως η μοίρα καμιά φορά…

Θέλοντας το καλύτερο για το παιδί της, πήγε σε ψαγμένους παιδιάτρους ένας εκ των οποίων της έδωσε να διαβάσει κάποιο βιβλίο που έλεγε ότι τα εμβόλια ευθύνονται για την εμφάνιση αυτισμού σε παιδιά.

Πήρε το ρίσκο να μην εμβολιάσει το πρώτο της παιδί. Όμως αυτό εμφάνισε συμπτώματα αυτισμού και η δύστυχη μητέρα τρέχει τώρα να εμβολιάσει τα άλλα δυο της παιδιά, αλλά και να ενημερώσει την κοινή γνώμη, τους γονείς του «αντιεμβολιαστικού κινήματος» γι’ αυτό που της συνέβη.

Ξέρω τι θα σκεφτούν κάποιοι: «Και είναι μια τυχούσα μητέρα αξιόπιστη πηγή; Και ποιος μου λέει εμένα ότι δεν είναι κι αυτή μέσα στο κόλπο, ότι δεν τα πήρε για να μας πουλήσει μια ιστορία που βολεύει τις φαρμακευτικές εταιρείες;»

Επειδή, λοιπόν, πάντοτε θα υπάρχουν τέτοιοι, ένα σοβαρό κράτος δεν αφήνει αυτά τα ζητήματα στην… ελεύθερη βούληση του κάθε ανόητου.
Υποχρεώνει, δεν παρακαλά.

Ποιος είπε όμως ότι εμείς έχουμε σοβαρό κράτος;
 Άμα ακούς «κίνημα»…

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

171018 ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Πόσο κακό είναι, τέλος πάντων;

Για κάποιους είναι εγκληματικό∙ για άλλους πάλι δεν τρέχει και τίποτε. Δεν είναι ζήτημα αυτό για να συμφωνήσουμε. Εδώ διαφωνούμε σε άλλα κι άλλα… υπάρχει όμως ένα θέμα και καλά είναι να το συζητήσουμε.

Πόσο κακό είναι να μην ξέρεις αγγλικά; Θα καταλάβατε βέβαια ότι θέλω να σχολιάσω τον μεγάλο «ντόρο» που έγινε, για άλλη μια φορά, στο διαδίκτυο, με αφορμή το «τουίτ» του υπουργού Άμυνας προς την Ολλανδή ομόλογό του.

Θα έχετε παρατηρήσει ότι αποφεύγω να σχολιάσω τον κύριο Καμμένο και τα καμώματά του. Ο λόγος είναι προφανής∙ τα θεωρώ ανάξια σχολιασμού τον δε υπουργό ένα από τα χειρότερα πολιτικά όντα που έχει να επιδείξει ο τόπος.

Γιατί; Έτσι! Ξέρω ότι το σωστό είναι να αιτιολογεί κάποιος τους χαρακτηρισμούς του, όμως ακόμη και αυτός ο κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του. Διότι, αν μπεις σε τέτοια διαδικασία, έχεις ήδη αρχίσει να παίρνεις τον Καμμένο στα σοβαρά.

Θα μου πείτε δεν το κάνεις εσύ, όμως το κάνουν άλλοι και μάλιστα τον παίρνουν τόσο στα σοβαρά που φτάνουν στο σημείο να… τον ψηφίσουν. Πρόβλημά τους! Άλλοι πάλι τον κάνουν συγκυβερνήτη της χώρας… Πρόβλημά μας!

Προκειμένου, λένε, να φύγει το παλιό και το ανήθικο! Να καθαρίσει ο (πολιτικός) τόπος από εκείνους που χρησιμοποιούσαν την εξουσία σαν να την βρήκαν από τον πατέρα τους και το κράτος σαν να τους το κάναμε δώρο.

Εμείς έχουμε αποφασίσει να μην ασχολούμαστε με… εκείνα που όσο τα ανακατώνεις τόσο βρωμάνε. Συγγνώμη αν ρίχνω το επίπεδο της κουβέντας, σας θυμίζω όμως ότι δεν είπα τίποτε, εσείς, με το μυαλό σας συμπληρώσατε τη φράση.

Ας επανέλθουμε στο θέμα μας. Είναι τόσο κακό να μην ξέρει κανείς αγγλικά; Είναι! Δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο, αλλά είναι, απλώς και μόνο επειδή «ό,τι ξέρει κανείς είναι καλό». Ε, αν αντιστρέψεις τη φράση, «ό,τι δεν ξέρει κανείς…»

Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που η πολύ καλή γνώση της αγγλικής είναι ένα σοβαρό εφόδιο, σε κάνει να κινείσαι με άνεση στον χώρο, σου λύνει τα χέρια, σε κάνει αυτάρκη… με λίγα λόγια θεωρείται απαραίτητη.

Το άλλο πουλάκι:
Υπάρχει και ο αντίλογος.

Ξέρω ανθρώπους που αρνούνται πεισματικά να μάθουν μια ξένη γλώσσα, επειδή φοβούνται ότι μ’ αυτόν τον τρόπο υπονομεύουν την ελληνικότητά τους! «Γιατί να μάθω εγώ αγγλικά;» λένε, «ας μάθουν ελληνικά οι ξένοι».

(Καθότι η ελληνική γλώσσα είναι η σπουδαιότερη στον κόσμο, η μόνη που καταλαβαίνουν οι υπολογιστές, αυτή που θέλησε να εξαφανίσει ο Κίσινγκερ προκειμένου να σβήσει τον Ελληνισμό κ.λπ., κ.λπ.)

Μιλάμε για ανθρώπους που δεν έχουν φύγει ποτέ από το χωριό τους, με την έννοια της νοοτροπίας, και που τελικά, ακόμη κι αν κατάφερναν να μάθουν πέντε γλώσσες, δεν θα μπορούσαν να συνεννοηθούν παρά με τους ομοίους τους.

Υπάρχει όμως και άλλος αντίλογος. Διότι, από την πολιτική σκηνή της χώρας πέρασαν και άνθρωποι που μιλούσαν τα αγγλικά σαν μητρική τους γλώσσα. Ή που ήταν η μητρική τους γλώσσας. «Αυτοί, δηλαδή, ήταν καλύτεροι;»

Θέλετε να απαντήσω; Από τον Καμμένο, οπωσδήποτε, διότι αυτός παίζει μόνος του σε άλλη κατηγορία. Πολύ χαμηλή. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν ήταν καλύτεροι ή χειρότεροι, αλλά αν αυτό οφείλονταν στα αγγλικά.

Δηλαδή, ο Βαρουφάκης, για παράδειγμα, θα ήταν καλύτερος, αν δεν ήξερε να μιλάει τόσο καλά αγγλικά; Καταλαβαίνετε, φίλοι μου, πού το πάω. Δεν φταίει η γλώσσα, αυτή είναι ένα όπλο, ένα ισχυρό χαρτί στο χέρι κάποιου παίκτη.

Το τι είδους χρήση θα κάνει εξαρτάται από τον ίδιο. Μπορεί να το χρησιμοποιήσει για να ενημερώνεται από ξένα Μέσα, για να παρακολουθεί διαλέξεις ή συζητήσεις χωρίς τη μεσολάβηση μεταφραστών, για να επικοινωνεί απευθείας με ομολόγους του…

Σε κάθε περίπτωση όμως, καλό είναι να χρησιμοποιεί τη γλώσσα την οποία γνωρίζει καλά και στην οποία εκφράζεται με άνεση. Ειδικά όταν έχει την πολυτέλεια να του πληρώνουν και μεταφραστές.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Φτάσαμε στο επίμαχο σημείο.

Πώς εξηγείται και τι σημαίνει το γεγονός ότι ένας πρωθυπουργός ή ένας υπουργός Εξωτερικών επιμένουν να χρησιμοποιούν μια ξένη γλώσσας που δεν την κατέχουν σε ικανοποιητικό βαθμό;

Κάποιοι λένε ότι, επιδεικνύοντας την αμορφωσιά τους, απευθύνονται συνειδητά στο τμήμα εκείνο των πολιτών που διαθέτει ανάλογα με αυτούς «προσόντα». Θέλουν να πουν «είμαστε ένας από εσάς» και περιμένουν αυτό να εκτιμηθεί δεόντως.

Άλλοι το ερμηνεύουν απλώς με… μικρομεγαλισμό ή αρχοντοχωριατισμό –και συγχωρήστε με για τους νεολογισμούς! Ο επαρχιώτης που προσπαθεί να μπει στα καλά σαλόνια και φέρεται όπως ο κόσμος εκεί, χωρίς όμως να «το έχει».

Υπάρχει όμως και μια ακόμη περίπτωση που είναι η χειρότερη. Είναι η περίπτωση που κάποιος αδιαφορεί για τα λάθη του, δεν θεωρεί σπουδαίο πράγμα το να επιδεικνύει τις αδυναμίες του, αδυναμίες -προσέξτε- που θα μπορούσε εύκολα να διορθώσει.

Ενώ, δηλαδή, ενδιαφέρονται τόσο πολύ για την άλλη εικόνα τους, την επιφανειακή, για το «φαίνεσθαι», δεν τους απασχολεί καθόλου η εντύπωση που θα κάνουν, ακόμη και όταν εκπροσωπούν κάτι πολύ πέρα από τον εαυτό τους.

Τι από όλα ισχύει στην συγκεκριμένη περίπτωση; Ο λαϊκισμός χειρίστου είδους, η κουτοπονηριά της αμάθειας ή το θράσος της εξουσίας; Μην αποκλείετε, όπως συμβαίνει συνήθως, να υπάρχει ένα… δημιουργικό μείγμα όλων αυτών.

Για τον Καμμένο μιλάμε!
 Γιου φάουλ;