ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

150227 ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΣ

Το ένα πουλάκι:
Ήρθε η ώρα της αλήθειας.

Ήρθε; Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς. Τι εννοούμε όμως «αλήθεια», ας το ξεκαθαρίσουμε, γιατί μπορεί κάποιοι να την μπερδέψουν με την πραγματικότητα. Δεν είναι έτσι, άλλο το άλλο κι άλλο το άλλο, όπως έλεγε αστειευόμενος κι ένας φίλος.

Η πραγματικότητα είναι εκεί, αμείλικτη, βέβαιη για τον εαυτό της, σκληρή με όσους δεν την λαμβάνουν υπόψη τους, ειρωνική με εκείνους που προσπαθούν να την προσπεράσουν, κάνοντας πως δεν την βλέπουν.
Η «αλήθεια» είναι κάτι άλλο. Είναι η εικόνα που έχουμε εμείς για την πραγματικότητα. Ποιοι εμείς; Όχι βέβαια εγώ κι εσείς, αλλά όλοι μαζί.

Για να το καταλάβετε θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Για αιώνες η πραγματικότητα ήταν και εξακολουθεί να είναι το γεγονός πως η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο. Για αιώνες όμως η «αλήθεια» για τους ανθρώπους δεν ήταν αυτή. Οι άνθρωποι πίστευαν πως συμβαίνει το αντίθετο, πως ο ήλιος γυρίζει γύρω μας, είχαν δεχτεί αυτή την άποψη και ζούσαν μια χαρά μαζί της.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;
Διότι… «αληθεύειν εστί το κοινωνείν», όπως πίστευαν οι παππούδες μας, από τον Ηράκλειτο ακόμη, κυρίως όμως μετά τον Αριστοτέλη.
Η «αλήθεια» είναι ένα κοινωνικό γεγονός, είναι κάτι που ισχύει και δοκιμάζεται συνεχώς μέσα στο… «άθλημα των σχέσεων», για να δανειστώ και την έκφραση ενός άλλου, σύγχρονου μας φιλοσόφου, του κ. Χρήστου Γιανναρά. Ατομική αλήθεια δεν υπάρχει, δηλαδή δεν ισχύει, για να μην πω ότι αποτελεί και αίρεση.

Αν αυτά ισχύουν, ήρθε η ώρα και η δική μας κοινωνία να αντιμετωπίσει, επιτέλους, την αλήθεια, σχετικά με όσα ζούσαμε και ζούμε τα τελευταία χρόνια.
Γιατί όμως τώρα; Τι είναι αυτό που άλλαξε, τι μας έκανε να ωριμάσουμε, ώστε να μπορέσουμε να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους;

Τίποτε άλλο από την προσγείωση ΚΑΙ της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην πραγματικότητα που αρνούνταν να δουν, όπως άλλωστε και οι προηγούμενες αντιπολιτεύσεις, πριν αναγκαστούν να κυβερνήσουν και να διαχειριστούν την (τραγική) κατάσταση της χώρας.

Οι ιδέες πως «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», πως μπορούμε να βγούμε από την κρίση χωρίς να ματώσουμε, πως υπάρχουν κάποιοι πρόθυμοι να μας δανείζουν χωρίς όρους, πως μπορούμε εμείς, όντας σε ανάγκη και ανίσχυρη θέση, να επιβάλουμε τις θέσεις μας στους άλλους…

Θέλετε κι άλλα; Πώς η κρίση είναι αποτέλεσμα του μνημονίου, το οποίο με τη σειρά του είναι η προσπάθεια «κατοχής» της χώρας από ξένους, πως μπορούμε εσαεί να καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε, χωρίς να μεταφέρουμε τη «διαφορά» στα παιδιά μας, πως μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι, χωρίς να είμαστε οικονομικά ισχυροί, αλλά με απλωμένο το χέρι για βοήθεια…

Το άλλο πουλάκι:
Εδώ είναι το μεγάλο στοίχημα.

Το ότι θα πάρει αυτή η κυβέρνηση κάποια περισσότερο φιλολαϊκά μέτρα είναι αναμενόμενο, τουλάχιστον από όσους την ψήφισαν και όχι μόνο.
Το ότι θα προσπαθήσει (στο μέτρο πάντα του «επιτρεπτού») να βοηθήσει τους ασθενέστερους το θεωρώ σίγουρο.
Δυστυχώς όμως αυτά δεν φτάνουν…

Δεν φτάνουν για να αποστραφεί το κλίμα που δημιουργήθηκε και η νοοτροπία που καλλιεργήθηκε στην ελληνική κοινωνία, τόσα χρόνια τώρα.
Και ξέρετε ποιο είναι το χειρότερο και πρέπει να αποτελεί  τον μεγάλο μας φόβο; Πως αυτοί -πολλοί από αυτούς- που δεν θα μείνουν ευχαριστημένοι με τον ΣΥΡΙΖΑ θα ψάξουν νέα «στέγη» σε πιο αντιευρωπαϊκά και εθνολαϊκιστικά κόμματα. Έτσι έχουν μάθει, έτσι έχουν εκπαιδευτεί από το… παραμύθι που κυκλοφορούσε τόσον καιρό στην πιάτσα, με ευθύνη και των κομμάτων που σήμερα κυβερνούν. Ας αφήσουμε τους όμως ΑΝΕΛ, απ’ αυτούς δεν περιμένουμε τίποτε.

Γι’ αυτό, λοιπόν, λέμε ότι είναι η ώρα της αλήθειας.
Τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ αναγκάστηκε να δει την πραγματικότητα, αλλά και τώρα που ακόμη ένα μεγάλο μέρος του λαού τον εμπιστεύονται και στηρίζουν τις κινήσεις του.

Τώρα που δεν έχει να φοβηθεί το πολιτικό κόστος και που έχει τη δύναμη -μιλώ για την πλευρά εκείνη που μπορεί να δει την πραγματικότητα- να επιβληθεί σε όσους ακόμη πετούν στα σύννεφα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Στην ανάγκη να ζητήσει συγνώμη!

Να ένα δίδαγμα που μπορεί να αντλήσει από τη στάση του Μανώλη Γλέζου. Με μια ουσιαστική διαφορά. Ο Μανώλης Γλέζος ζήτησε συγνώμη επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ είπε, προεκλογικά, πράγματα, τα οποία ως κυβέρνηση όφειλε να πράξει αλλά το απέφυγε.

Ο ΣΥΡΙΖΑ (είπαμε, εκείνο το κομμάτι του που ζει στην πραγματικότητα) οφείλει μια συγνώμη, διότι, προεκλογικά, μίλησε για πράγματα που δεν μπορούσε να υλοποιήσει.
Ας μην εξετάσουμε αν το έκανε έχοντας επίγνωση αυτής της αδυναμίας του, προκειμένου δηλαδή να υφαρπάξει ψήφους ή επειδή δεν γνώριζε αυτά που τώρα ξέρει.

Η ουσία είναι να ειπωθούν αλήθειες. Τώρα, χωρίς καθυστέρηση. Μόνο αυτό θα είναι ένα θετικό βήμα στην επούλωση των τραυμάτων που δημιούργησε στη χώρα η αντιπολιτευτική τακτική, με αιχμή της τον διαχωρισμό σε κακούς μνημονιακούς και καλούς αντιμνημονιακούς.

Και μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα να προσγειωθούν και άλλοι πολλοί ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα και να επανέλθουν στον κόσμο της λογικής και της ψυχραιμίας.

Μετά μπορεί να ξεκινήσει πράγματι η προσπάθεια μιας «πρώτη φορά Αριστεράς» κυβέρνησης, για καλύτερη δικαιοσύνη, περισσότερη δημοκρατία, ανάπτυξη με αναδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού…

Το βλέμμα εμπρός!

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

150226 ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Ίσως φανεί ότι το κάνω χαιρέκακα.

Όμως, σας διαβεβαιώ, δεν είναι καθόλου έτσι. Δεν ξεκινάω την κουβέντα για να σας πω «εγώ σας τα έλεγα, όμως δεν μ’ ακούγατε».
Το κάνω γιατί ο αναστοχασμός είναι μια πολύτιμη διαδικασία, για όσους θέλουν να βγάζουν χρήσιμα συμπεράσματα από τις εμπειρίες τους.

Λάθη κάνουμε όλοι, σας το έχουμε ξαναπε,ί ακόμη κι εμείς. Λάθος εκτιμήσεις, εσφαλμένες αποφάσεις, όλα αυτά όμως τα ξανασκεφτόμαστε και προσέχουμε την επόμενη φορά να είμαστε πιο… προσεκτικοί.
Το συμπέρασμα, λοιπόν, που πρέπει να βγάλουμε όλοι μας από τη σημερινή κουβέντα, το λέω προκαταβολικά, είναι να μην ανάγουμε σε αυθεντίες ανθρώπους οι απόψεις των οποίων μας βολεύουν προσωρινά.

Δεν είναι κακό να συμφωνείς με κάποιους και να επικαλείσαι τη γνώμη τους, όταν αυτοί θεωρούνται πιο έμπειροι ή πιο ειδικοί σε κάποιο θέμα. Από το σημείο αυτό όμως μέχρι του να κάνεις ευαγγέλιο τα λόγια τους ή να τους ακολουθείς σε ό,τι κι αν λένε, έχει μια διαφορά. Διαφορά την οποία έρχεται η ώρα να πληρώσεις.

Περί τίνος πρόκειται όμως;
Είμαι βέβαιος ότι αυτές τις μέρες όλο και θα έπεσαν στην αντίληψή σας οι δηλώσεις του Μανώλη Γλέζου για τη συμφωνία με το Γιούρογκρουπ. Θυμίζω καναδυό σημεία: «Η μετονομασία της Τρόικας σε θεσμούς, του Μνημονίου σε Συμφωνία και των Δανειστών σε Εταίρους, όπως όταν βαφτίζεις το κρέας ψάρι, δεν αλλάζει την προηγούμενη κατάσταση».

Εντάξει, αυτό το έχουν πει πολλοί, ακόμη και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, οπότε δεν στεκόμαστε και πάμε λίγο παρακάτω: «Την επομένη των εκλογών με ένα νόμο καταργούμε την Τρόικα και τις συνέπειές της. Πέρασε ένας μήνας κι ακόμα η εξαγγελία να γίνει πράξη. Κρίμα και πάλι κρίμα. Από την πλευρά μου ΖΗΤΩ ΣΥΓΝΩΜΗ από τον ελληνικό Λαό διότι συνήργησα σ’ αυτή την ψευδαίσθηση».

Εδώ κάτι αλλάζει. Μιλάει για μια ψευδαίσθηση η οποία καλλιεργήθηκε (κατάργηση της Τρόικας, δηλαδή των Μνημονίων) και θεωρεί ότι και ο ίδιος συνέβαλε σ’ αυτό.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αρχίσουμε, όπως είπα πριν, να ξανασκεφτόμαστε το ζήτημα των «αυθεντιών», εκείνων δηλαδή που τα λόγια τους δεν χωράνε καμιά αμφισβήτηση και τις οποίες επικαλούνται διάφοροι συνομιλητές μας για να ισχυροποιήσουν τα επιχειρήματά τους.

Το άλλο πουλάκι:
Ήμουν κι εγώ εκεί.

Την πρώτη φορά που ήρθε ο Μανώλης Γλέζος στην πόλη μας και μίλησε στην πλατεία θεώρησα υποχρέωσή μου να πάω να τον ακούσω. Δεν μπορεί, έλεγα, είναι το λιγότερο ασέβεια να έρθει μια τέτοια προσωπικότητα στην πόλη και οι Δραμινοί να αδιαφορήσουμε. Πρέπει να είμαστε όλοι εκεί.

Παρ’ όλο που ήταν προσκεκλημένος των Αγανακτισμένων, παρ’ όλο που ήξερα περίπου τι θα πει, πήγα και τον άκουσα με προσοχή. Αυτό είναι άλλο. Μόλις όμως πήγα να συζητήσω με κάποιους φίλους τα επιχειρήματά του και να προβάλω κάποιες ενστάσεις, έπεσαν να με φάνε. «Ποιοι είμαστε εμείς, (έβαλαν τάχα και τον εαυτό τους) που θα διαφωνήσουμε με τον Μανώλη Γλέζο;»

Δεν ξέρω αν συνεχίζουν να συμφωνούν σε όλα μαζί του, αξίζει όμως να σας διαβάσω και λίγο παρακάτω από τις προχθεσινές του θέσεις: «Πριν όμως προχωρήσει το κακό. Πριν να είναι πολύ αργά, ας αντιδράσουμε. Τα μέλη οι φίλοι και οι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ, σε έκτακτες συνελεύσεις, όλων των βαθμίδων των οργανώσεων να αποφασίσουν αν δέχονται αυτή την κατάσταση».

Τι λέει δηλαδή εδώ ο αξιοσέβαστος γέρος; Μη βιάζεστε να συμπεράνετε, παρακάτω γίνεται σαφέστατος: «Ανάμεσα σε καταπιεστή και καταπιεζόμενο δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός, όπως ανάμεσα σε σκλάβο και τον κατακτητή, λύση είναι μόνο η Λευτεριά».
Ξεχνάει ότι η λύση ποτέ δεν είναι μία. Ακόμη και οι επί τετρακόσια χρόνια σκλαβωμένοι Έλληνες είχαν μια εναλλακτική: Ελευθερία ή Θάνατος!

Αυτό που ζητάει δηλαδή ο Μανώλης Γλέζος δεν διαφέρει σε τίποτα από την πρόταση του Καμμένου «να γίνουμε Κούγκι».
Είναι μια άποψη, πόσοι όμως μπορούν να την υποστηρίξουν στις «έκτακτες» συνελεύσεις όλων των βαθμίδων του ΣΥΡΙΖΑ;»

Ξέρετε τι απάντησε το ίδιο το περιβάλλον του πρωθυπουργού; «Είναι πιθανόν ο Μανώλης Γλέζος να μην είναι καλά πληροφορημένος για τη σκληρή και επίπονη διαπραγμάτευση η οποία συνεχίζεται».
Δηλαδή, του λένε «δεν ξέρεις τι λες» και του μιλούν για «σκληρή διαπραγμάτευση», τη στιγμή που ο ίδιος ισχυρίζεται πως δεν μπορεί και δεν πρέπει να υπάρξει καμιά συμφωνία με τους κατακτητές.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τον φαντάζεστε Πρόεδρο της Δημοκρατίας;

Διότι και αυτό το ακούσαμε. Πως η κυβέρνηση έπρεπε να επιλέξει έναν από τους Μανώλη Γλέζο ή Μίκη Θεοδωράκη. Μάλιστα η πρόταση συνοδεύτηκε από το επιχείρημα «ποιος δεν θα τους ψήφιζε;»
Θυμίζω ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, έχει το δικαίωμα και τη δυνατότητα να «αναπέμπει» στη Βουλή ψηφισμένα νομοσχέδια με τα οποία διαφωνεί, εκθέτοντας τους λόγους. Φαντάζεστε τι θα γινόταν;

Θα ήθελα όμως να σας διαβάσω λίγο το σκεπτικό της Ρούλας Γεωργακοπούλου, στην Athens Voice, η οποία υποστηρίζει ότι πρώτη εκείνη δεν θα ψήφιζε ούτε τον Μανώλη Γλέζο ούτε τον Μίκη Θεοδωράκη για ΠτΔ: «Δεν διαφέρει καθόλου από τους λόγους για τους οποίους δεν αφήνω τη συνομήλική τους, μητέρα μου να οδηγεί αυτοκίνητο και την επιτηρώ διακριτικά, και στις πιο ασήμαντες δικαιοπραξίες ρουτίνας στις οποίες κάποτε ήταν αητός. Όχι από κακία, αλλά από σεβασμό […]»

Αυτά για τις αυθεντίες. Ήθελα να σας πω και για μια άλλη, πολύ αγαπητή στους προεκλογικούς φίλους του ΣΥΡΙΖΑ, που τώρα μιλάει για «παράδοση άνευ όρων», για «γονατιστή κυβέρνηση» και για τον μοναδικό της στόχο «που δεν είναι άλλος από την παραμονή στην εξουσία», αλλά ας μην το χοντρύνουμε. Όσοι θέλετε, αναζητήσετε το μόνοι σας. Ξέρετε πώς.

Έχει ο καιρός, καμιά φορά και πολύ σύντομα, γυρίσματα.

Αυθεντικές… αυθεντίες!

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

150225 ΝΙΚΗΦΟΡΟ-2

Το ένα πουλάκι:
Ας σοβαρευτούμε!

Εμείς το είχαμε πει από την αρχή πως δεν σχολιάζουμε «μονομερείς» ενέργειες της νέας κυβέρνησης, πως στηρίζουμε τις προσπάθειές της για επίτευξη μιας συμφωνίας και πως θα τα πούμε όταν με το καλό αυτή έρθει.

Άρα δεν είμαστε εμείς το πρόβλημα. Και δεν είμαστε διότι εμείς βλέπαμε (δεν λέω ξέραμε) μέχρι πού είναι οι διαπραγματευτικές δυνατότητες της κυβέρνησης (της κάθε κυβέρνησης, αν βάλεις πέντε πάνω, πέντε κάτω) και τι να περιμένουμε ως καλύτερο και ως χειρότερο σενάριο.
Άλλοι δεν έβλεπαν και κρατούσαν μεγάλα, πολύ μεγάλα, καλάθια.

Είναι εκείνοι που έβγαιναν στις πλατείες και κρατούσαν πλακάτ που έγραφαν «ούτε βήμα πίσω» ή «100% διαγραφή του μνημονίου» ή «καμιά θυσία για το ευρώ». Και οι άλλοι που πίστευαν πως οι εναλλακτικές είναι δύο, σκίσιμο των μνημονίων ή «Κούγκι».
Το θέμα είναι πως όλους αυτούς τους είχε εκθρέψει η κυβέρνηση με την αντιπολιτευτική τακτική της και τους έκανε να πιστεύουν πως «θα αλλάξει όλη την Ευρώπη» ή πως «θα βαράμε το ζουρνά και οι αγορές θα χορεύουν».

Έχει νόημα να αναρωτηθούμε τώρα τι από τα δύο έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπολιτευόμενος; Έλεγε συνειδητά ψέματα ή είχε τόσο μεγάλη άγνοια της διαπραγματευτικής μας δυνατότητας;
Όχι, δεν έχει νόημα, οπότε ας αφήσουμε αυτή τη συζήτηση να την κάνουν μεταξύ τους όσοι τον πίστεψαν.
Το θέμα είναι πως πολλοί από αυτούς, ακόμη και σήμερα, πιστεύουν ότι αυτό που πετύχαμε με τη συμφωνία είναι κάτι ελαφρώς διαφορετικό από τις προεκλογικές εξαγγελίες.

Ε, μας συγχωρείτε, αλλά με αυτούς τους ανθρώπους δεν μπορούμε να συζητάμε, εξάλλου ποτέ δεν είχε νόημα να προσπαθείς να τους πείσεις όλους.
Ελάτε να συζητήσουμε μεταξύ μας εμείς οι άλλοι, που μπορούμε τουλάχιστον να συμφωνήσουμε στα βασικά. Να δούμε τι πήραμε και τι δώσαμε, όπως γίνεται σε κάθε αξιοπρεπή (σας λέει τίποτα η λέξη;) συμφωνία, όπου και οι δύο πλευρές πρέπει να φεύγουν με την αίσθηση ότι κέρδισαν κάτι.

Προσέξτε, όχι ότι κέρδισαν, ότι κατατρόπωσαν δηλαδή τον αντίπαλο, διότι τότε δεν μιλάμε για συμφωνία. Απλώς ότι κέρδισαν κάτι, πέτυχαν κάποιους από τους στόχους τους. Εμείς, λοιπόν, τι κερδίσαμε; Αυτό το οποίο κερδίσαμε σίγουρα, και στο οποίο συμφωνούν όλοι, είναι… χρόνος.

Ήταν απολύτως σωστό και ήταν αναμενόμενο να γίνει σεβαστό από τους συνομιλητές μας πως μια νέα κυβέρνηση χρειάζεται χρόνο για να αντιληφθεί την πραγματική εικόνα και να σχεδιάσει τα βήματά της.
Ακόμη και αν αυτή η κυβέρνηση ζητούσε εκλογές εδώ και πάρα πολύ καιρό, λέγοντας πως είναι έτοιμη να κυβερνήσει από την επόμενη μέρα.

Το άλλο πουλάκι:
Τι άλλο κερδίσαμε;

Μπορεί να φαίνεται απλό, όμως, σε συμβολικό επίπεδο έχει την αξία του. Πετύχαμε την αλλαγή ονομάτων. Έτσι τώρα δεν μιλάμε για «Τρόικα», αλλά για «θεσμούς», οι οποίοι είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δηλαδή η Τρόικα. Είπαμε, τα ονόματα έχουν το συμβολισμό τους.

Κερδίσαμε ακόμη αρκετά πράγματα, που δεν ήταν καθόλου αυτονόητα, για όσους παρακολουθούσαν τις εξελίξεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
Πρώτα πρώτα δεν κατέρρευσε το τραπεζικό σύστημα και δεν είχαμε σκηνές «Κύπρου», γεγονός που ήταν πολύ πιθανό, ιδίως μέσω της «υποστήριξης» που παρείχε η ελληνική κοινωνία προς την διαπραγματευόμενη κυβέρνηση, σηκώνοντας όλες τις καταθέσεις.
Είπαμε, άλλο «πλατείες» κι άλλο το ατομικό μας συμφέρον!

Καταφέραμε επίσης να μην υποχρεωθούμε σε αποχώρηση από την Ευρωζώνη. Όσο κι αν ενοχλεί αυτό τους διάφορους «Λαταβίτσες» εντός και εκτός της κυβέρνησης, είμαστε ακόμη στο ευρώ. Προς το παρόν. Για το μέλλον βλέπουμε και θα εξαρτηθεί από την πορεία της συμφωνίας.

Ένας άλλος στόχος, επίσης σημαντικός, ήταν το ότι συμφωνήσαμε τον τρόπο με τον οποίο θα «ολοκληρωθεί» το υπάρχον μνημόνιο.

Προσέξτε, ούτε θα σκιστεί, ούτε θα καταργηθεί, αλλά θα «κλείσει», όπως προβλεπόταν αρχικά, μετά από αξιολόγηση των «θεσμών», (παραλίγο να πω της Τρόικας) μέχρις ότου αντικατασταθεί από μια νέα συμφωνία, που θα λέγεται «συμβόλαιο», προκειμένου να μπορέσουμε να εκπληρώσουμε τις τεράστιες υποχρεώσεις που θα έχουμε προς τους δανειστές μας τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.

Γι’ αυτό, αν δεν το καταλάβατε, η παράταση που μας δόθηκε (εντάξει, που κερδίσαμε) δεν ήταν εξάμηνη, αλλά τετράμηνη, ώστε, μετά την παρέλευση του τετραμήνου, να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις, αφού τότε θα βρισκόμαστε μπροστά σε νέα ζόρια. Να μην ξεχάσω όμως το σημαντικό κέρδος μας, ότι ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις συνθήκες του 2015.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Καλά, και οι άλλοι τι κέρδισαν;

Ε, νομίζω ότι ήδη έχετε καταλάβει αρκετά.
Διότι, όλα αυτά που κερδίσαμε εμείς ήταν, σε μέσες άκρες, αυτά που έτσι κι αλλιώς είχαμε συμφωνήσει κι έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου, αν η προηγούμενη κυβέρνηση δεν είχε την φαεινή ιδέα να τρέξει να βγει στις αγορές (σκίζοντας πρώτη τα μνημόνια) και η προηγούμενη αντιπολίτευση την επιμονή να πάμε ντε και καλά σε εκλογές.

Επιπλέον κατάφεραν να βάλουν ένα χαλινάρι στον (πώς να τον πω;) ενθουσιασμό του «πρώτη φορά Αριστερά» ΣΥΡΙΖΑ ώστε να μην αρχίσει το ξήλωμα όσων είχαν συμφωνηθεί, κάνοντας «μονομερής ενέργειες». Οι αλλαγές μπορούν να περιμένουν τη στιγμή που η χώρα δεν θα έχει τόσο μεγάλη ανάγκη τα λεφτά των εταίρων, και θα μπορεί να δανείζεται χωρίς να δίνει λόγο για το πώς ακριβώς θα μπορέσει να επιστρέψει τα δανεικά.

Αυτά σε γενικές γραμμές. Τώρα πώς τα βαφτίζει ή πώς τα αξιολογεί ο καθένας είναι δική του υπόθεση και εξαρτάται, όπως είπαμε, από το πόσο μικρό ή μεγάλο καλάθι κρατούσε.
Η ουσία είναι ότι τα κομματάκια χαρτιού στους δρόμους ήταν τελικά χαρτοπόλεμος της αποκριάς κι όχι σκισμένα μνημόνια.
Και του χρόνου!

Κέρδη και ζημίες!

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

150224 ΝΙΚΗΦΟΡΟ-1

Το ένα πουλάκι:
Όπως το βλέπει ο καθένας.

Αργά το βράδυ του Σαββάτου, πραγματοποιώντας το καθιερωμένο χαλαρωτικό ζάπινγκ στα τοπικά κανάλια, έπεσα πάνω στην πλέον χαρακτηριστική απάντηση στο ερώτημα των ημερών. Ποιο είναι το ερώτημα, και ποια είναι η απάντηση;
Πριν σας τα αποκαλύψω, ας περάσω σε μια σειρά από παρενθέσεις.

Πόσα «τοπικά κανάλια» πιάνετε στους ψηφιακούς σας δέκτες; Σας έχει προβληματίσει ποτέ αυτό το φαινόμενο της -πώς να την πω;- τεράστιας πολυφωνίας; Πώς είναι δυνατόν μια περιοχή από τις Σέρρες μέχρι την Αλεξανδρούπολη να μπορεί να… συντηρεί τόσο πολλά τηλεοπτικά κανάλια;

Πώς ζουν όλοι αυτοί; Πόσο μεγάλη είναι η «διαφημιστική πίτα», που να μοιράζεται σε τόσα κομμάτια και να φτάνει για όλους; Επιπλέον, τι δυνατότητα παραγωγής «προγραμμάτων» έχουν, πόσο πια είναι το στελεχιακό δυναμικό που να μπορεί να στηρίζει τόσους σταθμούς; Είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι αναμεταδίδουν κατώτερης ποιότητας εκπομπές άλλων, πιο κεντρικών, παρακμιακών σταθμών;

Τι σκέφτεται να κάνει η νέα κυβέρνηση με αυτό το φαινόμενο; Διότι, εκτός από τους «μεγαλοκαναλάρχες» και τις εθνικού επιπέδου διαπλοκές, υπάρχουν και τα τοπικά μικροσυμφέροντα, που συντηρούνται και αναπαράγονται από τους τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, οι οποίοι επιβιώνουν μόνο χάρη σε τέτοιου είδους μικρές και τοπικές διαπλοκές.

Και αν κάποιος θα κατηγορούσε δικαιολογημένα τα μεγάλα κανάλια για την άθλια -πολλές φορές- ποιότητα των προγραμμάτων τους, τι να πει για τα τοπικά, που αποτελούν ορισμό του κιτς, με την έννοια της απομίμησης ενός κακού, αλλά με πιο φτηνά μέσα;
Αν κλείσουμε την πρώτη παρένθεση κι ας περάσουμε στη δεύτερη μέσα από μια ιστορία.

Όλη την εβδομάδα που προηγείται της συνάντησης, η νεοφώτιστη στη μεγάλη κατηγορία ομάδα, που θα αντιμετωπίσει την περσινή πρωταθλήτρια, κάνει δηλώσεις.
Θα τους σκίσουμε, θα τους βάλουμε πέντε γκολ, θα τους πάρουμε τα σώβρακα, έχουμε τον κόσμο μας δωδέκατο παίκτη, όλη η χώρα, όλη η Ευρώπη θα μιλάει για μας…

Έρχεται η ώρα του ματς, μπαίνουν οι ομάδες στο γήπεδο, οι νεοφώτιστοι ξεκινούν επιθετικά και… δέχονται το πρώτο γκολ. Δεν το βάζουν κάτω και συνεχίζουν με τον ίδιο ενθουσιασμό, όποτε το πρώτο ημίχρονο τελειώνει με δυο γκολ εις βάρος τους. Στο δεύτερο ημίχρονο, μετά τις σχετικές οδηγίες του προπονητή μπαίνουν καθαρά επιθετικά, πιέζουν στο μισό γήπεδο και… γίνεται το 0-3!

Το άλλο πουλάκι:
Τότε αλλάζει το σύστημα.

Ο προπονητής βάζει μέσα δυο μέσους αμυντικούς αποσύροντας τους δύο επιθετικούς του. Αλλάζει και το στήσιμο της ενδεκάδας και δίνει οδηγίες στους παίκτες πώς να παίξουν, ώστε να μη δεχτούν άλλα γκολ. Πράγματι, ίσως και λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος από τους αντιπάλους, το παιχνίδι τελειώνει με τρία μηδέν εις βάρος των «δικών μας».

Στις δηλώσεις που ακολουθούν, ο προπονητής «μας» συγχαίρει τους παίκτες του, που, αν και πρωτάρηδες, έκαναν καλή δουλειά, ακολούθησαν τις οδηγίες του και, ειδικά όταν αποφάσισαν να παίξουν αμυντικά, πέτυχαν τον στόχο τους που ήταν να μη δεχτούν άλλο τέρμα. «Εξάλλου είναι αρχή του πρωταθλήματος και η ομάδα θα έχει όλα τα περιθώρια να ανασυγκροτηθεί και παίξει το ποδόσφαιρο που ξέρει και να πετύχει τους στόχους της», δηλώνει στο τέλος.

Τις δηλώσεις αυτές αναπαράγουν την άλλη μέρα όλα τα τοπικά μέσα, προβάλλοντας την ομάδα ως «ουσιαστικά νικήτρια», αφήστε που εξακολουθεί να έχει και το ηθικό πλεονέκτημα, μια που αγωνίστηκε απέναντι σε πρωταθλήτρια μεν, την οποία βαραίνουν όμως ένα σωρό υποψίες για στημένους αγώνες και «πρόθυμες διαιτησίες».

Βέβαια, η ομάδα εκείνη πήρε «χαλαρά» τους τρεις βαθμούς που ήθελε και συνεχίζει το πρωτάθλημα βλέποντας άλλα, πιο δύσκολα ματς που έχει στο πρόγραμμά της.
Οι παίκτες της, που είχαν χαρακτηριστεί «ακριβοπληρωμένες λουλούδες» από τους οπαδούς της νεοφώτιστης ομάδας, έκαναν απλώς κάποιες δηλώσεις συμπάθειας για τα «νέα παιδιά» και τους ευχήθηκαν καλή συνέχεια…

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι λέγαμε;

Α, ναι. Για την πλέον χαρακτηριστική απάντηση στο ερώτημα των ημερών. Την πετύχαμε σε έναν από τους πολλούς τοπικούς σταθμούς της περιφέρειάς μας και την έκανε βουλευτής της κυβέρνησης σε δημοσιογράφο του καναλιού. Την ερώτηση; Θα την καταλάβετε μόνοι σας.

«Ασφαλώς και πρόκειται για επιτυχία! Παράταση δεν ζήτησε η Ελλάδα από το Γιούρογκρουπ; Παράταση δεν πήραμε; Ε, αν αυτό δεν είναι επιτυχία, τότε ποιο είναι;»

Δεν γνωρίζω τι είπε στη συνέχεια ο δημοσιογράφος, διότι, με την ολοκλήρωση της απάντησης του βουλευτή, ολοκλήρωσα κι εγώ το μεταμεσονύχτιο χαλαρωτικό ζάπινγκ και πήγα να κοιμηθώ ήσυχος για το μέλλον της χώρας, αλλά και φουσκωμένος από υπερηφάνεια για τη μεγάλη επιτυχία της ομάδας μας να μη φάει τέταρτο γκολ, όπως ρητά έθεσε ως στόχο ο προπονητής μας, μετά το 0-3!

Τις δηλώσεις της προηγούμενης εβδομάδας τις είχα ξεχάσει ήδη, αφού τις θεώρησα αντίστοιχες του λαγού στο γνωστό ανέκδοτο, ο οποίος έλεγε και καμιά… δήλωση για να περνά η ώρα!

Εξάλλου, σήμερα, Τρίτη 24 Φεβρουαρίου, ο ήλιος ανέτειλε στις 7:10 και τα καταστήματα άνοιξαν κανονικά, όπως και οι τράπεζες, πράγμα που δεν ήταν καθόλου βέβαιο, πριν από την μεγάλη επιτυχία της συμφωνίας που κερδίσαμε στο Γιούρογκρουπ της Παρασκευής.
Ημέρας, θυμίζω, κατά την οποία –μαζί με τις δύο προηγούμενες- είχαν «σηκωθεί» από τις τράπεζες περισσότερα από 1 δισ ευρώ.

Καλή Σαρακοστή!

Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε!

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

150220 ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ

Το ένα πουλάκι:
Πού βρίσκεται το λάθος;

Όσοι έχουν διορθώσει, γραπτά με ασκήσεις μαθηματικών ή φυσικής θα καταλάβουν καλύτερα αυτό που θέλω να πω.
Πολλές φορές, μπορεί να κάνεις ένα λάθος στην αρχή, βάζοντας κάποιον άλλον συντελεστή ή αλλάζοντας έναν παράγοντα, οπότε μετά, ακόμη κι αν τα κάνεις όλα σωστά, το αποτέλεσμα θα βγαίνει πάντοτε λανθασμένο.

Αυτό συμβαίνει και με την πολιτική της κυβέρνησης. Έβαλε από την αρχή μια παράμετρο την οποία βρίσκει συνεχώς μπροστά της. Κι όταν λέω από την αρχή, εννοώ από τον καιρό του ήταν αντιπολίτευση, από την εποχή ακόμη των αγανακτισμένων.

Ποια ήταν αυτή η παράμετρος; Χώρισε τους Έλληνες σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, θεωρώντας τους πρώτους σαν «δοσίλογους», «προδότες», «πουλημένους» (για να χρησιμοποιήσω μόνο τις πιο ήπιες εκφράσεις που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί) και τους άλλους «έντιμους», «αγωνιστές», «αληθινούς πατριώτες»…

Από τη στιγμή που έγινε αυτός ο διαχωρισμός, ο ΣΥΡΙΖΑ παγιδεύτηκε στη λογική του και υποχρεώθηκε σε ένα σωρό πρωτοφανείς και ανήκουστες ενέργειες, οι οποίες, υπό άλλο πρίσμα, θα ήταν αδιανόητες.
Από το να κάνει συγκυβέρνηση με τον Καμμένο, μέχρι να προτείνει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας του Προκόπη Παυλόπουλο.

Το αστείο είναι ότι πολλοί φίλοι του κόμματος, αλλά και αρκετοί «εχθροί» του, θεωρούν ευτύχημα το ότι δεν υποχρεώθηκε σε αντιμνημονιακή συνεργασία με τη Χρυσή Αυγή ή ότι δεν πρότεινε για πρόεδρο του Αβραμόπουλο. Αν δεν είναι αυτό κατάντια, τότε τι είναι;

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τις διαπραγματεύσεις για το χρέος και τις συμβάσεις. Ας πούμε ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δίνει έναν σκληρό αγώνα, στόχος του οποίου είναι όχι απλώς να μη βουλιάξει η Ελλάδα, αλλά να αλλάξει η πολιτική ολόκληρης της Ευρώπης, απέναντι σε ζητήματα λιτότητας και περιορισμού των ελλειμμάτων.
Τους χειρισμούς και τις τακτικές κινήσεις θα μπορέσουμε να τα κρίνουμε, όταν με το καλό επέλθει με κάποια συμφωνία.

Τι γίνεται όμως με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας; Φαντάζεστε μια πρόταση χωρίς, στην ουσία, κανέναν απολύτως περιορισμό; Δηλαδή ο κύριος Τσίπρας είχε πρακτικά τη δυνατότητα να προτείνει όποιον Έλληνα πολίτη επιθυμούσε. Απόλυτη ελευθερία επιλογής. Και πρότεινε τον κ. Παυλόπουλο!

Το άλλο πουλάκι:
Η ευθύνη της ελευθερίας.

Τι να υποθέσει κανείς; Δεν ήταν ποτέ στις προθέσεις της στήλης να πλάθει σενάρια για μυστικές συμφωνίες, για ανθρώπους που κινούν τα νήματα μέσα από σκοτεινές αίθουσες, για συνωμοσίες που έχουν στόχο το λαό ή την χώρα…
Αυτό που βλέπουμε, αυτό είναι και, δυστυχώς, αυτή είναι και η πικρή αλήθεια.

Αποφύγαμε, βεβαίως, τον Αβραμόπουλο, τον πολύ εύστοχα χαρακτηρισμένο ως «κύριο τίποτα», όμως αυτή η… επιτυχία δεν πρέπει να μας χαροποιεί καθόλου. Όπως πολύ εύστοχα, σχολίασε κάποιος φίλος, το ότι γλιτώσαμε τον Αβραμόπουλο δείχνει, πριν απ’ όλα, την αδυναμία του πρωθυπουργού να επιβληθεί εσωκομματικά.

Υποχώρησε στην πρώτη αντίδραση!
Βέβαια μια υποχώρηση μπορεί να είναι μια έξυπνη τακτική κίνηση. Κάνεις πίσω σε κάτι ουσιαστικά ανώδυνο, προκειμένου να περάσεις κάτι που έχει μεγαλύτερη σημασία, όπως μια… στροφή στη διαπραγμάτευση για το χρέος.

Υπάρχει όμως και η αντίθετη οπτική. Αν δεν μπορείς να επιβληθείς σε ένα τέτοιο, ουδέτερο θέμα, τότε τι θα κάνεις όταν τα πράγματα σοβαρέψουν; Δηλαδή, αν το καταλάβαμε καλά, επανέρχεται, με άλλη μορφή, το παλιό καυτό ερώτημα: ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;

Η επιλογή Παυλόπουλου μας βάζει υποχρεωτικά σε σκέψεις. Η λογική και ο διαχωρισμός σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς δείχνει τώρα απτά τα αποτελέσματά της. Διότι συναφής με αυτή τη λογική είναι η άποψη που λέει πως την κρίση στη χώρα την έφεραν τα μνημόνια. Λογική η οποία, χάρη στον λαϊκισμό της αντιπολίτευσης, έχει διαποτίσει σε τέτοιο βαθμό την ελληνική κοινωνία, με αποτέλεσμα όχι μόνο να κατηγορούνται λάθος άνθρωποι και χειρισμοί, αλλά να μην μπορεί να τεθεί μια συζήτηση για το πώς θα αποφύγουμε τα ίδια λάθη.

Αφού φταίει για όλα το μνημόνιο και οι μνημονιακοί, αρκεί να απαλλαγούμε από αυτούς και όλα θα γίνουν όπως πριν. Επιστροφή στο 2009!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Στην εποχή Παυλόπουλου!

Όταν γινόταν χιλιάδες διορισμοί, ημετέρων από τα παράθυρα, όταν καιγόταν ολόκληρη η Πελοπόννησος και η μισή Αθήνα, χωρίς να παραιτείται κάποιος από ευθιξία, όταν ψηφιζόταν ο νόμος για το μπόνους των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα, όταν υπογράφονταν οι συμβάσεις με τη Siemens, όταν παραχωρούνταν σκανδαλωδώς οι εκτάσεις για το Mall

Αυτή είναι η «σύγκρουση με το χθες» και το «Κυριακή ψηφίζουμε, Δευτέρα φεύγουν»! Πώς το είπε ο Αλέξης Τσίπρας: «Χρειάζεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας με αποδεδειγμένη δημοκρατική ευαισθησία, υψηλό αίσθημα πατριωτικής ευθύνης και να χαίρει αποδοχή από τη Βουλή».
Έτσι συμβαίνει όταν η ιστορία ξεκινάει από το 2009 και το μνημόνιο. Όλα τα προηγούμενα παραγράφονται.

Εξάλλου, τι ήταν τότε ο ΣΥΡΙΖΑ για να θυμάται; Ένα μικρό παιδί του 3% ήταν, που ξαφνικά ωρίμασε, μεγάλωσε και μάλιστα κληρονόμησε και μια τεράστια περιουσία που προέρχεται από όχι και τόσο καθαρές πηγές.
Όλα αυτά όμως μπορούν να αναβαπτισθούν στα αντιμνημονιακά νάματα και να αποδοθούν πάλι στην κοινωνία με θετικό πρόσημο.

Ξέρετε μόνο ποιους λυπάμαι; Όλους εκείνους που έτρεξαν να απαιτήσουν «ανάσες αξιοπρέπειας» από τους κακούς Ευρωπαίους. Και την άλλη μέρα πήγαν και σήκωσαν τις καταθέσεις τους από τις ελληνικές τράπεζες, (άσχετο, αλλά θα έσκαγα αν δε το έλεγα).

Διότι η αξιοπρέπεια είναι άλλο και η μαγκιά κάτι τελείως διαφορετικό. Όταν δεν μπορείς να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων εκεί που έχεις απόλυτη εξουσία, τι τη θες την αξιοπρέπεια εκεί που κάνουν παιχνίδι οι άλλοι;

Ψηλά το κεφάλι!

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

150219 ΑΡΙΣΤΟΝ-2

Το ένα πουλάκι:
Σας θυμίζω την ιστορία.

-Διάβαζε, παιδί μου, διάβαζε να γίνεις πρώτος στην τάξη σου.
-Γιατί, καλέ μαμά, αφού στην τάξη μας έχουμε πρώτο!

Σύντομο και εύστοχο. Πόσοι πρώτοι θα είμαστε, τέλος πάντων, σε μια σχολική τάξη. Δέκα; Δεν γίνεται. Ένας είναι ο πρώτος κι αυτός υπάρχει ήδη. Άρα δεν χρειάζεται να προσπαθούμε και άλλοι γι’ αυτή τη θέση. Δεν χρειάζεται να προσπαθούμε καν. Ας αφεθούμε στη «φυσική» τάξη των πραγμάτων…

Το ανέκδοτο όμως αυτό δείχνει και κάτι άλλο πολύ σημαντικό, το οποίο εμείς οι μεγάλοι, είτε από τη θέση του δασκάλου, είτε από τη θέση του γονέα, δείχνουμε να το αγνοούμε.
Αν πιάσεις ένα παιδάκι και το ρωτήσεις «ποιος είναι ο καλύτερος μαθητής στην τάξη σας», θα σου απαντήσει με κάθε ειλικρίνεια.

Το ίδιο κι αν το ρωτήσεις «ποιος είναι ο τελευταίος στην τάξη». Μετά μπορείς να του ζητήσεις να σου πει σε ποια θέση βρίσκεται το ίδιο. Κάθε φορά το παιδί απαντά αβίαστα, χωρίς να μπαίνει σε δεύτερες σκέψεις και μάλιστα χωρίς καν να λαμβάνει υπόψη του τη βαθμολογία που έχει ο κάθε μαθητής.
Το «πείραμα» θα είναι πιο πετυχημένο αν το παιδί είναι σε μικρή τάξη και δεν έχει γνωρίσει ακόμη την αριθμητική βαθμολογία ή την αξιολόγηση γενικώς.

Προσέξτε όμως κι ένα ακόμη παράδοξο.
Παρ’ όλο που τα παιδιά γνωρίζουν την αντικειμενική «θέση» τού καθενός μέσα στην τάξη τους, ωστόσο θέλουν η βαθμολογία που παίρνουν να μην ανταποκρίνεται σ’ αυτήν.
Δεν τους πειράζει αν τους βάλεις μεγαλύτερο βαθμό ή ίσο με εκείνου που αναγνωρίζουν ως πρώτο μέσα στην τάξη.
Δεν τους ενοχλεί η «αδικία», όταν συμβαίνει υπέρ τους, όταν δηλαδή τους μεταχειρίζεσαι προνομιακά ή τους βάλεις χαριστικά μεγάλους βαθμούς.

Κανείς δεν λέει, ακόμη και σε μεγαλύτερες τάξεις, «έβγαλα είκοσι παρά δύο, όμως αυτό δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές μου δυνατότητες».
Το αίσθημα της αδικίας τους πιάνει μόνο όταν αντιληφθούν ότι κάποιος, ο οποίος θεωρούνταν κατώτερος, πήρε μεγαλύτερο βαθμό από αυτούς. Και πάλι ασχέτως αν και ο δικός του  βαθμός ήταν πολύ μεγαλύτερος από ό,τι αξίζουν.

Το άλλο πουλάκι:
Πώς εξηγείται αυτό;

Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι πως τα παιδιά υπόκεινται σε μια εκπαίδευση για κάτι τέτοιο.
Μια εκπαίδευση στο Σχολείο, αλλά και στο σπίτι. Ποιο είναι το χαρακτηριστικό αυτής της εκπαίδευσης; Είναι το ότι δεν υπάρχει καμιά πραγματική αντιστοιχία μεταξύ προσπάθειας – επίδοσης και ανταμοιβής.

Από την Γ΄ τάξη του Δημοτικού που τα παιδιά αρχίζουν να παίρνουν «βαθμούς», βλέπουν ότι όλα είναι μαθητές του «Α». Ο δάσκαλος, βέβαια, ή η δασκάλα προσπαθούν να εξηγήσουν στους γονείς πως δεν είναι όλα τα «Α» το ίδιο και πως κάποια παιδιά χρειάζεται να προσπαθήσουν περισσότερο, εκείνο όμως που τελικά μένει είναι ο τυπωμένος έλεγχος και η χαρά για την αριστεία του παιδιού.

Αργότερα αρχίζουν οι αριθμητικές βαθμολογίες, όμως κι εκεί η συντριπτική πλειονότητα βρίσκεται στο «άριστα 10». Μαθητές που είναι κάτω του μετρίου, που στα επαναληπτικά τεστ γράφουν για «κάτω από τη βάση», απαντώντας στις τρεις ή τέσσερις από τις δέκα ερωτήσεις, βλέπουν στο τέλος του τριμήνου να παίρνουν 9 ή 10 και να αριστεύουν. Με δεδομένο μάλιστα ότι υπάρχει μια σειρά από μαθήματα (Γυμναστική, Τεχνικά, Αγωγή του Πολίτη κ.λπ.) όπου κανείς δεν παίρνει κάτω από 10, στο τέλος ψάχνεις να βρεις μαθητή που δεν έχει αριστεύσει.

Το ίδιο συμβαίνει όμως και στις υπόλοιπες σχολικές δραστηριότητες. Κάποτε οι δάσκαλοι έδιναν στις γιορτές ποιήματα σε όσα παιδιά μπορούσαν να τα αποστηθίσουν και να τα απαγγείλουν σωστά. Σήμερα στις γιορτές συμμετέχουν όλοι ακόμη και εκείνοι που δεν μπορούν να μάθουν απ’ έξω δυο αράδες. Και, φυσικά, όλους τους καμαρώνουν και τους χειροκροτούν το ίδιο.
Ακόμη και στην ομάδα του σχολείου συμμετέχουν όλοι, αφού κανείς δεν πρέπει να στερείται τη χαρά της συμμετοχής κι έτσι ούτε εκεί διακρίνονται οι καλύτεροι.

Όλα αυτά, βέβαια, ξεκινούν από το σπίτι και καταλήγουν σ’ αυτό. Τα δώρα που δίνονται στο παιδί δεν έρχονται ως μια επιβράβευση προσπάθειας ή καλής διαγωγής ή εξαίρετης επίδοσης, αλλά ως αναπλήρωση, ας πούμε, της απουσίας και του χρόνου που δεν διαθέτουμε γι’ αυτό.
Έχω δει παιδί να του αγοράζουν πανάκριβο ποδήλατο, επειδή πέρασε την τάξη στο… δημοτικό.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Όλα αυτά διαπαιδαγωγούν πολίτες.

Μπορεί να μην το καταλαβαίνουμε, όμως στην προσπάθειά μας να μη νιώσει κανείς μειονεκτικά, γινόμαστε άδικοι, κυρίως προς εκείνους που αξίζουν πραγματικά. Όταν όλοι θα έχουν «10», η κλήρωση για σημαιοφόρο μπορεί να βγάλει τον χειρότερο και αυτό το γνωρίζουν τα παιδιά.
«Ήταν με διαφορά ο καλύτερος στην τάξη», έλεγε ένας δάσκαλος, «όμως δεν  του έβαλα βαθμό να ξεχωρίσει, γιατί οι άλλοι θα τον έτρωγαν».

Έτσι εκπαιδεύονται οι αυριανοί πολίτες. Κι επειδή αυτό το κακό άρχισε από το 1982 σημαίνει ότι έτσι έχουν γαλουχηθεί οι σημερινοί σαραντάρηδες και σαρανταπεντάρηδες.
Είναι τυχαίο ότι αυτό επιζητούν και στην επαγγελματική τους καριέρα;

Ίση αμοιβή για όλους, ανεξαρτήτως προσόντων, ανεξαρτήτως προσπάθειας ή προσφοράς και, φυσικά, χωρίς καμιά μορφή αξιολόγησης. Μέσα όμως σ’ ένα τέτοιο ισοπεδωτικό περιβάλλον, ποιο είναι το κίνητρο ώστε να γίνει κάποιος καλύτερος ή να παραμείνει ευσυνείδητος και συνεπής;

Αφήστε που, όπως και στο σχολείο, αυτός «χαλάει την πιάτσα» και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται σπασίκλας, ψώνιο ή φυτό.
Τόσο καλά!
Φυτώριο!



Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

150218 ΑΡΙΣΤΟΝ-1

Το ένα πουλάκι:
Ο Αριστείδης και η αριστεία…

Το θέμα είναι βαθύτερο. Δεν αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα επιλέγονται οι μαθητές για τα Πρότυπα ή τα Πειραματικά Σχολεία.
Έχει να κάνει με μια νοοτροπία και ένα πλέγμα αντιλήψεων γύρω από την προσπάθεια και την επιβράβευσή της, τη λογική του χαμηλού παρονομαστή και τη δημοκρατία του μέσου όρου.

Ας ξεκινήσουμε τη διερεύνηση του θέματος.
«Η αριστεία είναι μια λέξη νόμιμη και χρήσιμη, αλλά όταν γίνεται κατά κάποιο τρόπο σφραγίδα που μπαίνει ή δεν μπαίνει σε ένα παιδί, αυτή η σφραγίδα τον ακολουθεί για όλη του τη ζωή. Αν αποτύχεις στις εξετάσεις δεν είσαι άριστος! Αν επιτύχεις στις εξετάσεις, σε κυνηγάει η επιτυχία σε όλη σου τη ζωή και αισθάνεσαι ότι πρέπει να αποδείξεις ότι είσαι άριστος».

Αυτή είναι η θέση του υπουργού κ. Αριστείδη Μπαλτά σε σχέση με το θεσμό της αριστείας, όπως την έχει διατυπώσει τόσο εντός της βουλής όσο και σε διευκρινιστικές τοποθετήσεις του σε τηλεοπτικά κανάλια.
Εδώ ας κάνουμε έναν διαχωρισμό πολύ χρήσιμο για τη συζήτησή μας. Ας μην περιορίσουμε το θέμα στα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία, διότι αυτό είναι μια άλλη συζήτηση που ίσως την κάνουμε κάποια στιγμή.

Το θέμα της αριστείας, κατά τον κ. υπουργό, δεν έχει να κάνει μόνο με τις εξετάσεις για την εισαγωγή στα ΠΠΣ, αλλά με τη γενικότερη σχέση επίδοσης-επιβράβευσης στο Σχολείο.
Διαφορετικά δεν θα επανέφερε τη δυνατότητα να προβιβάζεται κάποιος ακόμη και με βαθμούς κάτω από 8 στη γλώσσα και τα μαθηματικά.

Ας δούμε λοιπόν το θέμα γενικότερα. Υπάρχει ένας τομέας της επιστήμης η οποία λέγεται κοινωνιολογία της εκπαίδευσης και μας έχει δείξει πως οι επιδόσεις στο Σχολείο είναι αποτέλεσμα αυτού που ονομάζουμε «μορφωτικό κεφάλαιο», το οποίο ο μαθητής κουβαλάει από το σπίτι του.

Μας λέει δηλαδή η κοινωνιολογία της εκπαίδευσης πως οι «άριστοι» προέρχονται από οικογένειες που έχουν τη δυνατότητα να τους παρέχουν πλούσια εφόδια για την καλή πορεία τους στο σχολικό περιβάλλον.
Αυτό, κοινωνιολογικά, είναι σωστό!

Προσέξατε τη διατύπωση; Κοινωνιολογικά.
Όταν δηλαδή δεν μελετάμε περιπτώσεις μαθητών, αλλά εξετάζουμε μεγάλα σύνολα του γενικού πληθυσμού. Αν πούμε δηλαδή πως τα παιδιά των μεσοαστικών τάξεων έχουν περισσότερες πιθανότητες να αριστεύσουν στο σχολείο από εκείνα των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, θα είμαστε ακριβείς.

Το άλλο πουλάκι:
Ακριβείς… κοινωνιολογικά!

Διότι, αυτή η γενική παρατήρηση δεν αποκλείει καθόλου το ενδεχόμενο να υπάρχουν παιδιά μεσοαστικής τάξης που δεν τα καταφέρνουν καθόλου και, αντίθετα, φτωχόπαιδα που πιάνουν πουλιά στον αέρα και αριστεύουν.
Προσέξτε! Αυτό δεν πρέπει να το δούμε σαν «την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα», αλλά ως ένα αποτέλεσμα μιας διαφορετικής εξέτασης.

Εξάλλου, από την πείρα μας γνωρίζουμε ότι το Σχολείο, στη χώρα μας, υπήρξε ισχυρός μοχλός κοινωνικής κινητικότητας, σε παλαιότερες δεκαετίες, όταν τα παιδιά φτωχών οικογενειών ή αγροτικών περιοχών μπόρεσαν να «προκόψουν» και να ανέλθουν κοινωνικά χάρη στη μόρφωσή τους.

Το κατόρθωσαν μάλιστα μέσα σε ένα ισχυρά ανταγωνιστικό περιβάλλον, με συνεχείς εξετάσεις και διακρίσεις αριστείας για όσους ξεχώριζαν. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο φορτώθηκαν άγχος ως πετυχημένοι του Σχολείου ή γέμισαν κόμπλεξ ως αποτυχημένοι των εξετάσεων, αυτό ίσως είναι αρμοδιότητα του κ. Μπαλτά να μας το πει.
Εκείνο που σίγουρα ξέρουμε είναι πως έμαθαν ότι στη ζωή δεν πρέπει να αμειβόμαστε όλοι το ίδιο, ότι η προσπάθεια και η διάκριση έχουν νόημα και ότι η αξιοκρατία οδηγεί το σύνολο προς τα εμπρός και επάνω.

Ύστερα ήρθε το αριστερό ΠαΣοΚ και οι διάφοροι κύριοι Μπαλτάδες. Οι οποίοι ξεκίνησαν λέγοντας ότι «δεν πρέπει να διορθώνουμε τα λάθη των παιδιών γιατί τους δημιουργούμε ψυχολογικά προβλήματα» και έφθασαν στο σημείο τού «δημοκρατικού 5», όπου όλοι, από τη στιγμή που μπήκαν σε μια σχολή, πρέπει να αποφοιτήσουν, ακόμη κι αν δεν πατάνε στα μαθήματα ή τα εργαστήρια.

Έτσι φτάσαμε στην κατάργηση των βαθμών και την ισοπέδωση στο Δημοτικό (όλοι Α και όλοι «άριστα 10») την απόλυτη αναντιστοιχία βαθμών-επίδοσης στο Γυμνάσιο (όσοι είναι ικανοποιητικά καλοί έχουν πάνω από 19 και οι εντελώς αδιάφοροι πάνω από 15) και τη κυριολεκτικά χαριστική εισαγωγή στα πανεπιστήμια μετά το Λύκειο, (όπου μπαίνουν και μαθητές με μέσο όρο στα γραπτά κάτω από 3!)

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πού οδήγησε όλο αυτό;

Δυστυχώς, οι επιπτώσεις είναι πολύ πιο σοβαρές από την επικράτηση της λογικής της ήσσονος προσπάθειας στο Σχολείο.
Γενιές ολόκληρες έχουν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία πως δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθείς, πώς η διάκριση είναι μομφή, πως πάντοτε «κάποιος» θα βρίσκεται να ανταμείψει εξίσου εκείνους που αξίζουν και τους άλλους που απλώς παρακολουθούν.

Πώς να μιλήσεις μετά για αξιολόγηση στο δημόσιο, πώς να επιδιώξεις τη σύνδεση μισθού παραγωγικότητας, πώς να συνδέσεις την κατάληψη θέσεων με αντικειμενικά προσόντα, πώς να ζητήσεις από τους φιλότιμους να εξακολουθήσουν να είναι τέτοιοι και από τους χαβαλέδες να προσπαθήσουν να βελτιωθούν.

Δυστυχώς, φίλοι μου, αυτά έχουν σχέση μεταξύ τους και όποιοι δεν την βλέπουν έχουν απλώς καταπιεί αμάσητες διάφορες θεωρίες περί «ίσων ευκαιριών στην εκπαίδευση» και περί «ψυχικών τραυμάτων κατά την παιδική ηλικία».

Το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά τα αποφασίζουν κάποιοι φωστήρες ερήμην της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά και ερήμην των παιδιών των ίδιων, που, όπως θα πούμε αύριο, άλλα έχουν στο μυαλό τους και στην ψυχούλα τους κι άλλα τους βάζουμε -για το καλό τους- να κάνουν.

Αύριο.
Αριστείδη, άριστα!

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

150217 ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΟ

Το ένα πουλάκι:
Τι είναι η γραφειοκρατία;

Μπορεί να μη γνωρίζουμε τον ακριβή ορισμό, σίγουρα όμως ξέρουμε ότι πρόκειται για κάτι αρνητικό. Απαραίτητο μεν, αρνητικό δε. Το απαραίτητο έγκειται στο γεγονός ότι η δημόσια διοίκηση πρέπει να λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, αυτόν της γραφειοκρατίας.

Δηλαδή, να υπάρχει μια ιεραρχία, ο κάθε υπάλληλος να έχει αυστηρά προσδιορισμένες αρμοδιότητες, να υπάρχει έλεγχος της νομιμότητας όλων των ενεργειών, να λογοδοτούν όλοι κάπου κ.λπ.
Αυτό όμως το πράγμα, από ένα λειτουργικό «εργαλείο» στα χέρια του κράτους, μπορεί να γίνει ένας ανεξέλεγκτος τυραννικός μηχανισμός.

Τυραννικός όχι μόνο για τους πολίτες που προσπαθούν να «εξυπηρετηθούν» μέσω αυτού, αλλά και για τους ίδιους τους υπαλλήλους που τον υπηρετούν.
Πώς συμβαίνει αυτό; Πώς δημιουργείται αυτή η καρκινωματική εκτροπή;

Είναι εγγενής και δημιουργείται αναπόφευκτα, μόνο και μόνο επειδή έτσι είναι το σύστημα; Ή είναι αποτέλεσμα της αυτόνομης και ανεξέλεγκτης λειτουργίας μηχανισμών και διαδικασιών στις οποίες βάζουν το χέρι τους και ανίκανοι (ή υπερβολικά ικανοί) υπάλληλοι;

Διότι στο λήμμα γραφειοκρατία βρίσκουμε συνήθως και την αρνητική σημασία, εκείνη της διεκπεραίωσης των εργασιών με σχολαστικότητα και προσκόλληση στους τύπους, την αύξηση του χαρτοβασιλείου και της αδιαφάνειας, του νομικισμού και της υπαλληλοκρατίας, όπου ο κάθε μικρός κρίκος αισθάνεται το σημαντικότερο γρανάζι στη λειτουργία της κρατικής μηχανής και φέρεται ανάλογα.

Δεν είναι τυχαίο ότι μ’ αυτή και μόνο μ’ αυτή την έννοια χρησιμοποιείται η λέξη στην καθημερινότητά μας. Φαίνεται ότι η προσωπική εμπειρία του καθενός που έρχεται σε επαφή με το δημόσιο διαμορφώνει αυτή την αντίληψη περί γραφειοκρατικού τέρατος, το οποίο τρέφεται από ατέλειωτες ώρες χαμένες σε ουρές ή μεταξύ γραφείων, προκειμένου να συμπληρωθούν και να διαβιβαστούν έγγραφα με στοιχεία γνωστά που, επιπλέον, βρίσκονται στη διάθεσή όλων.

Διότι, περί αυτού πρόκειται. Το κράτος σου ζητά συνήθως να βεβαιώσεις πως είσαι εσύ, προσκομίζοντας ένα σωρό έγγραφα που τα παίρνεις από το ίδιο το κράτος, αφού βεβαιώσεις πως είσαι εσύ που τα ζητάς και τα δικαιούσαι.
Δεν είναι έτσι;

Το άλλο πουλάκι:
«Η λύση είναι η μηχανοργάνωση».

Ακούγεται ωραίο, όμως απέχει πολύ από το να είναι αληθινό. Πράγματι, υπάρχουν περιπτώσεις που ο υπάλληλος πληκτρολογεί ένα όνομα, πατάει ένα κουμπί και το έγγραφο που ζητάς είναι έτοιμο.
Το πρόβλημα όμως δεν λύνεται. Είτε γιατί το «μηχάνημα» το χειρίζεται μόνο ο συγκεκριμένος υπάλληλος, είτε γιατί πρέπει να βρεθεί ο προϊστάμενος να υπογράψει το έγγραφο, είτε γιατί το σύστημα «κρεμάει», ο εκτυπωτής δεν έχει μελάνια, το πρόγραμμα αναβαθμίζεται…

Δεν λύνεται όμως γιατί το κυρίως ζήτημα είναι αλλού. Δεν έχει τόση σημασία αν το έγγραφο θα το συμπληρώσει ο υπάλληλος ιδιόχειρα ή μέσω του υπολογιστή.
Το θέμα είναι να μη χρειάζεται αυτό το έγγραφο ή να μη χρειάζεται να στηθεί ο πολίτης στη σειρά για να το πάρει και να το πάει σε κάποιο άλλο, συνήθως διπλανό, γραφείο.

Ακούμε συνεχώς, το ακούσαμε και πάλι με τη νέα κυβέρνηση, ότι ο πολίτης δεν θα υποχρεώνεται να προσκομίζει δικαιολογητικά και στοιχεία, τα οποία υπάρχουν στις υπηρεσίες του κράτους.
Μα, είναι δυνατόν να μην υπάρχουν; Τι κάνουμε εμείς; Παράγουμε μόνοι μας έγγραφα και δικαιολογητικά; Από τις κρατικές υπηρεσίες τα παίρνουμε όλα.
Άντε να δούμε…

Πάντως, ειδικά για τη μηχανοργάνωση, γνωρίζω εκ πείρας περιπτώσεις που αύξησε την απαιτούμενη εργασία, αντί να τη μειώσει, πράγμα που θεωρείται λογικά αδύνατο. Σε κάποια άλλη ίσως χώρα. Κι όμως, εδώ ισχύει. Σκεφθείτε μόνο πως ένα γεγονός, μια άδεια ας πούμε, που πριν δινόταν με ένα έγγραφο, τώρα πρέπει να δηλώνεται σε ένα σωρό «φόρμες», οι οποίες ελάχιστα επικοινωνούν μεταξύ τους.

Γνωρίζω κι άλλα παραδείγματα επειδή το έψαξα, όταν διάβασα ένα ειρωνικό σχόλιο τού τύπου «κάποιοι αναλφάβητοι υπάλληλοι διαμαρτύρονται ότι η μηχανοργάνωση αύξησε τον όγκο εργασίας», αλλά δεν θέλω να επιμείνω επί του παρόντος. Θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εγώ να σταθώ κάπου αλλού.

Σε μια μορφή της γραφειοκρατίας την οποία δεν αντιλαμβάνεται άμεσα ο απλός πολίτης, ταλαιπωρεί όμως χιλιάδες υπαλλήλους και έχει και μεγάλο οικονομικό κόστος.
Σκεφθείτε ότι κάθε φορά που αλλάζει τίτλο ένα υπουργείο, θα πρέπει αυτή η αλλαγή να φθάσει μέχρι το τελευταίο έγγραφο της έσχατης υπηρεσίας που υπάγεται σ’ αυτό.

Ξέρετε κάθε πότε αλλάζει τίτλο ένα υπουργείο; Σε κάθε κυβερνητική αλλαγή οπωσδήποτε, αλλά και σε όλους σχεδόν τους ενδιάμεσους ανασχηματισμούς. Έτσι, ας πούμε, από το 2009 και εδώ έχουμε κατά σειρά: Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Και τώρα, Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Κάθε μία από τις παραπάνω αλλαγές σημαίνει πως πρέπει να αλλάζει το αντίστοιχο λογότυπο σε όλα τα έγγραφα αυτού του υπουργείου και σε κάθε «χαρτί» (πιστοποιητικό, βαθμοί κ.λπ.) που εκδίδεται από το κάθε ελληνικό σχολείο. Επιπλέον πρέπει να κατασκευάζονται καινούριες και να αλλάζουν κάθε φορά όλες οι σφραγίδες που απαιτείται να τίθενται σ’ αυτά τα έγγραφα.

Γιατί; Στην ουσία για τίποτε. Πρόκειται για το ίδιο ακριβώς υπουργείο με τις ίδιες υπηρεσίες, μόνο που αλλάζει το όνομα, επειδή ο κάθε πρωθυπουργός ή ο κάθε υπουργός θέλει να… νοηματοδοτήσει κάτι μ’ αυτή την αλλαγή ονόματος. Να γράψει, δηλαδή, ιστορία!

Κι ας τρέχουν χιλιάδες υπάλληλοι για το τίποτα.

Λεβιάθαν!

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

150216 ΠΑΡΑΤΗΜΕΝΟ

Το ένα πουλάκι:
Ψυχολογία εγκαταλελειμμένου εραστού.

Άκουγα με προσοχή την τοποθέτηση του Ευάγγελου Βενιζέλου στην συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠαΣοΚ (υπάρχουν βίτσια και βίτσια) και σκεφτόμουν αυτό ακριβώς. Τη διάθεση στην οποία βρίσκεται κάποιος που τον εγκατέλειψε η ερωμένη του.

Πριν σας περιγράψω αυτή τη διάθεση, ακούστε πρώτα τις διαπιστώσεις του Βενιζέλου, οι οποίες συνοψίζονται στην παρατήρηση «η στρατηγική μας, με μικρές μετονομασίες, γίνεται επιτέλους δεκτή από τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας που μας καταψήφισε».

Ακούστε, λοιπόν, τις παρατηρήσεις που εκφράστηκαν με ένα παράπονο, από το οποίο πηγάζει και η παρομοίωση με εγκαταλελειμένο εραστή:
«Μαθαίνουμε ότι δεν υπάρχει Μνημόνιο, υπάρχει πρόγραμμα!
Μαθαίνουμε ότι δεν υπάρχει τρόικα πια, υπάρχουν τα τρία θεσμικά όργανα και οι εκπρόσωποί τους!
Μαθαίνουμε ότι δεν υπάρχει επιθεώρηση (review) που κάνει η τρόικα, αλλά υπάρχει τεχνική βοήθεια, προκειμένου να ελεγχθούν τα στοιχεία!

Η κυβέρνηση δέχεται, μας είπε ο κ. Βαρουφάκης, το 0% του μνημονίου, αλλά το 70% των όρων του!
Οι δικές μας κόκκινες γραμμές σε σχέση με τους όρους για το κλείσιμο του προγράμματος στήριξης και το άνοιγμα της προληπτικής πιστωτικής γραμμής έγιναν τώρα το 30% του μνημονίου που δεν γίνεται αποδεκτό. Το 70% είναι όλα τα άλλα.

Δεν γίνονται ανεκτά από την κυβέρνηση αυτά που είχαμε εμείς σθεναρά απορρίψει:
Όχι περικοπές μισθών και συντάξεων.
Όχι νέες αλλαγές στο ασφαλιστικό.
Όχι κατάργηση των εκατό δόσεων που εμείς είχαμε θεσπίσει.
Όχι κατάργηση της προστασίας της πρώτης κατοικίας από πλειστηριασμούς που είχαμε θεσπίσει.
Όχι κατάργηση του ειδικού ΦΠΑ των νησιών.

Η κυβέρνηση παραβιάζει ανοικτές θύρες. Τώρα όμως έχουμε δήθεν “σκληρή” διαπραγμάτευση, ενώ η δική μας διαπραγμάτευση ήταν “ενδοτική”! Γιατί; Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ οργάνωσε διαδηλώσεις εναντίον της δικής μας κυβέρνησης, ενώ τώρα οργανώνει διαδηλώσεις υπέρ της δικής του κυβέρνησης».

Το άλλο πουλάκι:
Έτσι είναι τα πράγματα;

Στόχος του παρόντος σχόλιου δεν είναι να το κρίνει, ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματα του, κατά τόσον οι παρατηρήσεις αυτές του Βενιζέλου έχουν βάση. Εμείς για άλλο θέμα συζητάμε. Ας τον αφήσουμε όμως να ολοκληρώσει και μετά τα λέμε:

«Μέχρι πριν λίγες μέρες το χρέος ήταν “επονείδιστο” και στόχος ήταν το μονομερές κούρεμα του ή έστω μια διεθνής διάσκεψη που θα αποφάσιζε πολιτικά κάτι τέτοιο.
Τώρα αρκούν οι παραμετρικές αλλαγές που έχουν συμφωνηθεί από το 2012 και αναγνωρίζεται πλέον ότι συνιστούν περαιτέρω κούρεμα σε καθαρή παρούσα αξία. Όλα αυτά έγιναν χάρη στο “καταστροφικό” PSI με σύμβουλο τη Lazard που προσελήφθη τώρα σύμβουλος του κ. Βαρουφάκη!

Η μη καταβολή του Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτούμενων Επιφανειών το 2011 ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ πράξη αντίστασης κατά του μνημονίου. Η καταβολή του ΕΝΦΙΑ τώρα χαρακτηρίζεται από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πατριωτικό καθήκον».

Ας σταματήσουμε εδώ. Γιατί στη συνέχεια, πέρα από τις παρατηρήσεις, αρχίζει το… παράπονο του κ. Βενιζέλου:
«Είμαστε προφανώς εκτός εποχής, γιατί αποφασίσαμε να φύγουμε από τις παθογένειες της Μεταπολίτευσης, δηλαδή από τα προεκλογικά ψεύδη. Εμείς θέλουμε να αλλάξουμε τις κακές πτυχές του κομματικού εαυτού μας της περιόδου της Μεταπολίτευσης, αλλά άλλοι κερδίζουν εκλογική δύναμη εφαρμόζοντας αυτές ακριβώς τις κακές πτυχές με διαφορά αρκετών δεκαετιών».

Φτάσαμε λοιπόν στην ουσία. Όπου ο εγκαταλελειμμένος εραστής δεν βλέπει απλώς την ερωμένη του να φεύγει με κάποιον άλλο, αλλά του κάνει εντύπωση πως αυτός ο άλλος έχει όλα τα στραβά και α ανάποδα που εκείνη έβλεπε στον ίδιο και τα θεωρούσε απαράδεκτα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τώρα τα βρίσκει γοητευτικά.

Την πείραζε που έβλεπες καμιά φορά μπάλα με τους φίλους σου και τώρα συνοδεύει το νέο αίσθημα στο γήπεδο!
Την παρακαλούσες να βγείτε λίγο έξω, όμως την πείραζαν ο καπνός και η έντονη μουσική. Τώρα ξημερώνεται μαζί του στα κλαμπ.

Της πρότεινες να πάτε κάπου διακοπές σε ένα από εκείνα τα μικρά συμπαθητικά ξενοδοχεία και το έβρισκε απίστευτη ταλαιπωρία, ενώ τώρα πηγαίνει σε κάμπιγκ με αντίσκηνο. Μαζί του.
Αφήστε που την ενοχλούσε αν έμενες καμιά μέρα αξύριστος, ενώ τώρα βρίσκει γοητευτικά τα γένια του και σέξι το ότι κάνει μπάνιο και αλλάζει πουκάμισο κάθε (μπλιάχ) Σάββατο.

Αυτός είναι, φίλοι μου, ο καημός του εγκαταλελειμμένου εραστή. Δεν τον πειράζει που έφυγε με άλλον, τον συνθλίβει που αυτός ο άλλος δεν είναι καλύτερος, αλλά μια πολύ χειρότερη εκδοχή του εαυτού του. Πράγματα που αυτός προσπαθούσε να τα αλλάξει και να τα βελτιώσει στον άλλο μοιάζουν προτερήματα, γίνονται ελκυστικά και… σέξι.

Έτσι κι ο κ. Βενιζέλος.
Δεν μπορεί να χωνέψει το ότι οι ψηφοφόροι έφυγαν προς ένα κόμμα που το θεωρεί κακή και παρωχημένη εκδοχή του δικού του. Εκεί όμως βρίσκεται και ένα από τα μυστικά της στροφής του εκλογικού σώματος. Στο ότι δεν θέλουν πλέον «αυτούς».

Αυτό που δεν βλέπει και ο… πρώην εραστής. Ότι αυτό που τελικά δεν άρεσε σ’ εκείνη δεν ήταν οι συνήθειες ή τα γούστα του, αλλά ο ίδιος. Ο νέος εραστής μπορεί να έχει εκατό στραβά, είναι όμως ένας άλλος, είναι κάτι που την παίρνει μακριά από τον ίδιο και το άρρωστο παρελθόν που πέρασαν μαζί.

Πόσο μακριά; Θα δείξει!

Άδικη κοινωνία!