ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

160128 ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Δεν είμαστε και χθεσινοί…

Πολύς λόγος γίνεται αυτές τις ημέρες, με αφορμή τις κινητοποιήσεις των αγροτών, για το πώς αυτές αντιμετωπίζονται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και τις αντίστοιχες αντιπολιτεύσεις.

Φέτος, ας πούμε, εντελώς ξαφνικά, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ανακάλυψαν ότι υπάρχουν «αγροτοπατέρες που κάνουν πάρτι», ότι υπάρχουν αγρότες που δεν δηλώνουν τα πραγματικά τους εισοδήματα, αγρότες που παίρνουν την επιδότηση και αφήνουν την παραγωγή στα δέντρα να σαπίζει, αγρότες που «ζύγιζαν πέτρες για να παίρνουν επιδοτήσεις»…

Αντίστοιχα, μέλη της αντιπολίτευσης, αλλά και γνωστοί δημοσιογράφοι, ανακάλυψαν το δίκιο των αγροτών και τρέχουν στα μπλόκα για να κάνουν ή να πάρουν μια δήλωση που θα τους εντάξει στο… αγωνιστικό στρατόπεδο.

Εμείς ήμασταν εδώ και σε προηγούμενες κινητοποιήσεις. Με τη βοήθεια του αρχείου μας, και για να μην ψάχνετε εσείς, θα ξαναθυμηθούμε τι ακριβώς λέγαμε σε αντίστοιχες περιπτώσεις πριν από χρόνια.

Ας πάμε πρώτα στο μακρινό (αλήθεια, πόσο μακρινό!) 2009, όταν τα μπλόκα των αγροτών έκλειναν και πάλι τους δρόμους. Μια μέρα ακριβώς σαν τη σημερινή, στις 28 Ιανουαρίου, λέγαμε:

«Ποιον αγώνα, ρε παιδιά;
Αγωνίζομαι σημαίνει χάνω κάτι – ρισκάρω, έστω – διακινδυνεύω πράγματα, προκειμένου να κερδίσω κάτι περισσότερο. Ρωτάω, λοιπόν, ευθέως: Οι αγρότες τι από όλα αυτά κάνουν… “αγωνιζόμενοι”;

Κατεβαίνουν σε μια διεκδίκηση και ό,τι πάρουν είναι κέρδος, αφού ο “αγώνας” τους γίνεται χωρίς να διακινδυνεύουν τίποτε. Ούτε το μεροκάματό τους, ούτε τη θέση τους, ούτε καν το να δεχθούν επίθεση με δακρυγόνα!

Μόνη “δυσκολία” σ’ αυτή τους τη διεκδίκηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ο καιρός, όμως αυτόν τον διαλέγουν οι ίδιοι, όταν δεν έχουν εργασίες στα χωράφια τους».

Το άλλο πουλάκι:
Και παρακάτω συμπληρώναμε:

«Η ιστορία των αγροτικών κινητοποιήσεων είναι πλούσια, βασική όμως προϋπόθεση θεωρώ πως είναι η ουσιαστική οργάνωση των αγροτών σε συνεταιριστικούς και συνδικαλιστικούς φορείς.
Αυτή δηλαδή η ομοψυχία που βλέπουμε στις καταλήψεις των δρόμων, με τα χιλιάδες τρακτέρ παρατεταγμένα, θα είχε νόημα αν εκφραζόταν και από πιο ουσιαστικές “συμπράξεις”.

Δυστυχώς οι αγρότες κατάφεραν οι ίδιοι, όχι μόνο να διαλύσουν αλλά και να κατασυκοφαντήσουν τους συνεταιρισμούς τους, φορτώνοντάς τους με τεράστια οικονομικά και ηθικά σκάνδαλα. Με τις ευλογίες και της εκάστοτε πολιτείας.

Η οποία κάθε φορά χαϊδεύει όχι μόνο τα αφτιά αλλά και τις τσέπες των αγροτών, κάνοντας τα στραβά μάτια, ή συμμετέχοντας σε… απατεωνίες, εις βάρος των κουτόφραγκων.

Το πρόβλημα όμως βρίσκεται αλλού.
Βρίσκεται στο ότι ο χώρος των αγροτών είναι τόσο ανομοιογενής που, για χάρη του βασιλικού ποτίζονται και οι γλάστρες, συνήθως μόνο αυτές.

Διότι, αγρότης είναι και ο μικροκαλλιεργητής, αγρότης και ο άλλος με μια τρακτεράρα που κοστίζει όσο δυο μαγαζιά σε κεντρικό εμπορικό δρόμο (αγορασμένη με δανεικά κι αγύριστα). Αγρότης είναι και ο κάτοικος της υπαίθρου, αγρότης και ο αστός που καλλιεργεί δι’ αντιπροσώπων τα στρέμματα που του άφησε ο πατέρας του.

Αγρότης εκείνος που ασχολείται αποκλειστικά με τη γη, αγρότης και ο δημόσιος υπάλληλος που την κοπανάει από το γραφείο με αναρρωτική για να μαζέψει τις ελιές.
Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί;

Την επί χρόνια τακτική της πολιτείας να επιδοτεί υπαρκτές και ανύπαρκτες καλλιέργειες, να αποζημιώνει υπαρκτές και ανύπαρκτες καταστροφές, να χαρίζει υπαρκτά και ανύπαρκτα δάνεια».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μερικά χρόνια μετά, τον Φεβρουάριο του 2013, λέγαμε:

«Το ιερό και αναφαίρετο δικαίωμα της απεργίας εμφανίστηκε ως ύστατη μορφή αγώνα των εργαζομένων εναντίον του εργοδότη.
Για να είμαστε ακριβείς, των εργατών εναντίον των αφεντικών!

Οι εργάτες πιέζουν με την απεργία τους τα αφεντικά, τα οποία χάνουν παραγγελίες, χάνουν μερίδιο στην αγορά, χάνουν κέρδη και έτσι υποχρεώνονται να τα βάλουν κάτω, να τα ζυγιάσουν και να ικανοποιήσουν όλα ή μέρος των αιτημάτων των εργατών. […]

Αυτά τις βιομηχανικές κοινωνίες. […]
Το πράγμα όμως γίνεται περίπλοκο, αν ο εργοδότης είναι το κράτος, η κυβέρνηση, που με τη δική μου απεργία μπορεί να μη χάνει λεφτά ή να μην την ενδιαφέρει, όπως θα ενδιέφερε το αφεντικό ενός εργοστασίου, επειδή δεν χάνονται από την τσέπη της.

Επομένως, για να τον «πονέσει» η απεργία μου, θα πρέπει να χάσει κάτι άλλο, εξίσου πολύτιμο, αν όχι περισσότερο. Να χάσει ψήφους!

Κάπου εδώ αρχίζει και χαλάει το πράγμα.
Διότι εγώ, προκειμένου να πιέσω τον εργοδότη, τον φέρνω αντιμέτωπο με τους ψηφοφόρους. Τους ταλαιπωρώ, προσπαθώντας συγχρόνως να καταδείξω ότι για την ταλαιπωρία τους υπεύθυνος είναι αυτός, δηλαδή η κυβέρνηση, και να προκαλέσω έτσι “κυβερνητική φθορά”.

[…] Κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο εκατό άνθρωποι να αποκλείουν την Αθήνα, αντί, ας πούμε, να αποκλείουν το σπίτι του υπουργού!
Γι’ αυτό, κάθε φορά, έχουμε «συγκέντρωση και πορεία» κι όχι σκέτη συγκέντρωση, σε μια πλατεία, που δεν θα εμπόδιζε την ομαλή ζωή στην πόλη.
(Το Υπουργείο Παιδείας πήγε στο Μαρούσι, οι εκπαιδευτικοί όμως εξακολουθούν να κάνουν πορείες στο κέντρο της Αθήνας, όπως όταν ήταν στο Σύνταγμα.)

Τώρα βλέπω ότι, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, οι αγρότες πιέζουν την κυβέρνηση… πιέζοντας τους απλούς πολίτες. Κλείνουν τις εθνικές οδούς κι όχι το δρόμο που μένει ο υπουργός ή ο πρωθυπουργός».

Αυτά λέγαμε, προσπαθώντας να απαντήσουμε σε κάποιον που ρωτούσε «τι θα κερδίσουν οι αγρότες, αν αργήσω εγώ να πάω στη δουλειά μου». Ε, τα ίδια λέμε και σήμερα.
Μια από τα ίδια!

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

160127 ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Απολογισμοί, απολογισμοί, απολογισμοί...

Τελικά είναι πολύ εύκολο σήμερα να ανατρέχεις στο παρελθόν, ιδιαίτερα στο πρόσφατο, να ξαναθυμάσαι και να ξαναθυμίζεις γεγονότα που το σημάδεψαν. Μια βόλτα στο διαδίκτυο να κάνεις, βρίσκεις όλα εκείνα που σε ενδιαφέρουν.

Έτσι, γεμίσαμε αυτές τις μέρες «απολογισμούς» για τον ένα χρόνο που πέρασε από τις εκλογές που έφεραν στην εξουσία τη ριζοσπαστική Αριστερά, παρέα με μια εκδοχή της Ακροδεξιάς. Αυτό είναι το εύκολο. Το δύσκολο είναι η αξιολόγηση.

Είδατε; Οι λέξεις απέκτησαν και διαφορετική βαρύτητα εξαιτίας της διαπραγμάτευσης και των μνημονίων. Άλλη αξιολόγησε εννοώ εγώ, την κανονική. Να σου πουν να βάλεις τα σημαντικά γεγονότα σε μια σειρά και να τα κατατάξεις ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους.

Να πεις ποιο κατά τη γνώμη σου είναι εκείνο που έδρασε περισσότερο καταλυτικά, που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή στην πολιτική ζωή και την κοινωνία…
Άντε, για να μην είναι πολύ δύσκολο να σου πουν να σκεφτείς όχι μόνον ένα, αλλά δυο τρία. Τι θα λέγατε εσείς σε μια τέτοια περίσταση;

Τι θυμήθηκα τώρα! Τον παλιό καλό καιρό, όταν ήμασταν φοιτητές, συνηθίζαμε να ρωτάμε με πειρακτική διάθεση τους άλλους: Αν βρεις ένα Τζίνι και σου πει έχεις να κάνεις μια ευχή που θα πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε, τι θα ευχόσουν;

Όπως καταλαβαίνετε είναι μια δύσκολη απάντηση, ακόμα και σε επίπεδο αστείου. Οι ερωτώμενοι σκέφτονταν πολύ προκειμένου να απαντήσουν και συχνά το απέφευγαν εντελώς. Αν δοκιμάσετε να μπείτε στη θέση τους πιθανότατα θα καταλάβετε. Ποια ευχή θα διαλέγατε, ξέροντας ότι θα πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε;

Τότε ερχόμασταν εμείς, όλο καμάρι, και δίναμε την καταπληκτική, γεμάτη σοφιστεία, δική μας απάντηση: Εμένα, αν με ρωτούσε, θα του έλεγα «εκείνο που θέλω να πραγματοποιηθεί είναι να έχω… χίλιες ευχές! Και φυσικά, όταν θα κόντευαν να τελειώσουν, θα ανανέωνα την ευχή (των ευχών)».

Το άλλο πουλάκι:
Πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο στην περίπτωση του «απολογισμού»;

Προφανώς, το σημαντικότερο γεγονός είναι οι ίδιες οι εκλογές, εξαιτίας των οποίων κάνουμε σήμερα τους απολογισμούς του ενός έτους. Αυτές ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα και από το δικό τους αποτέλεσμα προήλθαν όλα τα γεγονότα που καταγράφονται ως σημαντικά.

Μια τέτοια απάντηση όμως δεν μετράει. Είναι κουτοπονηριά και αποφυγή της πραγματικότητας, επομένως θα ταίριαζε μόνο σε… κυβερνητικά χείλη.
Κατά τη δική μου άποψη το γεγονός που σημάδεψε την πρώτη χρονιά αριστερής (με μια γεύση ακροδεξιάς) κυβέρνησης ήταν η απόφαση του Αλέξη Τσίπρα για το δημοψήφισμα.

Προσέξτε! Όχι το ίδιο το δημοψήφισμα, αλλά η απόφαση να πραγματοποιηθεί αυτό. Θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω τους λόγους, πολλοί από τους οποίους φάνηκαν με τις εξελίξεις που ακολούθησαν, καθώς και με κάποιες αποκαλύψεις που έγιναν πρόσφατα.

Πρώτα πρώτα η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία έδειξε την αδυναμία ενός πρόσφατα εκλεγμένου πρωθυπουργού να αναλάβει την ευθύνη μιας απόφασης, η οποία αποδείχθηκε ότι ήταν μονόδρομος. Θέλησε να ρίξει το μπαλάκι στους πολίτες, πιστεύοντας προφανώς πως θα πουν ΝΑΙ, αλλά έκανε για άλλη μια φορά λάθος εκτίμηση.

Η απόφαση εκείνη άνοιξε τον δρόμο για τον τραπεζικό έλεγχο στις κινήσεις κεφαλαίων, με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις που ξέρουμε. Εμείς οι μικροκαταθέτες υποστήκαμε τεράστια ταλαιπωρία, όμως οι επιχειρήσεις και γενικότερα η οικονομία είδανε μαύρες μέρες εξαιτίας των ελέγχων που θα συνεχίζονται ποιος ξέρει για πόσο. (Και οι έλεγχοι και οι μαύρες μέρες!)

Η απόφαση για δημοψήφισμα έφερε και τις αλυσιδωτές αντιδράσεις στις εσωκομματικές διεργασίες του ΣΥΡΙΖΑ. Εκείνο το ΟΧΙ που σε λίγες στιγμές έγινε ΝΑΙ ήταν η αφορμή να αποκαλυφθούν οι εντελώς (;) διαφορετικοί κόσμοι που συνυπήρχαν εντός του πολυσυλλεκτικού κομματικού σχηματισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Ένα μικρό, όπως αποδείχτηκε, τμήμα της θεώρησαν εαυτούς κληρονόμους και εκφραστές του ΟΧΙ κι έτσι προέκυψε η Λαϊκή Συμμαχία, το κόμμα του Λαφαζάνη, που δεν κατόρθωσε να μπει στη Βουλή κατά την εκλογική αναμέτρηση που ακολούθησε.

Η οποία αναμέτρηση, αν το καλοσκεφτούμε, ήταν κι αυτή αποτέλεσμα της απόφασης του Αλέξη Τσίπρα για δημοψήφισμα. Η υπογραφή ενός τρίτου Μνημονίου (όχι του μακρύτερου) θα μπορούσε να είχε γίνει υπό κανονικές συνθήκες, δηλαδή ως αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, αν αυτή δεν ήθελε σώνει και καλά να είναι υπερήφανη.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Καταλαβαίνετε, λοιπόν, γιατί τη θεωρούμε τόσο σημαντική απόφασή;

Πέρα όμως από όλα τα προηγούμενα, εκείνο που κατάφερε ο Αλέξης Τσίπρας οδηγώντας τη χώρα στο δημοψήφισμα ήταν να επέλθει ένας ακόμη διχασμός. Για άλλη μια φορά, χωρίς να είναι καθόλου απαραίτητο, οι πολίτες χωριστήκαμε σε δυο παρατάξεις.

Οι καλοί και οι κακοί πατριώτες, οι αγωνιστές και οι πουλημένοι, οι φιλοευρωπαίοι και οι αντιευρωπαϊστές, οι λάτρεις της δραχμής και οι υποταγμένοι στο ευρώ γίναμε μαλλιά κουβάρια, ξαναλέω χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος.

Όπως φάνηκε δηλαδή και εκ του αποτελέσματος. Όταν το ΟΧΙ έγινε ΝΑΙ και η μεταστροφή αυτή επικροτήθηκε από τους υποστηρικτές του, οι οποίοι, παρά την αρχική τους απογοήτευση, έδωσαν λίγο αργότερα στον Αλέξη Τσίπρα μια δεύτερη ευκαιρία.

Γι’ αυτούς τους λόγους, και για έναν σωρό άλλους δευτερεύοντες (όπως π. χ. ο εκφυλισμός και η συκοφάντηση της δημοκρατικής διαδικασίας του δημοψηφίσματος), πιστεύουμε πως η απόφαση εκείνη του πρωθυπουργού ήταν το γεγονός της χρονιάς.
Έχουμε άδικο;
 
Μια μικρή απόφαση, ένα μεγάλο μπάχαλο!

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

160126 ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Για να μη λέτε ότι μεροληπτούμε…

Σας παρουσιάζουμε αποσπάσματα από απολογισμούς στελεχών της κυβέρνησης. Έτσι, χωρίς ονόματα, χωρίς σχολιασμό, μόνο και μόνο για να έχετε και μια εικόνα τού τι ακριβώς γιορτάστηκε αυτές τις μέρες από εκείνους που… έχουν κάθε λόγο να γιορτάζουν.

Σε γενικές γραμμές:
«Επί ένα χρόνο, ο λαός μας με την κυβέρνησή του, δίνει καθημερινά μάχες για να υπάρξει. Μάχεται έξω και μέσα, συχνά και με τον κακό του εαυτό. Με τα διεθνή χρηματιστήρια, με την παθογένεια του μεταπολιτευτικού κράτους, αλλά και το πολιτικό κατεστημένο που την εξέθρεψε για ίδιον όφελος».

Έξω πάμε καλά:
«Ξεσκεπάσαμε τους αντιδραστικούς της Ευρώπης. Καταδείξαμε ότι η λιτότητα δεν διαλύει μόνο τον κοινωνικό ιστό της χώρας μας, σπρώχνοντας στην ανέχεια και τη φτώχεια τον λαό μας, αλλά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο διαλύει και τους λαούς της Ευρώπης, ενάντια στο δόγμα και το όραμα της ευρωπαϊκής ιδέας για μια Ευρώπη της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της δημοκρατίας και της αξιοπρέπειας. Τώρα πια δεν είμαστε μόνοι μας, όπως πριν έναν χρόνο, χώρες και λαοί συνειδητοποιούνται και αντιστέκονται».

«Σε κάθε περίπτωση επετεύχθη η ευρύτατη διεθνοποίηση του θέματος της κρίσης χρέους και των συνεπειών της για τη χώρα μας. Έχει αναγνωριστεί πλέον διεθνώς, τόσο η μη βιωσιμότητα αυτού του χρέους, όσο και η ανάγκη της ταχείας, έμμεσης ή άμεσης, μεγάλης απομείωσης του. Είναι σημαντική επίσης εξέλιξη ότι έχει ξεκινήσει, με αφορμή και την ελληνική υπόθεση, μια διαδικασία αλλαγής συσχετισμών δυνάμεων στην Ευρώπη με τη δημιουργία πολιτικών αντισωμάτων στη στρατηγική της λιτότητας».

«Το 2015 ήταν μια χρονιά τομή στα δεδομένα της Ελλάδας, αλλά και μια χρονιά που ταρακούνησε την Ευρώπη με τις τρεις εκλογικές μάχες στη χώρα μας και με τις εκλογικές μάχες στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Μια χρονιά που θα τη θυμόμαστε όλοι μας και για τις μεγάλες χαρές που ζήσαμε αλλά και τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε. Η κυβέρνηση με βασικό κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ […] για πρώτη φορά διαπραγματεύτηκε σκληρά με τους δανειστές και δόθηκε παγκόσμια διάσταση στο ελληνικό ζήτημα. Τίποτα δεν είναι το ίδιο ούτε στη χώρα μας ούτε στην Ευρώπη».

«Το χρέος γεννά μετανεωτερικές "αποικίες" και "ανθρωπιστικές κρίσεις" στην καρδιά της Ευρώπης. Η κυβέρνηση της Αριστεράς υπενθύμισε στην Ευρώπη τις ιδρυτικές αξίες και αρχές της, τις αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας, της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας με αποκορύφωμα το προσφυγικό ζήτημα, όπου όσον αφορά τη διαχείρισή του η Ευρώπη οφείλει να μιμηθεί την Ελλάδα και όχι η Ελλάδα την Ευρώπη. Η χώρα μας έγινε ένα εργαστήρι παραγωγής δημοκρατικών αξιών και πολιτικών συναισθημάτων».

Το άλλο πουλάκι:
Επιστροφή στην πατρίδα.

Ας θεωρήσουμε τυχαίο το γεγονός ότι οι περισσότεροι μιλούν… περισσότερο για τα επιτεύγματα της κυβέρνησης στην Ευρώπη και ας συνεχίσουμε.
Διότι και μέσα δεν τα πάμε άσχημα:

«Μέσα σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο με φτωχά δημοσιονομικά μεγέθη γίναμε πλουσιότεροι σε θεσμούς και αξίες. Η ΕΡΤ λειτούργησε ξανά, έλαβε τέλος το ασύδοτο και άναρχο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, το σωφρονιστικό σύστημα εξανθρωπίστηκε, τα παιδιά των μεταναστών έλαβαν ελληνική ιθαγένεια, χιλιάδες απολυμένων συμπολιτών μας επέστρεψαν στις δουλειές τους, τα θύματα της ανθρωπιστικής κρίσης απέκτησαν πρόσβαση στα βασικά αγαθά, έγινε νόμος του κράτους το σύμφωνο συμβίωσης».

Στο μεταξύ:
«Το παλιό σύστημα ξεδοντιάζεται, αντιστέκεται και αποκαλύπτεται. Δική μας ευθύνη είναι να παραμείνουμε ψύχραιμοι, μεθοδικοί, τίμιοι και σταθεροί στην αλλαγή πορείας, να αλλάξουμε ζωή με καθαρή ματιά, ανοιχτή καρδιά και αριστερό όραμα. Ξέρουμε κάθε δυσκολία των συμπολιτών μας, ζούμε μαζί τους τα άγχη τους για το αύριο και έχουμε την έγνοια -όχι για έναν αλλά για όλους-, "να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα"».

Κάποιοι δίνουν και μια νότα αυτοκριτικής:
«Από τον περσινό Γενάρη μοιάζει να έχουν περάσει πολλά χρόνια. Δεν είναι μόνο η πυκνότητα των γεγονότων και των συναισθημάτων, καθώς ζήσαμε τη νίκη και την ήττα, την ελπίδα και τις διαψεύσεις, την αγωνία και τον αγώνα, την απόφαση να συνεχίσουμε, αλλά και η τομή που συντελέστηκε.

Πολλές φορές το ξεχνάμε, καθώς μας τυλίγει η δίνη της καθημερινής μάχης, ωστόσο η ελληνική κοινωνία πέρασε σε άλλη εποχή. Παρότι η κυβέρνηση δεν κατάφερε να κάνει όλα όσα ήθελε, και στις ασφυκτικές συνθήκες του Μνημονίου, όσα πέτυχε κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι».

«Για το 2015 έχουμε κάνει αποτίμηση και των αδυναμιών μας, αλλά γνωρίζουμε ότι αν συνεχίσουμε με σταθερότητα το 2016 και υπερβούμε κάβους και εμπόδια που βρίσκονται μπροστά μας, έχουμε τη δυνατότητα στα μέσα της τρέχουσας χρονιάς να βγούμε από την ύφεση και την οικονομική συρρίκνωση και να οργανώσουμε το μέλλον μας με περισσότερη δικαιοσύνη και βιωσιμότητα». 

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι έφταιξε όμως και τα πράγματα δεν πήγαν όσο καλά θα μπορούσε;

Ή μήπως πήγαν αλλά…
«Από την πρώτη ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ γίναμε μάρτυρες ενός πρωτοφανούς και συντονισμένου συστήματος παραπληροφόρησης, μιας ανεπανάληπτης διαστρέβλωσης και υπονόμευσης κάθε προσπάθειας της Κυβέρνησης».

«Βλέπουμε καθημερινά έναν ανελέητο πόλεμο συκοφαντίας και είναι πλέον προφανές ότι, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδος, υπάρχουν συγκεκριμένα συμφέροντα που έχουν ενοχληθεί σφόδρα από την παρούσα κυβέρνηση και θα επιθυμούσαν διακαώς μια αλλαγή στη σύνθεσή της».

Για να μη μας πάρει κι εμάς η μπάλα, σας παρουσιάσαμε με όσο πιο αντικειμενικό τρόπο γίνεται τις θέσεις κυβερνητικών και κομματικών στελεχών.
Ελπίζουμε να τις αξιοποιήσετε καταλλήλως.
 
Όχι, για να είμαστε δίκαιοι!

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

160125 ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Μήπως κάνουμε κανένα λάθος;

Μην απορείτε, αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό, όταν σκέφτηκα πως πρέπει να σχολιάσω την επέτειο ενός χρόνου από την έλευση στην εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ.
(Μαζί με τους ΑΝΕΛ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό το δεύτερο έχω την τάση να το ξεχνάω.)

Δεν το πίστευα. Αφού, να σκεφτείτε, ανέτρεξα στο αρχείο για να δω αν πράγματι ήταν πέρσι εκείνες οι εκλογές ή έχουν περάσει περισσότερα χρόνια. Τελικά δεν ήταν λάθος. Το κεράκι στην τούρτα (μοιάζει με το κερασάκι στην τούρτα) ήταν «ένα και μοναχικό», που θα έλεγε και ο Ζίκος.

Κι όμως! Έγιναν τόσα πολλά αυτόν τον χρόνο που λες και ζήσαμε σε… γρήγορη ταχύτητα. Εκεί που η ζωή μας κυλούσε με ρυθμούς ποδοσφαιρικού αγώνα ελληνικού πρωταθλήματος, ξαφνικά απέκτησε ρυθμό τελικού τσάμπιονς λιγκ. Και μάλιστα σε προβολή με πολλαπλάσια ταχύτητα.

Αυτό είναι ένα το κρατούμενο.
Ξεκινάω όπως βλέπετε από τα θετικά. Κάπου άκουσα πως υπάρχει μια ευχή στα κινέζικα που λέει «είθε να ζήσεις σε καιρούς ενδιαφέροντες, συναρπαστικούς». (Κατ’ άλλους δεν πρόκειται για ευχή, αλλά για κατάρα.)

Ε, λοιπόν, την πολιτική χρονιά που ολοκληρώθηκε, πράγματι ζήσαμε συναρπαστικές στιγμές. Όχι απαραίτητα θετικές και όχι φυσικά ίδιες για όλους. Δεν ξέρω αν έχει νόημα να κάνουμε απολογισμούς, να ανατρέξουμε στα καλά και τα άσχημα που μας έφεραν εκείνες οι εκλογές ή αν είναι προτιμότερο να σκεφτούμε «ό,τι έγινε έγινε» και να κοιτάξουμε μπροστά.

Για έναν συνοπτικό και συνολικό απολογισμό θα αρκούσε να ρίξει κανείς μια ματιά αυτές τις μέρες στους δρόμους και τις πλατείες της χώρας, όπου θα συναντήσει κάθε λογής πολίτες, ακόμη και εκείνους που τώρα κάνουν την πρώτη… αγωνιστική τους εμφάνιση.

Θα μου πείτε «Εσύ τα λες αυτά; Από πότε όποιοι αγωνίζονται και με οποιοδήποτε αίτημα έχουν εξ ορισμού δίκαιο;»
Δεν ισχυρίστηκα κάτι τέτοιο. Το λέω επειδή η λαϊκή δυσαρέσκεια θεωρείται δείκτης για κάθε κυβέρνηση. Δείκτης, αν θέλετε, αυτοαξιολόγησης.

Προφανώς κανείς δεν έχει κατά νου, αναλαμβάνοντας την εξουσία, να βγάλει στο δρόμο όλους τους πολίτες, και μάλιστα σε έναν μόλις χρόνο από τις εκλογές. Πόσω μάλλον μια κυβέρνηση που έχει έρθει, υποτίθεται, για να δικαιώσει όλους τους προηγούμενους αγώνες.

Το άλλο πουλάκι:
Τα πράγματα είναι δύσκολα!

Αυτό το αντιλαμβάνεται ο καθένας και, ακόμη κι αν δεν ανήκει στους υποστηρικτές της κυβέρνησης, μπορεί να σκεφτεί μια κουβέντα συμπαράστασης για τη δύσκολη περίοδο που αυτή διανύει. Σε κανέναν δεν αξίζει να περνάει τέτοια ζόρια.

Ναι, δεν αστειεύομαι. Μπορεί να σκεφτεί κάποιος, και το κάνουν πάρα πολλοί, πως ο ΣΥΡΙΖΑ όπως έστρωσε θα κοιμηθεί. Πως τώρα πληρώνει την αμετροέπεια στις προεκλογικές του εξαγγελίες και πως αυτό του αξίζει.

Θυμίζω όμως ότι αυτή ειδικά η κυβέρνηση έχει και μια πολύ καλή απάντηση σε όλους εκείνους που διαμαρτύρονται και ζητούν το δίκιο τους.
Μη βιάζεστε, η απάντηση δεν είναι «και οι άλλοι τα ίδια κάνανε»! Αυτό είναι ένα επιχείρημα που το χρησιμοποιούν μόνο όσοι δεν διαθέτουν στοιχειώδες πολιτικό κριτήριο.

Ανάμεσά τους, δυστυχώς, βρίσκονται όχι μόνο απλοί υποστηρικτές της κυβέρνησης, αλλά και στελέχη της. Δείγμα απουσίας πολιτικού πολιτισμού. Ή έντονης παρουσίας ελληνικού πολιτικού πολιτισμού!

Η απάντηση που διαθέτει η κυβέρνηση και θα έπρεπε να την δίνει σε όσους της καταλογίζουν την ψήφιση σκληρών μέτρων είναι «Δηλαδή, εσείς τι περιμένατε;»
Εδώ ας κάνουμε έναν διαχωρισμό. Μπορεί να «γιορτάζουμε» έναν χρόνο από τις εκλογές που έκαναν κυβέρνηση τον ΣΥΡΙΖΑ (είπαμε μαζί με τους ΑΝΕΛ), όμως οι πρώτοι επτά μήνες δεν «πιάνονται».

Πώς λέγαμε όταν παίζαμε μικροί «Φτου δεν έχει;» Δηλαδή δεν μπορείς να σβήσεις μια πράξη, να πάρεις πίσω κάτι που έκανες και να ξαναπαίξεις από την αρχή. Ε, λοιπόν, η κυβέρνηση έκανε ό,τι έκανε μέχρι τις 14 Αυγούστου και μετά είπε «φτου».

Τότε ψήφισε το τρίτο (και μακρύτερο) μνημόνιο. Όχι όμως μόνο. Τότε ξεκίνησε ουσιαστικά και η προεκλογική περίοδος η οποία κατέληξε με τη νίκη των κομμάτων που την αποτελούσαν και την πανηγυρική (θυμίζω τις αγκαλιές στο Σύνταγμα) επανεκλογή τους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι περιμένατε, λοιπόν;

Τι θα περιλάμβανε αυτό το νέο Μνημόνιο που ψηφίστηκε και επικροτήθηκε από τους ψηφοφόρους; Θα μοίραζε… λουκούμια; Φόρους θα μοίραζε, περικοπές, αυξήσεις ορίων και εισφορών…
Αυτό ψήφισε η Βουλή τον Αύγουστο και αυτό ψηφίσαμε (που λέει ο λόγος) όλοι μαζί τον Σεπτέμβριο.

Να ποια απάντηση θα έπρεπε να δίνουν τα στελέχη της κυβέρνησης στους διαμαρτυρόμενους πολίτες. «Εμάς επιλέξατε να διαπραγματευτούμε και να υλοποιήσουμε τους όρους αυτού του μνημονίου, επειδή πιστέψατε ότι μπορούμε να το κάνουμε καλύτερα από τον καθένα».

Δεν το λένε όμως. Πιθανότατα γιατί πολλοί από αυτούς πιστεύουν πως οι διαμαρτυρίες είναι μια «μαγική εικόνα» που παρουσιάζεται από τα συστημικά Μέσα και πως, στην πραγματικότητα, οι πολίτες εγκρίνουν τις κινήσεις της κυβέρνησης.

Άλλωστε, αν διαβάσατε την έρευνα που δημοσιεύτηκε αποκλειστικά στην ΑΥΓΗ, ο ΣΥΡΙΖΑ προηγείται στην πρόθεση ψήφου της νέας Δημοκρατίας κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες.
Όπερ έδει δείξαι!

Ας κρατήσουν οι χοροί, λοιπόν. Περάσαμε έναν χρόνο συναρπαστικό, κυρίως όμως… διδακτικό. Βέβαια, με τη διδακτική ισχύει εκείνο που δέχονται οι μεγαλύτεροι παιδαγωγοί. Όποια μέθοδο κι αν ακολουθήσεις, μόνο εκείνος που θέλει να μάθει έχει ελπίδες να τα καταφέρει!
 
Και του χρόνου!

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

160122 ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Αν δεν θέλεις να αγιάσεις;

Είναι γνωστή η φράση «θέλω να αγιάσω και δεν μ’ αφήνουν (οι διαβόλοι)». Τι γίνεται όμως όταν κάποιος δεν θέλει να αγιάσει, όταν αυτό το αποφασίζει τελείως συνειδητά; Πρέπει να γίνεται σεβαστή η απόφασή του ή μπορούμε και να την παραβλέπουμε;

Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό.
Για να το πιάσουμε κάπως από την αρχή πρέπει να συμφωνήσουμε ότι η αγιοσύνη εμπίπτει αποκλειστικά στις αρμοδιότητες της Εκκλησίας. Όσο καλός άνθρωπος και αν υπήρξε κάποιος, όσο κι αν αναγνωρίστηκε η ανιδιοτελής προσφορά του προς τους συνανθρώπους του, άγιος δεν γίνεται, αν δεν το πει η Εκκλησία.

Εννοείται, μέσα από τις δικές της διαδικασίες, την Παράδοση και το τυπικό, καθώς και τους Ιερούς Κανόνες που έχουν θεσπιστεί εδώ και αιώνες. Φυσικά, όταν λέμε Εκκλησία, εννοούμε τον κλήρο αλλά και τον λαό, ο οποίος έχει κι αυτός ιδιαίτερο λόγο και ρόλο στην αγιοποίηση κάποιου.

Έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν και πράγματα που θεωρούνταν αυτονόητα μέχρι χθες, σήμερα αμφισβητούνται και παραμερίζονται, όχι από το σύνολο της κοινωνίας, πάντως από ένα τμήμα της που πρέπει να γίνεται και αυτό σεβαστό.

Έτσι η πολιτεία έρχεται να δώσει το δικαίωμα, σε όσους το επιθυμούν, να μην ταφούν μετά τον θάνατό τους, αλλά να καούν και να αποτεφρωθούν.
Όσοι το δηλώσουν αυτό εγκαίρως είναι σαν να δηλώνουν επίσης ότι δεν… επιθυμούν να γίνουν άγιοι!

Θυμίζω εδώ ότι το ζήτημα αυτό το αντιμετώπισε η Εκκλησία και με πολλούς… αγίους! Απορείτε πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Σας πληροφορώ ότι υπήρξαν μοναχοί «τόσο ταπεινοί, που μισούσαν και απέφευγαν τη δόξα των ανθρώπων και τη διάκριση υπ’ αλλήλων».

Αυτοί, όταν πλησίασε το τέλος τους θέλησαν, να ταφούν κάπου ανώνυμα, ακόμη και κρυφά μέσα στο δάσος ή στην ερημιά του βουνού, ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή δυνατότητα «αναγνώρισής» τους μετά θάνατον.
Ε, λοιπόν κάποιοι από αυτούς αγίασαν και τα λείψανά τους, που βρέθηκαν συνήθως με θαυματουργικό τρόπο, τιμώνται μαζί με τα υπόλοιπα ιερά λείψανα που φυλάγονται στις μονές.

Το άλλο πουλάκι:
Είναι η αποτέφρωση κακό πράγμα;

Για την Εκκλησία ναι. Γι’ αυτό και σου λέει, αν το επιλέξεις, Εγώ δεν σου ψάλλω εξόδιο ακολουθία, ούτε σου κάνω μνημόσυνα. «Παρά ταύτα, επαφίεται στην ποιμαντική σύνεση και την διακριτική ευχέρεια του οικείου Μητροπολίτου η τέλεση απλώς Τρισαγίου».
Και ευχαριστημένος να είσαι δηλαδή, έτσι και πέσεις σε βολικό Δεσπότη.

Μέχρι εδώ κανένα πρόβλημα. Ο καθένας παραμένει στα χωράφια του και η Εκκλησία λέει καθαρές κουβέντες, αφήνοντας τον πιστό να αποφασίσει αφού του γνωρίσει τις συνέπειες της απόφασής του. Και ο πιστός όμως δεν πρέπει να τα θέλει όλα δικά του. Και καύση και χριστιανική «ταφή», δηλαδή νεκρώσιμη ακολουθία. Ας διαλέξει.

Το πράγμα αρχίζει να μπερδεύεται από τη στιγμή που… μπερδεύονται και οι αρμοδιότητες. Οι οποίες είναι μπερδεμένες, από τη στιγμή που εξακολουθεί να μην υφίσταται ο διαχωρισμός του κράτους από την Εκκλησία.

Δείτε, ας πούμε, τι προβλέπει το σχετικό νομοσχέδιο: «Καθένας μπορεί να επιλέξει τον τύπο τελετής της κηδείας του, και η δήλωση αυτή είναι υποχρεωτική για τα όργανα ή τις υπηρεσίες που επιμελούνται της ταφής του νεκρού, αρκεί να μην προσκρούει σε κανόνες δημόσιας τάξης, υγιεινής ή στα χρηστά ήθη».

Τι ακριβώς σημαίνει επιλέγω; Το διατυπώνω ξεκάθαρα στους οικείους μου; Το αφήνω να εννοηθεί από τη στάση της ζωής μου ή από κουβέντες στις οποίες κατά καιρούς συμμετείχα; Ή το δηλώνω γραπτώς, ώστε να μην υπάρχουν παρερμηνείες;

Η Εκκλησία υποστηρίζει «προς αποφυγήν οιασδήποτε θεολογικής, κανονικής και ανθρωπολογικής εκτροπής, απαραίτητος είναι ο σεβασμός των θρησκευτικών πεποιθήσεων και η διακρίβωση της οικείας βουλήσεως του κεκοιμημένου και όχι η βούληση ή η δήλωση των οικείων του». 

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πώς όμως μπορεί να γίνει αυτή η «διακρίβωση»;

Και, αν το πάμε παρακάτω, τι σημαίνει «υποχρεωτική για τα όργανα ή τις υπηρεσίες που επιμελούνται της ταφής του νεκρού»; Αν δηλαδή κάποιος (ο ίδιος όχι οι συγγενείς του) δηλώσει ότι επιθυμεί… και το ένα και το άλλο, και καύση και κηδεία, τότε αυτό είναι υποχρεωτικό για την Εκκλησία; Ανήκει και αυτή στα «όργανα ή τις υπηρεσίες που επιμελούνται της ταφής του νεκρού»;

Καταλάβατε το μπλέξιμο. Διότι, σου λέει ο άλλος (μέσω του νομοσχεδίου που εισηγούνται οι βουλευτές), εγώ σε πληρώνω με τους φόρους μου και δεν μπορείς να αρνηθείς να μου… τα ψάλεις, αν σου το ζητήσω, ασχέτως αν εγώ μετά θα… γίνω στάχτη.

Έτσι, η Εκκλησία, δηλαδή η Ιεραρχία της, κάνει ύστατες προσπάθειες με ανακοινώσεις όπως: «Κατά τη σύγχρονη διαδικασία της κατ’ ευφημισμόν “αποτεφρώσεως” μετά την καύση της σoρού σε κλίβανο, ο ανθρώπινος σκελετός ρίχνεται σε ηλεκτρικό σπαστήρα (μίξερ, cremulator), θρυμματίζεται και μετατρέπεται σε σκόνη».

Αυτό συμβαίνει πράγματι, το είδαμε και σε σχετικά βίντεο που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Και με κάτι τέτοιες ανακοινώσεις προσπαθούν οι ιεράρχες να αποθαρρύνουν όσους σκέφτονται την καύση. Έχουν, οφείλω να ομολογήσω, έναν ισχυρό σύμμαχο. Το γεγονός πως δεν υπάρχουν αντίστοιχα βίντεο που να δείχνουν τι γίνεται όταν πιάνουν δουλειά οι γεωσκώληκες.

Μακάβριο, έτσι;
Δεν φταίω εγώ, ρε παιδιά, τέτοιο είναι το θέμα από μόνο του.
Αποφασίστε πριν είναι αργά!

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

160121 ΑΝΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Πώς αντικαθιστάς ένα άξιο στέλεχος;

Η πρώτη απάντηση που σου έρχεται στο μυαλό είναι «δεν το αντικαθιστάς»! Γιατί να το κάνεις; Αφού είναι άξιο και ικανό στέλεχος το αφήνεις όσο μπορείς ανενόχλητο να κάνει τη δουλειά του. Και εσύ απολαμβάνεις τις δάφνες που εκείνο δρέπει με τις επιτυχίες του.

Θυμόσαστε τη σκηνή με τον Γιάννη Μιχαλόπουλο και τον Χρόνη Εξαρχάκο από τον «Κατεργάρη»;
-         Ο διευθυντής μου ενήργησε κατόπιν εντολών ΜΟΥ! Ευφυέστατα και μυστικά! Μιλήστε, ντε, όχι μιλήστε. Διότι εγώ, κύριοι, θα τους πω, όταν διαλέγω διευθυντάς ξέρω τι κάνω.
-         Κι εγώ, όταν διαλέγω προέδρους, ξέρω τι κάνω!

Δυστυχώς όμως, υπάρχουν περιπτώσεις που και το πιο ικανό στέλεχος πρέπει να αντικατασταθεί. Το κανονικό είναι να έρθει αυτή η στιγμή είτε επειδή το επιθυμεί το ίδιο, είτε επειδή υπάρχουν λόγοι… ανωτέρας βίας.

Σ’ αυτούς τους δεύτερους ας σταθούμε λίγο. Διότι το μυαλό των περισσοτέρων μπορεί να πηγαίνει στην υγεία ή και στον θάνατο, οπότε η θέση… χηρεύει υποχρεωτικά.
Υπάρχει όμως και άλλης μορφής ανώτερη βία. Εκείνη που επιβάλλει την αντικατάσταση ενός στελέχους για λόγους κομματικούς.

Είναι η γνωστή και πάγια τακτική του ελληνικού κράτους. Όποιο κόμμα επικρατεί στις εκλογές παίρνει για προίκα όλη τη διοίκηση και μπορεί να την κάνει ό,τι γουστάρει. Να καταργήσει οργανισμούς και υπηρεσίες ή να δημιουργήσει νέους. (Κατά έναν παράξενο τρόπο συνήθως συμβαίνει το δεύτερο.)

Μπορεί να δημιουργήσει νέες θέσεις στελεχών και, φυσικά, να αντικαταστήσει όλους εκείνους που είχαν τοποθετήσει οι προηγούμενοι με νέα πρόσωπα.
Εδώ έρχεται το αίτημα της αναζήτησης των ικανοτέρων. Πώς γίνεται;

Η συνήθης τακτική είναι να κάνεις μια αναζήτηση, να δημιουργήσεις μια λίστα υποψηφίων και μετά να επιλέξεις εκείνον που θέλεις.
Μέχρι στιγμής οι λίστες αυτές περιλαμβάνουν συγγενικά πρόσωπα πολιτικών, αποτυχημένους πολιτευτές, κομματικά στελέχη και μάχιμους αφισοκολλητές, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

Το άλλο πουλάκι:
Υπάρχει λογική σ’ αυτό;

Φυσικά, και μάλιστα όχι μόνο μία.
Η πρώτη λέει το πολύ απλό και κλασικό «τα ίδια έκαναν και οι άλλοι». Τη χρησιμοποιούν ως ατράνταχτο επιχείρημα όλοι όσοι διαδέχονται μια κατάσταση και επείγονται να αντικαταστήσουν με «δικά τους παιδιά» εκείνα των προηγουμένων.

Η δεύτερη είναι πιο σοφιστικέ. Υποστηρίζει ότι οι αλλαγές των προσώπων γίνονται επειδή τα «δικά μας παιδιά» θα εξυπηρετήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης.

Τώρα, τι πολιτικές επιλογές θα εξυπηρετήσει ο τελευταίος διευθυντής σε υπηρεσία που ασχολείται με έκδοση πιστοποιητικών, μόνο η κομματική γραφειοκρατία που σχεδιάζει την αντικατάστασή του το γνωρίζει. Είπαμε όμως. Οι αγώνες κάποτε (πρέπει να) δικαιώνονται.

Δεν είπαμε όμως με ποιο τρόπο γίνονται οι επιλογές από τις κομματικές λίστες. Υπάρχει έστω εκεί η ιδέα της επικράτησης του ικανότερου; Θα ήταν ευτύχημα αν συνέβαινε τουλάχιστον αυτό. Αν, ακόμη και μεταξύ των «δικών μας παιδιών», επιλέγονταν ο καταλληλότερος για τη θέση.

Δυστυχώς όμως, η λογική που επικρατεί είναι αυτή των εσωκομματικών ισορροπιών, της ωρίμανσης στην κομματική επετηρίδα, της επιβολής εκείνων που έχουν μεγαλύτερες κομματικές «άκρες».

Κοιτάξτε τώρα τι συμβαίνει λίγο παραέξω από την κομματική καμαρίλα, στον λεγόμενο και πολύ συκοφαντημένο ιδιωτικό τομέα. Έχουμε ένα πρόσφατο και πολύ καλό για προβληματισμό παράδειγμα. Εκείνο της αντικατάστασης του Διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη, Άγγελου Δεληβοριά.

Σας διαβάζω τη σχετική ανακοίνωση:
«Εκ μέρους της Διοικητικής Επιτροπής του Μουσείου Μπενάκη, έχω τη χαρά να ανακοινώσω το διορισμό του κυρίου Olivier Descotes (Ολιβιέ Ντεκότ), υπευθύνου καλλιτεχνικής δημιουργίας του γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού και Επικοινωνίας, στη θέση του Διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη.

Η συνεργασία αυτή, που θα ξεκινήσει την 1η Μαρτίου 2016, είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που διήρκεσε σχεδόν ένα χρόνο, και η οποία προσέλκυσε 82 υποψηφιότητες, Ελλήνων και ξένων.

Έχοντας εξασφαλίσει την αφιλοκερδή συνεργασία της Egon Zehnder, της πιο αποδεκτής εταιρείας διεθνώς για την αναζήτηση εξειδικευμένων στελεχών, στόχος όλων μας ήταν η επιλογή του νέου Διευθυντή να γίνει με τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα και με αποδεκτά από όλους κριτήρια, ώστε να βρεθεί το κατάλληλο πρόσωπο που θα αναλάβει τη διεύθυνση του Μουσείου σε μια δύσκολη μεταβατική περίοδο, το πρόσωπο που θα διασφαλίσει τη μελλοντική πορεία και ανάπτυξή του...»

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Έχει σημασία να πούμε ποιος είναι ο Ολιβιέ Ντεκότ;

Νομίζω όχι για την κουβέντα μας. Διότι εδώ μας ενδιαφέρουν οι διαδικασίες, εκείνες που θα έφερναν σε κρίσιμες θέσεις του δημόσιου τομέα ανθρώπους ικανούς να «τρέξουν» τις υπηρεσίες που θα διευθύνουν, να επιλέξουν με τη σειρά τους τους ικανότερους συνεργάτες, να αναζητήσουν και να προτείνουν λύσεις, να ανασκευάσουν την εικόνα που έχουμε για το δημόσιο…

Διότι, μια από τις χειρότερες παρενέργειες των κομματικών επιλογών είναι πως οι επιλεγμένοι γίνονται υποχείρια εκείνων που τους τοποθέτησαν στη συγκεκριμένη θέση. Στη συνέχεια θα τους επιβάλουν όχι μόνο τους συνεργάτες τους, αλλά και ένα σωρό άλλες «διευκολύνσεις» προς ημετέρους.

Το βιογραφικό, σε συνδυασμό με τις συστάσεις από προηγούμενους εργοδότες και, φυσικά, η συνέντευξη (συχνά όχι μία αλλά δυο και τρεις από διαφορετικά στελέχη) αποτελούν τον μοναδικό αξιόπιστο τρόπο προσλήψεων σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο.

Στην Ελλάδα δεν καταφέραμε ακόμη να έχουμε ούτε αξιόπιστα… βιογραφικά!
 
Πώς να πάμε μπροστά;

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

160120 ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Τι έχουν μέσα στο μυαλό τους;

Σκόπευα να σας μιλήσω για τον τρόπο με τον οποίο (πρέπει να) επιλέγονται τα στελέχη στο Δημόσιο, όμως μου προέκυψε  κάτι άλλο. Τελικά, το καλό μ’ αυτή την κυβέρνηση είναι ότι δεν πλήττεις ποτέ, ούτε ξεμένεις ποτέ από θέματα. Ο μόνος κίνδυνος είναι να πάθεις, πώς το λέτε εδώ στην Ελλάδα, overdose!

Αναρωτιόμουν, λοιπόν, για το τι έχουν μέσα στο μυαλό τους εκείνα τα παιδιά (επιτρέψτε μου να πω τα καημένα τα παιδιά) που ανατράφηκαν μέσα στις κομματικές οργανώσεις και ο προσωπικός και κοινωνικός τους ορίζοντας δεν φτάνει πέρα από τους τοίχους των τα κομματικών γραφείων.

Καταλάβατε βεβαίως ότι θέλω να σας μιλήσω για την περίφημη «απάντηση» που έδωσε ο Γραμματέας Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ στην εφημερίδα που δημοσίευσε τους διορισμούς συγγενικών του προσώπων σε θέσεις υπουργικών συμβούλων. Μια απάντηση που δείχνει ακριβώς πώς σκέφτεται ένα παιδί μεγαλωμένο στην κομματική θερμοκοιτίδα.

Ας ξεκινήσω κλασικά. Όταν σε κατηγορούν ή σου καταλογίζουν κάτι αδίκως και θέλεις να απαντήσεις, ένας είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος. Να δείξεις πού ακριβώς βρίσκεται η αδικία. Να τρίψεις στη μούρη εκείνων που σε κατηγορούν το (αποδεδειγμένο) γεγονός ότι δεν είναι έτσι όπως τα λένε, ότι έκαναν λάθος.

Υπάρχει και ένας άλλος, κλασικός κι αυτός, τρόπος. Να μη μιλήσεις για την ταμπακιέρα, να πετάξεις τη μπάλα στην κερκίδα, να περάσεις στην αντεπίθεση –συνήθως με χαρακτηρισμούς και ύβρεις- και να αρχίσεις να κατηγορείς με τη σειρά σου τους αντιπάλους ότι τα βάζουν μαζί σου επειδή έχουν κάποιον άλλο μεγαλύτερο στόχο.

Τι έχουμε στην προκειμένη περίπτωση με την απάντηση του Γραμματέα; Μια παραλλαγή του δεύτερου τρόπου. Επίθεση με υβριστικούς χαρακτηρισμούς, αλλά και μια (θα έλεγα αποτυχημένη, όμως ο πιο κατάλληλος χαρακτηρισμός είναι αστεία) προσπάθεια να αποδειχθεί ότι οι κατηγορίες δεν ισχύουν, αφού οι διορισμοί δεν έγιναν «χαριστικά».

«Ποτέ δεν ζητήσαμε, ποτέ δεν περιμέναμε ανταμοιβή, το κόμμα μάς ζήτησε να βάλουμε πλάτη και βάλαμε, γιατί αυτό είναι το σωστό, γιατί πάντα στην αριστερά χρωστάμε και δεν μας χρωστάει...», λέει ο κύριος Ιάσωνας Σχινάς Παπαδόπουλος.

Το άλλο πουλάκι:
Θέλετε να τα δούμε πιο ψύχραιμα;

«[…] Εμείς πρέπει να δικαιώσουμε τα όνειρα και τους πόθους των ηττημένων, όχι μόνο αυτών από τους οποίους εγώ προέρχομαι αλλά για όλους όσους δίνανε την ζωή τους με αυταπάρνηση και με θυσία μία ζωή χωρίς να λογαριάζουν τίποτα».

Ακριβώς αυτό! Με κάποιες μικρές επισημάνσεις. Είναι πάρα πολλοί εκείνοι που έδωσαν μια ολόκληρη ζωή σε αγώνες, συχνά κυριολεκτικά, και τα εγγόνια τους δεν «τρούπωσαν» σε έμμισθες θέσεις που τις πήραν με προσόν την εξαργύρωση εκείνων των αγώνων.
Συγγνώμη για την αυθαίρετη υπόθεση, αλλά, αν τα συγγενικά του πρόσωπα προσλήφθηκαν με τυπικά προσόντα ανώτερα άλλων συνυποψηφίων, φαντάζομαι θα μας το έλεγε πρώτο πρώτο.

Μήπως όμως η επίκληση του «επιχειρήματος» των αγώνων που έδωσαν οι παππούδες είναι και μια μεγάλη προσβολή στη μνήμη τους; Φαντάζομαι πως και εκείνοι, όπως οι περισσότεροι αγωνιστές της εποχής, αγωνίστηκαν χωρίς να έχουν κατά νου πως τα εγγόνια θα χρησιμοποιούσαν τους αγώνες τους σαν… δικαιολογία για το ότι μπήκαν σε θέσεις από την πίσω πόρτα.

Το πιο ενδιαφέρον όμως βρίσκεται αλλού: «Και έτσι περνάνε 10 χρόνια συναρπαστικά στα οποία δώσαμε το είναι μας, τη ζωή μας ολόκληρη, χωρίς να λογαριάζουμε λεφτά, εργατοώρες, την υγεία μας […] Πάντα για το κόμμα, μόνο για το κόμμα, για κανέναν ρουφιάνο, για κανένα αφεντικό και σε αυτούς δεν θα απολογηθώ ούτε εγώ ούτε η οικογένεια μου».

Εδώ το πράγμα σοβαρεύει ακόμη περισσότερο. Πρώτα πρώτα θα πρέπει να ενημερώσει κάποιος τον σύντροφο Γραμματέα ότι υπάρχουν χιλιάδες νέοι άνθρωποι οι οποίοι αγωνίζονται και προσφέρουν, ατομικά ή μέσα από κοινωνικές ομάδες και οργανώσεις, χωρίς να εξαργυρώνουν ποτέ την προσφορά τους.

Το κυριότερο; Δεν το κάνουν για κανένα κόμμα!
Να η δεύτερη «πατάτα» του συντρόφου Γραμματέα. Χωρίς να το καταλαβαίνει, δικαιώνει όλους εκείνους που υποστηρίζουν ότι πολλοί «αγώνες» νέων είναι υποκινούμενοι από τα κόμματα που τους καθοδηγούν.

Διότι είναι άλλο να λες ότι αγωνίζεσαι επειδή πιστεύεις σ’ αυτό, επειδή σου το επιβάλλει η συνείδησή σου, επειδή αισθάνεσαι αλληλέγγυος σε άλλους αγωνιζόμενους και εντελώς διαφορετικό να δηλώνεις ότι το κάνεις «μόνο για το κόμμα»!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπάρχει και κάτι ακόμη.

Ο Γραμματέας Νεολαίας κατηγορεί για «ρουφιανιά» εκείνους που έδωσαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία των προσλήψεων της μητέρας, του αδελφού και της «φίλης» του.
Δηλαδή, τι; Θέλει να μας πει ότι διορισμοί έγιναν κρυφά και κάποιοι τους δημοσιοποίησαν χωρίς να πρέπει;

Επειδή δεν πιστεύω ότι μπορεί να είναι τόσο άσχετος που να μη γνωρίζει πως η δημοσιοποίηση των ΦΕΚ δεν αποτελεί ρουφιανιά, υποψιάζομαι ότι η κατηγορία για… ρουφιανιλίκι πάει αλλού. Στο γεγονός ότι δημοσιοποιήθηκε η σχέση με τη «φίλη» του, κάτι που πιθανότατα δεν ήθελε να μαθευτεί.

Από το γενικό ύφος, λοιπόν, της απάντησης, μπορούμε να υποθέσουμε ότι μάλλον στο… συντροφικό του κοινό και στους ψηφοφόρους που τον εξέλεξαν απευθυνόταν ο Γενικός Γραμματέας. Σ’ αυτούς που δεν βόλεψαν όλο το σόι τους οφείλει να «απολογηθεί», γι’ αυτό οι ιστορίες περί αγώνων και κόμματος και «δεν είδαμε φως και μπήκαμε»…
 Τόπο στα νιάτα!

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

160119 ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΝ-2

Το ένα πουλάκι:
«Εσύ γιατί χαίρεσαι;»

Αυτή ήταν η ερώτηση φίλου που, φυσικά, είχε να κάνει με την εκλογή Μητσοτάκη. Όχι ο φίλος, η ερώτηση. Τι να του απαντούσα; Ότι δεν κατάλαβε; Ότι αυτό που εκείνος λέει χαρά εγώ το λέω απλώς ικανοποίηση ή συγκρατημένη αισιοδοξία;

Πρώτα πρώτα, έχω να χαρώ με την πολιτική πάρα μα πάρα πολλά χρόνια. Να μη σας πω ότι δεν χάρηκα ποτέ. Το θεωρώ περισσότερο ποδοσφαιρικό και λιγότερο πολιτικό. Μια όμως και το έφερα η κουβέντα, νομίζω ότι ταιριάζει ένας ακόμη παραλληλισμός.

Στο ποδόσφαιρο υπάρχουν οι διάφοροι οπαδοί των ομάδων. Τους βλέπεις όμως ότι, όταν δεν αγωνίζεται η δική τους ομάδα, πάλι υποστηρίζουν κάποια από εκείνες που βρίσκονται στο γήπεδο. Ειδικά όταν παίζει μια ελληνική ομάδα με κάποια ξένη.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη κι εμείς που δεν είμαστε οπαδοί κάποιας ομάδας αλλά μας αρέσει να βλέπουμε καλό ποδόσφαιρο ή μπάσκετ, υποστηρίζουμε την ελληνική συμμετοχή.
Εκτός αν αγωνίζεται ο Ολυμπιακός, όμως αυτά είναι κολλήματα –και ποιος δεν έχει τέτοια.

Κατ’ αντιστοιχία, λοιπόν, όσοι ενδιαφέρονται για την πολιτική και δεν είναι φανατικοί οπαδοί κάποιου κόμματος, (πρέπει να) χαίρονται να βλέπουν σημαντικές και κρίσιμες αναμετρήσεις. Και, ακόμη και χωρίς να το θέλουν, (πρέπει να) παίρνουν θέση με κάποια από τις αντιμαχόμενες πλευρές.

Εμείς το έχουμε δηλώσει κατ’ επανάληψη. Μας ενδιαφέρει ο κάθε χώρος να καταθέτει ό,τι πιο ικανό και υγειές διαθέτει. Εκτός εάν ο χώρος αυτός είναι ο αντίστοιχος… Ολυμπιακός της πολιτικής, που θέλει ένα δικό του πρωτάθλημα για να παίζει μόνος του, καταστρατηγώντας όλους τους κανονισμούς. Αν με εννοείτε.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, μας ικανοποίησε η νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη, για πολλούς λόγους. Ένας σημαντικός είναι πως έχασε ο λεγόμενος (νεο)Καραμανλισμός. Συμβαίνει τα τελευταία χρόνια συχνά. Υποστηρίζεις κάποιον όχι γιατί τον συμπαθείς ιδιαίτερα, αλλά γιατί απεχθάνεσαι τον αντίπαλό του.

Το άλλο πουλάκι:
Διά της εις άτοπον απαγωγής!

Που έλεγαν και οι μαθηματικοί μας παλιά.
Καλώς ή κακώς, απέναντι από τον Μητσοτάκη συσπειρώθηκε όλη εκείνη η «ομάδα» της Νέας Δημοκρατίας που φέρει τεράστιες ευθύνες για το κατάντημα της χώρας. (Και οι οποίες, κατά έναν παράξενο τρόπο, δεν τους αποδίδονται ποτέ, ούτε καν από τους υποτιθέμενους αντιπάλους τους.)

Και μόνο που βλέπεις δηλαδή να πηγαίνει από τη μια μεριά ο Ευριπίδης Στυλιανίδης, εσύ, αν αγαπάς στοιχειωδώς τον τόπο σου και σέβεσαι τον κόπο των φορολογουμένων, πρέπει να πηγαίνεις από την άλλη. Και δεν είναι ο μόνος, μιλάμε για ολόκληρη, καλά οργανωμένη ομάδα.

Βέβαια, πολλοί από αυτούς, με πρόσχημα την «ενότητα της παράταξης», επέλεξαν απλώς να υποστηρίξουν τον επικρατέστερο, ώστε να βρεθούν μετεκλογικά δίπλα του. (Λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο.) Γεγονός που τους κάνει στα μάτια μας απεχθέστερους.

Εντελώς συμπτωματικά, αυτή την πλευρά υποστήριξε και ο ΣΥΡΙΖΑ, μάλιστα, όπως έδειξαν πιο έμπειροι από εμάς σχολιαστές, υπήρξε μια υπόγεια… συμπόρευση. Τα επιχειρήματα, λένε, που χρησιμοποίησαν οι αντίπαλοι του Μητσοτάκη εναντίον του είναι ακριβώς εκείνα που χρησιμοποιεί ο ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στη Νέα Δημοκρατία.

Γι’ αυτά όμως μιλήσαμε χθες και είναι από τους λόγους για τους οποίους υποστηρίξαμε πως η επικράτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη οφείλεται σε ένα βαθμό και στην κυβέρνηση, τον πρωθυπουργό και το κόμμα του.

Από την άλλη βέβαια, με τον Μητσοτάκη πήγαν, μετά τον πρώτο γύρο, ο Άδωνις Γεωργιάδης και οι υποστηρικτές του, δηλαδή, ξαναλένε οι αναλυτές, ό,τι πιο δεξιό έχει απομείνει στο κόμμα μετά την αποχώρηση των ΑΝΕΛ.
Έτσι είναι. Γι’ αυτό υποστηρίξαμε επίσης ότι οι αισιόδοξοι πρέπει να κρατάνε μικρό καλαθάκι.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί υποστηρικτές του Μητσοτάκη (τουλάχιστον της πολιτικής που υποτίθεται ότι εκφράζει) τόνισαν σε αναλύσεις τους πως είναι προτιμότερο να είχε χάσει την εκλογή για την αρχηγία.

Η ίδια η Νέα Δημοκρατία, είπαν, και οι οπαδοί της είναι βαθιά συντηρητικοί και είναι αδύνατον σε έναν αρχηγό, όσες ικανότητες και να διαθέτει, να τους αλλάξει. Γι’ αυτό, είπαν επίσης, η καλύτερη λύση θα ήταν να χάσει ο Μητσοτάκης και να φύγει από την παράταξη παίρνοντας μαζί του όσους ήταν πρόθυμοι να τον ακολουθήσουν σε μια πιο φιλοευρωπαϊκή και εκσυγχρονιστική πολιτική.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πού ήλπιζε αυτή η προοπτική;

Στη απελευθέρωση δυνάμεων προς το κέντρο και την πιθανή συσπείρωσή τους σε έναν νέο μεγάλο κεντρώο συνασπισμό.
Η λέξη κλειδί είναι «πιθανή». Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι όλοι εκείνοι που τοποθετούν τον εαυτό τους στο κέντρο έχουν ή θα αποκτήσουν τη διάθεση να συνεργαστούν και να συγκροτήσουν έναν ενιαίο σχηματισμό.

Εξίσου πιθανόν τώρα είναι να αποχωρήσουν από το μητσοτακικό κόμμα κάποιοι παλαιοκομματικοί που δεν βλέπουν να έχουν λόγο και ρόλο μέσα στη νέα πραγματικότητα. Αν συμβεί αυτό, και αν μπορέσει ο Μητσοτάκης να ελέγξει τα «βαρίδια» που βοήθησαν στην εκλογή του, τότε κάτι μπορεί να αλλάξει.
Η λέξη κλειδί είναι το «αν».

Προσέξτε ότι το δεύτερο αν έχει περισσότερες πιθανότητες να ισχύσει, αν (πάλι) πραγματοποιηθεί το πρώτο. Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση είναι ρευστή και θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να την παρακολουθήσουμε.
Δείτε, ας πούμε, και τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν ήδη στα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Γεροί να είμαστε. Οικονομικά εννοώ!
Σε ξένον αχυρώνα!

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

160118 ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΝ-1

Το ένα πουλάκι:
Δεν είναι βέβαια ακριβώς το ίδιο.

Έχει μια μικρή διαφορά, άλλο πράγμα η Ευρώπη και άλλο η Νέα Δημοκρατία. Δεν είναι λίγες οι φορές όμως που στη ζωή ξεκινάμε με όνειρα χίλια, αλλά τα γκρεμίζει ο πόνος, η φτώχεια, η ζήλεια. Ωστόσο, μια επιτυχία, η παραμικρή, είναι και παραμένει πάντοτε επιτυχία. Και ως τέτοια καταγράφεται.

Μπορεί να μην κατάφερε να αλλάξει την Ευρώπη ο Αλέξης Τσίπρας, τουλάχιστον στο βαθμό που θα ήθελε, με τη Νέα Δημοκρατία όμως τα πάει μια χαρά. Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία του κόμματος οφείλεται σίγουρα σε μεγάλο βαθμό και στον ίδιο.

Είδατε πώς ξεκίνησε η κούρσα της προεδρίας, σε ποια θέση και με τι προγνωστικά βρισκόταν ο Κυριάκος, και πώς κατέληξε με μια μεγάλη ανατροπή. Αυτό βέβαια είναι μόνο η αρχή. Τίποτε δεν προεξοφλεί ότι η συνέχεια θα είναι όπως την περιμένουν όσοι πίστεψαν στον Κυριάκο.

Ακόμη και αυτό όμως, το πρώτο σκαλί, λίγο δεν είναι. Και σίγουρα έβαλε το χεράκι του ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, μαζί εννοείται, με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Από πού το συμπεραίνουμε αυτό; Δεν είναι και λίγες οι ενδείξεις.

Αφήνω το γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα υποστήριξε σχεδόν απροκάλυπτα τον αντίπαλο του Κυριάκου Μητσοτάκη. Δεν μπορούμε όμως να μην υποψιαστούμε ότι η υποστήριξη αυτή, που κανονικά θα λειτουργούσε υπέρ του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, συσπείρωσε πολύ κόσμο εναντίον του.

Έπειτα είναι η αίσθηση (για μας επιβεβαιωμένη, αφού γνωρίζουμε αρκετούς που το έκαναν) ότι πολίτες που δεν ανήκαν στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας πήγαν και γράφτηκαν στους εκλογικούς καταλόγους μόνο και μόνο για να ψηφίσουν τον Κυριάκο. Μάλιστα, αν στη δεύτερη ψηφοφορία μπορούσαν να ψηφίσουν και νέοι ψηφοφόροι, τότε η διαφορά θα ήταν εντυπωσιακά μεγαλύτερη.

Εδώ όμως, πού εμπλέκεται ο Αλέξης Τσίπρας; Γιατί να υποθέσουμε ότι η δική του πολιτική ήταν εκείνη που οδήγησε τους ψηφοφόρους να πάνε να στηρίξουν τον Κυριάκο;
Πρώτον γιατί το είπαν οι ίδιοι. «Είναι η μόνη ελπίδα να φύγει αυτή η κυβέρνηση», άκουσα να υποστηρίζουν πολλοί τέτοιοι ψηφοφόροι.

Το άλλο πουλάκι:
Δεν είναι όμως μόνο αυτό;

Καλώς ή κακώς ο Κυριάκος προβλήθηκε ως πολέμιος κάθε είδους λαϊκισμού. Και μπορεί ο προφανής στόχος του να ήταν ο ενδοκομματικός λαϊκισμός, που εκπροσωπήθηκε από τον Βαγγέλη Μαϊμαράκη, όμως, δευτερευόντως σ’ αυτή τη φάση, η μπάλα πήρε και τον λαϊκισμό της κυβέρνησης.

Μα, υπάρχει λαϊκισμός στο κυβερνών κόμμα;
Για να αποφύγουμε τις δυσκολίες με τους ορισμούς, θα σας μιλήσω για ένα σημαντικό κατά την άποψή μου περιστατικό. Σημαντικό για μένα, επειδή μου έδωσε τη δυνατότητα να ξεκαθαρίσω πολλά πράγματα.

Προεκλογικά, δηλαδή όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ακόμη στην αντιπολίτευση, είχα την ευκαιρία να μιλήσω τετ α τετ με έναν φίλο, αρκετά υψηλόβαθμο στέλεχος του κόμματος. Στις παρατηρήσεις μου για την (λάθος) αντιπολιτευτική τακτική που ακολουθούσαν, μόνιμη επωδός ήταν: «Ας τα αφήσουμε αυτά τώρα. Τώρα προέχει να φύγουν τα μνημόνια. Μετά θα τα βρούμε όλα».

Του δήλωσα ευθαρσώς ότι το μόνο που θα βρούμε (που θα έβρισκαν εκείνοι μπροστά τους) ήταν οι επιπτώσεις της λαϊκιστικής αντιπολίτευσης. Απόρησε, μη καταλαβαίνοντας πού εντοπίζω τον λαϊκισμό. Τον ρώτησα ευθέως: «Πες μου μία, έστω μία περίπτωση όλα αυτά τα χρόνια, που ο ΣΥΡΙΖΑ στάθηκε όχι αρνητικός, έστω επιφυλακτικός σε κάποιο από τα αιτήματα που προβλήθηκαν από πολίτες».

Του θύμισα πως για την (τότε) αντιπολίτευση, όποιος «αγωνίζεται» έχει εξ ορισμού δίκαιο. Ακόμη και αν το κάνει για καθαρά λόγους μικροσυμφέροντος ή για να υπερασπιστεί προκλητικά προνόμια. Του επεσήμανα πως δεν δίστασαν να υποστηρίξουν ακόμη και τον «αγώνα» των εργαζομένων στη Βουλή.

Η απάντησή του ήταν και πάλι πως «προέχει να φύγουν τα μνημόνια» και εννοούσε φυσικά να έρθει το κόμμα του στην κυβέρνηση το οποίο (υποτίθεται ότι) θα τα έδιωχνε. Σ’ εκείνη την προσπάθεια, τη μάχη για να έχουμε μια αριστερή κυβέρνηση, επιτρέπονταν και κάποιες παρασπονδίες.

Δεν μπορούσε να δει το στοιχειώδες, την γενική ισχύ που έχει η λαϊκή παροιμία «όλα εδώ πληρώνονται» και «όπως έστρωσες θα κοιμηθείς». Το βλέπει ίσως τώρα, όμως τώρα είναι αργά. Το κόμμα του και ο αρχηγός του βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι με την προεκλογική τους τακτική.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δεν φάνηκε αυτό όμως στην κάλπη.

Οι πολίτες έδωσαν και δεύτερη νίκη στην «πρώτη φορά Αριστερά», γεγονός που εμφύσησε σε κάποιους την ιδέα ότι όλα βαίνουν καλώς και πως δεν έχουν παρά να συνεχίσουν στο ίδιο μοτίβο. Κούνια που τους κούναγε…

Διότι, κάπου εδώ μπαίνει στο προσκήνιο της ιστορίας -όχι της μεγάλης, αυτής που σας λέμε εμείς- η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη, ως του πολιτικού που θα παρακάμψει τον λαϊκισμό. Και τόσο η συμμετοχή των πολιτών στις εσωκομματικές εκλογές, όσο και τα γκάλοπ που ακολούθησαν την εκλογή του δείχνουν ότι αυτό «πιάνει».

Ως διακήρυξη τουλάχιστον, διότι για να το δούμε στην πράξη έχουμε πολύ μπροστά μας και καλύτερα να κρατάμε μικρό καλαθάκι. Αν ήταν εύκολο να αλλάξει έτσι, από τη μια μέρα στην άλλη ένα ολόκληρο κόμμα (εννοώ κυρίως τη νοοτροπία των στελεχών, αλλά και των οπαδών του) τότε θα άλλαζε και η κοινωνία μας με την κρίση

Είδατε εσείς καμιά σημαντική αλλαγή;
Ένα μικρό βήμα!