ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε αργά το βράδυ, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.
Αν είστε βιαστικοί, μπορείτε να μας συναντήσετε μερικές ώρες νωρίτερα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας.


Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

190329 ΩΡΟΛΟΓΙΑΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Η αγαπημένη μου εποχή…

Όλοι έχουμε μια τέτοια. Για άλλους είναι το καλοκαίρι, για άλλους η άνοιξη, για κάποιους το φθινόπωρο (στη Νέα Υόρκη), για μερικούς ακόμη και ο χειμώνας. Ο καθένας έχει τους λόγους που προτιμά μια συγκεκριμένη εποχή.

Οι λόγοι αυτοί μπορεί να είναι συναισθηματικοί. Το φθινόπωρο, για παράδειγμα, να τους θυμίζει τον πρώτο τους έρωτα, εκείνον που γνώρισαν σε κάποιο παγκάκι, κάτω από τα κίτρινα φύλλα των δέντρων.

Μπορεί να είναι… αθλητικοί. Είναι προφανές ότι ένας λάτρης του σκι προτιμά τον χειμώνα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη εποχή. Αντίστοιχα, το καλοκαίρι, κάποιος που χαίρεται τη θάλασσα και απολαμβάνει να κολυμπά με τις ώρες.

Μπορεί να είναι λόγοι… εσωτερικής καύσης. Μερικοί απεχθάνονται τη ζέστη. Προτιμούν τη χειμωνιάτικη παγωνιά, στην οποία μπορούν να ανταπεξέλθουν με χοντρά ρούχα και καλή θέρμανση, παρά την κάψα του καλοκαιριού.

Για άλλους οι λόγοι μπορεί να είναι… ενδυματολογικοί. Ο σωματότυπός τους, αλλά και η γκαρνταρόμπα τους, σε συνδυασμό, μπορεί να ταιριάζουν περισσότερο στην άνοιξη, ή στο φθινόπωρο, παρά στις πιο… ακραίες εποχές.

Οι λόγοι μπορεί ακόμη να είναι επαγγελματικοί –για κάποιους υπάρχουν δύσκολες, επαγγελματικά, και χαλαρές εποχές- ή και εορτολογικοί –δεν είναι λίγοι εκείνοι που χαίρονται τα Χριστούγεννα, το Πάσχα ή τον Δεκαπενταύγουστο.

Για μένα αυτή εδώ είναι η αγαπημένη εποχή του έτους και δεν το εννοώ με την… κλιματολογική της διάσταση. Επειδή, δηλαδή, ο καιρός καλυτερεύει, η φύση βρίσκεται στην πιο καλή της ώρα και άλλα τέτοια.

Εξάλλου, αν τα κριτήριά μου ήταν αυτά, θα έπρεπε να μου αρέσει περισσότερο ο Μάιος, έστω ο Απρίλης, που όλα τα παραπάνω ισχύουν ακόμη περισσότερο. Εμένα άλλο είναι το κριτήριό μου.

Χαίρομαι αυτήν ακριβώς τη στιγμή που… τα ρολόγια γυρίζουν μια ώρα μπροστά και ξαφνικά, η μέρα μεγαλώνει πολύ. Δηλαδή η διάρκειά της παραμένει ίδια, όμως εμείς απολαμβάνουμε ένα μεγαλύτερο απόγευμα.

Το άλλο πουλάκι:
Από το 1980!

Τότε ήταν που συνέβη πρώτη φορά αυτή η αλλαγή και μας γέμισε χαρά και αισιοδοξία. Λένε ότι οι λόγοι ήταν οικονομικοί, το έκαναν για να περιορίσουν τη χρήση ηλεκτρικού φωτός, λόγω και της κρίσης του πετρελαίου που προηγήθηκε.

Ακούω πως υπήρχαν και άλλοι λόγοι. Πως η μεγαλύτερη μέρα περιόρισε τα τροχαία ατυχήματα που συνέβαιναν τις απογευματινές ώρες, όταν οι οδηγοί επέστρεφαν, μέσα στο σκοτάδι, κουρασμένοι από τη δουλειά.

Πως περιορίστηκε η βία και οι εγκληματικές ενέργειες, αφού το φως της ημέρας είναι αποτρεπτικό για τέτοιου είδους φαινόμενα. (Το πρωί, όταν χαράζει πιο νωρίς πριν την αλλαγή ώρας, οι εγκληματίες φαίνεται κοιμούνται.)

Δεν έχει σημασία. Εμάς μας ενθουσίαζε κάθε χρόνο αυτή η αλλαγή που ξαφνικά –αυτό είναι το ωραίο- έχουμε στη διάθεσή μας ένα τεράστιο απόγευμα να το απολαύσουμε όπως αγαπάμε.

Το οποίο βέβαια είχε και συνέχεια, καθώς το καλοκαίρι έρχεται, όταν μπορεί κανείς να απολαύσει τη θάλασσα μέχρι αργά, χωρίς να τον κυνηγά η νύχτα, όπως συμβαίνει το φθινόπωρο, που μπορεί ο καιρός να είναι γλυκός, η μέρα όμως δεν αρκεί.

Τώρα, λέει, όλα αυτά θα τελειώσουν. Η αλλαγή ώρας θα σταματήσει και η κάθε χώρα θα πρέπει να αποφασίσει ποια από τις δυο, τη θερινή ή τη χειμερινή, θα επιλέξει να εφαρμόζει για πάντα.

Επομένως, εκτός από την αυριανή αλλαγή, το θα έχουμε στη διάθεσή μας άλλες δύο, αφού το 2021 θα πραγματοποιηθεί η τελευταία. Μετά, ή θα παραμείνει έτσι, ή θα επιστρέψει, για πάντα, στη χειμερινή.

Τι τους έφταιξε; Λένε πως πολλοί άνθρωποι αδυνατούσαν να προσαρμοστούν στις ετήσιες (δυο φορές το χρόνο, στην πραγματικότητα) αλλαγές της ώρας. Είχαμε από επεισόδια έντονης διαταραχής μέχρι αυτοκτονίες.

Άλλοι έχαναν τον ύπνο τους. Οι μαθητές (κάποιοι μαθητές) δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στο νέο ωράριο. Μερικοί, άνθρωποι με προβλήματα υγείας, αντιμετώπιζαν πιο σοβαρές καταστάσεις.

Έρευνες έδειξαν πως, τη Δευτέρα μετά από κάθε αλλαγή ώρας, αυξάνονταν τα εμφράγματα και μάλιστα κατά 25%, σε ανθρώπους ευάλωτους στον καρδιαγγειακό κίνδυνο, αν λέει κάτι αυτό.

Λένε πως αυτό το βιολογικό μας ρολόι, που «κουρντίζεται» από τον ήλιο, μπορεί πολύ εύκολα να διαταραχθεί και να μας προκαλέσει διάφορα προβλήματα. Αδιαφορώ! Καμιά θυσία δεν είναι μεγάλη, μπροστά στην υπέροχη αυτή αλλαγή.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ενωμένη Ευρώπη!

Ούτε σ’ αυτό μπορούμε να συμφωνήσουμε. Υπάρχουν χώρες που προτιμούν η ώρα να παραμείνει πάντοτε στη θερινή ρύθμισή της. Τέτοιες είναι η Πολωνία, η Γερμανία, οι χώρες τις Βαλτικής και η Κύπρος.

Άλλες που θέλουν να έχουμε για πάντα τη χειμερινή ρύθμιση. Η Γαλλία, η Ισπανία, η Ολλανδία, η Δανία και οι Φινλανδία ανήκουν σ’ αυτή την ομάδα. Θα αναρωτιέστε τι γίνεται με τη χώρα μας.

Εμείς, ως γνήσιοι απόγονοι εκείνων που εισήγαγαν στην ανθρωπότητα τη μέση λύση, ή τη χρυσή τομή, προτείνουμε να συνεχιστεί αυτή η εναλλαγή θερινής – χειμερινής ώρας και να έχουμε για πάντα αυτή την ευχάριστη ανοιξιάτικη «έκπληξη».

Σε λίγες ώρες μέσα, η μέρα σου να μεγαλώνει τόσο πολύ και να έχεις στη διάθεσή σου ένα χορταστικό απόγευμα, για να βγεις και να το χαρείς στη φύση, μόνος ή με καλή συντροφιά για άθληση.

Και το περπάτημα άθληση είναι. Είμαστε και σε μια ηλικία…
 Σαράντα χρόνια παράδοση, να τη χαλάσουμε;

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

190328 ΚΑΛΟΦΑΓΩΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Υπάρχει ανθρωποφαγία;

Αν ρωτήσουμε τους ανθρωπολόγους, θα μας πουν πως το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο στις πρωτόγονες φυλές. Στη δική μας μυθολογία χαρακτηρίζει «τέρατα», όπως ο Μινώταυρος ή ο Κύκλωπας.

Υπάρχουν όμως αναφορές σε αρκετούς αρχαίους συγγραφείς για περιπτώσεις λαών που είχαν αυτή τη συνήθεια. Ακόμη και στην Παλαιά Διαθήκη συναντάμε χωρία στα οποία περιγράφονται σκηνές ανθρωποφαγίας.

Τέλος πάντων, αυτά είναι, λίγο πολύ, γνωστά. Και μόνο κάποια από τα ταφικά έθιμα να δει κανείς, εκείνα που έφτασαν μέχρι τις μέρες μας από τα πανάρχαια χρόνια, καταλαβαίνει πολλά σχετικά με την έκταση του φαινομένου.

Δεν θα μείνουμε όμως σ’ αυτό. Δεν σκοπεύουμε να σας μιλήσουμε τις μορφές που είχε η ανθρωποφαγία, είτε ως καθημερινή πρακτική, είτε ως περιστασιακή, εξ ανάγκης, λειτουργία. Εμείς θα μιλήσουμε μεταφορικά.

Διότι σήμερα βλέπουμε να χρησιμοποιείται πολύ τακτικά η λέξη, προκειμένου να περιγράψει φαινόμενα μαζικής επίθεσης σε κάποιον, μέσω των δυνατοτήτων που μας παρέχει το διαδίκτυο.

Όταν δηλαδή χρησιμοποιούνται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να προβληθούν επικριτικές απόψεις για τα λόγια, τη στάση ή τη συμπεριφορά κάποιου προσώπου, που αποκτά με αυτόν τον τρόπο μεγάλη αρνητική δημοσιότητα.

Τότε, από ορισμένους πιο ευαίσθητους σε τέτοιου είδους φαινόμενα, γίνεται λόγος περί «ανθρωποφαγίας». Κάτι που χαρακτηρίζεται με αρνητικό πρόσημο και συνιστάται η αποφυγή του στο μέλλον.

Πραγματικά, είναι πολύ άσχημο να επιτίθενται σε κάποιον άνθρωπο όλες οι φυλές του διαδικτύου, όταν μάλιστα αυτός βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση και δεν έχει τη δυνατότητα να απαντήσει.

Μόνο που τη λειτουργία αυτή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης τη θυμόμαστε κάθε φορά που θεωρούμε ότι εκδηλώνονται αρνητικά φαινόμενα. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς ένα μέσο α λα καρτ.

Δηλαδή εσύ μπορείς να το χρησιμοποιείς όπως θέλεις, εκείνο που δεν μπορείς είναι να απαιτείς και από τους άλλους να κάνουν το ίδιο με σένα. Ιδίως όταν είσαι μέλος αυτής της ομάδας.

Το άλλο πουλάκι:
Θα σας πω μιαν ιστορία.

Κάποτε, όταν γινόταν μεγάλη φασαρία γύρω από την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, επισκέφτηκε κάποιο σχολείο ένας Σχολικός Σύμβουλος, στο πλαίσιο των τακτικών και προγραμματισμένων επισκέψεών του.

Συγκεντρώθηκε όλο το προσωπικό στο γραφείο και εκεί ο σύμβουλος μίλησε και είπε πολύ καλά λόγια για το σχολείο και τους δασκάλους του. Τον άκουσαν όλοι με εμφανή ικανοποίηση, όταν όμως έφυγε, πήρε τον λόγο ο Διευθυντής.

«Συνάδελφοι, τι έγινε; Δεν είδα να αντιδρά κανένας στην αξιολόγηση που έκανε προηγουμένως ο Σχολικός Σύμβουλος. Γιατί; Επειδή είπε καλά λόγια για το σχολείο μας; Εμείς είμαστε εναντίον μόνο τής… αρνητικής αξιολόγησης;

Αν μας έκανε μια παρατήρηση, αν έλεγε κάτι άσχημο για τη δουλειά μας, θα φωνάζαμε τώρα όλοι εδώ για… “τον άσχετο, που με μια επίσκεψη, και χωρίς να έχει εικόνα τού τι προσφέρουμε μέσα στην τάξη, κάνει αξιολογήσεις”.

Τώρα όμως που ακούσαμε τα θετικά σχόλια, κανείς δεν σκέφτηκε να τον σταματήσει και να διαμαρτυρηθεί λέγοντας “κύριε σύμβουλε, σας παρακαλούμε μη συνεχίζετε, διότι αυτό που κάνετε είναι αξιολόγηση στην οποία εμείς είμαστε αντίθετοι”».

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα οποία μάλιστα κάποιοι χρησιμοποιούν χωρίς μέτρο. Και ποια είναι, παρακαλώ, η χρησιμότητά τους; Να (εκ)θέτεις σε κοινή θέα τον εαυτό σου.

Δηλαδή τις σκέψεις σου, τις δραστηριότητές σου, τα ενδιαφέροντά σου, πράγματα που σου έκαναν εντύπωση, αγαπημένες σου εικόνες, τραγούδια ή βίντεο. Εκτίθεσαι, περιμένοντας τις αντιδράσεις των άλλων.

Τις θετικές αντιδράσεις. Μόνο. Και αυτοί τις προσφέρουν πλουσιοπάροχα, διότι… τι σόι «φίλοι» θα ήταν διαφορετικά. Στο κάτω κάτω ένα «λάικ» δεν κοστίζει και τίποτε. Αφήστε που δημιουργεί υποχρέωση ανταπόδοσης.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Κι όταν κάτι δεν αρέσει;

Σπανίως μπαίνει κάποιος στον κόπο να σου το πει. Γιατί να σου χαλάσει την καρδιά; Το πολύ πολύ, αν διαφωνεί μαζί σου συχνά, να σε διαγράψει από «φίλο» και κάπου εκεί να τελειώσει η ιστορία (σας).

Έτσι δημιουργείται στον κάθε χρήστη η ψευδαίσθηση της συνολικής αποδοχής του από τους άλλους. Οι αναρτήσεις μου παίρνουν «λάικ», άρα αρέσω (παιδί μου, αρέσω)! Υπάρχουν όμως φορές που κάτι ξεπερνάει τα όρια.

Και τότε αρχίζει η αρνητική κριτική, η οποία, εξαιτίας ακριβώς της φύσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, λειτουργεί και σαν αλυσιδωτή αντίδραση. Κι έτσι φτάνω στο σημείο να μιλάω για «ανθρωποφαγία».

Ποιος; Εγώ που επιζητούσα ακριβώς αυτή τη λειτουργία του μέσου. Που ζούσα στον ψηφιακό κόσμο μόνο και μόνο για να απολαμβάνω τη δυνατότητα μαζικών, όσο πιο μαζικών γίνεται, αντιδράσεων σε ό,τι κάνω.

Θετικών αντιδράσεων, όμως! Διότι οι αρνητικές αποτελούν… «ανθρωποφαγία»! Είναι σαν να λες «θέλω να παίζω ποδόσφαιρο, αλλά όχι και να μου έρθει καμιά γερή μπαλιά στο πρόσωπο και μου χαλάσει την εικόνα».

Δυστυχώς, όμως, φίλοι μου, αυτό το παιχνίδι έχει κι αυτές τις πλευρές. Για την έκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λέω. Κι όταν αποφασίσω να το παίξω, πρέπει να είμαι προετοιμασμένος και για την στραβοκλωτσιά που θα φάω.

Το να διαμαρτύρονται, λοιπόν, όσοι μάλιστα ξανοίγονται στα βαθιά του διαδικτύου, όταν γυρίσει ο αέρας και σηκωθεί κύμα, είναι τουλάχιστον ανόητο. Ωστόσο, εμείς και πάλι τους συμπονούμε.

Όπως βλέπετε, δεν είπαμε ούτε ένα όνομα!
 Βόλτα στα βαθιά!

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

190327 ΚΩΔΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Απορώ και εξίσταμαι!

Ειλικρινά, όταν αποφάσισα να σας μιλήσω για… αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω σήμερα, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στον νου ήταν η παραπάνω φράση από τον γνωστό ύμνο που ακούγεται αυτές της μέρες στις εκκλησίες μας.

Βεβαίως πάνε μήνες που έφτασε στα χέρια μου και ο θαυμασμός και η… απορία προκλήθηκαν από την πρώτη ματιά, από το πρώτο ξεφύλλισμα, όμως μόλις πριν από λίγες μέρες βρήκα την ευκαιρία να σκύψω κάπως προσεκτικότερα πάνω του:

«Κώδικας Τσατάλτζας (Χωριστής Δράμας), 1842-1916, Εισαγωγή – διπλωματική μεταγραφή - υπομνηματισμός, Δράμα 2018».

Απορώ και εξίσταμαι!
Παρ’ όλο που έχω τη χαρά να γνωρίζω πολύ καλά τους δυο συγγραφείς, τον Δημήτρη Α. Πασχαλίδη και τον Χρίστο Π. Φαράκλα, και ήξερα -έτσι νόμιζα- τι μπορούμε να περιμένουμε από τα χέρια τους.

Απορώ και εξίσταμαι!
Αν και είχα τη δυνατότητα να παρακολουθώ από μια εξόχως προνομιακή θέση, αυτή της… φιλίας μας, τον μόχθο και την αγωνία τους για την έκδοση -επί τέλους- του «Κώδικα», τον οποίο δούλευαν επί χρόνια.

Απορώ και εξίσταμαι!
Διότι, ζώντας μια ζωή μέσα στα βιβλία, και περνώντας ένα μεγάλο μέρος της διαβάζοντας ή ξεφυλλίζοντάς τα, μπορώ να σας πω μετά λόγου γνώσεως ότι κάτι τέτοιο δεν έχω ξαναδεί. Και ίσως να μην δω ποτέ.

Πώς, λοιπόν, να συστήσεις σε τρίτους κάτι το οποίο δεν χωρά ο δικός σου νους; Πώς να μιλήσεις για κάτι, την «αξία» του οποίου μόνο να θαυμάσεις μπορείς, και καθόλου να εκτιμήσεις, μια και δεν έχεις μέτρο σύγκρισης;

Το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκα είναι αν έχουν άραγε επίγνωση, εκεί στον Δήμο και στην ΔΕΚΠΟΤΑ, τού τι είναι αυτό που παρέδωσαν στον επιστημονικό κόσμο και στο απλό αναγνωστικό κοινό της πόλης μας.

Φοβάμαι πως όχι, αν κρίνω από τις περιπέτειες και τα σαράντα κύματα από τα οποία πέρασε αυτή η έκδοση, καθώς και τις φορές τις οποίες έπεσαν σε τοίχους οι συγγραφείς, μέχρι να φτάσει το βιβλίο στο τυπογραφείο.

Είμαι βέβαιος πως όχι, αν κρίνω τόσο από την ποιότητα της έκδοσης (ικανοποιητική, αλλά δεν αντιστοιχεί καθόλου στο περιεχόμενο) όσο και από το τιράζ (400 αντίτυπα όλα όλα, που ένας θεός ξέρει πού και πώς διατέθηκαν).

Το άλλο πουλάκι:
Τι είναι ο Κώδικας της Τσατάλτζας;       

Βλέπετε; Εδώ υπάρχει ένα θέμα, καθώς θα πρέπει να διευκρινίσουμε αν μιλάμε για τον Κώδικα, το «τυπικό εκκλησιαστικό βιβλίο οικονομικού πρωτίστως χαρακτήρα», που βρέθηκε στον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου Χωριστής…

Ή αν μιλάμε για την επιμελημένη έκδοση αυτού του βιβλίου. Θα ξεκινήσω από το πρώτο, μια και το θεωρώ πιο εύκολο. Αυτόν τον Κώδικα μπορούμε να τον «ξεφυλλίσουμε» πλέον και εμείς!

Χάρη στην πολύ ωραία ιδέα που είχαν οι επιμελητές, και στην φωτογραφική αποτύπωσή του από τον επίσης γνωστό και μη εξαιρετέο Κώστα Βιδάκη, υπάρχει πλέον σε οπτικό δίσκο DVD, σελίδα προς σελίδα, τόσο σε φωτογραφικά αρχεία JPG, όσο και σε μορφή PDF.

Η αποτύπωση αυτή έχει πολλαπλή αξία. Πρώτα, επειδή μας φέρνει σε επαφή με ένα σπάνιο κείμενο και δίνει τη δυνατότητα στον απλό, με μεράκι, αναγνώστη να «βγάλει τα μάτια του» (και να πάρει μια ιδέα τού τι σημαίνει η μεταγραφή του).

Έπειτα, επειδή μπορεί να αξιοποιηθεί ως «δείγμα γραφής» από μαθητές και εκπαιδευτικούς, τόσο στο μάθημα της (τοπικής) Ιστορίας, όσο και σε εκείνο της Γλώσσας. Ας αφήσουμε όμως το πρωτότυπο και ας μιλήσουμε για τη διπλωματική μεταγραφή του.

Διότι, αν ο Κώδικας αποτελεί ένα πραγματικό χρυσορυχείο, εμείς έχουμε τη δυνατότητα να πάρουμε στα χέρια μας αληθινά κοσμήματα, λεπτοδουλεμένα με μεράκι και υπομονή από δυο άξιους τεχνίτες.

Και μάλιστα όχι αποσπασματικά, ανεξάρτητα το καθένα από τα υπόλοιπα, αλλά δεμένα όλα σε ένα μοναδικό σύνολο. Αν και τώρα που το σκέφτομαι δεν θα ήταν καθόλου κακή ιδέα και μια ξεχωριστή έκδοση… τευχιδίων από τον Κώδικα.

Μικρά, εύχρηστα βιβλιαράκια που θα μας πληροφορούν για τον ρόλο της Εκκλησίας, τη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης, την εκπαίδευση και τα Σχολεία, την καλλιέργεια και τη φορολογία του καπνού…

Για να μην σας πω πως ένας ικανός συγγραφέας, αξιοποιώντας τη δουλειά που έκαναν οι επιμελητές, θα μπορούσε να μας δώσει πολύ ενδιαφέρουσες «ιστορίες από τον Κώδικα της Τσατάλτζας», ως λογοτεχνικά αναγνώσματα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Βλέπετε;

Το πάμε γύρω γύρω. Είναι κι αυτό ένα τέχνασμα, όταν προσπαθείς να περιγράψεις κάτι που σε ξεπερνάει και αναρωτιέσαι… ποίον εγκώμιον προσαγάγω επάξιον;

Οι δύο άξιοι και ακούραστοι συγγραφείς – επιμελητές μάς έδωσαν ένα έργο τού οποίου η αξία θα μεγαλώνει συν τω χρόνω, καθώς οι μελλοντικοί ερευνητές θα έχουν στα χέρια τους μια πλήρως και ακριβέστατα «χαρτογραφημένη» πηγή.

Διότι μπορεί η εκτενέστατη Εισαγωγή -που πλησιάζει τις εκατό σελίδες και θα μπορούσε κάλλιστα να σταθεί ως ένα αυτόνομο ανάγνωσμα ακόμη και για το ευρύ κοινό- να μας δίνει ένα σωρό πληροφορίες για τον τόπο, την εποχή και τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται ο Κώδικας…

Όμως, επειδή ακριβώς δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με δυο λεπτολόγους που τους ενδιαφέρει η πληρότητα της εργασίας τους, το πιο σημαντικό στοιχείο της δουλειά τους είναι ότι φροντίζουν να ανοίξουν μονοπάτια και να δώσουν κατευθύνσεις.

Έτσι ώστε το μνημειώδες αυτό έργο τους να αποκτήσει τον πραγματικό ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε. Να γίνει ένα βιβλίο αναφοράς, χάρη στο οποίο θα φωτιστούν άγνωστες και ανεξερεύνητες πλευρές της Ιστορίας μας.

Γι’ αυτό τους χρωστάμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ».
 Μπράβο, και πάλι μπράβο!

190326 ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Εμπρός, πατριώτες!

Κάθε φορά που ακούω κάποιο σύνθημα με «πατριώτες», κουμπώνομαι. Το ξέρω, δεν φταίνε σε τίποτα οι ίδιοι˙ φταίει που η λέξη έχει φορτιστεί αρνητικά στη συνείδησή μας, μέσα από ένα σωρό λάθος χειρισμούς.

Φταίει επίσης το γεγονός ότι δεν είναι λίγοι εκείνοι που πράγματι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την αγάπη για την πατρίδα που τρέφουμε όλοι οι υπόλοιποι και να χτίσουν καριέρες πουλώντας (υπερ)πατριωτισμό.

Κάτι που είναι όχι μόνο ύπουλο, αλλά και πολύ επικίνδυνο. Διότι το να κρατάς μόνο για τον εαυτό σου το δικαίωμα να αγαπά την πατρίδα (σου), ενώ όλοι οι υπόλοιποι είναι «προδότες» και «ανθέλληνες», είναι καθαρά… αντιπατριωτικό.

Κατ’ αρχήν επειδή διχάζει. Και ό,τι διχάζει δεν μπορεί να είναι πατριωτικό. Ειδικά όταν οι χώρα περνά δύσκολες μέρες, τότε που χρειάζεται να δώσουμε όλοι ό,τι περισσότερο και καλύτερο μπορούμε.

Μήπως όμως πέφτουμε κι εμείς στην ίδια παγίδα;  Μήπως αυτοί που χαρακτηρίζουμε «υπερπατριώτες» είναι απλώς κάποιοι που αγαπούν την πατρίδα με έναν δικό τους τρόπο, πράγμα που πρέπει να τους το αναγνωρίσουμε;

Επειδή το θέμα είναι πράγματι μπερδεμένο, θα ανατρέξω σε μια παλαιότερη κουβέντα μας από την οποία θα δανειστώ μερικά σημεία. Ξεκινούσε με ένα καθόλου ρητορικό και πολύ ποιητικό ερώτημα: «Τι είναι η πατρίδα μας;

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, έρχονται ερωτήματα αυτού του είδους και με σκανδαλίζουν.
Άλλους τους μπερδεύουν πιο περίπλοκα ερωτήματα, όπως το “τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου” ή “πείτε μας έναν ήρωα του ‘21”.

Αυτά έχουν μεγάλη δυσκολία, διότι απαιτούν βαθιά γνώση της Ιστορίας και, στη δική μας περίπτωση, που η ιστορία μας είναι τόσο πλούσια, υπάρχει ο κίνδυνος να πιαστείς αδιάβαστος.

Πού να θυμάσαι σε κάθε περίπτωση ποιοι ήταν οι φίλοι και ποιοι οι εχθροί; Άλλοτε σύμμαχοι, άλλοτε αντίπαλοι, πότε πολεμώντας πλάι πλάι και πότε απέναντι, διάφοροι λαοί γίνονται εχθροί ή φίλοι, αναλόγως με το τι γιορτάζουμε κάθε φορά.

Θα μου πείτε, δεν είναι ανάγκη να τα θυμάσαι και όλα! Αν ξέρεις για τους Τούρκους, τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, έχεις πιάσει τη βάση και περνάς το μάθημα.

Διότι, άμα πας να εμβαθύνεις στην ύλη και μπερδευτείς με κάτι Βαλκανικούς Πολέμους, με τον Πρώτο Πόλεμο και με τους συμμάχους του γίνονταν εχθροί σε κάθε φάση, δεν βγάζεις άκρη.

Έλα όμως που εμείς εδώ, στην εσχατιά της Ελλάδας, έχουμε πολύ περισσότερους λόγους για να είμαστε μπερδεμένοι. Γιατί; Διότι η επίσημη σχολική ιστορία μάς έχει πετάξει στα αζήτητα.

Διδασκόμαστε στα σχολεία για την “απελευθέρωση της πατρίδας από τον τουρκικό ζυγό”, όμως κανείς δεν μας λέει πως αυτό, για κάθε περιοχή της χώρας έχει άλλη χρονολογία. Πόσα χρόνια ήμασταν σκλαβωμένοι οι Μακεδόνες;

Διαβάζουμε στα βιβλία για τα “μαύρα χρόνια της γερμανικής Κατοχής” και ακούμε εδώ τους γονείς και τους παππούδες μας να θυμούνται μόνο Βουλγάρους. Αφήστε που οι κατοχές είναι πολύ περισσότερες!»

Το άλλο πουλάκι:
Αυτά πριν από εφτά χρόνια!

Από τότε είχαμε εντοπίσει τον κίνδυνο που κρύβει η… ιδιοκτησιακή αντίληψη του πατριωτισμού, εκείνη που δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα σ’ αυτόν παρά σε όσους έχουν τις ίδιες αντιλήψεις με εμάς.

Η ιδέα στην οποία είχε καταλήξει εκείνη η κουβέντα ήταν να θέσουμε ξανά το ερώτημα σε διαφορετική βάση και τότε ίσως μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τον κίνδυνο του νέου διχασμού που χτυπά την πόρτα μας:

«Τι είναι η πατρίδα μας; Αυτό είναι ένα “ανοιχτό ερώτημα”. Αφήνει τον ερωτώμενο ελεύθερο να εκφράσει την άποψή του και μπορείς να το θέτεις με την ευκαιρία κάθε εθνικής εορτής, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος να εκθέσεις κανέναν.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο καθένας μπορεί να απαντήσει κυριολεκτικά ό,τι θέλει, αφού, ακόμη κι αν ακολουθήσουμε τον “κανόνα” του ποιητή, θα καταλήξουμε στο… “όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα”. Οπότε…

Ωστόσο, το γεγονός ότι ακριβώς υπάρχουν τόσες πολλές πιθανές απαντήσεις και μάλιστα μπορούν να θεωρηθούν όλες σωστές, δεν σημαίνει ότι ο καθένας αποδέχεται δίπλα στη δική του, ισότιμα, και όλες τις άλλες εκδοχές.

Τελικά, όμως, τι είναι η πατρίδα μας; Θα ήταν λάθος να επιχειρήσει να δώσει κανείς μια σοβαρή απάντηση σε ένα ερώτημα που τίθεται… λανθασμένα. Διότι, απλούστατα, δεν υπάρχει πατρίδα ΜΑΣ!»

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μπορούμε όμως να συμφωνήσουμε έστω σ’ αυτό;

«Ο καθένας έχει στο μυαλό του μια δική ΤΟΥ πατρίδα και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ισχύει ότι το όλον δεν ισούται με το άθροισμα των επιμέρους που το αποτελούν.

Παρόλο δηλαδή που ο καθένας σκέφτεται μια προσωπική ΤΟΥ πατρίδα, τελικά η πατρίδα μας μπορεί να είναι κάτι πολύ περισσότερο και πολύ διαφορετικό από αυτό που θα βρούμε, αν συγκεντρώσουμε όλες αυτές τις διαφορετικές απόψεις.

Το ερώτημα, λοιπόν, πρέπει να τεθεί ως εξής: Τι είναι η πατρίδα σου; Ή, καλύτερα, τι είναι η πατρίδα… ΜΟΥ, αφού ο καθένας πρέπει να το θέσει στον εαυτό του και να κρατήσει την απάντηση για προσωπική του χρήση.

Παραδόξως όμως, έχω την εντύπωση πως, αν το θέσουμε έτσι, τότε, χωρίς να το καταλάβουμε, ίσως κάπου συναντηθούμε, ίσως οι απαντήσεις που θα δώσουμε ο καθένας χωριστά στον εαυτό μας να έχουν έναν κοινό τόπο.

Και ίσως αυτή η συνισταμένη να είναι που πρέπει να ακολουθήσουμε αν θέλουμε να βγούμε σε κάποιο ξέφωτο. Λέτε να δοκιμάσουμε;»

Σκέψεις που ξανάρχονται, με αφορμή μια εθνική επέτειο, κυρίως όμως τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις που κατέφθασαν, για να μας βάλουν και πάλι στον πειρασμό και να μας «μετρήσουν».
 Ιδιόκτητος πατριωτισμός!

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

190322 ΑΠΑΤΗΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ή παπάς, παπάς…

Η σοφή, όπως όλες, παροιμία θέλει να πει ότι δεν γίνεται να κάνεις δυο δουλειές και να τις κάνεις εξίσου καλά. Θα τσαλαβουτάς πότε στη μια και πότε στην άλλη και το αποτέλεσμα θα είναι τραγικό και για τις δύο.

Βέβαια ο χρόνος και ο τόπος στον οποίο αναφέρονταν εκείνες οι παροιμίες ήταν εντελώς διαφορετικοί από το εδώ και τώρα που ζούμε εμείς σήμερα. Μιλάμε για αγροτικές κοινωνίες και αντίστοιχες οικονομίες.

Τότε δεν υπήρχαν τα φαινόμενα των «απασχολήσιμων» και των «ευέλικτων μορφών εργασίας», ούτε ήταν συχνό το να κάνει κάποιος κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνο που σπούδασε, ή να αλλάζει πολλά επαγγέλματα κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Επιπλέον, οι οικονομικές απολαβές που σου προσέφερε το επάγγελμά σου έφταναν για να ζήσεις αξιοπρεπώς την οικογένειά σου. Μπορεί και οι άνθρωποι να ήταν πιο ολιγαρκείς, σπανίως έβλεπες όμως κάποιον να κάνει δυο και τρεις δουλειές.

Σήμερα μπορείς να είσαι συγχρόνως και «παπάς» και ζευγάς» και «κουρέας» και «καφετζής»… Χρησιμοποιώ, όπως βλέπετε, παραδείγματα επαγγελμάτων της εποχής στην οποία αναφέρεται η παροιμία με την οποία ξεκίνησα.

Και το κάνω διότι θέλω να επανέλθω σ’ αυτήν και να πω ότι και σήμερα υπάρχουν επαγγέλματα τα οποία θεωρώ ότι δεν μπορείς, δεν είναι σωστό, να τα κάνεις συγχρόνως. Είναι δηλαδή επαγγέλματα… ασύμβατα.

Προσοχή! Το ασύμβατα δεν το λέω με τη νομική έννοια του όρου, ότι υπάρχει δηλαδή κάποιο ασυμβίβαστο, όπως στα «επαγγέλματα» του βουλευτή και του υποψήφιου ευρωβουλευτή (λέμε, τώρα). Μιλάω από… ηθικής σκοπιάς.

Για να έρθω σ’ αυτό που κυρίως θέλω να σχολιάσω, θεωρώ ότι δεν μπορείς να είσαι και δημοσιογράφος και υποψήφιος βουλευτής, ή δημοτικός σύμβουλος με κάποιο κόμμα ή κάποια δημοτική παράταξη.

Αυτό, ακόμη και αν παραιτηθείς από τη δημοσιογραφική σου ιδιότητα, προκειμένου να… εκτεθείς. Και ξέρετε γιατί; Διότι πιστεύω ότι η δημοσιογραφία θα σε ακολουθεί παντού και πάντοτε.

Δεν είναι όπως τα άλλα επαγγέλματα που μπορεί σήμερα να είσαι αυτό, αύριο να το παρατάς για να κάνεις κάτι άλλο και μετά να επανέρχεσαι. Μια φορά δημοσιογράφος, για πάντα δημοσιογράφος!

Το άλλο πουλάκι:
Υπάρχει και κάτι ακόμη.

Όταν αφήνεις τη δημοσιογραφία για την πολιτική, ιδίως αν είσαι ένας δημοσιογράφος με απήχηση στο κοινό, είναι σαν να ομολογείς δυο πράγματα. Πρώτον, ότι τόσο καιρό ασκούσες το επάγγελμά σου μέσα από γυαλιά.

Κομματικά ή παραταξιακά. Και δεύτερον, ότι όλα όσα έγραφες ή έλεγες δεν ήταν παρά μια προεργασία, μια προλείανση του εδάφους, για να παρατήσεις τη δημοσιογραφία και να μεταπηδήσεις στην πολιτική.

(Βλέπετε, δεν σχολιάζω καθόλου την περίπτωση να εξυπηρετείς αφελώς τα συμφέροντα κάποιου κόμματος ή ενός υποψηφίου δημάρχου, οι οποίοι σε βλέπουν απλώς σαν ένα άλλο αναγνωρίσιμο πρόσωπο, έναν ηθοποιό ή αθλητή.)

Μέσα από γυαλιά… Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση, για να μην φανούμε ασυνεπείς, μια και πολλές φορές, σε αυτές τις κουβέντες μας, έχουμε υποστηρίξει ότι αυτό που λέμε «αντικειμενική δημοσιογραφία» απλώς δεν υπάρχει.

Δεν είναι δυνατόν κάποιος να μιλά ή να γράφει «αντικειμενικά», δηλαδή χωρίς να περνούν τα κείμενά του από το προσωπικό του φίλτρο. Θα έπρεπε να είναι ρομπότ, να μην έχει δικές του σκέψεις ή συναισθήματα.

Ακόμη και το ποιες ειδήσεις θα επιλέξεις να παρουσιάσεις, ακόμη και η σειρά με την οποία θα το κάνεις, εμπεριέχουν στοιχεία υποκειμενισμού. Δεν μιλώ καν για τον σχολιασμό αυτών των ειδήσεων.

«Και τότε», θα αναρωτηθεί κάποιος, «γιατί επιλέγουμε να παρακολουθούμε τον άλφα κι όχι τον βήτα δημοσιογράφο, να βλέπουμε και να διαβάζουμε τους συγκεκριμένους και όχι κάποιους άλλους σχολιαστές;»

Οι λόγοι που το κάνουμε δεν έχουν να κάνουν με αντικειμενικότητα, αλλά με… ένα σωρό άλλα, πολύ πιο σημαντικά γνωρίσματα. Η νηφαλιότητα, η ψυχραιμία, η οξυδέρκεια, η τόλμη, η συνέπεια…

Ο σεβασμός της απέναντι γνώμης, η χρήση ισχυρών επιχειρημάτων και αξιόπιστων πηγών, η σαφήνεια των απόψεων, όμως και άλλα πιο… λογοτεχνικά, όπως η σωστή χρήση της γλώσσας, το ύφος του λόγου, ο ρυθμός …

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτά και άλλα πολλά.

Όταν, λοιπόν, δούμε έναν δημοσιογράφο να παρατάει τη δημοσιογραφία για την πολιτική, μας κυριεύουν περίεργα συναισθήματα. Και, αν μεν ήταν κάποιος που δεν εκτιμούσαμε, λέμε περίπου «αναμενόμενο ήταν» και προσπερνάμε.

Όταν όμως πρόκειται για κάποιον με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε παραπάνω, τότε αισθανόμαστε κάπως σαν… απατημένοι εραστές. Και να μην σας πω ότι ευχόμαστε και να «φάει μαύρο στις εκλογές»!

Κακεντρέχεια, θα μου πείτε. Όποιος όμως ζητάει από τον απατημένο, δηλαδή τον με πληγωμένο εγωισμό άνθρωπο, να φερθεί με ανωτερότητα, ειδικά τις πρώτες ώρες που το πράγμα είναι ζεστό, νομίζω ότι ματαιοπονεί.

Αυτός αισθάνεται σαν τον Νίκο Σταυρίδη στα «κίτρινα γάντια». Ο οποίος βλέπει τη γυναίκα του, τη Μάρω Κοντού, με τη βαλίτσα στο χέρι, και νομίζει ότι είναι έτοιμη να τον παρατήσει για τον Μίμη Φωτόπουλο.

Όπως δηλαδή βλέπουμε κι εμείς κάποιους δημοσιογράφους να παρατούν τη σχέση μας, σχέση που χτίστηκε επί χρόνια, για να μεταπηδήσουν στην πολιτική. Φιλοσοφεί, τότε, ο Νίκος Σταυρίδης περί έρωτος, «τσιτάροντας» Βολταίρο.

Και καταλήγει ρωτώντας: «Αλλά είναι έρως; Ή επιπολαιότης, για την οποία μια μέρα θα μετανιώσεις και θα ξεπέσεις και θα δυστυχήσεις;

Αλλά κι αν δυστυχήσεις, την πόρτα μου έλα να χτυπήσεις. Αττίκ, μουστάκια!»
 Και καλή τύχη όπου κι αν πας!

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

190321 ΑΓΟΡΑΣΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Παγκόσμιο φαινόμενο!

Από μια μεριά είναι παρηγορητικό. Να ξέρεις ότι αυτό που ζούμε εμείς εδώ, στη μικρή μας χώρα, στην μικρότερη πόλη μας και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, δεν είναι μια τοπική ιδιαιτερότητα, αλλά «παγκόσμιο φαινόμενο».

Έτσι χαρακτήρισε ένας βραβευμένος δημοσιογράφος το σκάνδαλο που ξέσπασε στις ΗΠΑ με τους γονείς να χρησιμοποιούν αθέμιτα μέσα, προκειμένου το παιδί τους να φοιτήσει σε ένα καλό πανεπιστήμιο.

Παρακολουθούμε την υπόθεση, βλέπουμε την έκταση που πήρε το σκάνδαλο, όμως ποιος από εμάς θα τολμούσε να ρίξει τον λίθο του αναθέματος σε κάποιον από τους γονείς εκείνους;

Δηλαδή, ποιος, ενώ θα ήταν σε θέση να εξασφαλίσει μια βέβαιη και άνετη είσοδο του παιδιού του σε κάποιο από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου θα έλεγε, «άσ’ το να δοκιμάσει με τις δικές του δυνάμεις…

Και αν δεν πετύχει, δεν πειράζει». Ποιος, τη στιγμή που ξέρουμε ότι ούτε για το δίπλωμα οδήγησης αφήνουμε να δοκιμαστούν τα παιδιά μας, που αν δεν το πάρεις με την αξία σου κινδυνεύεις και να σκοτωθείς!

(Το να σκοτώσεις άλλους δεν μας απασχολεί, γι’ αυτό και δεν το ανέφερα. Ξέρουμε όμως τι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε έτσι και το παιδί μας πάθει μια γρατζουνιά. Γι’ αυτό μίλησα για το δίπλωμα οδήγησης.)

Παγκόσμιο φαινόμενο, λοιπόν! Υπάρχουν δηλαδή και αλλού γονείς που θα χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, προκειμένου να εξασφαλίσουν για τα παιδιά τους ένα καλύτερο μέλλον.

Γονείς που θα κάνουν από τα πιο μικρά -θα δικαιολογήσουν απουσίες στο Σχολείο, ενώ το παιδί τους ήταν στο ιδιαίτερο- μέχρι τα πιο μεγάλα -θα «αγοράσουν» μια θέση στο πανεπιστήμιο για το βλαστάρι τους.

Διαβάζουμε ότι «έναντι αδράς αμοιβής, o Σίνγκερ, εγκέφαλος του κυκλώματος, αναλάμβανε να κάνει τα πάντα για να αυξήσει τις πιθανότητες να τακτοποιηθεί το παιδί σου σε ένα ελίτ πανεπιστημιακό ίδρυμα.

Μεταξύ άλλων, να βάλει κάποιον άλλον να δώσει εξετάσεις στη θέση του (απαραίτητο ένα δείγμα του γραφικού του χαρακτήρα), ή να δωροδοκήσει στελέχη των προαναφερθέντων ιδρυμάτων.

Να “μαγειρέψει” τους βαθμούς του στα τεστ, ή να το παρουσιάσει ως σούπερ αστέρι σε κάποιο άθλημα (με ένα καλό phοtoshop σε ένα ψεύτικο αθλητικό προφίλ), ώστε να πετύχει μια αθλητική υποτροφία».

Το άλλο πουλάκι:
Ξεκινώντας από μικρά…

Κάποτε δεν υπήρχε το διαδίκτυο. Υπήρχαν κάποια βοηθήματα που μπορούσε να αγοράσει ο μαθητής (δηλαδή ο γονιός του) όμως δεν ήταν τόσο διαδεδομένα, ούτε τόσο εύχρηστα όσο σήμερα ο υπολογιστής.

Αργότερα έγιναν της μόδας τα «βιβλία του δασκάλου», που τα έβρισκαν όσοι γονείς είχαν καλές άκρες. Εκεί ο μαθητής (δηλαδή ο γονιός του) μπορούσε να δει τι θα ζητήσει ο δάσκαλος στο επόμενο μάθημα και να προετοιμαστεί κατάλληλα.

Σήμερα υπάρχει μια τεράστια ευκολία. Όλες οι ασκήσεις του βιβλίου λυμένες, όλες οι απαντήσεις των επαναληπτικών τεστ έτοιμες, με το πάτημα ενός κουμπιού. Τόσο που πολλοί δεν κάνουν τον κόπο να… αυτοσχεδιάσουν.

Να αλλάξουν κάτι, έτσι που να μην φαίνεται ότι η εργασία τους είναι πανομοιότυπη με όλων εκείνων που αντέγραψαν από το ίδιο σάιτ. Δεν τους ενδιαφέρει και φαίνεται ότι και οι εκπαιδευτικοί δεν δίνουν σημασία.

Έτσι, όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και οι απαιτήσεις γίνουν πιο πολλές, η… εκπαίδευση που παίρνουν στα μαθητικά τους χρόνια αποδεικνύεται πολύτιμη. Η αντιγραφή και αγορά έτοιμων εργασιών δίνει και παίρνει.

Εργασίες κάθε επιπέδου, για όλα τα γούστα και για όλα τα βαλάντια. Αρκεί να μην διαταραχθεί η αρχή της ήσσονος προσπάθειας, και, φυσικά, να μην χαθεί η ευκαιρία για ένα (ακόμη) καλό πτυχίο.

Αφήστε που οι έτοιμες δουλειές φτάνουν μέχρι τα βιογραφικά που, σε πολλές περιπτώσεις είναι σχεδόν ίδια. «Το 2007 το 5% όσων υπέβαλαν αίτηση στη Οξφόρδη και το Κέιμπριτζ, είχαν συμπληρώσει τις αιτήσεις τους με έτοιμο υλικό από το ιντερνέτ.

Από αυτούς, 234 υποψήφιοι, στην εξήγησή τους γιατί επέλεξαν να σπουδάσουν Χημεία, χρησιμοποίησαν το ίδιο ακριβώς παράδειγμα, ότι, όταν ήταν οκτώ ετών, έβαλαν φωτιά στην πιτζάμα τους».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Όλα(;) για το πτυχίο!

Το φαινόμενο είναι πολύ γνωστό, από την εποχή ακόμη της Αργοναυτικής Εκστρατείας, όμως το είδαμε σε όλο του το μεγαλείο στα χρόνια της… ποτοαπαγόρευσης. Όταν το διακύβευμα αξίζει και όταν η προσφορά είναι μικρότερη από τη ζήτηση…

Τότε ανθεί η παρανομία. Τότε εφευρίσκονται τρόποι να πάρεις αυτό που θέλεις και υπάρχουν πάντα πρόθυμοι να σε βοηθήσουν να το κάνεις, διά της πλαγίας οδού. Το θέμα είναι ότι εδώ μιλάμε για ένα «αγαθό».

Τέτοιο δεν (υποτίθεται ότι) είναι η μόρφωση; Ένα αγαθό, μάλιστα, που, όταν το αποκτάς (υποτίθεται ότι) γίνεσαι και καλύτερος άνθρωπος. Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν να χρησιμοποιείς παράνομους τρόπους για την απόκτησή του;

Το ερώτημα είναι λάθος, διότι χρησιμοποιεί εσφαλμένα δεδομένα. Όχι, η μόρφωση δεν είναι (πλέον) ένα αγαθό που σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Είναι ένα μέσον για να αποκτήσεις αναγνώριση, χρήμα και εξουσία.

Όσο καλύτερη είναι, ή θεωρείται, η μόρφωση που έχεις, τόσο μεγαλύτερη αναγνώριση σου προσφέρει, τόσο περισσότερο χρήμα και ευκολότερη πρόσβαση στην εξουσία. Τόσο, λοιπόν, πιο ακριβή είναι και η ταρίφα τής… πλάγιας οδού.

Ποιος είπε ότι ο κόσμος της γνώσης είναι ένας αγγελικά πλασμένος κόσμος;
 Ζηλεύουμε;

190320 ΑΜΦΙΠΛΕΥΡΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Από ποια πλευρά είσαι;

Δεν είναι λίγες οι φορές στη ζωή μας που καλούμαστε να επιλέξουμε πλευρά. Η επιλογή αυτή άλλοτε είναι ανώδυνη και άλλοτε έχει υψηλό κόστος. Μιλάμε για συναισθηματικό, γιατί αυτό μας ενδιαφέρει.

Η επιλογή αυτή είναι και ένα από τα αγαπημένα θέματα της τέχνης, τα οποία, αν τα καλοεξετάσουμε, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, όπως υποστήριζε κι ένας πολύ καλός φίλος. Να μερικά:

Ένας άνδρας αγαπά μια γυναίκα και κάτι στέκεται εμπόδιο στον έρωτά τους. Σκεφθείτε πόσα έργα, από το σπουδαίο δραματολόγιο, μέχρι τις πιο ανόητες κατασκευές, δεν βασίζονται σε αυτό το μοτίβο.

Το δεύτερο είναι λιγάκι πιο περίπλοκο. Υπάρχει μια παγιωμένη κατάσταση, μια ρουτίνα, μια πεζή καθημερινότητα, ώσπου εμφανίζεται κάποιος «καταλύτης» και τότε ανατρέπονται όλα όσα ξέραμε.

Ένα τρίτο είναι αυτό για το οποίο συζητάμε. Ο ήρωας ζει μια φυσιολογική, αντιηρωική ζωή, και κάποια στιγμή βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, αντιμετωπίζει ένα μεγάλο δίλημμα, πρέπει να πάρει μια απόφαση, να διαλέξει πλευρά…

Ας μην επεκταθούμε περισσότερο. Πιστεύω πως ο καθένας μπορεί να κάνει τις αναγωγές και να τοποθετήσει κάθε μυθιστόρημα, κάθε κινηματογραφική ταινία, κάθε θεατρικό έργο σε μια από αυτές τις κατηγορίες.

Συνήθως, βέβαια, παρακολουθούμε ένα συνδυασμό των παραπάνω περιπτώσεων. Η ερωτική ρουτίνα ενός ζευγαριού ταράζεται όταν εμφανίζεται ένας «καταλύτης», γίνονται αποκαλύψεις και τότε ο ήρωας, πρέπει να κάνει μια επιλογή.

Κάπως έτσι. Αυτό είναι το κουκούτσι, ο πυρήνας (σχεδόν) κάθε σπουδαίας ιστορίας, από την εποχή του Αδάμ και της Εύας, ή αν θέλετε, του Ομήρου μέχρι σήμερα. Όλα τα υπόλοιπα είναι η γαρνιτούρα.

Ειδικά όμως για την περίπτωση της επιλογής, έχουμε και σπουδαία ποιήματα και τραγούδια που μας θυμίζουν πόσο σημαντική είναι η στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου, όταν αυτός πρέπει να διαλέξει.

Να αποφασίσει αν θα πει το «μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι», όπως μας δίδαξε ο Κ. Π. Καβάφης, ή με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει, όπως τραγούδησε ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Το άλλο πουλάκι:
Για κάποιους είναι εύκολο.

Έχουν κάνει τις επιλογές τους εδώ και χρόνια και η μόνη δυσκολία τους βρίσκεται στο γεγονός ότι τώρα, που τα έφερε έτσι αυτή η άτιμη η τύχη, δεν μπορούν να τις υπερασπιστούν όπως θα ήθελαν.

Από ποιον να αρχίσω; Από τον ίδιο τον πρωθυπουργό; Θα σας θυμίσω έναν διάλογό του μέσα στη Βουλή, με τον Κώστα Τζαβάρα, κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας. Ο διάλογος, φυσικά, δεν καταγράφηκε στα πρακτικά.

Η συζήτηση ήταν για την κατάσταση στα Πανεπιστήμια, οπότε πετάχτηκε ο Τζαβάρας: «Τι είδους έρευνα γίνεται στα πανεπιστήμια; Το μόνο που γίνεται εκεί είναι να κατασκευάζουν μολότοφ».

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν το άφησε να πέσει κάτω και αποφάσισε να ρωτήσει ειρωνικά: «Και τι κακό έχουν οι μολότοφ;» Στην απάντηση που πήρε: «Τι κακό; Καίνε κόσμο», ανταπάντησε με το γνωστό του χιούμορ:

«Εξαρτάται σε ποια μεριά είσαι όταν πέφτουν οι μολότοφ. Εκεί που τις ρίχνουν ή εκεί που πέφτουν;» Τον διάλογο αυτόν τον θυμηθήκαμε και πάλι, μετά τη γνωστή δήλωση του επίσης γνωστού κυρίου Κυρίτση.

Την οποία δήλωσή του («δεν θυμάμαι κανέναν να έχει σκοτωθεί από μολότοφ») χαρακτήρισε ο ίδιος «λανθασμένη», καθώς, όπως… διόρθωσε αργότερα, αναφερόταν «στις συγκρούσεις που συχνά παρατηρούμε στο δρόμο, σε πολιτικές και αθλητικές εκδηλώσεις».

Να με συγχωρείτε πολύ, αλλά εγώ σε όλες αυτές τις… χαριτωμενιές και τα «λάθη» βλέπω να ταιριάζει απόλυτα η παροιμία εκείνη με τη γυναίκα που «θέλει να κρυφτεί, αλλά η χαρά δεν την αφήνει».

Μόνο που εδώ υλοποιείται αντεστραμμένη. Θέλουν να εκδηλωθούν, να φανερωθούν, αλλά μια άτιμη στενοχώρια, δηλαδή η απήχηση που θα έχουν τα λόγια τους στο ευρύ εκλογικό σώμα, δεν τους αφήνει.

Διότι είναι απολύτως εξακριβωμένο από ποια πλευρά προτιμούν να είναι όλοι εκείνοι της ριζοσπαστικής λεγόμενης Αριστεράς, όταν πέφτουν οι μολότοφ. Το να μην πέφτουν καθόλου ούτε που τους περνάει από τον νου.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτό είναι το θέμα.

Διότι, εκείνο, τελικά, που ήθελε να πει ο κύριος Κυρίτσης, καθώς η συζήτηση γινόταν για την αλλαγή του ποινικοί κώδικα, ήταν ότι οι μολότοφ δεν αποτελούν όπλο, και μάλιστα φονικό, αφού δεν σκότωσαν κανέναν.

Έτσι είναι; Δηλαδή ένα όπλο καθίσταται τέτοιο, και μάλιστα φονικό, μόνον αν σκοτώσει κάποιον; Δεν εξετάζουμε καθόλου τη δυνατότητα που έχει (ή δεν έχει) να σκοτώνει, αλλά μόνον αν αυτό έτυχε να συμβεί;

Πόσες φορές δεν έχουμε δει αστυνομικούς να αρπάζουν κυριολεκτικά φωτιά και να κινδυνεύουν να γίνουν… «ολοκαύτωμα, σαν τη μονή του Αρκαδίου», που έλεγε και ο άτυχος Ορέστης Μακρής…

Όταν μια μαθήτρια τού κόλλησε την εφημερίδα στο «ολοκαίνουριο προπέρσινο κουστούμι» του και της έβαλε φωτιά, έτσι που κόντεψε να τον «ψήσει σαν ρέγγα». Ξέρετε όμως ποιο είναι το πρόβλημα;

Ότι κάποιοι στην κυβέρνηση και στην ριζοσπαστική Αριστερά γενικότερα, αντιμετωπίζουν την κατάσταση όπως ακριβώς ο Γυμνασιάρχης σε εκείνη την ταινία: «Παιδιά είναι, βρε αδελφέ, τι θέλεις να σου κάνουν;»

Και ως τιμωρία τούς ζητούν να φέρουν «αντιγεγραμμένους εκατό στίχους». Όλοι όμως ξέρουμε ότι η κατάσταση βελτιώθηκε και τα κακομαθημένα κορίτσια έγιναν σωστές μαθήτριες, όταν άρχισαν να πέφτουν τα περίφημα χαστούκια.

Και να δικαιώνουν τον τίτλο της ταινίας. Μια και μιλάμε για τον ποινικό κώδικα…
 Από τον (σοσιαλιστικό) παράδεισο!