ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε αργά το βράδυ, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.
Αν είστε βιαστικοί, μπορείτε να μας συναντήσετε μερικές ώρες νωρίτερα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας.


Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

190523 ΔΙΑΡΚΕΣ


Το ένα πουλάκι:
Τόσος κόσμος!

Βλέποντας κανείς τα ψηφοδέλτια των διαφόρων δημοτικών παρατάξεων, εντυπωσιάζεται με το πλήθος των υποψηφίων που αναγράφονται εκεί. Διαβάζοντας και τα βιογραφικά τους, εντυπωσιάζεται ακόμη περισσότερο.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να προσφέρουν στον τόπο; Αυτό μόνο ευλογία για τη Δράμα θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς. Και δεν το λέω καθόλου ειρωνικά. Τόσοι άνθρωποι να ασχολούνται με τα κοινά!

Μετά όμως σκέφτεσαι ότι το ίδιο πάνω κάτω συνέβη και στις προηγούμενες εκλογές. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα μιλάμε για διαφορετικά πρόσωπα. Που πάει να πει ότι ο αριθμός όσων νοιάζονται και πονούν τον τόπο είναι ακόμη μεγαλύτερος.

Βεβαίως, πιθανότατα να υπάρχουν και άλλοι που ασχολούνται με τα κοινά, όμως δεν κατεβαίνουν υποψήφιοι και δεν τους βλέπουμε στα ψηφοδέλτια και τα προγράμματα των παρατάξεων. Πού τους βλέπουμε;

Στον χώρο που δραστηριοποιείται ο καθένας τους. Είμαι βέβαιος ότι δέχτηκαν μεγάλες πιέσεις να στελεχώσουν κάποιο ψηφοδέλτιο, όμως εκείνοι αρνήθηκαν ευγενικά, λέγοντας πως δεν έχουν ελεύθερο χρόνο.

Και όλοι οι άλλοι έχουν; Να κάτι που επίσης θα μπορούσε να συζητήσει κανείς σοβαρά. Είναι η ενασχόληση με τα δημοτικά πράγματα κάτι που μπορεί να γίνεται στο περιθώριο του ελεύθερου χρόνου σου;

Ή μήπως απαιτεί ολοκληρωτικό δόσιμο; Και αν ισχύει αυτό, ποιοι είναι οι δημότες που θα μπορούσαν να αφιερώσουν τόσο χρόνο και τόση ενέργεια στην ενασχόλησή τους με τα του δήμου;

Ασφαλώς τότε θα μιλούσαμε μόνο για συνταξιούχους ή αργόσχολους, ούτε καν ανέργους, αφού η ανεργία απαιτεί κι αυτή πολλά στην αναζήτηση κάποιας θέσης. Γίνεται όμως δημοτικό συμβούλιο μόνο με τέτοιους;

Μην το ψάχνετε, η απάντηση βρίσκεται αλλού. Κανείς δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που έχουν αυτές οι θέσεις, αν είναι μόνος του. Αν δεν πλαισιώνεται από φίλους και συνεργάτες που θα τον βοηθούν.

Και πού θα τους βρει; μπορεί να ρωτήσει κάποιος. Έχουν τη δυνατότητα οι αντιδήμαρχοι, ας πούμε, να διαθέτουν μετακλητούς υπαλλήλους, ή θα πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικά στους δημοτικούς υπαλλήλους;

Το άλλο πουλάκι:
Εκείνοι έχουν τις δουλειές τους.

Επομένως και οι αντιδήμαρχοι και οι δημοτικοί σύμβουλοι θα πρέπει να στηριχτούν κάπου αλλού. Πού; Μα, φυσικά, στην «παράταξη» με την οποία εκλέχτηκαν. Στο ψηφοδέλτιο με το οποίο κατέβηκαν στις εκλογές.

Το μυστικό, λοιπόν, είναι στην ύπαρξη και τη λειτουργία μιας ομάδας. Μιας ομάδας που μπορεί να δημιουργείται προεκλογικά, καλό θα είναι όμως να συνεχίσει να υπάρχει και να λειτουργεί και μετά τις εκλογές.

Όσοι εκλεγούν εννοείται ότι θα το κάνουν. Αν και αυτό μην το θεωρείτε δεδομένο. Ξέρουμε περιπτώσεις ανθρώπων που εκλέχτηκαν και μετά περίμεναν να περάσουν τα χρόνια για να απαλλαγούν.

Αν δεν παραιτήθηκαν πριν από το τέλος της θητείας τους. Εμείς όμως παίρνουμε την καλύτερη των περιπτώσεων, εκείνους που ανταποκρίνονται ευσυνείδητα στα καθήκοντά τους. Δεν πρέπει να μείνουν μόνοι.

Δίπλα τους οφείλουν να σταθούν και όλοι οι συνυποψήφιοί τους. Να δείξουν δηλαδή ότι η ομάδα που δημιουργήθηκε προεκλογικά δεν ήταν μια συγκυριακή συνεύρεση ανθρώπων που τους ένωνε απλώς η επιθυμία να εκλεγούν.

Η ομάδα αυτή οφείλει να έχει συνέχεια. Σε ποιους το οφείλει; Σε όσους την ψήφισαν και εμπιστεύτηκαν όχι μόνο ένα προς ένα τα μέλη της, όχι μόνο τον επικεφαλής, αλλά και το σύνολο των ανθρώπων, την παράταξη.

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, η δυναμική μιας ομάδας δεν εξαντλείται στο άθροισμα των δυνατοτήτων ενός εκάστου των μελών της. Είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο και πολύ πιο μεγάλο από αυτό.

Και εκεί πρέπει να στηριχτεί το κάθε ψηφοδέλτιο, αν θέλει να είναι αποτελεσματικό. Πρέπει να δει πώς θα συνεχίσει να λειτουργεί και μετά τις εκλογές, με όλα ή τα περισσότερα μέλη από εκείνα που βλέπουμε σήμερα να ζητούν την ψήφο μας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Να ένα κριτήριο!

Τώρα που συζητάμε και ψάχνουμε να βρούμε ποιοι αξίζουν να τους εμπιστευτούμε, κοντά στα άλλα κριτήρια μπορούμε να βάλουμε και τη διάρκεια. Είτε την ατομική, είτε την ομαδική, ως παράταξη.

Αξίζει να δώσουμε την ψήφο μας σε… διάττοντες αστέρες; Σε υποψηφίους που ήρθαν από το πουθενά, στην καλύτερη περίπτωση από το σπίτι τους, και είμαστε βέβαιοι ότι εκεί θα ξαναπάνε την επομένη των εκλογών, αν δεν εκλεγούν;

Ή μήπως θα πρέπει να υποστηρίξουμε όσους αποδεδειγμένα έχουν διάρκεια; Όσους τους βλέπαμε στο κοινωνικό στίβο πριν αποφασίσουν να «εκτεθούν» ως υποψήφιοι, και θα εξακολουθήσουμε να τους βλέπουμε ακόμη κι αν χάσουν.

Αυτό ισχύει για πρόσωπα, ισχύει και για παρατάξεις. Έχουμε δει να σχηματίζονται ψηφοδέλτια τα οποία, την επομένη των εκλογών να διαλύονται στα εξ ων συνετέθησαν. Μπορεί να παραμένει ο τίτλος, αλλά είναι… σφραγίδα.

Αυτοί που προεκλογικά υπόσχονταν ότι θα είναι δίπλα στον πολίτη και θα δίνουν καθημερινές μάχες χάνονται, για να επανεμφανιστούν μετά από χρόνια, είτε με το ίδιο, είτε με άλλα ψηφοδέλτια, και να ζητήσουν πάλι την ψήφο μας.

Έχουμε δει όμως και άλλους να «είναι εκεί» και μετά την ήττα τους, να δίνουν τις μάχες μέσα και έξω από το δημοτικό συμβούλιο και, κυρίως να εξακολουθούν να λειτουργούν ως παράταξη.

Αυτούς μπορούμε να τους εμπιστευτούμε περισσότερο. Μαζί με όλα τα άλλα κριτήρια που θα βάλουμε, λοιπόν, ας είναι και αυτό της διαρκούς παρουσίας στα δημόσια πράγματα. Κάτι καλό θα βγάλει.
 Εδώ και… αύριο!

190522 ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν.

Έτσι, δεν έχει νόημα να προσπαθούμε κι εμείς να τα προσεγγίζουμε δήθεν διαφορετικά. Ποιον κοροϊδεύουμε; Καλύτερα, λοιπόν να τα δούμε όπως ακριβώς ήταν, πριν από πέντε χρόνια τέτοιες μέρες, παραμονές εκλογών:

Με το χέρι στην καρδιά… Είναι ο ένας από τους τρεις τρόπους με τους οποίους, κατά παράδοση, ψηφίζει ο Έλληνας. Πριν σας πω όμως γι’ αυτόν, ας δούμε τους άλλους δύο, τώρα που είμαστε μια ανάσα πριν από τις εκλογές της Κυριακής.

Πρώτα είναι το «δαγκωτό». Όλοι έχουμε ακούσει (ή και έχουμε πει) τη φράση «θα το ρίξω δαγκωτό στον…» Πολλοί δεν γνωρίζουν όμως τι ακριβώς σημαίνει ή από πού προήλθε και καλό θα ήταν να το θυμηθούμε.

Στα παλιά, αθώα, χρόνια, πριν από το 1920, η κάλπη δεν ήταν όπως οι σημερινές, ούτε οι ψηφοφόροι έριχναν μέσα χάρτινα ψηφοδέλτια. Άλλωστε, στη μεγάλη πλειονότητά τους δεν γνώριζαν να διαβάζουν και να γράφουν.

Υπήρχε μία κάλπη για κάθε υποψήφιο. Η κάλπη αυτή ήταν ένα τενεκεδένιο κουτί, χωρισμένο στη μέση και στη μια πλευρά αναγράφονταν η λέξη ΝΑΙ ενώ στην άλλη το ΟΧΙ. Σημειώστε ότι η πλευρά του ΝΑΙ ήταν βαμμένη άσπρη, ενώ εκείνη του ΟΧΙ ήταν μαύρη.

Ο εκλογέας έβαζε το χέρι του σε ένα σωλήνα, ο οποίος εσωτερικά ήταν πιο φαρδύς κι έτσι, μπορούσε, χωρίς να τον βλέπουν, να ρίξει το μολυβένιο σφαιρίδιο που κρατούσε είτε στην πλευρά του ΝΑΙ, είτε να «μαυρίσει» τον υποψήφιο, ρίχνοντάς το στο ΟΧΙ.

Κάποιοι, προκειμένου να αποδείξουν στην καταμέτρηση ότι όντως ψήφισαν τον υποψήφιο, δάγκωναν το μολυβένιο σφαιρίδιο και το έριχναν μέσα, στην πλευρά του ΝΑΙ. Έτσι κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την ψήφο τους.

Κι έτσι κάπως καθιερώθηκε η αποφασιστική ή φανατική (με φανατισμό) ψήφος του «δαγκωτού». Το λέμε και σήμερα, αλλά θα ήθελα να σημειώσω ότι πολλοί από εκείνους που ψηφίζουν «δαγκωτό» καταλήγουν… «κοψοχέρηδες».

Αυτό δεν είναι τρόπος ψηφοφορίας, δεν το αναφέρουμε ξεχωριστά, προέρχεται όμως από τη φράση «άμα τον ξαναψηφίσω, να μου κοπεί το χέρι», που δηλώνουν πολλοί ψηφοφόροι, απογοητευμένοι από τον εκλεκτό τους.

Δεν είναι τυχαίο. Το «δαγκωτό» σημαίνει πιθανότατα ότι τρέφεις υπέρμετρες προσδοκίες ή ότι περιμένεις κάποια ανταλλάγματα. Και στις δύο περιπτώσεις είναι πολύ πιο εύκολο να απογοητευτείς και να… αγανακτήσεις. Αν με εννοείτε.

Το άλλο πουλάκι:
Με χειροφίλημα!

Αυτή είναι κάπως πιο σπάνια μέθοδος ψηφοφορίας, εξακολουθεί όμως να υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές ή να αναφέρεται ως ένδειξη μεγάλης εμπιστοσύνης ή έντονου σεβασμού προς κάποιον που παίζει την πολιτική στα δάχτυλα.

Τι ακριβώς σημαίνει; Σημαίνει ότι πηγαίνεις στον δικό σου άνθρωπο, του… φιλάς το χέρι, παίρνεις το ψηφοδέλτιο σταυρωμένο και διπλωμένο, και πηγαίνεις να το ρίξεις στην κάλπη, χωρίς καν να το κοιτάξεις.

Είπαμε για ποιο λόγο γίνεται αυτό. Κυρίως από μεγάλη υποχρέωση προς τον «καθοδηγητή», τον οποίο δεν χρειάζεται ρωτήσεις ποιος και γιατί. Αυτός ξέρει, δεν χρειάζεται να ξέρεις κι εσύ.

Η συνήθεια σώζεται στις μέρες μας με πιο… δημοκρατικές μορφές. Γνωρίζω ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να ψηφίσουν όποιον τους υποδείξει ο πατέρας τους, το αφεντικό τους, η σύζυγός τους, ο πνευματικός τους, ο φίλος τους, ο κομματάρχης τους, κάποιος τελοσπάντων στον οποίο έχουν τυφλή εμπιστοσύνη.

Ξέρω κι άλλους που θα μαζευτούν, θα βάλουν κάτω τις μπύρες και θα πάρουν μια κοινή θέση –δεν λέω «γραμμή», έχει άλλη έννοια- η οποία όμως, πολύ συχνά, είναι η άποψη του πιο σεβαστού προσώπου της παρέας.

Αφήνω επίτηδες εκτός συζήτησης την «κομματική γραμμή», γιατί δεν την βλέπουμε τόσο σε τέτοιου είδους εκλογές, όσο σε συνδικαλιστικές ή άλλες, όπου τα ψηφοδέλτια είναι πιο… μπερδεμένα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Με το χέρι στην καρδιά, λοιπόν.

Αυτή είναι η τρίτη περίπτωση για την οποία θα μιλήσουμε και είναι -πράγμα παράδοξο- πολύ σπάνια. Ψηφίζεις με το χέρι στην καρδιά, δηλαδή χωρίς να επηρεάζεσαι από άλλους παράγοντες, πέρα από το συμφέρον του τόπου.

Δεν το ισχυρίζομαι εγώ, οι έρευνες δείχνουν ότι συνήθως ψηφίζουμε έχοντας άλλα πράγματα στο νου μας. Πώς θα τιμωρήσουμε κάποιον, πώς θα δείξουμε την αντίθεσή μας σε ένα κόμμα ή μια κυβέρνηση, πώς θα κρατήσουμε κάποιες ισορροπίες, πώς θα ξεπληρώσουμε κάποιες υποχρεώσεις, πώς θα υποχρεώσουμε κάποιον υποψήφιο...

Κάπως έτσι φτάνουμε στο σημείο να το μετανιώνουμε την ίδια κιόλας στιγμή, μόλις βγαίνουμε από το παραβάν, πριν καν μάθουμε τα αποτελέσματα. Ο μόνος τρόπος για να γλιτώσουμε από αυτό, αλλά και να φανούμε χρήσιμοι στον τόπο, είναι το να ψηφίσουμε «με το χέρι στην καρδιά».

Αυτά σας λέγαμε πριν από πέντε χρόνια και ισχύουν απολύτως μέχρι σήμερα. Όταν ψηφίζεις «με το χέρι στην καρδιά», υπάρχουν και ελάχιστες πιθανότητες να το μετανιώσεις. (Πάντα αφήνουμε ένα περιθώριο!)

Μπορεί να μην εκλεγούν εκείνοι που ψήφισες. Εξάλλου αυτό είναι το χαρακτηριστικό της δημοκρατίας, δεν γίνεται εκείνο που θέλουμε, εκτός και αν συντασσόμαστε με τους πολλούς (που δεν ξέρουμε πάντα ποιοι είναι).

Έχεις όμως ήσυχη τη συνείδησή σου. Ξέρεις ότι έκανες τα καθήκον σου ως πολίτης απέναντι σε εκείνους που θεωρούσες πιο άξιους. Κυρίως έκανες το καθήκον σου απέναντι στον τόπο και απέναντι στα παιδιά σου.

Διότι, στη δημοκρατία, δεν πρέπει λειτουργούμε έτσι που επιτάσσει η μόδα ή μας πάει το ρεύμα, αλλά έτσι που, κατά την κρίση μας, αν και άλλοι πολλοί κάνουν το ίδιο, ο κόσμος θα γίνει καλύτερος.

Θα συνεχίσουμε όμως…
 Μπροστά στις κάλπες (ξανά)!


Τρίτη, 21 Μαΐου 2019

190521 ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Φτάσαμε στην τελική ευθεία!

Ή μήπως θα πρέπει να πούμε ευθείες, αφού, στην πραγματικότητα έχουμε μπροστά μας όχι μία αλλά τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Ποια είναι η σπουδαιότερη; Ξέρω. Η εύκολη απάντηση είναι και οι τρεις.

Εγώ θα έλεγα πως, για να αναζητήσουμε την σπουδαιότερη, θα πρέπει να θέσουμε κάποια κριτήρια. Αυτά δεν μπορεί παρά να είναι το διακύβευμα κάθε εκλογικής αναμέτρησης. Και αυτό όμως, από μόνο του, δεν λέει τίποτε.

Διότι το διακύβευμα αυτό μπορούμε να το αναζητήσουμε μέσα από εντελώς διαφορετικούς δρόμους. Μπορεί, για παράδειγμα, να είναι αυτό που θέλουν να θεωρήσουμε ως τέτοιο τα διάφορα κόμματα.

Μπορεί όμως να είναι και εκείνο που ο κάθε ψηφοφόρος θέτει στον εαυτό του, όταν σταθεί (μπροστά στην κάλπη, καλύτερα όμως νωρίτερα) και σκεφτεί όχι μόνο τι ή ποιον θα ψηφίσει, αλλά και γιατί θα κάνει τη συγκεκριμένη επιλογή.

Με βάση αυτό το σκεπτικό, η σημασία κάθε εκλογικής αναμέτρησης δεν βρίσκεται τόσο ή μόνο στο τι θα ρίξουμε στην κάλπη, όσο στις συζητήσεις που θα κάνουμε όλο το προηγούμενο διάστημα, πριν φτάσουμε εκεί.

Και, καθώς οι μέρες τελειώνουν, αξίζει να αναρωτηθούμε. Συζητήσαμε όσο έπρεπε τα διάφορα ζητήματα που τίθενται και που έχουν σχέση με τις εκλογές της Κυριακής; Για να μην πελαγοδρομούμε, ας τα πιάσουμε με τη σειρά.

Τι είναι για μας, για τον καθένα ξεχωριστά αλλά και όλους μαζί, οι Ευρωεκλογές; Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι το ερώτημα, στην πραγματικότητα αναζητά τι είναι ή τι θα έπρεπε να είναι η Ευρώπη.

Αναρωτιόμαστε; Το συζητάμε όσο θα έπρεπε; Δίνουμε στο ερώτημα την αξία και τη σπουδαιότητα που στην πραγματικότητα έχει; Ή μήπως το προσπερνάμε βιαστικά, κάνοντας τελικά και αντίστοιχες επιλογές στην κάλπη;

Δεν είναι σημερινή η διαπίστωση ότι εμείς οι Έλληνες εξακολουθούμε, μετά από τόσα χρόνια, να διατηρούμε με την Ευρώπη μια σχέση… αντιφατική, καθόλου ξεκάθαρη, μια σχέση που άγεται και φέρεται κατά περίπτωση.

Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που καθορίζει τη συγκεκριμένη σχέση είναι η κοντόφθαλμη (και κουτοπόνηρη) λογική τού άμεσου συμφέροντος. Θέλουμε μια Ευρώπη που να μας βολεύει και να μας εξυπηρετεί.

Το άλλο πουλάκι:
Όπως στις περισσότερες σχέσεις μας!

Ξεχνάμε πως η κάθε σχέση είναι ένα στοίχημα που παίζεται ανά πάσα στιγμή ζωντανά και που μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικά πονταρίσματα, όμως έχει έναν κεντρικό στόχο. Πρέπει να κερδηθεί!

Προσέξτε, γιατί μπορεί να μπερδευτούμε. Όχι να κερδίσουμε εμείς, να κερδηθεί το στοίχημα. Και, μέσα από αυτό, θα προκύψει και το δικό μας κέρδος. Στην προκειμένη, λοιπόν, περίπτωση, το στοίχημα είναι ένα.

Θέλουμε την Ενωμένη Ευρώπη; Αν απαντήσουμε «ναι» (δεν το κάνουν όλοι, υπάρχουν δυνάμεις στα άκρα του πολιτικού τόξου που λένε ξεκάθαρα «όχι») τότε θα κληθούμε να απαντήσουμε πώς τη θέλουμε.

Τη θέλουμε, ας πούμε, «από τα Ουράλια ως τον Ατλαντικό»; Θέλουμε να περιλαμβάνει όλες τις βαλκανικές χώρες και μάλιστα συγκροτημένες σε έναν ισχυρό πόλο, στον οποίο η χώρα μας θα είχε μια ηγεμονική θέση;

Ποια φανταζόμαστε ότι μπορεί να είναι η σχέση αυτής της Ευρώπης με δυνάμεις όπως η Κίνα και οι ΗΠΑ; Ποιος θα είναι ο ρόλος της στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο; Θα είναι μια Ευρώπη… χριστιανική; Μόνο;

Επιπλέον, ποια θα πρέπει να είναι η σχέση της με το κάθε μέλος χωριστά; Ποια τα όρια παρέμβασης στο εσωτερικό κάθε χώρας; Τι θα ορίζεται ως «κοινό» και ποιο περιθώριο θα υπάρχει για εθνική διαχείριση;

Πώς θα μειωθούν οι ανισότητες και με ποιους τρόπους θα αντισταθμίζονται οι ηγεμονικές τάσεις που εκδηλώνονται από διάφορες πλευρές; Τι ακριβώς θα σημαίνει ο όρος «εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης»;

Να το εξειδικεύσουμε και λίγο; Στην Ευρώπη που εμείς φανταζόμαστε και θέλουμε, έχει θέση η Τουρκία, έτσι τουλάχιστον όπως τη γνωρίζουμε σήμερα; Και τι θα γίνει με τα κύματα των μεταναστών που φτάνουν κατά χιλιάδες;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τα συζητάμε όλα αυτά;

Ακούσατε εσείς, ή διαβάσατε, καμιά σοβαρή ανάλυση πάνω σε τέτοιου είδους ζητήματα; Ξέρετε τις θέσεις των κομμάτων και των υποψηφίων για κάποια από αυτά; Συγκεκριμένες θέσεις, όχι γενικόλογες αοριστολογίες. 

Απεναντίας, εκείνο που ξέρουμε είναι ότι οι Ευρωεκλογές είναι (πρέπει να αποτελέσουν) μια επίσημη δημοσκόπηση, για να μετρήσουν τα κόμματα τις δυνάμεις τους, εν όψει των επερχόμενων εθνικών εκλογών.

Η Νέα Δημοκρατία μάς καλεί να δείξουμε πόσο πολύ και πόσο γρήγορα θέλουμε να φύγει η κυβέρνηση, πράγμα που θα φανεί από την μεγάλη διαφορά που (ελπίζει ότι) θα έχει από το κυβερνών κόμμα.

Από την άλλη, η κυβέρνηση τα δίνει όλα, προκειμένου να δείξει ότι έχει απλώς μια «φυσιολογική φθορά», η οποία μπορεί να ανατραπεί στις εθνικές εκλογές, αν μάλιστα καταφέρει να δώσει ακόμη περισσότερα.

Στο μεταξύ εμείς καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε πρόσωπα που πιθανότατα (μερικά και  προφανέστατα) καμιά σχέση δεν έχουν με όλα τα ζητήματα που θέσαμε προηγουμένως και που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν αν εκλεγούν.

Ωστόσο, είμαστε υποχρεωμένοι (απέναντι στη συνείδησή μας) να ψηφίσουμε, δηλαδή να κάνουμε κάποιες επιλογές. Ας τις κάνουμε με αίσθημα ευθύνης και με συναίσθηση ότι, αν δεν μπορούμε να βρούμε ό,τι ακριβώς ψάχνουμε…

Μπορούμε τουλάχιστον να επιλέξουμε εκείνο που βρίσκεται πιο κοντά του!
 Μια Ευρώπη στα μέτρα μας!

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

190520 ΥΠΕΡΒΑΛΛΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το θέμα των ημερών.
                 
Το θέμα των ημερών ήταν… τα εξής δύο. Οι εκδηλώσεις μνήμης των Ποντίων και η 13η σύνταξη που πήραν οι δικαιούχοι. Τι κοινό μπορεί να έχουν αυτά τα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους θέματα;

Εδώ σας θέλω! Εμείς διακρίναμε και στα δύο κάποια στοιχεία υπερβολής, τα οποία μπορεί να αιτιολογούνται, αλλά δεν δικαιολογούνται. Δηλαδή υπάρχουν εξηγήσεις και μάλιστα σοβαρές, αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία.

Θα μιλήσω πρώτα για τους Ποντίους και ας γίνω «κακός». Εξάλλου, δεν είμαι υποψήφιος να φροντίζω να τα έχω καλά με όλους, λέγοντας γενικόλογα και κρατώντας αυτό που πιθανώς να ενοχλήσει για μετά τις εκλογές.

Μη φαντάζεστε ότι θα πω τίποτε σπουδαίο, μια παρατήρηση θα κάνω. Η οποία λέει ότι το πλήθος και η ένταση των εκδηλώσεων μνήμης, πένθους, ακόμη και θρήνου, δεν αντικατοπτρίζει αναλογικά τα αισθήματά μας.

Για παράδειγμα, κάποιος που εκδηλώνεται πολύ πιο έντονα για τον χαμό ενός προσώπου δεν σημαίνει ότι πονά και πιο πολύ, ή ότι αυτό θα του λείψει περισσότερο από ότι σε άλλους που εκδηλώνουν πιο βουβά τα αισθήματά τους. 

Μπορώ να θυμάμαι, να τιμώ, ακόμη και να διεκδικώ χωρίς υπερβολές, χωρίς να μπαίνω σ’ αυτή την αμερικανόφερτη λογική ότι το περισσότερο και το μεγαλύτερο είναι υποχρεωτικά και πιο σημαντικό ή πιο ουσιώδες.

Διότι το μόνο στο οποίο μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια συμπεριφορά είναι η ανόητη λογική των βραβείων Γκίνες, όπου όχι μόνο ο άλλος, αλλά και ο δικός μας θα προσπαθεί να μας ξεπεράσει σε μέγεθος.

Τα λέω αυτά με ειλικρινές ενδιαφέρον, αφού άκουσα παράπονα και από Ποντίους που κάθε άλλο παρά να αμφισβητήσει μπορεί κανείς τα γνήσια αισθήματά τους και το ανιδιοτελές δόσιμό τους στα ποντιακά ζητήματα.

Έλεγαν, λοιπόν, αυτοί οι φίλοι ότι, αν θέλουμε να είμαστε πιστοί στην παρακαταθήκη που μας άφησαν οι (κάθε λογής) πρόγονοί μας, τότε δεν πρέπει να χάνουμε το μέτρο, αυτό που κυριαρχούσε σε κάθε έκφραση της ζωής τους.

Διότι, αν κάτι σημαίνουν οι λέξεις θυμάμαι, τιμώ, σέβομαι, αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το μένω πιστός στις αξίες και τα ιδεώδη, τα οποία, φυσικά, εντάσσω στη σύγχρονη πραγματικότητα και τον σημερινό τρόπο ζωής.

Το άλλο πουλάκι:
Σύνταξη ή επίδομα;

Αυτό ήταν το δεύτερο μεγάλο θέμα του σαββατοκύριακου και η κάθε πλευρά είχε τους λόγους της να υποστηρίξει το ένα ή το άλλο. Διότι, πέρα από το όνομα υπάρχει και η… χάρη, που είναι και η ουσία.

Η πλευρά της κυβέρνησης επιμένει να τη λέει «σύνταξη». Για δύο λόγους, οι οποίοι όμως έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Ο πρώτος είναι ότι η σύνταξη (υποτίθεται ότι) έχει έναν μόνιμο χαρακτήρα.

Που σημαίνει ότι η συγκεκριμένη 13η δίνεται και θα δίνεται όσο η οικονομία το επιτρέπει. Και το επιτρέπει, διότι η κυβέρνηση κατάφερε…
Χώρια που τα οικονομικά είναι και «το δυνατό χαρτί του πρωθυπουργού».

Αν όμως το χαρακτηρίσεις επίδομα, τότε τα πράγματα μπερδεύονται. Διότι το επίδομα μπορεί να είναι κάτι που δίνεται εκτάκτως και όχι σε μόνιμη βάση. Αφήστε που χρειάζεται και ένας λόγος για να δοθεί.

Και ποιος μπορεί να είναι αυτός ο λόγος, αυτή η δικαιολογία, για ένα επίδομα που δίνεται παραμονές εκλογών; Είτε το σκέφτεσαι από μέσα σου, είτε το λες φωναχτά, ο λόγος δεν μπορεί να είναι άλλος από την εξαγορά ψήφων.

Αφού όμως κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο για μια κυβέρνηση της Αριστεράς, που έχει δώσει αγώνες και αγώνες (η Αριστερά, όχι η κυβέρνηση) για τη δημοκρατία, ενάντια σε κάθε προσπάθεια νόθευσης της λαϊκής βούλησης, επομένως μιλάμε για σύνταξη.

Από την άλλη όμως, τι δέκατη τρίτη σύνταξη είναι αυτή που δίνεται Μάιο μήνα; Και, αφού είναι σύνταξη, σαν όλες τις άλλες δηλαδή, γιατί το ποσό που τελικά είδαν στους λογαριασμούς τους οι συνταξιούχοι ήταν τόσο μικρότερο;

Διότι υπάρχει και αυτή η διαφορά. Το επίδομα μπορεί να δίνεται με εισοδηματικά κριτήρια, να είναι δηλαδή μεγαλύτερο ή μικρότερο, ανάλογα με την γενική οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται εκείνος που θα το πάρει.

Όμως η σύνταξη εξαρτάται από άλλα πράγματα. Από το είδος της ασφάλισης, από τα χρόνια υπηρεσίας, από τις κρατήσεις που πλήρωνε ή δεν πλήρωνε ο καθένας. Δεν μπορεί να δίνεται με εισοδηματικά κριτήρια.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Επίδομα, επομένως;

Δεν έχει σημασία πώς θα το πεις. Η ουσία είναι μία και αυτή κάνει τη διαφορά. Διότι, στα τόσα χρόνια που παρακολουθώ εκλογικές αναμετρήσεις, έχω δει να «δίνονται» πολλά την τελευταία στιγμή.

Συνήθως ήταν με τη μορφή υποσχέσεων. Για αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, για προσλήψεις ή μονιμοποιήσεις συμβασιούχων, για μειώσεις φόρων… Πρώτη φορά όμως βλέπω να δίνεται ζεστό χρήμα!

Είτε το πεις σύνταξη, είτε επίδομα, δεν παύει να είναι χρήμα που δίνεται «κας», λίγες μέρες πριν ανοίξουν οι κάλπες. Δεν είναι βέβαιο ότι θα ωφελήσει την κυβέρνηση, διότι πολλοί το εξέλαβαν ως κοροϊδία ή ωμή προσπάθεια εξαγοράς της ψήφου τους.

Μπορεί να φέρει και τα αντίθετα αποτελέσματα, αν κρίνουμε από τις αγανακτισμένες αντιδράσεις πολλών δικαιούχων. Όμως αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία. «Η κίνηση είναι που μετράει».

Πάντως εγώ -πείτε με ανόητο- ακόμη περιμένω ένα στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, έστω και μικρομεσαίο, να βγει και να πει «ρε παιδιά, αν είναι να κερδίσουμε καναδυό μονάδες ή μερικούς δήμους με τέτοια τερτίπια…

Μοιράζοντας λεφτά, ή βλέποντας τον πρόεδρό μας να σφιχταγκαλιάζεται με τον Λυμπερόπουλο, καλύτερα να μένει. Καλύτερα αξιοπρεπής και ηττημένος, παρά ρεζίλης και νικητής».

Περιμένω, λέτε, μάταια;
 Υπερβολές που κάνουν κακό.

Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

190517 ΑΧΟΡΤΑΓΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το τζάμπα είναι απαιτητικό.

Θέλει ανθρώπους με αγωγή, θέλει ανθρώπους με ευγένεια, ανώτερους ανθρώπους θέλει το τζάμπα. Αν είσαι λιγούρης, αν είσαι ανάγωγος, αν είσαι ταμαχιάρης, το τζάμπα δεν κάνει για σένα.

Στο τζάμπα θα φανεί ποιος σέβεται τους άλλους, κυρίως όμως ποιος σέβεται τον εαυτό του. Θα φανεί εκείνος που δεν είναι «νηστικός», που διατηρεί κάποια αξιοπρέπεια, που δείχνει ότι κατάγεται από σπίτι.

Που θυμάται όλα όσα του έλεγε η μητέρα του όταν ήταν μικρός. «Δεν θα κάνεις σαν πεινασμένος. Θα ζητάς ευγενικά και θα λες ευχαριστώ. Θα περιμένεις να πάρουν όλοι και, αν περισσέψει, μπορείς να ξαναζητήσεις…»

Δεν μιλώ για τα μητρικά «μαθήματα» των δικών μας χρόνων που σου έλεγαν «εκεί που θα πάμε, ό,τι και να σου προσφέρουν δεν θα πάρεις, θα αρνηθείς ευγενικά». Εκείνο πάλι ήταν απάνθρωπο.

Και, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως να ευθύνεται για το γεγονός ότι πολλοί βγάζουν τα απωθημένα τους σήμερα, πέφτοντας με τα μούτρα πάνω στο κάθε λογής τζάμπα «αρπάζοντας» για όλα τα χρόνια της στέρησης.

Αστειεύομαι. Η συμπεριφορά ορισμένων, πολλών, πάρα πολλών ορισμένων, δεν δικαιολογείται με τίποτε. Το είδαμε ξανά αυτές τις μέρες με τις εκδηλώσεις της Δραμοινογνωσίας. Κάποιοι έφαγαν και ήπιαν για έναν χρόνο.

Και πάλι αυτό δεν είναι το πρόβλημα. Ας φάνε κι ας πιούνε όσο τραβάει η ψυχή τους, αλλά ας το κάνουν με πολιτισμένο τρόπο. Σεβόμενοι τον εαυτό τους και τους άλλους. Δείχνοντας όλα αυτά τα στοιχεία που είπαμε πριν.

Αφήνω την άλλου είδους αγένεια. Μισομεθυσμένος ο δικός σου από τα τόσα κρασιά που κατέβασε, το ένα πίσω από το άλλο, σχολίαζε και αρνητικά την ποιότητα του… λευκού, που δεν ήταν, φαίνεται, του γούστου του.

Λες κει είχε ξαναπιεί τέτοιο κρασί, από τα πιο εκλεκτά οινοποιεία της περιοχής μας, που θεωρούνται από τα καλύτερα της χώρας. Εννοώ να το πληρώσει και να το πιει, όχι να το βρει τζάμπα και… να μην του αρέσει!

Το άλλο πουλάκι:
Γιατί τζάμπα;

Αν δεν κάνω λάθος, η Οικολογική Κίνηση Δράμας έκανε μια πάρα πολύ καλή πρόταση, που θα συνδύαζε τη λύση δύο προβλημάτων. Ήταν η αποφυγή χρήσης πλαστικών σε όλες τις εκδηλώσεις της Δραμοινογνωσίας.

Θα μπορούσε να υπάρχει ένα αναμνηστικό γυάλινο ποτήρι κρασιού, το οποίο ο επισκέπτης θα αγόραζε και θα το χρησιμοποιούσε για να δοκιμάζει μ’ αυτό τα κρασιά που επιθυμεί. Να δούμε πόσοι θα το έκαναν.

Θυμάμαι από πολύ παλιά, τότε βέβαια που δεν ήταν ακόμη τόσο διαδεδομένη η χρήση πλαστικών, που υπήρχαν πήλινα ποτηράκια με την επιγραφή «γιορτή κρασιού…» που αγόραζες σε ανάλογες εκδηλώσεις.

Έπειτα ήρθαν τα πλαστικά και ήρθε και το τζάμπα, μια πολύ κακή νοοτροπία, χαρακτηριστική του χειρότερου είδους λαϊκισμού. Διότι το τζάμπα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κακώς νοούμενη, δήθεν, «προσφορά».

Πρώτα πρώτα αποκρύπτει το γεγονός ότι «τζάμπα δεν υπάρχει». Θα σας δώσω ένα άλλο παράδειγμα για να καταλάβετε τι εννοώ. Διάβασα ότι κάποιος δήμαρχος αποφάσισε να λειτουργήσει αστική συγκοινωνία στον Δήμο του.

Αγοράστηκε το λεωφορείο, ανακοινώθηκαν και τα δρομολόγια, τα οποία, λέει, θα είναι «δωρεάν» για τους δημότες. Τι θα πει δωρεάν; Ποιος θα πληρώνει όλο αυτό το εγχείρημα; Δεν θα έπρεπε να το ξέρει ο κάθε πολίτης;

Να πει ο κύριος δήμαρχος ότι τόσο κόστισε η αγορά του λεωφορείου, τόσο θα κοστίζει η ετήσια κυκλοφορία και συντήρησή του, τόσο θα είναι και το εργασιακό κόστος του οδηγού ή των οδηγών του.

Αυτά τα χρήματα θα δοθούν από το τάδε κονδύλιο. Και μετά, αφού αρχίσει η λειτουργία της συγκοινωνίας και δούμε πόσοι θα μετακινούνται, μπορούμε να υπολογίσουμε πόσο κοστίζει και το κάθε δωρεάν «εισιτήριο».

(Και να υπολογίσουμε μήπως, ας πούμε, είναι πιο συμφέρον να τους πληρώνει ο Δήμος το ταξί για να πηγαίνουν στη δουλειά τους, και μάλιστα χωρίς να περιμένουν την ώρα του δρομολογίου. Λέω εγώ!)

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Σεβασμός!

Όταν πληρώνεις έστω και ένα μικρό, συμβολικό ποσό, για να παρακολουθήσεις μια εκδήλωση, εννοώ μια εκδήλωση που έχει κάποιο κόστος, τότε είναι βέβαιο ότι θα σεβαστείς περισσότερο εκείνο που θα δεις.

Επιπλέον, εκείνοι που θα επιλέξουν να πάνε δεν θα το κάνουν από περιέργεια, ούτε επειδή δεν έχουν κάτι καλύτερο για να περάσουν την ώρα τους, ούτε, βέβαια επειδή είναι τζάμπα! Θα ξέρουν πολύ καλά τι επέλεξαν.

Συγχρόνως θα αποφύγουν τον συνωστισμό (όπου τζάμπα εκεί και πλήθος) θα βρουν θέση (οι τζαμπατζήδες τρέχουν από νωρίς) και θα παρακολουθήσουν ανενόχλητοι, χωρίς τα πήγαινε έλα ή τα σχόλια όσων βρέθηκαν εκεί κατά λάθος.

Το εισιτήριο, ακόμη κι αν είναι συμβολικό, δείχνει σεβασμό και στον δημιουργό που παρουσιάζει τη δουλειά του. Και στη δουλειά του. Δεν είναι τυχαίο ότι δημιουργοί που σέβονται τον εαυτό τους αποφεύγουν το «τζάμπα».

Το κακό είναι ότι μπορεί αυτοί να πληρώνονται, όμως τα χρήματα τα δίνουν μερακλήδες πολιτικοί, όχι από την τσέπη τους, αυτό ποτέ, για να παρακολουθήσει ο λαός «δωρεάν». Κι έτσι έχουμε όλα αυτά τα δυσάρεστα φαινόμενα.

Ας το καταλάβουμε, το «αντίτιμο» δεν είναι κακό πράγμα. Εκτός των άλλων είναι ένα σοβαρό παιδαγωγικό μέσο. Απεναντίας, το τζάμπα το μόνο που κάνει είναι να μας κακομαθαίνει. Εσείς ποιο προτιμάτε.
 Ο Τζάμπας ζει και βασιλεύει!

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

190516 ΑΝΟΙΚΟΚΥΡΕΥΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Δυο εικόνες χίλιες σκέψεις!
                 
Δεν είμαι πολύ καλός στις περιγραφές, όμως θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω αυτό που θέλω σε δυο εικόνες. Μη φοβόσαστε, δεν θα κάνουμε χίλιες σκέψεις, θα περιοριστούμε αρκετά, όμως ο καθένας μπορεί να κάνει τις δικές του.

Η πρώτη εικόνα μάς έρχεται από το περιαστικό άλσος στους πρόποδες του Κορυλόβου. Θέλετε να ανέβουμε και λίγο παραπάνω; Ας το κάνουμε. Αυτό άλλωστε κάνουν καθημερινά και πολλοί συμπολίτες μας.

Άλλοι περπατούν ή τρέχουν και ανεβαίνουν προκειμένου να αθληθούν, και άλλοι για να απολαύσουν τη φύση, τη θέα από ψηλά, την ησυχία μακριά από το θόρυβο της πόλης… Κάποιοι και για να απολαύσουν ένα… σάντουιτς! 

Για άλλους το μέρος αποτελεί και πρόχειρη ερωτική φωλιά. Όχι, δεν τους έχουμε δει με τα μάτια μας, αλλά το καταλαβαίνει κανείς εύκολα, αν παρατηρήσει τα… αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν γύρω.

Όπως καταλαβαίνετε, όλοι αυτοί δεν αποτελούν μια ομοιογενή ομάδα. Δεν έχει σημασία. Ούτε κι εμείς θα μιλήσουμε για όλους, παρά για εκείνους που φεύγουν από το δάσος αφήνοντας πίσω έντονα τα κάθε είδους σημάδια της παρουσίας τους εκεί.

Ας ξεκινήσουμε όμως ανάποδα. Έχουμε προσέξει ότι υπάρχουν συμπολίτες μας οι οποίοι δεν επισκέπτονται την περιοχή μόνο για τις ομορφιές της. Το κάνουν προκειμένου να μαζέψουν τα σκουπίδια που βλέπουν πεταμένα παντού.

Πρόκειται συνήθως για μέλη και φίλους της Οικολογικής Κίνησης, αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι μόνο αυτοί. Υπάρχουν και άλλοι πολλοί που ενδιαφέρονται για την καθαριότητα στα μονοπάτια και τα σημεία αναψυχής.

Από την άλλη όμως, υπάρχουν και εκείνοι που όχι απλώς δεν ενοχλούνται με την παρουσία σκουπιδιών, αλλά φαίνεται πως αυτά τους αρέσουν τόσο πολύ που φροντίζουν να τα κάνουν περισσότερα. Αυτοί, στην πλειονότητά τους είναι νέα παιδιά.

Πώς το ξέρουμε; Ίσως να κάνουμε λάθος, δεν μπορούμε να φανταστούμε όμως πολλούς μεγάλους ανθρώπους που ανεβαίνουν στον Κορύλοβο κουβαλώντας μαζί τους σάντουιτς και μπύρες.

Εξάλλου μπορεί να τους δει κανείς να ανηφορίζουν με γκαζωμένα τα μηχανάκια και τις σακούλες από τα σαντουιτσάδικα περασμένες στο τιμόνι. Σακούλες που μετά, μαζί με όλες τις συσκευασίες, θα μείνουν κάπου εκεί να… στολίζουν τον τόπο.

Το άλλο πουλάκι:
Εικόνα δεύτερη.

Η γιαγιά φαίνεται να είναι πάνω από ογδόντα ετών. Κινείται δύσκολα, με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού. Στα χέρια της κρατά δυο σακούλες. Η μια δεμένη σφιχτά και η άλλη ανοιχτή. Η δεύτερη είναι της ανακύκλωσης.

Στέκεται κοντά στους κάδους. Ακουμπά κάπου δίπλα το μπαστούνι της και ανοίγει με δυσκολία εκείνον των σκουπιδιών. Αφήνει προσεκτικά μέσα τη δεμένη σακούλα και μετά τον ξανακλείνει καλά.

Στη συνέχεια ανοίγει τον μπλε κάδο. Αδειάζει σχολαστικά μέσα το περιεχόμενο της άλλης σακούλας και τη διπλώνει προσεκτικά. Μετά κλείνει τον κάδο, παίρνει το μπαστουνάκι και ξεκινά για το σπίτι της.

Κάποιες φορές τη βλέπω να μαζεύει και τα πεταμένα γύρω από τους κάδους σκουπίδια που αφήνουν άλλοι «προκομμένοι» ή «βιαστικοί» συμπολίτες μας. Τα ρίχνει κι αυτά στον κάδο μαζί με τα δικά της.

Όταν την είδα για πρώτη φορά, σκέφτηκα να της πω «μπράβο γιαγιά». Δεν το έκανα όμως επειδή ξέρω ότι η έκφραση συγχαρητηρίων, μερικές φορές, υποδηλώνει κάποιου είδους ανωτερότητα αυτού που τα εκφράζει.

Ότι τάχα αυτός ξέρει πολύ καλά ποιο είναι το σωστό, το εφαρμόζει απαρεγκλίτως στη ζωή του, και, όταν βλέπει και κάποιον άλλο να το κάνει, το αναγνωρίζει αμέσως και σπεύδει να τον συγχαρεί. 

Ποιος είμαι εγώ που θα συγχαρώ τη νοικοκυρά γιαγιά; Σαν να συγχαίρει ο μαθητής τον δάσκαλο, επειδή εκείνος του έδειξε πώς να λύσει σωστά μια άσκηση. Να τον ευχαριστήσει, μάλιστα˙ όχι όμως να τον συγχαρεί!

Έχοντας αυτές τις δυο εικόνες στο μυαλό, μπορεί κανείς να προβληματιστεί… πάνω σε τι νομίζετε; Θα σας φανεί παράξενο, αν πω πάνω στην τυπική εκπαίδευση που παίρνουν τα παιδιά μας από το Σχολείο.

Διότι εδώ έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα χαμένου χρόνου και κόπου, αφού τα παιδιά μας, τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν δεχτεί (υποστεί, αν θέλετε) αμέτρητες ώρες Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. 

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Συστηματικής, έτσι;

Και να τα προγράμματα, και να τα μαθήματα, και να οι δράσεις πεδίου, και να οι εκθέσεις έργων και οι παρουσιάσεις αποτελεσμάτων… Πού πήγαν όλα αυτά; Τι άφησαν στα παιδιά, όταν δεν τους έμαθαν ούτε τα σκουπίδια τους να παίρνουν φεύγοντας από κάπου;

Από την άλλη, ποιος και με ποιον τρόπο «εκπαίδευσε» τη γιαγιά, και όλες τις άλλες νοικοκυρές, που λειτουργούν υποδειγματικά, όσον αφορά τα οικιακά απορρίμματα και την ανακύκλωση των συσκευασιών;

Αν όλα τα εξειδικευμένα προγράμματα και οι τόσες  στοχευμένες παρεμβάσεις δεν κάνουν παρά… μια τρύπα στο νερό, τότε μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε τους τρόπους με τους οποίους εκπαιδεύουμε τη νέα γενιά;

Μήπως αυτή η πολυδιάσπαση των στόχων, μέσα από την Αγωγή του πολίτη, την Αγωγή του καταναλωτή, την Αγωγή Υγείας, την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, την Αγωγή του τηλεθεατή ή του χρήστη νέων τεχνολογιών, ακόμη και την Αισθητική Αγωγή... 

Μήπως αποτυγχάνει στο ουσιώδες, να οδηγήσει δηλαδή τον μαθητή να γίνει υπεύθυνος και συνειδητοποιημένος άνθρωπος, που αγαπά το ωραίο και του αρέσει το καθαρό και το νοικοκυρεμένο;

Μήπως, τελικά, είναι πιο απλό το πράγμα από ότι παιδευόμαστε να το κάνουμε;
Ενός εστί χρεία!

190515 ΣΧΟΛ(Ι)ΑΣΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Οι καιροί αλλάζουν…

Πριν από όχι και πολλά χρόνια, αν ήθελε κάποιος να σχολιάσει μια δήλωση του Πρωθυπουργού ή άλλου πολιτικού προσώπου, έπρεπε να στηθεί στο δελτίο ειδήσεων του ραδιοφώνου ή της τηλεόρασης.

Εκεί θα άκουγε συνήθως όχι ολόκληρη τη δήλωση, αλλά κάποιο χαρακτηριστικό απόσπασμα, το οποίο έπρεπε να απομνημονεύσει ή να ηχογραφήσει, προκειμένου να το έχει στη διάθεσή του όπως ειπώθηκε.

Σε διαφορετική περίπτωση, έπρεπε να περιμένει την επόμενη μέρα, να αγοράσει κάποια εφημερίδα που θα φιλοξενούσε τη συγκεκριμένη δήλωση, ολόκληρη ή αποσπάσματά της, για να μπορέσει να τη σχολιάσει.

Ποιος όμως ενδιαφερόταν να σχολιάσει τη δήλωση ενός πολιτικού προσώπου; Συνήθως άλλος πολιτικός, ή άνθρωποι του Τύπου. Οι υπόλοιποι μπορούσαμε να το κάνουμε στις κουβέντες των καφενείων ή των αμφιθεάτρων.

Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά, αλλά, συγχρόνως, και πολύ πιο περίπλοκα! Στο διαδίκτυο μπορεί να βρει κανείς όχι μόνο τις πρόσφατες, αλλά και παλαιότερες δηλώσεις κάθε… πικραμένου.

Μπορεί να τις βρει σε ό,τι μορφή θέλει, το κυριότερο όμως είναι ότι μπορεί να τις σχολιάσει την ίδια στιγμή, είτε εκεί που τις βρήκε, είτε σε κάποιο άλλο «δικό του» Μέσο, ώστε τα σχόλιά του να είναι διαθέσιμα σε όλο τον κόσμο.

Μ’ αυτόν τον τρόπο συγκεντρώνονται σχόλια επί σχολίων, ένας τεράστιος όγκος κάθε λογής απόψεων, οι οποίες όμως, αν τις αναλύσει κάποιος, θα δει ότι δεν διαφέρουν και τόσο πολύ μεταξύ τους.

Κατ’ αρχάς χωρίζονται σε δυο μεγάλες ομάδες. Σε εκείνες που κατακρίνουν και σε εκείνες που βλέπουν θετικά την αρχική δήλωση του πολιτικού προσώπου. Επιπλέον όμως έχουν ακόμη κάτι κοινό.

Και οι μεν και οι δε εστιάζουν σε κάποιο σημείο των δηλώσεων, κάτι που μπορεί να είναι λίγο ασαφές, που μπορεί να παρερμηνευτεί ή που φανερώνει σκέψεις κρυφές του πολιτικού, οι οποίες του ξέφυγαν κατά λάθος.

Έτσι τουλάχιστον δηλώνει ή αφήνει να εννοηθεί το επικοινωνιακό επιτελείο των αντιπάλων του, το οποίο δίνει και το εναρκτήριο λάκτισμα για να ξεκινήσει η διαδικτυακή κλοτσοπατινάδα των πολλών σχολιαστών.

Το άλλο πουλάκι:
Δεν καταλαβαίνουν;

Ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν; Όπως θα δούμε στη συνέχεια, και το ένα και το άλλο είναι εξίσου δηλητηριώδη για την πολιτική ζωή του τόπου, όπως και επικίνδυνα γι’ αυτό που λέμε δημοκρατία.

Διότι, είτε κάποιος δεν είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσει τις δηλώσεις ενός πολιτικού, είτε τις αποκωδικοποιεί μια χαρά, αλλά επίτηδες διαστρεβλώνει το νόημά τους, είναι ένας πολίτης που βλάπτει τον τόπο.

Θα έλεγα μάλιστα ότι στην πρώτη περίπτωση είναι λιγότερο επικίνδυνος. Πρόκειται για έναν άνθρωπο αγαθών ίσως προθέσεων, που όμως δυσκολεύεται να κατανοήσει σε βάθος κάθε πτυχή μιας πολιτικής τοποθέτησης.

Σας έχουμε πει κι άλλη φορά για τους λειτουργικά αναλφάβητους. Για τους ανθρώπους που μπορεί να έχουν βγάλει και Σχολεία, όμως η σχέση τους με τη γλώσσα και τον λόγο, ειδικά ορισμένες μορφές του, δεν είναι… άριστη.

Το κακό με αυτούς τους ανθρώπους είναι ότι δεν έχουν επίγνωση των αδυναμιών τους και θέλουν, όπως όλοι οι υπόλοιποι, να πάρουν μέρος στην πολιτική αντιπαράθεση, σχολιάζοντας τις δηλώσεις πολιτικών προσώπων.

(Αφήνω τις πιο… βαριές περιπτώσεις, όπου τέτοιων δυνατοτήτων άνθρωποι θέλουν να είναι  -και συχνά είναι- υποψήφιοι και ζητούν την ψήφο μας. Για να μην πω ότι κάποιοι τίθενται και επικεφαλής δικού τους ψηφοδελτίου.)

Σοβαρότερο όμως είναι το πρόβλημα με εκείνους που έχουν την ικανότητα όχι απλώς να αποκωδικοποιήσουν μια δήλωση, αλλά και να κατανοήσουν πολύ καλά εκείνο το οποίο… παρερμηνεύουν επίτηδες.

Αυτοί θα πιαστούν από μια φράση, θα την ερμηνεύσουν όπως τους βολεύει, και θα σηκώσουν τον κόσμο καταγγέλλοντας τον πολιτικό που την είπε, ότι δήθεν εννοεί κάτι που δεν τολμά να το πει φανερά, αλλά το κάνει με υπονοούμενα.

Τα οποία μόνο οι ίδιοι πιάνουν στον αέρα. Θεωρούν όμως υποχρέωσή τους να ενημερώσουν όλους τους άλλους πολίτες για το τι ακριβώς είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του ο πολιτικός που έκανε τη συγκεκριμένη δήλωση.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Θέλετε παραδείγματα;

Είναι δυνατόν, οποιοσδήποτε πολιτικός, ακόμη κι αν το πιστεύει –που δεν γίνεται να το πιστεύει-, να βγει και να δηλώσει πως «θέλει οι εργαζόμενοι να δουλεύουν επτά ημέρες την εβδομάδα»;

(Το ότι υπάρχουν επιχειρήσεις, για παράδειγμα στο τουρισμό, αλλά και σε υπηρεσίες υγείας ή ασφάλειας που είναι ανοιχτές επτά ημέρες την εβδομάδα, είκοσι τέσσερις ώρες τη μέρα,  δεν νομίζω να αποτελεί είδηση.)

Είναι δυνατόν, επειδή κάποιος αρχηγός βρίσκει στην ιδεολογία του κόμματός του κοινά σημεία με τον Χριστιανισμό να τον κατηγορείς ότι «θεωρεί τον εαυτό του Μεσσία», αλλά δεν το λέει ευθέως, εσύ όμως το καταλαβαίνεις και μας το… επικοινωνείς;

Δεν θέλω να υπερασπιστώ τους πολιτικούς. Είναι αλήθεια ότι έχουν ρίξει το επίπεδο του διαλόγου πάρα πολύ χαμηλά, τόσο με τις ιδέες και τις θέσεις που εκφράζουν, κυρίως όμως με το ύφος που χρησιμοποιούν.

Θα πρέπει όμως να αναλογιστούμε και τις δικές μας ευθύνες, όταν δεν αρκούμαστε στην κριτική όσων πράγματι ακούμε, αλλά πάμε να βγάλουμε από τη μύγα ξύγκι, διαστρεβλώνοντας τις δηλώσεις τους και «καταλαβαίνοντας» ό,τι μας βολεύει.

Αν οι πολιτικοί μας δεν στέκονται στο ύψος των περιστάσεων, ας το κάνουμε εμείς. Ας τους δείξουμε ότι εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι μια υγιής αντιπαράθεση θέσεων, μέσα σε πολιτισμένο κλίμα.
 Το ψάρι βρωμάει και από την ουρά!