ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε αργά το βράδυ, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.
Αν είστε βιαστικοί, μπορείτε να μας συναντήσετε μερικές ώρες νωρίτερα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας.


Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

171130 ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
«Ποια Στικούδη…»

Θυμόσαστε, βέβαια, τη γνωστή διαφήμιση στην οποία δυο φίλοι προσπαθούν να φτιάξουν και, το σημαντικότερο, να πουλήσουν τη δική τους μπύρα. Πέρα όλων των άλλων, θεωρώ ότι καταδεικνύει μια ενδιαφέρουσα παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας.

Μια παθογένεια που θέλει να αμφισβητούμε τους πάντες και τα πάντα, επειδή… εμείς ξέρουμε καλύτερα. Έτσι, οι δυο φίλοι, με τη φράση «ποια Στικούδη», πετούν ως άχρηστη το μοντέλο-τραγουδίστρια και αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν για τη διαφήμιση της μπύρας τους την Τούλα!

Τουλάχιστον όμως αυτοί μας λένε ποιαν τοποθετούν στη θέση του «ειδώλου» που αποκαθηλώνουν, πράγμα που δεν συμβαίνει συνήθως. Οι περισσότεροι περιορίζονται στο να βρίζουν και να κατηγορούν κάποιον, χωρίς να μας λένε τις δικές τους προτιμήσεις.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά με αφορμή την αναγόρευση του Διονύση Σαββόπουλου σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

«Ως αναγνώριση της μακράς και διακεκριμένης του προσφοράς στην ελληνική μουσική και στιχουργική», όπως μας λέει η σχετική ανακοίνωση. Λέει ακόμη ότι «ο τιμώμενος προσέφερε για πολλά χρόνια με άριστα αποτελέσματα στη μελέτη και την ερμηνεία του ελληνικού τραγουδιού».

Ποιος μπορεί να διαφωνήσει μ’ αυτά; Ποιος μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά ότι το ελληνικό τραγούδι θα ήταν αυτό που είναι, χωρίς την παρουσία του «Νιόνιου»; Ποιος θα αμφισβητήσει ότι οι μουσικές του, κυρίως όμως οι στίχοι του συντρόφεψαν περισσότερες από μία γενιές;

Ποιος δεν ξέρει ότι χιλιάδες ελληνόπουλα έμαθαν κιθάρα «συλλαβίζοντας» στα πρώτα τους ακόρντα τη Συννεφούλα και το Βιετνάμ; Ότι πολλά από αυτά θέλησαν να μιμηθούν τον τρόπο του Διονύση και έτσι ξεπήδησαν τόσοι νέοι τραγουδοποιοί;

Ρωτάω ποιος; Η απάντηση όμως βρίσκεται στο διαδίκτυο και λέει «χιλιάδες». Δεν μετριούνται εκείνοι που εμφανίστηκαν με αφορμή την τιμή αυτή στον Σαββόπουλο και προσπάθησαν να… τον αποκαθηλώσουν.

Χιλιάδες! Που μιλούν γι’ αυτόν σαν να πρόκειται για τον τελευταίο των τελευταίων, έναν δήθεν υπερεκτιμημένο, που μόνη του έμπνευση ήταν η αντιγραφή ξένων προτύπων από την Αμερική ή την Ιταλία.

Το άλλο πουλάκι:
Μόνον αυτό;

Πόσοι δεν υποστήριξαν πως ο Σαββόπουλος δεν ήταν παρά ένας τριτοκλασάτος δημιουργός που έτυχε όμως να πιάσει τον σφυγμό μιας αριστεράς της δεκαετίας του ’60 και μετά μέχρι τα χρόνια της μεταπολίτευσης και έγινε αυτό που έγινε;

Πάρα πολλοί! Μόνο που, όπως είπαμε στην αρχή, κανείς από αυτούς δεν μας λέει ποιο είναι το δικό του «είδωλο», ποιον θεωρεί σημαντικό, που έχει να παρουσιάσει έργο αντάξιο ή καλύτερο του Σαββόπουλου.

Διότι, αυτό είμαστε. Κουτοπόνηρα και καχύποπτα ανθρωπάκια που το μόνο που ξέρουν είναι να αποκαθηλώνουν άλλους και να μηδενίζουν την αξία τους. Ότι δήθεν πίσω από την επιτυχία τους υπάρχουν σκοτεινά σημεία και συνομωσίες που μόνο εμείς γνωρίζουμε.

Ότι οι πραγματικές αξίες (μεταξύ των οποίων, σε κάποια κατηγορία, ανήκουμε σίγουρα κι εμείς) δεν αναγνωρίζονται σ’ αυτόν τον τόπο, διότι υπάρχει ένα «σύστημα» που θέλει να τις πετάξει από τα πόδια του.

Γιατί το ενοχλούν. Ενώ οι άλλοι, τα δικά του παιδιά, αυτοί που το προσκυνούν και πάνε με τα νερά του, έχουν όλους τους δρόμους ανοιχτούς και την επιτυχία εξασφαλισμένη. Σ’ εμάς δεν μένει, λοιπόν, παρά να αποκαλύψουμε αυτό το βρώμικο παιχνίδι.

Διαφωνείτε; Κάντε ένα απλό πείραμα. Προσπαθήστε, σε μια παρέα, να μιλήσετε με κολακευτικά λόγια για οποιονδήποτε άνθρωπο του πολιτισμού ή της τέχνης, ακόμη και της επιστήμης, θεωρείται σημαντικός στον τομέα του.

(Για την πολιτική δεν το συζητάω, διότι εκεί μπαίνουν και άλλα κριτήρια, όπως η ιδεολογία, η ταξική προέλευση, αλλά και προσωπικές προτιμήσεις που έχουν να κάνουν ακόμη και με οικονομικά συμφέροντα. Με την καλή έννοια!)

Στην τέχνη όμως, και στον πολιτισμό γενικότερα, για όποιους και να μιλήσεις, θα βρεθούν κάποιοι που θα τους… θάψουν. Που θα γνωρίζουν λεπτομέρειες της ζωής και της καριέρας τους που αποδεικνύουν ότι δεν αξίζουν καμιάς αναγνώρισης.

Κι ας μιλάμε για ανθρώπους όπως ο Σαββόπουλος, οποίος, όχι απλώς βρέθηκε κάποια στιγμή στην πρωτοπορία της γενιάς του, αλλά σημάδεψε με το έργο του δεκαετίες ολόκληρες και επηρέασε το τραγούδι όσο λίγοι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πολύ λυπήθηκα!

Σχεδίαζα από καιρό να παρευρεθώ στην τελετή της αναγόρευσής του, αλλά λόγοι ανώτερης βίας το απαγόρευσαν. Ας είναι. Έψαξα και βρήκα όσα βιντεάκια κυκλοφόρησαν και έτσι μεταφέρθηκα κι εγώ για λίγο εκεί.

Άκουσα τον χαιρετισμό του Πρύτανη, ο οποίος αναφέρθηκε στη λέξη «φωτοκολλημένοι», από τον γνωστό στίχο,  που τον σημάδεψε. «Αλλά εκεί στην ξένη, / στην οθόνη σκυμμένοι, / θεϊκά δεμένοι / με την οικουμένη, / στους απέναντι τόπους, / φωτοκολλημένοι / απ’ τον εδώ ουρανό τους».

Φανταστείτε τι σημαίνει αυτό για τα παιδιά μας που αναζητούν την τύχη τους στο εξωτερικό.
Και πόσο προφητικά ήταν τα λόγια «κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις / ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί / και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης / στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί», το 1989, παρακαλώ!

Μια όμως που ο Σαββόπουλος είναι ταυτόχρονα τόσο εξωστρεφής –σκεφθείτε τις συναυλίες του- αλλά και τόσο… εσωτερικός –ακούγεται εξίσου κατά μόνας- δημιουργός, επιτρέψτε μου να σας εξομολογηθώ και τον «δικό μου» στίχο:

«Αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά / δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να μου δώσεις / αλλά εσύ που μ’ αγαπούσες μια φορά / όπως πριν / έτσι και τώρα / θα με νιώσεις».

Θανάσιμη, πάντα, αλλά και αναστάσιμη η μοναξιά.
 Άξιος!

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

171129 ΚΑΔΡΑΡΙΣΜΕΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Αχ, αυτό το κάδρο!

Για τον πολύ κόσμο, η λέξη κάδρο σημαίνει το πλαίσιο, συνήθως ξύλινο, μέσα στο οποίο τοποθετείται μια φωτογραφία, ένας πίνακας, ένας καθρέφτης ακόμη και ένα κέντημα. Μπορεί να είναι ευτελές ή πολυτελείας, μπορεί να είναι απλό ή φανταχτερό, ανάλογα με το θέμα που περιβάλλει.

Μπορεί να περιλαμβάνει κάποιο πασπαρτού ή να βρίσκεται σε άμεση επαφή με την εικόνα που περικλείει. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να αναδείξει ή να… χαντακώσει μια δημιουργία και εκεί φαίνεται η τέχνη τού «κορνιζά».

Διότι περί τέχνης πρόκειται, αφού η επιλογή και η τοποθέτηση μιας σωστής κορνίζας δεν περιορίζεται μόνο στην επίλυση των τεχνικών ζητημάτων που αυτή περιλαμβάνει. Είπα όμως κορνίζα…

Αυτή είναι η σωστή λέξη για το πλαίσιο για το οποίο συζητάμε. Διότι το «κάδρο» περιλαμβάνει συνήθως το πλαίσιο ΜΑΖΙ με την εικόνα που αυτό περιβάλλει. «Και ένα κάδρο της γιαγιάς, σαν ήταν κόρη», τραγούδησε ο Γιώργος Ζαμπέτας.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι, όταν χρησιμοποιούμε μεταφορικά τη φράση «μέσα στο κάδρο», εννοούμε εντός ενός περιβάλλοντος ή μιας υπόθεσης, μαζί με άλλα πρόσωπα. Για να γίνει πιο σαφές, θα χρησιμοποιήσω παραδείγματα.

Λέμε ότι «η αντιπολίτευση προσπάθησε να βάλει στο κάδρο των υποκλοπών και τον υπουργό». Που σημαίνει να εμπλέξει και το δικό του όνομα στην υπόθεση, προφανώς για να τον βλάψει πολιτικά.

Άλλοτε πάλι, όταν δεν πρόκειται περί σκανδάλου, αλλά μιας υπόθεσης που εμπεριέχει θετικά στοιχεία για τους εμπλεκόμενους, βλέπουμε την προσπάθεια που γίνεται από το επικοινωνιακό επιτελείο κάποιων πολιτικών να τους τοποθετήσουν στο κάδρο. 

Επειδή όμως σπανίως συμβαίνουν καλά πράγματα (που να αφορούν τους πολιτικούς αυτής της χώρας) το συνηθέστερο είναι να παρακολουθούμε την προσπάθεια των αντιπάλων κάποιου να τον βάλουν στο κάδρο μιας υπόθεσης και των δικών του να τον κρατήσουν έξω από αυτήν.

Αρκετά μιλήσαμε όμως με γενικότητες και αόριστα παραδείγματα, καλό είναι να περάσουμε σε κάτι πιο συγκεκριμένο. Είδατε τι έγινε στη βουλή τη Δευτέρα. Καταλάβατε φαντάζομαι ότι όλη η κουβέντα αφορούσε την προσπάθεια να μπει στο κάδρο και ο πρωθυπουργός.

Το άλλο πουλάκι:
Εκεί είναι η θέση του!

Με συγχωρείτε πολύ, αλλά πιστεύω ότι όχι μόνον ο συγκεκριμένος, αλλά και κάθε πρωθυπουργός βρίσκεται «φύσει και θέσει» εντός κάθε κάδρου που αφορά υπουργούς του. Εκτός, αν έχει γρήγορα αντανακλαστικά.

Δηλαδή υπάρχουν περιπτώσεις που ένας πρωθυπουργός «καθαρίζει» τον υπουργό του αμέσως μόλις φανεί η παραμικρή σκιά γύρω από υποθέσεις που εκείνος χειρίζεται. Το έχουμε δει να γίνεται και… εν πτήσει!

Αυτό, διότι ο κάθε υπουργός έχει (τουλάχιστον) ένα κοινό σημείο με την… γυναίκα του Καίσαρα. Πρέπει όχι μόνον να είναι έντιμος, αλλά να δείχνει και τέτοιος. Η παραμικρή υποψία ότι κάτι δεν πάει καλά θεωρείται πρόβλημα.

Και τότε το σωστό είναι να βγαίνει και να δίνει τις απαραίτητες εξηγήσεις και… να παραιτείται. Μάλιστα, η σωστή σειρά είναι πρώτα να παραιτείται και μετά να δίνει τις εξηγήσεις. Πριν προλάβει, ας πούμε, να τον καλέσει για κάτι τέτοιο η βουλή.

Βεβαίως, αυτά ισχύουν σε κινηματογραφικές ταινίες ή σε χώρες όπου «υπάρχει και φιλότιμο». Ή όπου υπάρχει και μια διαφορετική κουλτούρα. Όπου δηλαδή η ανάληψη των ευθυνών δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με ενοχή.

Στη χώρα μας κανείς δεν τολμά να παραιτηθεί από τη θέση του, διότι αυτό θα ισοδυναμούσε με άμεση παραδοχή της ενοχής του. Ξέρετε όμως κανέναν που να παραδέχεται ότι έκανε, κάποτε, το παραμικρό σφάλμα; Πολιτικό εννοώ.

Στην καλύτερη περίπτωση να διαβάσουμε στα απομνημονεύματά του, ή σε βιογραφίες που κυκλοφορούν μετά τον θάνατό του, ότι «στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν φάνηκα όσο αποφασιστικός έπρεπε». Τρίχες, μετά συγχωρήσεως.

Προχθές μόλις, διαβάσαμε πως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης θεωρούσε κάθε έναν από τους ρουσφετολογικούς διορισμούς που έκανε κατά χιλιάδες ως… βοήθεια προς κάποιον που είχε ανάγκη να δουλέψει. Και πάντως πρόσεχε να είναι άξιος και εργατικός!

Κανείς, λοιπόν, δεν παραιτείται, γι’ αυτό και ο εκάστοτε πρωθυπουργός, όταν τον κρατά και μόνο στη θέση του, θεωρώ πως μπαίνει στο κάδρο και μάλιστα σε κεντρικό σημείο. Εκεί ακριβώς όπου εστιάζει ο φακός.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Γιατί το κάνουν;

Θα σας γελάσω. Διότι δεν υπάρχει ένας γενικός κανόνας∙ κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και ως τέτοια πρέπει να εξετάζεται. Γιατί, ας πούμε, ο Αλέξης Τσίπρας κρατάει (αγκαζέ, για τις ανάγκες της φωτογράφισης) τον Καμμένο;

Είναι για σας αρκετός λόγος το ότι αυτή η κυβέρνηση δεν υφίσταται χωρίς τους ΑΝΕΛ; Αν ήταν έτσι, αν ο μόνος λόγος είναι η δεδηλωμένη, τότε μπορούσε να τον αφήσει να εκτίθεται, προσπαθώντας ο ίδιος να παραμείνει εκτός κάδρου.

Όμως αυτός αφήνει να εννοηθεί πως υπάρχουν μεταξύ τους και άλλου είδους… εκλεκτικές συγγένειες. Ας πούμε το γεγονός ότι μια προσφυγή στις κάλπες θα ήταν μοιραία και για τους δύο.

Όπως έχουν τα πράγματα, κανένας από τους δυο δεν έχει ορατό (στις δημοσκοπήσεις, τουλάχιστον) πολιτικό μέλλον. Μέρα με την ημέρα, η αγκαλιά στο Σύνταγμα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερο συμβολισμό.

Μαζί θα πάνε ως το τέλος. (Καλά, το να ευαισθητοποιηθεί ο άλλος και να παραιτηθεί δίνοντας μια λύση, ούτε που να το φανταστώ.) Και, όσο είναι μαζί, μπορούν να καθυστερούν αυτό το τέλος κάπως περισσότερο.

Έτσι μόνον εξηγείται…
 Χέρι χέρι…

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

171128 ΜΕΣΑΙΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Ποια είναι η «μεσαία τάξη»;

Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, αλλά, επιτρέψτε μου να το πω, υπαρξιακό. Το επίθετο έχει μέσα του την ύπαρξη, αλλά και την… αξία, αναλόγως πώς θέλεις να δεις το θέμα. Εμείς θα εξετάσουμε και τις δύο όψεις.

Ποια είναι, λοιπόν, η μεσαία τάξη; Υφίσταται κάτι τέτοιο, ή χρησιμοποιούμε τον όρο απλώς για να διευκολύνουμε τη συζήτηση, αλλά και για να αποταθούμε σε κάποιο εκλογικό ακροατήριο που δεν μπορούμε να το οριοθετήσουμε διαφορετικά;

Εξ ορισμού, το μεσαίο πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα σε δυο άκρα, μάλιστα, αν είναι δυνατόν, να απέχει εξίσου από αυτά. Η μεσαία τάξη, λοιπόν, αν υπάρχει, θα πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα σε δυο άλλες.

Ποιες είναι αυτές; Προφανώς κάποια ανώτερη και κάποια κατώτερη, οι οποίες και θα αποτελούν τα δυο άκρα από τα οποία η μεσαία τάξη κρατά ίσες αποστάσεις. Σωστά όλα αυτά, μόνο που το θέμα δεν τίθεται απλώς σχηματικά.

Διότι οι τάξεις αυτές χαρακτηρίζονται με βάση οικονομικά κριτήρια, συνήθως χρησιμοποιείται το ετήσιο εισόδημα μιας οικογένειας ως τέτοιο. Ούτε και αυτό όμως είναι κάτι σταθερό, αφού αλλάζει από χρόνο σε χρόνο και από τόπο σε τόπο.

Δεν είναι ίδια τα οικονομικά κριτήρια για τον καθορισμό της μεσαίας τάξης σήμερα, με εκείνα που χρησιμοποιούνταν, ας πούμε, μετά τον πόλεμο. Ούτε μπορούμε να κατατάξουμε στη μεσαία τάξη της χώρας του κάποιον κάτοικο της υποσαχάριας Αφρικής με τα κριτήρια που χρησιμοποιούμε για έναν Ευρωπαίο.

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για πολύ συγκεκριμένα πράγματα, για την Ελλάδα του σήμερα. Υπάρχει ένας ασφαλής οικονομικός δείκτης για να μπορέσουμε να τον χρησιμοποιήσουμε στον καθορισμό της μεσαίας τάξης;

Το ρωτάω αυτό, γιατί είδατε τι έγινε την προηγούμενη εβδομάδα που η κυρία Θεανώ προσδιόρισε ως μέτρο –το πήρε είπε από την ΕΛΣΤΑΤ- για τον καθορισμό αυτόν το ποσό των 7.500 ευρώ, ως ετήσιο εισόδημα. Που σημαίνει, για να μην κάνετε τις πράξεις, 625 ευρώ τον μήνα!

Παρένθεση εδώ. Συγγνώμη για το «κυρία Θεανώ», όμως μερικούς ανθρώπους δεν μπορείς να τους δεις παρά μόνο σαν την εικόνα που έχουν επιλέξει οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Όπως, για παράδειγμα, τους δημιουργούς τους αναφέρουμε με το όνομα που υπογράφουν το έργο τους, δεν λέμε… Κωνσταντίνος Παλαμάς.

Αν ισχύει ο υπολογισμός αυτός, τότε μια οικογένεια στην οποία εργάζεται ένα μέλος της ως δημόσιος υπάλληλος και παίρνει 1.300 ευρώ τον μήνα ανήκει -πού;- πολύ πάνω από τη μεσαία τάξη. Α, αν μιλάμε για ατομικό εισόδημα τότε το πράγμα αλλάζει!

Το άλλο πουλάκι:
«Τον δουλεύω για να δουλεύει»!

Έτσι εξηγεί ο Γιώργος Κωνσταντίνου την τοποθέτηση του μεγαλομανούς αδελφού του στη θέση του Διευθυντή, στην ταινία «Καλώς ήρθε το δολάριο». Και προτρέπει την αρραβωνιαστικιά του: «Ρίξ’ του “κύριε διευθυντά”».

Πολύ φοβάμαι, λοιπόν, ότι η κυρα-Θεανώ μάς δουλεύει για να «δουλεύουμε», δηλαδή να μην δυσανασχετούμε με την οικονομική κατάντια στην οποία έχουμε περιέλθει. Δεν έχει σημασία πόσα βγάζεις, πώς ζεις, σημασία έχει πού ανήκεις.

Μπορεί ο μισθός σου να μην φτάνει ούτε για τα αναγκαία, μπορεί να φεύγει όπως τον παίρνεις σε λογαριασμούς και χρέη, το ουσιαστικό είναι όμως ότι ανήκεις στη μεσαία τάξη ή, αν βγάζεις κάπως περισσότερα, στην ανώτερη.

Εξάλλου, αν ζούσες στα χρόνια αμέσως μετά την Κατοχή, ή αν είχες γεννηθεί μερικούς παραλλήλους πιο νότια, θα ήσουν ένας πάμπλουτος άνθρωπος, χωρίς να έχεις ούτε ένα ευρώ παραπάνω από όσα βγάζεις «εδώ και τώρα».

Για να μην θέσω το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί με την αδιάψευστη γλώσσα των αριθμών και θα δικαιώσει πέρα για πέρα την κυρία Θεανώ: Ξέρεις πόσα ταψιά γεμιστά κάνεις με 20 ευρώ τη μέρα; Να σκάσεις δεν μπορείς να τα φας!

Επομένως, για να κλείσουμε με τη μία οπτική, η μεσαία τάξη υπάρχει, δηλαδή ζει (και βασιλεύει) και μάλιστα δικαιούται και κοινωνικό μέρισμα. Για να δείτε ότι η κυβέρνηση δίνει όχι μόνο στους φτωχούς, αλλά και στους έχοντες.

Είπαμε όμως πως υπάρχει και μια άλλη οπτική. Αυτή έχει να κάνει περισσότερο με τον αυτοπροσδιορισμό. Είστε μεσαία τάξη, αν έτσι νομίζετε. Όπως και ανήκετε σε όποια άλλη τάξη τοποθετείτε εσείς τον εαυτό σας.

Αυτό ακούγεται περισσότερο κοντά στην πραγματικότητα˙ εξάλλου οτιδήποτε θα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα σε σχέση με αυτά που πιστεύει η κυρία Θεανώ και πολλοί άλλοι σύντροφοί της.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Όμως δεν μπορεί να είναι αντικειμενικό.

Και δεν μπορεί, διότι οι μνήμες είναι ακόμη νωπές. Ο δημόσιος υπάλληλος, ας πούμε, του παραδείγματός μας, θυμάται ότι τέτοιες μέρες, πριν μόλις μερικά χρόνια, περίμενε το «δώρο των Χριστουγέννων».

Αν μάλιστα εργαζόταν και η σύζυγός του, έπεφταν στο σπίτι πάνω από πέντε χιλιάρικα, μέσα σε λίγες μέρες, σχεδόν όσα βγάζει τώρα σε έναν χρόνο το παιδί τους, παιδί της «μεσαίας τάξης». Να μην σας θυμίσω και πόσο είχε τότε το πετρέλαιο!

Πού, λοιπόν, να τοποθετήσει σήμερα ο άνθρωπος αυτός τον εαυτό του; Μπορεί να έχει ένα ωραίο σπίτι και ένα μεγάλο αυτοκίνητο, «αναμνήσεις» της παλιάς καλής ζωής, όμως σκέφτεται πώς να το ζεστάνει και πώς θα πληρώσει τα τέλη κυκλοφορίας.

Με δεδομένο ότι και τότε δεν ανήκε στην πλούσια τάξη, πάντα υπήρχαν από πάνω του πολλοί πολύ πιο πλούσιοι, τώρα πιστεύει ότι βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχιας.

Κι ας έχει την κυρία Θεανώ να λέει…
 Μικρομέγαλος!

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

171127 ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Μα, με τον Καμμένο!

Η ερώτηση, η οποία όμως κλείνει όχι με ερωτηματικό, αλλά με θαυμαστικό, θεωρούνταν το απόλυτο επιχείρημα απέναντι στην «πολιτική ΣΥΡΙΖΑ». Την εισέπραττε κάποιος, όποτε πήγαινε να υποστηρίξει σοβαρά την κυβέρνηση της Αριστεράς.

Βλέπετε, υπήρχαν εποχές που, στις παρέες και στις συζητήσεις, βρισκόταν αρκετοί που έβγαιναν με θάρρος και τόλμη να υπερασπιστούν την επιλογή τους να ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ. Ωραίες μέρες!

Μπορούσαν να επικαλεστούν ένα σωρό επιχειρήματα˙ από το «νέο» που είχε ανάγκη ο τόπος, μέχρι το «ηθικό πλεονέκτημα» που διέθετε το κόμμα της Αριστεράς. Βεβαίως, τα περισσότερα είχαν ακόμη μπροστά ένα μεγάλο «ΘΑ».

Διότι τα επιχειρήματα όσων πίστεψαν στον Αλέξη Τσίπρα και έδωσαν στο κόμμα του την εξουσία ήταν ακόμη επηρεασμένα από το… μεγάλο αφήγημα που εκείνος κατάφερε να δώσει στους ψηφοφόρους.

Ότι για όλα φταίνε τα μνημόνια και, άμα τα στείλουμε από εκεί που ήρθαν, η οικονομία θα πάρει μπρος και ο τόπος θα επιστρέψει με γρήγορα βήματα στις μέρες της καλοπέρασης. Ακόμη ότι υπάρχει ένας άλλος δρόμος.

Εκείνος που μας θέλει να υψώνουμε το ανάστημά μας απέναντι στους ξένους και την ταπεινωτική πολιτική που προσπαθούν να μας επιβάλουν. Που τους θέλει να υποχωρούν άτακτα, έτσι και βρεθεί κάποιος να τους πει «γκόου μπακ».

Το αφήγημα αυτό, το μεγάλο, το τεράστιο, περιελάμβανε ακόμη ένα σωρό άξιους πολιτικούς, καθώς και μια σειρά από ανώτερα μυαλά, με τα οποία θα υλοποιούνταν όλα όσα είχε υποσχεθεί προεκλογικά ο Αλέξης.

Απέναντι σε όλα αυτά, υπήρχε μια σειρά από επιχειρήματα, που μιλούσαν για το πώς λειτουργεί η πραγματική οικονομία, καθώς και για το γεγονός ότι οι πολιτικοί δοκιμάζονται στην πράξη και όχι στις κουβέντες καφενείου.

Τι να σας τα λέω, τα θυμόσαστε σίγουρα κι εσείς. Ήταν αδύνατον να πείσεις τότε εκείνους που, στο πρόσωπο του Βαρουφάκη, έβλεπαν τον άνδρα που θα βάλει τα γυαλιά σε κάθε οικονομολόγο της Ευρώπης.

Ήταν πεπεισμένοι πως ο οικονομολόγος, ο καθηγητής, ο πολιτικός Γιάνης είχε τη λύση στο τσεπάκι του, όπως την είχε επανειλημμένα αναπτύξει στα τραπεζάκια της πλατείας. Και πως, επιπλέον, ως άριστος γνώστης της θεωρίας των παιγνίων, θα… έπαιρνε τα σώβρακα των αντιπάλων.

Το άλλο πουλάκι:
Μα, με τον Καμμένο!

Έριχναν τότε οι άλλοι στην κουβέντα το απόλυτο επιχείρημα. Πίστευαν, βλέπετε, πως ένας πραγματικός Αριστερός θα ντρέπονταν για τη συνεργασία και τη συγκυβέρνηση του κόμματός του με ένα πολιτικό… κατακάθι.

Και όμως! Το επιχείρημα δεν έπιανε. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να ξέρει τι ακριβώς αισθάνεται ή πως σκέφτεται και δεν το ομολογεί ένας συνομιλητής του. Ωστόσο, έμοιαζε να μην ιδρώνει το αυτάκι τους.

Βλέπετε, ο Καμμένος τότε ήταν ο πολιτικός αρχηγός που δεν είχε ψηφίσει μνημόνια (ούτε θα το έκανε ποτέ, παρά μόνο νεκρός). Ήταν ακόμη εκείνος που τράβηξε πολύ ψηλά τον αμανέ τού «όχι».

Κυρίως όμως ήταν ο πολιτικός μάγκας που τα έριχνε στους αντιπάλους, τους κοινούς αντιπάλους των μνημονίων και του «ναι», τα έριχνε μάλιστα με τρόπο που και άλλοι θα ήθελαν, αλλά δεν τολμούσαν.

Έτσι τον έβλεπαν πολλοί από τους εταίρους του. Και είμαι βέβαιος ότι καμάρωναν που, με εκφράσεις τού τύπου «στα τέσσερα εσείς», μετέφερε στη βουλή ένα άρωμα γνήσιας… αγοράς, λαϊκής, παιδιά της οποίας ήταν και οι ίδιοι.

Ο καιρός όμως έχει και γυρίσματα. Και ήρθαν οι μέρες που τα περήφανα «όχι» στα οποία καλούσε τους ψηφοφόρους έγιναν «ναι», με τους όρους που υπέβαλλαν οι Ευρωπαίοι να γίνονται αποδεκτοί, και ο μάγκας Καμμένος το κατάπιε.

Ήρθαν και εκείνες που με σιγανή και τρεμάμενη (από τη συγκίνηση; από ντροπή;) φωνή δήλωνε «ναι σε όλα» τα μνημόνια, καθώς και σε κάθε άλλο μέτρο θα εξασφάλιζε την παραμονή του στη υπουργική καρέκλα.

Την ίδια στιγμή που «άδειαζε» τους κυβερνητικούς εταίρους του, όποτε προσπαθούσαν να περάσουν κάποιον νόμο σχετικό με ανθρώπινα δικαιώματα, ή με μειονότητες, και τους άφηνε να στηρίζονται στην ψήφο των αντιπάλων.

Έτσι, με όλα αυτά και με πολλά άλλα, το παλιό εκείνο επιχείρημα άρχισε να αποκτά σιγά σιγά την ισχύ που προσπαθούσαν να του δώσουν όσοι το χρησιμοποιούσαν από την αρχή.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μα, με τον Καμμένο!

Και τώρα, εκείνοι που ντρέπονται πια να υποστηρίξουν την επιλογή τους να εμπιστευτούν τη χώρα στα χέρια των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αρχίζουν να καταλαβαίνουν και να παραδέχονται, έστω και με τη σιωπή τους, ποιον υποστήριζαν.

Τώρα αρχίζουν να βλέπουν πόσο καιροσκόπος ήταν, πόσο πρόθυμος να κάνει όλα εκείνα για τα οποία κατηγορούσε τους άλλους, μόνο και μόνο για την καρέκλα. Τώρα βλέπουν πως το να συνεχίσει κανείς να τον υπερασπίζεται μοιάζει με το να ταυτίζεται μαζί του.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό δεν το βλέπουν μόνο οι (παραπλανημένοι) ψηφοφόροι του Αλέξη, αλλά και πολλά από τα στελέχη του κόμματός του. Καταλαβαίνουν πόσο χαμηλά τους έχει παρασύρει η τακτική να τρέχουν κάθε φορά να υπερασπίζονται τα καμώματα του εταίρου τους.

Γι’ αυτό και η σημερινή συζήτηση στη βουλή μπορεί να αποδειχθεί σημαντική. Να δούμε πόσοι και με ποιο τρόπο θα εκφράσουν αυτό το «ως εδώ», καθώς και τι στάση θα κρατήσει ο πρωθυπουργός.

Όσο για εμάς, θα συνεχίσουμε να θεωρούμε ως ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα απέναντι σε όσους υποστηρικτές του ΣΥΡΙΖΑ θέλουν να λέγονται Αριστεροί το παλιό αναπάντητο ερώτημα:
Μα, με τον Καμμένο!
 Να δείτε που στο τέλος 
θα τον κατηγορούν κιόλας!



Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

171124 ΕΠΙΜΟΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Γιατί να κουραστούμε;

Αφού δεν κουράζονται αυτοί, εμείς για ποιο λόγο να το βάλουμε κάτω, που, εδώ που τα λέμε, ένα «κόπι πάστε» έχουμε να κάνουμε; Όσο, λοιπόν, το θέμα επανέρχεται στην επικαιρότητα, θα είμαστε και εμείς εδώ για να (ξανα)λέμε την άποψή μας.

Το ενδιαφέρον είναι ότι επανέρχεται με διάφορες μορφές. Το θέμα. Πώς είπατε; Δεν εξηγήσαμε για ποιο θέμα μιλάμε; Σωστά; Πού να ξέρει ο καθένας τι έχει ο άλλος στο μυαλό του; Μιλάμε για το θέμα των προσφύγων.

Γενικώς. Και ειδικώς, για τη φοίτηση των παιδιών τους στα ελληνικά Σχολεία. Η οποία (δεν) γίνεται με κάποιες αντιδράσεις. Ας πάρουμε όμως το θέμα από την αρχή. Να δείτε που το προσφυγικό θα φουντώσει και, αυτή τη φορά θα έχουμε σοβαρά προβλήματα στη νησιά.

Διότι, από μακριά, είναι εύκολα τα λόγια και οι υποδείξεις προς εκείνους που βιώνουν καθημερινά μια δύσκολη κατάσταση. Είδατε τι έγινε στη Λέσβο; Οι κάτοικοι, ναι οι ίδιοι κάτοικοι που άκουσαν τόσα καλά λόγια για τη στάση τους απέναντι στους πρόσφυγες…

Οι ίδιοι που άνοιξαν την αγκαλιά τους και υποδέχτηκαν όλους τους κατατρεγμένους. Που έδωσαν παράδειγμα ανθρωπιάς σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτοί, λοιπόν, φαίνεται ότι τώρα έχουν φτάσει στο απροχώρητο.

Και εκπέμπουν σήματα αγωνίας, αλλά και αγανάκτησης, για τον τρόπο με τον οποίο το πρόβλημα -διότι, ναι, είναι πρόβλημα- των προσφύγων απειλεί την καθημερινότητά τους, ενώ για άλλους αρμόδιους πέρα βρέχει.

Αυτά εκεί. Εν τω μεταξύ, στην πληγείσα Δυτική Αττική, οι σύλλογοι προσφύγων και μεταναστών δίνουν το καθημερινό παρών στην προσπάθεια να ξανασταθεί η περιοχή στα πόδια της. Τους βλέπουμε χαμογελαστούς να βοηθούν με κάθε τρόπο, κυρίως με προσωπική εργασία, που είναι και το πιο σημαντικό σε τέτοιες περιπτώσεις.

Και ερχόμαστε στα δικά μας, όπου έγινε και πάλι θέμα η αντίδραση (ας πω οι επιφυλάξεις για να είμαι πιο ευγενικός) κάποιων γονέων στη φοίτηση παιδιών προσφύγων σε Σχολεία της περιοχής. Ρωτάω: Είναι αιτιολογημένες οι επιφυλάξεις;

Απαντάω μόνος μου: Σε έναν βαθμό, είναι. Διότι οι γονείς έχουν αφεθεί στο σκοτάδι. Σε έναν άλλο βαθμό, καθόλου. Διότι μιλάμε για το δικαίωμα των παιδιών, όλων των παιδιών, οποιωνδήποτε παιδιών, να πάνε στο Σχολείο.

Το άλλο πουλάκι:
Ας δούμε τον πρώτο βαθμό.

Από την αρχή του σχολικού έτους ξέρουμε ότι κάποια παιδιά θα φοιτήσουν σε τμήματα που θα σχηματιστούν σε Σχολεία δυτικά της πόλης. Από την αρχή. Και έχουν περάσει πάνω από δύο μήνες, πάμε για τον τρίτο.

Τι γίνεται; Γιατί αυτή η καθυστέρηση; Γιατί η σχετική ανακοίνωση δεν βγαίνει όταν όλα είναι έτοιμα και αφήνεται μια κατάσταση εκκρεμής να προκαλεί ανησυχίες και ερωτήματα; Γιατί τα ερωτήματα δεν απαντιούνται από κάποιους υπεύθυνους;

Λάθος χειρισμοί. Ε, τόσο θέλουν ορισμένοι να πάρουν μπρος κι έτσι φτάνουμε στον άλλο βαθμό. Διότι δεν υπάρχει καμιά απολύτως δικαιολογία να αντιδρά κάποιος στη φοίτηση παιδιών στο Σχολείο.

Ακόμη και αν στο Σχολείο εκείνο φοιτούν τα δικά του παιδιά. Δυστυχώς όμως, έγινε και αυτό. Και, επιτρέψτε μας να γνωρίζουμε πως οι (είπαμε, δικαιολογημένοι ως ένα βαθμό) λόγοι ανησυχίας δεν είναι ακριβώς εκείνοι που προβάλλονται.

Θα σταθώ μόνο σε μια «δικαιολογία»:  Ότι τα παιδιά αυτά «έχουν υποστεί ακούσια τις επιπτώσεις της βίαιης ωρίμανσης που επιφέρει η αγριότητα του πολέμου, με αποτέλεσμα να έχουν αναπτύξει πολύ διαφορετικές αντιδράσεις σε ερεθίσματα του περιβάλλοντος που διαβιούν, σε σχέση με τα ανυποψίαστα για τα όρια της ανθρώπινης αγριότητας παιδιά του γηγενούς πληθυσμού».

Παραβλέπω το ιντελέκτσουαλ ύφος που φανερώνει άνθρωπο που ξέρει πολλά για το θέμα -αλλά τα χρησιμοποιεί όπως τον βολεύουν- και έρχομαι στην ευκολία τού «κόπι πάστε». Πέρσι τέτοιον καιρό λέγαμε για το θέμα μεταφέροντας έναν φανταστικό διάλογο:

-Ναι, αλλά αυτά έχουν βιώσει τον τρόμο και τη βία του πολέμου, πράγματα που τα δικά μας παιδιά τα ξέρουν μόνο από τα βιντεοπαιχνίδια. Ποιος μας λέει ότι δεν θα μεταφέρουν αυτή τη βία και μέσα στο Σχολείο;

-Γιατί, είχαμε καμιά τέτοια ένδειξη από τα παιδάκια της Σερβίας που είχαμε φιλοξενήσει πριν από χρόνια, τα οποία εκείνα κι αν είχαν παραστάσεις από βομβαρδισμούς και σφαγές;
-Όχι, αλλά το ίδιο είναι;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Καταλάβατε; Ρωτούσαμε.

«Πάει το επιχείρημα του πολέμου, το οποίο προσπαθούσε να κρύψει πίσω του κάτι άλλο, προφανώς το θρήσκευμα των παιδιών. Το ίδιο εύκολα μπορεί να καταρριφθεί και το “επιχείρημα” πως κάποιοι από τους γονείς των παιδιών αυτών είναι βίαιοι και αυτό ίσως το μετέδωσαν στα παιδιά τους.

-Τα Σχολεία μας δέχονται χωρίς καμιά απολύτως διάκριση, και πολύ καλά κάνουν, παιδιά ηρωινομανών, παιδιά γονέων που ασκούν βία επάνω τους, παιδιά δολοφόνων… Γιατί θα πρέπει να φοβόμαστε και να αρνούμαστε τη φοίτηση ειδικά στα παιδιά των προσφύγων;

Η απάντηση δίνεται έμμεσα, αλλά συχνά και άμεσα από τους συνομιλητές μας και εδώ εδράζει η άρνησή τους να δεχτούν τα παιδιά: Αυτοί έχουν έναν άλλο πολιτισμό, επεκτατικό, που θα επιβληθεί στον δικό μας (εννοείται τον ελληνοχριστιανικό) και θα τον εξαφανίσει.

Ακόμη όμως κι αν κάτι από όλα αυτά είχε μια δόση αλήθειας, αυτό τι έχει να κάνει με τα παιδιά και το δικαίωμά τους να φοιτήσουν σε κάποιο κανονικό Σχολείο; Και, εν τέλει, πόσο κινδυνεύουν τα Ελληνόπουλα ενός ολόκληρου Σχολείου να χάσουν την ταυτότητά τους, αν συνυπάρξουν με μερικά παιδιά μεταναστών;

Μήπως το πιο πιθανό δεν είναι να συμβεί το αντίθετο, όπως το είδαμε να συμβαίνει με τόσα αλλοδαπά παιδάκια που, μπαίνοντας στα Σχολεία μας… ελληνοποιήθηκαν;»

Ας μη χρειαστεί να δώσουμε συνέχεια στο θέμα.
 Δικαιολογίες να θέλετε…

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

171123 ΕΞΩΧΩΡΙΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Εύκολη απάντηση!

Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια απάντηση – πασπαρτού, που ταιριάζει σε πολλές περιπτώσεις. Και γιατί γίνεται αυτό, παρακαλώ; Διότι αυτή είναι η φύση των ανθρώπων˙ οι άνθρωποι δεν είμαστε καλοί -προσπαθούμε να γίνουμε τέτοιοι.

Και, συνήθως δεν τα καταφέρνουμε. Αν θέλουμε να ρίξουμε κάπου το φταίξιμο γι’ αυτό, θα πρέπει να αναλογιστούμε τα χιλιάδες χρόνια που ζήσαμε σαν αγρίμια, σκοτώνοντας και αρπάζοντας ό,τι μας γυάλιζε…

Έπειτα αρχίσαμε σιγά σιγά να δημιουργούμε πολιτισμό. Δηλαδή κάτι που θα μπορούσε να εξημερώσει κάπως το αγρίμι που υπήρχε μέσα μας. Μην ξεχνάτε ότι σ’ αυτό αποβλέπουν όλοι οι θεσμοί που έχουμε δημιουργήσει.

Από τη νομοθεσία και την εκπαίδευση, μέχρι τη θρησκεία και τον αθλητισμό, όλα έχουν ως στόχο είτε να μας κάνουν (καλύτερους) ανθρώπους, είτε να εκτονώσουν με άλλο τρόπο τη βίαιη παρόρμηση που εξακολουθεί να ζει μέσα μας.

Ο Κόνραντ Λόρεντζ, στο σημαντικό βιβλίο του «Ηθολογία», προσπαθεί να ερμηνεύσει συμπεριφορές των ζώων, ενώ, προς το τέλος κάθε κεφαλαίου, προεκτείνει τα συμπεράσματά του και στην ανθρώπινη κοινωνία.

Εκεί «δείχνει» πως σε πολλές περιπτώσεις έχουμε αντίστοιχες με των ζώων συμπεριφορές, οι οποίες όμως διαφοροποιούνται από το γεγονός ότι έχουμε υποστεί μια… επεξεργασία, μέσω του πολιτισμού και της λογικής που επίσης καθοδηγείται από αυτόν.

Η απάντηση - πασπαρτού, λοιπόν, είναι «επειδή μπορούν» και σκεφθείτε σε πόσα ερωτήματα ταιριάζει. Ερωτήματα που είναι τού τύπου «γιατί ορισμένοι άνθρωποι φέρονται έτσι». Το κάνουν, απλούστατα, επειδή μπορούν.

Και, αν σε εμάς φαίνεται ακατανόητη αυτή τους η συμπεριφορά είναι ίσως επειδή δεν μας δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να πράξουμε το ίδιο. Μάλιστα συχνά κάνουμε κάτι ανάλογο, σε μικρότερη κλίμακα, όμως… αυτό δεν μετράει.

Εμείς είμαστε υπεράνω, επειδή όμως… δεν μπορούμε. Εμείς κατακρίνουμε, γιατί δεν «αξιωθήκαμε» να κάνουμε ό,τι και οι άλλοι. Εμείς μπορεί να κάνουμε ό,τι είναι στα μέτρα μας, όμως αυτό δεν είναι τίποτε μπροστά στα μεγάλα μεγέθη των άλλων.

Ήρθε η ώρα όμως να μην σας κρατάμε άλλο σε αγωνία (λέμε, τώρα) και να θέσουμε το ερώτημα στο οποίο δώσαμε ήδη την απάντηση. Ανορθόδοξη μέθοδος προσέγγισης, είδαμε όμως και τα χαΐρια με την ορθοδοξία.

Το άλλο πουλάκι:
Γιατί τα πάνε στους… Παραδείσους;

Καταλάβατε τι εννοώ. Μιλάω (με μια μεγάλη δόση ζήλειας που στάζει φαρμάκι) για όλους εκείνους που κερδίζουν τεράστια ποσά και τα φυγαδεύουν σε εξωτικούς προορισμούς, όπου καλοπερνάνε μακριά από τα μάτια της εφορίας. Τα ποσά.

Γιατί το κάνουν;
Μα, την απάντηση τη δώσαμε ήδη. Επειδή μπορούν! Και, φυσικά, το προχωρήσαμε παραπέρα. Εμείς, εσείς κι εγώ, τι θα κάναμε στη θέση τους; Για να μην μιλάμε θεωρητικά, ας φέρουμε το ερώτημα στα μέτρα μας.

Τι κάνουμε με τα χρήματα που κερδίζουμε; Τα εμφανίζουμε όλα και πληρώνουμε στο κράτος ακριβώς το ποσό που αναλογεί; Κάποιοι μπορεί να το κάνουν κι αυτό. Ξέρετε ποιοι; Όσοι δεν μπορούν να το αποφύγουν!

Όλοι οι υπόλοιποι προσπαθούν να κρύψουν μέρος από τα εισοδήματά τους και μάλιστα δεν αισθάνονται καμιά ενοχή γι’ αυτό. Ίσως κάποιον φόβο, ενοχή όμως σε καμιά περίπτωση. ιδίως τα τελευταία χρόνια.

Ιδίως, γιατί τώρα έχουν και ένα… αριθμητικό επιχείρημα: «Αν τα δηλώσω όλα, δεν μου μένει τίποτε για να ζήσω». Το ίδιο επιχείρημα βέβαια, αντιστραμμένο, ακούγεται και από κυβερνητικά χείλη.

Εμείς, λένε, βάζουμε υψηλούς φόρους, γιατί κανένας δεν δηλώνει όλα τα χρήματα που κερδίζει. Έτσι, παρ’ όλο όλοι που κρύβουν ένα μέρος, εκείνο που φορολογείται να αποδίδει τελικά τόσα που να φτάνουν για τις στοιχειώδεις ανάγκες του κράτους.

Βέβαια, «τι είναι αυτά που δεν δηλώνουμε εμείς, μπροστά στα εκατομμύρια που έχουν φυγαδεύσει οι άλλοι σε φορολογικούς παραδείσους;» Και, για του λόγου το ακριβές, να οι λίστες με ονόματα, να και οι φωτογραφίες των… ενόχων.

Διαβάζοντας όμως και βλέποντας, διαπίστωσα πως πολλοί από αυτούς δεν έχουν καν τις επιχειρηματικές δραστηριότητές τους στην Ελλάδα. Μπορεί να τους ξέρουμε εδώ εξαιτίας μιας ομάδας ή ενός καναλιού που… χρησιμοποιούν, όμως ο κύριος όγκος των επιχειρήσεών τους βρίσκεται εκτός.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δηλαδή, καλά κάνουν;

Όχι βέβαια˙ έτσι το λέω. Όμως να ξέρουμε κι εμείς τι ζητάμε και με ποιους τα βάζουμε. Διότι, όπως σωστά ειπώθηκε, οι φορολογικοί παράδεισοι είναι το αντίστοιχο του κινήματος «δεν πληρώνω» σε… πιο πλούσιο.

Πολύ πιο πλούσιο. Και εμείς δικαιούμαστε να μιλάμε, διότι ούτε τους «δεν πληρώνω» υποστηρίζαμε, ούτε, φυσικά όσους έλεγαν πως είναι κοροϊδία να πληρώνουμε φόρους, από τη στιγμή που δεν βλέπουμε να γίνονται έργα.

Το έλεγαν, πριν έρθει στα πράγματα η πρώτη και δεύτερη φορά Αριστερά, με ολίγη Ακροδεξιά, επειδή πίστευαν ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί ποτέ. Να όμως που έγινε –«προσκυνώ τη χάρη σου, Λαέ μου».

Τώρα έχουμε τους άλλους που λένε «να πληρώνω εγώ φόρους για να προσλαμβάνουν αυτοί τους… Καρανίκες;» Και έτσι, εμείς που πιστεύουμε ότι όλοι πρέπει να πληρώνετε αυτό που σας αναλογεί είμαστε πάντοτε ριγμένοι.

Για να αφήσουμε την πλάκα. Το θέμα των «παραδείσων» είναι πολύ σοβαρό και δεν έχει νόημα να το συζητά μια χώρα μόνη της, παρά μόνο για εκτόνωση ή για όξυνση -αναλόγως- των πολιτικών παθών.

Ας κάνουν, λοιπόν, αυτά που μπορούν και ας προσπαθήσουν να συνεννοηθούν με τις άλλες χώρες για τα υπόλοιπα.
Ας μας αφήσουν όμως στον πόνο μας!
 Βγάλτε τις σκούφιες σας να τους χτυπήσουμε.

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

171122 ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Μαζί τα χτίσαμε;

Άκουσα πως τα αυθαίρετα στη χώρα είναι πάνω από ένα εκατομμύριο! Το ένα στα έξι κτήρια που βρίσκονται στη χώρα. Που πάει να πει ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλοι έχουμε ένα αυθαίρετο ή γνωρίζουμε κάποιον που έχει.

Μπορεί, λοιπόν, να ισχυριστεί κάποιος ότι «μαζί τα χτίσαμε», ότι έχουμε όλοι ευθύνες για το πολεοδομικό κατάντημα της χώρας, το οποίο,  όπως είδαμε με τραγικό τρόπο, ευθύνεται και για τον χαμό τόσων ανθρώπων;

Και, αν καταλήξουμε σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, μπορούμε να κάνουμε και το επόμενο βήμα, να ισχυριστούμε πως, ως λαός, είμαστε περισσότερο επιρρεπείς στη λαμογιά, ότι έχουμε στα γονίδιά μας την κομπίνα και τη διαφθορά;

Ας προσπαθήσουμε να κάνουμε ανάποδα τη διαδρομή. Και ας καλέσουμε για οδηγό τον άνθρωπο που μπορεί να μας διαφωτίσει επί του θέματος περισσότερο από τον καθένα. Τον γνωστό σε όλους μας κ. Λέανδρο Ρακιντζή, επί 11 χρόνια Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης.

Πρώτα πρώτα να πούμε ότι οι γενετιστές δεν έχουν εντοπίσει κάποιο γονίδιο που να ελέγχει την τάση του ανθρώπου για διαφθορά. Όπως, λοιπόν, δεν μπορούμε σοβαρά να ισχυριστούμε ότι ο Έλληνας «έχει τη νίκη στο αίμα του», το ίδιο ισχύει και για τη διαφθορά.

Αφού, λοιπόν, δεν είναι κληρονομικό το χάρισμα, σημαίνει ότι είναι επίκτητο, ότι υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες που ευνοούν την εμφάνιση και την παρουσία του, και πως αυτές οι συνθήκες είναι ανθρώπινο δημιούργημα.

«Δεν μπορούμε να πούμε αν σε άλλες χώρες υπάρχει μεγαλύτερη ή μικρότερη διαφθορά», λέει ο κ. Ρακιντζής, «αφού δεν έχουμε συγκριτικά στοιχεία. Πάντως, σε άλλα μέρη, που θεωρούνται πολιτισμένα, η διαφθορά εντοπίζεται σε ανώτερο επίπεδο».

Η άποψη αυτή, σε συνδυασμό με την εκτίμησή του ότι «στη χώρα το 80% είναι λαμόγια ή διεφθαρμένοι και το υπόλοιπο 20% που απομένει δεν μπορεί να το διαχειριστεί αυτό», μας βοηθούν να έχουμε μια εικόνα για να ξεκινήσουμε τη συζήτηση.

Βεβαίως, για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε, θα πρέπει να ορίσουμε τις έννοιες, ώστε όταν μιλάμε όλοι για ένα πράγμα, να εννοούμε και να καταλαβαίνουμε περίπου τα ίδια. Πώς εννοεί, λοιπόν, ο κ. Ρακιντζής τη διαφθορά;

«Όλοι καταδικάζουν τη διαφθορά αλλά, όταν χρειαστεί, καταφεύγουν σε αυτή. Όλοι βγάζουν πύρινους λόγους κατά της διαφθοράς και όταν δουν την κλήση στο αυτοκίνητο προσπαθούν να βρουν μέσο να τη σβήσουν. Είναι η νοοτροπία που έχουμε ως λαός. Όλοι θέλουν τον πόλεμο να τον κάνουν οι άλλοι».

Το άλλο πουλάκι:
Καταλάβατε;

Οι περισσότεροι, όταν μιλάμε για διαφθορά, εννοούμε τη διαφθορά των άλλων ή, κυρίως, των «μεγάλων» που θα «λαδώσουν» για να πάρουν ένα τεράστιο έργο ή για να χτίσουν μια μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα πλάι στο κύμα.

Το σβήσιμο της κλήσης ή το να βάζεις κάποιον γνωστό σου να μεσολαβήσει για να παρακάμψεις την ουρά ή να αποφύγεις τις προβλεπόμενες διαδικασίες ούτε που περνάει από τον νου μας ότι δεν είναι σωστό και νόμιμο.

Για να έρθουμε, λοιπόν, στα λόγια του ειδικού, όλοι έχουμε δει ταινίες ή διαβάσει βιβλία για τη διαφθορά που υπάρχει σε «πολιτισμένες χώρες» σε ανώτερα κλιμάκια. Δεν μπορεί να είναι επιστημονική φαντασία. Υπάρχει.

Η διαφορά είναι ότι, στη χώρα μας, αυτό το συναντάς ως καθημερινή πρακτική που την ασκεί και ο τελευταίος πολίτης αυτής της χώρας. Κάπως έτσι, με την ενεργό ή την παθητική συμμετοχή στο… ταγκό, βγαίνει το ποσοστό που μας έδωσε.

Αυτό όμως δεν είναι παρά ένα ενσταντανέ, μια φωτογραφία της στιγμής. Θα έπρεπε να συζητήσουμε τι είναι εκείνο το ξεχωριστό που υπάρχει στο ελληνικό «κλίμα» και ευνοεί τόσο την ανάπτυξη του φαινομένου.

Σ’ αυτό ο κ. Ρακιντζής είναι αρκετά σαφής: «Είναι θέμα πολιτικής βούλησης». Να πούμε βέβαια ότι αυτά τα είπε μόλις πριν από μερικούς μήνες όταν έληξε η θητεία του και απομακρύνθηκε από τη θέση του.

«Όλοι κάνουν δηλώσεις και υπόσχονται ότι θα βελτιώσουν τη δημόσια διοίκηση. Αλλά για να γίνουν αυτά χρειάζεται σταθερή και συνεχής πολιτική βούληση. Όλοι καταδικάζουν τη διαφθορά. Τη φράση το “μαχαίρι θα φτάσει μέχρι το κόκκαλο”, την έχω ακούσει άπειρες φορές».

Το μυστικό, λοιπόν, είναι στο «σταθερή και συνεχής». Διότι οι αντιστάσεις είναι πολλές και, επειδή ακριβώς εμπλέκονται χιλιάδες πολιτών, δύσκολα η εκάστοτε εξουσία αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος να πάρει μέτρα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπάρχουν και άλλοι λόγοι.

Ένας είναι η ατιμωρησία˙ «πρακτικά» ελάχιστοι τιμωρούνται και αυτό παρέχει μια άνεση σε όποιον θέλει να παρανομήσει να μην το σκεφτεί δεύτερη φορά. Το φαινόμενο έχει να κάνει και με το καθεστώς των παραγραφών, αλλά και με τους ρυθμούς με τους οποίους κινείται η Δικαιοσύνη.

Ένας άλλος είναι το ότι… γνωριζόμαστε μεταξύ μας! Σας κάνει εντύπωση; Ακούστε τι απάντησε ο κ. Ρακιντζής στην ερώτηση ποιος τομέας έρχεται πρώτος σε διαφθορά στη χώρα μας: «Τις καλές εποχές, που υπήρχε οικονομική άνθιση, ήταν η πολεοδομία, έπειτα η εφορία, μετά ο τομέας της υγείας, αλλά τα πρωτεία τα έχει η τοπική αυτοδιοίκηση.

Η επαρχία έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα, εκεί δεν μιλάει και δεν καταγγέλλει κανείς. Η κοινωνία είναι κλειστή και όλοι έχουν επαφές μεταξύ τους και σχέσεις που δεν θέλουν να διαταράξουν».

Το πιάσατε; Σκεφθείτε τα, λοιπόν, όλα αυτά, την επόμενη φορά που θα αναρωτηθείτε «γιατί».
 Ε, όχι και όλοι μαζί! 

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

171121 ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Προτεραιότητες…

Είναι κατανοητό ότι δεν μπορείς να κυνηγάς πάντοτε την επικαιρότητα. Όταν, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ένας φίλος, μέσα σε 24 μόλις ώρες, οι νεκροί από τις πλημμύρες, «συναγωνίζονται» τον Καραμέρο με το αδιάβροχο, τους Ρουβίκωνες που μπούκαραν στο Υπουργείο Άμυνας και τη γυναίκα που τραυματίστηκε σοβαρά από φωτοβολίδα…

Είναι φυσικό να κάνεις επιλογές. Δεν μπορείς να ασχολείσαι με όλα ταυτοχρόνως, ούτε να δίνεις σε όλα την ίδια βαρύτητα. Εμείς είπαμε να πιάσουμε το πιο σοβαρό και να το δούμε κάπως αναλυτικά.

Το ίδιο έκαναν και άλλοι. Μόνο που η δική τους επιλογή ήταν πολύ διαφορετική και, φυσικά, μπορούμε να την κρίνουμε. Διότι, μια επιλογή, από μόνη της είναι αξιολόγηση, δείχνει τι θεωρείς σημαντικό.

Ενώ, λοιπόν είπαμε ότι θα μιλήσουμε σήμερα για τις ευθύνες που υπάρχουν και αλλού, θα κάνουμε εμβόλιμα κάτι άλλο. Θα δούμε πώς αντιμετώπισε το θέμα μια πλευρά του τύπου, η φιλοκυβερνητική, ρίχνοντας μια ματιά στον πιο σοβαρό εκπρόσωπό της, την ΑΥΓΗ της Κυριακής.

Το κύριο άρθρο της ήταν για «το μεγάλο κόλπο», με την φοροαποφυγή στους φορολογικούς παραδείσους. Σημαντικό θέμα, δεν λέω, δεν θα παθαίναμε και τίποτε όμως αν μαθαίναμε για τα μυστικά των φοροφυγάδων λίγες μέρες αργότερα.

Κατά τα άλλα, ένα κείμενο του Π. Σκουρλέτη για τις δεσμεύσεις σχετικά με τα πλεονάσματα και πώς πρέπει να επανασχεδιαστούν (μιλάει και για 9.000 προσλήψεις στους δήμους), ενώ ο Θ. Δρίτσας υποστηρίζει ότι το κοινωνικό μέρισμα είναι υποχρέωση της κυβέρνησης και όχι παροχή.

Η μόνη αναφορά για τη «Δυτική Αττική» είναι πως τα μέτρα πρέπει να παρθούν «χωρίς καθυστερήσεις και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις». Έτσι απλά! Σαν να μη συνέβη κάτι σημαντικό, σαν να μην χάθηκαν ζωές σε απίστευτο αριθμό για καιρό ειρήνης.

Μπορείς όμως να ψάξεις στις μέσα σελίδες, όπου, πράγματι, υπάρχουν αρκετά κείμενα και απόψεις για το θέμα. Μάλιστα σε ένα γίνεται και λόγος για νεκρούς και αναζητούνται «Λασπωμένες ευθύνες». Διαχρονικά. Μόνο που η αναζήτηση σταματά κάπου στο 2011.

Στα άλλα κείμενα ούτε λέξη για θύματα, παρ’ όλο που η προσέγγιση γίνεται με επιστημονικό τρόπο. Δεν έχει νόημα να σας αναφέρουμε τους αρθρογράφους και τους σχολιαστές. Θα σας δώσουμε όμως κάποια παραδείγματα.

Το άλλο πουλάκι:
Διαβάζω:

«Δεν είναι η πρώτη και δυστυχώς δεν θα είναι ούτε η τελευταία τραγωδία. Ούτε φταίνε οι αμαρτίες μας γι’ αυτόν τον μίνι κατακλυσμό. Η ύβρις της ανθρώπινης αλαζονείας και η απληστία του σύγχρονου τρόπου ζωής είναι πάντα οι μεγάλοι ένοχοι, ενώ οι αθώοι πάντα θυσιάζονται.

Το ανθρώπινο είδος επιβιώνει πάνω στη Γη αντιμαχόμενο τους φυσικούς νόμους. Μέχρι πρόσφατα λογαριάζαμε ως τριτοκοσμικές τις εικόνες τέτοιων φυσικών φαινομένων. Τώρα τις βλέπουμε παντού, χειμώνα - καλοκαίρι.

Κανείς δεν εξαιρείται. Ο πλανήτης διεκδικεί την υπεροχή του εξαπολύοντας τραγωδίες παντού. Από τους φτωχομαχαλάδες της Ινδίας μέχρι τις βίλες της Φλόριντα. Προφανώς η δυστυχία είναι σε διαφορετικά μεγέθη, όμως κανείς δεν μένει στο απυρόβλητο και τέτοιες τραγωδίες είναι πλέον αναμενόμενες σε όποιο σημείο του πλανήτη κι αν κατοικούμε».

Σε άλλο άρθρο: «Η διαλεκτική του νερού σημαίνει ότι πλημμυρικό φαινόμενο δεν υπάρχει κάτω από μια ορισμένη ποσότητα νερού - επομένως μια συστηματική δημιουργία φραγμάτων στον περιαστικό χώρο (όπως αυτά που υπάρχουν στον Υμηττό, στην Πεντέλη, στο Πάνειο κ.ά. από τη Δασική Υπηρεσία) θα μπορούσε να αποτρέψει τη σώρευση μιας κρίσιμης “πλημμυροφόρας” μάζας.

Σημαντική όμως θα ήταν και η ανάλυση του επιφανειακού εδάφους (δαπεδοτοπίο) στον αστικό χώρο, όπου είναι χαρακτηριστική η διαφορά στην απορροή των νερών μεταξύ υπερδομημένων και ανοιχτών περιοχών:

Κάθε τετραγωνικό δομημένου χώρου και ασφάλτου συνιστά μείωση της “απορροφητικής ικανότητας” του εδάφους και κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ισοφαρίζεται από άλλες επεμβάσεις στον μείζονα χώρο.

“Η πόλη είναι κατάσχεση της φύσης από τον άνθρωπο” - έλεγε ο Λε Κορμπυζιέ. Τα καταπατημένα ρέματα είναι κάτι παραπάνω - ως κατάσχεση κρίσιμου αστικού χώρου! Κι αυτό τουλάχιστον θα έπρεπε να κάνει την εξουσία πιο διαλλακτική με τις συλλογικότητες που ασχολούνται με την προστασία τους».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ένα άλλο κείμενο μας πάει πολύ πίσω.

Μιλάει για το 1853 και το βιβλίο «Ο βασιλεύς των ορέων», όπου  Γάλλος συγγραφέας Εδμόνδος Αμπού αναφέρει: «Οι Έλληνες απέφευγαν να χαράξουν δρόμους, σε κάθε περίπτωση που το νερό είχε την καλοσύνη να αναλάβει αυτό το έργο.

Σε τούτη τη χώρα, όπου ο άνθρωπος ελάχιστα αντιτίθεται στη δουλειά που κάνει η φύση, οι χείμαρροι είναι δρόμοι βασιλικοί, τα ρυάκια δρόμοι επαρχιακοί και τα χαντάκια δρόμοι κοινοτικοί. Οι καταιγίδες έχουν αναλάβει το έργο των μηχανικών που κατασκευάζουν γέφυρες και η βροχή συντηρεί, χωρίς έλεγχο, τους δρόμους μεγάλης και μικρής κυκλοφορίας».

Τέλος κάποιος κάνει λόγο και για… πραγματικές ευθύνες:
«Μα να που τα στόματα ανοίγουν μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής. Ανοίγουν και με ευκολία ρίχνουν το ανάθεμα, και όλα τα αδρανή υλικά του πολιτικού προσωπικού της Μεταπολίτευσης καταγγέλλουν την κυβέρνηση για αδράνεια.

“Παραιτηθείτε” η επωδός των πρώην προς τους νυν. “Παραιτηθείτε” μέχρι την επόμενη “θεομηνία”, μέχρι την επόμενη “εκδίκηση της φύσης”. Τότε που οι νυν θα έχουν γίνει πρώην και θα ζητούν την παραίτηση των νυν. Αλλά μην το ψάχνεις.

Μην το ψάχνεις, γιατί αν το ψάξεις οι μισοί φταίχτες κατοικούν στα νεκροταφεία, και πού να τρέχεις τώρα να τους βρεις, και οι άλλοι μισοί φτύνουν στον κόρφο τους που δεν έσκασε το ρέμα επί των ημερών τους. Οπότε ας την πούμε θεομηνία και καθαρίσαμε».

Και την είπανε!
 Λίγο λίγο, ρε παιδιά!