ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε αργά το βράδυ, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.
Αν είστε βιαστικοί, μπορείτε να μας συναντήσετε μερικές ώρες νωρίτερα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας.


Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

171101 ΥΠΕΡΗΛΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
«Πέθανε μόνος…»

Πόσες φορές δεν ακούμε αυτή τη φράση να φτάνει στα αφτιά μας σαν ένα «κατηγορώ»; Ποιος μας κατηγορεί και για ποιον λόγο; Είναι μια μεγάλη και, πραγματικά, πονεμένη ιστορία. Οι ευθύνες όμως δεν είναι πάντοτε εκεί που προσπαθούν κάποιοι να τις αποδώσουν.

Δύσκολο πράγμα τα γεράματα! Νομίζω ότι είναι η δική μας γενιά είναι η πρώτη που το αισθάνεται αυτό τόσο έντονα, εμείς που έχουμε γονείς πάνω από ογδόντα, συχνά και πάνω από ενενήντα ετών.

Γιατί εμείς πρώτοι; Για πολλούς λόγους. Ένας σημαντικός είναι ότι οι περασμένες γενιές, οι γονείς, ας πούμε, των γονιών μας και οι παλαιότερες, δεν έφταναν σε τέτοιες ηλικίες. Πέθαιναν πολύ νεότεροι, άσχετα αν από τις κακουχίες έμοιαζαν αιωνόβιοι.

Σήμερα, με τη βοήθεια της ιατρικής και της φαρμακολογίας, έχουμε, πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, τόσους πολλούς υπερήλικες. Το φαινόμενο, τα επόμενα χρόνια, θα επεκταθεί, όμως εμείς είμαστε εκείνοι που πρέπει να… μάθουμε στην πράξη.

Έπειτα, στις παλαιότερες γενιές, ήταν διαφορετική η δομή της οικογένειας. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες είχαν την θέση τους μέσα στο σπίτι των παιδιών τους. Οι εργασίες των οποίων δεν απαγόρευαν αυτή τη σχέση.

Έτσι, οι νεότερες γενιές μπορούσαν να «κοιτάζουν» τους απόμαχους της ζωής, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Τους παρείχαν τη γωνιά τους, ένα πιάτο φαγητό και ελάχιστα φάρμακα, αφού, όταν έφταναν να αρρωστήσουν, συνήθως πέθαιναν πολύ γρήγορα.

Σήμερα οι κοινωνικές συνθήκες έχουν αλλάξει. Οι περισσότεροι γέροντες θέλουν την ησυχία τους, δεν επιθυμούν να μπλέκουν στα πόδια των παιδιών τους, γεγονός βέβαια με το οποίο συμφωνούν απόλυτα και εκείνα.

Από την άλλη, οι νέοι δεν έχουν ούτε τον χρόνο, ούτε την «πολυτέλεια» να ασχοληθούν όσο θα ήθελαν (ή όσο δεν θα ήθελαν) με τους δικούς τους. Συνήθως μένουν μακριά και, κακά τα ψέματα, άλλες είναι προτεραιότητες στη ζωή τους.

Στην καλύτερη περίπτωση τα δικά τους παιδιά. Στη χειρότερη αποκλειστικά ο εαυτός τους, στον οποίο αφιερώνουν ελεύθερο χρόνο που, τις παλαιότερες εποχές, ήταν αδιανόητος. Θέλουν τις εξόδους τους, θέλουν τις διακοπές τους, θέλουν τα σαββατοκύριακα για ψώνια και για βόλτες…

Έτσι το βάρος της φροντίδας των υπερήλικων επωμίζονται συνήθως κάποιες αλλοδαπές κυρίες που, θέλοντας και μη, έχουν ειδικευτεί σ’ αυτό το «επάγγελμα». Που μόνον εύκολο δεν μπορεί να το πει κανείς.

Το άλλο πουλάκι:
Οι ευθύνες της πολιτείας…

Εδώ θα έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος ώστε και οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη να εξυπηρετούνται όπως πρέπει και οι γυναίκες που απασχολούνται σ’ αυτόν τον τομέα να μην είναι ξεκρέμαστες. Να μπορούν δηλαδή να εργάζονται νόμιμα, με ό,τι σημαίνει αυτό.

Να έχουν ένα ανθρώπινο ωράριο, να έχουν τα ρεπό και τις άδειές τους, κυρίως όμως να έχουν μια ασφάλιση που θα βοηθήσει και τις ίδιες, όταν έρθουν στα χρόνια των ανθρώπων που τώρα αυτές «κοιτούν».

Ιδού, λοιπόν, ένα πεδίο δόξης λαμπρό, για τους δήμους, ας πούμε, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κατάλληλες δομές και κοινωνικές υπηρεσίες στις οποίες θα εργάζονταν τέτοιες γυναίκας. Γιατί όχι και άντρες.

Θα μπορούσε να βρεθεί ένας τρόπος ώστε να είναι όλοι ευχαριστημένοι και… νόμιμοι. Διότι τώρα, εκτός του ότι ψάχνει ο καθένας μόνος του στα τυφλά, αισθάνεται πάντοτε και την ενοχή ότι παρανομεί.

Ότι εκμεταλλεύεται κάποια εργαζόμενη που έχει ανάγκη. Και ότι, ακόμη κι αν ήθελε να της εξασφαλίσει όλα όσα εκείνη δικαιούται, δεν θα μπορούσε, διότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε να βρει δυο και τρεις διαφορετικές γυναίκες που να εργάζονται εναλλάξ.

Ας το δούνε, λοιπόν, οι αρμόδιοι και ας πάρουν τεχνογνωσία από άλλες χώρες, όπου το θέμα έχει αντιμετωπιστεί πριν από εμάς, γιατί βλέπετε εκεί οι δομή της οικογένειας ήταν ανέκαθεν πολύ… μοντέρνα.

Όμως για άλλο λόγο ξεκινήσαμε σήμερα αυτή την κουβέντα και αλλού κατάληξε, πράγμα φυσικά πολύ συνηθισμένο στις συζητήσεις μεταξύ φίλων. Λέγαμε για το «κατηγορώ» κάποιων προς την κοινωνία ότι αφήνει ανθρώπους να πεθαίνουν μόνοι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ανθρώπους επώνυμους, δηλαδή πολύ γνωστούς στο κοινό.

Μιλάμε για ηθοποιούς ή τραγουδιστές, που διέπρεψαν στην τέχνη τους, που έκαναν μεγάλες επιτυχίες τις οποίες ακόμη θαυμάζουμε. Για ανθρώπους όμως, προσέξτε το αυτό, που από τα χέρια τους πέρασαν εκατομμύρια.

Τα οποία έγιναν ατμός! Και φτάσαν στα γεράματα «να μην έχουν ένα πιάτο φαγητό», να μην μπορούν να συντηρηθούν από την πενιχρή σύνταξη που τους δίνει, αν τους δίνει, το ταμείο του κλάδου τους.

Αυτούς, λοιπόν, είναι που αφήνουμε, ως κοινωνία, να πεθάνουν μόνοι. Κι εδώ ξεκινάει μια μεγάλη συζήτηση για το χρέος που έχουμε απέναντί τους -υπήρξαν κάποτε «αστέρια»- αλλά και για την ευθύνη που έχουν οι ίδιοι.

Για το αν θα έπρεπε να τους φροντίζει το κοινωνικό σύνολο, ή αν θα έπρεπε οι ίδιοι να κάνουν το κουμάντο τους, ώστε τώρα, στα γεράματα, να μην έχουν την ανάγκη κανενός. Δεν ξέρω…

Ασφαλώς θα έπρεπε να ισχύει το δεύτερο, όμως, από τη στιγμή που αυτοί δεν φρόντισαν τον εαυτό τους, θα πρέπει να τους αφήσουμε στη μοίρα τους; Από την άλλη, γιατί να δικαιούνται περισσότερη φροντίδα απ’ ό,τι κάποιος που υπήρξε φτωχός βιοπαλαιστής σε όλη του τη ζωή;

Δύσκολα ερωτήματα, δυσκολότερες οι απαντήσεις!
 Να ‘ταν τα νιάτα δυο φορές…

Δεν υπάρχουν σχόλια: