ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

140331 ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ

Το ένα πουλάκι:
Πώς αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία;

Θα φέρω ένα παράδειγμα, για να δείξω τον τρόπο με τον οποίο εκλαμβάνει ο καθένας τον… τρόπο με τον οποίο πρέπει να λειτουργούμε σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Για να σας προλάβω. Όσοι θεωρούν ότι η κοινωνία μας δεν είναι δημοκρατική και εξισώνουν τη σημερινή κατάσταση με χούντα ή κατοχή, ας μην κάνουν τον κόπο να διαβάσουν παρακάτω, ας σταματήσουν εδώ.

Όσοι όμως δέχονται πως υπάρχει μια νόμιμη κυβέρνηση, που προήλθε από ελεύθερες εκλογές και μια βουλή που έχει ακόμη το ρόλο να νομοθετεί, έστω και κάτω από διλήμματα που ασκούν αφόρητη πίεση, τότε θα πρέπει να καθίσουν να συζητήσουμε κάτι που, κανονικά, θα το θεωρούσαμε αυτονόητο.

Τι γίνεται όταν ένας νόμος δεν μας αρέσει; Για να μην το θέσω έτσι που να ακούγεται ατομικίστικο ή και συντεχνιακό, τι γίνεται όταν κρίνουμε πως αυτός ο νόμος επιφέρει αλλαγές επιζήμιες στην υγεία, στην παιδεία ή αλλού;

Βεβαίως και αγωνιζόμαστε να τον αλλάξουμε.
Το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα μάς δίνει τη δυνατότητα να επιλέξουμε μορφές αγώνα που οι περισσότερες έχουν έναν κεντρικό στόχο.
Να προκαλέσουν φθορά στην κυβέρνηση που ψήφισε τον νόμο.

Έτσι ή αυτή θα αναγκαστεί να τον αλλάξει (ο νόμος αλλάζει μόνο με άλλον νόμο, κρατείστε το αυτό) ή μπορεί, στις επόμενες εκλογές, να αλλάξει η ίδια και να έρθει μια άλλη κυβέρνηση, συνήθως η αντιπολίτευση, που θα δει το δίκιο του αγώνα και θα προχωρήσει σε αλλαγή του νόμου.

Αυτό συμβαίνει στις δημοκρατικές κοινωνίες.
Επομένως, το ερώτημα «έχω το δικαίωμα να μη εφαρμόσω έναν νόμο, όταν κρίνω ότι δεν λειτουργεί προς όφελος του τόπου δεν τίθεται καν.
Για πολλούς λόγους. Ας δούμε μερικούς.

Ποιος είμαι εγώ ή εμείς που κρίνουμε έτσι; Μπορεί ως άτομα ή ως συλλογικότητα (συνδικάτα κ.λπ.) να κρίνουμε ότι έχουμε δίκιο, όμως αυτό δεν μας δίνει το δικαίωμα να μιλούμε εξ ονόματος όλων.

Ο σημαντικότερος λόγος όμως είναι άλλος. Μια τέτοιου είδους λειτουργία, η ανυπακοή στους νόμους που δεν μας αρέσουν, αποτελεί σοβαρότατο κίνδυνο για την ίδια τη δημοκρατία.
Διότι, όπως σ’ εμένα (σ’ εμάς) δεν αρέσει αυτός ο νόμος και δεν τον εφαρμόζω (εφαρμόζουμε), σε κάποιους δεν αρέσει ένας άλλος και ούτως καθεξής, οπότε καταλήγουμε σε ζούγκλα.

Το άλλο πουλάκι:
Λυμένα ζητήματα.

Από τον καιρό που ο Σωκράτης διακήρυξε πως είναι προτιμότερο να πιει το κώνειο και να πεθάνει, παρά να δείξει ανυπακοή στους νόμους της πατρίδας του, γεγονός που θα έθετε σε μεγάλο κίνδυνο την ίδια.

Παρ’ όλο, λοιπόν, που αυτά θεωρούνται αυτονόητα πράγματα εξακολουθούμε να βλέπουμε ορισμένους να τα αντιλαμβάνονται εντελώς διαφορετικά. Το λυπηρό είναι ότι κάποιοι είναι επιφορτισμένοι να τα διδάξουν και στη νεότερη γενιά.
Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τι εννοώ.

Υπάρχει ένας νόμος που μιλάει για την αυτοαξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου (ΑΕΕ) και ο οποίος προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο οι σχολικές μονάδες θα καταγράφουν την εικόνα του σχολείου τους, θα εντοπίζουν συγκεκριμένα προβλήματα, θα επιλέγουν κάποια και θα προχωρούν σε δράσεις για τον περιορισμό ή την επίλυσή τους.

Ο νόμος κρίθηκε «αντιεκπαιδευτικός» από τους εκπαιδευτικούς και αποφασίστηκαν μια σειρά από κινητοποιήσεις για την απόσυρσή του.
Δεν θέλω να μπω στη λογική του ποιος έχει δίκιο, για την οικονομία της συζήτησης όμως ας δεχτούμε ότι έχουν δίκιο οι εκπαιδευτικοί και πως ο νόμος αυτός και η ΑΕΕ θα οδηγήσουν τα σχολεία σε χειρότερες μέρες.

Το ερώτημα που σχετίζεται με το θέμα μας είναι άλλο. Έχουν δικαίωμα να μην εφαρμόσουν το νόμο;
Να απεργήσουν βεβαίως! Να διοργανώσουν πορείες, διαμαρτυρίες, κάθε λογής τρόπους έκφρασης της αντίθεσής τους, βεβαιότατα.
Έχουν όμως δικαίωμα να πουν «εμείς δεν το εφαρμόζουμε»;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αντιφάσεις.

Επί έξι και πλέον μήνες, το συνδικάτο των εκπαιδευτικών τούς καλεί με διάφορα τεχνάσματα να μην εφαρμόσουν τον νόμο.
Τους προτείνει να αρνηθούν την (υποχρεωτική) συμμετοχή στις διαδικασίες που προβλέπονται και τους προτείνει στάσεις και δηλώσεις στα όρια της νομιμότητας, αν όχι τελείως εκτός, εκθέτοντάς τους έτσι και σε κίνδυνο να αντιμετωπίσουν πειθαρχικές κυρώσεις.

Για άλλη μια φορά όμως επικρατεί η λογική «αν είμαστε πολλοί που παρανομούμε, θα φοβηθούν να μας πειράξουν».
Το ίδιο συνδικάτο απειλεί με κυρώσεις (διαγραφή από τα σωματεία) όποια στελέχη αγνοήσουν τις επιταγές του και πάνε να εφαρμόσουν τον νόμο.

Όλα αυτά είναι καλά και άγια, στο όνομα, όπως είπαμε, μια ιδιόρρυθμης αλλά και ιδιοτελούς αντίληψης της δημοκρατίας.
Και να πού βρίσκεται η αντίφαση. Μόλις ο υπουργός έστελνε εγκύκλιο που υπενθυμίζει την υποχρέωση των υπαλλήλων για εφαρμογή του νόμου και θέτει καταπληκτικές ημερομηνίες στις προβλεπόμενες διαδικασίες, αμέσως μιλούν για «αυταρχική εκτροπή» και για μεθόδους «αποφασίζουμε και διατάζουμε».

Το πιο αστείο είναι ότι το συνδέουν -επειδή η εγκύκλιος έχει ημερομηνία 24 Μαρτίου- με την τιμή «στους ήρωες του 1821 που με τους αγώνες τους έβαλαν τα θεμέλια της ελευθερίας και της δημοκρατίας για τη νεότερη Ελλάδα».

Φαίνεται πως οι εκπαιδευτικοί, τουλάχιστον η συνδικαλιστική τους ηγεσία, γνωρίζουν από Ιστορία.
Καιρός να μάθουν όμως και λίγη Αγωγή του Πολίτη!

Νόμος είναι το δίκαιο του… καθενός!

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

140328 ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΟ

Το ένα πουλάκι:
Είμαι λίγο αυστηρός;

Μερικές φορές σκέφτομαι μήπως ζητάμε από τους ανθρώπους περισσότερα από όσα μπορούν να δώσουν.
(Προς Θεού, μην πάει ο νους σας στη φορολογία, για άλλο πράγμα θα μιλήσουμε.)

Εξάλλου, τα λάθη είναι ανθρώπινα και εμείς, αν και πουλάκια, δεν ξεφεύγουμε από τον κανόνα των λαθών (ωραίο, έτσι;) και, συχνά πυκνά μας, πιάνουμε να έχουμε διαπράξει σοβαρότατα λάθη.
Ουδείς άσφαλτος, που θα έλεγε και η γνωστή κυρία του λαϊκού τραγουδιού.

Όπως καταλάβατε μιλάμε για γλωσσικά λάθη ή λάθη στη χρήση της γλώσσας, που είναι πολύ συχνά κυρίως στον προφορικό λόγο, αυτόν δηλαδή που χρησιμοποιούμε καθημερινά κι εμείς για να τα λέμε μαζί σας.
Ε, όταν γράφεις, υποτίθεται πως πρέπει να προσέξεις λίγο περισσότερο.
Έχεις κι ένα χρονικό περιθώριο να το ψάξεις, να το σκεφτείς, να το διατυπώσεις διαφορετικά, αν έχεις αμφιβολίες και δεν πατάς γερά στα πόδια σου.

Βεβαίως, όπως μας πληροφορούν και οι γλωσσολόγοι, τα λάθη γίνονται κυρίως σε δύο περιπτώσεις, αφού, υπό κανονικές συνθήκες, δεν δικαιολογείται φυσικός ομιλητής μιας γλώσσας να κάνει λάθη.
Ποιες είναι αυτές οι περιπτώσεις;

Η πρώτη είναι όταν προσπαθούμε να μιλήσουμε διαφορετικά απ’ ό,τι κάνουμε στην καθημερινότητά μας, όταν δηλαδή πάμε να κινηθούμε έξω από τα νερά μας, συνήθως επειδή θέλουμε να δείξουμε πιο «μορφωμένοι» απ’ ό,τι είμαστε.
Αυτό είναι το φαινόμενο της υπερδιόρθωσης, το λέει και η λέξη.

Άμα σου βάλουν ξαφνικά ένα μικρόφωνο μπροστά στο στόμα, κι εσύ θέλεις τότε να βγάλεις όλη τη σοφία που κουβαλάς μέσα σου με τον πιο στομφώδη τρόπο, το βέβαιο είναι ότι θα την κάνεις την πατάτα.

Η άλλη περίπτωση είναι να πέσεις πάνω σε μια εξαίρεση και να εφαρμόσεις τον κανόνα.
Δηλαδή, όταν το παιδάκι του νηπιαγωγείου λέει «θα το πω στην νηπιαγωγός» τι κάνει; Εφαρμόζει τον κανόνα που ξέρει και που μας λέει πως στα θηλυκά η ονομαστική είναι ίδια με την αιτιατική. Η μητέρα, την μητέρα, η ζωή, την ζωή…
Έλα όμως που εδώ υπάρχει εξαίρεση!
Γι’ αυτό σου λέει και ο άλλος «πήγαμε στην οδός Σμύρνης».

Το άλλο πουλάκι:
Υπάρχει και η πλήρης άγνοια.

Ας έρθουμε όμως να δούμε ένα παράδειγμα που θα μας δείξει ότι ενώ η άγνοια είναι κάτι το τελείως φυσιολογικό (δεν μπορείς να είσαι και… Μπαμπινιώτης, που λέει ο λόγος) σε κάποιες περιπτώσεις δεν δικαιολογείται.

Είναι η άλλη δημοσιογράφος στο κρατικό ραδιόφωνο και λέει με στόμφο που προέρχεται από την άγνοιά της… άγνοιας «του επικεφαλούς»!
Ε, θα έπρεπε να γνωρίζει πως αυτό το έρμο δεν κλίνεται, είναι, επί λέξει, αυτός που βρίσκεται «επί της κεφαλής», μπροστά από τους άλλους.

Και φυσικά δεν έχει γένη, διότι το ακούσαμε κι αυτό πως «το τμήμα έχει επικεφαλή (ο επικεφαλής, η επικεφαλή) την κυρία τάδε». Ρωτάω όμως. Δικαιολογείται δημοσιογράφος στο κρατικό ραδιόφωνο να μη γνωρίζει αυτή την έκφραση και τη σωστή χρήση της. Και, όταν αυτό το λάθος το επαναλαμβάνει, δεν υπάρχει κάποιος ή κάποια… επικεφαλής να της το διορθώσει;

Ακούστε τι άκουσα προχθές.
Μια δημοσιογράφος, που έκανε εκπομπή, με θέμα την ποίηση, παρακαλώ, είχε καλεσμένο κάποιον ποιητή, ο οποίος εκδίδει κι ένα λογοτεχνικό περιοδικό που λέγεται «φρέαρ».

Σε κάποια αποστροφή του λόγου της λοιπόν, μας μιλάει για «τον εκδότη του… φρέαρ». Ακολουθεί μικρή παύση (ποιος ξέρει τι νοήματα τις έγιναν ή τι είδε στο πρόσωπο του συνομιλητή της) και η ίδια συμπληρώνει: «Ε, του φρέαρ, ξένη λέξη είναι, δεν κλίνεται».
Η άγνοια της άγνοιας.

Δεν θα έπρεπε εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο επικεφαλής ή η επικεφαλής του σταθμού να της πει «σας παρακαλώ, κλείστε αμέσως το μικρόφωνο και περάστε από το λογιστήριο να πληρωθείτε και να πάτε στο σπίτι σας»;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Για δύο λόγους.

Ο ένας είναι ότι έπρεπε να γνωρίζει τη λέξη και πώς κλείνεται.
Σας παρακαλώ, ας μην ξεκινήσουμε τώρα την κουβέντα για τα Αρχαία και το πώς και αν πρέπει να διδάσκονται στα σχολεία.

Υπάρχει όμως και άλλος, εξίσου σοβαρός λόγος. Έστω ότι δεν το ξέρεις. Έστω ότι δεν έτυχε να ακούσεις ποτέ τη λέξη. Δεν θα έπρεπε, ως δημοσιογράφος που καλείς στο στούντιο κάποιον, να προετοιμαστείς; Δεν θα έπρεπε να ψάξεις τι διάολο είναι αυτό το «φρέαρ», από πού άραγε να το πήρε και να το έβαλε ο άλλος τίτλο στο περιοδικό του.

Ε, αν το έψαχνες, θα έβλεπες ότι δεν είναι καθόλου ξένη λέξη και τότε ίσως έβλεπες και πώς κλίνεται.
Δυστυχώς όμως, αυτά έχουν οι δουλειές του ποδαριού, συγγνώμη, οι δουλειές που γίνονται στο πόδι.

Για να μην ρωτήσω όμως πάλι αν είμαι αυστηρός με κάποιους ανθρώπους, θέλω να πω πως κρατικό ραδιόφωνο έπρεπε να είναι αυστηρό με τις επιλογές του και να περνάει από ψιλό κόσκινο όλους όσοι φιλοδοξούν να εργάζονται σ’ αυτό.

Γιατί;
Γιατί έτσι.
Αν θέλετε οπωσδήποτε έναν λόγο, ας πούμε γιατί το κάνει το BBC!
Δεν αρκεί;

Ω, γλυκύ μου… φρέαρ!

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

140327 ΠΛΕΟΝΑΣΜΑΤΙΚΟ

Το ένα πουλάκι:
Δώρο του Πάσχα!

Αν δεν συντρέξει κάτι έκτακτο (με την έννοια του απρόβλεπτου κι όχι του εξαιρετικού) φαίνεται πως αρκετές χιλιάδες συμπατριωτών μας θα κατευθυνθούν προς τις κάλπες, έχοντας στην τσέπη μερικές εκατοντάδες ευρώ, «δώρο του Πάσχα».

Είναι το μερίδιό τους από το «προυτουγινές πλιόνασμα», όπως το έχουμε μάθει από τη γνωστή διαφήμιση, μια που λιγότερο διαβάζουμε και περισσότερο ακούμε και βλέπουμε διαφημίσεις στην τηλεόραση.

Αυτό, όπως ήταν φυσικό (;) έγινε σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, η οποία θεωρεί ότι με τέτοιο είδους «δώρα» νοθεύεται η πολιτική εκτίμηση των ψηφοφόρων κι έτσι το εκλογικό παιχνίδι γίνεται άδικο και άνισο υπέρ των κομμάτων που βρίσκονται στην κυβέρνηση, κυρίως της Νέας Δημοκρατίας του Σαμαρά.

Πράγματι συμβαίνει αυτό. Έτσι συνέβαινε πάντοτε, από τότε που θυμάμαι εγώ εκλογές. Την τελευταία στιγμή, ένα σωρό παροχές στόχευαν στο να θυμίσουν στον ψηφοφόρο πως χρωστάει μια χάρη, η οποία εξαργυρώνεται μόνο με την κατάλληλη επιλογή την ημέρα της κάλπης.

Προεκλογικές παροχές, οι οποίες όμως, τον παλιό καλό καιρό, δεν είχαν την μορφή έκτακτης εισφοράς, αλλά επιβάρυναν μονίμως τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με επιδόματα που δίνονταν εφάπαξ για να μείνουν διά παντός, είτε με προσλήψεις εκτάκτων που γρήγορα γίνονταν μόνιμοι.

Για να έχει τόσο συχνή χρήση το κόλπο, φαίνεται πως πιάνει. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το ισχυριστεί με βεβαιότητα, από τη στιγμή που η ψηφοφορία είναι μυστική και δεν γνωρίζουμε ποιος ψήφισε τι.
Τα τελευταία χρόνια όμως, ίσως βοηθούν λίγο στη διερεύνηση του θέματος οι δημοσκοπήσεις, που μπορούν και αναλύουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του εκλογικού σώματος, πάλι όμως χωρίς καμιά βεβαιότητα, μόνο με υποθέσεις.

Τότε, από πού προκύπτει η στάση τόσο της κυβέρνησης όσο και της αντιπολίτευσης;
Πώς ξέρει και η πρώτη και η δεύτερη ότι το «δώρο του Πάσχα» θα οδηγήσει τους ψηφοφόρους στο να προτιμήσουν άλλα ψηφοδέλτια από εκείνα που θα προτιμούσαν χωρίς αυτό στην τσέπη;

Το άλλο πουλάκι:
Έλα μου, ντε.

Η μόνη εξήγηση είναι πως θεωρούν τους ψηφοφόρους «πρόβατα», που μπορούν να ξεγελαστούν από ένα βοήθημα και να πάψουν να βλέπουν την συνολική εικόνα.
Δεν κρίνουν την πολιτική κατάσταση, δεν συγκρίνουν έργα, προτάσεις, συνεισφορά στον δημόσιο βίο, ξεχνούν την πολιτική τους τοποθέτηση, αφήνουν στην άκρη γκρίνια και παράπονα και ψηφίζουν με μόνο κριτήριο ένα βοήθημα που θα τους δώσει μια στιγμιαία ανάσα.

Έτσι είναι;
Το ερώτημα τέθηκε λανθασμένα και ίσως δεν καταλάβατε. Δεν ρωτάω αν έτσι είναι οι ψηφοφόροι, ρωτάω αν τέτοιους τους θεωρούν η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση.

Ας κάνουμε εδώ μια παρένθεση κι ας θυμηθούμε όσα λέγαμε πριν από μερικούς μήνες, όταν ο πρόεδρος Μαδούρο έφερνε στην Βενεζουέλα πρόωρα τα Χριστούγεννα, προκειμένου να πάνε οι ψηφοφόροι στις κάλπες έχοντας πάρει το χριστουγεννιάτικο δώρο.

Δεν το λέω για να τονίσω ότι τότε η αντιπολίτευση, που τόσα καλά μας λέει για τη Βενεζουέλα, δεν σχολίασε καθόλου το γεγονός.
Το λέω για να επισημάνω μια ουσιαστική διαφορά, η οποία θα μας βοηθήσει να δούμε καλύτερα την τωρινή αντιπαράθεση στη χώρα μας.

Η κυβέρνηση θα μοιράσει ένα τμήμα από το «προυτουγινές πλιόνασμα», ενώ ο πρόεδρος Μαδούρο έδινε δώρο από δανεικά λεφτά σε μια οικονομία με πληθωρισμό κοντά στο 60%.
Υπάρχει μια διαφορά.

Η διαφορά μάς βοηθά στο να δούμε πως ίσως δεν είναι το «δώρο» αυτό καθαυτό που θα βαρύνει στις εκλογές, αλλά η δυνατότητα παροχής του. Δηλαδή, ίσως οι ψηφοφόροι, όλοι οι ψηφοφόροι, όχι μόνο όσοι πάρουν το «δώρο», κρίνουν ανάμεσα σε μια πολιτική που απέφερε ένα απτό αποτέλεσμα και σε καταγγελτική και καταστροφολογική πολιτική.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πώς επιτεύχθηκε το απτό αποτέλεσμα;

Να το πεδίο της πραγματικής διαμάχης. Επιτεύχθηκε με περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, με αύξηση της φορολογίας, με ένα σωρό έκτακτα (η χρήση όπως προηγουμένως) μέτρα.
Με μεγάλες, αδικίες, με άνιση εφαρμογή, με τις περίφημες οριζόντιες περικοπές και γενικεύσεις, επί δικαίων και αδίκων.

Όμως επιτεύχθηκε.
Σε πείσμα όσων υποστήριζαν πως τα μέτρα «δεν βγαίνουν», πως αργά ή γρήγορα θα πάμε από μόνοι μας στη δραχμή, πως θα μας πετάξουν έξω, άρα καλύτερα να πάψουμε να τους πληρώνουμε, κι ένα σωρό άλλα τέτοια μαντέματα, που φαίνεται πως το μόνο που έκαναν ήταν να τρομοκρατήσουν ένα μέρος του πληθυσμού που οδηγήθηκε στο να σηκώσει ακόμα και τις λίγες καταθέσεις του από την τράπεζα και να τις κρύψει στο στρώμα.

Αυτό ίσως κρίνουν οι πολίτες.
Μια πολιτική στραβή, άδικη, πρόχειρη, όμως συνεπή, που έφερε κάποιο ορατό αποτέλεσμα, απέναντι σε μια αρνητική και αυτοαναιρούμενη στάση.
Δηλαδή, η αντιπολίτευση (λέγε με ΣΥΡΙΖΑ) πήγε τη μπάλα σε λάθος γήπεδο και τώρα, διαμαρτύρεται επειδή το ματς είναι στημένο.

Είναι. Αυτή όμως επέλεξε να παίξει εκεί. Πόνταρε και έχασε.

Και να σκεφτεί κανείς πως οι εκλογές θα γίνουν για να εκλέξουμε τους δημοτικούς άρχοντες και τους εκπροσώπους μας στο Ευρωκοινοβούλιο.
Βοήθειά μας.

Λάθος στοίχημα!

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

140326 ΕΡΓΑΣΙΟΜΑΝΕΣ

Το ένα πουλάκι:
Νέοι γέροι.

Είδατε τι θέμα μας προέκυψε από το πουθενά;
Σε μια χώρα που όλοι κοιτάζουν πώς θα βγουν στη σύνταξη μια ώρα (δηλαδή καμιά δεκαριά χρόνια) νωρίτερα, υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να συνεχίσουν να εργάζονται.
Και αυτό το θεωρούμε κακό.

Ναι, ας πούμε πρόσφατα επισκέφθηκε την πόλη μας ένας θίασος στον οποίο πρωταγωνιστούσε ο ηθοποιός Γιώργος Κωνσταντίνου, γεννημένος το 1937 (μην κάνετε την αφαίρεση, είναι 77 ετών), που εξακολουθεί να έχει έντονη επαγγελματική και καλλιτεχνική δραστηριότητα.

Πριν από λίγο καιρό είχα παρακολουθήσει τη συνέντευξη ενός πολύ γνωστού ψυχιάτρου, του Ματθαίου Γιοσαφάτ, που είναι πάνω κάτω στην ίδια ηλικία και ο οποίος συνεχίζει να βλέπει «ασθενείς» με την ίδια όρεξη που το έκανε πριν από πολλά χρόνια.

Μάλιστα εξομολογήθηκε το εξής. Ένας φίλος του του είπε πως τόσο πολύ τον γεμίζει αυτή η δουλειά και συγκεκριμένα η επαφή και η επικοινωνία με τους «ασθενείς» του που θα μπορούσε να την κάνει και χωρίς χρήματα. Τότε εκείνος τον αντιγύρισε: «Εγώ θα μπορούσα και να πληρώνω για να έχω αυτή τη χαρά, όμως αυτό ας μείνει μεταξύ μας».

Έτσι είναι.
Και το λέω κυρίως για εκείνους που, αν τους ρωτήσεις, θα σου πουν ότι ασκούν «λειτούργημα» και ότι το επάγγελμά τους είναι μια σκέτη προσφορά. Την ίδια στιγμή τους ακούν να αναρωτιούνται πώς μπορούν να βρουν παραθυράκια του νόμου που θα τους δίνουν το δικαίωμα να βγουν στη σύνταξη όσο το δυνατόν νωρίτερα.

Συμβαδίζουν αυτά τα δυο;
Κανονικά όχι! Όποιος αγαπά τη δουλειά του, όποιος τη βρίσκει δημιουργική, όποιον το γεμίζει με αισιοδοξία, με διάθεση για προσφορά, με έντονα συναισθήματα, δεν θα έπρεπε να ψάχνει τρόπους να «την κάνει».
Για να μην πω ότι δεν θα έπρεπε να γκρινιάζει και για τις περικοπές στον μισθό του, αφού, σύμφωνα και με τα λεγόμενα του ψυχίατρου, θα έπρεπε και να πληρώνει για να απολαμβάνει όσα του δίνει η εργασία του.

Το άλλο πουλάκι:
Υπάρχουν όμως αντιδράσεις.

Προχθές τοποθετήθηκε επικεφαλής του ΟΠΑΔ, του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου, ένας συνομήλικος του Γιώργου Κωνσταντίνου, και συνάδελφος του Ματθαίου Γιοσαφάτ, ο Κωνσταντίνος Ζαχαράκης.

Μόλις ανακοινώθηκε η τοποθέτησή του, άρχισαν οι αντιδράσεις, οι οποίες είχαν ως στόχο την ηλικία του.
Δεν θα μπορούσε να αναλάβει κάποιος νεότερος αυτή τη θέση; Δεν υπάρχουν νέοι με προσόντα; Δεν θα μπορούσε να την αναλάβει ο γιος σας; Τον ρώτησαν ευθέως κάποιοι βουλευτές.

Ας σημειώσουμε πως παρόμοιες αντιδράσεις υπήρχαν και όταν κάποιος πρωθυπουργός, ο Γιώργος Παπανδρέου, διόριζε νέους ανθρώπους, με πολλά και αξιοζήλευτα προσόντα.
Τότε τους πείραζε η απειρία τους, τώρα τους πειράζει η… πείρα.

«Το ζήτημα της ηλικίας δεν είναι ποτέ ευθέως ανάλογο με την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα», απάντηση ο κύριος Ζαχαράκης, ο οποίος έσπευσε πάντως να δηλώσει ότι οι αποδοχές του θα μειωθούν, αφού η σύνταξη που λαμβάνει είναι μεγαλύτερη από το μισθό που έχει η νέα του θέση.

Κι αυτό δεν είναι λάθος.
Ξέρω κι εγώ παππούδες που έτσι και καθίσεις να εργαστείς δίπλα τους, ακόμη και σε χειρονακτική δουλειά, θα σε βγάλουν σκάρτο.
Δεν μιλάω για πνευματική, δεν λέω να ερευνήσεις όπως ερευνούν αυτοί, να γράψεις όπως και όσο γράφουν αυτοί, να δημιουργήσεις ό,τι δημιουργούν αυτοί…

Γνωρίζω περιπτώσεις που ούτε καν να πιεις ή να ξενυχτήσεις μπορείς μαζί τους, θα είσαι «εκτός» για αρκετές μέρες, ενώ εκείνοι το άλλο πρωί θα σηκωθούν φρέσκοι φρέσκοι και θα ριχτούν στη δουλειά.

Επομένως;
Ήταν σωστό ή λάθος η τοποθέτηση ενός 77χρονου, ως επικεφαλής ενός σημαντικού οργανισμού;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Λάθος!

Όχι η τοποθέτηση, η ερώτηση είναι λάθος, αλλά και η προσέγγιση.
Διότι το θέμα δεν είναι μόνο ποιος τοποθετείται πού, αλλά και το για ποιον λόγο και με ποιες διαδικασίες τοποθετείται.

Αν τοποθετείται για τα προσόντα του ή μήπως επειδή είναι κάποιος αποτυχημένος πολιτικός ή κομματικό στέλεχος που πρέπει να βολευτεί.
Αν το κριτήριο είναι η εμπειρία του, οι γνώσεις του, η δυνατότητα παροχής έργου ή το να τηρηθούν κάποιες εσωκομματικές ή ενδοκυβερνητικές ισορροπίες.

Εκεί βρίσκεται, δυστυχώς ακόμη, το πρόβλημα κι όχι στην ηλικία.
Αν κάποιος θέλει να δουλέψει από μόνος του και μάλιστα σε ελεύθερο επάγγελμα όπου το κοινό ή οι πελάτες κρίνουν την αξία του, κανένα απολύτως πρόβλημα.

Θυμίζω ότι ο γηραιότερος υπάλληλος στη Βρετανία έχει ξεπεράσει τα 100 χρόνια. Αφού συνταξιοδοτήθηκε στα 66 του και βαρέθηκε να κάθεται άπραγος, ζήτησε και πάλι εργασία.
Το προσέλαβε μια εταιρεία σεκιούριτι, στην οποία εργάζεται ακόμη επί 34 συναπτά έτη, γιορτάζοντας φέτος 86 χρόνια στην αγορά εργασίας.

Ξέρω, θα μου πείτε και για την ανεργία και για το δικαίωμα των νέων στην εργασία και για τις θέσεις που πρέπει να αδειάσουν...
Σκεφθείτε όμως πως άμα η ανεργία χτυπιόταν με τις συνταξιοδοτήσεις, η χώρα μας θα έπρεπε να είχε το μικρότερο ποσοστό ανέργων στον κόσμο!

Εργασία και χαρά!

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

140324 ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ

3 πουλάκια:
Αντί άλλων σχολίων, σήμερα σας παρουσιάζουμε ένα απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Στέλιος Ράμφος στον Αντώνη Παγκράτη για το περιοδικό Έψιλον της Ελευθεροτυπίας (24/4/2011):


Ας το κάνουμε πιο συγκεκριμένο, τονίζοντας ότι εδώ και τουλάχιστον 190 χρόνια έχει ξεκινήσει αυτό το πρόβλημα, αν υποθέσουμε ότι δεν είναι ακόμα παλαιότερο. Ποιο ακριβώς είναι αυτό το πρόβλημα και ώς πού απλώνονται οι ρίζες του;
«Οι ρίζες του προβλήματος, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι πήγαμε να φτιάξουμε ένα νεωτερικό κράτος κρατώντας τον παλιό μας εαυτό. Ο οποίος συνίσταται στο γεγονός ότι οι νόμοι που διέπουν τις σχέσεις της οικογενείας, του σιναφιού, της συντεχνίας, της τοπικότητος κ.τ.λ. υπερισχύουν των νόμων του κράτους. Αυτός είναι ο πρώτος κανόνας για την διαφθορά. Δηλαδή, το αίσθημά μου για τον γιο μου, τον κουμπάρο, τον μπατζανάκη μου είναι ισχυρότερο από ό,τι επιτάσσει ο νόμος. Επομένως θα καταστρατηγήσω το Α.Σ.Ε.Π. για να τον διορίσω. Φτιάξαμε ένα σύγχρονο κράτος για να κοροϊδεύουμε, υποτίθεται, τους “Φράγκους”, αλλά το αιμοδοτήσαμε με την παλιά μας νοοτροπία. Σύμφωνα με την παλιά νοοτροπία τα στοιχεία του αίματος και του τόπου καθορίζουν τις όποιες μας επιλογές. Το βλέπουμε το 1821, οπότε εκδηλώνεται για καλά η σύγκρουση των στρατιωτικών με τους πολιτικούς, που ήθελαν να φτιάξουν κράτος. Το 1823 έχουμε κιόλας εμφύλιο πόλεμο!»
Δεν είναι παλαιότερο, δηλαδή, το πρόβλημα;
«Επειδή δεν είχαμε κράτος δεν είναι παλαιότερο. Παλαιότερη, όμως, είναι η νοοτροπία. Για να βγουν οι Ρωμιοί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία έπρεπε να γίνουν κράτος. Για να γίνουν κράτος έπρεπε να δημιουργήσουν κράτος δικαίου όπως τα ευρωπαϊκά κράτη εκείνης της εποχής. Δηλαδή, μετά την Γαλλική Επανάσταση τα προηγμένα κράτη ήταν έννομες τάξεις. Δεν είχαν υπηκόους, είχαν πολίτες. Οι υπήκοοι βρίσκονταν σε συντηρητικές μοναρχίες στην Ευρώπη, αλλά και αυτές άλλαζαν. Εμείς δεν θέλαμε υπηκόους, αλλά πολίτες. Και την ώρα που πήγαμε να φτιάξουμε αυτό το κράτος για να υποστηρίξουν οι ξένοι τον αγώνα για την απελευθέρωσή μας, την ίδια εκείνη ώρα κάθε οπλαρχηγός ήθελε την εξουσία του, πράγμα που οδήγησε σε σύγκρουση».
Δεν ερχόταν όμως αυτή η στάση σε σύγκρουση μόνο με την επιδίωξή μας, αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό.
«Με τον ίδιο μας τον εαυτό, αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην πραγματικότητα, μετά την νίκη στα Δερβενάκια, κάποιοι έλεγαν να θεσπίσουμε νόμους, να κάνουμε κράτος, και κάποιοι άλλοι επέμεναν στις τοπικές τους εξουσίες, μόνο που αυτός ο κοινοτικός πολιτισμός, με την ιεραρχική τοπική του εξουσία, δεν άντεχε τους πολίτες!»
Αυτοί που θέλανε το κράτος ήταν και αυτοί Eλληνες
«Έλληνες του εξωτερικού! Έχει σημασία αυτό. Ήταν σαν τους σημερινούς Έλληνες του εξωτερικού, που θέλουν την έννομη τάξη επειδή βιώνουν την αξία της στους σύγχρονους πολιτισμούς των ελεύθερων πολιτών».
Ποια η διαφορά μεταξύ του Έλληνα του εξωτερικού και του Έλληνα υπηκόου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; 
«Η διαφορά του ξενιτεμένου Έλληνα, του σπουδαστή, λογίου, εμπόρου, ναυτικού, από τον ριζωμένο στον τόπο του έγκειται στο ότι έχει καταλάβει πως για να φτιάξεις ένα σύγχρονο κράτος πρέπει το κράτος αυτό να έχει έννομη τάξη για πολίτες ελεύθερους, ενώ η χθόνια, ιθαγενής παράδοση είχε τις αμετάβλητες ιεραρχίες τής προνεωτερικής κοινωνίας, τις οικογενειοκρατικές, τοπικές, κληρονομικές εξουσίες».
Δηλαδή, μιλάμε για έναν διαφορετικό τύπο ανθρώπου; 
«Μιλάμε για διαφορετική αντίληψη. Ο ένας είναι ο παραδοσιακός άνθρωπος, ο άλλος θέλει να είναι ο νεωτερικός. Για να υπάρξει λύση του προβλήματος θα έπρεπε αυτοί οι δύο να συνυπάρχουν. Εκεί όχι μόνο δεν συνυπήρχαν, αλλά έβλεπαν ο ένας τον άλλο σαν εχθρό και αντί να συνεννοηθούν έκαναν ό,τι μπορούσαν για να εξουδετερώσει και να επιβληθεί ο ένας στον άλλο».
Δεν είναι λογικό να προσπαθεί ο ένας να νικήσει τον άλλον, αφού έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες νοοτροπίες;
«Είναι λογικό να υπάρχει αντιπαλότητα, αλλά δεν είναι λογικότερο να συμφιλιωθούν για να ελευθερωθούν, την ώρα που ο Ιμπραήμ βρίσκεται στην Ελλάδα και τα σαρώνει όλα;»
Eκείνη την χρονική στιγμή ποιος θα μπορούσε να έχει κάνει την σύνθεση των διαφορετικών νοοτροπιών;
«Την σύνθεση ούτε την σκέφτηκε, ούτε θα μπορούσε να την κάνει κανείς. Ο λόγος για τον οποίο ο Κοραής ή ο Καποδίστριας ήθελαν να γίνει η Επανάσταση αργότερα ήταν ότι ζητούσαν μεγαλύτερη ωρίμανση του λαού. Η Επανάσταση όμως ξεκίνησε νωρίτερα και υπ’ αυτήν την έννοια η ωρίμανση δεν ήρθε. Έμενε, λοιπόν, να λύσουμε ταλαίπωρα το πρόβλημα. Όντως αυτά τα 190 χρόνια το “λύνουμε” περιπλέκοντάς το αδιάκοπα».
Πώς προσδιορίζεται αυτή η ωρίμανση;
«Ο άνθρωπος ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ζήσει σε έννομη τάξη, θα πρέπει να συντονίσει το αίσθημά του με το πνεύμα της ευθύνης και όχι με αδιαφορία και ιδιοτέλεια. Φέρεται ώριμα όποιος κατανοεί ότι το κράτος είναι ο πολιτικός εγγυητής της κοινωνικής συνοχής και δρα αναλόγως. Οποίος παρανομεί αναγνωρίζει τον νόμο, αλλά δεν τον σέβεται: όποιος προσφεύγει στο ευήκοον “Δεν πληρώνω”, για να ενθαρρύνει την ανομία, υπολογίζει στον νόμο της ζούγκλας. Η κοινωνία των πολιτών δεν του λέει τίποτε, καταλαβαίνει μόνο τον δικό του. Είναι μεθυσμένος, «παραμυθιασμένος» με τον εαυτό του και δεν αντέχει την αλήθεια του. Επομένως, κάνει πολύ εύκολα την παθητικότητα ιδεολογία».
Δηλαδή, δεν αντιστέκεται μ’ αυτόν τον τρόπο; 
«Μπορεί να νομίζει ότι αντιστέκεται και να το κάνει με τις καλύτερες προθέσεις, όμως αφ’ ης στιγμής δεν επιδιώκουμε επαναστατική ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος –και ποια θα ήταν αυτή;– αλλά θεραπεία των νοσηρών πολιτικών καταστάσεων που όλοι βιώνουμε, σκοπός δεν είναι να διαλυθεί το κράτος, είναι να αποκατασταθεί στον πραγματικό του ρόλο: να υπηρετεί δηλαδή το γενικό συμφέρον της κοινωνίας και όχι τα επί μέρους συμφέροντα των διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Διότι η πεμπτουσία της σημερινής κρίσεως έγκειται στο ότι τα οικογενειακά, τοπικά, πολιτικά, συντεχνιακά συμφέροντα επέτυχαν να μετατρέψουν το κράτος από πεδίο ασκήσεως του κοινωνικού αγαθού σε πεδίο της ιδιοτελούς των ικανοποιήσεως. Η λειτουργία του κράτους είναι απολύτως αναγκαία, δεδομένου ότι απαγορεύει στη βία να πάρει τη θέση του δικαίου. Επομένως, αντίσταση θα γίνει πραγματικά μόνο στο πλαίσιο των μέσων πολιτικού αγώνος, που αναγνωρίζουν οι θεσμοί, με τη δυναμική άσκηση των ανθρωπίνων και πολιτικών μας δικαιωμάτων».
Αυτή η πολιτική ανωριμότητα εμφανίζεται το 1821 ή διαμορφώνεται παλαιότερα; 

«Είναι χαρακτηριστικό της μεσαιωνικής ψυχοσυνθέσεως του Έλληνα και διατηρείται στο κλίμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία νοιαζόταν πάνω από όλα να έχει φόρου υποτελείς. Βυζαντινός και οθωμανικός κόσμος ήθελαν τους ανθρώπους μικρά παιδιά, αλλά από την στιγμή που τα “παιδιά” ζήτησαν την ελευθερία τους έπρεπε να “μεγαλώσουν” και να δημιουργήσουν κράτος ευρωπαϊκό, γιατί αλλιώς δεν θα τους δεχόταν κανείς. Οπότε έπρεπε να σκεφτούν ή, τουλάχιστον, να σκεφτούμε για λογαριασμό τους τώρα ότι αυτό ήταν το πρόβλημα. Σημαντικό δεν είναι ότι μιλάμε για την ιστορία του ’21, είναι ότι το πρόβλημα παραμένει μέχρι σήμερα άλυτο. Η σημερινή κρίση οφείλεται, εν τέλει, στο γεγονός ότι τα προσωπικά συμφέροντα δεν ενδιαφέρονταν εάν με τον τρόπο τους οδηγούν σε κατάρρευση το κράτος. Ότι ζούμε σήμερα την πολλοστή ελληνική πτώχευση σημαίνει πως κατ’ εξακολούθηση επιμένουμε στις ίδιες αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές διαφθοράς, χρηματισμού και απονομιμοποιήσεως. Ακόμα και σήμερα ελάχιστοι εντοπίζουν το πρόβλημα. Οι άλλοι μιλούν για φορολογικά μέτρα και απλώς ενδιαφέρονται να εισπράξουν λεφτά. Και να τα εισπράξουν, δεν θα τα φάνε οι ίδιες νοοτροπίες;»
Λόγω της ημέρας…

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

140321 ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟ-2

Το ένα πουλάκι:
Τελικά, πάει η ενιαία τιμή στο βιβλίο.

Το συζητούσαμε τις προάλλες και είχαμε καταλήξει πως το βιβλίο είναι ένα πολύ ιδιαίτερο προϊόν, όχι με την έννοια που δίνουμε στο ιδιαίτερο, όταν μιλάμε για ευπαθή ή άλλα προϊόντα.

Το εξήγησα σε μια συζήτηση με φίλο έμπορο και το κατάλαβε πολύ καλά. Θα σας το πω κι εσάς ίσως γίνει πιο σαφές.
Ας υποθέσουμε ότι ένα εμπορικό κατάστημα πουλάει τρόφιμα, αλλαντικά, τυροκομικά, τέτοια.

Ο καταστηματάρχης, εκτός από την καθαριότητα, την ευγένεια, την εξυπηρέτηση, τις τιμές, προσπαθεί να προσελκύσει την πελατεία του με την ποιότητα των προϊόντων που διαθέτει.
Βάζει στο μαγαζί του ό,τι πιο εκλεκτό υπάρχει στην αγορά.

Φανταστείτε όμως να αρχίσει να παρατηρεί πως οι πελάτες του δείχνουν ολοένα και μεγαλύτερη εκτίμηση στα κατώτερης ποιότητας προϊόντα. Αντί να του ζητούν τα πιο φρέσκα, εκείνα που φτιάχνονται από τα καλύτερα υλικά, του ζητούν «δεύτερο πράμα», χαμηλής ποιότητας, όχι απαραίτητα και τιμής. Η τιμή μπορεί να είναι ίδια με τα άλλα προϊόντα του.

Ε, εσείς τι προβλέπετε ότι θα γίνει.
Σιγά σιγά θα αρχίσει να αποσύρει από τις βιτρίνες του τα προϊόντα πρώτης ποιότητας και θα τις γεμίζει με ό,τι πιο σκάρτο ζητάνε οι πελάτες.
Άντε, σε κάποια άκρη μπορεί να κρατήσει και κάτι ποιοτικό για κανέναν μερακλή.

Αυτό όμως, αν γενικευτεί, θα έχει επίπτωση και στα προϊόντα που παράγουν οι προμηθευτές του, αλλαντοποιοί, τυροκόμοι κ.λπ.
Έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, η παραγωγή αγνών και ποιοτικών προϊόντων θα σταματήσει εντελώς και στην πιάτσα θα κυκλοφορούν μόνο τα σκάρτα, που τα ζητάει ο πολύς κόσμος.

Το σενάριο μπορεί να φαίνεται εξωπραγματικό, αν το δούμε σε άλλα προϊόντα –εξάλλου η ποιότητα συνήθως συμβαδίζει με τις τιμές- είναι όμως πολύ ρεαλιστικό αν το δούμε στα βιβλία.

Εκεί, δύο προϊόντα ίδιας τιμής, μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική ποιότητα και αξία. Μπορεί ένα αριστούργημα να πωλείται όσο ένα προχειρογραμμένο βιβλίο της σειράς.
Το περίεργο είναι ότι τα βιβλιοπωλεία ζουν κυρίως από αυτά, τα «δεύτερης ποιότητας» βιβλία, όπως και από τα σχολικά βοηθήματα, κάποια παιδικά κ.λπ.

Το άλλο πουλάκι:
Δείτε το λίγο με τις ταινίες.

Που είναι κάπως συγγενικές με το βιβλίο.
Κι εκεί βλέπουμε ότι τα πιο εμπορικά φιλμ δεν είναι και τα ανώτερα καλλιτεχνικά.
Κανείς κινηματογράφος –την αίθουσα εννοώ- δεν μπορεί να σταθεί φέρνοντας μόνο «αριστουργήματα της 7ης τέχνης».

Θα κλείσει σε λίγες εβδομάδες.
Ευτυχώς στον κινηματογράφο υπάρχει και το Χόλιγουντ που κάποιες φορές συνδυάζει στοιχεία καλλιτεχνικά με κάποια στάνταρτς ποιότητας, κι έτσι απευθύνεται στο ευρύ κοινό, χωρίς να του προσφέρει μόνο σκουπίδια.

Αν δούμε όμως το φαινόμενο στη διάρκεια χρόνων, θα παρατηρήσουμε, ας πούμε, πως ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος έχει χαθεί από τις αίθουσες. Για να μη μιλήσουμε για παραγωγές άλλων χωρών, που έχουν να μας δώσουν αριστουργήματα, τα οποία θα πρέπει οι λάτρεις του είδους να τα αναζητήσουν σε ειδικά φεστιβάλ, σε ειδικές προβολές κινηματογραφόφιλων,  ή σε πολύ εξειδικευμένα βίντεο κλαμπ.

Ε, κάπως έτσι θα είναι και η εξέλιξη της ιστορίας του βιβλίου. Να μην απορούμε αν σε μερικά χρόνια στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων βλέπουμε μόνο τα λεγόμενα ευπώλητα βιβλία.
Βιτρίνες βιβλιοπωλείων είπα; Μάλλον έπρεπε να πω στις προθήκες των πολυκαταστημάτων, διότι προς τα εκεί πάει το πράγμα.

Όλη η δουλειά γίνεται προκειμένου να διευκολυνθούν αυτά και να τραβήξουν όσο μεγαλύτερη πελατεία μπορούν, χάρη στις εκπτώσεις και τις προσφορές που θα πραγματοποιηθούν.
Είπαμε όμως. Στα βιβλία που θα μείνουν τελικά στα ράφια τους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δεν είπαμε τι αποφασίστηκε.

Η ενιαία τιμή παραμένει μόνο στα λογοτεχνικά βιβλία και για την πρώτη τους μόνο έκδοση.
Εδώ υπάρχει μια μεγάλη πονηριά.

Μέχρι τώρα ίσχυε η ενιαία τιμή για δύο χρόνια από την έκδοση. Τώρα σου λέει μόνο για την πρώτη. Που μπορεί ο άλλος να κάνει μια πρώτη «εκδοσούλα» με καμιά πεντακοσαριά κομμάτια και αμέσως δεύτερη, για την οποία δεν θα ισχύει πλέον η ενιαία τιμή.

Τα πρώτα αντίτυπα κατευθύνονται στα μικρά βιβλιοπωλεία και τα επόμενα, με τις μεγάλες εκπτώσεις του εκδότη, στα πολυκαταστήματα.
Μένει να το δούμε. Όπως μένει να δούμε και τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσουν τα μικρά βιβλιοπωλεία.

Ίσως ήρθε ο καιρός, εκτός από τις γνώσεις, την εμπειρία και τη συνεχή ενημέρωσή τους να προχωρήσουν και σε άλλα βήματα συνεργασίας. Φαντάζομαι ότι μπορούν να κάνουν μια συνεργασία μέσω της οποίας θα προχωρούν σε πιο μεγάλες παραγγελίες, ώστε να επιτυγχάνουν και αυτοί μεγαλύτερη έκπτωσης από τους εκδότες.

Το καλό βιβλίο πρέπει να στηριχθεί, να τύχει θετικής διάκρισης, διότι η ισοπέδωση θα το εξαφανίσει.
Στο τέλος τέλος, ας το στηρίξουμε εμείς που το αγαπάμε.

Βιβλιοφάγοι!

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

140320 ΤΕΤΡΑΤΡΟΧΟ

Το ένα πουλάκι:
Εντάξει τα τηλέφωνα, αλλά και τα αυτοκίνητα!

Λέγαμε χθες πως το κράτος μας είναι τόσο νοικοκυρεμένο, που, μετά από τέσσερα χρόνια κρίσης και μεταρρυθμίσεων, δεν ξέρει πόσες τηλεφωνικές συνδέσεις έχει και τι πληρώνει γι’ αυτές.
Ας κάνουμε μια στάση όμως εδώ, να δούμε λίγο τις περίφημες μεταρρυθμίσεις.

Έχετε εσείς την αίσθηση ότι κάτι άλλαξε;
Πιστεύετε ότι, σ’ αυτό που λέμε δημόσιο, έγιναν κάποιες αλλαγές που να δικαιολογούν την τόση φασαρία, τις τόσες κουβέντες, τα τόσα πήγαινε έλα των ελεγκτών, τις απεργίες, τις κινητοποιήσεις...

Ζούμε όλο αυτό το διάστημα ένα θέατρο του παραλόγου.
Έχουμε κυβερνήσεις που ξέρουν πολύ καλά τι υπέγραψαν και τι υποχρεώσεις έχουν αναλάβει απέναντι στους δανειστές, με αντάλλαγμα ζεστό χρήμα (που, σημειωτέον, δεν ερχόταν από πουθενά αλλού).

Έχουμε όμως και στελέχη αυτών των κυβερνήσεων που… αντιπολιτεύονται τους εαυτούς τους. Το παίζουν αγωνιστικοί, σκληροί διαπραγματευτές, και αντιστέκονται σε κάθε αλλαγή που οι ίδιοι ψηφίζουν ή, τουλάχιστον, επιχειρούν να το κάνουν.
Από τη μια μεριά εξαγγέλλουν μέτρα και από την άλλη κοιτάζουν τι μπορεί να γίνει ώστε να μην εφαρμοστούν.

Παρακολουθώντας, λοιπόν, κάποιος την ειδησεογραφία και τις δημόσιες αντιπαραθέσεις, θα υπέθετε πως σ’ αυτή τη χώρα πραγματοποιούνται κοσμοϊστορικές αλλαγές.
Αν δει όμως το τελικό αποτέλεσμα θα διαπιστώσει πως οι αλλαγές αυτές περιορίζονται σε μια φράση: Περικοπές αποδοχών, αύξηση φορολογίας.

Μόνον αυτά είναι χειροπιαστά.
Όλα τα υπόλοιπα μένει να τα δούμε, που δεν το βλέπω να τα βλέπουμε. Έτσι, λοιπόν, ακόμη και σήμερα που μιλάμε, το ελληνικό δημόσιο δεν γνωρίζει πόσα αυτοκίνητα έχει στον «στόλο» του και τι πληρώνει για την κίνηση και τη συντήρησή τους.

Για άλλη μια φορά δηλαδή αποδεικνύεται ότι το κράτος δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε όπως ο τελευταίος πολίτης αυτής της χώρας.
Ο οποίος, βλέποντας ότι περνάει οικονομικά ζόρια, προσπαθεί να κάνει πιο οικονομικά πακέτα για τα τηλέφωνά του, καταργεί συνδέσεις, αλλά και παραδίδει πινακίδες αυτοκινήτων, αγοράζει πιο οικονομικά μοντέλα κ.λπ.

Το άλλο πουλάκι:
Αμέτρητα!

Πολύ εύστοχος ο τίτλος, διότι η λέξη δεν σημαίνει άπειρα, αλλά ότι απλώς δεν έχουν μετρηθεί, δεν ξέρουμε το πλήθος τους.
Αμέτρητα, λοιπόν, τα κρατικά αυτοκίνητα.

Ο όρος περιλαμβάνει όχι μόνο αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνται από κρατικά στελέχη, αλλά οχήματα που μπορούμε, να χρησιμοποιήσουμε εγώ κι εσείς, όπως ασθενοφόρα ή περιπολικά!
Πόσα είναι όμως (περίπου) όλα μαζί τα οχήματα και, κυρίως, πόσο κοστίζει η κίνηση και η συντήρησή τους;

Το 2006, τα κρατικά αυτοκίνητα ήταν περίπου 58.000 και κόστιζαν στο κράτος γύρω στα 350 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Το 2010 μειώθηκαν και έγιναν 44.000, ενώ το κόστος έπεσε στα 320 εκατομμύρια.

Τι παρατηρούμε όμως;
Ενώ τα αυτοκίνητα μειώθηκαν περίπου κατά ένα τέταρτο, το συνολικό κόστος κίνησης και συντήρησής τους δεν μειώθηκε ούτε κατά ένα δέκατο. Κάτι γίνεται εδώ και κάποια εξήγηση πρέπει να υπάρχει, με δεδομένο ότι (υποτίθεται) πως αποσύρονται τα πιο μεγάλα και τα πιο παλιά αυτοκίνητα, που έχουν και τα περισσότερα έξοδα.

Από το 2010 και μετά (υποτίθεται, πάλι) πως το κράτος θα έθετε εκτός κυκλοφορίας όλα τα οχήματα που είχαν περισσότερα από 1.400 κυβικά και θα τα αντικαθιστούσε με μικρότερα και λιγότερο δαπανηρά.
Το σχέδιο όμως χάθηκε μέσα στο πλαίσιο που αναλύσαμε στην αρχή.

Κάποιοι αντιστέκονται ακόμη και σε τέτοιου είδους αλλαγές.
Παρά την ΚΥΑ, η οποία έθετε χρονικό όριο την 31η Δεκεμβρίου του 2010, χιλιάδες οχήματα που έπρεπε να είχαν αποσυρθεί εξακολουθούν να κινούνται μέχρι σήμερα.

Οι περήφανες αποκεντρωμένες διοικήσεις των περιφερειών, εξακολουθούν να εκδίδουν αποφάσεις κίνησης για οχήματα που θα έπρεπε να είχαν αποσυρθεί. Ποιος θα τους ελέγξει; Λέτε να κάτσει καμιά Τρόικα να μετράει ένα ένα τα οχήματα;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Η Ελλάδα που αντιστέκεται!

Ιδού ένα πεδίο δόξης λαμπρό, για τους απανταχού αντιμνημονιακούς. Έπρεπε να πιέζουν ώστε να γίνει ένα τεράστιο νοικοκύρεμα, από όπου μπορεί να γίνει, προκειμένου να εξοικονομηθούν εκατοντάδες εκατομμύρια.

Μιλάμε για τομείς –χθες και σήμερα είπαμε για τα τηλέφωνα και τα οχήματα- στους οποίους οι περικοπές δεν έχουν καμιά απολύτως επίπτωση στους εργαζόμενους. Αντιθέτως, με την εξοικονόμηση χρημάτων, μπορούν να αποφευχθούν άλλα μέτρα, όπως μείωση προσλήψεων, απολύσεις, μειώσεις μισθών και συντάξεων.

Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς, τα συνδικάτα και οι αντιπολιτευόμενοι να πρωτοστατούν στην ανάδειξη τέτοιων ζητημάτων, αλλά και να κάνουν συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς θα περιοριστούν περιττά έξοδα και αλόγιστες σπατάλες.

Θα περίμενε να μην μιλούν γενικώς κατά των περικοπών, αλλά να διακρίνουν ποιες περικοπές είναι απαραίτητες και ποιες επιζήμιες για τους εργαζόμενους και να πιέζουν ώστε να προχωρούν οι πρώτες, για να μην υλοποιούνται οι δεύτερες.

Δυστυχώς όμως, η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα του «όχι σε όλα», εξακολουθεί να είναι παρούσα και να «παλεύει» όχι μόνο με μεθόδους αλλά και με νοοτροπίες περασμένων δεκαετιών.
Σε τι να ελπίζουμε;
Του μπατίρη το μεράκι
είναι το αυτοκινητάκι!

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

140319 ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Κι από λίγο λίγο…

Όταν διαχειρίζεται κάποιος δημόσιο χρήμα, είναι, συνήθως, χουβαρντάς, ανοιχτοχέρης, έξω καρδιά.
Δεν βαριέσαι, σιγά το έξοδο, σκέφτεται και χρεώνει το ταμείο με κάτι παραπάνω, προκειμένου να μη φανεί «μίζερος».

Αυτό βέβαια δεν ισχύει όταν πρόκειται να πληρώσει με δικά του λεφτά, όμως τι σημασία έχει; Όπως λέει και μια παλιά ινδιάνικη παροιμία, τα ξένα χρήματα τα σπαταλάς πιο εύκολα. Εξάλλου, στο δημόσιο, ο καθένας μπορεί άνετα να σκεφτεί «εδώ γίνεται χαμός, το δικό μου το έξοδο τους πειράζει;»

Έτσι είναι. Όταν δεν έχεις τη γενική εικόνα και βλέπεις μόνο την περίπτωσή σου, δύσκολα μπορείς να αντιληφθείς το συνολικό κόστος. Σιγά το πράγμα, λες, ένα τηλεφώνημα τι κόστος έχει;
Αν πουν όμως το ίδιο όλοι οι υπάλληλοι του δημοσίου που έχουν μπροστά τους ένα τηλέφωνο, τότε το πράγμα παίρνει διαστάσεις.

Διάβαζα προχθές ότι το Δημόσιο πληρώνει για τηλέφωνα περίπου 285 εκατομμύρια, ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο, αν σκεφτείς ότι για να βρεθούν αυτά τα λεφτά σε καιρό κρίσης, κάποιοι σφίγγουν το ζωνάρι απελπιστικά πολύ.
Γιατί όμως είπα περίπου; Μήπως επειδή το ποσό είναι «εκεί γύρω» κι εγώ απλώς το στρογγυλοποίησα;

Όχι, καθόλου.
Είπα περίπου διότι δεν γνωρίζουμε, το ίδιο το κράτος, μετά από τόσα χρόνια μνημονίων και συνεχών ελέγχων, μετά από τόση φασαρία για το σπάταλο δημόσιο τομέα, δεν γνωρίζει πόσα λεφτά δίνει σε τηλεφωνήματα.
Φανταστείτε τώρα να ξέρει πού και για ποιους λόγους πραγματοποιούνται τα τηλεφωνήματα αυτά.

Τώρα όμως θα το μάθει. Απ’ ό,τι ακούγεται έχει τεθεί σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα για την καταγραφή όλων των συνδέσεων, ώστε να ξέρουμε πρώτα πρώτα πόσες γραμμές χρησιμοποιούνται και από ποιους.

Μετά θα εντοπιστούν οι πραγματικές ανάγκες, ώστε να συναφθούν σχετικές συμβάσεις με τηλεφωνικές εταιρείες και να μην πληρώνουμε τον κούκο αηδόνι.

Λένε πως από αυτό το έργο μπορεί να προκύψει οικονομία της τάξης των 130-150 εκατομμυρίων το χρόνο. Δεν είναι και λίγα, ειδικά αν ο χρόνος για τον οποίο μιλάμε θα είναι προεκλογικός, οπότε, αντί να τα δίνουμε στα τηλεφωνήματα, μπορούμε να τα αξιοποιήσουμε διαφορετικά.

Το άλλο πουλάκι:
Να ήταν μόνο τα τηλέφωνα!

Όπως είπαμε, ο άλλος, με το δημόσιο χρήμα, γίνεται «άρχοντας». Σου λέει πώς θα δείξουμε πρόσωπο στους φιλοξενούμενούς μας. Να μην έχουμε να τους τρατάρουμε κάτι, για να ξεντροπιαζόμαστε;
Έτσι σκέφτηκαν στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης να δώσουνε 5.300 ευρώ για να αγοράσουν… κουβανέζικα πούρα, να έχουν να προσφέρουν όταν έρθει κάποιος επίσημος.

Δεν το ξέρω, αλλά φαντάζομαι πως τα πούρα έχουν καταγραφεί σε κάποιο βιβλίο υλικού και πιθανότατα έχουν τοποθετηθεί και σε ειδικό υγραντήρα, ώστε να είναι πρόχειρα σε κάθε ζήτηση ή σε πιθανό έλεγχο. Κάθε φορά που προσφέρεται κάποιο θα πρέπει να γίνεται ένα πρωτόκολλο καταστροφής, ώστε να μη το ζητάν αργότερα από τον υπάλληλο που τα έχει χρεωθεί.

Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν πολλά, τα έφεραν στο φως οι εκθέσεις του Σώματος Ελεγκτών και έχουν ενδιαφέρον. Θα είχαν και πλάκα, αν δεν έδειχναν πως, σ’ αυτή τη χώρα, πολλοί δεν έχουν καταλάβει τι έγινε και εξακολουθούν να φέρονται όπως τον καιρό που το (δανεικό) χρήμα έτρεχε άφθονο σε φιέστες, δώρα και διάφορα χουβαρνταλίκια.

Δείτε, ας πούμε, ένα άλλο παράδειγμα.
Ο νόμος λέει πως, για την κηδεία Προέδρου της Δημοκρατίας, το όριο δαπάνης ανέρχεται στα 6.500 ευρώ. Σε κάποιο δήμο της χώρας όμως –τι σημασία έχει ποιον;- θεώρησαν ότι ο αποθανών δήμαρχός τους αξίζει πάνω από πέντε Προέδρους Δημοκρατίας κι έτσι έδωσαν 37.000 ευρώ.

Πάλι καλά που δεν παράγγειλαν και το πορτρέτο του, διότι, σε άλλο δήμο, αυτό κόστισε 4.500 ευρώ. Ίσως να το θεώρησαν επένδυση, όταν μετά από χρόνια, αφού ο ζωγράφος που το φιλοτέχνησε πεθάνει, το πορτρέτο μπορεί να αξίζει εκατομμύρια και ο δήμος να πιάσει την καλή.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Για γέλια και για κλάματα.

Μέχρι και μεταξωτά εσώρουχα βρέθηκαν σε τιμολόγια που παρουσίασε δήμος για να δικαιολογήσει δαπάνες προς, προφανώς, επιδέξιους κώτσους.
Θα τους χαρακτηρίζαμε φίλους της τέχνης, ενώ στον άλλο δήμο, σ’ εκείνον που έδιναν 13.000 ευρώ στους αριστούχους μαθητές και φοιτητές του τόπου, έχουμε οπωσδήποτε να κάνουμε με φίλους των γραμμάτων.

Δεν είναι όμως μόνο οι δήμοι, παρόλο που θα πρέπει να τους θεωρούμε αδιαμφισβήτητους πρωταθλητές σε τέτοιου είδους σπατάλες.
Οι ελεγκτές Δημόσιας Διοίκησης έχουν ανακαλύψει και άλλους «θησαυρούς», όπως για παράδειγμα πέντε άνδρες υπαλλήλους του ΙΚΑ, οι οποίοι, μεταξύ άλλων επιδομάτων, ελάμβαναν και επίδομα τοκετού. Ποιος ξέρει;

Στην ΕΘΕΛ πάλι, καμιά σαρανταριά οδηγοί είχαν βρει τη «μηχανή» και έγραψαν συνολικά 298, ούτε τριακόσιες δηλαδή, μέρες άδειας, προσκομίζοντας μια στοίβα δικαιολογητικά και βεβαιώσεις εθελοντικής αιμοδοσίας που δεν έγινε ποτέ.

Και δεν πρέπει να ξεχνάμε βεβαίως τα 1,2 εκατομμύρια για ταξίδια σε εξωτικούς προορισμούς που πραγματοποίησαν συνδικαλιστικά στελέχη, δεν λέμε ποιας επιχείρησης, διότι θα μας κατηγορήσουν ότι τη συκοφαντούμε, τώρα που το κράτος σκέφτεται να την πουλήσει.

Ελπίζουμε μαζί με εκείνους τους συνδικαλιστές.

Γιάγμα!