ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε αργά το βράδυ, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.
Αν είστε βιαστικοί, μπορείτε να μας συναντήσετε μερικές ώρες νωρίτερα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας.


Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

180330 ΦΙΛΟΖΩΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ποτέ!

Ελάτε να ταξιδέψουμε λίγο στο παρελθόν. Το κάνουμε αρκετά συχνά τώρα τελευταία∙ ελπίζουμε να μην κατηγορηθούμε για… ρομαντισμό. Διότι η επιστροφή στις «παλιές καλές εποχές» σχεδόν πάντα κάτι τέτοιο δείχνει.

Σήμερα θα πάμε αρκετά πίσω, στις αρχές του περασμένου αιώνα, όπου, ανάμεσα στα τόσα διαφορετικά με τη σημερινή εποχή που θα συναντήσουμε, θα δούμε και μια εντελώς διαφορετική σχέση του ανθρώπου με τα ζώα.

Η σχέση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «σχέση (συν)εργασίας». Τα ζώα, πολύ περισσότερα απ’ ό,τι σήμερα, χρησιμοποιούνται από τον άνθρωπο σε διάφορες καθημερινές ανάγκες.

Από τη φύλαξη των κοπαδιών και το όργωμα των χωραφιών, μέχρι τη μετακίνηση και τη μεταφορά εμπορευμάτων. Τα ζώα μπορεί να χρησιμεύουν ακόμη στο κυνήγι, αλλά και στο να… πιάνουν ποντίκια.

Με λίγα λόγια, πολύ σπάνια, πολύ πιο σπάνια από σήμερα, συναντούμε την έννοια «ζώο συντροφιάς» ή/και «βιτρίνας», διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε τα ψαράκια στα ενυδρεία ή τα φίδια και τις σαύρες πίσω από το προστατευτικό τζάμι.

Την εποχή εκείνη δεν ξέρω αν υπήρχε και η έννοια «φιλόζωος». Οι άνθρωποι αγαπούσαν και φρόντιζαν τα ζώα τους όπως και όσο αγαπά και φροντίζει κάποιος την περιουσία του, ας πούμε το αυτοκίνητο που έχει για τη δουλειά του.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, υπήρχαν ασφαλώς κάποιοι που υπεραγαπούσαν τα ζώα τους και άλλοι που τα κακομεταχειρίζονταν. Κάποιοι «μερακλήδες» ήξεραν να εκτιμήσουν και να θαυμάσουν ένα καλό ζώο, ακόμη κι αν ήταν ξένο.

Αυτός είναι εξάλλου και ο λόγος που οι ιδιοκτήτες έπαιρναν διάφορα μέτρα, χάντρες, φυλαχτά κ.λπ., προκειμένου να προστατέψουν τα ζώα τους από το μάτι, όχι κατ’ ανάγκη το «κακό», αλλά και εκείνο του αθώου θαυμασμού.

Οπωσδήποτε υπήρχαν και άνθρωποι βίαιοι, οι οποίοι ξεσπούσαν συχνά πάνω σε κάποιο άτυχο ζώο, είτε δικό τους είτε… αδέσποτο, αν και τέτοια πρέπει να υπήρχαν ελάχιστα. Δεν ήταν ανάγκη όμως η βία να είναι πάντα αποτέλεσμα… ξεσπάσματος.

Ξέρουμε όλοι καλά, και από τα δικά μας παιδικά χρόνια, ότι συχνά η βία απέναντι στα ζώα ήταν αποτέλεσμα «παιχνιδιού». Από το κρέμασμα τενεκέδων στη ουρά, μέχρι τον βασανιστικό θάνατο, υπήρχαν παιδιά που «έπαιζαν» με τα ζώα.

Σύμφωνα με όσα επικρατούν σήμερα στον επιστημονικό κόσμο (του διαδικτύου), τα παιδιά αυτά πρέπει να εξελίχτηκαν σε τρομερά βίαια άτομα, σε ανθρώπους που πέρασαν τη ζωή τους μπαινοβγαίνοντας σε ιδρύματα και φυλακές.

Δεν μπορώ να ξέρω για όλα, σας βεβαιώνω όμως ότι κάποια έγιναν πολύ ευαίσθητοι και ιδιαίτερα τρυφεροί ενήλικες, άνθρωποι που υπερασπίζονται κάθε αδύναμο και αγωνίζονται για όλους τους κατατρεγμένους.

Το άλλο πουλάκι:
Ποτέ!

Εκείνη την εποχή, λοιπόν, ο Ιωάννης Πολέμης έγραψε το περίφημο ποίημά του «Τα ζώα», που υπήρχε και στα αναγνωστικά βιβλία και το μάθαιναν οι μαθητές απ’ έξω. Οι παλαιότεροι θα το θυμούνται, αν όχι όλο, τουλάχιστον την αρχή του:

Ποτέ δε θα πειράξω
τα ζώα τα καημένα·
μην τάχα σαν εμένα,
κι εκείνα δεν πονούν;
Θα τα χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτέ δεν θα τ’ αφήνω
στους δρόμους να πεινούν.

Aν δεν μιλούν κι εκείνα
κι ο λόγος αν τους λείπει,
μήπως δεν νιώθουν λύπη,
δεν νιώθουν και χαρά;
Μήπως καρδιά δεν έχουν,
στα στήθη τους κρυμμένη,
που τη χαρά προσμένει
κι αγάπη λαχταρά;

Aκόμα κι όταν βλέπω
πως τα παιδεύουν άλλοι,
εγώ θα τρέχω πάλι
με θάρρος σταθερό,
θα προσπαθώ με χάδια
τον πόνο τους να γιάνω,
κι ό,τι μπορώ θα κάνω
να τα παρηγορώ.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ξεχείλισε!

Σήμερα η ευαισθησία απέναντι στα ζώα ξεχειλίζει από παντού. Το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη πρέπει να θεωρείται εκτός εποχής. Οι άνθρωποι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ακολουθούν κατά γράμμα τις προτροπές του.

Έχουν ζώα μέσα στα διαμερίσματά τους, τα βάζουν να κοιμούνται στο κρεβάτι τους, τα ταΐζουν ειδικές τροφές, τα ντύνουν με ρουχαλάκια και τους μαθαίνουν ανθρώπινους τρόπους συμπεριφοράς... 

Τα πηγαίνουν στον γιατρό αλλά και στα στούντιο αισθητικής, τα προσφέρουν ως δώρα ο ένας στον άλλο, ανταμείβουν μ’ αυτά τα παιδιά τους, τα παίρνουν μαζί τους στις διακοπές και… κάποια στιγμή τα βαριούνται και τα παρατούν.

Μόλις όμως μάθουν ότι κάποιος κακοποίησε ένα ζώο, ξυπνά μέσα τους το… ζώο και ζητούν να πάθει τα ίδια και χειρότερα. Τον δικάζουν (διαδικτυακά) και τον καταδικάζουν σε ποινές απάνθρωπες, επειδή ακριβώς δεν τον θεωρούν άνθρωπο.

Δεν ξέρω εσάς, αλλά όλη αυτή η ατμόσφαιρα εμένα μου κάνει κάτι το μη υγειές. Διότι πιστεύω πως, όσο βασανιστικό είναι να δένεις ένα κονσερβοκούτι στην ουρά του σκύλου, άλλο τόσο είναι να τον πηγαίνεις στο κομμωτήριο ή να τον κρατάς κλεισμένο στο διαμέρισμα ή το μπαλκόνι σου.

Μόνο που στην πρώτη περίπτωση ο δράστης θεωρείται «κτήνος» ενώ στη δεύτερη «φιλόζωος», που ζητά να καταδικαστεί το «κτήνος» σε ισόβια βασανιστήρια.
Έρχεται και Πάσχα!


Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

180329 ΠΛΑΣΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Σε σακούλα πλαστική»!

Όχι, δεν θα μιλήσω για τις σακούλες που αποτελούν πλέον προϊόν αγοραπωλησίας. Δεν είναι αυτό το θέμα μας∙ γι’ αυτό θα χρειαστεί να περιμένουμε τα αποτελέσματα ερευνών που θα μας λένε πώς άλλαξε η συμπεριφορά των καταναλωτών…

Και, κυρίως, τι αλλαγές συνέβησαν στο περιβάλλον, αφού αυτός ήταν ο στόχος και όχι το να εισπράττονται επιπλέον ποσά ή να αγοράζουν υποχρεωτικά όλοι τις ειδικές σακούλες σκουπιδιών.

Άλλο είναι το θέμα μας. Και, προκειμένου να το πιάσουμε από την αρχή, θα σας οδηγήσω αρκετά χρόνια πίσω, στη δεκαετία του 1970, όταν πρωτακούστηκε ο στίχος «και τα ψώνια σε σακούλα πλαστική».

Το θυμόσαστε; Ελάτε τώρα! Ήταν στον ιστορικό δίσκο «Μεταφοραί εκδρομαί ο Μήτσος», του Δημήτρη Πουλικάκου. Στο εξώφυλλο του οποίου ο δημιουργός εικονιζόταν σαν μικροαστός να επιστρέφει από την αγορά κρατώντας πλαστικές σακούλες.

Στον δίσκο υπήρχε και το χαρακτηριστικό κομμάτι «Στο σούπερ μάρκετ», όπου η Πόπη με τη Μαρία μπορούν να βρουν τα πάντα. Από «φρέσκα, κατεψυγμένα και πλαστικά», μέχρι… φαντάρους που τις κοιτάζουν «με λαγνεία».

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1976, εμείς τον ακούσαμε πολύ αργότερα, όμως τα τραγούδια ήταν ήδη γνωστά, αφού παιζόταν στο «Κύτταρο» τουλάχιστον από το 1972, με τη χούντα δηλαδή στα ντουζένια της.

Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να μην το ξεχνάμε. Όταν άλλοι έκαναν αντίσταση από το ασφαλές περιβάλλον του εξωτερικού, ο Δημήτρης Πουλικάκος έλεγε ζωντανά, κάθε βράδυ, τραγούδια πολιτικά.

Τραγούδια πολιτικά στην ουσία τους, μερικά μάλιστα με ξεκάθαρο αντιχουντικό περιεχόμενο, όπως το «τρέχα, στην άκρη του δρόμου παραμονεύει ο άρχων του τρόμου», στο -ο τίτλος τα λέει όλα- «Πλησιάζοντας επέτειος».

Ή μήπως δεν είναι πολιτικό το «μην περιμένεις το μάννα, πέτρες από παντού, συν Αθηνά και χείρα κίνει»; Και τι να πούμε για τον «γιατρό» ο οποίος… όποιον πιάσει από το αυτί…, ή το, ρεμπέτικου ύφους, «πες μου, βρε τρελή, τι σου ‘χω κάνει και μου ‘στειλες προχτές τις πολιτσμάνοι».

Ο δίσκος αυτός, εννοείται μαζί με το «φλου» του Σιδηρόπουλου, είναι μακράν ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει η ελληνική ροκ σκηνή. Γνώμη μου.
Τότε λοιπόν πρωτοακούσαμε για… πλαστικά.

Το άλλο πουλάκι:
Μήπως ήταν πιο μπροστά;

Διότι εγώ «θυμάμαι» πως το 1971 κυκλοφόρησε ο «Μπάλος», του Διονύση Σαββόπουλου, όπου εκεί τραγουδήσαμε όλοι το «σημαία από νάιλον σηκώνουμε, σημαία πλαστική». Το φαντάζεστε όμως!

Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι καλλιτέχνες βρίσκονται μπροστά από την εποχή τους. Μιλούν δεκαετίες πριν για πράγματα που έρχονται αργότερα στην επικαιρότητα και απασχολούν την κοινή γνώμη.

Το «πλαστικό», ως το χαρακτηριστικό είδος ενός τρόπου κατανάλωσης, επομένως και ζωής, άρχισε να απασχολεί την κοινωνία πολύ αργότερα από την εποχή που γράφτηκαν αυτά τα τραγούδια. Σήμερα το συζητάμε ακόμη!

Και το συζητάμε όχι μόνο στη διάσταση που θα φανταζόταν ο καθένας, αλλά ακόμη και εκεί που δεν πάει ο νους μας. Τουλάχιστον με την πρώτη. Να, για παράδειγμα, θα σας διαβάσω μια πρόσφατη είδηση.

Τίτλος: «Να κλείσουν οι οίκοι ανοχής με κούκλες;» Όταν λέμε κούκλες, δεν εννοούμε, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος, τις πολύ όμορφες γυναίκες, ιερόδουλες στο επάγγελμα, αλλά… κούκλες. Πλαστικές!

Διαβάζω: «Το ερώτημα του τίτλου τέθηκε μετ’ επιτάσεως στη Γαλλία, άλλοτε χώρα της ελευθεριότητας. Όπου ο πρώτος οίκος ανοχής με κούκλες γίνεται πραγματικότητα παρά τους ισχυρισμούς ότι παραβιάζει τη νομοθεσία που απαγορεύει την πορνεία».

Τι έγινε, παιδιά; Ξέρουμε από τα ρεπορτάζ ότι τέτοιου είδους, μάλλον τέτοιου περιεχομένου οίκοι ανοχής λειτουργούν τα τελευταία χρόνια σε πολλές χώρες. Για τη δική μας δεν έχω ιδέα, δεκτή κάθε ενημέρωση.

Εδώ όμως μιλάμε για μια εκστρατεία να σταματήσει η λειτουργία μιας τέτοιας επιχείρησης στο Παρίσι, διότι…
Έχει ενδιαφέρον να δούμε τα επιχειρήματα∙ μην ξεχνάτε ότι είμαστε πάντοτε υπέρ τού πολιτισμένου διαλόγου.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
«Βλάπτει την εικόνα των γυναικών».

Έτσι υποστηρίζουν τα μέλη μιας παράταξης της άκρας αριστεράς στο Δημοτικό Συμβούλιο του Παρισιού. Το οποίο όμως δεν συζήτησε το θέμα, διότι δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές του, όπως ισχυρίστηκε ο… αρμόδιος αντιδήμαρχος.

Γιατί όμως βλάπτεται η εικόνα των γυναικών; Διότι «έχουμε περάσει από την αντιμετώπιση των γυναικών ως αντικείμενο, απλώς σε ένα… αντικείμενο», λένε οι επικριτές του συγκεκριμένου οίκου ανοχής. 

Εσείς τι λέτε; Συμφωνείτε με την άποψη; Ή μήπως έχετε τη γνώμη ενός φίλου ο οποίος σχολίασε: «Δηλαδή αν το πλυντήριο ήρθε για να κάνει τη δουλειά μιας γυναίκας, αυτό προσβάλλει τις νοικοκυρές και πρέπει να το καταργήσουμε;»

Καλά, μην μαλώσουμε τώρα, όπως συνέβη στο καφενείο που το συζητούσαμε, για το αν το πλύσιμο είναι δουλειά μόνο των γυναικών∙ άλλο είναι το θέμα μας: Υπάρχει περίπτωση η χρήση τέτοιων αντικειμένων να «ενθαρρύνει την κουλτούρα του βιασμού»;

Αυτό υποστηρίζουν γυναίκες εκπρόσωποι κινημάτων κατά της πορνείας. Από την άλλη έχουμε τον εκπρόσωπο του καταστήματος, ο οποίος υποστηρίζει ότι «πρόκειται απλώς για παιχνίδια».

Μήπως όμως και τα πιο αθώα, εννοώ από τα συγκεκριμένα, παιχνίδια δεν έχουν κατηγορηθεί κατά καιρούς ότι εθίζουν τα παιδιά σε διάφορα κακά πράγματα, όπως είναι η βία, η λογική του πολέμου και άλλα;

Τελικά, είδατε ότι κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πού θα έφτανε η συζήτηση για τα πλαστικά, όταν ξεκίνησε πριν από σαράντα πέντε και βάλε χρόνια!
 Κατανάλωση ίσον πλαστικό.


Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

180328 ΧΑΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Πόσα σας χρειάζονται;»

Φαντάζεστε να πήγαινες κάπου να πιάσεις δουλειά και, όταν έφτανε η συζήτηση στην αμοιβή, να σου έθεταν το παραπάνω ερώτημα; Να σε άφηναν δηλαδή να ορίσεις εσύ τις οικονομικές σου ανάγκες;

Το θέμα δεν είναι καθόλου απλό και, όπως θα δείτε, το ερώτημα καθόλου ρητορικό. Φανταστείτε, λοιπό, για λίγο, να σας ζητούσαν να απαντήσετε; Τι θα λέγατε; Στα πόσα χρήματα θα ορίζατε τις ανάγκες σας;

Προσέξτε, δεν μιλάμε για μια αμοιβή, έναντι, ας πούμε, παροχής υπηρεσιών. Δηλαδή για το ποσό που θα ζητούσατε αν κάποιος επισκεπτόταν το ιατρείο, ή το συνεργείο, ή το φροντιστήριό σας και ζητούσε τις υπηρεσίες σας.

Αυτό είναι εύκολο. Ξέρεις περίπου πώς διαμορφώνονται οι αντίστοιχες τιμές στην «αγορά», υπολογίζεις κι εσύ τι δική σου εργασία, αν έκανες κάτι παραπάνω, κάτι πιο δύσκολο, και λες στον πελάτη την τιμή.

Τι γίνεται όμως σε ετήσια βάση; Τι γίνεται όταν πρέπει να απαντήσεις στο πόσα χρήματα πρέπει να μπουν στον οικογενειακό λογαριασμό για να καλύψει η οικογένειά σου όλες τις ανάγκες της;

Ξέρω τι θα απαντήσετε και είναι λογικό. «Τι εννοείς ανάγκες;» Και, ακόμη κι αν ορίσουμε κάποιες βασικές τέτοιες, τι γίνεται με τις διαβαθμίσεις που υπάρχουν. Πώς, ας πούμε, καλύπτεται η ανάγκη για διακοπές.

Σε κάμπινγκ, ή σε πεντάστερο ξενοδοχείο; Με ένα δυο σαββατοκύριακα μέσα στο καλοκαίρι, ή με έναν μήνα χωρίς… διακοπές; Στο εξοχικό που έχουν τα πεθερικά στο χωριό, ή σε κάποιο εξωτικό νησί;

Οι παλιοί, μέσα στη σοφία τους, έλεγαν ότι «ανάλογα με το πάπλωμα απλώνεις και τα πόδια». Ακόμη και ένα τεράστιο πάπλωμα όμως είναι κάτι… πεπερασμένο. Συμβαίνει το ίδιο με τις ανάγκες μας;

Τι γίνεται με τις σπουδές των παιδιών; Πόσα χρήματα είναι αρκετά για να ικανοποιηθεί η ανάγκη τους γι’ αυτές. Και πού θα σπουδάσουν; Στο ΤΕΙ της πόλης που ζείτε ή σε κάποιο από τα μεγάλα ιδιωτικά πανεπιστήμια του εξωτερικού;

Το άλλο πουλάκι:
Δύο δημοσιεύματα.

Τα διάβασα με μια μέρα διαφορά, έτσι τα βρήκα στον τύπο, στην πραγματικότητα όμως τα χωρίζουν δέκα χρόνια. Διότι το ένα προέρχεται από την ενδιαφέρουσα στήλη των ΧΡΟΝΙΚΩΝ «περίπου σαν σήμερα πριν από 10 χρόνια».

(Το περίπου, για όσους δεν το καταλαβαίνουν, έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι ημερομηνίες έκδοσης των φύλλων μπορεί να είναι διαφορετικές, επειδή τα σαββατοκύριακα ή οι αργίες δεν συμπίπτουν.)

Τι συνέβαινε, λοιπόν, περίπου σαν σήμερα, πριν από δέκα, ακριβώς, χρόνια; Μια τετραμελής οικογένεια χρειαζόταν 3.500 ευρώ το μήνα, για να καλύψει τις ανάγκες της. Έτσι έκριναν τότε οι «ειδικοί».

Το τι είδους ανάγκες κάλυπτε και με ποιο τρόπο το θυμόμαστε όσοι έχουμε περισσότερα από δέκα χρόνια υπηρεσίας, όσοι δηλαδή προλάβαμε και ζήσαμε τα καλά χρόνια, όταν το ποσό αυτό δεν ήταν εξωπραγματικό.

Διότι, μια οικογένεια με δυο εργαζόμενους δημόσιους υπάλληλους δεν ήταν και πολύ μακριά από αυτόν τον προϋπολογισμό. Αν μάλιστα προσέθεταν τα «δώρα», όπως και το επίδομα άδειας…

Τότε μπορεί να ξεπερνούσαν τις 42.000 ευρώ τον χρόνο, άρα βρισκόταν πάνω από το ποσό που χρειαζόταν μια τετραμελής οικογένεια για να καλύψει τις ανάγκες της. Βέβαια, όλα αυτά μοιάζουν σήμερα μακρινό όνειρο.

Διότι, σας είπα για και για ένα δεύτερο δημοσίευμα που διάβασα αυτές τις μέρες. Μάθετε, λοιπόν, κι εσείς ότι αυτά τα χρόνια που μεσολάβησαν, έχει χαθεί από τη χώρα μας τεράστιος πλούτος.

Έχει χαθεί λόγω «της καθίζησης των αμοιβών των μισθωτών, αλλά και του τζίρου και κατ’ επέκταση τη κερδοφορίας των επιχειρήσεων, πλούτος της τάξης των 63,3 δισ. ευρώ». Σκεφθείτε τι έγιναν οι ανάγκες μιας τετραμελούς οικογένειας!

Από το (τεράστιο) παραπάνω ποσό, «τα 23,2 δισ. ήταν απώλειες σε μισθούς, ενώ η μείωση των μεικτών αποτελεσμάτων επιχειρήσεων ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων διαμορφώθηκε σε 40.1 δισ. ευρώ».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Όνειρο ήταν και πάει…

Όσοι το ζήσαμε, θα έχουμε να το διηγούμαστε στα παιδιά μας. Θα τους λέμε ότι τα χρήματα που αυτά παίρνουν τώρα σε έναν χρόνο, κάποτε έπεφταν στην οικογένειά μας μόνο τον μήνα Δεκέμβριο!

Την ίδια στιγμή που τα πρωινάδικα στα κανάλια μας βομβάρδιζαν με ρεπορτάζ τού τύπου «πόσο ακριβό θα είναι το χριστουγεννιάτικο τραπέζι», ή έκλαιγαν για «τη γαλοπούλα που έβγαλε φτερά».

Όμως, φίλοι μου, αυτό, η τεράστια δηλαδή μείωση στα οικογενειακά έσοδα, δεν είναι το χειρότερο που πάθαμε. Πιστεύω ότι η μεγάλη ζημιά έγινε στην υγεία μας και θα το βρούμε μπροστά μας τα επόμενα χρόνια.

Διότι, από εκεί που παίρναμε το βιβλιάριο και τρέχαμε σε όποιον γιατρό θέλαμε -τρέχαμε να πάρουμε μια δεύτερη γνώμη για το συνάχι που μας έπιασε χειμωνιάτικα- τώρα δεν πάμε να κάνουμε ούτε τα απαραίτητα.

Και τα απαραίτητα, δηλαδή οι προληπτικές εξετάσεις που πρέπει να γίνονται τακτικότατα μετά από μια ηλικία (σνιφ) δεν είναι να τα περιφρονείς, διότι θα τα βρεις μπροστά σου με τον χειρότερο τρόπο.

Αυτό μπορεί να κοστίζει στον πολίτη την υγεία του, μερικές φορές και τη ζωή του, στο κράτος όμως κοστίζει τεράστια ποσά. Επειδή η πρόληψη… προλαμβάνει πολύ μεγαλύτερα έξοδα από όσο οι κοστίζουν απαραίτητες εξετάσεις.

Να δούμε τι θα λέμε σε 10 χρόνια από σήμερα!
 Πού ‘ναι τα χρόνια, ωραία χρόνια…


Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

180327 ΜΥΘΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Η αναζήτηση της Αλήθειας!

Εννοείται με άλφα κεφαλαίο· διότι μια αλήθεια, για να είναι… αληθινή, αλλά και για να φαίνεται τέτοια, πρέπει απαραιτήτως να ξεκινάει με κεφαλαίο. Διαφορετικά είναι απλώς αλήθεια αληθοφανής.

Ποια είναι η Αλήθεια γύρω από το ’21; Αν την αναζητήσει κανείς με τον πιο γνωστό τρόπο αναζήτησης στο διαδίκτυο, θα πέσει πάνω σε χιλιάδες αποτελέσματα που γράφουν όλα πάνω κάτω τα ίδια.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Γιατί να αναζητήσει κανείς την Αλήθεια γύρω από το 1821 και την Επανάσταση του Γένους; Μα, γιατί δεν έχει κάτι καλύτερο να κάνει την 25η Μαρτίου.

Εντάξει η παρέλαση, εντάξει και ο μπακαλιάρος, αλλά μετά; Αφήστε που αν πάει να κάνει μια βόλτα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα πέσει πάνω σε πάρα πολλούς άλλους που έχουν ανακαλύψει ήδη την Αλήθεια.

Και, όπως επιβάλλεται από τους καλούς τρόπους συμπεριφοράς σε αυτά τα μέσα, οφείλει να την μεταλαμπαδεύσει σε όλους τους υπόλοιπους. Έτσι, και να μην θέλεις μόνος σου να την αναζητήσεις, θα πέσεις πάνω της οπωσδήποτε.

Το πιο ενδιαφέρον με την Αλήθεια γύρω από το ’21 είναι ότι εκείνοι που την ανακαλύπτουν κάνουν όπως οι μαθητές του Γυμνασίου, όταν ακούσουν πρώτη φορά για την ομοφυλοφιλία του Καβάφη.

Τρέχουν να διαδώσουν το νέο στους κολλητούς τους, το συζητούν όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, και οι πιο θρασείς (καμιά φορά και οι πιο αφελείς) θα φτάσουν να ρωτήσουν και τη φιλόλογό τους.

«Κυρία, είναι αλήθεια ότι ο Καβάφης ήταν ομοφυλόφιλος;»
Τι να απαντήσει τότε η καημένη η καθηγήτρια; Ότι δεν γνωρίζει ούτε έχει ακούσει κάτι σχετικό; Ότι αυτό… δεν είναι μέσα στην ύλη;

Ή να επιβεβαιώσει τη «φήμη» και να τους αναφέρει και ένα σωρό άλλους μεγάλους δημιουργούς, οι οποίοι όμως έμειναν στην ιστορία για τη σπουδαιότητα του έργου τους κι όχι για τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό;

Το άλλο πουλάκι:
Τι θυμήθηκα τώρα!

Μια παλιά ιστορία με πρωταγωνιστές δυο φίλους από τους οποίους δυστυχώς, κανείς δεν βρίσκεται στη ζωή. Όταν ήταν φοιτητές, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, έκαναν μια περιήγηση στο Άγιον Όρος.

Εκεί συνάντησαν έναν φωτισμένο γέροντα που τους μίλησε για πολλά και διάφορα. Αυτοί όμως, θέλοντας να τον «πειράξουν», δεν τον ρώτησαν τίποτε άλλο παρά αν είναι αλήθεια ότι στο Όρος υπάρχουν και ομοφυλόφιλοι μοναχοί. 

Νόμιζαν ότι θα τον φέρουν σε δύσκολη θέση και ήθελαν να δουν πώς θα αντιδράσει.
«Ναι, αλήθεια είναι», τους απάντησε εκείνος. Οι φουκαράδες πήγαν να χαρούν με την «επιτυχία» τους.

«Καλό είναι βέβαια», εξακολούθησε ο γέροντας, «όταν έρχεται κανείς στο Όρος, να αναζητά πράγματα που δεν μπορεί να τα βρει αλλού. Αν όμως εσείς ήρθατε γι’ αυτό, τότε μπορώ εγώ ο ίδιος να σας γνωρίσω κάποιους».

«Μας έφυγε η μαγκιά», μου διηγόταν ο συγχωρεμένος ο φίλος μου. Και, φυσικά, μου έλεγε πώς, μετά από αυτό, άνοιξαν τα μάτια τους και είδαν στ’ αλήθεια ένα σωρό σπουδαία πράγματα στην περιήγησή τους.

Κάπως έτσι συμβαίνει συνήθως, όταν ανακαλύπτουμε Αλήθειες, οι οποίες κάθε άλλο παρά κρυφές είναι. Μόνο που εμείς, επικεντρωνόμαστε σ’ αυτές και αφήνουμε να μας ξεφύγει η ουσία.

Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και με τις περίφημες Αλήθειες τού 1821; Εκεί βέβαια το πράγμα έχει και βαθύτερα αίτια. Διότι οι περισσότεροι κάνουμε ένα πολύ σημαντικό λάθος. Μαθαίνουμε την Ιστορία μας από δύο κυρίως «πηγές».

Η πρώτη είναι το Σχολείο. Μαθαίνουμε, αν μαθαίνουμε, μόνο όσα υπάρχουν στη σχολική ύλη και πέραν τούτων τίποτε. Η άλλη «πηγή» μας είναι το διαδίκτυο και κάποιες Αλήθειες που ανακαλύπτουμε εκεί.

Οι οποίες είτε έρχονται σε αντίθεση με κάτι που μάθαμε στα μαθητικά μας χρόνια, είτε απλώς δεν συμπεριλαμβάνονταν στα σχολικά εγχειρίδια και τη διδακτέα ύλη. Και τότε ποιος μας πιάνει!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ξεσκεπάσαμε τη συνομωσία!

Η οποία μάς ήθελε στο σκοτάδι και γι’ αυτό κρατούσε κρυφές όλες εκείνες τις γνώσεις που μας αποκαλύφτηκαν… μόλις γκουγκλάραμε το «αλήθειες και ψέματα γύρω από το ‘21». Τόσο καλά κρυμμένες ήταν!

Αν βέβαια κάναμε το κόπο να ανοίξουμε την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, θα βλέπαμε ότι όλες αυτές οι «κρυμμένες» Αλήθειες είναι μια χαρά γραμμένες μέσα εκεί. Στο πιο επίσημο βιβλίο που θα μπορούσε να υπάρξει!

Εκεί θα μπορούσε κανείς να διαβάσει, για παράδειγμα, για τον «Θρύλο της Αγίας Λαύρας» (σσ. 83-84). Ποιος όμως θα μπει στον κόπο να ξεφυλλίσει τον περίφημο δωδέκατο τόμο της Εκδοτικής Αθηνών; Κι έτσι απευθυνόμαστε στο έγκυρο διαδίκτυο.

Το οποίο τρέφει μια χαρά την ανάγκη μας να πιστεύουμε σε σκοτεινές συνομωσίες και κρυμμένες αλήθειες. Μόνο που έτσι χάνουμε κι εμείς, σαν τους δυο φίλους προσκυνητές, τον σκοπό της «επίσκεψής» μας στην Ιστορία.

Διότι, τελικά, αν μελετήσουμε την Ιστορία της Επανάστασης, θα δούμε ότι έχουμε να μάθουμε και να διδαχτούμε πολύ πιο σημαντικά πράγματα από την αποκάλυψη των «ακίνδυνων εθνικών μύθων» (Θ. Βερέμης) που πιστεύουμε ότι μας έκρυβαν.  

Και θα δούμε ότι, αν κάτι μας κρατάει στην άγνοια δεν είναι κάποια συνομωσία μυστικών κέντρων συμφερόντων, αλλά η δική μας απροθυμία να ανοίξουμε ένα βιβλίο και να ξεστραβωθούμε.
 Ο μύθος της αλήθειας!

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

180323 ΣΥΝΕΧΕΣ


Τα τρία πουλάκια:
Το έχουμε ξανακάνει.

Και σας άρεσε! Τέτοιες μέρες, παραμονή του εορτασμού της μεγάλης Επανάστασης του Γένους, αντί να σας αρχίσουμε στα επετειακά, που τα έχουμε πει τόσες φορές, αφήσαμε κάποιους άλλους να μιλήσουν.

Σήμερα, λοιπόν, ας ακούσουμε μερικές ενδιαφέρουσες σκέψεις της Ελένης Ερβελέρ, σχετικά την συνέχεια του ελληνισμού, έτσι όπως τη συνειδητοποίησαν οι Βυζαντινοί και έφτασε μέχρι τα χρόνια της Επανάστασης:

Πότε αρχίζει να υπάρχει συνείδηση της ελληνικότητας στο Βυζάντιο, αν υπάρχει;

Ουδέποτε το όνομα Έλλην ξαναβρήκε όλη του την αίγλη, αλλά το Ρωμηός, Ρωμαίος, σήμαινε Έλληνας το γένος και τη γλώσσα, η οποία γλώσσα ήταν γραικική και τα ήθη ρωμαϊκά.

Όταν πάει να παντρευτεί μία πριγκίπισσα δυτική έναν μέλλοντα αυτοκράτορα του Βυζαντίου, είμαστε στον ένατο αιώνα, εκεί λέει: «Στέλνουμε έναν Πρωτοσπαθάριο για να της μάθει τη γραικική γλώσσα και ήθη ρωμαϊκά». Αυτά είναι τα βυζαντινά.

Πότε όμως οι βυζαντινοί αποκτούν τη συνείδηση της ελληνικής συνέχειας; Έχω μία απόδειξη αδιάψευστη. Αυτό λοιπόν συμβαίνει όταν οι βυζαντινοί αρχίζουν και λένε ότι οι Τούρκοι είναι Πέρσες Αχαιμενίδες. Και ερωτώ τι σχέση έχουν οι Τουρκομάνοι, Αηδίνογλου, Μεντεσέ, Καραμανλήδες, Οθωμανοί κτλ με τους Πέρσες; Δεν έχουν καμία σχέση.

Προσπαθούν να αποδείξουν ότι, όπως οι μαραθωνομάχοι και οι σαλαμινομάχοι έδιωξαν και κατάφεραν να απωθήσουν τους Πέρσες, έτσι θα κάνουνε και αυτοί. Οπότε αναγνωρίζουν κατά κάποιο τρόπο τη συνέχεια.

Όταν ο Μανουήλ ο Παλαιολόγος, είμαστε αρχές του 15ου αιώνα τώρα, θέλει να ζητήσει κάποια βοήθεια απ’ έξω, ο Γεμιστός ο Πλήθων του λέει: «μη διστάσεις να ζητήσεις ότι θέλεις, γιατί αυτό θα είναι αντίδωρο απ’ όσα έχουμε δώσει».

Και άλλωστε, για να γυρίσω τώρα πίσω στους αιώνες, ήδη όταν ο Ιουλιανός ο παραβάτης θέλει να επαναφέρει την αρχαία θρησκεία και ονομάζει τους χριστιανούς Γαλιλαίους, απαγορεύοντάς τους να χρησιμοποιήσουν ως και την ελληνική γλώσσα, διότι γλώσσα της διανοίας και του άλλου πράγματος, τότε ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός του στέλνει την περίφημη διατριβή «τίνος το ελληνίζειν» και αποδεικνύει ότι τα πάντα, τα πάντα, τα έχουν παραλάβει και οι χριστιανοί από τους αρχαίους, πλην ενός - της παιδεραστίας.

Το ότι έχουμε κάποια συνέχεια, η οποία οπωσδήποτε είναι γλωσσική αλλά και διανοητική, εάν θέλετε, φαίνεται και όταν ο Μέγας Βασίλειος λέει στους νέους: «να διαβάζετε τα αρχαία κείμενα». Τότε οπωσδήποτε γλωσσικά είμαστε μέσα στην εξέλιξη.

Και όταν οι βυζαντινοί μιλούν για δημοτική, τα γεωγραφικά κείμενα, η λιτή γλώσσα δεν είναι τίποτα άλλο παρά η δημοτική. Για να μη μιλήσουμε για τα νοταριακά, για τα έγγραφα των πωλήσεων που είναι γραμμένα στην απλοϊκή δημοτική γλώσσα που μιλούσε ο Μακρυγιάννης και που μιλάμε, που λέει ο λόγος, μέχρι τα σήμερα.

Δηλαδή, πώς αντιλαμβάνονταν την ελληνικότητά τους τότε;

Η ελληνικότητα είναι πρώτα απ’ όλα ελληνογλωσσία και ελληνοφωνία, έπειτα μια συνείδηση συνέχειας ιστορικής, αλλά αυτοί που το κάνουν λέγονται Ρωμιοί. Μάλιστα υπάρχουν ένα σωρό κείμενα που μιλούν για καθαρούς Ρωμαίους, γιατί αυτοί που ήτανε στα σύνορα και οι οποίοι στα μεν βόρεια έχουνε επαφή με τους Σλάβους, στα δε ασιατικά με τους Άραβες, είναι μιξοέλληνες ή μιξοβάρβαροι, ενώ οι καθαροί Έλληνες, οι καθαροί Ρωμαίοι είναι αυτοί της Πόλης.

Οπότε ελληνοφωνία από τη μια μεριά και συνείδηση της ιστορικής συνέχειας, αυτά τα δύο κάνουν κατά κάποιο τρόπο μία πτυχή της ταυτότητας της βυζαντινής, η οποία όμως πάνω από όλα είναι -και το υπογραμμίζω- η συνείδηση έθνους χριστιανών.

Το λέει ο ίδιος ο Λέων ο 6ος στα τακτικά του ότι «αγωνιζόμεθα υπέρ των αλυτρώτων αδελφών ως έθνος χριστιανών»∙ οπότε χριστιανοί ελληνόφωνοι, με ρωμαϊκή καταβολή όσον αφορά τα διοικητικά πράγματα.

Αυτή είναι η ρωμιοσύνη την οποία αποποιηθήκαμε, μολονότι είναι σύγκαιρη της ιστορίας. Όπως γράφει και ο Μιχαηλίδης ο ποιητής ο Κύπριος την αποποιηθήκαμε, γιατί όπως δεν ελευθερώσαμε την κοιτίδα του γένους, την Πόλη, είπαμε κάνοντας πρωτεύουσα ένα λασποχώρι, τότε το 1830, ότι είμαστε απόγονοι του Περικλή και έκτοτε ούτε ένα κείμενο βυζαντινό δεν διδάσκεται στα σχολειά.

Όλοι ξέρουν το Έρως ανίκατε μάχαν και τα λοιπά αλλά κανένας δεν ξέρει τι εστί Άννα Κομνηνή, τι εστί Ατταλειάτης, τι εστί Προκόπιος και τα λοιπά και τα λοιπά…

Μα και όταν μας ιδρύουν το κράτος προσπάθησαν να εξαλείψουν τα 1000 χρόνια Βυζαντίου και ο Κοραής πήγε να φτιάξει μια άλλη γλώσσα καθαρή. Πίστεψαν πως για να γίνουμε Έλληνες θα πρέπει να γίνουμε πρώτα Δυτικοί.

Αποφεύγω ως ιστορικός να λέω ποιο ήταν το σκεπτικό τους. Δεν ξέρουμε τίποτα. Το μόνο που ξέρουμε από τον Κοραή είναι ότι είπε πως με το να θεωρούν οι Έλληνες τον εαυτό τους απόγονο του Μιλτιάδη και του Λεωνίδα θεωρούν ότι 400 χρόνια ήταν αιχμάλωτοι και όχι δούλοι.

Έχουμε αυτή την η ρετσινιά των 400 χρόνων. Αυτά τα 400 χρόνια βάζουν σε παρένθεση και, όπως δεν έχουν και την Πόλη, δεν ξέρουν το Βυζάντιο, γιατί Κωνσταντινούπολη ίσον Βυζάντιο. Ή την ξέρεις ή δεν την ξέρεις.

Οι Ρουμάνοι έχουν κάνει την αγιοποίηση της Κωνσταντινούπολης. Eάν πάτε στο Κουμόρο, στο Βορονέτς, θα δείτε ότι έχουν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως ως εικόνα.

Ο μόνος ο οποίος κάνει ακριβώς την ίδια προσπάθεια είναι ο Μακρυγιάννης. Όταν παραγγέλνει τους 23 πίνακες για τις μάχες της απελευθέρωσης στον Παναγιώτη Ζωγράφο, τι του λέει; Ο πρώτος πίνακας είναι η Άλωση της Πόλης.

Άρα από εκεί αρχίζουμε, από την Άλωση της Πόλης γινόμαστε οι νεοέλληνες και ο Μακρυγιάννης το ξέρει καλύτερα από τον καθένα.

Παρά σαράντα χρόνια...


Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

180322 ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Κανείς δεν γύρισε πίσω…

Έτσι λένε και έτσι πρέπει να είναι. Αν και υπάρχουν περιπτώσεις στην Ιστορία (ή στη Μυθολογία που… «είναι η Ιστορία των παλαιών ανθρώπων») όπου αναφέρονται και άνθρωποι που «πήγαν και ήρθαν».

Είτε επειδή τους ανατέθηκε κάποια αποστολή, είτε επειδή έπρεπε να αναζητήσουν κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, είτε επειδή δεν πρόλαβε να τους κρατήσει στη ζωή κάποιος Φίλος, έκαναν το ταξίδι… με επιστροφή.

Είχαν όμως ελάχιστα να μας πουν. Όσοι μίλησαν περιέγραψαν πράγματα και καταστάσεις που ήταν ήδη γνωστά, γεγονός που μπορεί να μας βάλει σε υποψίες. Υποψίες ότι ο «άλλος κόσμος» είναι… όπως ακριβώς τον ξέρουμε!

Όχι όπως τον ξέρουμε εσείς κι εγώ, αλλά όπως τον βλέπουμε κάθε φορά οι άνθρωποι. Σε διαφορετικές εποχές, σε διαφορετικούς τόπους, όσοι επέστρεψαν από τον κάτω κόσμο τον περιέγραψαν όπως τον γνώριζαν πριν τον επισκεφθούν.

Που πάει να πει τι; Μήπως ότι πρόκειται για ένα δημιούργημα δικό μας; Όλων ημών των ζώντων, οι οποίοι χτίζουμε τον άλλο κόσμο σύμφωνα με τις πεποιθήσεις, τους φόβους ή τις προσδοκίες που έχουμε;

Ξέρετε, βέβαια, ότι κάτι τέτοιο έρχεται να συμφωνήσει και με τις πλέον σύγχρονες παραδοχές της κβαντικής Φυσικής και της Αστροφυσικής, που λένε ότι τίποτε, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει, μέχρι να το παρατηρήσουμε.

Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε είναι αδύνατον να δώσουμε στο υπό παρατήρηση αντικείμενο ιδιότητες που δεν εμπεριέχονται στις ήδη υπάρχουσες εμπειρίες μας. Να το «δούμε» δηλαδή ως κάτι πέρα από οτιδήποτε γνωστό.

Ας μην το συνεχίσουμε άλλο. Ας πούμε μόνο ότι, υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν είναι τυχαίο πως οι περιγραφές του κάτω κόσμου που έχουμε, από όσους έζησαν την εμπειρία να… πεθάνουν και να επιστρέψουν, είναι αυτές που ξέραμε ήδη.

Και αυτές που ήξεραν και οι ίδιοι! Ακόμη κι αν είδαν κάτι… τελείως νέο, που δημιουργήθηκε ακριβώς τη στιγμή που το παρατηρούσαν, αυτό ήταν αδύνατον να περιγραφεί με λέξεις ή εικόνες… τελείως νέες. 

(Έχω την εντύπωση ότι κάτι αντίστοιχο λέει και η πατερική θεολογία, όμως αυτά είναι ακόμη πιο βαθιά νερά, γι’ αυτό ας τα αφήσουμε σε ειδικούς. Δεν εμπίπτουν στο αντικείμενο μιας απλής, καθημερινής κουβέντας.)

Το άλλο πουλάκι:
Τι τα ψάχνεις τώρα;

Εδώ έχουμε την περίπτωση του ανθρώπου που επέστρεψε από τη χώρα των νεκρών, όμως κανείς δεν θέλει να του αναγνωρίσει αυτή την επιστροφή. «Νεκρός είσαι και τέτοιος θα παραμείνεις», του λένε όλοι.

Τώρα, το γεγονός ότι η επιστροφή αυτή έγινε στη Ρουμανία, χώρα με μακρά παράδοση σε περιπτώσεις επιστροφής από τη χώρα των νεκρών, μόνο σαν σύμπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί.

Ας πιάσουμε όμως την ιστορία από την αρχή. Ο άνθρωπος έφυγε από… τη ζωή των δικών του πριν από αρκετά χρόνια˙ συγκεκριμένα το 1992. Τι έγινε; Σας παραξένεψε η έκφραση που χρησιμοποίησα;

Μα, πριν από λίγο δεν τα είπαμε για την παρατηρούμενη πραγματικότητα; Αν δεν φύγεις από τη ζωή κάποιων, αν δηλαδή ο θάνατός σου δεν σημαίνει τίποτε για κανέναν, τότε απλώς… δεν πεθαίνεις.

Δεν πεθαίνεις, δεν μπορείς να πεθάνεις, επειδή, απλούστατα, δεν ζεις. Ζούμε, υπάρχουμε, όταν αυτή η ύπαρξη σημαίνει κάτι, έχει νόημα για κάποιους. Για τους οποίους κάτι θα σημάνει και το τέλος της ύπαρξής μας.

Διαφορετικά…
Τέλος πάντων, ο άνθρωπος έφυγε το 1992 από τη ζωή των δικών του και πήγε… στην Τουρκία. Έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του και κανένα σημείο ζωής δεν έλαβαν από αυτόν.

Ήταν δηλαδή κυριολεκτικά νεκρός. Πέρασαν είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια και η σύζυγός του, η χήρα του δηλαδή, ζήτησε να ανακηρυχθεί και νομικά, δηλαδή επισήμως νεκρός˙ οπότε εκδόθηκε και το πιστοποιητικό θανάτου του.

Έλα όμως που οι αρχές του άλλου κόσμου, δηλαδή της Τουρκίας, ανακάλυψαν πρόσφατα πως αυτός βρισκόταν εκεί χωρίς νόμιμη άδεια παραμονής και τον έστειλαν από εκεί που ήρθε.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πίσω στη Ρουμανία.

Όπου διαπίστωσε ότι ήταν ήδη νεκρός και μάλιστα ήταν αδύνατον να βρεθεί κάποιος τρόπος αυτό να ανακληθεί. Ήταν και θα εξακολουθούσε να παραμένει νεκρός, μέχρι… Δευτέρα Παρουσία.

Ο λόγος; Όταν πάρθηκε η δικαστική απόφαση για τον θάνατό του, αυτός δεν κατέθεσε έφεση μέσα στο προβλεπόμενο από τον νόμο χρονικό περιθώριο. Έτσι η απόφαση θεωρείται τελεσίδικη: Νεκρός για πάντα.

Βλέπετε κι εσείς μια αντίφαση; Μα φυσικά. Δεν λέμε πάντοτε «ο αποθανών δεδικαίωται»; Ε, αφού το δικαστήριο κρίνει ότι είναι νεκρός, δεν πρέπει και να τον… δικαιώσει, δηλαδή να αναγνωρίσει ότι είναι ζωντανός;

Από τη στιγμή όμως που θα πάψει να είναι πεθαμένος, δεν χάνει το πλεονέκτημα αυτό των αποθανόντων; Οπότε;
Οπότε μπλέκουμε στα γρανάζια της αυτοαναφορικότητας, που είναι χειρότερα από εκείνα της γραφειοκρατίας.

Όταν μάλιστα εμπλέκονται τα μεν με τα δε…
Βρίσκεσαι στη θέση που βρίσκεται αυτός ο ζωντανός νεκρός, που δεν δικαιούται ούτε να εργαστεί, ούτε σύνταξη να πάρει, ούτε κανένα άλλο επίδομα.

Τον συντηρούν κάποιοι γείτονες, αφού και οι δικοί του άνθρωποι έχουν φύγει από τη ζωή ή έχουν φύγει για άλλες χώρε, πράγμα που, όπως είπαμε, δεν κάνει διαφορά. Είναι, δηλαδή, νεκροί γι’ αυτόν, όπως κι αυτός για κείνους.

Τώρα όμως προκύπτει ένα νέο ερώτημα: Τι είναι οι νεκροί των… νεκρών;
Όμως ας το αφήσουμε για άλλη φορά, δεν έχω κουράγιο να το συζητήσουμε άλλο.
«Πέθανα!»
 Ζωντανοί νεκροί.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

180321 ΑΝΤ-ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Άμα έχεις φίλους…

Σας λέγαμε χθες τα όσα μας μετέφερε κάποιος φίλος που έχει πολλά χρόνια μέσα στα Σχολεία. Ε, λοιπόν, «τσίμπησε» και κάποιος άλλος. Ο οποίος μας έστειλε τις απόψεις του να τις συζητήσουμε. Αν θέλουμε.

Βεβαίως και θέλουμε. Πρώτον διότι είναι πάντοτε καλό να ακούς τους επαΐοντες, ανθρώπους που ζουν από μέσα ένα ζήτημα, και δεύτερον διότι δεν μιλάμε για τυχαίες απόψεις, αλλά, όπως θα δείτε, αρκετά ενδιαφέρουσες:

Στα Σχολειά μας δεν υπάρχει αξιολόγηση. Υπάρχει ένα σύστημα βαθμολόγησης των μαθητών, με βάση το οποίο όλοι παίρνουν πολύ μεγαλύτερους βαθμούς από ό,τι πραγματικά αξίζουν.

Επιπλέον, υπάρχει η τάση να συμμετέχουν όλα τα παιδιά σε κάθε τι που κάνει το Σχολείο, είτε μπορούν να τα καταφέρουν, είτε όχι. Έτσι έχουμε θεατρικές παραστάσεις και σχολικές γιορτές στις οποίες συμμετέχουν όλοι.

Υποχρεωτικά! Η υποχρεωτικότητα είναι και για τους εκπαιδευτικούς, που οφείλουν να «αξιοποιήσουν» όλα τα παιδιά, αλλά και για τους μαθητές, ασχέτως αν υπάρχουν κάποιοι που δεν ενδιαφέρονται.

Αυτό, το ότι δεν ενδιαφέρονται, αποδεικνύεται με πολλούς τρόπους, κυρίως όμως με το ότι δεν κάνουν τον κόπο να μάθουν σωστά τις πέντε αράδες που τους ανατίθενται. Προσοχή! Δεν μιλάμε για παιδιά με δυσκολίες μάθησης.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα παιδιά διαβάζουν από μέσα τα λόγια που έχουν να πουν. Λοιπόν, κάποια δεν κάνουν τον κόπο να παιδευτούν λίγο, ώστε να μάθουν να τα διαβάζουν, ξαναλέω να τα διαβάζουν, σωστά.

Και κανείς δάσκαλος δεν τολμά να πάρει την πρωτοβουλία να τους… απαλλάξει από τη συμμετοχή τους στη γιορτή. Ή να τους πει «την επόμενη φορά θα πάρουν μέρος μόνο όσοι σταθούν αξιοπρεπώς».

Δεν θα έπρεπε όμως; Να γίνεται ένας μίνι διαγωνισμός, μια μικρή «οντισιόν» και οι ρόλοι, τα ποιήματα καθώς και τα κείμενα να δίνονται σε εκείνους που μπορούν να τα εκφέρουν όπως απαιτεί η περίσταση.

Το άλλο πουλάκι:
Ξέρετε τι θα γίνει τότε;

Ο κάθε γονιός παιδιού που θα αποκλείεται, θα ξεσηκώνει τον κόσμο και θα προσπαθεί να «αποδείξει» ότι έγινε αδικία. Ότι το δικό του παιδί τα έλεγε καλύτερα, αλλά οι δάσκαλοι το απέκλεισαν για άλλους λόγους.

Ό,τι περίπου γίνεται με τις βαθμολογίες, δηλαδή. Όπως, επομένως, οι δάσκαλοι βάζουν σε όλους άριστα, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο, έτσι τους δίνουν και ρόλους στις γιορτές και ό,τι θέλει ας γίνει.

Στο κάτω κάτω, αν ο γονιός είναι ευχαριστημένος με τον τρόπο που τα λέει το παιδί του, αν δεν ντρέπεται για λογαριασμό του να μην μπορεί να διαβάσει σωστά πέντε αράδες, ε, ας εκτεθεί ο ίδιος.

Αυτή όμως είναι μια πέρα για πέρα λανθασμένη αντιμετώπιση. Όχι μόνο επειδή πολλοί γονείς ενθουσιάζονται από το γεγονός και μόνο ότι το παιδί τους στάθηκε στη σκηνή. (Εξάλλου, στη φωτογραφία στο ίντσαγκραμ δεν θα φαίνεται τι είπε!)

Είναι λανθασμένη διότι δίνει στα παιδιά λάθος μηνύματα. Πως δεν χρειάζεται να προσπαθούν να γίνουν καλύτερα, πως σοβαροί και «χαβαλέδες» αντιμετωπίζονται το ίδιο -αφήστε που οι δεύτεροι μπορεί να αποσπάσουν περισσότερα χειροκροτήματα.

Η ζωή, όμως, λέει άλλα. Και μάλιστα το λέει καθημερινά, ακόμη και μέσα από τα πολύ χαμηλού επιπέδου τηλεοπτικά παιχνίδια, τα οποία παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα παιδιά της σχολικής ηλικίας.

Εκεί δεν έχει χατίρια! Εκεί δεν έχει «μπράβο» σε όλους! Κάποιοι προχωρούν και κάποιοι αποκλείονται. Εκεί οι κριτικές επιτροπές είναι αυστηρές και αμείλικτες. Αν δεν κάνεις σωστά αυτό που σου έχει ανατεθεί…

Θα μου πείτε εκεί υπάρχει ένας υπέρμετρος και συχνά απάνθρωπος ανταγωνισμός. Τέτοιο Σχολείο θέλουμε; Ασφαλώς όχι. Πώς θα σας φαινόταν όμως ένα Σχολείο που θα έκανε στο τέλος της χρονιάς μια διαφορετική γιορτή;

Μια γιορτή όπου τα παιδιά θα διαγωνίζονταν, ανάλογα με την ηλικία τους, στην ανάγνωση, στην ορθογραφία, στην Ιστορία, τη Γεωγραφία ή τη λύση προβλημάτων; Κάποιες μάλιστα συμμετοχές θα μπορούσαν να είναι ομαδικές.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Σαν ένα παιχνίδι!

Οι μαθητές, ατομικά ή κατά ομάδες, θα διαγωνίζονταν στο… σταυρόλεξο. Σε ερωτήσεις Φυσικής, ή στην εκτέλεση πειραμάτων. Στο ποιος θα διαβάσει καλύτερα ένα κείμενο «πρίμα βίστα», ή κατόπιν προετοιμασίας.

Μιλάμε για ερωτήσεις ή για δοκιμασίες που έχουν να κάνουν με όσα διδάχτηκαν τα παιδιά στη διάρκεια της χρονιάς που τελειώνει. (Οι καλύτεροι θα μπορούσαν να πάρουν μέρος στην επόμενη σχολική παράσταση, ή να εκπροσωπήσουν το Σχολείο σε έναν πιθανό μεγαλύτερο διαγωνισμό.)

Αυτό, μάλιστα! Θα ήταν μια αληθινή σχολική γιορτή, την οποία θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν και γονείς, καθώς και όποιος άλλος από την τοπική κοινωνία το επιθυμεί. Τι λέτε; Θα έκανε το Σχολείο ανταγωνιστικό;

Την απάντηση την έδωσε ο φίλος, ο οποίος μας μίλησε για όλα αυτά: «Όποιος υποστηρίζει κάτι τέτοιο δεν έχει δει με τι χαρά συμμετέχουν τα παιδιά στα ανταγωνιστικά παιχνίδια που κάνουν στο τέλος κάθε χρονιάς.

Γιατί μόνο στη Φυσική Αγωγή και όχι και στα άλλα τα μαθήματα; Στο κάτω κάτω, ας δοκιμαστεί και, αν δούμε ότι δεν περπατάει όπως το έχουμε στον νου μας, το καταργούμε. Τόσες και τόσες “μεταρρυθμίσεις” έχουμε φάει.

Αφήστε που η προετοιμασία μιας τέτοιας γιορτής θα γεμίσει και τον χρόνο των δασκάλων, όταν θα κάθονται τριάντα ώρες στο Σχολείο, χωρίς να ξέρουν τι να κάνουν».

Σαν πολλά δεν γνωρίζει αυτός;
Είπαμε να του δώσουμε τον λόγο…
 Η γνώση (πρέπει να) είναι παιχνίδι!

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

180321 ΣΤΟΧΟΠΟΙΗΜΕΝΟΝ-2


Το ένα πουλάκι:
Είναι θέμα εμπιστοσύνης…

Η οποία ασφαλώς και δεν μπορεί να είναι τυφλή, αλλά είναι αδύνατο, ανυπόφορο, να μην υπάρχει καθόλου. Ακόμη όμως κι έτσι να είναι, θα πρέπει να κάνεις πέτρα την καρδιά σου και να προσποιηθείς.

Θα σας εξηγήσω τι εννοώ. Λέγαμε χθες για τον τρόπο που αντιδρούμε, στην εποχή των σόσιαλ μίντια, σε κάτι που δεν μας αρέσει. Και είδαμε τον δρόμο χωρίς επιστροφή που πήρε η ανάρτηση μιας μητέρας.

Η οποία, για να μιλήσουμε επί του συγκεκριμένου παραδείγματος, είχε μια διαφωνία (επειδή προφανώς δεν κατάλαβε) με τη δασκάλα, μια ένσταση επάνω στο ποίημα που εκείνη έδωσε στο παιδάκι της.

Τι έπρεπε να κάνει; Το πιο φυσιολογικό και ανθρώπινο: Αντί να αναρτήσει το ποίημα και την άποψή της σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, να πάει στη δασκάλα και να μιλήσει μαζί της για το θέμα.

Θα έβλεπε ότι το ποίημα, συνολικά, κάθε άλλο παρά αντεθνικό είναι και η παρεξήγηση θα λύνονταν στο λεπτό. Επιπλέον, μπορεί η δασκάλα να έστελνε το πλήρες κείμενο και στις υπόλοιπες μητέρες, μήπως υπάρχει και άλλη που δεν κατάλαβε.

Τόσο απλά!
Δυστυχώς όμως, υπάρχει αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης προς το Σχολείο. Η οποία, αν συνδυαστεί με τη τρομερή έφεση να «επικοινωνούμε» μέσω διαδικτύου και να κοινοποιούμε ό,τι μας συμβαίνει…

Δεν είναι όμως κάτι πέρα από κάθε λογική; Δεν εμπιστεύεσαι τον δάσκαλο του παιδιού σου, στου οποίου τα χέρια το αφήνεις τόσες ώρες κάθε μέρα, και εμπιστεύεσαι τον κάθε «φίλο» που έχεις στο φέιμπουκ!

Τον οποίο πιθανότατα να μην γνωρίζεις ούτε εξ όψεως. Και ο οποίος έχει άλλους «φίλους» και εκείνοι άλλους, έτσι που το δικό σου θέμα μπορεί να πάρει διαστάσεις ανεξέλεγκτες. Αλλά μήπως αυτό δεν είναι που σε εξιτάρει;

Να όμως που το συγκεκριμένο θέμα, (μια παρεξήγηση πάνω σε) ένα ποιηματάκι σε νηπιαγωγείο, έφτασε στη γνωστή και μη εξαιρετέα εφημερίδα «στόχος», την τόσο ευαίσθητη στα εθνικά θέματα, που υμνεί καθημερινά εκείνους που «πούλησαν» τη μισή Κύπρο στους Τούρκους.

Το άλλο πουλάκι:
Τόσο καλά!

Με αφορμή όμως αυτό, τι θα λέγατε να μιλήσουμε και για την ουσία του θέματος. Που είναι η στάση και η συμπεριφορά κάποιων γονέων που (θέλουν να πιστεύουν ότι) είναι ευαίσθητοι σε θέματα πίστης και πατρίδας.

Πολύ πιο ευαίσθητοι από το Σχολείο! Το οποίο κατηγορούν, ως θεσμό, αλλά στην πραγματικότητα τα πρόσωπα, από τον υπουργό Παιδείας μέχρι τον τελευταίο δάσκαλο, για αντεθνική και αντιεκκλησιαστική στάση.

Θέλετε όμως να πούμε μερικές αλήθειες που ίσως πονέσουν; Μας τις φανέρωσε άνθρωπος που βρίσκεται στα Σχολεία περισσότερα από τριάντα χρόνια. Ακούστε, λοιπόν, και βγάλτε τα συμπεράσματά σας.

Στα Σχολεία μας γίνεται κάθε πρωί προσευχή. Ε, λοιπόν, υπάρχουν μαθητές που, μετά από χρόνια, όχι μόνο το «Πάτερ ημών» δεν γνωρίζουν, αλλά ούτε τον σταυρό τους μπορούν να κάνουν σωστά.

Ποιος φταίει γι’ αυτό; Τίνος δουλειά είναι να μάθει στο παιδάκι να προσεύχεται, να κάνει το σταυρό του και να στέκεται με τον στοιχειώδη σεβασμό, όταν παρακολουθεί μια ιερή ακολουθία, όπως ο Αγιασμός;

Τα Σχολεία μας (δηλαδή οι δάσκαλοι, οι μαθητές, οι γονείς και όλοι όσοι εμπλέκονται στη διαδικασία της εκπαίδευσης) γιορτάζουν τους Τρεις Ιεράρχες. Την ημέρα εκείνη πραγματοποιείται επίσημος εκκλησιασμός του Σχολείου.

Ε, λοιπόν, οι φουκαράδες οι δάσκαλοι τρομάζουν να πείσουν τους μαθητές να προσέλθουν στον εκκλησιασμό. Δεν μιλώ για τους γονείς… Οι περισσότεροι θεωρούν τη γιορτή απλώς ως μια «αργία», μια καλή ευκαιρία να κάνουν κάτι άλλο με τα παιδιά τους.

Να είστε βέβαιοι ότι είναι οι ίδιοι που θα βγουν ανά τας ρύμας και τας οδούς του διαδικτύου, αν ποτέ ξεκινήσει καμιά συζήτηση για την κατάργηση του (καταργημένου από τους ίδιους) εορτασμού των Τριών Ιεραρχών.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Να μιλήσουμε και για πατρίδα;

Ξέρετε όλοι, φαντάζομαι, το άγριο κυνηγητό που πέφτει, όχι τόσο από δασκάλους όσο από καθηγητές, για να πάρουν μέρος οι μαθητές στην παρέλαση. Πού είναι τότε οι υπερευαίσθητοι περί τα εθνικά γονείς τους;

Και στις σχολικές εορτές; Βάζουν ο δάσκαλος και οι δασκάλα πέντε αράδες σε κάθε παιδί (διότι πρέπει, λέει, να συμμετέχουν όλα) και τα περισσότερα δεν μπαίνουν στον κόπο να μάθουν… να τις διαβάζουν από μέσα.

Τι κάνουν οι γονείς στο σπίτι; Μπορούν οι δάσκαλοι να διδάξουν στο κάθε παιδί χωριστά τα λίγα λόγια που πρέπει να πει σωστά; Αν δώσουν ποιήματα ή ρόλους μόνο σε όσους τα καταφέρνουν, θα ακούσουν τα εξ αμάξης.

Πηγαίνουν, λοιπόν, οι υπερευαίσθητοι περί τα εθνικά γονείς στη σχολική γιορτή και καμαρώνουν το βλαστάρι τους που στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο αμίλητο, ή λέει άλλα ‘ντ’ άλλων, αφού κανείς δεν το ζόρισε να μάθει σωστά τα λογάκια του.

Η αλήθεια πονάει, φίλοι μου. Ρωτήστε έναν υπερήλικα. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην θυμάται κάποιο ποίημα που έμαθε στο σχολείο, όταν ήταν μικρό παιδάκι. Ρωτήστε και όποιον μαθητή θέλετε να σας πει κάτι αντίστοιχο.

Μετά από χρόνια συμμετοχών σε σχολικές γιορτές και παρελάσεις, υπάρχουν παιδιά που δεν γνωρίζουν όχι δυο στίχους, όχι τα ονόματα πέντε ηρώων, αλλά… τι γιορτάζουμε την κάθε εθνική επέτειο. 

Φταίει, λέτε, το Σχολείο και οι δάσκαλοι; Τότε, άλλα παιδιά πώς γίνεται και ξέρουν τόσα πολλά; Μήπως κάποιοι ασχολήθηκαν στο σπίτι κάπως περισσότερο;

Βλέπετε τι δύσκολες που είναι κάποιες απαντήσεις;
 Ξέρουμε κι εμείς να κατηγορούμε!