ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

130628 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ

Το ένα πουλάκι:
Λέω να την κάνω, σιγά σιγά…

Φτάσαμε στο τέλος της σαιζόν, φάγαμε και τον Ιούνιο, οι ζέστες άρχισαν να γίνονται ανυπόφορες και, το κυριότερο, έχουμε νέα κυβέρνηση.
Τι άλλο χρειάζεται ο άνθρωπος για να ξεκινήσει ξένοιαστος τις διακοπές του;
Πώς είπατε; Χρήματα;
Νομίζω ότι αυτό είναι μια… φτηνή δικαιολογία για όσους δεν αγαπούν τα ταξίδια, την περιπέτεια, την περιπλάνηση σε άγνωστους τόπους, τη γνωριμία με νέους ανθρώπους, όλο αυτό δηλαδή που ονομάζουμε ελληνικό καλοκαίρι.

Διότι, φίλοι μου, λεφτά υπάρχουν!
Και μπορώ να σας το αποδείξω πολύ εύκολα. Σκεφθείτε την «εναλλακτική» λύση να μην ήταν καλοκαίρι και να ήταν… χειμώνας. Πόσα χρήματα θα χρειαζόμασταν για να ζεσταθούμε;
Ε, αυτά τώρα μπορούμε να τα δώσουμε για να δροσιστούμε, πηγαίνοντας κάπου να αλλάξουμε τον αέρα μας.

Αφήστε το άλλο. Έχτε υπολογίσει πόσο κοστίζει η χειμωνιάτικη διατροφή και πόσο η καλοκαιρινή; Τώρα τη βγάζεις με μια ντομάτα και λίγο καρπούζι, που λέει ο λόγος.
Αν δεν έχεις ο ίδιος μπαχτσέ, όλο και θα υπάρχουν τίποτα κορόιδα γνωστοί σου, οι οποίοι αυτή την εποχή βγάζουν τόσα ζαρζαβατικά που δεν ξέρουν τι να τα κάνουν.

Αφήστε που, μια βόλτα να κάνεις, έναν άγνωστο να χαιρετήσεις στην αυλή του και να του πεις «πολύ ωραίο τον κάνατε τον μπαχτσέ σας, μερακλίδικο», το έβγαλες το φαγητό δυο ημερών.

Αμ, το άλλο;
Έχτε υπολογίσει πόσο κοστίζει το χειμωνιάτικο ντύσιμο, συγκριτικά με το καλοκαιρινό; Ένα ζευγάρι σαγιονάρες, ένα σορτσάκι και μια μπλουζίτσα, και βγάζεις ολόκληρη σαιζόν.

Μόνο, παιδιά, σας παρακαλώ. Μπλουζίτσα. Όχι φανελάκι, ούτε, φυσικά γυμνοί από τη μέση και πάνω, εκτός αν είστε κανένα από τα μοντέλα του Κάλβιν Κλάιν. Διαφορετικά, κανείς δεν έχει τη διάθεση να βλέπει τις κορμάρες σας.
Είπαμε, να φοράμε λίγα, αλλά καλαίσθητα.

Το άλλο πουλάκι:
«Εσύ δεν σπουδάζεις παιδί»!

Αυτό ήταν το ατράνταχτο επιχείρημα ενός φίλου, ο οποίος υποστήριζε ότι δεν του φτάνουν τα λεφτά να πάει ούτε μια εβδομάδα σε κάποια παραλία.
Τον κοίταξα παράξενα, κάνοντας αμέσως τους υπολογισμούς μου.

Πόσα σου χρειάζονται κάθε μήνα για το παιδί που σπουδάζεις, εκτός από τα ενοίκια; τον ρώτησα.
Μου απάντησε.
Ε, αυτά τα λεφτά, δυο μήνες τώρα, δεν θα τα στέλνεις στο παιδί σου. Σου φτάνουν και στου παραφτάνουν να κάνεις διακοπές, όχι μόνο μια αλλά δυο και τρεις εβδομάδες.

Αρκεί βεβαίως και το παιδί να δείξει κατανόηση και να μη θέλει, τώρα που θα έρθει στη Δράμα, τόσα και άλλα τόσα για καλοπέραση. Είπαμε, αυτή μπορεί να υπάρξει και με πολύ λιγότερα χρήματα, αυτό μας έμαθε η κρίση.

Το ένδοξο ελληνικό καλοκαίρι, λοιπόν, είναι εδώ και μας ζητάει να το ζήσουμε όσο μπορούμε πιο ξένοιαστα και πιο… οικονομικά.
Αφήνω το γεγονός ότι, παρά τη χρεοκοπία της χώρας, ο κάθε Έλληνας εξακολουθεί να διαθέτει ένα εξοχικό, δικό του, τις περισσότερες φορές, ή κάποιου πολύ δικού του ανθρώπου, στον οποίο μπορεί να φορτωθεί οικογενειακώς, χωρίς παρεξήγηση.

Δηλαδή, με παρεξήγηση, όμως ποιος τα λογαριάζει αυτά, αν είναι να κάνει τζάμπα την «αλλαγή» του;

Αλλαγή! Τι ωραία λέξη; Την χρησιμοποιούσαν οι παλαιότεροι για να περιγράψουν αυτό που όλοι οι άνθρωποι χρειαζόμαστε τώρα το καλοκαίρι.
Εμείς σήμερα λέμε «διακοπές». Η αλλαγή είναι κάτι διαφορετικό.

Σημαίνει αλλάζω τόπο, αλλάζω ρυθμούς, αλλάζω διατροφή, αλλάζω παραστάσεις, αλλάζω τελικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τα πράγματα και τη ζωή, έστω και για λίγες ημέρες.
Θεωρούνταν δε απαραίτητη, ιδίως για όσους είχαν κάποιο πρόβλημα υγείας, και δεν ήταν οπωσδήποτε συνδυασμένη με την ξάπλα, επί ώρες, κάτω από τον καυτερό ήλιο.

Γι’ αυτό και τα πλέον γνωστά θέρετρα για αλλαγή ήταν κάποιες λουτροπόλεις, αλλά και πολλά ξακουστά ορεινά χωριά της πατρίδας μας. Σήμερα οι κάτοικοί τους. Όσοι απομείνανε, προσπαθούν να τα βάλουν και πάλι στον χάρτη, προπαγανδίζοντάς τα ως προορισμούς «εναλλακτικού τουρισμού».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ενώ διακοπές, τι σημαίνει;

Για πολλούς σημαίνει παίρνω την άδειά μου και δεν ξέρω τι να την κάνω. Ξημεροβραδιάζομαι στις καφετερίες, ξεροψήνομαι κάτω από μια ομπρέλα (αυτό λέγεται «πάω για μπάνιο») περνάω ώρες κοιτάζοντας ανόητες επαναλήψεις στην τηλεόραση και βρίζω πολλές μέρες πριν επιστρέψω στη δουλειά, επειδή… έρχεται η στιγμή να επιστρέψω.

Γι αυτό σας λέω, φίλοι μου.
Όλα είναι θέμα οπτικής. Περάστε το καλοκαίρι, το ένδοξο ελληνικό καλοκαίρι μας, όπως του αξίζει.

Με θέατρα σε αρχαιολογικούς χώρους, με υπέροχες νυχτερινές συναυλίες, με θερινά σινεμά (όπου τα βρείτε), με πρωινά -πολύ πρωινά- μπάνια, με μεσημεριάτικα ουζάκια και μετά αγκαλιά με τον ελληνικότατο μεσημεριάτικο ύπνο, με κλειστές –θεόκλειστες- τηλεοράσεις, με πολλά πολλά βιβλία…

Τα περισσότερα από αυτά χρειάζονται ελάχιστα χρήματα, όμως πολλή διάθεση και, φυσικά, καλή παρέα.
Ε, αυτά τουλάχιστον περηφανευόμαστε ως λαός ότι τα διαθέτουμε σε αφθονία.

Άντε, σας αφήνω γιατί ήρθε η ώρα να την κάνω σιγά σιγά.
Καλή αντάμωση το Σεπτέμβρη.
Καλό καλοκαίρι!



Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

130627 ΠΡΟΟΡΑΤΙΚΟ-2

Το ένα πουλάκι:
Τι λέγαμε;

Α, ναι, για βιβλία.
Σας διαβάζαμε αποσπάσματα από κάποιο βιβλίο που δεν θα το συστήναμε ως «θερινό ανάγνωσμα», πιστεύουμε όμως ότι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους καιρούς που ζούμε.

Από όσα διαβάσαμε χθες, είδαμε κάποια χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος αλλά και του λαϊκισμού.
Αυτού που έχει να κάνει με τις ολικές παροχές, οι οποίες όμως συχνά ξεπερνούν τα όρια της παραγωγικής δυνατότητας της χώρας.

Τι γίνεται τότε; Ας συνεχίσουμε:
«Ακόμα και η απλούστερη σκέψη και γνώση φανερώνει ότι εθνική ανάπτυξη μπορεί να γίνει μόνο με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων, δηλαδή με τον αντίστοιχο περιορισμό της κατανάλωσης, προ παντός όταν τα καταναλωτικά αγαθά η χώρα δεν τα παράγει αλλά τα εισάγει και για να τα εισαγάγει δανείζεται, δηλαδή εκχωρεί τις αποφάσεις για το μέλλον στους δανειοδότες της.

Ο δρόμος της ανάπτυξης είναι ο δρόμος της συσσώρευσης, της ενατικής εργασίας και της προσωρινής τουλάχιστον (μερικής) στέρησης, ενώ ο δρόμος της (βραχυπρόθεσμης μόνον) ευημερίας είναι ο δρόμος του παρασιτισμού και της εκποίησης της χώρας.

Αυτή η άτεγκτη οικονομική αλήθεια ισχύει ανεξάρτητα από το κοινωνικό και ηθικό πρόβλημα της διανομής των βαρών και της ιεράρχησης των στερήσεων.
Όσο άτεγκτη όμως κι αν είναι, οι ψυχολογικές και πολιτικές ανάγκες που την απωθούν είναι ακόμα ισχυρότερες».

Οπ! Τι έχουμε εδώ;
Πολύ «μνημονιακό» μου βρωμάει το τοπίο. Κάπου θέλει να το πάει ο συγγραφέας, όμως νομίζω ότι τον καταλάβαμε.
Τι λέτε; Να συνεχίσουμε;

Το άλλο πουλάκι:
Τίποτε δεν καταλάβαμε.

Κι επειδή, όπως είπαμε η έκπληξη περιμένει στο τέλος, γι’ αυτό ας κάνουμε όσο μπορούμε γρηγορότερα.
Πάμε παρακάτω:

«Πλατιές μάζες, που για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου “λάδωσαν το άντερό τους” και επιπλέον απέκτησαν και τη μεθυστική συναίσθηση του κυρίαρχου και εκλεπτυσμένου καταναλωτή, θα αρνούνται πάντα να συνειδητοποιήσουν αυτή την αλήθεια, όπως επίσης θα αρνούνται να την ξεστομίσουν και να την κάνουν γνώμονα των πράξεών τους τα κόμματα, των οποίων πρώτη έγνοια ήταν, είναι και θα είναι η νομή της εξουσίας προς όφελος των φιλόδοξων και αυτάρεσκων στελεχών τους.

Ιδιαίτερα ιλαροτραγική από την άποψη αυτή παρουσιάζεται η θέση της “αριστεράς”, η οποία, όντας οιονεί καταδικασμένη να υπερασπίζεται τα “λαϊκά” αιτήματα, υποχρεώνεται να γίνει σημαιοφόρος κάθε καταναλωτικής απαίτησης, αρκεί όποιος την προβάλλει να αυτοτιτλοφορείαι “λαός”.

Υποχρεώνεται δηλαδή εξ αντικειμένου να προωθεί την εκποίηση της χώρας, αρκεί ο “λαός” να ζητά την εκποίηση αυτή. Υπάρχει ωστόσο ακόμη ένας λόγος, για τον οποίο μια τόσο απλή αλήθεια θάβεται πεισματικά κάτω από μύριες όσες εκλογικευτικές επινοήσεις.

Ένας λαός, ο οποίος κάτω από την πολύχρονη και βαθειά επιρροή των ελληνοκεντρικών αερολογιών έχει μάθει να θεωρεί τον εαυτό του ως γένος περιούσιο και ως άλας της γης, αρνείται να βάλει με τον νου του ότι μπορεί να κάνει ο ίδιος κάτι τόσο εξευτελιστικό όπως το να ξεπουλάει τον τόπο που για να καταναλώσει περισσότερο.

Έτσι δημιουργήθηκε μια ψυχολογική στάση που ελάχιστα διαφέρει από τη συλλογική σχιζοφρένεια. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι σημερινοί Έλληνες με την καθημερινή τους πράξη κάνουν ό,τι μπορούν για να προσαρμοσθούν κατά το δυνατόν καλύτερα και γρηγορότερα στις συνθήκες της παρασιτικής κατανάλωσης (και αυτή περιλαμβάνει οποιαδήποτε δραστηριότητα έχει ως τελική συνέπεια τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε όσα παράγονται και σε όσα καταναλώνονται) ενώ ταυτόχρονα παραμένουν, ιδεολογικά προσκολλημένοι σ’ έναν μυγιάγγιχτο εθνικισμό, ο οποίος κάνει ακόμα και όσους δουλεύουν άμεσα για λογαριασμό των ξένων ή αποζούν έμμεσα απ’ αυτούς να καταφέρονται φραστικά εναντίον τους.

Ωστόσο είναι κάτι παραπάνω από αμφίβολο, αν οι ίδιοι θα ήταν πρόθυμοι να επωμισθούν τις πρακτικές συνέπειες αυτού του εθνικισμού σ’ ό,τι αφορά την απόδοση της εργασίας και το ύψος της κατανάλωσης.
Η ίδια σχιζοφρένεια διέπει και τη συμπεριφορά των κομμάτων, τα οποία πλειοδοτούν σε εθνικιστική ρητορεία την ίδια στιγμή που εκποιούν τον κρατικό μηχανισμό και το κράτος γενικότερα για να ικανοποιήσουν τις καταναλωτικές απαιτήσεις των ψηφοφόρων τους».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και το κερασάκι στην τούρτα.

«Η σημερινή πασιφανής κρίση δεν εντοπίζεται μόνο στο γεγονός ότι η κομματική εκποίηση του κρατικού μηχανισμού, μολονότι πέρασε στο στάδιο της διαρκούς εκποίησης της χώρας, ξεπέρασε πια τα όρια της οικονομικής αντοχής, ότι δηλαδή η πελατειακή πολιτική προχώρησε ως την αυτοκαταστροφή της και είναι υποχρεωμένη να βάλει η ίδια όρια στον εαυτό της προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει μελλοντικά. Επιπλέον η κρίση αγκαλιάζει θεμελιώδη ιδεολογήματα, πάνω στα οποία στήριξε το έθνος την αυτοσυνειδησία του, και προπαντός το ιδεολόγημα του ελληνοκεντρισμού».

Αυτά (και άλλα πολλά στο βιβλίο), για όσους πιστεύουν ή διαδίδουν ότι η κρίση είναι κάτι το οποίο δεν μπορούσε να το προβλέψει κανείς, επειδή δεν γνώριζε ακριβώς τα  οικονομικά μεγέθη, ή ότι η ελληνική κρίση είναι απλώς το αποτέλεσμα της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού και του τραπεζικού συστήματος.
Ήρθε όμως η ώρα των αποκαλύψεων και των εκπλήξεων. Ας ανοίξουμε τα χαρτιά μας.

Συγγραφέας: Παναγιώτης Κονδύλης.
Τίτλος: Οι αιτίες της παραμικρής της σύγχρονης Ελλάδας.
Εκδόσεις: Θεμέλιο

Ο Παναγιώτης Κονδύλης πέθανε το 1998.
Το κείμενό του αυτό, με τίτλο «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία», πρωτοδημοσιεύτηκε το 1991!!!
Μετά Χριστόν προφήτες;



Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

130626 ΠΡΟΟΡΑΤΙΚΟ-1

Το ένα πουλάκι:
Τι διαβάζετε το καλοκαίρι;

Συνήθως κάτι «ελαφρύ» έτσι; Κάποιο από εκείνα τα μυθιστορήματα των χιλίων σελίδων που σε κάνουν να ξεχνιέσαι, να μεταφέρεσαι σε άλλο τόπο και χρόνο, να μη σκέφτεσαι πολύ και, κυρίως, να σπαταλάς (δημιουργικά) τον άφθονο ελεύθερο χρόνο των διακοπών.

Εμείς θα κάνουμε μια εξαίρεση.
Θα σας διαβάσουμε κάποια αποσπάσματα από ένα μικρό βιβλιαράκι που κάθε άλλο παρά για διακοπές ενδείκνυται.
Όχι δεν θα σας πούμε το όνομα και τον συγγραφέα, παρά και στο τέλος. Πρώτα να δούμε μαζί κάποια αποσπάσματα.

Διαβάζω:
«Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού εξαιτίας του κοινοβουλευτικού συστήματος και της καθολικής ψηφοφορίας ήταν αναπόδραστη, γιατί εκείνο που είχαν να προσφέρουν τα κόμματα για την προσέλκυση ή τη συγκράτηση ψηφοφόρων ήσαν οι κρατικές θέσεις, οι οποίες ήσαν τόσο πιο περιζήτητες, όσο η καχεξία της οικονομίας και γενικότερα η κοινωνική στενότητα έχαναν τις υπόλοιπες επαγγελματικές διεξόδους λιγοστές και αβέβαιες.

Εφόσον το κράτος παρέμενε ο πιο σίγουρος και αυθεντικός εργοδότης, πρώτο μέλημα του κόμματος ήταν η κατάκτηση και η νομή του κράτους, ειδάλλως θα έχανε την πίστη των οπαδών του στην ικανότητά του να υπερασπίσει τα συμφέροντά τους».

Καλά ξεκινήσαμε; Πάω παρακάτω:
«Οι κοινωνικές ανακατατάξεις των τελευταίων δεκαετιών ενίσχυσαν τον χαρακτήρα της χώρας ως χώρας μικροϊδιοκτητών και μικροαστών. Όμως η ενίσχυση αυτή συντελέστηκε στη βάση ολοένα νέων καταναλωτικών συνηθειών οι οποίες δεν καλύπτονταν από το υφιστάμενο παραγωγικό δυναμικό. Ακριβώς επειδή η ευημερία ήταν, με την ουσιαστική αυτή έννοια, επισφαλής, το πελατειακό σύστημα επιτάθηκε αντί να συρρικνωθεί εξαιτίας της υποχώρησης του πατριαρχισμού σε κοινωνικό επίπεδο.

Ήτοι: ο ψηφοφόρος έδινε τώρα την ψήφο του προσδοκώντας πρωταρχικά από μια κομματική παράταξη ότι θα του διασφάλιζε το καταναλωτικό του επίπεδο ή και θα του το ανέβαζε βραχυπρόθεσμα, αδιάφορο με ποια οικονομικά μέσα.

Το νέο αυτό κριτήριο ήταν η συναφής μετατροπή πολύ μεγάλου μέρους των πρώην “αναξιοπαθούντων” σε απαιτητικούς και συχνά υπερφίαλους καταναλωτές είχε όμως ως συνέπεια τη μερική τουλάχιστον αλλαγή των όρων, υπό τους οποίους λειτουργούσε το πελατειακό σύστημα […]. Τώρα μεγάλωνε σιγά σιγά η εξάρτηση των κομμάτων από τους ψηφοφόρους τους, δηλαδή η πελατειακή σχέση εν μέρει αντιστράφηκε.

Τα κόμματα ως οργανισμοί με δικά τους αυτοτελή συμφέροντα και με πρωταρχικό τους μέλημα την κατάληψη του κράτους και το μοίρασμα των ανώτερων κρατικών θέσεων στα μάλλον ανυπόμονα στελέχη τους –υποχρεώθηκε να συναγωνίζονται το ένα το άλλο στην υιοθέτηση και στην προάσπιση των οποιονδήποτε αιτημάτων απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχονταν».

Το άλλο πουλάκι:
Σας λέει τίποτε;

Ειδικά αυτό το τελευταίο, για την υιοθέτηση οποιονδήποτε αιτημάτων,  δεν σας φαίνεται ότι παραπέμπει και περιγράφει πολύ χαρακτηριστικά κάποιες πολιτικές πρακτικές που (ξανά) βλέπουμε έντονα στις μέρες μας;

Ας συνεχίσουμε όμως παρακάτω:
«Η μεγάλη ζήτηση κρατικών θέσεων έδινε θεωρητικά στο κράτος τη δυνατότητα να επιλέγει με αξιοκρατικά κριτήρια υψηλού επιπέδου τους υπαλλήλους του και να βελτιώνει έτσι συνεχώς τη λειτουργία του, όμως αυτό δεν το επέτρεπε η διανομή θέσεων μέσω πελατειακών διαδικασιών, πρόσθετη συνέπεια των οποίων ήταν η συνεχής αύξηση των επίμαχων θέσεων πέρα από τα όρια των αντικειμενικών λειτουργικών αναγκών.

Έτσι δημιουργήθηκε το εξής παράδοξο: προκειμένου να ικανοποιήσει κατά το δυνατόν πολυάριθμα πελατειακά αιτήματα, το κράτος υποχρεώθηκε να δίνει κατά μέσο όρο χαμηλές αμοιβές, με άλλα λόγια η μιζέρια του ήταν η αντίστροφη όψη και η προϋπόθεση της μεγαλοθυμίας του.

Η φαινομενικά ανεξάντλητη δυνατότητά του να βολεύει τους πάντες εμπέδωσε σιγά σιγά στη λαϊκή φαντασία την εντύπωση ότι είναι ένας πάμπλουτος και παντοδύναμος δότης –αρκεί να θέλει να δώσει-, ενώ παράλληλα υπήρχαν σοβαροί λόγοι να θεωρείται ως απατεώνας και τύραννος μεγάλος, ώστε η χρήση οιωνδήποτε πλάγιων οδών από μέρους των υπηκόων του θα έπρεπε να λογίζεται ως κατανοητό και συγγνωστό μικροπαράπτωμα».

Θέλετε κι άλλο;
«Ο λαϊκισμός ο οποίος ενδημεί σε κάθε σύγχρονη μαζική δημοκρατία, συγχωνεύθηκε με τα πατροπαράδοτα κοινωνικά και ψυχολογικά γνωρίσματα του επιχώριου πελατειακού συστήματος, και έτσι προέκυψε μια κατάσταση στην οποία η δημαγωγία ήταν αναπόδραστη, γιατί την επιθυμούσαν ακριβώς εκείνοι προς τους οποίους απευθυνόταν, πιστεύοντας ότι, άμα την πάρουν στην ονομαστική της αξία, θα μπορέσουν να την χρησιμοποιήσουν ως γραμμάτιο προς εξόφληση.

Καθώς οι πελατειακές ανάγκες, έπρεπε τώρα να ικανοποιηθούν σε καταναλωτικό επίπεδο ανώτερο από τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, η συγκεκριμένη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος κατάντησε να αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στην εθνική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη – κάτι παραπάνω μάλιστα: έγινε ο αγωγός της εκποίησης της χώρας με μόνο αντάλλαγμα τη δική της διαιώνιση, δηλαδή να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές ψήφου».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δεν τα υπολογίσαμε καλά.

Αυτά που θέλαμε να σας διαβάσουμε ήταν περισσότερα κι έτσι δεν μας πήρε ο χρόνος να ολοκληρώσουμε.
Θα το κάνουμε αύριο, οπότε θα δούμε και τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου που σας παρουσιάζουμε.

Ποιο είναι;
Δεν είπαμε ότι θα σας το φανερώσουμε στο τέλος;
Ε, αφού δεν τελειώσαμε, τότε θα το κρατήσουμε μυστικό μέχρι αύριο.
Όχι επειδή μας αρέσει να σας βασανίζουμε ή να σας κρατάμε σε αγωνία, αλλά επειδή, όπως θα δείτε, εκεί, στο όνομα του βιβλίου και τον συγγραφέα, κρύβεται η έκπληξη.

Αύριο, λοιπόν.
Τα λόγια και τα χρόνια…



Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

130625 ΑΚΡΙΒΟΠΛΗΡΩΜΕΝΟ

Το ένα πουλάκι:
Τα λάθη πληρώνονται.

Αυτό είναι κάτι που λέγεται περισσότερο ως λαϊκή σοφία και ισχύει σε πολλές περιπτώσεις, όχι όμως πάντα.
Καμιά φορά διακρίνει κανείς μια αίσθηση χαιρεκακίας σ’ αυτόν που του ισχυρίζεται, -απολαμβάνει το γεγονός ότι ο άλλος πληρώνει για τις επιλογές του- άλλοτε ίσως να εμπεριέχει στοιχεία αυτοκριτικής.

Εμείς, από τη στήλη αυτή, υποστηρίζουμε, χρόνια τώρα, πως τα λάθη πρέπει να πληρώνονται.
Για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι πως δεν μας αρέσουν καθόλου οι τζάμπα μάγκες, αυτοί που μπορούν να παίρνουν αποφάσεις όχι όμως και την ευθύνη ή τις συνέπειες που αυτές συνεπάγονται.

Ο δεύτερος είναι πιο παιδαγωγικός. Αν πληρώσεις τα λάθη σου, έχεις περισσότερες πιθανότητες να διδαχθείς από αυτά. Διαφορετικά, θα τα επαναλαμβάνεις στο διηνεκές, ατιμωρητί!
Ειδικά αν τα πληρώνουν άλλοι, τα επαναλαμβάνεις πολύ πιο εύκολα.

Αν κρατήσουμε λοιπόν τη γενική αυτή αρχή και δεν μπούμε σε λεπτομέρειες, τότε ίσως να μη χρειάζεται να σχολιάσουμε τίποτε σήμερα. Διότι τα λάθη για τα οποία θα θέλαμε να σας μιλήσουμε πράγματι πληρώθηκαν.

Είμαστε μέσα, λοιπόν, αφού η λαϊκή σοφία λέει πως πρέπει να πληρώνονται. Δυστυχώς όμως δεν λέει από ποιον!
Αφήνει να εννοηθεί και τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Από ποιον άλλον να πληρώνονται; Εννοείται από εκείνους που τα διαπράττουν.

Πώς θα σας φαινόταν όμως, αν σας καλούσαν να πληρώσετε λάθη που έκαναν άλλοι, ενώ εσείς δεν έχετε την παραμικρή ανάμειξη; Ξέρω τι θα μου απαντήσετε: Σιγά το πράγμα. «Μια ζωή πληρώνω αμαρτίες αλλωνών»!

Έτσι είναι. Παρακάτω όμως στο τραγούδι η Ρίτα Σακελαρίου δηλώνει αγανακτισμένη και αποφασισμένη: «Τέρμα ως εδώ. Άλλο δεν μπορώ».

Δυστυχώς (ή ευτυχώς) αυτοί που κληθήκαμε να πληρώσουμε τα συγκεκριμένα λάθη δεν σκεφθήκαμε έτσι. Τα πληρώσαμε και το βουλώσαμε.

Το βουλώσαμε εκεί που έπρεπε να μιλήσουμε. Διότι, μεταξύ μας, είπαμε αρκετά και γκρινιάξαμε και βρίσαμε, όμως τα λάθη των άλλων τα πληρώσαμε.
Ε, αυτή τη γκρίνια σκεφτήκαμε να σας μεταφέρουμε σήμερα.

Το άλλο πουλάκι:
Δεν είναι για τα 5 ευρώ!

Θυμάμαι τον συγχωρεμένο τον πατέρα μου που μας μετέφερα τη φράση ενός γνωστού τσιγκούνη, ο οποίος «πονούσε» για τη ζημία, όμως ήθελε να το παίξει και υπεράνω:
«Δεν είναι για το ποτήρι, αλλά γιατί να σπάσει;»

Εμείς όμως το εννοούμε. Δεν είναι για τα 5 ευρώ, είναι για το άδικο του πράγματος.
Ας ξεκινήσουμε με μια φανταστική ιστορία, που θα την καταλάβουν, ελπίζουμε, όλοι.

Φανταστείτε ότι πάτε να βγάλετε μια ταυτότητα. Τους πηγαίνετε τις φωτογραφίες, τους πηγαίνετε και ένα πιστοποιητικό γέννησης, για να μην μπαίνουν στον κόπο οι άνθρωποι να το ζητούν υπηρεσιακά. Κάνετε και την αίτηση και περιμένετε.

Όταν πάτε να παραλάβετε την ταυτότητά σας, διαπιστώνεται πως η ημερομηνία γέννησης που αναγράφεται είναι διαφορετική από εκείνη που έγραφε το πιστοποιητικό γέννησης. Κάποιος την αντέγραψε λάθος. Εσείς τους το επισημαίνετε και ζητάτε να το αλλάξουν.

Κανένα πρόβλημα!
Γεμάτοι προθυμία οι υπάλληλοι σημειώνουν την αλλαγή που πρέπει να γίνει, σας δίνουν να συμπληρώσετε και μια αίτηση και σας λένε… πληρώστε και 5 ευρώ!
Διότι, όπως είπαμε και στην αρχή, τα λάθη πληρώνονται;

Εσείς, τώρα, αν είστε από τους καχύποπτους κι από εκείνους ασπάζονται με μεγάλη ευκολία όλες τις συνωμοσιολογίες, θα έχετε άδικο να υποπτευθείτε ότι το λάθος μπορεί να έγινε και… όχι κατά λάθος;
Αν μάλιστα δείτε ότι συμβαίνει στους περισσότερους που πάνε να βγάλουν ταυτότητα, η καχυποψία σας δεν θα μεγαλώσει;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Είπαμε, η ιστορία είναι φανταστική.

Μια άλλη όμως, εντελώς παρόμοια, είναι πολύ πραγματική.
Είδατε τι έγινε με το περίφημο «Κτηματολόγιο»; Σε πολλούς, σε πάρα πολλούς, ήρθαν τα στοιχεία λανθασμένα και, προκειμένου να διορθωθούν θα έπρεπε να υποβάλουν ενστάσεις.
Όμως μαζί έπρεπε να δώσουν και 5 ευρώ.

Γιατί, ρε παιδιά; Δεν είναι για τα 5 ευρώ, όμως είναι σωστό να πληρώνει ο πολίτης το λάθος που έχει κάνει μια υπηρεσία.
Δεν του φτάνει που χάνει το μεροκάματό του (αν έχει μεροκάματο) προκειμένου να στηθεί στην ουρά για να ζητήσει τη διόρθωση του λάθους;

Τότε, ποιος μας λέει ότι η κάθε υπηρεσία δεν θα ξεκινήσει μια φάμπρικα λαθών και αιτήσεων διόρθωσής τους, προκειμένου έτσι να εισπράττει κάποια σημαντικά ποσά. Όσο πιο πολλά λάθη, τόσο μεγαλύτερες εισπράξεις.

Μήπως κάτι δεν καταλάβαμε καλά;
Είπαμε, να πληρώνουμε τα λάθη που κάνουμε εμείς, να πληρώνουμε όμως και τα λάθη που κάνουν άλλοι;
Εκτός αν αναλάβουν εκείνοι να πληρώνουν τα δικά μας, να κάνουμε δηλαδή… αλλαξολαθιές, οπότε ίσως συμφωνήσουμε.

Λάθος έχω;
Ένα λάθος θα με σώσει,
που λέει και το τραγούδι του Γιώργου Ζήκα!

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

130621 ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΜΟ

Το ένα πουλάκι:
Τι σημαίνει τριτοκομματική κυβέρνηση;

Όλο αυτό το μπάχαλο που ζήσαμε τις προηγούμενες ημέρες και μάλλον θα το ζούμε για πολύ ακόμη, μας έδωσε να καταλάβουμε τι θέλουν και πώς εννοούν κάποιοι την τρικομματική κυβέρνηση.
Ας το δούμε.

Το πρώτο που τους χρειάζεται είναι να βγουν τα κουκιά, δηλαδή να δημιουργηθεί στη βουλή μια απαραίτητη πλειοψηφία. Αυτό το καταλαβαίνουμε και από τη διαφορετική στάση που είχαν οι «εταίροι» (κάποιοι «εταίροι») της συγκυβέρνησης, τους καλούς καιρούς, τότε που διέθεταν αυδουναμία στη βουλή.

Αλήθεια, πόσο μακρινές μας φαίνονται εκείνες οι εποχές! Και όμως κάποιοι όχι μόνο τις αναπολούν, αλλά με τη φαντασία και την πρακτική τους τις ζουν ακόμη.

Αυτό, το απαραίτητο μάζεμα των «κουκιών» από μόνο του, δεν λέει ούτε εγγυάται τίποτε για τη λειτουργία της (συν)κυβέρνησης που θα προκύψει.
Υποτίθεται ότι οι υπόλοιποι που (συν)εργάζονται με τον έχοντα το μεγαλύτερο μερίδιο, άρα και βάρος, δεν υπογράφουν λευκή επιταγή.

Ακόμη και στην παρούσα περίσταση, όπου οι περισσότερες από τις αποφάσεις που λαμβάνει τη συγκυβέρνηση είτε έχουν προαποφασιστεί είτε είναι σχεδιασμένες από «ξένα κέντρα», πάλι δεν εννοείται πως υπάρχει ένας μόνο που αναλαμβάνει να τις υλοποιήσει.

Αυτό είπαμε είναι το πρώτο.
Το δεύτερο, λυπάμαι που το λέω, έχει να κάνει με τη «νομή» της εξουσίας.
Συγκυβέρνηση δεν σημαίνει «πάρτε κι εσείς από καναδυό υπουργούς, ελάτε να μοιράσουμε αναλογικά και τις θέσεις σε διάφορους φορείς» και όλα βαίνουν καλώς.

Αυτό μπορεί να δίνει την αίσθηση του μοιράσματος των ευθυνών, ο κόσμος όμως, ξέροντας τόσα χρόνια τι σημαίνει για τα κόμματα «κατάληψη της εξουσίας», αυτό που βλέπει από πίσω είναι απλώς το μοίρασμα των λαφύρων. Δυστυχώς, και αυτό το είδαμε με την παρούσα τρικομματική κυβέρνηση.

Η συγκυβέρνηση, λοιπόν, δεν είναι ούτε αναγκαίο κακό, ούτε λυκοφιλία.
Όσοι τη βλέπουν ή την εννοούν έτσι κάνουν πολύ μεγάλο λάθος, απλώς ποιούν την ανάγκη φιλοτιμία και μοιάζουν να μην έχουν διδαχτεί από τα λάθη του παρελθόντος.

Το άλλο πουλάκι:
Συγκυβέρνηση σημαίνει συναίνεση.

Σημαίνει πρώτα καθόμαστε κάτω και συμφωνούμε πέντε βασικά πράγματα, τα οποία θα εφαρμοστούν έτσι όπως τα θέλουν όλοι όσοι συνεργάζονται κι όχι ανάλογα με τα ποσοστά του καθενός.

Αυτά τα πράγματα πρέπει να είναι πολύ συγκεκριμένα και απτά κι όχι γενικότητες, τού τύπου να παραμείνουμε στο Ευρώ ή να επαναδιαπραγματευτούμε το μνημόνιο.
Θα μου πεις, τώρα μας τα λες αυτά; Είσαι τουλάχιστον ένα χρόνο πίσω.

Ναι, υποτίθεται ότι αυτά είναι αυτονόητα για εκείνους που πάνε να συγκυβερνήσουν και, ως εκ τούτου, υποτίθεται πάλι, δεν χρειάζεται να τους τα πει κανείς.
Τώρα όμως, η πρακτική, ειδικά των τελευταίων ημερών, μας δείχνει πως οι άνθρωποι χαμπάρι δεν πήρανε.

Διότι, τι είδαμε;
Σε ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως το κλείσιμο εν μιά νυκτί της ΕΡΤ, η συναίνεση πήγε περίπατο, με αποτέλεσμα όλα αυτά τα κωμικοτραγικά που βιώσαμε.
Ο ένας να προσπαθεί να το παίξει αποφασιστικός και τολμηρός και οι άλλοι να δηλώνουν άγνοια επί του θέματος.

Ο ένας να προσπαθεί να δείξει ότι δεν λογαριάζει το πολιτικό κόστος (των άλλων) και οι άλλοι ότι το λογαριάζουν και το παραλογαριάζουν, ειδικά αν πρόκειται να τους φύγουν κάποια από τα λιγοστά «κουκιά» που διαθέτουν.

Ο ένας να κάνει πίσω παραμένοντας στη θέση του και οι άλλοι να κάνουν μπρος προχωρώντας προς τη θέση του άλλου, έτσι που να καταλήξουμε σ’ αυτό που κανείς δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς είναι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Συγκυβέρνηση σημαίνει αλλαγή κουλτούρας.

Σημαίνει όχι δείχνω αλλά μαθαίνω πραγματικά και συνεργάζομαι και, το κυριότερο προσπαθώ αυτό να το περάσω και στην κοινωνία. Διότι, το έχουμε δει τόσες φορές, η πολιτική ηγεσία οφείλει να λειτουργεί και παιδαγωγικά.

Πρέπει, λοιπόν, η συναίνεση και η συνεργασία σε κυβερνητικό επίπεδο να αντανακλάται και  σε μια ευρύτερη κοινωνική συναίνεση, έτσι που οι κυβερνητικές αποφάσεις να έχουν τη συγκατάθεση μιας μεγάλης μερίδας των πολιτών.

Αντί γι’ αυτό, εμείς φτάσαμε στην εικόνα του «ραγισμένου γυαλιού». Λάθος μεταφορά. Διότι το ραγισμένο γυαλί προϋποθέτει την ύπαρξη… γυαλιού κι εδώ φαίνεται πως δεν υπήρχε τίποτα που φανερώνει ουσιαστικά την ύπαρξη αυτής της διαφορετικής κουλτούρας.

Μπορεί βεβαίως η εκπρόσωπος της ΔΗΜΑΡ να δήλωσε πως «ακόμη κι ένα ραγισμένο γυαλί μπορεί να κρατήσει χρόνια χωρίς να σπάει και, εν πάση περιπτώσει, σε προστατεύσει από το κρύο πολύ καλύτερα από το τίποτα», όμως αυτό δεν είναι η εικόνα που η κοινωνία περιμένει από μια συγκυβέρνηση.

Αφήνω το γεγονός πως, σύμφωνα και το ελαφρό άσμα, «τα ραγισμένα τα γυαλιά ο τενεκές των σκουπιδιών τα περιμένει», όπου… «τενεκές σκουπιδιών» κάντε εσείς τις απαγωγές σε εκλογικό επίπεδο.

Κυρίως όμως με προβληματίζει η απουσία γυλιού.
Κουλτούρα συνεργασίας
και συνεργασία κουλτούρας!



Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

130620 ΜΑΥΡΙΔΕΡΟ-4

Το ένα πουλάκι:
Μια τρομερή, απίστευτη είδηση!

Τι είναι αυτό που κάνει μια απίστευτη είδηση τρομερή; Το έχετε σκεφτεί ποτέ;
Η ερώτηση (η πρώτη, όχι η δεύτερη) μου ήρθε στο μυαλό, καθώς διάβαζα ένα κείμενο, κάτι ανάμεσα σε ρεπορτάζ και σχόλιο, για τα όσα συμβαίνουν στην υπό κατάληψη ΕΡΤ 3.

Πριν σας πω τι απάντηση έδωσα, ας δούμε τι σημαίνει «απίστευτη είδηση». Φυσικά δεν μιλάω για τις διάφορες ειδήσεις που κάνουν την εμφάνισή τους στα ΜΜΕ την Πρωταπριλιά.
Μιλάω για εκείνες που, όταν τις άκουσες, ζητάς από κάποιον να τις διασταυρώσεις. Διότι, αυτό που σου λένε αγγίζει τα όρια του εξωφρενικού.


Ασφαλώς, δεν αναφέρομαι στις ειδήσεις που μας μιλούν για επιτεύγματα της επιστήμης, διότι τότε πράγματι κάποιες μοιάζουν βγαλμένες από σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Αυτές όμως τις μαθαίνουμε συνήθως από σοβαρά έντυπα ή μέσα, που συνεργάζονται με έγκυρα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων ή έγκριτα επιστημονικά περιοδικά, κι έτσι δεν αισθανόμαστε καθόλου την ανάγκη επιβεβαίωσης ή διασταύρωσής τους.

Τι γίνεται όμως όταν βλέπεις κάτι απίστευτο στο διαδίκτυο, -σε μια ιστοσελίδα ή σε κάποιο μπλογκ;
Τότε σίγουρα αισθάνεσαι πως πρέπει να το τσεκάρεις. Το ψάχνεις και αλλού και συνήθως πέφτεις πάνω σε μια πιστή αναπαραγωγή του, οπότε… άφησέ το καλύτερα.

Αυτό το κουσούρι τού να αναπαράγουν αυτούσιες ειδήσεις ή σχόλια που βρήκαν στο πουθενά, δεν υποφέρεται στο διαδίκτυο. Ζητάς κάτι, σου το βγάζουν οι μηχανές αναζήτησης σε δεκάδες σελίδες, και είναι παντού ακριβώς το ίδιο! Χωρίς καν να αναφέρει ο ένας από ποιον άλλο το πήρε!

Ας επανέλθουμε. Καμιά φορά αυτή η απίστευτη είδηση που συναντάς είναι τρομερή. Ξέρετε πότε; Όταν δεν αισθάνεσαι την ανάγκη να την διασταυρώσεις. Όταν, όσο απίθανα κι αν φαίνονται αυτά που λέει, εσύ μέσα στου ξέρεις ότι μπορεί να είναι και έτσι.
Και αυτό σε θλίβει.

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα τού τι εννοώ, αφού ήρθε η ώρα να σας πω τι ήταν αυτό που άκουσα για την ΕΡΤ 3.
Προηγουμένως θυμίζω κάτι που είπαμε παλιότερα. Πως, όταν οραματίζεσαι έναν νέο κόσμο, καλό θα ήταν, άμα σου δοθεί η ευκαιρία, να δώσεις και κάποιο παράδειγμα για το πώς τον εννοείς.

Πώς εννοείς το λιγότερο κράτος. Πώς εννοείς την άμεση δημοκρατία. Πώς εννοείς τους «καθαρούς» πολιτικούς. Πώς εννοείς τη δημόσια τηλεόραση…

Το άλλο πουλάκι:
Ας διαβάσουμε την είδηση.

Οι επισημάνσεις της συντάκτριας Χριστίνας Ταχιάου:
«Το πρόγραμμα του Σαββάτου του τρίτου καναλιού της ελληνικής τηλεόρασης ήταν άκρως ενημερωτικό. Είχε και ρεπορτάζ για την κατάληψη της σχολής Κινηματογράφου για την ΕΡΤ, και αντιρατσιστικό και μεταναστευτικό κίνημα (sic), και το αυτοδιαχειριζόμενο εγχείρημα της ΒΙΟΜΕ, και τον αγώνα ενάντια στο Σταθμό Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων Ευκαρπίας, και το Κίνημα των Σκουριών (sic), και ανοιχτή συζήτηση με θέμα «οι πλατείες της αξιοπρέπειας και της Δημοκρατίας» (sic) κι επικοινωνία με την πλατεία Ταχίρ Ταξίμ».

Στη συνέχεια η δημοσιογράφος μάς λέει πώς αποφασίζεται το συγκεκριμένο πρόγραμμα το οποίο, για όσους δεν πιστεύουν, είναι ακόμη αναρτημένο στο τουίτερ:
Η επιτροπή διαμόρφωσης του (δημοσιογραφικού) προγράμματος αποτελείται από 8 άτομα, εκ των οποίων μόνο 3 είναι δημοσιογράφοι, οι άλλοι είναι τεχνικοί και διοικητικοί, επειδή «είμαστε όλοι μαζί στον αγώνα».

Στους δημοσιογράφους που έχουν διαφορετική γνώμη λένε πως «πρέπει να επιχιρηματολογήσετε στη συνέλευση των εργαζομένων, άμα δεν σας αρέσει το πρόγραμμα».
Ποιοι το λένε; Οι καταληψίες της ΕΡΤ3. Στην κατάληψη όμως έχουν μπει και διάφορα άτομα –οργανωμένες ομάδες με εμπειρία- επειδή εκτιμήθηκε ότι υπάρχει ανάγκη περιφρούρησης.

«Αριστεριστές, τροτσκιστές και αντιεξουσιαστές έχουν γίνει προσωρινή κυβέρνηση στο ραδιομέγαρο της Θεσσαλονίκης» μας πληροφορεί η δημοσιογράφος. Όλοι αυτοί «βλέπουν το όραμα της επανάστασης να μεταδίδεται από αυτή που κάποτε ήταν γνωστή ως δημόσια ή κρατική τηλεόραση».

Επιπλέον, όμως δεν επιτρέπεται σε όλους τους δημοσιογράφους να μετέχουν στο «απεργιακό πρόγραμμα» και να εμφανίζονται στις οθόνες επειδή «δεν ξέρουμε τι θα πείτε», όπως τους λένε.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Επαναστατικές διαδικασίες!

Διαβάζω:
«Η ΕΡΤ δεν υπάρχει υφιστάμενη, άρα δεν υπάρχουν προϊστάμενοι» είναι η δικαιολογία προκειμένου να πετούν από τα γραφεία τους διευθυντικά στελέχη, προϊσταμένους, ακόμη και τον ίδιο το γενικό διευθυντή της ΕΡΤ3.
Άνθρωπος που έχει παίξει στο παρελθόν ως ηθοποιός σε τσόντα έβγαλε βίαια από το γραφείο του στέλεχος, διότι «η συνέλευση της κατάληψης αποφάσισε το γραφείο σου να γίνει ιατρείο».

Όσοι διαφωνούν με τις τακτικές και τις μεθόδους αυτές, φοβούνται να μιλήσουν γιατί ξέρουν ότι θα στοχοποιηθούν, λέει η δημοσιογράφος.

Τώρα; Συμφωνείτε μαζί μου; (Μη φοβάστε δεν θα στοχοποιηθείτε).
Δεν είναι όλα αυτά τρομερές, απίστευτες ειδήσεις, έτσι όπως τις προσδιορίσαμε στην αρχή;
Δεν έχετε κι εσείς μια βεβαιότητα ότι κάπως έτσι συμβαίνουν τα πράγματα, ότι –δυστυχώς- κάπως έτσι συμβαίνουν;

Κάτι τέτοιο έχουν στο νου τους όσοι κατηγορούν τη δημόσια τηλεόραση πως είναι όργανο της εκάστοτε κρατικής εξουσίας που την χρησιμοποιεί σαν λάφυρο μετά την εκάστοτε εκλογική νίκη.
Και την κατηγορούν επίσης πως λειτουργεί με υπαλλήλους που προσλήφθηκαν χωρίς αξιοκρατία επειδή ήταν κομματικά φερέφωνα.

Θαυμαστή νέα τηλεόραση!

Η φάρμα των ζώων!

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

130619 ΜΑΥΡΙΔΕΡΟ-3

Το ένα πουλάκι:
Σιγά τ’ αυγά!

Αλήθεια, εσείς πώς το γράφετε; Αυγό ή αβγό;
Αν ανοίξουμε δυο από τα πιο έγκυρα λεξικά της νεοελληνικής, θα δούμε ότι διαφωνούν. Άμα διαφωνούν αυτοί, τότε εμείς τι να κάνουμε; Να ρίξουμε κορώνα γράμματα;

Το παράξενο είναι ότι διαφωνούν συμφωνώντας!
Ελληνικό φαινόμενο αυτό, που συνήθως το βλέπουμε και με την αντίστροφη εφαρμογή του. Να συμφωνούμε διαφωνώντας.

Ας επανέλθουμε στα λεξικά για να εξηγήσουμε τι εννοούμε.
Ο μεν «Μπαμπινιώτης» χρησιμοποιεί τη γραφή με βήτα, δηλαδή αβγό. Εξηγεί μάλιστα τη φωνολογική προέλευση της γραφής, την οποία δεν έχει νόημα να σας πω, γιατί θα κουραστείτε τζάμπα.

Λέει όμως τα εξής:
Για την ιστορία αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν ο Τριανταφυλλίδης [ο οποίος δίδαξε την προέλευση της λέξης] πρωτόγραψε τις λέξεις αβγό και αφτί με –β- και –φ-, αντιστοίχως, δέχτηκε δριμείες επιθέσεις γιατί θεωρήθηκε ότι η ορθογράφηση των λέξεων ήταν αποτέλεσμα φωνητικής γραφής του δημοτικισμού κατά τα ψυχαρικά πρότυπα! Προ της γενικής κατακραυγής ο Τριανταφυλλίδης ομολογεί ότι αναγκάστηκε να επιστρέφει (στη Γραμματική της Δημοτικής) στις γραφές αυγό και αυτί.

Τώρα, προσέξτε!
Το λεξικό του Ιδρύματος Μανώλη Τριανταφυλλίδη, ενώ σημειώνει την ίδια προέλευση της λέξης, από το αρχαίο τα ωά, καταλήγει να γράφει το αυγό, με ύψιλον!
Άντε βρες άκρη!

Ευτυχώς, εμείς δεν είμαστε του γραπτού λόγου, αλλά του προφορικού κι έτσι δεν χρειάζεται να μαλώνουμε.
Πάντως, επειδή έχουμε και τις ιδιαίτερες συμπάθειές μας να σας πούμε ότι ο «Δημητράτος» έχει τη λέξη με βήτα, αβγό. Τότε γιατί εμείς στην αρχή το είπαμε με ύψιλον; Διότι έτσι το πήραμε από το κείμενο που θέλαμε να σχολιάσουμε.

Εφημερίδα: Καθημερινή της Κυριακής
Τίτλος του άρθρου:
Ομελέτα δεν γίνεται χωρίς να σπάσεις αυγά…
Αρθρογράφος:
Αντώνης Σαμαράς (!)

Το άλλο πουλάκι:
Σιγά τα αβγά, ρε μάγκα!

Στο κείμενο αυτό, ο Αντώνης Σαμαράς (Πρόκειται για τον ίδιο τον πρωθυπουργό της χώρας. Έχει και φωτογραφία στην εφημερίδα, αλλιώς μπορεί και να ξεγελιόμασταν από τα γραφόμενα) το παίζει τόσο σκληρός που είναι εις θέση να σπάσει και αβγά.

Μιλάει για την ΕΡΤ και λέει πως ήρθε η ώρα για την κυβέρνηση (εννοεί τον εαυτό του) να χτυπηθεί η «μεγάλη συντεχνία» των βολεμένων και των προνομιούχων, οι οποίοι μέχρι τώρα τη γλίτωναν, ενώ την πλήρωναν μονίμως οι αδύναμοι και οι ανυπεράσπιστοι.

Για να καταλήξει:
«Αυτό τελείωσε πια! Η εντολή που έχουμε είναι να τα αλλάξουμε όλα. Όχι να συμβιβαστούμε με τους βολεμένους και τα προνόμιά τους. Αυτή η εντολή είναι η δύναμή μας. Και ο λαός ξέρει ότι χωρίς να σπάσεις αυγά ομελέτα δεν γίνεται…»

Πρώτα πρώτα ποιος του έδωσε εντολή να κάνει ομελέτα. Αν θυμόμαστε καλά, την εντολή να τα αλλάξει όλα την είχε λάβει ο Γιώργος Παπανδρέου, ο οποίος είχε και μια πανίσχυρη πλειοψηφία στη βουλή. Την έχει λάβει, αλλά δεν την είχε… καταλάβει!

Ο Σαμαράς η μόνη εντολή που έλαβε ήταν να συμμαχήσει με τους άλλους δυο (γι’ αυτό και δεν είχε αυτοδυναμία) προκειμένου να διαχειριστεί τα θέματα του Μνημονίου, δηλαδή του δανεισμού της χώρας ώστε να μην χρεοκοπήσει, και τις δεσμεύσεις που αυτός ο δανεισμός συνεπάγεται για την αποπληρωμή των δανεικών.

Τώρα, αν ανάμεσα στις δεσμεύσεις ήταν και το να «κόψει κεφάλια», δεν σημαίνει ότι πρέπει να μας παρουσιάζει την ανάγκη για φιλοτιμία και να το παίζει και σκληρός. Έτσι του είπαν, έτσι κάνει.
Αφήστε που βρήκε να δείξει τη μαγκιά του σε κάτι που θεωρείται «εύκολος στόχος», αφού την ΕΡΤ, έτσι όπως την κατάντησαν αυτός και οι όμοιοί του δεν την εκτιμούσε και πολύς κόσμος.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ας κάνει και ομελέτα.

Όμως αυτό το νομίζετε εύκολο; Βλέπεις τον άλλο και σου σπάζει το αβγό με το ένα χέρι, χτυπώντας το στην άκρη του πιάτου με έναν επιδέξιο τρόπο, το ανοίγει αδειάζοντάς το μέσα και διπλώνει τα τσόφλια του ένα μέσα στο άλλο αφήνοντας τα στην άκρη.

Κι ένας άλλος πάει να σπάσει το αβγό και του πέφτουν κομμάτια από τα τσόφλια μέσα στο πιάτο. Μέχρι να τα, βγάλει το λάδι έχει καεί και η ομελέτα γίνεται παντόφλα.
Αφήστε που, αν είναι κανένας Σαμαράς και πάει να τη γυρίσει μεριά τινάζοντάς την από το τηγάνι στον αέρα, έτσι όπως κάνουν οι έμπειροι περί την μαγειρική, γεμίζει την κουζίνα και μετά τρέχει να τα μαζεύει.

Θέλεις, φίλε, να κάνεις τον αποφασιστικό; Διώξε πρώτα αυτούς που προσέλαβες με αδιαφανείς διαδικασίες, από την εκλογική σου περιφέρεια στο Μουσείο Ακρόπολης.
Κλείσε, επιτέλους, και κάποιες από τις εκατοντάδες υπηρεσίες που δεν έχουν κανένα αντικείμενο και εξακολουθούν να απασχολούν χιλιάδες υπαλλήλους.

Χτύπα και τα ιδιωτικά κανάλια που λειτουργούν χωρίς άδεια και χρωστάνε ένα κάρο λεφτά σε δανεικά και αγύριστα, και παρακαλάνε για εκλογές κάθε τόσο, μπας και βγάλουν από τις διαφημιστικές καμπάνιες λίγη από τη χασούρα!

Μετά κλείσε και την ΕΡΤ και διώξε τους εργαζόμενους που πρέπει.
Με τρόπο όμως. Μετά από αξιολόγηση και αντικειμενικότητα. Έτσι γίνονται οι εγχειρίσεις. Με νυστέρι, όχι με τσεκούρι!

Και θέλει και το γκρέμισμα
νου και καρδιά και χέρι!

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

130618 ΜΑΥΡΙΔΕΡΟ-2

Το ένα πουλάκι:
Σκέψεις και διδάγματα!

Στις 4 και στις 5 Ιουνίου, σας λέγαμε τις σκέψεις μας για την ΕΡΤ, που, όπως είχαμε ακούσει, πήγαινε για κλείσιμο.
Στις 11 του μηνός είδαμε το μαύρο στις οθόνες μας και «ακούσαμε» τη σιγή από τους δέκτες των ραδιοφώνων μας.

Έκτοτε «χάλασε ο κόσμος χάλασε, ο… mond» που θα έλεγε και η Γεωργία Βασιλειάδου, σε ένα από τα απίθανα θεατρικά της σκετς ως μις Υφήλιος, που απολαύσαμε από το πολύτιμο αρχείο της ΕΡΤ.

Η πρώτη, λοιπόν, σκέψη που μας έρχεται στο νου είναι αυτή της ελληνικής υποκρισίας.
Γκρινιάζουμε που πληρώνουμε ΕΡΤ, επειδή δήθεν δεν αξίζει δεκάρα από τα λεφτά που της δίνουμε. Γκρινιάζουμε που αποτελεί «χωράφι» της εκάστοτε κυβέρνησης και του κάθε υπουργού, των οποίων τις «επιλογές» σε βολεμένους υπαλλήλους πληρώνουμε όλοι μας. Γκρινιάζουμε που η ΕΡΤ αποτελεί το αντίστοιχο της εφημερίδας της κυβερνήσεως, σε ηλεκτρονική μορφή…

Μόλις όμως η ΕΡΤ κλείνει αλλάζουμε βιολί. Ξαφνικά ξεχνάμε όλες τις παθογένειες και τρέχουμε να υπερασπιστούμε τους εργαζόμενους, τα προγράμματα, την ποιότητα, τις συχνότητες, τα αρχεία και ό,τι άλλο ήταν αυτή που τόσα χρόνια βρίζαμε.

Όπως είπαμε και χθες, δεν μιλάμε για τους λίγους (σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις) πιστούς του δημόσιου ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να αισθάνονται πληγωμένοι και άστεγοι. Μιλάμε για το μεγάλο κοινό το οποίο, από τότε που εμφανίστηκαν στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο οι πρώτοι «σκυλάδες» ραδιοπειρατές και οι πρώτες ξανθιές τηλεπαρουσιάστριες, γύρισαν την πλάτη στην ΕΡΤ.

Μέτρο ίσως αυτής της υποκρισίας μας δίνουν οι ανακοινώσεις των πολιτικών και των κομμάτων, οι οποίες μέχρι πριν από μια εβδομάδα μιλούσαν για μια χειραγωγούμενη και κυβερνητική ΕΡΤ και, μετά την «μαύρη Τρίτη» άρχισαν να μιλούν για φίμωμα της δημοκρατίας και της ελεύθερης έκφρασης.

Ελάχιστες είναι οι ειλικρινείς φωνές που ακούγονται σ’ αυτό το τοπίο. Όπως ενός εργαζομένου, ο οποίος, σχολιάζοντας το κλείσιμο της «ΕΡΤ του Χατζιδάκι και του Ελύτη», αναρωτήθηκε:
Ποιου Χατζιδάκι, ρε παιδιά; Τον Χατζιδάκι τον είχε τοποθετήσει η κυβέρνηση κι εμείς, οι εργαζόμενοι, φαγωθήκαμε να τον διώξουμε και το καταφέραμε. Τώρα κλαίμε την ΕΡΤ του Χατζιδάκι;

Ας θυμηθούμε επίσης τα σχόλια της κυρίας Λιάνας Κανέλη για το ποια ήταν και τι ρόλο έπαιζε η ΕΡΤ, σχόλια που ξεχνούν πως και η ίδια ξεκίνησε την (και πολιτική) σταδιοδρομία της διορισμένη –ποιος ξέρει πώς- στην κρατική και κομματική και ό,τι άλλο θέλετε τηλεόραση.

Το άλλο πουλάκι:
Τώρα το κατάλαβαν όλοι.

Ποιο κατάλαβαν; Ότι χρειάζονται αλλαγές στην ΕΡΤ. Δεν υπάρχει κανείς που να τοποθετήθηκε επί του θέματος (μηδέ ημών των ιδίων εξαιρουμένων) που να μην ξεκαθάρισε πως έπρεπε να γίνουν ριζικές αλλαγές στην ΕΡΤ, όχι όμως με αυτό τον τρόπο.

Δηλαδή έπρεπε να εξυγιανθεί, να αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας της, να κλείσουν ίσως κάποιοι σταθμοί, να απολυθούν ίσως κάποιοι (προσέξατε τα ίσως, ακόμη δεν βάζουμε μυαλό), όμως όλα αυτά να γίνουν με την ΕΡΤ εν λειτουργία, όχι με μαύρες οθόνες.

Για να είμαστε ειλικρινείς, η δική μας η «πρόταση» ήταν κάπως διαφορετική. Δεν μιλήσαμε για μετεξέλιξη της ίδιας της ΕΡΤ. Είπαμε πως μπορούσε να ιδρυθεί και να «στηθεί» ο νέος φορέας, με το οργανόγραμμά του, τον τρόπο λειτουργίας του, ακόμη μπορούσαν να γίνουν και οι απαιτούμενοι διορισμοί, έτσι ώστε να ανέβει ο ένας διακόπτης και να κατέβει ο άλλος.

Το ξεκαθαρίζουμε αυτό, διότι υπάρχει μια απάντηση σε όλους όσοι υποστηρίζουν πως μπορούσε αυτή η ΕΡΤ να αλλάξει και να γίνει καλύτερη. Η απάντηση είναι ότι τέτοιες αλλαγές επιχειρήθηκαν και στο παρελθόν, όμως έπεσαν στο κενό, κυρίως εξαιτίας της σθεναρής αντίστασης από το συνδικαλιστικό κίνημα των εργαζομένων στη ραδιοτηλεόραση, το οποίο είχε, κάθε φορά, την αμέριστη συμπαράσταση της εκάστοτε αντιπολίτευσης.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ας μιλήσουμε και για ευθύνες.

Τις οποίες τις έχουν βεβαίως οι κατά καιρούς κυβερνώντες, όμως εδώ προκύπτει και ένα θέμα που εμείς, οι Δραμινοί, το ξέρουμε πολύ καλά. Είναι το θέμα της ευθύνης που έχουν και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι σε μια επιχείρηση ή έναν φορέα, να υπερασπιστούν την ίδια τη δουλειά τους.

Σκεφθείτε τι έγινε εδώ με την SOFTEX. Όταν έκλεισε, όλοι άρχισαν να μιλούν για όργια διορισμών, για αργομισθίες, για υπερβολικές αμοιβές, για κοπάνες εργαζομένων, για μποϊκοτάζ, ακόμη και για «πλιάτσικο» στο υλικό και τα μηχανήματα της επιχείρησης.

Αυτά τα ήξεραν όλοι όσοι εργάζονταν εκεί, κανείς όμως δεν σκέφτηκε να ξεκαθαρίσει την ήρα από το σιτάρι, να διακρίνει τους συνεπείς και ευσυνείδητους εργαζόμενους από τους χαραμοφάηδες, ώστε να ανταμειφθούν οι πρώτοι και να απολυθούν οι άλλοι.

Ε, κάτι τέτοιο έγινε και στην ΕΡΤ. Όλοι όσοι γνώριζαν την κατάσταση μιλούν τώρα για λίγους ευσυνείδητους και γνώστες της δουλειάς τους, οι οποίοι κάηκαν μαζί με τα ξερά, τα οποία κανείς δεν φρόντισε να απομακρύνει, στο όνομα μιας δήθεν συναδελφικής αλληλεγγύης.

Τώρα είναι όλα μαύρα.

Και, αν πρέπει κανείς να λυπάται κάποιους, είναι οι άξιοι και ευσυνείδητοι εργαζόμενοι οι οποίοι πλήρωσαν τη νύφη της κομματοκρατίας και της αδιαλαξίας.

Κρίμα!
Τώρα κλαις, γιατί κλαις;