ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

140430 ΥΠΟΨΗΦΙΟ

Το ένα πουλάκι:
Με ποια κριτήρια;

Υπήρχε (από) ανέκαθεν μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα κριτήρια με τα οποία επέλεγαν τους υποψηφίους τους τα παραδοσιακά κόμματα.
Στη μια πλευρά μπορούσες σαν συναντήσεις υποψήφιους με μοναδικό προσόν τους την αναγνωρισιμότητα.
Στην άλλη υπήρχαν και κάποιοι «επώνυμοι», όμως το κριτήριο για την επιλογή τους δεν ήταν αυτό ή αποκλειστικά αυτό.

Έτσι ήταν; Ή έτσι νομίζαμε;
Διότι, εξ ορισμού, ένας ηθοποιός που κατέβαινε σε ψηφοδέλτιο της αριστεράς ήταν ένας «σκεπτόμενος» καλλιτέχνης, σε αντίθεση με εκείνον που κοσμούσε κάποιο δεξιό ψηφοδέλτιο και ήταν «γλάστρα» που θα έφερνε απλώς ψήφους.

Γενικώς, δεν ήταν δυνατόν κάποιο πρόσωπο του αθλητικού ή του καλλιτεχνικού κόσμου να ανήκει οπουδήποτε αλλού πλην αριστεράς και, ως εκ τούτου, όταν κατέβαινε υποψήφιος με άλλο κόμμα, αυτό γινόταν μόνο για να ξεγελαστούν οι ψηφοφόροι και να υποκλαπεί η ψήφος τους.

Μια και το έφερε η κουβέντα όμως, αυτό, το ότι οι ψηφοφόροι της αριστεράς είναι όλοι πολιτικά ώριμοι και ταξικά συνειδητοποιημένοι, ενώ όσοι ψηφίζουν άλλα κόμματα είναι κορόιδα ή εξαπατημένοι –στην καλύτερη περίπτωση συμφεροντολόγοι- είναι κάτι που ακόμη κυριαρχεί στη σκέψη πολλών πολιτών.

«Σας ξεγελούν», υποστήριζε κάποιος αριστερός ψηφοφόρος. «Σας κοροϊδεύουν», έλεγε ένας άλλος. Το πιο ενδεικτικό όμως ήταν εκείνο το «σας λυπάμαι», που απηύθυνε σε ψηφοφόρους άλλων κομμάτων ένας τρίτος, όποτε δεν τους κατηγορούσε για προδοσία της τάξης ή της κοινωνικής καταγωγής τους.

Για να επιστρέψουμε όμως και στο θέμα μας, είναι γεγονός –αποδείχθηκε ιστορικά- πως ένα τεράστιο πλήθος «κοσμούσε» τα ψηφοδέλτια των λεγόμενων κομμάτων εξουσίας, επειδή προσέβλεπε σε μια προσωπική εξέλιξη μέσα από αυτά.

Το βλέπαμε κυρίως στις δημοτικές εκλογές, όπου τα πρόσωπα μας ήταν περισσότερο γνωστά.
Πολύ πιο εύκολα αποφάσιζε να «αγωνιστεί» κάποιος για τον τόπο του ως υποψήφιος μιας παράταξης που είχε πιθανότητες να διοικήσει το Δήμο, παρά από μια άλλη που απλώς διεκδικούσε τη συμμετοχή της στο δημοτικό συμβούλιο.
Καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Το άλλο πουλάκι:
Άλλαξαν όμως τα χρόνια…

Τα παραδοσιακά «κόμματα εξουσίας» δεν είναι πια τέτοια (κάποια ούτε εξουσίας, κάποια ούτε καν κόμματα), νέοι πρωταγωνιστές μπήκαν στο παιχνίδι και, ειδικά στις αυτοδιοικητικές εκλογές, η τράπουλα έχει ανακατευτεί τόσο πολύ που μόνο για νέους όρους του πολιτικού παιχνιδιού μπορούμε να μιλάμε.

Μια σταθερά πάντως παραμείνει.
Η αναζήτηση υποψηφίων που να έχουν αντίκτυπο και επιρροή στην κοινή γνώμη.
Με λίγα λόγια, όλοι ψάχνουν για πρόσωπα που θα φέρουν ψήφους.

Αυτό είναι κακό; Καθόλου!
Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κοινωνία και ο τρόπος ενημέρωσης των πολιτών, είναι φυσικό η αναγνωρισιμότητα να θεωρείται προσόν, αρκεί να μην είναι το μόνο. Και αρκεί να μην κατηγορούμε άλλους ότι το εκμεταλλεύονται, όταν το κάνουμε κι εμείς, στο βαθμό που μπορούμε.

Δεν είναι τυχαίο ότι κόμματα που φαίνονται πλέον ισχυροί παίκτες στο πολιτικό παιχνίδι βρίσκουν με μεγαλύτερη ευκολία «επώνυμους» για τα ψηφοδέλτια τους και δεν μπορούν, όπως παλιά, να το παίξουν ανώτερα, απλώς κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία.

Η τελική επιλογή ανήκει και πάλι στους ψηφοφόρους.
Αυτοί (εμείς) θα διακρίνουν (κρίνουμε)αν κάποιος υποψήφιος διαθέτει και πιο ουσιαστικά προσόντα για να τους (μας) εκπροσωπήσει, πέρα από το πόσο συχνά εμφανίζεται το πρόσωπό του στα ΜΜΕ.

Ωστόσο, ενδιαφέρον έχει και μια άλλου είδους συμπεριφορά των «φανατικών» κάποιων κομμάτων.
Βλέπουμε με πόσο ενθουσιασμό υποδέχονται την (πιθανή) υποψηφιότητα κάποιου επώνυμου και πώς αντιδρούν όταν ο «αρραβώνας» δεν έχει αίσιο τέλος. Τότε ανακαλύπτουν ένα σωρό κουσούρια που αυτός διέθετε (διαθέτει) και, ούτε λίγο ούτε πολύ, προσπαθούν να μας πείσουν πόσο τυχεροί είναι που απαλλάχτηκαν από το βάρος της υποψηφιότητάς του.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Επικοινωνιακά τερτίπια!

Θα ήθελα να σταθώ σε ένα ιδιαίτερο παράδειγμα και να ρωτήσω: τι νόημα έχει να διαλαλείς τον αρραβώνα και να ψάχνεις (δήθεν) για ημερομηνία γάμου, όταν δεν έχει δοθεί ακόμη ούτε ο λόγος;

Προφανώς κανέναν, εκτός αν έχεις να κερδίσεις από τις φήμες και τις συζητήσεις που θα γίνουν, ότι τάχα βρίσκεσαι τόσο κοντά σε μια συμφωνία, η οποία, τελικώς, δε θα επιτευχθεί, για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως και των δύο πλευρών.

Δεν σας θυμίζει λίγο τις μεγάλες μεταγραφές που «κλείνουν» (δήθεν) κάθε καλοκαίρι κάποιοι πρόεδροι ποδοσφαιρικών ομάδων και οι οποίες, την τελευταία στιγμή, ματαιώνονται, αφήνοντας πίσω τους μόνο λίγες μέρες ή και εβδομάδες συζητήσεων για τις ικανότητες του προέδρου;

Ε, κάτι τέτοιο έγινε και με την υποψηφιότητα του Λάκη Λαζόπουλου.
Του έγινε η πρόταση εις επήκοον όλων –γιατί άραγε;- αυτός το σκέφτηκε καλά επί πολλές ημέρες –γιατί άραγε;- για να πει τελικά «πολύ θα ήθελα, όμως δεν μπορώ» -γιατί άραγε;- και να αφήσει το κοινό, το δικό του και του ΣΥΡΙΖΑ με τις καλύτερες εντυπώσεις.

«Σας αγαπάω, μα δεν παντρεύομαι»!
Ωστόσο και μόνο οι συζητήσεις για πιθανό γάμο, μπορούν να είναι επωφελείς και στις δύο πλευρές, -εκμετάλλευση μιας κατάστασης με το λιγότερο δυνατόν κόστος, που θα έλεγαν και κάποιοι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι.
Μαθαίνουμε γρήγορα!

Στις υπογραφές είμαστε!

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

140429 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ

Το ένα πουλάκι:
Αμ, αναστήσαμε, Χαρίλαε!

Δυστυχώς, όχι όλοι.
Τι σας λέγαμε χθες για την πίστη; Όσο «ακλόνητη» κι αν είναι, όσο αυτό το «Χριστός Ανέστη» να το πιστεύεις, όταν χάνεις έναν δικό σου, έναν νέο άνθρωπο και μάλιστα στα καλά καθούμενα, η πίστη αυτή κλονίζεται.
Πρέπει να κλονίζεται!

Εννοώ την πίστη στις παραδόσεις.
Αυτή που θέλει να βάφεται κάθε χρόνο με αίμα ο εορτασμός της Αναστάσεως, επειδή κάποιοι «θερμοκέφαλοι» (είναι ο ευγενικός χαρακτηρισμός των ηλιθίων) επιμένουν να γιορτάζουν το Πάσχα… παραδοσιακά!

Πόσο παραδοσιακά; Αυτοί μόνο το ξέρουν. Τουλάχιστον όσο το γιόρταζαν στην εποχή της Τουρκοκρατίας, όταν η αδούλωτη ελληνική ψυχή αψηφούσε τους δυνάστες και τις εντολές τους κι έριχνε ό,τι βόλι διέθετε στον αέρα, για να τους τρομάξει και να φύγουν μακριά από την γιορτή.

Έτσι, λοιπόν, επιτάσσει η παράδοση. Θέλετε να σας περιγράψω μια σκηνή;
Η νύχτα μαγευτική. Το εκκλησίασμα, κρατώντας τις λαμπάδες με το Άγιο Φως που μόλις έλαβε από την Ωραία Πύλη βγαίνει σιγά σιγά στο προαύλιο του ναού. Ο ιερέας με τους ψάλτες έχουν λάβει τις θέσεις τους στην εξέδρα, όπου δεν υπάρχουν μικρόφωνα, και όλοι είναι έτοιμοι να ακούσουν, μέσα στη σιγαλιά, το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως.

Τότε ακριβώς αρχίζει η… αναβίωση της παράδοσης.
Πριν καν ακουστεί το «διαγενομένου του Σαββάτου», οι τρομακτικές εκρήξεις από τις κροτίδες μετατρέπουν τη νύχτα σε πεδίο μάχης.
Παιδιά που κλαίνε, γονείς που σπεύδουν τρομαγμένοι να τα απομακρύνουν, φωνές φασαρία και μια αναστάτωση η οποία, κατά τους «θερμοκέφαλους» ονομάζεται παραδοσιακός εορτασμός του Πάσχα.

Στο σημείο αυτό καλό θα ήταν να σκεφτούμε λίγο τον ρόλο των ΜΜΕ. Τα οποία, μόλις ανακοινωθούν τα πρώτα θύματα, θα το κάνουν μεγάλο θέμα και θα μιλήσουν για άλλο ένα «αιματοβαμμένο Πάσχα», δείχνοντας σκηνές από τις εντατικές όπου νοσηλεύονται οι τραυματίες ή τις κηδείες.

Όλο το προηγούμενο διάστημα όμως, η είδηση ήταν η προετοιμασία του «εθίμου», το πόσο εντυπωσιακοί είναι αυτοί οι εορτασμοί, τα ρεκόρ σε αριθμούς κροτίδων ή ρουκετών που θα στοχεύσουν τον έναστρο ουρανό…

Το άλλο πουλάκι:
Κι αν κάποια αστοχήσουν;

Ε, δεν χάλασε κι ο κόσμος! Πάντοτε χρειάζονται ορισμένες θυσίες προκειμένου να διατηρηθεί αυτή η εκπληκτική ελληνική ιδιαιτερότητα και να μη γίνουμε κι εμείς τμήμα αυτού του πολτού της παγκοσμιοποίησης, που θέλει να χάνουμε κάθε τι χαρακτηριστικό της ταυτότητάς μας.

Και η «θερμοκεφαλιά» (είπαμε η κομψή έκφραση της ηλιθιότητας) είναι ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της ταυτότητας.
Τι να μας πουν όμως και τα αμερικανάκια, που μπαίνουν με τα όπλα στα σχολεία τους κι όποιον πάρει ο χάρος;

Να μας πουν ότι κι εκεί αυτό είναι μέρος της παράδοσης και της ταυτότητας τους; Να μας πουν ότι έτσι απελευθερώθηκαν από τους δικούς τους δυνάστες; Να μας θυμίσουν ότι στο δικό τους ηρωικό πάνθεο υπάρχει ο Μπίλυ ο Τρομερός;
Ή απλώς να δικαιολογηθούν λέγοντας πως τέτοιες ενέργειες διαπράττονταν από ψυχικά διαταραγμένους κι όχι από απόλυτα υγιείς, σαν τους δικούς μας (συγγνώμη για την έκφραση, αλλά δεν αντέχω) «λεβεντομαλάκες» κουμπουροφόρους;

Διότι, στην παράδοσή μας υπάρχει επίσης η παροιμία «είδε ο τρελός τον μεθυσμένο και φοβήθηκε».
Όταν λοιπόν συνδυάζεται η παράδοση της οπλοχρησίας με εκείνη που θέλει όποιον πιει περισσότερο να είναι ο πιο «λεβέντης», τότε δεν είναι καθόλου παράξενο που θρηνούμε τόσα θύματα.

Σας μπέρδεψα λίγο έτσι;
Το πήγα από το ένα στο άλλο, όμως έτσι είναι οι παραδόσεις. Ή τις δέχεσαι όπως είναι, συνολικά, ή θεωρείσαι θύμα της παγκοσμιοποίησης και πράκτορας των συμφερόντων που θέλουν να εξαφανιστεί η ελληνικότητα από προσώπου γης, διότι μόνο από αυτήν κινδυνεύει το σύστημα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Συνολικά, όχι α λα καρτ!

Μόνο που εμείς επιλέγουμε από την παράδοση μόνο ό,τι μας συμφέρει ή ό,τι φαίνεται πιο βολικό.
Διότι, ακόμη πιο «μακραίωνη» και από τις εκρήξεις και τους πυροβολισμούς είναι η παράδοση της νηστείας της Μεγάλης Παρασκευής και εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου.

Νηστείες αυστηρές και παραδόσεις αιώνων που εμείς όμως τις έχουμε αντικαταστήσει με κάποιες μοντέρνες συνήθειες, όπως το να μπεκρουλιάζουμε στα ουζερί μετά τον Επιτάφιο.
Για να βρεις τραπέζι στα τσιπουράδικα του Βόλου, πρέπει να έχεις κλείσει μέρες πριν. Τόσο ισχυρή παράδοση.

Ό,τι μας βολεύει, λοιπόν.
Ακόμα και τον «παραδοσιακό αναστάσιμο χαιρετισμό», το «Χριστός Ανέστη-Αληθώς Ανέστη ο Κύριος», τον κάναμε «Χρόνια Πολλά» και αισθανόμαστε αμήχανοι, όταν μας τον απευθύνει κάποιος άλλος.
Γιατί; Γιατί ντρεπόμαστε για την παράδοσή μας; Αφού έτσι χαιρετιόταν οι προγονοί μας και μέσα στην τουρκοκρατία και πολύ παλαιότερα.

Ας τα αφήσουμε λοιπόν αυτά. Κι αν θέλετε τη γνώμη μου, είναι εντελώς «αμερικάνικα», διότι μόνο εκείνη η «παράδοση», η παράδοση των ρεκόρ Γκίνες, έχει να κάνει με το μέγεθος (ποιος θα κάνει το μεγαλύτερο μπαμ) και το πλήθος (πόσες χιλιάδες ρουκέτες θα εκτοξευθούν).

Η δική μας παράδοση ποτέ δεν στόχευε στον εντυπωσιασμό, ήταν πάντοτε χαμηλόφωνη και μετρημένη, στα μέτρα που επιβάλλει ο τόπος μας και η φύση του, γι’ αυτό και της αρκούσε ο συμβολισμός του σπασίματος των κόκκινων αβγών και η θριαμβευτική αναφώνηση «Χριστός Ανέστη».

Μπαμ και μπουμ οι κουμπουριές!

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

140428 ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ

Το ένα πουλάκι:
Χριστός Ανέστη, αδέλφια.

Είναι ωραίο να γυρίζεις από διακοπές, ιδίως όταν τους βρίσκεις όλους εκεί που τους άφησες. Όλους, κι ακόμα περισσότερους.
Διότι, αυτές τις μέρες δεν προλαβαίνω να τρέχω σε προεκλογικές ομιλίες υποψηφίων ευρωβουλευτών που επισκέπτονται την πόλη μας.

Είδατε τι κάνει ο σταυρός. Ο προτίμησης, όχι ο άλλος! Για 'κείνον θα μιλήσουμε αργότερα.
Φέρνει ένα σωρό κόσμο στην περιφέρεια, υποψήφιοι και υποψήφιοι έρχονται να δουν από κοντά τους (υποψήφιους) ψηφοφόρους τους.

Αυτό είναι πολύ καλό για τον τόπο.
Διότι, πες κάτι ο ένας, πες κάτι ο άλλος, όλο και κάποιες πληροφορίες θα τους μείνουν στην μνήμη, όταν και αν εκλεγούν στο ευρωκοινοβούλιο.
Θα ξέρουν ένα δυο προβλήματα από όσα αντιμετωπίζει η κάθε περιοχή και θα μπορούν, έχοντας και στη συνέχεια την ανάλογη ροή πληροφοριών, να δραστηριοποιηθούν για το καλό των περιφερειών.

Έχοντας αυτό ως δεδομένο, καλό θα είναι να βάλουμε στη λίστα των προτιμήσεών μας (κάτι σαν το «καλάθι» όταν ψωνίζεις από το διαδίκτυο) εκείνους τους υποψήφιους που μας έκαναν την τιμή να περάσουν από τη Δράμα.

Και καλό θα είναι, επίσης, να πηγαίνουμε στις ομιλίες τους, για να τους γνωρίζουμε από κοντά.
Θυμόσαστε που φοβόμασταν και γκρινιάζαμε ότι με το σύστημα του σταυρού (του προτίμησης, όχι του άλλου) θα εκλεγούν τελικά όσοι έχουν πρόσβαση στα μεγάλα ΜΜΕ, διότι αυτούς θα γνωρίζει ο κόσμος;

Ε, ο μόνος σοβαρός τρόπος αντίδρασης σ’ αυτό είναι η προσωπική προσπάθεια για ενημέρωση και τι καλύτερο από το να ακούς «ζωντανά» τους υποψήφιους που ζητούν την ψήφο σου.
Βουρ, λοιπόν, για τις προεκλογικές συγκεντρώσεις.

Βεβαίως, ειδικά για εμάς τους Δραμινούς, αλλά και τους πολίτες ολόκληρης της περιφέρειάς μας, υπάρχει και μια άλλη, μοναδική, δυνατότητα.
Έχουμε τον «δικό μας άνθρωπο» υποψήφιο κι έτσι δεν χρειάζεται και τόσο να τρέχουμε να ενημερωνόμαστε από άλλους και να τους ενημερώνουμε για το ποιος είναι ο τόπος μας, τι πλεονεκτήματα και τι ανάγκες έχει.

Το άλλο πουλάκι:
Το πιάσατε, έτσι;

Μιλάμε για τον Θεόφιλο Ξανθόπουλο, υποψήφιο ευρωβουλευτή με τη ΔΗΜΑΡ, ο οποίος «έλυσε τα χέρια» πολλών ψηφοφόρων της περιοχής μας, που δεν ήξεραν προς τα πού να ρίξουν την ψήφο τους.
Ακούστε με που σας λέω.

Ο τόπος όμως μπορεί να έχει ανάγκη από τέτοιους υποψήφιους, αλλά όχι και από τέτοιους ψηφοφόρους, εννοώ που οδηγούνται σε λύσεις ανάγκης. Εμείς, οι ψηφοφόροι πρέπει να είμαστε συνειδητοποιημένοι, να κρίνουμε, να συγκρίνουμε και να αποφασίζουμε με βάση πολιτικά (αλλά και προσωπικά, γιατί όχι, κατά βάθος πολιτικά είναι κι αυτά) κριτήρια.

Να βλέπουμε το συμφέρον του τόπου και ποιος μπορεί να το εκπροσωπήσει καλύτερα. Να διακρίνουμε κάθε φορά το διακύβευμα της εκλογικής αναμέτρησης και να αποφασίζουμε με ποια πλευρά είμαστε.

Εν πάση περιπτώσει, θα ξαναπούμε αυτό που λέμε κάθε φορά τέτοιες μέρες. Όπου κι αν ανήκουμε, ό,τι ψηφοδέλτιο κι αν επιλέξουμε, ας τιμήσουμε με την ψήφο μας τους άξιους, τους έντιμους και τους εργατικούς (όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά).

Μόνο έτσι θα καταφέρουμε συγχρόνως πολλαπλούς στόχους.
Πρώτα την καλύτερη εκπροσώπηση. Έπειτα την ενθάρρυνση των ικανών να ασχοληθούν με την πολιτική. Συγχρόνως την υποχρέωση των κομμάτων να επιλέγουν για τα ψηφοδέλτιά τους ό,τι πιο υγειές διαθέτουν. Τέλος, το μεγαλύτερο επίτευγμά μας θα είναι πως θα έχουμε ήσυχη τη συνείδηση μας ότι πράξαμε το σωστό.

Έτσι δεν θα υποχρεωνόμαστε μετά να τρέχουμε μαζί με τίποτα αγανακτισμένους, ούτε θα ψάχνουμε ευκαιρίες να την «πέφτουμε» στους πολιτικούς (βρισιές, γιαουρτώματα, «το κεφάλι αριστερά» κ.λπ.) που εμείς οι ίδιοι εκλέξαμε με τον σταυρό μας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τον προτίμησης, έτσι;

Διότι ο άλλος, είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση.
Εκτός τού ότι γράφεται με κεφαλαίο, Σταυρός, έχει το μοναδικό χάρισμα να οδηγεί απ’ ευθείας στην Ανάσταση.
Το ζήσαμε και πάλι αυτές τις μέρες, το ζούμε κάθε χρόνο, είτε πιστεύουμε είτε όχι.

Αν και αυτό με την πίστη είναι μια πονεμένη ιστορία, που κρύβει τεράστια υποκρισία και επανέρχεται επίσης κάθε χρόνο τέτοιες μέρες.
Η πίστη, από προσωπική υπόθεση, γίνεται στοιχείο προβολής των περισσοτέρων υποψηφίων και έτσι θα είναι όσο θα εξακολουθούν να υπάρχουν ψηφοφόροι που στα κριτήρια τους (για πολλούς το μόνο) είναι το… «καλός χριστιανός».

Στοιχείο που πρέπει επίσης να επιδεικνύεται μέσα από σημειολογικές κινήσεις και πρακτικές των υποψηφίων, όπως ακριβώς απαιτεί η τυποποιημένη εικόνα του «καλού χριστιανού», η οποία βεβαίως, καμιά σχέση, δεν έχει ούτε με τη διδασκαλία του Χριστού, ούτε με τα όσα μας άφησαν οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Φέτος είχαμε τη χαρά να ζήσουμε και (διαδικτυακές) σκηνές υψηλής πνευματικότητας και αγάπης, με αφορμή τα όσα δήλωσε ο Νίκος Δήμου για το Άγιος Φως και τις τιμές αρχηγού κράτους με τις οποίες το υποδεχόμαστε.

Αν εξαιρέσουμε τις αναμενόμενες αντιδράσεις των γνωστών αντίχριστων του εκκλησιαστικού φανατισμού, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ήταν η στάση ενός κόσμου της άλλης πλευράς, που δεν βρήκε να πει ούτε μια κουβέντα, έστω για το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στην ελεύθερη έκφραση των απόψεών του.

Είναι, βλέπετε, πολλές οι ψήφοι και θα δούμε πολλά ακόμη!

Μπήκαμε στην τελική ευθεία!

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

140411 ΑΥΤΟΦΩΡΟ

Το ένα πουλάκι:
Αυτόφωρο

Όχι ότι είμαστε δημοσιογράφοι, ούτε ότι θέλουμε να υπερασπιστούμε όλους όσοι μιλούν και γράφουν δημοσίως, όμως το φαινόμενο αξίζει προσοχής.
Μια δημοσιογράφος οδηγήθηκε στο αυτόφωρο για «συκοφαντική δυσφήμιση» επειδή έτσι έκρινε ο εισαγγελέας, μετά από μήνυση μιας βουλευτού.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Πρώτα πρώτα να πούμε ότι η βουλευτής είναι η γνωστή σε όλους από την επαναστατική της δράση υπέρ των απολυμένων δημοσιογράφων της ΕΡΤ, κυρία Ραχήλ Μακρή, των Ανεξάρτητων Ελλήνων.

Η δημοσιογράφος είναι η αρχισυντάκτρια του Ελεύθερου Τύπου, κυρία Δέσποινα Κονταράκη, η οποία έκανε το λάθος να δυσφημίσει συκοφαντικά την βουλευτή, η οποία έχει δηλώσει ότι δεν θα αφήνει να πέφτει τίποτε κάτω και ότι θα το «συνεχίσει μέχρι τέλους με αγωγές».

Δικαίωμά της.
Όπως, φυσικά, ήταν δικαίωμα και του εισαγγελέα να κρίνει αν έπρεπε να οδηγήσει τη δημοσιογράφο στο αυτόφωρο ή να βάλει την μήνυση στο αρχείο.
Δικαίωμα, επίσης, δικό μας και δικό σας να κρίνουμε τη στάση και τη συμπεριφορά όλων των παραπάνω, αλλά και πολλών άλλων που έχουν σχέση με το θέμα.

Ποιο είναι το θέμα;
Το θέμα είναι παλιό κι έχει να κάνει με το κατά πόσον ένας δημοσιογράφος ή κάποιος που μιλά και γράφει δημοσίως, μπορεί να ασκεί κριτική με χαρακτηρισμούς υβριστικούς.
Δεν μιλάμε για σάτυρα, που και εκεί υπάρχουν όρια, αλλά για άλλου είδους λόγο, κυρίως δημοσιογραφικό.

Ας δούμε όμως το συγκεκριμένο περιστατικό και ας κρίνουμε.
Έγραφε η δημοσιογράφος πως «η αλήστου μνήμης κραυγή της ανεκδιήγητης Ραχήλ Μακρή των ΑΝ.ΕΛ. ότι “βάζετε αθώους στη φυλακή”, είναι το λιγότερο τραγική…»
Θυμίζουμε ότι η αναφορά έγινε σε μια συζήτηση στη Βουλή για τη Χρυσή Αυγή, όμως η βουλευτής, επειδή δεν ήταν ομιλήτρια, είπε όσα είπε εκτός μικροφώνου και δεν έχουν καταγραφεί.

Αυτό που πείραξε την βουλευτή δεν ήταν η αναφορά λόγων που υποτίθεται ότι είπε, αλλά ο χαρακτηρισμός «ανεκδιήγητη».
Βεβαίως ο καθένας μπορεί να θίγεται από οτιδήποτε κρίνει ότι τον θίγει, ας δούμε όμως τι λέει και ο λόγος ο πιο ειδικός.

Το άλλο πουλάκι:
Βικιλεξικό!

Να το κακό που κάνει το διαδίκτυο, το οποίο συχνά νομίζουμε ότι τα ξέρει όλα, όμως δε ξέρει πάρα μόνο όσα εμείς οι χρήστες του του μαθαίνουμε, άλλοτε μισά, άλλοτε στραβά κι άλλοτε εκτός κάθε πραγματικότητας.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η κυρία Ραχήλ Μακρή (φαντάζεστε να είσαι βουλευτής της Χρυσής Αυγής και να σε υπερασπίζεται κάποια που λέγεται Ραχήλ;) στάθηκε στην ερμηνεία της λέξης που δίνει το βικιλεξικό και δεν προχώρησε σε βάθος.
Το κακό είναι ότι το ίδιο έκανε και ο εισαγγελέας.

Εξηγούμαι: Αν ανοίξουμε αυτό το ηλεκτρονικό λεξικό, θα δούμε πως «ανεκδιήγητος» είναι αυτός που «(μειωτικά) δεν έχει ειρμό και λογική, που δεν μπορούμε να τον περιγράψουμε ή αν τον εξηγήσουμε.

Αν όμως το ψάξουμε λίγο καλύτερα, αν ανοίξουμε κανένα σοβαρό λεξικό, τότε θα δούμε πως το πράγμα είναι πιο σύνθετο. Ο παλιός καλός ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ μάς δίνει τον ανεκδιήγητο ως απερίγραπτο, πρώτα, αλλά μετά και ως γελοίο.
Ο Τριανταφυλλίδης λέει απλώς πως πρόκειται για εκείνον που είναι «τόσο μεγάλος, έντονος κτλ., ώστε δεν μπορεί να τον διηγηθεί ή να τον περιγράψει κάποιος» ή για κάποιον «που η συμπεριφορά του δύσκολα χαρακτηρίζεται».

Ξέρω, θέλετε και Μπαμπινιώτη:
ανεκδιήγητος, -η, -ο 1(κακός.) αυτός που δεν μπορεί να τον διηγηθεί κανείς, να τον περιγράψει, να τον εκφράσει με λόγια ΣΥΝ, απερίγραπτος.
2 (συνεκδ.) αυτός που εκτρέπεται από τα αποδεκτά μέτρα, με αποτέλεσμα να προκαλεί το γέλιο ΣΥΝ γελοίος, φαιδρός

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Η κότα σκαλίζοντας…

Ας πάρουμε τον Μπαμπινιώτη. Αν πούμε ότι η δικαιοσύνη θα δεχτεί την πρώτη σημασία της λέξης, τότε δεν υπάρχει πουθενά «συκοφαντική δυσφήμιση», αφού κανείς δεν θεωρεί ως κάτι τέτοιο τον χαρακτηρισμό «απερίγραπτος». Προφανώς η βουλευτής «πατάει» στη δεύτερη εκδοχή της λέξης, αυτή που έχει ως συνώνυμα τα γελοίος και φαιδρός.

Τότε όμως θα πρέπει να δει μήπως οι πράξεις της ταυτίζονται με την ερμηνεία του λεξικού, μήπως δηλαδή η ίδια «εκτρέπεται από τα αποδεκτά μέτρα, με αποτέλεσμα να προκαλεί γέλιο».
Και δεν μιλώ, φυσικά, για το καβάλημα του…κάγκελου, αλλά γι αυτό καθεαυτό το γεγονός της μήνυσης, η οποία σίγουρα εκτρέπεται από τα αποδεκτά μέτρα και σιγουρότατα προκαλεί γέλιο.

Φοβάμαι, δηλαδή, μήπως η βουλευτής, προσπαθώντας να αποδείξει ότι δεν είναι αυτό που την χαρακτήρισε η δημοσιογράφος, κάνει ακριβώς το αντίθετο, επιβεβαιώνει το χαρακτηρισμό.

Όπως παρατηρείτε, δεν γράφω περισσότερα, φοβούμενος μήπως υλοποιήσει την απειλή της πως θα συνεχίσει μέχρι τέλους και με αγωγές. Είναι για να μας τρέχουν στα αυτόφωρα, χρονιάρες μέρες;

Το σταματώ εδώ για να επανέλθω στην αρχή και να υποστηρίξω πως καλό είναι, όσοι μιλούν ή γράφουν δημοσίως, να χαρακτηρίζουν πράξεις και όχι ανθρώπους, συμπεριφορές και όχι πρόσωπα, αντιλήψεις και πολιτικές, όμως όχι πολίτες.

Για να λέμε λίγο και του στραβού το δίκιο!
ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!
Τα λέμε μετά την Ανάσταση (του Γένους)!

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

140410 ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΙΚΟ-2

Το ένα πουλάκι:
Συντηρητικά!

Ο δεύτερος φίλος, για τον οποίο σας μιλήσαμε στο φύλλο της Τρίτης, ήταν πολύ ευθύς. «Τα πουλάκια, τελευταία, λένε ό,τι πιο συντηρητικό έχω ακούσει. Πώς έγιναν έτσι;»

Στην αρχή αστειεύτηκα, μερικές φορές είναι καλύτερα να βλέπεις τα πράγματα από την κωμική τους πλευρά.
«Τι να κάνουμε;» Του απάντησα. «Ο συντηρητισμός είναι μια σταθερή αξία. Μ’ αυτόν πορεύτηκε η κοινωνία επί αιώνες. Ενώ τον ριζοσπαστισμό τον είδαμε. Μέσα σε λίγες δεκαετίες έφερε την καταστροφή».

Τι είναι όμως συντηρητικό και τι προοδευτικό;
Για να διευκολυνθούμε, φέραμε ως παράδειγμα μια συζήτηση που έγινε τις τελευταίες μέρες στο διαδίκτυο, με αφορμή ένα άρθρο για τα εισιτήρια του ΜΕΤΡΟ που αφήνονται από κάποιους, για να χρησιμοποιηθούν δωρεάν από άλλους επιβάτες.

Ο αρθρογράφος, στηρίζοντας τις απόψεις του σε οικονομικές θεωρίες, αλλά και σε ηθικούς κανόνες, έλεγε πως αυτό είναι μια σωστή κίνηση. Αφού το εισιτήριο έχει πληρωθεί και μπορεί να χρησιμοποιηθεί επί μιάμιση ώρα μετά την ακύρωσή του, είναι σωστό (και ηθικό) να το αφήνεις, για να το πάρει κάποιος άλλος (που πιθανότατα έχει ανάγκη) και να το χρησιμοποιήσει για την υπόλοιπη ώρα.

Καλό δεν ακούγεται; Και λογικό.
Πώς θα σας φαινόταν όμως αν κάναμε το ίδιο ακριβώς και σε άλλες περιπτώσεις; Διότι το εισιτήριο εκδίδεται για να πας στον προορισμό σου και έχει την ίδια τιμή είτε το χρησιμοποιήσεις για μια στάση είτε για ολόκληρη τη διαδρομή.
Το χρονικό περιθώριο της μιάμισης ώρας που σου δίνουν είναι για να πας στον προορισμό σου, αλλάζοντας, αν χρειαστεί, και γραμμή.

Δείτε το όμως έτσι. Αν πληρώσω ένα εισιτήριο, μπορώ να δω μια κινηματογραφική ταινία σε δύο συνεχόμενες προβολές.
Είναι σωστό να δώσω το εισιτήριό μου σε άλλον, να δει τη δεύτερη, αφού «έτσι κι αλλιώς ο κινηματογράφος πήρε τα χρήματα για δύο προβολές»;

Το άλλο πουλάκι:
Να πούμε διαφορετικό παράδειγμα.

Εγώ δεν τρώω ποτέ πρωινό. Το πολύ πολύ να πιω ένα ρόφημα. Είναι λοιπόν δίκαιο και ηθικό, να καλέσω κάποιον φίλο μου ή έναν περαστικό που έχει ανάγκη να φάει τον πρωινό που θα έτρωγα σε ένα ξενοδοχείο, αφού το έχω πληρώσει μαζί με την τιμή του δωματίου;

Ή, για να το δούμε λίγο πιο γενικά, είναι σωστό, ένας ασφαλισμένος να δίνει το βιβλιάριό του σε έναν ανασφάλιστο για να επισκεφθεί τον γιατρό, αφού, έτσι κι αλλιώς, το ασφαλιστικό ταμείο έχει πληρωθεί και ο ασφαλισμένος δεν έχει αρρωστήσει;

Λοιπόν, καταλαβαίνω ότι κάποιος μπορεί πολύ άνετα να υποστηρίξει πως όλα αυτά είναι σωστό και ηθικό να συμβαίνουν.
Στο κάτω κάτω, σε μια δίκαιη κοινωνία, όλοι πρέπει να μπορούν να απολαμβάνουν κάθε αγαθό.
Αφού κάποιοι μπορούν και πληρώνουν, ε, ας το εκμεταλλευτούν άλλοι που δεν μπορούν.

Καμία αντίρρηση.
Αρκεί όσοι πληρώνουν να ξέρουν ότι το κάνουν και για τους υπόλοιπους και να δέχονται να πληρώσουν το ανάλογο κόστος.

Διότι, η τιμή του εισιτηρίου, έχει υπολογιστεί με δεδομένο ότι κάθε επιβάτης θα κόβει από ένα. Αν πρόκειται το ίδιο εισιτήριο να το χρησιμοποιούν δύο και τρεις επιβάτες, τότε, πιθανότατα, η τιμή του θα είναι πολύ μεγαλύτερη.
Το γνωρίζουν αυτό όσοι πληρώνουν και το δίνουν και σε άλλους;

Επίσης, έχουν λάβει υπόψη τους ότι, αν όλοι ακολουθήσουν τη δική τους τακτική, πιθανότατα η εταιρεία να πέσει έξω και τότε δύο τινά θα συμβούν; Ή θα κλείσει και θα μείνουν στο δρόμο πολλοί εργαζόμενοι, ή θα χρηματοδοτηθεί από τον προϋπολογισμό, δηλαδή από τους φόρους που πληρώνουν, όσοι πληρώνουν.

Το ξέρουμε αυτό; Το έχουμε συμφωνήσει;
Αν ναι, καμιά αντίρρηση. Αν θέλουμε, μπορούμε, ως κοινωνία, να αποφασίσουμε να μην πληρώνει κανείς εισιτήριο ούτε στις συγκοινωνίες, ούτε στα δημόσια θεάματα, ούτε πουθενά.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Θα είναι όλα τζάμπα;

Όχι βέβαια!
Κάποιοι θα πληρώνουν γι’ αυτά (εκτός κι αν βρούμε άλλους να μας δανείζουν για να τα απολαμβάνουμε εμείς τζάμπα, που και τότε κάποιοι άλλοι θα τα πληρώνουν, όμως είναι μακριά και, κυρίως, ξένοι, οπότε δεν μας πολυνοιάζει) όπως πληρώναμε τις περίφημες δωρεάν συναυλίες που άρχισαν να πραγματοποιούνται επί αείμνηστης Μελίνας Μερκούρη.

Αυτό, τότε θεωρούνταν προοδευτισμός. Ενώ όσοι υποστηρίζαμε πως πρέπει να υπάρχει κάποιοι εισιτήριο, ώστε αυτός που επιλέγει να παρακολουθήσει κάτι να το επιλέγει συνειδητά και να το εκτιμά, λεγόμασταν «ελιτιστές».

Και είδαμε τι έγινε.
Το δικαίωμα στο τζάμπα, το δικαίωμα στην τεμπελιά, το «δημοκρατικό πέντε», η αντίθεση στην αξιοκρατία, η αρχή της ήσσονος προσπάθειας, όλα αυτά και πολλά άλλα θεωρούνταν επί δεκαετίες «προοδευτισμός».
Δυστυχώς, από κάποιους θεωρούνται ακόμη και τώρα.

Αυτά και πολλά άλλα συζητήσουμε με τους φίλους και πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβουμε, αλλά και χωρίς να καταλάβουμε τίποτα.

Κι όπως λέγαμε παλιά, ο «καθένας έβγαλε τα συμπεράσματά του».
Ελπίζουμε κι εσείς.

Ιστορίες παλιές, αλλά σύγχρονες!

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

140408 ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΙΚΟ-1

Το ένα πουλάκι:
Πού τοποθετείς τον εαυτό σου;

Την ερώτηση, λίγο πολύ, την περίμενα, γιατί ξέρω τους φίλους που συζητάμε καθημερινά και αυτοί, ξέρουν κάποιους άλλους και, να μην τα πολυλογώ, μια χούφτα άνθρωποι είμαστε στη Δράμα.

Λοιπόν, υπάρχουν αρκετοί που θεωρούν ότι, τα τελευταία χρόνια, η στήλη μας έχει κάνει μια «δεξιά στροφή».
Έτσι το λένε, έτσι σας το λέω. Προχθές, λοιπόν, ένας καλός φίλος, αρκετά προβληματισμένος -είναι αλήθεια- με ρώτησε ευθέως:
«Στον άξονα αριστερά δεξιά, εσύ πού τοποθετείς τον εαυτό σου;»

Έκανε την ερώτηση, με κοίταξε στα μάτια και περίμενε. Περίμενα κι εγώ. Περίμενα να συμπληρώσει κάτι ακόμη γιατί έδειχνε να καταλαβαίνει και ο ίδιος πως η ερώτησή του ήταν κάπως κολοβή.

Ύστερα από λίγες στιγμές, του έδωσα την απάντηση:
«Αν μου ορίσεις πώς εννοείς την αριστερά και τη δεξιά», θα σου απαντήσω αμέσως. «Διαφορετικά, είναι λίγο δύσκολο και θα μας πάρει πολλή ώρα».
Με ξανακοίταξε -γνωριζόμαστε χρόνια πολλά- και μου είπε: «Να, εγώ, ας πούμε, τοποθετώ τον εαυτό μου στην αριστερά. Εσύ πού τον τοποθετείς;»

Κάπως έτσι ξεκίνησε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Του είπα πως, για μένα υπάρχουν δυο λογιών «τοποθετήσεις», που δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη. Η ιδεολογική, που είναι όχι μόνο θεωρητική, αλλά έχει κι ένα σημαντικότατο πρακτικό μέρος, και η πολιτική του ταυτίζεται με το κόμμα το οποίο ψηφίζεις ή με το οποίο αισθάνεσαι πιο κοντά.

Παλιά λέγαμε πως «αριστερός είναι εκείνος που ενδιαφέρεται και για τον διπλανό του». Αυτό ήταν πολύ δύσκολο να το δεχτούν οι σύντροφοι της μαρξιστικής αριστεράς, για τους οποίους σημασία είχε, όχι μόνο το ενδιαφέρον, αλλά, πρωτίστως, η πολιτική ανάλυση και ο τρόπος πάλης.
Από την άλλη γνωρίζαμε και κάτι «συντηρητικούς» της Εκκλησίας, που μας έλεγαν πως, το να αγωνίζεσαι για το ψωμί του αδελφού σου, είναι μέγιστο πνευματικό καθήκον.

Όπως καταλαβαίνετε, εμείς πέσαμε πάνω στο μπέρδεμα πολύ νωρίς κι ενώ για κάποιους άλλους τα πράγματα ήταν απλά (ό,τι πει η καθοδήγηση ή ο πνευματικός), για μας γινόταν ολοένα και πιο περίπλοκα.

Το άλλο πουλάκι:
Άσε πάλι τα κόμματα.

Εκεί να δεις μπέρδεμα. Ξέρετε πόσες ώρες καβγάδων έχουμε γράψει, για το αν το άλφα κόμμα ή το βήτα είναι αριστερά;
Βλέπετε, τους φίλους που ανήκαν στα κόμματα, δεν τους αρκούσε το πώς αισθάνονταν οι ίδιοι, ήθελαν κι εμείς να τους βλέπουμε, όπως έβλεπαν αυτοί τον εαυτό τους ή το κόμμα τους.

Αυτά όμως τον παλιό καλό καιρό.
Τα χρόνια πέρασαν, πάρα πολλοί έφυγαν τρέχοντας από τα κόμματα, τους έμειναν όμως κάποια κουσούρια, όπως, ας πούμε, να ξεχνάνε ανήμερα των εκλογών τι έλεγαν επί μήνες ή και χρόνια και να πηγαίνουν να το ρίχνουν «εκεί που είναι η καρδιά τους».

Τα πράγματα άλλαξαν πολύ περισσότερο μετά την κρίση. Στην αλλαγή αυτή έπαιξαν ρόλο και οι αγανακτισμένοι, όμως σ’ αυτούς αναφερθήκαμε την περασμένη εβδομάδα.

Η κρίση ωστόσο, ήταν μια ευκαιρία να δούμε όλοι πιο καθαρά κάποια θέματα, να ρίξουμε μια κριτική ματιά στο παρελθόν, να αναγνωρίσουμε το μερτικό ευθύνης που μας αναλογεί, κυρίως όμως να προσπαθήσουμε να αποφύγουμε τα ίδια λάθη.

Όλα αυτά είναι πολύ δύσκολα!
Είναι πιο απλό και λιγότερο ψυχοφθόρο να πεις «έφταιξαν μόνο αυτοί που κυβέρνησαν τον τόπο» ή να ρίξεις τις ευθύνες στους «ξένους κεφαλαιοκράτες και στα ντόπια τσιράκια τους», οι οποίοι δεν αρκούνται με τα τέσσερα, πέντε δισεκατομμύρια ανθρώπων που έχουν στη διάθεσή τους ως φτωχό εργατικό δυναμικό, βάλθηκαν να φτιάξουν κι εμάς τους Έλληνες που είμαστε μια χούφτα άνθρωποι.

Ξέρετε πόσο ανακουφιστικές είναι τέτοιου είδους υπεραπλουστευμένες αναλύσεις; Οι οποίες συνήθως έχουν κι ένα ακόμη «εργαλείο» για να τις ενισχύει. Το σκεπτικό «αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί μαζί μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ένα μικρό παράδειγμα.

Είναι απλό να λες πως «όλα έγιναν προκειμένου να μας ρίξουν στην ανάγκη και μετά να έρθουν να μας αγοράσουν κοψοχρονιά», όμως, όταν βγαίνουν στο σφυρί διάφορα «φιλέτα» και κανείς δεν ενδιαφέρεται να τα αγοράσει, τότε σφυρίζεις αδιάφορα ή ψάχνεις για φτηνές δικαιολογίες.

Η κρίση, λοιπόν, ήταν μια ευκαιρία.
Μπορεί να έφερε χίλια κακά, μας έδωσε όμως τη δυνατότητα να ξανασκεφτούμε πάνω στις ακλόνητες βεβαιότητες που είχαμε πριν από αυτήν. Διότι, ακόμη κι αν έχουν δίκιο όσοι λένε πως «έφταιξαν αποκλειστικά εκείνοι που κυβέρνησαν τον τόπο», είναι δυνατόν να ζητάμε να ξανακυβερνηθεί ο τόπος από άλλους μεν, με την ίδια νοοτροπία όμως;

Είναι δυνατόν να έχουν όλοι, μα όλοι όσοι αντιδρούν για κάποια μέτρα δίκαιο; Είναι δυνατόν να μην έχουμε καταλάβει ακόμη πως, πέρα από τα ξένα συμφέροντα που θέλουν το κακό μας, χωρίς παραγωγή πλούτου δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αληθινή ευημερία;

Είναι δυνατόν να παραβλέπουμε ακόμη και τώρα την προσωπική ευθύνη και για όλα να φταίει το σύστημα, η πλουτοκρατία, οι άλλοι, που πρέπει να πληρώσουν και την κρίση, αφήνοντας εμάς να ζούμε όπως ζούσαμε;

Τέτοια και πολλά άλλα έφερε η κουβέντα, η οποία, βεβαίως, δεν τελείωσε.
Στην παρέα μπήκε κι ένας τρίτος, φίλος κι αυτός από τα παλιά, για όσα ειπώθηκαν στην συνέχεια όμως, αύριο.
Αυτογνωσία.




Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

140407 ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟ

Το ένα πουλάκι:
Πίσω στις αγορές!

Δεν ξέρω για ποιο λόγο θα έπρεπε να πανηγυρίζουμε για το κατόρθωμα αυτό –έτσι τουλάχιστον παρουσιάζεται από ορισμένους.
Άσε που ακόμα δεν τον είδαμε. Έστω όμως ότι είναι γεγονός και ότι σε λίγο, η χώρα μας θα μπορεί και πάλι να δανείζεται από τις περίφημες αγορές. Γιατί θα πρέπει να χαιρόμαστε;

Θέλετε να σας θυμίσω ορισμένους από τους χαρακτηρισμούς με τους οποίους στολίσαμε τις αγορές όλα αυτά τα χρόνια που ήμασταν εκτός. Δεν χρειάζεται, διότι είμαστε σοβαρή στήλη κι αν κάτι μας διαχωρίζει από τους κάθε λογής μπαλτάκους είναι ότι εμείς τουλάχιστον δεν βρίζουμε. Έχουμε άλλον τρόπο να τα λέμε.

Σ’ αυτές, λοιπόν, τις ακατονόμαστες αγορές επιστρέφουμε και λίγο ακόμη και θα βγούμε στους δρόμους να το γιορτάσουμε με σημαίες.
Δεν σας φαίνεται αντιφατικό. Υπάρχει εξήγηση; Πού να την αναζητήσουμε;

Αφήστε το άλλο…
Ξέρετε κανέναν, ιδιώτη ή επιχειρηματία, που να πανηγυρίζει επειδή υπάρχει περίπτωση (είπαμε, ακόμη δεν τον είδαμε) να βρει δανεικά με μεγαλύτερο –πολύ μεγαλύτερο- επιτόκιο απ’ αυτό που δανείζεται τώρα;
Δεν ξέρετε; Ε, να που το κάνει η χώρα μας.

Ας αφήσουμε όμως κι εμείς τις ερωτήσεις κι ας περάσουμε στις απαντήσεις, ξεκινώντας από το τέλος.
Δεν πανηγυρίζουμε επειδή (θα) βρίσκουμε μεγαλύτερο επιτόκιο απ’ ό,τι τώρα, αλλά επειδή αυτό (θα) είναι πολύ χαμηλότερο από εκείνο το προ κρίσης.

Στο ενδιάμεσο, αυτά που παίρναμε με μικρό –πολύ μικρό –επιτόκιο ήταν προσωρινές διευκολύνσεις από φίλους, μέχρι να μπορέσουμε να ξανασταθούμε στα πόδια μας. Αυτό με τα πόδια κρατείστε το.

Επιπλέον, η χαρά μας (υποτίθεται ότι) δικαιολογείται από το γεγονός ότι η επιστροφή στις ακατονόμαστες αγορές είναι μια ένδειξη πως η οικονομία μας πάει καλά και πως μπορούν κάποιοι να βασίζονται σ’ αυτήν σε τέτοιον βαθμό, που να μας δανείζουν και τα λεφτά τους.
Έχουμε όλοι αυτή την αίσθηση;

Κυρίως όμως χαιρόμαστε, διότι μπορεί τώρα το χρήμα που θα δανειζόμαστε να είναι πιο ακριβό –πολύ πιο ακριβό- όμως θα έχουμε την άνεση να το κάνουμε ό,τι τραβάει η ψυχή μας κι όχι ότι μας επιβάλλουν οι δανειστές.

Το άλλο πουλάκι:
Φτάσαμε στο ζουμί.

Πώς ακριβώς εννοούμε, ή πώς φαντάζεται ο καθένας αυτό το «ό,τι τραβάει η ψυχή μας»;
Να μια συζήτηση σοβαρή που πρέπει να ξεκινήσει και στην οποία έχουμε λόγο όλοι, κυβέρνηση, αντιπολίτευση, συνδικάτα, πολίτες, όλοι!

Διότι, ο πρώτος κίνδυνος που διαφαίνεται είναι να επιστρέψουμε πίσω, στις παλιές ξένοιαστες μέρες, όταν το χρήμα έρρεε άφθονο, στον… γάμο του Καραγκιόζη, όπως ο κάθε Καραγκιόζης θεωρούσε ότι έπρεπε να ρεύσει.
Όποιος μπορούσε, όπου μπορούσε έδινε, με τη μορφή κάθε είδους παροχών, μόνο και μόνο για να διατηρούνται ευχαριστημένοι οι ψηφοφόροι.

Πάρε κόσμε!
Διορισμούς θέλεις; Δάνεια θέλεις; Αυξήσεις θέλεις; Επιχορηγήσεις θέλεις; Χρηματοδοτήσεις θέλεις; Κάλυψη των γενικών εξόδων σου θέλεις;
Κανένα πρόβλημα. Μισό λεπτό, να πεταχτώ μέχρι τις αγορές να πάρω λίγα δανεικά και επιστρέφω.

Υπάρχει, φίλοι μου, σοβαρός κίνδυνος να επιστρέψουμε σ’ αυτό, γεγονός που δεν φαίνεται μόνο από το προεκλογικό μοίρασμα του πλεονάσματος, αλλά από τη συνολική στάση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Το ακριβό δανεικό χρήμα γίνεται φτηνό πολιτικό, δηλαδή προεκλογικό χρήμα που εξαγοράζει την εύνοια των ψηφοφόρων.

Μέγα λάθος!
Αν βιαστούμε να πετάξουμε μαζί με τα απόνερα και το μωρό, τότε γρήγορα θα ξαναβρεθούμε στην ίδια θέση και δεν θα έχουμε καν τη δικαιολογία να κλαιγόμαστε.
Η τραγική περιπέτεια που ζήσαμε ως χώρα πρέπει κάτι να μας διδάξει, τουλάχιστον να κερδίσουμε εμπειρίες και να βγούμε σοφότερο στο πέλαγος της ελεύθερης αγοράς.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι να μας διδάξει;

Δεν θα το πω εγώ, θα θυμίσω πως πολύς κόσμος ακόμη και από την αντιπολίτευση, έλεγε συχνά ότι η κρίση μας οδήγησε σε αναγκαστικά μέτρα, πολλά τα οποία έπρεπε να είχαμε πάρει από μόνοι μας.

Η μηχανοργανώσεις, η διασταύρωση στοιχείων, μια λελογισμένη χρήση του δημόσιου χρήματος, η σωστή αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, ακόμη και πιο πρακτικά ζητήματα, όπως η απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, η σωστή καταμέτρηση των συνταξιούχων είναι πράγματα τα οποία υποχρεωθήκαμε από τους δανειστές μας να τα κάνουμε.
Ε, ας μην τα διώξουμε μαζί με τους δανειστές.

Από την άλλη, πολύς κόσμος –αντίστροφα τώρα- από την αντιπολίτευση αλλά και την κυβέρνηση, συμφώνησαν πως η συνταγή ήταν λάθος. Πως η προσαρμογή δεν έπρεπε να βασιστεί (μόνο) σε περικοπές και επιπλέον φόρους.

Πώς θα αλλάξει αυτό; Τώρα που θα έχουμε τον δικό μας (δανεικό) παρά πώς σκοπεύουμε να αξιοποιήσουμε τις χρηματοδοτήσεις; Αν πάμε απλώς να «διορθώσουμε» τα στραβά, με αυξήσεις και λιγότερους φόρους, ίσως κάνουμε μια τρύπα στο νερό.

Πώς σκεφτόμαστε να διαχειριστούμε το (δανεικό) χρήμα μας ώστε αυτό να βοηθήσει στην παραγωγή νέου πλούτου;
Να η συζήτηση που πρέπει να κάνουμε, μόλις τελειώσουμε με τους Μπαλτάκους.

Χρήμα!

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

140404 ΚΤΗΝΩΔΕΣ

Το ένα πουλάκι:
Δεν δικαιούται!

Για τη δημοκρατία το λέω.
Ο καθένας από εμάς μπορεί να είναι ή να φέρεται σαν κτήνος. Μπορεί να φτάνει στο σημείο να διαπράττει βιαιότητες, αίσχη, ωμότητες ή οτιδήποτε άλλο αποτελεί ντροπή για το ανθρώπινο είδος.

Ο καθένας από εμάς.
Μπορεί να αφήνει επίτηδες ελεύθερο ή να του ξεφεύγει άθελά του το αγρίμι που κρύβουμε μέσα μας, αυτό που χιλιάδες χρόνια «πολιτισμού» δεν μπόρεσαν να το εξαλείψουν.

Διότι τι άλλο είναι οι θεσμοί, οι νόμοι, οι θρησκείες, η εκπαίδευση, η τέχνη, παρά προσπάθειες του ανθρώπου να εξανθρωπιστεί, να μπορεί δηλαδή να θέτει χαλινάρι στα ένστικτά του, να μην αντιδρά με βάση ό,τι του περνά προς στιγμήν από το μυαλό, αλλά να κάνει δεύτερες και τρίτες σκέψεις και να υπολογίζει τις συνέπειες κάθε του πράξης.

Κι όμως, δεν φτάνουν.
Τίποτε απ’ όλα αυτά από μόνο του, ούτε καν όλα μαζί δεν είναι αρκετά ώστε να εξαφανίσουν εντελώς το τέρας που, μπορεί να κοιμάται σε κάποιους βαθιά και σε άλλους με το ένα μάτι ανοιχτό, δεν έχει όμως πεθάνει.

Δεν αποκλείεται, λοιπόν, να ξυπνήσει εκεί που δεν το περιμένεις.
Αυτό είναι κάτι που δέχεται ακόμη και η έννομη τάξη μιας πολιτισμένης κοινωνίας, όταν αναγνωρίζει ελαφρυντικά για πράξεις που τελούνται «εν βρασμώ ψυχής».
Και τις διαχωρίζει από τα «εκ προμελέτης» εγκλήματα, στα οποία μπαίνουν ένα σωρό υστερόβουλα κίνητρα.

Μπορεί να συμβεί στον καθένα μας.
Κανείς δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει, αν δεν έρθει εκείνη η ώρα για να δοκιμαστεί στην πράξη.
Γι’ αυτό, επίσης, οι άνθρωποι που διαθέτουν μια πιο ισχυρή αλυσίδα για το θηρίο, συνήθως φροντίζουν να μην φτάσουν στο σημείο να δοκιμάσουν την αντοχή της.

Φροντίζουν όμως δεν το καταφέρνουν πάντοτε. Γι’ αυτό λέμε ότι μπορεί να συμβεί στον καθένα.
Όχι όμως στη δημοκρατία. Αυτή δεν έχει το δικαίωμα να φέρεται κτηνωδώς, αυτή, είναι υποχρεωμένη, ως δημιούργημα των ανθρώπων κι όχι κάποιου θεού, να είναι άψογη.

Το άλλο πουλάκι:
Δύο νεκροί!

Ο ένας μαχαιρωμένος από ισοβίτη κρατούμενο και ο άλλος από ξυλοδαρμό από συναδέλφους του πρώτου.
Αποτρόπαια εγκλήματα.

Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να φιλάς τα παιδιά σου το πρωί και να φεύγεις για τη δουλειά, για να μην ξαναγυρίσεις, επειδή κάποιος, ο οποίος δεν έχει να φοβηθεί τίποτε, ξέσπασε πάνω σου την οργή του.

Σημειώστε αυτό το «δεν έχει να φοβηθεί τίποτε».
Διότι, στην προσπάθειά μας να κρατήσουμε δεμένο το κτήνος, έρχεται σημαντική βοηθός η σκέψη των συνεπειών.
Το πόσοι από εμάς και με τι ευκολία θα σκοτώναμε, φαίνεται από το τι κάνουμε σε περιόδους πολέμου, όπου δεν υπάρχει τιμωρία.
Και δεν εννοώ μόνο στις μάχες.

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που θα σταματήσει έναν ισοβίτη από το να σκοτώσει κάποιον συνάνθρωπό του;
Τι χειρότερο μπορεί να του συμβεί από τα ισόβια;
Δεν απαντώ τώρα στο ερώτημα, αλλά και δεν το ξεχνώ. Θα επανέλθω.

Για την ώρα, θα πρέπει να συλλογιστούμε λίγο τις αντιδράσεις τής δημοκρατικής πολιτείας, διά των νομίμων εκπροσώπων της, που είναι οι συνάδελφοι του άτυχου δεσμοφύλακα.
Σκότωσαν στο ξύλο τον δολοφόνο!

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι «πήραν το νόμο στα χέρια τους», όμως ξέρουμε ότι στη χώρα μας δεν υπάρχει τέτοιος νόμος, δεν υπάρχει θανατική ποινή. Να πούμε ότι απένειμαν δικαιοσύνη;

Και τι είδους δικαιοσύνη είναι αυτή που ο καθένας την απονέμει μόνος του. Σίγουρα όχι αυτή μιας συντεταγμένης και δημοκρατικής πολιτείας. Είναι μια δικαιοσύνη της ζούγκλας, όπου κατοικούν κτήνη, σαν αυτά που βρίσκονται φυλακισμένα μέσα μας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπάρχουν ευθύνες!

Ήδη διώκονται για «βασανισμό με αποτέλεσμα τον θάνατο» οκτώ σωφρονιστικοί υπάλληλοι των φυλακών Νιγρίτας.
Δεν ξέρω πόσοι χαίρονται ή λυπούνται γι’ αυτό. Δεν ξέρω πόσοι λένε μέσα τους «καλά του κάνανε» και παρακαλούν να κουκουλωθεί η υπόθεση. Δεν ξέρω πόσοι πιστεύουν ότι στη θέση τους το ίδιο θα έκαναν, ευτυχώς όμως δεν βρίσκονται σε τέτοια θέση.

Εγώ όταν μιλάω για ευθύνες θέλω να πάω λίγο πιο μακριά.
Τι σόι σωφρονιστικό σύστημα είναι αυτό, στο οποίο ένας ισοβίτης μπορεί να βρει κάποιο μαχαίρι και να σκοτώσει στο λεπτό έναν υπάλληλο ο οποίος είναι εκεί για να τον… σωφρονίζει;

Όπως βλέπετε, απαντώ στο ερώτημα που είχαμε θέσει προηγουμένως. Αν δεν υπάρχει κάποιος ηθικός φραγμός ή κάποιος φόβος που θα σταματήσουν έναν ισοβίτη, οφείλει να το κάνει το ίδιο το σύστημα που έχει αναλάβει αυτή την υποχρέωση.
Δηλαδή να εξασφαλίσει πως αυτός, ακόμη κι αν θέλει, δεν θα μπορεί να τελέσει άλλες εγκληματικές πράξεις, ούτε έξω, αλλά ούτε και μέσα στη φυλακή.

Πέρασε, δηλαδή, από το μυαλό των λυπημένων και εκδικητικών συναδέλφων τού άτυχου Γιώργου Τσιρώνη ότι ίσως αυτός έπεσε θύμα, εκτός της κτηνωδίας του Ιλί Καρέλι, και λαθών, παραλείψεων, αλλά και σοβαρότατων ευθυνών που έχει το σύστημα στο οποίο οι ίδιοι εργάζονται και είναι υπεύθυνοι;

Φαίνεται πως δεν πέρασε.
Κτηνωδίες!