ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

141128 ΑΝΕΜΕΛΟ

Το ένα πουλάκι:
Με μια υπογραφή!

Κάθε φορά που διαβάζω για μίζες, ξέρετε τι σκέφτομαι;
Πού να το ξέρετε, άμα δεν σας το πω; Είπαμε ότι είστε ξύπνιοι άνθρωποι, όχι όμως και μέντιουμ!
(Το «ξύπνιοι» συνάγεται, εκ του γεγονός ότι παρακολουθείτε τακτικά τη στήλη μας. Εξάλλου, εμείς είμαστε επιλεκτικά πουλάκια, δεν μιλάμε με όποιον όποιον).

Ας σοβαρευτούμε κι ας πούμε πρώτα τι εννοούμε λέγοντας μίζες.
Εννοούμε τα τεράστια εκείνα ποσά που παίρνουν κάποιοι, για να βάλουν (ή για να μη βάλουν, αναλόγως την περίπτωση) την υπογραφή τους σε μια σύμβαση αγοράς, ας πούμε, όπλων.

Διάβαζα πάλι προχθές για τις μεγάλες αγορές που πραγματοποιήσαμε ως χώρα και χάρη στις οποίες «φεσωθήκαμε» οπλικά συστήματα τα οποία είναι της κακιάς ώρας, ή εντελώς άχρηστα, και τα πληρώσαμε χρυσά.
Χάρη σ’ αυτά όμως, κάποιοι έκαναν χρυσές δουλειές.

Άρματα μάχης τύπου Leopard. Ύψος αγοράς 1,7 δισ. ευρώ. Μίζες 60 εκατ. ευρώ. Ακόμα ψάχνουμε τους αποδέκτες.
Πόσοι ήταν; Από πόσα πήρε ο καθένας; Άγνωστο. Μόνο υπολογισμούς μπορούμε να κάνουμε.

Υπολογισμούς… στο περίπου.
Από την απολογία του Αντώνη Κάντα (17 εκατ. μίζες για πάρτη του) προκύπτει πως για εξοπλισμό υποβρυχίων κ.λπ. έπεσαν καμιά σαρανταριά εκατ. μίζες σε καμιά τριανταπενταριά άτομα.

Σε άλλη υπόθεση, τα άτομα που εμπλέκονται ήταν καμιά εικοσαριά, ενώ τα χρήματα που πήραν με μορφή μίζας ξεπερνούν τα 40 εκατομμύρια.
Από τα παραπάνω μπορούμε να βγάλουμε ένα όχι και τόσο ακριβές, όμως αρκετά βέβαιο συμπέρασμα: είναι πολλά τα λεφτά.

Επανέρχομαι λοιπόν στο ερώτημα: ξέρετε τι σκέφτομαι όταν ακούω κάτι τέτοιο; Σκέφτομαι όλους τους εργαζόμενους, όπως εσάς, όπως εμάς, όλους εκείνους που ζουν τις οικογένειές τους με τα λεφτά που βγάζουν από τη δουλειά τους.

Ένας καλά αμειβόμενος υπάλληλος (καλά, με τα σημερινά δεδομένα) πείτε ότι παίρνει γύρω στις είκοσι χιλιάδες το χρόνο.
Που πάει να πει ότι αυτός, αν εργαστεί τριάντα χρόνια, θα πάρει κοντά στις εξακόσιες χιλιάδες ευρώ.
Σε τριάντα χρόνια «υπηρεσίας»!

Το άλλο πουλάκι:
Και ο άλλος;

Βάζει (ή δεν βάζει, αναλόγως την περίσταση) την υπογραφή του σε μια συμφωνία και αμέσως μπαίνουν στον λογαριασμό του ένα εκατομμύριο ευρώ!
Δηλαδή όχι ακριβώς στον λογαριασμό του, αλλά σε λογαριασμό μιας εταιρείας που έχει έδρα κάποιο νησάκι του Ειρηνικού, η οποία είναι θυγατρική κάποιας άλλης εταιρείας, η οποία…
Δηλαδή στον λογαριασμό του.

Πού βρίσκεται το ενδιαφέρον;
Τα χρήματα αυτά δεν τα κέρδισε με τη δουλειά του, ούτε με τις γνώσεις του, ούτε με το ταλέντο του, ούτε καν με την τύχη του.
Τα χρήματα αυτά του τα έδωσαν επειδή βρισκόταν σε μια θέση, στην οποία μάλιστα τοποθετήθηκε με μέσον.

Τον τοποθέτησαν κάποιοι άλλοι (ένα κόμμα, ένας αρχηγός…), ακριβώς γιατί ήταν τέτοια η θέση. Σας λέει  κάτι αυτό; Α, γεια σας! Ανοίγει όμως άλλη ιστορία, η οποία δεν είναι το σημερινό μας θέμα.

Θα μπορούσε δηλαδή, στην ίδια θέση, να βρισκόταν οποιοσδήποτε, αφού δεν χρειάζονται ιδιαίτερα προσόντα.
Δεν είναι όμως οποιοσδήποτε, δεν είστε εσείς, δεν είμαστε ούτε καν εμείς (κλαψ!) είναι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι που παίρνουν τις μίζες.

Πώς θα μπορούσε να εξαλειφθεί ή να περιοριστεί, τουλάχιστον, το φαινόμενο;
Προσέξτε. Προσπαθώ να σας προφυλάξω μην πείτε καμιά ανοησία του τύπου «σ’ αυτά τα πόστα πρέπει να βάζουμε ηθικούς ανθρώπους».
Είπαμε, από τους συνομιλητές μας έχουμε κάποιες απαιτήσεις.

Αν υπήρχαν τίποτε άλλοι στην παρέα μας μπορεί να ακούγαμε καμιά εξυπνάδα πως μόνο άνθρωποι που ανήκουν στην Αριστερά πρέπει να χειρίζονται τέτοια ευαίσθητα θέματα, γιατί είναι άνθρωποι ανώτερης ηθικής κλάσης.

Όχι. Τα λεφτά είναι τόσο πολλά, που μπορούν να λυγίσουν ακόμη και αδαμάντινους χαρακτήρες.
Μόνο όταν ξέρει κάποιος ότι οι πιθανότητες να πιαστεί είναι πάρα πολλές, τότε μπορεί να… αντέξει στον πειρασμό.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πόσες είναι οι πιθανότητες αυτές;

Φαίνεται ότι είναι ελάχιστες, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει αρκετά βήματα.
Βλέπουμε τουλάχιστον κάποιους να παραπέμπονται στη δικαιοσύνη. Άλλους να μπαίνουν φυλακή. Βλέπουμε να γίνονται κάποιοι έλεγχοι, κάτι κινείται.

Έχουμε και το πρόσφατο παράδειγμα Καρατζαφέρη.
Δεν ξέρουμε πού θα καταλήξει η υπόθεση, πάντως είναι χρήσιμη για την εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων.
Όπως ότι όλο αυτό που ονομάζουμε «πόθεν έσχες» είναι μια κοροϊδία, αφού ο καθένας δηλώνει ό,τι θέλει και κανείς δεν τον ελέγχει.

Το έχουμε πει και με άλλες ευκαιρίες, όμως τώρα το πράγμα βγάζει μάτι. Η μια δήλωση με την άλλη είχανε τεράστιες διαφορές, όμως δεν υπήρχε άνθρωπος να τις επισημάνει και να κάνει κάποιες αυτονόητες ερωτήσεις. Από πού αυτές οι διαφορές;

Θα μου πείτε, τόσοι που είναι στο ελληνικό δημόσιο –και όχι μόνο- οι υπόχρεοι σε δήλωση «πόθεν έσχες», θα θέλαμε άλλο ένα δημόσιο, παράλληλο με το υπάρχον, να ελέγχει τους πρώτους.
Κάτι σαν τα παράλληλα σύμπαντα, ένα πράγμα. Που, έτσι και αποδεχθείς την ύπαρξη (ή την ανάγκη ύπαρξης) ενός, τότε πρέπει να αποδεχθείς ότι θα υπάρχουν άπειρα.

Πού καταλήγουμε;
Δειγματοληπτικοί έλεγχοι και αυστηρές τιμωρίες, για να σφίγγουν οι…
Όλοι!
Ζήλιες!


Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

141126 ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ

Το ένα πουλάκι:
Ποιος φοβάται την ηλεκτρονική ψηφοφορία;

Είναι καλό να λειτουργούν τα συνδικάτα, τα οποία, στο κάτω κάτω, θεωρούνται και πυλώνες της δημοκρατίας.
Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν και νόμοι με τους οποίους το ίδιο το κράτος ενθαρρύνει τη συμμετοχή των εργαζομένων σ’ αυτά και διευκολύνει τη λειτουργία τους.

Ποιος από εσάς θυμάται το περίφημο άρθρο 4; Ήταν το ένδοξο 1983, στον νόμο 1365 που ψήφισε το ΠαΣοΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, του «τσάρου της οικονομίας» Γεράσιμου Αρσένη και φυσικά, του αείμνηστου Μένιου Κουτσόγιωργα.
Θυμόσαστε τι είχε γίνει και τότε;

Το άρθρο προέβλεπε πως, για τη λήψη μιας απόφασης, έπρεπε να υπάρχει απόλυτη πλειοψηφία (50%+1) των εγγεγραμμένων σε ένα σωματείο.
Και ξεσηκώθηκε επανάσταση. Διότι, ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό θεωρήθηκε μέτρο που «απαγόρευε τις απεργίες», αφού, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, ήταν αδύνατο να επιτευχθεί τέτοια πλειοψηφία.

Θυμάμαι τότε το κυριότερο επιχείρημα κατά του άρθρου 4: Δεν μπορεί, λέγαμε, ο αδιάφορος, αυτός που δεν συμμετέχει ποτέ στα συλλογικά όργανα, να προσμετράται ως αρνητική ψήφος.
Όπως ήταν φυσικό, το άρθρο αυτό δεν εφαρμόστηκε ποτέ κι έτσι οι απεργίες αποφασίζονται πάντοτε με… «απόφαση της γενικής συνέλευσης».

Οι περισσότεροι ξέρετε τι σημαίνει αυτό στην πράξη, καλό είναι όμως να το ξαναθυμηθούμε.
Για να είμαστε δίκαιοι, θα πρέπει να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στα περισσότερα σωματεία του δημοσίου ή των ΔΕΚΟ γίνεται κάποιος μέλος με την πρόσληψή του, συχνά χωρίς καν να ερωτηθεί.

Τη συνδρομή του την που κρατά το σωματείο από τη μισθοδοσία κι έτσι έχουμε περιπτώσεις εργαζομένων που είναι μόνο τύποις μέλη του συνδικάτου, αφού δεν ξέρουν πού βρίσκονται τα γραφεία, ποιοι είναι στο Δ.Σ., τι λέει το καταστατικό…
Ψηφίζουν όμως, αφού –άλλο τέχνασμα υπέρ του συνδικαλισμού κι αυτό- η ψηφοφορία γίνεται σε εργάσιμη μέρα, με άδεια, οπότε πρέπει ή να πας να ψηφίσεις ή να πας στη δουλειά.
Κάποιοι δεν πάνε σε κανένα από τα δυο, όμως το προσπερνάμε.

Το άλλο πουλάκι:
Εδώ μπαίνει το άρθρο 4, δηλαδή το σκεπτικό του.

Αυτούς τους «αδιάφορους» τους μετράει ως αρνητικές ψήφους. Στην πραγματικότητα όμως, όλα τα καταστατικά δίνουν το δικαίωμα (υποχρέωση μήπως;) διαγραφής των μελών που συστηματικά δεν συμμετέχουν στα κοινά.
Ποιος όμως θα αναλάβει την ευθύνη να διαγράψει μέλη, έστω και παντελώς αδιάφορα, από ένα σωματείο;

Αφήνουμε στην άκρη το άρθρο 4 και πάμε να δούμε πώς παίρνονται οι αποφάσεις στις γενικές συνελεύσεις.
Για να υπάρχει συνέλευση πρέπει να έχουμε απαρτία, όπως αυτή ορίζεται από το καταστατικό κάθε συλλόγου.
Μια συνηθισμένη πρακτική είναι να γίνονται τρεις απανωτές συνελεύσεις, με κατάληξη στην τρίτη, όπου υπάρχει απαρτία με ελάχιστα μέλη, πολλές φορές «με όσα μέλη παρευρίσκονται», όπως γράφουν τα καταστατικά.

Ακόμη όπως και σε περιπτώσεις που οι συνελεύσεις γίνονται σε εργάσιμη μέρα –άρα θα πρέπει να παρευρίσκονται όλοι- οι περισσότεροι πηγαίνουν, υπογράφουν ώστε να σχηματιστεί απαρτία, και φεύγουν να κάνουν καμιά δουλειά ή να πιούν το καφεδάκι τους.
Έτσι, όταν έρχεται η ώρα των ψηφοφοριών, στη συνέλευση υπάρχουν μέλη μετρημένα στα δάχτυλα... άντε των δύο χεριών.

Για να καταλάβετε, θεωρείται «θαύμα» αν από κάποιο σύλλογο πολλών εκατοντάδων μελών υπάρχουν σε συνέλευση πάνω από πενήντα. Σκεφθείτε ότι αυτοί πρέπει να αποφασίσουν και για σοβαρότερα θέματα, όπως η κήρυξη απεργίας.
Τότε συμβαίνει το αντίθετο από αυτό που φοβόμασταν για το άρθρο 4: όλοι οι απόντες θεωρούνται, στην πράξη, σύμφωνοι με την πλειοψηφία των παρόντων.

Δεν είναι τυχαίο πως κάτι τέτοιες «πλειοψηφίες» παίρνουν αποφάσεις, τις οποίες μετά δεν ακολουθεί κανείς και όλοι αναρωτιούνται «γιατί δεν απεργεί ο κόσμος».
Ίσως να σας φαίνεται ότι γενικεύω λίγο, όσοι όμως έχουν ελάχιστη εμπειρία από συνδικαλισμό ή άλλους συλλόγους, καταλαβαίνουν πολύ καλά τι λέω. Αυτός είναι ο κανόνας και οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εδώ μπαίνει η «ηλεκτρονική ψηφοφορία».

Σήμερα, μας δίνεται η δυνατότητα μέσω της τεχνολογίας, να «συμμετέχουμε» στις αποφάσεις, έστω εξ αποστάσεως.
Μπορεί δηλαδή ο καθένας να ψηφίζει, τουλάχιστον για σοβαρά θέματα, όπως είναι η κήρυξη απεργίας, ακόμη κι από το κινητό του τηλέφωνο.

Αυτό λύνει πολλά προβλήματα και αντικρούει ακόμη και επιχειρήματα του τύπου «πού θα μαζευτούν εξακόσιοι εργαζόμενοι, μέλη ενός συλλόγου, όταν η πιο μεγάλη αίθουσα στη Δράμα δεν χωράει ούτε τους μισούς».
Μπορούν, λοιπόν, τα διοικητικά συμβούλια να παίρνουν τη γνώμη, αλλά και την ψήφο, όλων των μελών, εξ αποστάσεως.
Ίσως να χρειάζεται μια τροποποίηση του καταστατικού, όμως αυτό είναι διαδικαστικό θέμα.

Έλα όμως που η «ηλεκτρονική ψηφοφορία» θεωρείται από τους συνδικαλιστές περίπου έγκλημα.
Δεν θέλουν ούτε να την ακούσουν σαν σκέψη. Γιατί, άραγε;

Γιατί στα πανεπιστήμια, όπου όλοι οι φοιτητές είναι χρήστες της τεχνολογίας, δεν μπορεί να παίρνονται οι αποφάσεις για καταλήψεις σχολών με «ηλεκτρονική ψηφοφορία»;
Ποιοι δεν το θέλουν αυτό;

Νομίζω ότι η απάντηση προκύπτει αβίαστα. Δεν το θέλουν όσοι βουλεύονται με τη σημερινή κατάσταση, της λήψης αποφάσεων από πολύ μικρές (δυναμικές όμως) μειοψηφίες.
Και, καλά, αυτοί κάνουν τη δουλειά τους. Οι άλλοι γιατί το ανέχονται;
Είπαμε. Γιατί είναι αδιάφοροι.
Μύλος!

Με ένα κλικ!

141125 ΒΑΘΥΠΛΟΥΤΟ

Το ένα πουλάκι:
Η αξία της μόρφωσης!

Για ποιο λόγο πάμε στο πανεπιστήμιο;
Είναι προφανές ότι η ερώτηση δεν έχει μία, μοναδική απάντηση. Ποια έχει άλλωστε;

Οι λόγοι που πάμε στο πανεπιστήμιο δεν είναι ίδιοι για όλους. Φυσικά, αλλάζουν και διαχρονικά. Οπότε το θέμα χωράει μεγάλη συζήτηση.
Ας επιχειρήσουμε να βάλουμε τα πράγματα σε κάποια σειρά και, στο τέλος, θα σας πούμε γιατί σταθήκαμε σ’ αυτό το ζήτημα σήμερα.

Πανεπιστημιακό πτυχίο σημαίνει πρώτα απ’ όλα κύρος.
Έχει διαμορφωθεί έτσι η κουλτούρα μας, παγκοσμίως, που όσο μεγαλύτερο πτυχίο έχει κάποιος, τόσο μεγαλύτερο κύρος αποκτά.
Έτσι έχουμε διαμορφώσει και το εκπαιδευτικό μας σύστημα, οπότε είμαστε, τουλάχιστον ως προς αυτόν τον στόχο, καλυμμένοι.

Ο γνωστός (κυρίως από τις διαλέξεις του στο ΤΕD) Κεν Ρόμπινσον το έχει θέσει πολύ ξεκάθαρα:
Αν κάποιος εξωγήινος παρακολουθούσε τα εκπαιδευτικά συστήματα όλου του κόσμου και προσπαθούσε να ανακαλύψει ποιο είναι το «καλύτερο προϊόν» που επιχειρούν να βγάλουν, θα διαπίστωνε ότι αυτό είναι οι καθηγητές πανεπιστημίου.
Αυτοί αποτελούν το ανώτερο είδος του εκπαιδευτικού μας συστήματος και ο Κεν Ρόμπινσον ρωτά «γιατί;»

Δεν έχει σημασία η απάντηση. Έτσι συμβαίνει.
Πέρα όμως από το κύρος, το πτυχίο του πανεπιστημίου είναι και ένα κλειδί προς την επαγγελματική αποκατάσταση.
Τουλάχιστον στα χρόνια τα δικά μας, το να έπαιρνες πτυχίο σού εξασφάλιζε σχεδόν αυτόματα και εργασία.

Και μάλιστα εργασία καλή. Μπορεί να ήταν στον ιδιωτικό τομέα (όπου το κίνητρο ήταν τα περισσότερα χρήματα) συνήθως όμως στο δημόσιο (όπου το κίνητρο είναι κυρίως η ανεμελιά, «μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει…»), πάντως χωρίς δουλειά δεν έμενες, αν δεν το επιδίωκες ο ίδιος.

Ακόμη και σήμερα, που η ανεργία είναι απίστευτα υψηλή, θεωρείται πως το πτυχίο «ανοίγει περισσότερες πόρτες».
Εν πάση περιπτώσει, καλύτερα άνεργος με πτυχίο, παρά άνεργος χωρίς αυτό. Καλύτερα, τουλάχιστον… για τους γονείς!

Το άλλο πουλάκι:
Να ένας ακόμη λόγος.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που σπουδάζουν για το χατίρι των γονιών τους και μάλιστα εκείνο ακριβώς που επιθυμούν οι γονείς.
Διότι, σε κάθε περίπτωση, οι γονείς γνωρίζουν καλύτερα –προσέξτε- όχι απλώς τι είναι πιο καλό για το παιδί, αλλά ακόμη και τι… θέλει το παιδί! Το θέλει, αλλά δεν το ξέρει. Το ξέρει όμως η μαμά του.

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι είναι όμως δευτερεύοντες. Ας σταθούμε σ’ αυτούς για να περάσουμε στο κυρίως θέμα μας.
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τι είναι αυτό που κάνει έναν δισεκατομμυριούχο να πάει στο πανεπιστήμιο;

Το σκεφτόμουν διαβάζοντας μια έρευνα που έδειχνε ποια πανεπιστήμια προτιμούν οι γόνοι δισεκατομμυριούχων.
Και βέβαια στάθηκα στην είδηση που είναι ότι τα παιδιά αυτά πηγαίνουν να φοιτήσουν σε κάποιο πανεπιστήμιο.

Δεν μιλάμε για Έλληνες, τέτοιοι δισεκατομμυριούχοι δεν υπάρχουν, τουλάχιστον στην Ελλάδα.
Βλέπετε είναι δύσκολο να γίνεις δισεκατομμυριούχος κλέβοντας την εφορία. Μόνο κλέβοντας την εφορία.

Το φαντάζεστε όμως;
Φαντάζεστε μια ελληνίδα μάνα, βαθύπλουτη, να στέλνει το παιδί της να σπουδάσει; Πού; στην Αμερική!
Διότι, για να δίνουμε και κάποια στοιχεία της έρευνας, εκεί, στις ΗΠΑ, βρίσκονται τα δεκαέξι από τα είκοσι κορυφαία ιδρύματα που δέχονται βαθύπλουτοι φοιτητές.
Τα άλλα τέσσερα είναι ένα στη Ζυρίχη (20η θέση), ένα στη Μόσχα (11η), ένα στο Λονδίνο (10η) και ένα στη Βομβάη (9η θέση).

Στον κατάλογο βρίσκονται όλα τα μεγάλα και γνωστά πανεπιστήμια των ΗΠΑ (Χάρβαρντ, Γέιλ, Πρίνστον, Μπέρκλεϊ, ΜΙΤ κ.λπ.) η έκπληξη όμως βρίσκεται στην πρώτη θέση, όπου με 25 δισεκατομμυριούχους απόφοιτους, βρίσκεται το πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια.

Από τον κατάλογο απουσιάζουν τα δύο περίφημα βρετανικά πανεπιστήμια του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης, ίσως διότι αυτά, λόγω παραδόσεως, δεν «αστειεύονται» καθόλου με τις απαιτήσεις που έχουν από όλους ανεξαιρέτως τους φοιτητές τους.
Αφήνω το γεγονός πως, για τους Βρετανούς, το βαθύπλουτος, αν δεν συνοδεύεται από κάποιον τίτλο τιμής, δεν λέει τίποτε.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Παράδειγμα για τα παιδιά μας.

Η αναφορά και μόνο μιας τέτοιας λίστα θα έπρεπε να αποτελεί κίνητρο για κάθε μαθητή που βρίσκεται στο σχολείο.
Τι καλύτερη απόδειξη χρειαζόμαστε πως η γνώση είναι από μόνη της μια αξία, από το γεγονός πως βαθύπλουτοι νέοι αποφασίζουν να φοιτήσουν σε κάποιο πανεπιστήμιο και να πάρουν πτυχίο.

Και όχι μόνο η γνώση, αλλά και αυτή καθαυτή η φοίτηση σε κάποια σχολή, με ό,τι σημαίνει αυτό για κάθε νέο.
Συναναστροφές, ομαδική ζωή, πάρτι, εκδρομές, διάβασμα, εργασίες, ό,τι καλύτερο για να γίνει κάποιος πιο ολοκληρωμένος άνθρωπος.

Ξαναλέω, όμως. Φαντάζεστε μια ελληνίδα μητέρα να στέλνει τον (κληρονόμο δισεκατομμυρίων) κανακάρη της σε κάποιο πανεπιστήμιο μαζί με «όλους αυτούς». Στην ανάγκη θα αγόραζε ένα πανεπιστήμιο, σε καλή τιμή, για αυστηρά οικογενειακή χρήση. Άντε, καμία φορά να καλεί και καναδυό φίλους του παιδιού της να… κάνουν κανένα μάθημα μαζί.

Ευτυχώς ή δυστυχώς δεν υπάρχουν τόσο πλούσιες Ελληνίδες και ευτυχώς ή δυστυχώς δεν υπάρχουν στη χώρα μας μη κρατικά Πανεπιστήμια.
Διαφορετικά, να είστε σίγουροι πως η Μύκονος θα είχε ένα θερινό!

Η γνώση δεν αγοράζεται!

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

141124 ΘΕΑΜΑΤΙΚΟ

Το ένα πουλάκι:
Με όρους… τηλεθέασης.

Φαντάζομαι πως η πολιτική, σε όλο τον κόσμο, έχει επηρεαστεί αφάνταστα από την εικόνα και τη δύναμή της.
Πιστεύω πως οι Αμερικάνοι, που θεωρούνται μανούλες σε κάτι τέτοια, το έχουν πιάσει το θέμα πολύ νωρίς και το έχουν φέρει στα άκρα.
Καλές οι θέσεις, καλύτερες οι αποφάσεις, όμως καλλίστη όλων η εικόνα.

Ο ψηφοφόρος πρέπει να σε δει να κάνεις κάτι, να σε δει να εκφράζεις μια θέση, να υλοποιείς μια απόφαση, να δει εσένα προσωπικά να κάνεις κάτι που θα μπορούσε να γίνει με μια υπογραφή ή ένα τηλεφώνημα. Κυρίως όμως να σε δει να είσαι κάπως. Πώς; έτσι όπως οι περίφημοι «δημιουργοί εικόνας» (image makers) πιστεύουν ότι πρέπει να είσαι.

Αυτά ισχύουν παντού. Όπως όμως γίνεται με πολλά πράγματα, στη χώρα μας, το έχουμε τραβήξει κι αυτό στα άκρα.
(Φαντάζομαι, ας πούμε, πως δεν είναι λίγοι εκείνοι που περιμένουν τον κύριο Τσίπρα να γίνει πρωθυπουργός, μόνο και μόνο για να βγει την επόμενη μέρα σε «εθνικό δίκτυο» και να αρχίσει να… σκίζει μνημόνια).

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, σας καλώ να δούμε τις συναντήσεις των πολιτικών αρχηγών που πρόκειται να πραγματοποιηθούν, ή που θα πραγματοποιηθούν εφόσον, ή που καλό θα ήταν να πραγματοποιηθούν, ή που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν, ή που… μη σώσουν και πραγματοποιηθούν.
Αμάν πια!

Σε ποια άλλη χώρα του κόσμου είναι τόσο μεγάλο θέμα η συνάντηση των πολιτικών αρχηγών κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης;
Σε ποια άλλη χώρα το πολιτικό παιχνίδι στο 2014 παίζεται με όρους… «αποστασίας», όταν ο Παπανδρέου, ας πούμε, αρνιόνταν να πει καλημέρα στον Μητσοτάκη;

Εν πάση περιπτώσει, πόσο σπουδαία μπορεί να είναι μια τέτοια συνάντηση, αφού, όσα είναι να ειπωθούν, μπορούν να ειπωθούν είτε τηλεφωνικά είτε με ανταλλαγή επιστολών, είτε μέσω εκπροσώπων;

Το θέμα, επομένως, δεν είναι αυτή καθαυτή η συνάντηση, αλλά η εικόνα της. Πώς θα φανεί στον κόσμο, στους ψηφοφόρους. Ποιος θα έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και ποιος θα υποχρεωθεί (!) να ακολουθήσει.

Το άλλο πουλάκι:
Ποιος ενδιαφέρεται για τη χώρα;

Οι περισσότεροι συμφωνούν αυτή τη στιγμή πως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματά μας είναι η πολιτική αστάθεια.
Η χώρα δεν πάει ούτε πίσω, δεν πάει ούτε μπροστά, δεν πάει πουθενά, παρά όλοι περιμένουν να γίνει κάτι που δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι.

Το χειρότερο όμως είναι πως, ακόμη κι αν αυτό το κάτι συμβεί, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως η κατάσταση θα αλλάξει.
Αν, αύριο το πρωί ας πούμε, εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ή γίνουν εκλογές, τι είναι αυτό που μας λέει ότι θα ξεφύγουμε από την πολιτική αστάθεια;

Διότι, στη χώρα μας, η πολιτική αστάθεια είναι συνυφασμένη (για να μη πω ταυτόσημη) με την… πολιτική. Σκέτη.
Δεν είναι τυχαίο ότι, την επόμενη ακριβώς των εκλογών, η μεν αντιπολίτευση ζητά να γίνουν εκλογές, ή δε κυβέρνηση αρχίζει να συμπεριφέρεται λες και είμαστε σε προεκλογική περίοδο.

Όμως έτσι, πώς μπορεί να προχωρήσει μια χώρα;
Αν θέλετε, αυτή είναι και η πλέον ισχυρή απόδειξη ότι οι πολιτικοί μας δεν ενδιαφέρονται για τον τόπο, παρά μόνο για την εκλογή τους.
Δεν τους ενδιαφέρει αν η ομάδα δεν παίζει μπάλα, δεν τους ενδιαφέρει αν φάμε δέκα γκολ, το μόνο που τους νοιάζει είναι να μπουν να παίξουν αυτοί.

Όλοι ξέρουμε πως η συνάντηση των πολιτικών αρχηγών δίνει, στα μάτια του κόσμου τουλάχιστον, την εικόνα μιας στοιχειώδους συναίνεσης.
Αφού κάθονται στο ίδιο τραπέζι, κάτι έχουν να πουν. Και αν είναι δυνατόν οι κορυφές ενός κράτους να μην έχουν να πουν τίποτε.


Όχι! Όχι στην Ελλάδα του σήμερα, η οποία έχει μείνει στο χθες.
Εδώ οι πολιτικοί αρχηγοί –προσέξτε τη διαφορά- δεν θέλουν να δείξουν ότι έχουν να πουν κάτι με τον «αντίπαλο».
Ο καθένας κατέχει την απόλυτη αλήθεια, σε τέτοιο βαθμό που οποιαδήποτε επαφή με εκείνη του «αντιπάλου» μπορεί να την μολύνει.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα;

Αυτό φαίνεται πως απασχολεί τους αρχηγούς.
Πείσματα εφήβων «ερωτευμένων», μόνο οι που οι έφηβοι, ερωτευμένοι και μη, έχουν να διαχειριστούν τις προσωπικές τους ανησυχίες και ορμές κι όχι το μέλλον μιας χώρας.

Έπειτα προβληματιζόμαστε που η μόνη σταθερή στις δημοσκοπήσεις είναι η άνοδος της δυσαρέσκειας απέναντι στο πολιτικό σύστημα.
Καλώς ή κακώς, αυτό εκφράζεται μέσα από τις κορυφές, τους αρχηγούς των κομμάτων ή τα πρωτοκλασάτα στελέχη.

Στο σημείο αυτό έρχεται να δέσει και το σκηνικό που εξελίσσεται στο ΠαΣοΚ, όπου φαίνεται πως κανείς δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει με το κόμμα (τους).
Αντί να δουν ποια είναι η πραγματική συμβολή του στο… χάλι που ζούμε, το μόνο που τους απασχολεί είναι να πιάσουν καλύτερη θέση για τις επερχόμενες εκλογές.

Δυστυχώς, φίλοι μου!
Κάποιοι πιστέψαμε πως η κρίση ήταν μια καλή ευκαιρία να κοιταχτούμε στο καθρέφτη, να δούμε τα λάθη και τις αδυναμίες μας, να αναλογιστούμε τις ευθύνες μας -ο καθένας εκείνες που του αναλογούν- να διορθώσουμε ό,τι μπορούμε, να θέσουμε τις βάσεις για μια νέα αρχή.

Δυστυχώς, φαίνεται πως τίποτε από αυτά δεν έγινε.
Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να αλλάξει κάτι. Πρώτοι από όλους οι πολιτικοί αρχηγοί και τα κόμματα (να πω εξουσίας;) που έχουν και το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης.

Κρίμα!
Τις κουμπάρες!



Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

141121 ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ

Το ένα πουλάκι:
«Ο εγκέφαλος της ληστείας»!

Αχ, αυτά τα κλισέ στις ειδήσεις!
Δεν ξέρω τι τα διδάσκουν τα παιδιά στις σχολές δημοσιογραφίας, όμως το κακό έχει παραγίνει. Και μάλιστα δεν το παρατηρούμε μόνο σε νεαρούς ρεπόρτερ, που τρέχουν με το μικρόφωνο στο χέρι να καλύψουν ένα γεγονός, αλλά και στους εκφωνητές, οι οποίοι διαβάζουν έτοιμες τις ειδήσεις.

Θέλετε να θυμηθούμε μερικές από αυτές;
Κάθε θέμα που παρουσιάζεται… «προκαλεί έντονο προβληματισμό», αν δεν «ταλανίζει την κοινή γνώμη», η οποία «παραμένει σοκαρισμένη», μαθαίνοντας την είδηση που… «έπεσε σαν κεραυνός».

Συνήθως «η κατάσταση θυμίζει καζάνι που βράζει», ιδίως μετά τις «δραματικές εξελίξεις», αφού «ξεχείλισε το ποτήρι της οργής» και έτσι «δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψει κανείς» αυτό που συμβαίνει και το οποίο αποτελεί «μήνυμα με πολλούς αποδέκτες».

«Ας βάλουμε όμως εδώ μια τελεία», για να παρακολουθήσουμε το «ξέφρενο ράλι των τιμών», το οποίο, παρά τη «βουτιά των διεθνών χρηματαγορών» στέλνει στα «ύψη την τιμή του κρέατος» κι έτσι θα είναι «ακριβότερο από κάθε άλλη χρονιά το (πασχαλινό, ή χριστουγεννιάτικο) τραπέζι».

«Γυρίζουμε όμως σελίδα» για να παρακολουθήσουμε τις «ταραχές που μαίνονται» γύρω από το πανεπιστήμιο, καθώς «οι γνωστοί άγνωστοι», μετέτρεψαν σε «πεδίο μάχης» το κέντρο, ενώ «τεράστια επιχείρηση της αστυνομίας βρίσκεται σε εξέλιξη» σε μια προσπάθεια να αποτρέψει το «σκηνικό πολέμου» που έχει στηθεί.

Αύριο, οι κάτοικοι της περιοχής δεν θα «πιστεύουν στα μάτια τους», καθώς θα αντικρύσουν «εικόνες βιβλικής καταστροφής», αφού, χωρίς να το θέλουν «βρέθηκαν στη δίνη των εξελίξεων» κι έτσι για μέρες «θα μετρούν τις πληγές τους», μέσα σε ένα «βομβαρδισμένο τοπίο», στο οποίο, ευτυχώς, δεν «θρηνήσαμε νέα θύματα».

Φυσικά, «για άλλη μια φορά», θα αποβούν «άκαρπες οι προσπάθειες της αστυνομίας για τον εντοπισμό των δραστών», παρά το «άγριο ανθρωποκυνηγητό που έχει εξαπολυθεί».
Πιθανότατα ο υπουργός να «σπάσει τη σιωπή του» και να προβεί σε «δηλώσεις που θα προκαλέσουν σάλο», αφού θα «ανάψει το πράσινο φως» για τη λήψη «δρακόντειων μέτρων ασφαλείας».

Οι δηλώσεις θα «ανεβάσουν τους τόνους στη βουλή», όπου οι εκπρόσωποι κυβέρνησης και αντιπολίτευσης θα «διασταυρώσουν τα ξίφη τους», ενώ «κύκλοι που πρόσκυνται» στον «πρώην πρωθυπουργό» θα «διαρρεύσουν» την πληροφορία για «επικείμενες εξελίξεις με άρωμα εκλογών».

Το άλλο πουλάκι:
Καταλάβατε τι εννοούμε, έτσι;

Αυτό σημαίνει κλισέ. Ο εορτασμός να γίνεται πάντοτε με «ιδιαίτερη λαμπρότητα» και οι πιστοί ή μάλλον «πλήθος πιστών» παρακολουθούν σε «κλίμα κατάνυξης».
Ο «φόρος αίματος στον Μολώχ της ασφάλτου» είναι πάντοτε βαρύς, ενώ η τροχαία «λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την επιστροφή ή την έξοδο των εκδρομέων».

Η φωτιά είναι «πύρινη λαίλαπα», ενώ «οι προσπάθειες των πυροσβεστών για τον περιορισμό της» είναι πάντοτε «υπεράνθρωπες και αγωνιώδεις».
Τη στιγμή όμως «που η επιχείρηση βρίσκεται σε εξέλιξη» και κάποια πυροσβεστικά αεροσκάφη «επιχειρούν επί τόπου» εμείς «παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα» τον «πύρινο κλοιό» να απειλεί ανθρώπινες ζωές.

Θέλετε κι άλλα;
Δεν σας είπαμε τίποτε για «πρωτοφανείς καιρικές συνθήκες», ούτε για τα αθλητικά όπου παρατηρούμε επίσης δεκάδες φράσεις (παραλίγο να πω φάσεις) κλισέ, λες και εκφωνεί ο ίδιος άνθρωπος, για τα ίδια ακριβώς –κάθε φορά- γεγονότα.
Γιατί τα είπαμε όμως όλα αυτά; Α, και για τον «εγκέφαλο της απαγωγής».

Πρέπει, απαραιτήτως, κάθε απαγωγή να έχει και κάποιον «εγκέφαλο», ο οποίος στο μυαλό μας έχει την εικόνα ενός σκοτεινού, όμως πανέξυπνου τύπου, κάτι σαν τον καθηγητή Μοριάρτι, τον αντίπαλο του Σέρλοκ Χολμς, που σχεδιάζει εγκληματικές ενέργειες με απίστευτη λεπτομέρεια.

Έλα όμως που όλοι οι «εγκέφαλοι» δεν είναι Μοριάρτι, όπως και όλοι όσοι τους κυνηγούν δεν είναι Σέρλοκ Χολμς.
Κι έτσι φτάνουμε στο σημείο να αποκαλείται «εγκέφαλος» ακόμη κι ένας ανόητος πρωτάρης απαγωγέας, ο οποίος έκανε τόσα πολλά λάθη, που πιάστηκε αμέσως.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
«Εγκέφαλος» μετά από… εγκεφαλικό!

Πάντοτε θαύμαζα τους ανθρώπους που κατέστρωναν περίπλοκα σχέδια και έστηναν καλοκουρδισμένες επιχειρήσεις, προκειμένου να κλέψουν ένα σπάνιο διαμάντι, κάποιον πολύτιμο πίνακα ή απόρρητα έγγραφα.

Ξέρετε, όπως τους ήρωες ταινιών που βλέπουμε και με τους οποίους ταυτιζόμαστε, παρά το γεγονός ότι είναι παράνομοι. Αφήστε που, συνήθως, κλέβουν από χόμπι, είναι δηλαδή κυριολεκτικά ερασιτέχνες, και σας έχουμε πει τη γνώμη μας για τον ερασιτεχνισμό.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως, στην «απαγωγή της 27χρονης», ο εγκέφαλος μόνο γέλιο προκάλεσε με τις γκάφες, τα λάθη, τις παραλείψεις και τον… ερασιτεχνισμό του.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι, ταινίες δεν βλέπουν αυτοί οι άνθρωποι; Κανένα αστυνομικό δεν διαβάζουν;
Μόνο που δεν άφησαν την ταυτότητα και το τηλέφωνό τους στο θύμα, σε περίπτωση που τους χρειαστεί κάτι να τους βρει αμέσως.

Φυσικά, για να καταλάβετε το επίπεδο νοημοσύνης τους, αρκεί να σκεφθείτε ότι επικαλέστηκαν ως «κίνητρο» για την πράξη τους το γεγονός ότι ήταν άνεργοι, τη στιγμή που ο ένας της «συμμορίας» (Θεέ μου, τι λέω) είχε δικό του μπαρ ή κεφετέρια.
Ε, ας τους έπαιρνε να κάνουν φραπέδες να μην… πέσουν στις απαγωγές!

Στο όλο θέμα όμως, εκείνο που με έκανε να γελάσω περισσότερο ήταν ένα ακόμη θαύμα  των δημοσιογράφων. Ο ένας, λέει, εκ των δραστών, ο ιδιοκτήτης μπαρ, από το Καζακστάν, είχε διατελέσει αντιδήμαρχος Μενιδίου και (ως εκ τούτου;) ήταν «υπεράνω πάσης υποψίας».

ΧΑ!

Κωμωδία!

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

141120 ΒΙΑΣΤΙΚΟ

Το ένα πουλάκι:
Μπορεί να «φταίει» και η κρίση.

Δηλαδή τα μνημόνια, αφού, ως γνωστόν, την κρίση στη χώρα μας την έφεραν τα μνημόνια. Δεν είναι τυχαίο πως η Γερμανία, για παράδειγμα, που δεν έχει υποστεί τη βαρβαρότητα των μνημονίων, δεν έχει και κρίση.
Αστειεύομαι, κι ας είναι αυτό που πιστεύει μια μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας.

Έβαλα όμως τη λέξη φταίει σε εισαγωγικά, επειδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το φταίξιμο οδήγησε σε θετικά αποτελέσματα.
Η κρίση δηλαδή, είναι υπεύθυνη για το γεγονός ότι, στη χώρα μας, μειώθηκαν τα τροχαία δυστυχήματα.
Και η κρίση, για να είμαστε ακριβείς.

Μιλάμε για μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε βάθος δεκαετίας, τότε που όλοι μιλούσαμε για «ένα μεγάλο χωριό του χάνεται στους δρόμους κάθε χρόνο»! Λοιπόν, το χωριό εξακολουθεί να χάνεται, δεν είναι όμως τόσο μεγάλο, είναι αρκετά πιο μικρό. Συγκεκριμένα κατά 40%, την ίδια στιγμή όμως που η αντίστοιχη μείωση είναι 48% στις χώρες της Ε.Ε.

Πάλι είμαστε πίσω δηλαδή, κι ας μην έχουν οι άλλοι τη δική μας κρίση (και τα δικά… τους μνημόνια).
Γεγονός που δείχνει ότι η κατάσταση μπορεί (και πρέπει) να βελτιωθεί, και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητο να φτωχύνουμε ακόμη περισσότερο. Αρκεί να αλλάξουμε νοοτροπία.

Ξέρω τις ενστάσεις σας και τις προλαβαίνω. Αν ήταν τόσο εύκολο να αλλάξουμε νοοτροπία, πιθανότατα δεν θα είχαμε και κρίση (για τα μνημόνια δεν είμαι σίγουρος), οπότε ίσως και τα αποτελέσματα στη μείωση των δυστυχημάτων να μην ήταν τόσο θεαματικά.

Ας σοβαρευτούμε όμως, αφού το θέμα δεν είναι και το πιο πρόσφορο για πλάκα. Τι φταίει και εξακολουθούμε να πρωταγωνιστούμε στις λίστες με νεκρούς από τροχαία;

Ξέρω ότι θα μου αραδιάσετε μια σειρά από λόγους: οι κακοί δρόμοι, οι λάθος σημάνσεις, οι καιρικές συνθήκες, τα κακοσυντηρημένα αυτοκίνητα, το ότι οδηγούμε μεθυσμένοι, το ότι μιλάμε στο κινητό οδηγώντας…
Μπορεί να βρει και να επικαλεστεί κανείς χίλιους δυο λόγους, εκτός από αυτόν στον οποίο στέκονται οι ειδικοί: την υπερβολική ταχύτητα.

Το άλλο πουλάκι:
Όχι βέβαια από μόνη της.

Σίγουρα, όλοι οι άλλοι παράγοντες που αναφέρθηκαν παραπάνω παίζουν καθοριστικό ρόλο, όμως η ταχύτητα είναι εκείνη που κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα.
Έχω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα γι’ αυτό. Ένας παλιός φίλος είχε την κακή συνήθεια να πίνει και να επιστρέφει στο σπίτι με το αυτοκίνητο.

Μιλάμε για τον καλό καιρό, όταν δεν υπήρχαν τα αλκοτέστ στους δρόμους, να εμποδίζουν την ομαλή επιστροφή των μερακλήδων, υποχρεώνοντάς τους να ανακαλύπτουν τις πιο απίστευτες διαδρομές.
Ο φίλος όμως είχε και μια καλή συνήθεια. Όταν οδηγούσε μεθυσμένος, δεν έβαζε ποτέ πάνω από πρώτη στο κιβώτιο ταχυτήτων.

Έτσι, με το τιμόνι αγκαλιά, τη μηχανή να μουγκρίζει και το αυτοκίνητο να σέρνεται, επέστρεφε αργά αλλά σταθερά στο σπίτι του, ασφαλής (μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο) για τον εαυτό του και ακίνδυνος για τους άλλους. «Το πολύ πολύ» όπως έλεγε, «να σταματήσω σε καμιά κολόνα».
Θεός σχωρέσ’ τον, πήγε από κίρρωση του ήπατος!

Τι μας διδάσκει το παράδειγμα; Αυτό που λένε και οι ειδικοί. Ότι η ταχύτητα μπορεί από τη μια, να επιδεινώσει όλες τις κακές συνθήκες και, από την άλλη, να επιφέρει πολύ χειρότερα αποτελέσματα σε περίπτωση ατυχήματος. Για να καταλάβετε, λένε πως η αύξηση της ταχύτητας κατά 5% οδηγεί σε αύξηση των τροχαίων ατυχημάτων κατά 10% και των δυστυχημάτων κατά 20%!

Ή για να το θέσουμε διαφορετικά, ένα αυτοκίνητο που κινείται με 30 χλμ./ώρα έχει 10% πιθανότητα να τραυματίσει θανάσιμα κάποιον πεζό που θα χτυπήσει. Όταν κινείται με 50 χλμ./ώρα η πιθανότητα ο τραυματισμός να είναι θανάσιμος ανέρχεται στο 80%! Η σκέψη και μόνο αυτού του στατιστικού ευρήματος θα έπρεπε να μας κάνει να πατήσουμε φρένο.

Τουλάχιστον μέσα στις πόλεις, όπου η χώρα μας έχει πάλι μια θλιβερή πρωτιά. Το ποσοστό νεκρών από τροχαία εντός κατοικημένων περιοχών είναι 50%, δηλαδή ο ένας στους δύο νεκρούς από δυστύχημα χάνει τη ζωή του μέσα σε πόλη. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη είναι 38%.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τρέχουμε στον βρόντο!

Η πλάκα είναι πως συνήθως τρέχουμε χωρίς λόγο, αφού το αγαπημένο στους Έλληνες οδηγούς επιχείρημα «βιάζομαι» φαίνεται πως δεν ισχύει.
Κάντε ένα πείραμα μόνοι σας. Μπείτε από τη μια είσοδο της πόλης και προσπαθήστε να τη διασχίσετε «τρέχοντας» και να βγείτε από την άλλη. μετρήσετε το χρόνο και μετά κάντε την αντίστροφη διαδρομή με το πάσο σας. Θα δείτε ότι δεν θα έχετε κερδίσει πάνω από ένα λεπτό, κι αυτό εξαρτάται από το πώς θα πετύχετε τα φανάρια.

Πάντως, οι συγκοινωνιολόγοι κάνουν και μια άλλη διαπίστωση, που ίσως την κάνουμε κι εμείς καθημερινά στους δρόμους: Δεν είναι τόσο η ταχύτητα με την οποία οδηγούμε, όσο η συμπεριφορά μας που είναι εξαιρετικά επιθετική. Δηλαδή, όπως έλεγε και κάποιος φίλος, άριστος οδηγός, μπορείς να οδηγείς γρήγορα, όχι όμως βιαστικά!

Σ’ αυτή τη βάση ίσως να μην έχει και νόημα η περαιτέρω μείωση των ορίων ταχύτητας μέσα στις πόλεις, από το 50 σε 30 χιλιόμετρα την ώρα.
Διότι, ένα τέτοιο μέτρο ενέχει κάποιον επιπλέον κίνδυνο. Την «εκπαίδευση» των οδηγών στο να αγνοούν τα όρια, αφού κανείς δεν πρόκειται να πάει με 30 σε έναν ευθύ, άδειο δρόμο.

Ας σκεφτούμε μόνο πως τα όρια που έχουμε στους δρόμους μπήκαν όταν τα αυτοκίνητα είχαν τεχνολογία πρωτόγονη σε σχέση με τη σημερινή, πατούσες φρένο στο διοικητήριο και σταματούσες στην πλατεία.
Βεβαίως, τότε δεν υπήρχε τόση κίνηση, το μυστικό όμως είναι πως, όταν έχει κίνηση, δεν μπορείς να τρέξεις. Άρα…

Άρα, αδέλφια, προσέχετε και, κυρίως, μη βιάζεστε.
Για να φτάσετε και να φτάσουν και οι άλλοι!

Τρέχουμε για να φτάσουμε στην καφετέρια
και να αράξουμε!

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

141119 ΚΑΧΥΠΟΠΤΟ

Το ένα πουλάκι:
Είπα δεν θα ασχοληθώ.

Θεωρώ χάσιμο χρόνου το να προσπαθείς να απαντήσεις στις διάφορες ανοησίες που κυκλοφορούν, ή να ανασκευάσεις τις θεωρείς που ψαρεύει ο καθένας από το διαδίκτυο και, με μεγάλη ευκολία, τις κάνει κτήμα του.
Δυστυχώς, δεν άντεξα.

Δεν άντεξα διότι δυο φίλοι, πολύ δικοί μου άνθρωποι, προσπάθησαν τις τελευταίες μέρες να με κάνουν κι εμένα «κοινωνό» των απόψεών τους, τις οποίες σχημάτισαν μέσα από εγκυρότατους δρόμους. Ο ένας ψάχνοντας στο διαδίκτυο και ο άλλος από… κάποιον γνωστό του που ξέρει πρόσωπα και πράγματα. Δηλαδή την τύφλα του.

Ιδιαίτερα τιμητική και συγκινητική θα έλεγα ήταν η προσπάθεια αυτού, του δεύτερου, να με βάλει στο παιχνίδι.
«Τι λες κι εσύ», με ρώτησε, δείχνοντας πως σέβεται την άποψή μου, πως θα τον ενδιέφερε να την αντιπαραβάλει με εκείνη του… γνωστού που ξέρει πρόσωπα και πράγματα, δείχνοντας πως περιμένει όμως κυρίως την επιβεβαίωση της πρώτης.

Θα σας την αναφέρω με λίγα λόγια:
Στην ανασκαφή στον Τύμβο Καστά στην Αμφίπολη, έχουν βρεθεί πράγματα τόσο σημαντικά, που, αν ανακοινωθούν, θα αλλάξει η επικρατούσα άποψη για την παγκόσμια Ιστορία.
Γι’ αυτό και δεν ανακοινώνονται, παρά μας δείχνουν κάτι δευτερεύοντα και παρακατιανά ευρήματα, για να μας ρίξουν στάχτη στα μάτια.

Προσέξτε! Αυτά δεν τα λέω εγώ. Τα λέει ο γνωστός του φίλου που ξέρει πρόσωπα και πράγματα. Και συνεχίζει η άποψη.

Σε ποιους δεν συμφέρει να αλλάξει η επικρατούσε άποψη για την παγκόσμια Ιστορία; Μα, φυσικά, σε όσους φρόντισαν να την διαμορφώσουν και να την επιβάλουν σε όλο τον κόσμο, με βάση όχι μόνο τη δική τους εκδοχή, αλλά και τα συμφέροντά τους. Στους Εβραίους!

Αυτοί λοιπόν, βρίσκονται πίσω από το πέπλο σιωπής που καλύπτει τις ανασκαφές στην Αμφίπολη, αυτοί βρήκαν τον τρόπο να κλείσουν το στόμα των αρχαιολόγων, αυτοί φρόντισαν να καταχωνιάσουν τα στοιχεία που δείχνουν…
Τι να δείχνουν άραγε;
Προφανώς κάτι που συμφέρει εμάς τους Έλληνες, όχι όμως τους ίδιους. Διαφορετικά γιατί να το αποσιωπήσουν;

Το άλλο πουλάκι:
Γνήσια, ατόφια, μη επιστημονική… λογική!

Και μεθοδολογία. Η οποία, δυστυχώς, φαίνεται ότι βρίσκει έδαφος σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.
Λειτουργεί ως εξής: Πρώτα σχηματίζεις μια θεωρία, όχι με την έννοια της επιστημονικής υπόθεσης, αλλά με εκείνη της αυταπόδεικτης αλήθειας. Μετά προσπαθείς να βρεις στοιχεία τα οποία την επιβεβαιώνουν. Όταν δεν υπάρχουν τα κατασκευάζεις, κι όταν δεν μπορείς ούτε να τα κατασκευάσεις, τότε απλώς είσαι ακόμη πιο βέβαιος ότι υπάρχουν, μόνο που κάποιοι τα κρύβουν.

Το πιάσατε το σχήμα;
Η μόνη επιβεβαίωση ότι στην Αμφίπολη υπάρχουν (βρέθηκαν) πειστήρια για τον διεθνή ρόλο των Εβραίων είναι το γεγονός ότι τα πειστήρια αυτά… δεν υπάρχουν, επειδή οι Εβραίοι φρόντισαν να μην «βρεθούν».
Αυτό βέβαια, επειδή, τελικά, τίποτε δεν μένει απολύτως κρυφό, το ξέρουν μόνο κάτι… γνωστοί που είναι μέσα στα πράγματα!

Πώς να ανακατασκευάσεις μια τέτοια «λογική»;
Τι επιχειρήματα να φέρεις για να πείσεις κάποιον, ο οποίος τα μόνα «επιχειρήματα» που αναγνωρίζει είναι όσα επιβεβαιώνουν τη θεωρία του;
Μια λύση είναι να το γυρίσεις στην πλάκα. Να του πεις πως έχεις διαβάσει κι εσύ ένα βιβλίο, κάποιου γνωστού (!) επιστήμονα, ο οποίος διατύπωνε τη θεωρία ότι ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν εβραϊκής καταγωγής.

Τώρα, με την ανακάλυψη του τάφου του στην Αμφίπολη, η θεωρία αυτή καταρρέει, οπότε ο διεθνής Σιωνισμός προσπαθεί να κρατήσει κρυφά τα ευρήματα, μέχρις ότου μπορέσουν να κατασκευάσουν κάποια πειστήρια της δικής τους θεωρίας και να μας τα παρουσιάσουν μετά.

Ωραίο σαν αστείο, μόνο που υπάρχει ο κίνδυνος την επόμενη κιόλας μέρα να κυκλοφορεί στο διαδίκτυο ως «συνταρακτική αλήθεια», δυστυχώς όμως χωρίς το όνομά σου ως πηγή.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μόνο με την κοινή λογική!

Δεν υπάρχει, άλλος τρόπος. Μπορεί η βλακεία να θεωρείται ανίκητη, δυστυχώς όμως δεν έχουμε άλλο όπλο απένατί της από τη λογική. Μια… ομοιοπαθητική αντιμετώπισή της θα ήταν καταστροφική.

Έπιασα, λοιπόν, έναν τέτοιο φίλο και τον ρώτησα, στηριζόμενο ακριβώς στο επιχείρημά του.
«Ας πούμε ότι είσαι εσύ ο υπεύθυνος της ανασκαφής και βρίσκεις κάτι το οποίο θα αλλάξει την κυρίαρχη άποψη για την Ιστορία του κόσμου. Τι θα ζητούσες ως αντάλλαγμα, προκειμένου να το αποσιωπήσεις, προκειμένου να στερήσεις από τον εαυτό σου τη δυνατότητα να αφήσει το όνομά του στους αιώνες;»

Κάτι άρχισε να καταλαβαίνει ο φίλος. Τον πίεσα ακόμη περισσότερο: «Σκέψου ακόμη πως δεν πρόκειται για ένα μυστικό που το ξέρουν δυο άνθρωποι, στην ανασκαφή δουλεύει τόσος κόσμος, χώρια οι άλλοι που το έχουν μάθει ήδη και ψάχνουν τρόπο να το κουκουλώσουν. Άρα, αυτό που θα κρύψεις εσύ –δεχόμενος τι ως αντάλλαγμα;- πιθανότατα να το αποκαλύψει κάποιος άλλος παίρνοντας όλη τη δόξα μόνος του. Επομένως…»

Δεν ξέρω αν τον έπεισα, φάνηκε, τουλάχιστον, να αμφιταλαντεύεται. Έφυγε σκεπτικός.
Ίσως όμως να έψαχνε μια νέα θεωρία, για να ισχυροποιήσει την προϋπάρχουσα, απέναντι σε επιχειρήματα σαν αυτά που προσπάθησα να του αναπτύξω.
Διότι, αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα με τις θεωρίες συνομωσίας. Εκείνοι που τις υπερασπίζονται, μπορούν, εύκολα και πρόχειρα να επικαλεστούν όσες επιπλέον ανοησίες κρίνουν απαραίτητες, προκειμένου να τις ισχυροποιήσουν.
Και δεν πάει να λέει η λογική!

Μυστικά και ψέματα.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

141118 ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ

Το ένα πουλάκι:
«Πίκρες και χαρές χαρμάνι!»

Πόσο δίκαιο είχε ο Βασίλης Τσιτσάνης! Έτσι είναι η ζωή, πρέπει κάποτε να το πάρουμε απόφαση. Έλα όμως που αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα, έλα που θέλουμε να βλέπουμε μόνο τις χαρές και που κλείνουμε τα μάτια στις λύπες…
Λες και άμα δεν τις δούμε, θα μας προσπεράσουν και θα φύγουν.

Να, για παράδειγμα, προχθές, το πρωί του Σαββάτου, βγήκα να πάρω λίγο αέρα, να ξεσκάσω, να μου φύγει η στενοχώρια από την ήττα 0-1 της Εθνικής μας ομάδας.
Κι εκεί που περπατώ με το κεφάλι σκυμμένο, πέφτω επάνω στην… Ανάκαμψη.

Δεν φαντάζεστε τη χαρά μου!
Αγκαλιές, φιλιά, είχαμε έξι χρόνια να βρεθούμε, αποφασίσαμε να καθίσουμε κάπου να τα πούμε με την ησυχία μας, να θυμηθούμε τα παλιά.

Το πρώτο που της έκανε εντύπωση ήταν που δυσκολευτήκαμε να βρούμε τραπέζι στα καφέ –στα τόσα καφέ- της πόλης.
«Δεν βλέπω να σας έλειψα και πολύ», είπε η Ανάκαμψη με νόημα, καθώς περιμέναμε να σηκωθούν κάποιοι για να πάρουμε τη θέση τους.

Εγώ προσπάθησα να δικαιολογήσω την κατάσταση. «Μην σε γελάει η εικόνα», της είπα. «Σκέψου, με τέτοιο ωραίο φθινοπωρινό ήλιο, όλοι ήμασταν σε κάποια ταβέρνα στα βουνά ή στα ουζερί της Περάμου και της Ηρακλείτσας. Τώρα, έναν καφέ με το ζόρι και τρεις ώρες στην καφετέρια για κουβέντα».

Κάτσαμε, παραγγείλαμε, και τη ρώτησα ποιος καλός άνεμος την έφερε πίσω. «Μα, δεν τα έμαθες; Η αύξηση του τουρισμού και η ενίσχυση της εγχώριας κατανάλωσης», μου απάντησε.
«Καλά, και ήταν αυτά ικανά από μόνα τους να σε κάνουν να επιστρέψεις τόσο βιαστικά; Εγώ φανταζόμουν πως μόνο μια κοσμογονική αλλαγή θα ήταν ικανή να σε φέρει πίσω».

Στο σημείο αυτό μου άνοιξε την καρδιά της και μου εξομολογήθηκε πως η επιστροφή της δεν είναι καθόλου οριστική. Το σκέφτεται πολύ σοβαρά να γυρίσει, γιατί οι πραγματικοί λόγοι που την ανάγκασαν να φύγει δεν έπαψαν να υπάρχουν. «Απλώς, κατάλαβα πόσο πολύ με πεθυμήσατε και είπαν να ρίξω μια ματιά, να δω πώς πάνε τα πράγματα και άμα με παίρνει να έρθω για πιο μόνιμη εγκατάσταση».

Το άλλο πουλάκι:
Είσαι σίγουρος ότι ήταν η Ανάπτυξη;

Γιατί, έτσι όπως μου τα λες, μάλλον έκαναν «πουλάκια» τα μάτια σου, από τη στενοχώρια για την ταπεινωτική ήττα που δεχτήκαμε από τα νησιά Φερόε.
Δεχτήκαμε είπα; Με συγχωρείτε αλλά εγώ δεν δέχτηκα καμιά ήττα. Εγώ ήμουν με τους νικητές.

Δεν το λέω τώρα, κατόπιν εορτής, το έχω πει πολλές φορές κι εσείς, οι τακτικοί συνομιλητές μας, θα έπρεπε να το γνωρίζετε.
Σε κάθε συνάντηση επαγγελματιών με ερασιτέχνες, εγώ είμαι με τους ερασιτέχνες, εκ πεποιθήσεως. Όχι γιατί θεωρούνται πιο αδύναμοι –η πράξη έδειξε ότι αυτό δεν ισχύει πάντα.
Απλώς, θεωρώ τον ερασιτεχνισμό πολύ σοβαρή υπόθεση, που πρέπει να την ενισχύουμε και να την προβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις.

Αφήστε το άλλο. Με εκνευρίζει η «χωριατιά» (ας με συγχωρήσουν οι χωρικοί, όχι όμως οι χωριάτες) των ελλήνων παικτών, με τα τατουάζ, τα «μοντέρνα» κουρέματα, τα μικρά ονόματα στις φανέλες, όλο δήθεν και από ουσία τίποτε.
Αφήνω τις δηλώσεις τους, σε κάθε επιτυχία, που δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάς ή να κλαις, σίγουρα όμως εκνευρίζεσαι αφάνταστα.

Έπειτα, δεν σας το κρύβω, χάρηκα με την πραγματική, την ανυπόκριτη χαρά των παικτών από τα νησιά Φερόε, όταν ο διαιτητής σφύριξε τη λήξη του αγώνα. Χρόνια είχα να δω παίκτες να πανηγυρίζουν έτσι, αθώα, σαν μικρά παιδιά, χωρίς θεατρινισμούς, χωρίς τις υπερβολές που γίνονται μόνο και μόνο για την προβολή τους από την τηλεόραση.
Πραγματικά το χάρηκα μαζί τους. Μπράβο!

Αντιθέτως, δεν χάρηκα καθόλου όταν έμαθα τους λόγους για τους οποίους θεωρούμε ότι η χώρα μπήκε στην ανάπτυξη.
Αλήθεια, ξέρουμε όλοι τι είναι, τι σημαίνει ανάπτυξη και ποιες είναι οι επιπτώσεις της στην καθημερινότητά μας;

Οι περισσότεροι έχουμε την αίσθηση (και δεν είναι τυχαίο) ότι πρόκειται απλώς για τη βελτίωση, πιθανότατα προσωρινή, κάποιων δεικτών, που δεν έχουν κανέναν πραγματικό αντίκτυπο στην τσέπη μας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δεν είναι ακριβώς έτσι.

Διότι, ακόμη και αυτό να συμβαίνει, είναι κάτι που επηρεάζει την ψυχολογία των πολιτών. Μπορεί δηλαδή να είμαστε το ίδιο φτωχοί (ή «πλούσιοι»), όμως, τώρα πια, όχι με ύφεση αλλά με ανάπτυξη.
Δηλαδή με μια τάση να βελτιωθεί η κατάσταση, ό,τι μπορεί να σημαίνει η βελτίωση για τον καθένα μας.

Με τα λίγα που καταλαβαίνω από οικονομία, το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Υποτίθεται ότι η ανάπτυξη έχει να κάνει με τη δυνατότητα που έχουμε ως άτομα, ως νοικοκυριά και ως κοινωνία να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας, εκείνες που έχουν σχέση με την οικονομία. (Ποιες δεν έχουν;) Επειδή όμως η ανάπτυξη εξαρτάται από διάφορα μεγέθη, έχει σημασία να δούμε πού ακριβώς στηρίζεται η δική μας.

Συνοπτικά λέω πως έχει σημασία η κατανάλωση, οι επενδύσεις, οι δημόσιες δαπάνες, και το εμπορικό ισοζύγιο. Στη χώρα μας τι από όλα αυτά βελτιώθηκε;
Φαίνεται πως το μόνο που βελτιώθηκε ήταν η κατανάλωση (με τα λεφτά «μαύρα» τα πιο πολλά, από τον τουρισμό) ίσως και κάποιες δημόσιες δαπάνες, χάρη σε ευρωπαϊκά «πακέτα».

Τι γίνεται όμως με τις επενδύσεις; Τι γίνεται με το εμπορικό ισοζύγιο; Τι γίνεται με την παραγωγή δηλαδή εγχώριων προϊόντων, τόσο για την τοπική, κυρίως όμως για τη διεθνή αγορά;
Αυτά είναι πραγματική ανάπτυξη.
Τα άλλα είναι «παρηγοριά στον άρρωστο, ώσπου να βγει η ψυχή του»!

Χαρμολύπη!