ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2020

200118 ΡΕΤΣΙΝΩΜΕΝΟΝ


Οι ρετσίνες του βασιλιά

Δράμα, αίθουσα εκδηλώσεων του Δημαρχείου, 18 Ιανουαρίου 2020

«Μήπως και τα βαρέλια του κρασιού δε σκάνε πολλές φορές, αν δεν αφήνουμε πού και πού να βγει λίγος αέρας απ’ την οπή εξαερισμού; Εμείς λοιπόν είμαστε μισοσπασμένα βαρέλια, διότι το κρασί της σοφίας, όντας υπερβολικά θερμό, καθώς όλο το χρόνο παραμένουμε συμπιεσμένοι στην υπηρεσία του Θεού, χύνεται μάταια, αν δεν το αδειάζουμε κάθε τόσο με παιχνίδια και μωρίες. Πρέπει λοιπόν, ενίοτε, να το εκτονώνουμε με καλαμπούρια, ώστε να επιστρέφουμε έπειτα δυνατότεροι στην τήρηση της σοφίας».
Patrologia Latina 207, 1171*


Η συμβουλή αυτή μπορεί να μας έρχεται από το μακρινό 1444, το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται στο γεγονός ότι αποτελεί εγκύκλιο επιστολή της Θεολογικής Σχολής του Παρισιού, απευθύνεται, δηλαδή, σε… -επιτρέψτε μου την έκφραση- ανθρώπους του Θεού. Τη συνέλεξα από τη σπουδαία μελέτη τού Μιχαήλ Μπαχτίν «ο Ραμπελαί και ο κόσμος του», και τη θεώρησα ως το πλέον κατάλληλο κείμενο για να ξεκινήσουμε την κουβέντα μας πάνω στο πρόσφατο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού «οι ρετσίνες του βασιλιά», των εκδόσεων Πατάκη, για το οποίο βρεθήκαμε απόψε εδώ.
Διότι, αν ακόμη και οι θεολόγοι ή οι μοναχοί τού 15ου αιώνα έχουν ανάγκη να ξεδίνουν με facetiae, δηλαδή με «περιγελάσματα», με καλαμπούρια, αλλά και με αστεία πειράγματα, με προκλητικές φάρσες και χοντρές πλάκες, αξίζει να αναρωτηθούμε, μαζί με τον συγγραφέα, κατά πόσο εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η ανάγκη, αλλά και η δυνατότητα ικανοποίησής της, στη σύγχρονη εποχή. Και, αν ισχύει κάτι τέτοιο, ποια είναι η μαγική εκείνη χορδή που συνδέει σημερινές εκφάνσεις αυτού τού… «πολιτισμού του γέλιου», με εκείνες τις γελαστικές υλικο-σωματικές τελετουργίες και παραστάσεις που ελάμβαναν χώρα, πριν από αιώνες, ακόμη και κατά τη γιορτή κάποιου αγίου; Κρατήστε το ερώτημα, διότι δεν είμαστε παρά στην αρχή και αναφερθήκαμε στη μία μόνο από τις δύο βασικές πηγές έμπνευσης του συγγραφέα, οι οποίες, κατά δική του ομολογία, οδήγησαν στις «ρετσίνες του βασιλιά».
Η δεύτερη είναι ο κόσμος του Σαίξπηρ, και συγκεκριμένα του Βασιλιά Ληρ, έργο με το οποίο «συνομιλεί», καθώς λένε οι φιλόλογοι, ο Ισίδωρος Ζουργός, κάτι που μπορεί να αντιληφθεί τόσο ο απλός αναγνώστης του βιβλίου -ένας πατέρας βασιλιάς, τρεις θυγατέρες που ζουν η καθεμιά στον κόσμο της, στο δικό της βασίλειο, και μια διαταραγμένη πατρική σχέση-, όσο κι εκείνος που θα μπει στον κόπο να αναζητήσει τις πιο λεπτές και δυσδιάκριτες αναφορές στο σαιξπηρικό δράμα, πράγμα που -πιστέψτε με- ελάχιστα έως καθόλου συνεισφέρει στην αναγνωστική απόλαυση του βιβλίου.
Πάντως, όποιος το επιχειρήσει -σας μιλώ εκ πείρας- θα ανακαλύψει και θα θαυμάσει μια άκρως ενδιαφέρουσα διακειμενική σχέση, κάτι, άλλωστε, με το οποίο μας έχει εξοικειώσει ο συγγραφέας μέσα από τα υπόλοιπα βιβλία του, κυρίως όμως με τον «Φράουστ», αρχικά και με τα «Ανεμώλια» στη συνέχεια. Μια σχέση για την οποία σας μίλησα κατά την παρουσίαση εκείνου του βιβλίου και μάλιστα αναφέρθηκα, κάπως τολμηρά ίσως τότε -το κάνω με περισσότερη βεβαιότητα σήμερα- στη σχέση του τεχνίτη με τον «παραγιό» του, όταν αυτός -θυμίζω ακριβώς τα λόγια μου- «αποφασίζει να αναμετρηθεί με τον μάστορά του, να πάρει στα χέρια του κάποια από τα εργαλεία εκείνου και να σκαρώσει ένα έργο πάνω στα χνάρια που βρήκε ακουμπισμένα στον πάγκο της τέχνης του λόγου. […] Ένα τεράστιο ρίσκο. Όλοι έχουμε στη μνήμη μας τον μαθητευόμενο μάγο, τουλάχιστον στην εκδοχή του Μίκυ, στη “Φαντασία” του Ντίσνεϋ, αλλά πιθανότατα θα έχουμε ακούσει και την παροιμία “έμαθα και μαστορεύω και γαμώ τον μάστορά μου»” που την ερμηνεύουμε συνήθως με το αρνητικό της πρόσημο. Κακώς. Διότι υπάρχει και η άλλη προσέγγιση, εκείνη που δηλώνει τη μυστηριακή στιγμή της χειραφέτησης του παραγιού, εκείνη κατά την οποία οι παλιοί μάστορες έλεγαν την παροιμία αυτή με κρυφό καμάρι για τους καλφάδες τους και τη συνόδευαν με μια, χαϊδευτική μεν ηχηρότατη δε, καρπαζιά στο σβέρκο του αγαπημένου τους μαστορόπουλου».


Τα περισσότερα όμως από όσα είπαμε μέχρι στιγμής, μπορεί να τα βρει κανείς, είτε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, είτε στα κείμενα του ίδιου του εκδοτικού οίκου που υπάρχουν στο διαδίκτυο για να μας το συστήσουν. Φαντάζομαι πως είμαστε απόψε εδώ, με την ακριβή παρουσία του συγγραφέα και εξ αιτίας αυτής, για να ακούσουμε και να πούμε κάτι περισσότερο.
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, καλησπέρα σας και καλώς ήρθατε.

Ματ σε τέσσερις κινήσεις!
Αυτή ήταν η πρώτη φράση-εικόνα που ήρθε στο μυαλό μου, μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου «οι ρετσίνες του βασιλιά». Ένας άνδρας-«βασιλιάς», ένα σπίτι-«πύργος», μία ή περισσότερες «βασίλισσες» -στο σκάκι, όπως και στη ζωή, υπάρχουν και οι προαγωγές-, ο φου, ο «τρελός» σύντροφός του, και ένα χωριό-«σκακιέρα», με τα κομμάτια και τα πιόνια σε τέτοια διάταξη που να δημιουργούν ένα αυστηρά δομημένο και προσεκτικά μελετημένο σκηνικό-περιβάλλον, ή όπως λέμε στο σκάκι, μια «θέση».
Η δυσκολία που αμέσως προέκυψε ήταν η εξής: Αφού γνώριζα ότι θα το παρουσιάσω εδώ, στο δραμινό κοινό, φίλους του βιβλίου πιθανότατα καθόλου εξοικειωμένους με το σκάκι και τον κόσμο του, πώς θα μπορούσα να το κάνω παραμένοντας ειλικρινής με τον εαυτό μου, μιλώντας δηλαδή για εκείνο -και με εκείνο- που εντυπώθηκε μέσα μου, που καθόρισε τη δική μου οπτική στο μυθιστόρημα; Θα το επιχειρήσω, αναλαμβάνοντας το ρίσκο να γίνω δυσνόητος ή/και βαρετός, ζητώντας εκ των προτέρων συγγνώμη για κάτι τέτοιο.
Ας ξεκινήσω με την απαραίτητη ορολογία. Το σκακιστικό πρόβλημα είναι ένας γρίφος, μια νοητική άσκηση που δημιουργείται από κάποιον συγγραφέα-συνθέτη, για να δοθεί στους λύτες, από τους οποίους ζητά να πετύχουν κάτι πολύ συγκεκριμένο. Χαρακτηριστικά ενός τέτοιου προβλήματος, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι:

α. Η θέση που βλέπουμε αρχικά, δεν προέκυψε από μια πραγματική παρτίδα, δεν είναι δηλαδή μελέτη, κάποιας σκακιστικής αναμέτρησης, αλλά επινοήθηκε με ειδικό σκοπό να δημιουργηθεί το πρόβλημα.

Έφτασε στην πλατεία και στάθηκε κάτω από την καρυδιά. Μιας και δεν τον έβλεπε κανείς, άπλωσε το χέρι και της χάιδεψε λίγο τον κορμό. Στο χωριό είχε το δικό του μυστικό. Στην πίσω αυλή του καστρόσπιτου όπου έμενε, εκεί που ήταν όλα αθέατα από τον δρόμο και περιφραγμένα με ψηλό μαντρότοιχο, είχε παραγγείλει του Δούκα πέρυσι τον Απρίλη να φυτέψει τρεις καρυδιές. Ήταν τότε που είχε επιστρέψει απ’ το ταξίδι του στο Λονδίνο και τις Βρυξέλλες. Τρεις καρυδιές η μια δίπλα στην άλλη. Το μυστικό του το ‘ξερε μόνο ο Μασούρης, καθώς το είχε ανακαλύψει όταν του έκανε βίζιτες για το χτυπημένο του πόδι, αλλά και αργότερα στις γιορτές, τότε που είχε μείνει για λίγες μέρες στο σπίτι του. Ο Ρία Ρία Μπουμ δεν παρέλειψε τότε να του θυμίσει με ύφος διδασκάλου τις γνωστές προλήψεις και δεισιδαιμονίες που υπάρχουν για τις καρυδιές: το φύτεμα της καρυδιάς τραβάει, όπως το γάλα, τις μύγες του θανάτου· αυτά τα δέντρα τα φυτεύουν μόνο γέροι, που έτσι κι αλλιώς η ζωή τους είναι πια κοντή κι ο θάνατος ήδη σκουπίζει τα πόδια του στο κατώφλι· γέροι μόνο πρέπει να φυτεύουν καρυδιές, γιατί μια παλιά κατάρα θέλει να πεθαίνουν γρήγορα αυτοί που παραχώνουν τα φιλόδοξα καρύδια στο χώμα· κάποιοι στα χωριά ορκίζονται μάλιστα πως ήξεραν κοπέλες και παλικάρια που χάθηκαν πριν την ώρα τους γιατί περιφρόνησαν τις εντολές της μοίρας· έσβησαν μόλις αυτές λίγο ψήλωσαν κι αντίκρισαν τη θάλασσα.
«Αφεντικό, όποιος τις φυτεύει μετράει κιόλας τάλαρα στον Χάρο. Το καλό που σου θέλω, ξεπάτωσέ τες!»

Η «θέση» που επιλέγει ο συγγραφέας είναι πολύ… προκλητική για εμάς τους αναγνώστες, περισσότερο όμως είναι για τον ίδιο. Πρόκειται για ένα ορεινό χωριό, με λιγοστούς κατοίκους, όπου, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε από την πείρα μας, συνήθως… δεν συμβαίνει τίποτε. Τίποτε άξιο λόγου. Τι πρωτότυπο μπορείς να σκεφτείς, και τι ενδιαφέρον να διηγηθείς για τη ζωή εκεί; Κι όμως. Ένα τέτοιο σκηνικό μπορεί να αναδείξει ιδανικά το ταλέντο, τη δεινότητα και τη λογοτεχνική αξία του συγγραφέα. Φυσικά να αποκαλύψει εκκωφαντικά και την απουσία τους. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η πρόκληση για την οποία σας μίλησα. Ο Ισίδωρος Ζουργός την αποδέχεται και, αφού εμπνέεται, θα έλεγε κανείς, από το σκηνικό όλων εκείνων των σπουδαίων έργων που έχουμε δει να διαδραματίζονται στην βρετανική ή τη ρωσική ύπαιθρο μεταφέρει με περισσή μαεστρία το δικό του σκηνικό στα καθ’ ημάς, στήνοντάς το στην ελληνική πραγματικότητα τού «εδώ και τώρα».

β. Υπάρχει ένας συγκεκριμένος στόχος -στην περίπτωσή μας το «ματ σε τέσσερις κινήσεις». Είναι ο περιορισμός που θέτει στους λύτες ο δημιουργός του προβλήματος, περιορισμός όμως που αφορά περισσότερο τον ίδιο, καθώς συνθέτει, αλλά και λύνει, ταυτοχρόνως, το πρόβλημα.

Τα χωριά τον χειμώνα θαρρείς και φεύγουν κάπου μακριά. Αναχωρούν προς άγνωστη κατεύθυνση κι αφήνουν πίσω τους τα σπίτια άδεια όστρακα και τα δέντρα γυμνά, με τις φωλιές έρημες σαν βραχιόλια περασμένα στα κλαδιά. Παρατούν τα μονοπάτια μουγγά και τις βρύσες να τραγουδάνε μόνες τους χωρίς να τις ακούει κανείς. Τα χωριά τον χειμώνα φεύγουν και πάνε εκεί που δεν τα ξέρει κανείς, παρατούν τα σπίτια σαν κούφια καρύδια, με μόνη τους παρηγοριά τα λουκέτα στις αυλόθυρες να τα στολίζουν. Αφήνουν κλειδωμένα εστιατόρια, με τις άδειες αυλές τους ασκούπιστες να τις αλωνίζουν μαυροπούλια. Τα χωριά του χειμώνα είναι τελικά διοράματα, απεικονίσεις υπενθύμισης και υπόσχεση πως, το καλοκαίρι που θα ‘ρθει, ο κόσμος θα ξανακερδίσει τον χώρο του και όλα θα γίνουν όπως πρώτα.

Στις επόμενες μέρες το μάτι του ήλιου πύρωσε για τα καλά. Τα μεσημέρια στο χωριό η κίνηση, λόγω της ζέστης, είχε αραιώσει αισθητά. Ο Φώτης άνοιγε την καινούρια του τέντα μπροστά απ’ το καφενείο και την έφτανε στο τελείωμά της, γιατί η σκιά ήταν περιζήτητη. Στον αέρα γυρόφερνε μια μυρωδιά από ξεραμένα χόρτα και ζεστή πέτρα. Τη βρύση στην άκρη της πλατείας την πολιορκούσαν μέλισσες. Καλοκαίρι. […]
Εκείνα τα απογεύματα, όταν κατά τις οχτώ άρχιζε το φως να στενεύει, το ίδιο μάτι του ήλιου -μιας κι είναι γνωστό πως ο απλανής αστέρας είναι μονόφθαλμος-, κουρασμένο και κατακόκκινο από την ίδια του τη φωτιά, βουτούσε στη θάλασσα της Πέρα Χώρας και χανόταν στον ορίζοντα. Ήταν η ώρα που η πλατεία γέμιζε ποδήλατα και στις κουζίνες απ’ τα γύρω σπίτια τηγάνιζαν με ανοιχτά παράθυρα. Τα τραπέζια του Φώτη γέμιζαν κι άδειαζαν χωρίς σταματημό ως τα βάθη της νύχτας. Η πελατεία του χειμώνα είχε αναπότρεπτα χαθεί μες στο πλήθος, είχε διαλυθεί όπως μια κουταλιά ζάχαρη στη θάλασσα.

Επέλεξα να σας παρουσιάσω μόνο δύο από τις τέσσερις εποχές τις οποίες διανύει ο «βασιλιάς» Λεόντιος, μαζί του κι εμείς που παρακολουθούμε τον τρόπο με τον οποίο οι εποχές αυτές, ο Χρόνος δηλαδή, μαζί με τον Τόπο, τον πύργο και το χωριό, θα δράσουν πάνω του, αποτελώντας στην ουσία και τις τέσσερις κινήσεις του προβλήματος. Θα δράσουν επάνω του και θα τον μεταμορφώσουν· είναι η λέξη που χρησιμοποιεί ο ίδιος για να περιγράψει αυτό που του συμβαίνει, καθώς αφήνεται να περάσουν από πάνω του οι ερπύστριες ενός χειμώνα γεμάτου μοναξιά και μιας άνοιξης σε ανθοφορία αποκαλύψεων.

γ. Αυτή η μεταμόρφωση αποτελεί και το τρίτο χαρακτηριστικό, το θέμα, δηλαδή την ιδέα, η οποία είναι και αυτή που δίνει στο πρόβλημα την ομορφιά του και το κάνει να είναι αισθητικά ευχάριστο. Να θυμίσουμε εδώ πως, για έναν σωστό λύτη -όπως και για κάθε συνειδητοποιημένο αναγνώστη-, δεν υπάρχουν εύκολα ή δύσκολα, απλά ή σύνθετα προβλήματα -οράτε βιβλία- αλλά προβλήματα όμορφα ή αδιάφορα.

Αν τον παρατηρούσες, δε θα μπορούσες να μην τον θαυμάσεις. Άντρας ψηλός, λυγερός για την ηλικία του, μ’ ένα επιμελώς σιδερωμένο παντελόνι στην τσάκιση, άσπρο πουκάμισο και σακάκι στο χρώμα της φωλιάς του σκαντζόχοιρου. Δερμάτινα παπούτσια μαλακά, κάπως μυτερά, στιλβωμένα. Τις προηγούμενες βδομάδες στο ξυρισμένο πρόσωπο ήταν φανερή η εντρύφηση σε ακριβές κρέμες, τώρα τα μάγουλα τα σκέπαζε ένα λευκό γένι που με ένα προσεκτικό ψαλίδισμα είχε αποκτήσει τις πρώτες γωνίες. Ένας άντρας που τα γαλανά του μάτια είχανε παρακολουθήσει παραστάσεις στην Όπερα του Σύδνεϋ, που είχε γευματίσει σε πλωτό εστιατόριο στον Ρήνο, είχε χορέψει σε roof garden στην Τεχεράνη απλησίαστο για τους κοινούς θνητούς και είχε   τσουγκρίσει το ποτήρι του με γερουσιαστές στην Αστόρια.

Το βράδυ του Αι-Γιάννη ο γέρος πέρασε πολλές φορές πάνω απ’ τις φωτιές σφίγγοντας στο χέρι ένα μπουκάλι ρετσίνα. Αν δεν κρατούσε μπουκάλι κι αν δεν είχε βλέμμα σβησμένο, ίσως και να ‘μοιαζε με βιβλικό ήρωα. Ήταν όμως εμφανές πως ούτε μπορούσε ούτε είχε καμία διάθεση να μιλήσει στα πλήθη περί μετανοίας ή κάποιας επερχόμενης καταστροφής. Ο γέρος έδειχνε να υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς επαρκή αιτιολογία. Έμοιαζε με κείνους τους ταξιδιώτες στα αχανή μετρό που αλλάζουν γραμμές και βαγόνια ανέκφραστοι, έχοντας κατά νου μόνο τον τερματικό σταθμό.

Σ’ αυτά τα δύο αποσπάσματα, αγαπητοί φίλοι, μπορεί να ανιχνεύσει κανείς το θέμα που επέλεξε για το νέο του βιβλίο ο Ισίδωρος Ζουργός. Ένας άνδρας, στη δύση του βίου του, που μοιάζει αποφασισμένος να φύγει από όλους κι από όλα, αφήνεται να καταβυθιστεί στον κόσμο της επαρχίας, έναν κόσμο της ελαφρότητας, έναν κόσμο της ύλης, όπου, αρχικά τουλάχιστον, απολαμβάνει να ζει -δικά του λόγια τώρα- «όπως μου καπνίσει, πιο ελεύθερος από κάθε άλλη φορά, πιο απολίτιστος από ποτέ».
Όταν όμως η επαρχία αρχίσει να αποκαλύπτει τα κρυμμένα μυστικά της, όταν ο κόσμος αυτός αρχίσει να στήνει μπροστά του καθρέφτες, όταν θα βρεθεί αντιμέτωπος με το παρελθόν του για να διαπιστώσει πως το πρόβλημά του δεν είναι η διαχείριση θυμού αλλά η… διαχείριση εαυτού, τότε θα προσπαθήσει, χωρίς επιτυχία, να δραπετεύσει και πάλι, πηγαίνοντας ακόμη παραπέρα, προσ-φεύγοντας στη μοναξιά του βουνού, για να διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει δρόμος που να οδηγεί μακριά από τη μοίρα μας. 

δ. Ένα επιπλέον στοιχείο, απαραίτητο για την αξιολόγηση κάποιου σκακιστικού προβλήματος είναι η οικονομία των κομματιών, όχι με την έννοια ότι πρέπει να είναι περιορισμένα -κι αυτό έχει κάποια αξία-, αλλά με βάση τον ρόλο που αυτά παίζουν στο θέμα του προβλήματος. Κάθε κομμάτι στη σκακιέρα βρίσκεται εκεί για κάποιον συγκεκριμένο λόγο, υπηρετεί κάποιον σκοπό, είτε βοηθάει στην πραγματική λύση, είτε εμποδίζει την ύπαρξη περισσότερων, εναλλακτικών τέτοιων. Δεν πρέπει να προστίθενται περιττά κομμάτια, απλώς για να στολίζουν τη σκακιέρα.

Εκείνο το βράδυ συγκινήθηκαν ακόμη κι αυτοί που δεν είχαν παιδιά, είχαν όμως ανίψια και βαφτισίμια. Σε όλους πάντως έλειπαν τα νιάτα γύρω τους στην κάθε μέρα. Τελικά κάπνισαν πολύ κι ο ένας έπαιρνε απ’ τα τσιγάρα του άλλου αχορτασιά στον καπνό και στο πιοτό. Ο Φάνης τραγούδησε, ο Τριαντάφυλλος υποσχέθηκε πως ως το καλοκαίρι θα ‘χε παντρευτεί, ο Σιδεράς αναθυμήθηκε τη Ρουμάνα του που είχε πια μετοικήσει στην Αθήνα και δάκρυσε.
Κατά τις δύο, τον γερο-Μουσθένη τον έπιασε ο ύπνος για τα καλά. Ο Ζάκης ξεκρέμασε τότε την εικόνα της Ανάστασης του Χριστού, που την είχε ο Φώτης σ’ εκείνο το εικονοστάσι με το κόκκινο λαμπάκι, και την έβαλε να την κρατάει ο κοιμισμένος πάνω στο στήθος του. Ύστερα τον έγειραν απαλά προς τα πίσω ν’ ακουμπάει όλη η πλάτη του στη ράχη της καρέκλας κι αυτή τη στήριζαν στον τοίχο. Ο Βαγγέλης ο Σκουληκάς πήρε λίγο απ’ το αλεύρι που υπήρχε στην κουζίνα για το τηγάνισμα και του άσπρισε το πρόσωπο. Πήραν τέλος μια περσινή λαμπάδα χρησιμοποιημένη που την είχε ο καφετζής για τις διακοπές του ρεύματος και την κράτησαν αναμμένη δίπλα στην εικόνα.

Στο απόσπασμα αυτό βλέπουμε να παρουσιάζεται ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό μέρος από τον θίασο -κομμάτια και πιόνια θα λέγαμε- που στήνει στη σκακιέρα μπροστά μας ο Ισίδωρος Ζουργός. Το κάθε ένα βρίσκεται πολύ σοφά τοποθετημένο στη θέση του, έτοιμο να αναλάβει δράση μόλις του ζητηθεί, μόλις ο συγγραφέας το αγγίξει με την μαγική του πένα, και να εμπλουτίσει με τις κινήσεις του τις διάφορες βαριάντες, τις πιθανές και απίθανες παραλλαγές δηλαδή, που μπορεί να εμφανιστούν στην εξέλιξη του προβλήματος.
Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δίνει μια ομορφιά -αν θα θέλαμε να γίνουμε μελοδραματικοί θα την λέγαμε άγρια- στην κάθε θέση που προκύπτει, είναι πως ο συγγραφέας τοποθετεί μπροστά μας και κάποια σημαντικότατα κομμάτια, παρόντα… εν τη απουσία τους. Μας καλεί δηλαδή να σκεφτούμε και να παίξουμε, όχι μόνο με το υλικό που βρίσκεται πάνω στη σκακιέρα, τα πρόσωπα, κομμάτια, δηλαδή που περιβάλλουν τον «βασιλιά», αλλά και -θα τολμήσω να πω κυρίως- με εκείνα που απουσιάζουν.

ε. Τέλος, σημαντικότατο χαρακτηριστικό ενός σκακιστικού προβλήματος αποτελεί το «κλειδί» της λύσης, δηλαδή η πρώτη κίνηση που πρέπει να παιχτεί, το οποίο «κλειδί» είναι πάντοτε μοναδικό. Κυρίως όμως δεν πρέπει να είναι προφανές, μια κίνηση αναμενόμενη, μια απειλή στον αντίπαλο βασιλιά ή το πάρσιμο ενός κομματιού, αλλά μια κίνηση καθόλου προβλέψιμη, μια κίνηση στην οποία πολύ δύσκολα θα κατέληγε κάποιος. Για να αντιληφθείτε τη βαρύτητα που έχει το «κλειδί», και επειδή θεωρώ ότι κάθε παρουσίαση βιβλίου οφείλει να διαθέτει κάτι από το άρωμα εκείνου, θα σας διηγηθώ ένα περιστατικό:
Στην οδό Κιάφας στην Αθήνα, ένα στενάκι της οδού Ακαδημίας, απέναντι από τον ναό της Ζωοδόχου Πηγής, υπήρχε, στις αρχές της δεκαετία του 1980, το Πανελλήνιον, παλιό καφενείο, όπου σύχναζαν φίλοι του σκακιού, άνθρωποι συνήθως μεγάλης ηλικίας, κυρίως ερασιτέχνες, αλλά και παλιοί αθλητές. Εκεί κι εμείς νεαροί, τότε, φοιτητές.
«Μανωλάκη, πάλι αδιάβαστος ήρθες σήμερα»∙ ο Μανωλάκης θα πρέπει να είχε περάσει προ πολλού τα ογδόντα.
«Άσε κάτω τα κομμάτια, ρε τσιφούταρε, τι φοβάσαι, δεν στα παίρνει κανείς». Ο Χαρίλαος όμως, όποιο κομμάτι έκοβε το κρατούσε στην αγκαλιά του, γιατί μια φορά την πάτησε∙ ο αντίπαλός του, χωρίς αυτός να τον πάρει είδηση, ξαναέβαλε έναν κομμένο ίππο στη σκακιέρα.
Κάποιο βράδυ, στο τραπέζι δίπλα στην εξώπορτα, ο κυρ-Αποστόλης, ένας ηλικιωμένος παίκτης, έθεσε στην ομήγυρη μια «μινιατούρα», πρόβλημα με μόλις τέσσερα κομμάτια στη σκακιέρα, και τους παρακολουθούσε με ένα σαδιστικό χαμόγελο ικανοποίησης να σκέφτονται επί ώρα, χωρίς να βρίσκουν τη λύση. Ένας πελάτης, φεύγοντας από το καφενείο, στάθηκε για μια στιγμή κρατώντας μισάνοιχτη την πόρτα, έριξε μια ματιά στη σκακιέρα και είπε: «Εγώ, από ένστικτο και μόνο, θα κουνούσα πρώτα αυτό» και, αφού μετακίνησε ένα κομμάτι στη σκακιέρα, βγήκε κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Ο εμβρόντητος Αποστόλης, μόλις συνήλθε από το εγκεφαλικό που κόντεψε να πάθει, τον κυνήγησε, ευτυχώς χωρίς επιτυχία, μέχρι τη Λυρική Σκηνή.

«Πώς είπαμε σε λένε, γέρο;» φώναξε πίσω απ’ την πλάτη του.
«Έξαρχο!».
[…] Μπήκε στο επιβλητικό μαύρο τζιπ κι έβαλε τα γυαλιά ηλίου. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια τελευταία ματιά στην πλατεία και στα γύρω σπίτια. Το παλιό κτίριο της κοινότητας έστεκε άεργο πια κι έρημο εξαιτίας της ενοποίησης των δήμων. Το αγροτικό ιατρείο απέναντι ήταν ανοιχτό μόνο τις Δευτέρες, και παραδίπλα, σ’ ένα κλειστό κατάστημα, όλη την παλιά βιτρίνα του τη σκέπαζε η διαφήμιση μιας κινητής τηλεφωνίας. Έβαλε μπρος κι έκανε όπισθεν προσέχοντας τον γέρικο σκύλο που ήταν ξαπλωμένος καταμεσής του δρόμου.
Μετά από λίγο σταμάτησε το αυτοκίνητο κάτω απ’ το σπίτι. […] Πριν ανοίξει την παλιά δίφυλλη πόρτα της αυλής, σήκωσε το κεφάλι και χάζεψε γι’ άλλη μια φορά το αρχοντικό. 


Ματ σε τέσσερις κινήσεις, λοιπόν!
Γιατί όμως ματ;
Διότι έτσι οφείλει να τελειώνει κάθε σκακιστικό πρόβλημα που σέβεται τον εαυτό του. Τα υπόλοιπα, «τα λευκά παίζουν και κερδίζουν», «τα μαύρα εγκαταλείπουν σε τόσες κινήσεις», ή τα προβλήματα ισοπαλίας, στερούνται εξ ορισμού την ομορφιά που έχει μια οριστική τελική λύση.

«Μετά τη φωτιά, ο αέρας της καταιγίδας, τώρα το νερό, στο τέλος το χώμα -το χώμα που μας περιμένει. Αυτό είναι το σπίτι μας, Ζαχαρία. Μπορείς αυτό να το κάψεις όπως τον Πύργο; Δεν μπορείς, διάολε, να το κάψεις, Το χώμα δε νικιέται!»
[…] Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως, όταν έρθουν τα γηρατειά, το δάκρυ αρχίζει να μοιάζει με καρπό στα βλέφαρα που έχει πια ωριμάσει και πέφτει με το πρώτο συγκινησιακό αεράκι.

Και… γιατί σε τέσσερις κινήσεις;
Το είπαμε ήδη. Διότι έτσι το όρισε ο συνθέτης του προβλήματος, καθόλου αυθαίρετα, αντιστοιχώντας μία κίνηση σε κάθε εποχή του έτους, ξεκινώντας μάλιστα ανορθόδοξα, ή εντελώς… Ορθόδοξα, από το φθινόπωρο.

Σήμερα ήρθε γρήγορα η νύχτα. Μόλις έγειρε ο ήλιος, κατέβηκα στην πλατεία και πήγα στο μπακαλοκαφενείο του Φώτη με μια λίστα με τα χρειώδη. Όσο κι αν προνόησα να γεμίσω το αυτοκίνητο απ’ την Αθήνα, κάποια ακόμη ψώνια ήταν απαραίτητα. Το χωριό σου ερήμωσε. Φταίει μάλλον ότι άνοιξαν τα σχολεία ή ότι η μακρινή θάλασσα που τη βλέπω από δω πάνω σαν ακουαρέλα γκριζάρισε κι έδιωξε τους τελευταίους κολυμβητές, όπως με πληροφόρησαν στο καφενείο. Ποτέ όμως δεν ήταν το χωριό σου αυτό που λέμε πολυσύχναστο. Μακριά απ’ τη θάλασσα, μακριά απ’ τον μεγάλο δρόμο, με αμπέλια μετρημένα, πλούσιο μόνο σε νερά και δέντρα. Οι κάτοικοι πάππου προς πάππου υλοτόμοι και καρβουνιάρηδες και μερικοί τεχνίτες της πέτρας και του ασβέστη. Πολλοί είχαν φύγει μετανάστες πριν απ’ τα χρόνια του πολέμου. Υπάρχουν ένα σωρό παλιά σπίτια με λίθινα αγκωνάρια χτισμένα με λεφτά απ’ την Αμέρικα. Δρόμος άσφαλτος για το χωριό ήταν τότε ένα όνειρο. Ο πρώτος έγινε με τη χούντα, δούλευε τότε η ΜΟΜΑ μήνες ολόκληρους. Θυμάσαι τι είπε ο πατέρας μου όταν είχαν έρθει εδώ με τη μάνα μου για να γνωριστούν με τον γερο-Ζαμάνη: «Συμπέθερε, εδώ δε μένεις, κρύβεσαι». Δεν ξέρω τόσα χρόνια μετά τι τον είχε πειράξει περισσότερο και ξίνισε τα μούτρα του. Το κρύβεσαι ή το συμπέθερε; Δεν ήταν πια βουλευτής της περιφέρειας γιατί είχε έρθει η δικτατορία. Παρ’ όλ’ αυτά σε κάποια χρόνια θα γινόταν Επικρατείας, γιατί το μνήμα που τον αγκάλιασε κατάργησε μια κι έξω κάθε τοπική εξάρτηση.

Μίλησα όμως για τον συνθέτη του σκακιστικού προβλήματος. Αλήθεια, ποιος είναι αυτός που θέτει το πρόβλημα και ποιοι εκείνοι που καλούνται να το λύσουν; Η προφανής απάντηση θα ήταν «μα… ο συγγραφέας, φυσικά, και οι επίδοξοι λύτες είμαστε εμείς οι αναγνώστες». Αμ, δε!
Μην πλανάστε, φίλοι μου. Δεν μιλάμε για αστυνομικό μυθιστόρημα, όπου αναζητείται η λύση του μυστηρίου και η ανακάλυψη του ενόχου. Εδώ έχουμε ένα καλοστημένο σκακιστικό πρόβλημα, ένα πρόβλημα ζωής -αλλά και τέχνης- το οποίο συν-θέτουν, ο συγγραφέας, η  μοίρα, ασφαλώς ο ίδιος ο αναγνώστης, πάνω και πριν απ’ όλα όμως… ο Χρόνος. Ο συγγραφέας θα κληθεί ενίοτε να καθίσει πλάι μας, στην ίδια πλευρά της σκακιέρας και να ξαναδεί μαζί μας όλες τις πιθανές βαριάντες, τις δυνατές, δηλαδή, παραλλαγές, συνδυασμούς κινήσεων και λύσεις, οι οποίες όμως, μία προς μία, θα αποκλειστούν για να οδηγηθούμε στην μοναδική, φορσέ, υποχρεωτική, επόμενη κίνηση, αφού ο Χρόνος δεν έχει εναλλακτικές διαδρομές, κυρίως όμως δεν αστειεύεται.
Το πιο φοβερό είναι ότι στη δική του πλευρά κάθεται μια πανούργα σύμμαχος, η μνήμη, που τόσο επιδέξια ξέρει να κρύβεται μέσα σε ερείπια σπιτιών, σε εγκαταλειμμένα μπαούλα γεμάτα γράμματα και φωτογραφίες, κυρίως όμως σε λόγια που δεν ειπώθηκαν στην ώρα τους και, όταν έρχεται η στιγμή να ακουστούν, βαραίνουν πιο πολύ κι από τον θάνατο. Διότι δεν πρέπει στιγμή να ξεχνάμε ότι χέρι χέρι με τη μνήμη βαδίζει πάντοτε η αδελφή της η α-λήθεια, η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του ποιητή δίδεται μόνον… «έναντι θανάτου».

Το ρολόι της επαρχίας θαρρείς και είχε στους λεπτοδείκτες του βαρίδια σαν κι αυτά που τ’ αγκίστρωνε ο Βαγγέλης στις πετονιές για να μη χάνει τον βυθό. Στο χωριό, όπου κανείς δε γνώριζε τον Ηράκλειτο και τη συνεχή ροή αλλαγής του σύμπαντος, ο χρόνος δεν ήταν ποτάμι αλλά λίμνη και ο Έξαρχος ένας ξεμυαλισμένος βάτραχος που κάθε βράδυ περίμενε στις όχθες του καφενείου κάποιο φιλί να τον μεταμορφώσει.
[…] Χρόνος είναι αυτό που συμβαίνει και όταν ακόμη τίποτε άλλο δε συμβαίνει. Εκείνες τις νεκρές ώρες λίγο πριν τη γέννηση του Θεού, ο Έξαρχος ένιωθε να συμβαίνει μόνο ο χρόνος.
[…] Ο Λεόντιος ένιωσε αίφνης πως η μέρα του, εκείνη της παραμονής των Χριστουγέννων που βάδιζε κάπου στο τέλος της, είχε αρχίσει ν’ αλλάζει. Το είπε από μέσα του πως ίσως χρόνος είναι μόνο αυτό που συμβαίνει στους ανθρώπους· χωρίς αυτούς, κύριε Φέυνμαν, μια τελεία βασιλεύει στο άχρονο σύμπαν.


Σταματώ εδώ το σκακιστικό ρολόι -μη χάσουμε κι από χρόνο- για να μιλήσω κάπως πιο ελεύθερα για το βιβλίο. Να κάνω μία στάση, για λίγο, κάτω από το… «ρολόι της επαρχίας» και να πω ότι ο χτύπος του λειτουργεί και ως μετρονόμος που δίνει τον ρυθμό στις «ρετσίνες του βασιλιά», που κανοναρχεί δηλαδή τον συγγραφέα, ώστε αυτός να μας δώσει ένα βραδυφλεγές μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα διαφορετικό από όσα μας έχει συνηθίσει, αφού εδώ έχουμε κάτι που ξεφεύγει από τον… «κανόνα Ζουργού», μιας και απουσιάζει το ιστορικό υπόβαθρο -δεν το είχαμε και στα «Ανεμώλια», τώρα απουσιάζει όμως και η Θεσσαλονίκη. Έρχεται, λοιπόν, ο συγγραφέας, τοποθετώντας την ιστορία του στα χρόνια που ζούμε, να απαντήσει σε ένα καθοριστικό για την φύση τού βιβλίου ερώτημα: Πώς μιλάς -και μιλάς πολύ ουσιαστικά, σε βάθος- για την Ελλάδα της κρίσης, για τους λόγους που οδήγησαν σ’ αυτήν, για τα αποτελέσματα και τις επιπτώσεις της στην ελληνική κοινωνία, χωρίς να πεις λέξη για οικονομία και πολιτική;
Η απάντηση είναι το κάνεις με την… τέχνη του λόγου. Κι αν αυτή η τέχνη είναι υψηλή -η περίπτωσή μας- τότε επαληθεύεται το γεγονός πως, από τα πανάρχαια χρόνια, ό,τι πραγματικά σημαντικό έπρεπε να ειπωθεί, όπως και όλες οι μεγάλες αλήθειες της ζωής, λέγονταν μέσα από απλούς μύθους και καθημερινές ιστορίες. Μέσα από τέτοιες, δευτερεύουσες ιστορίες και αξιοπρόσεκτες περιγραφές που διανθίζουν το μυθιστόρημα, ο Ισίδωρος Ζουργός μάς μιλάει για το απατηλό όνειρο του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού, για τη σύγχρονη μετανάστευση των μορφωμένων παιδιών μας, για τον ανερμάτιστο τουρισμό, μοναδική πηγή εσόδων για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, για την politically correct συμπεριφορά και τον λεγόμενο δικαιωματισμό, για την άφιξη κατατρεγμένων από Αφρική και Ασία, για το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την κατάθλιψη που τη συναντάμε πλέον παντού γύρω μας, ακόμη και για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε ολοένα και περισσότεροι, τού τι κάνουμε με τους ηλικιωμένους γονείς μας. Επιλέγω κάποια πολύ σύντομα αποσπάσματα:

«Σου έλεγα, λοιπόν, πως απ’ το ‘80 και μετά αρχίσαμε σιγά σιγά να κάνουμε παρέα με πλούσιους· άλλες συνήθειες αυτοί, άλλος κόσμος. Λεφτά βγάλαμε, αλλά πλούσιοι κανονικοί δεν καταφέραμε να γίνουμε. Πήραμε κάποιους απ’ τους τρόπους τους, ιδιωτικά σχολεία, γαλλικά κρασιά, σκι στα βουνά, αν με καταλαβαίνεις...»

Από τα μέσα Ιουλίου και προς τον Αύγουστο, στο βενζινάδικο του Γιαννάκαρου ήταν κάποιες ώρες που στις αντλίες σχηματιζόταν ουρά από τ’ αυτοκίνητα. Δούλευαν τώρα μαζί του βοηθοί δύο μετανάστες απ’ το Μπαγκλαντές, πιο πολύ να φουσκώνουν λάστιχα και να καθαρίζουν τζάμια. Ένας τρίτος στεκόταν πάντα όρθιος στο μίνι μάρκετ. που το είχε ανοίξει ο πρατηριούχος δίπλα στο γραφείο του και πουλούσε πιο πολύ παγωτά και νερά. Ό,τι χαμόγελο χρωστούσε ο σκουντούφλης Γιαννάκαρος απ’ τον χειμώνα στους πελάτες του, το επέστρεφαν τώρα οι τρεις Ασιάτες και με το παραπάνω.

Ο διάβολος δεν έχει πολλά ποδάρια, έχει πολλά κλικ. Μπήκα σ’ άλλους κόσμους και χάθηκα: παραλίες με νερά στο χρώμα του οινοπνεύματος, πρωτεύουσες, γέφυρες, εντυπωσιακές κατασκευές, γυμνές γυναίκες, αλλά και προφητείες καταστροφής από εμμονικούς καλόγερους.

Είσαι πραγματικά κορίτσι ή κάτι άλλο; Συγνώμη που καγχάζω, αλλά υπάρχουν περιοχές της ανθρώπινης επιθυμίας οι οποίες είναι για μένα αχαρτογράφητες.

Χαιρετισμούς από τον τόπο όπου οι άντρες είναι άντρες και οι γυναίκες γυναίκες. Καλή εβδομάδα από το χωριό όπου οι παραλογισμοί που τους βαφτίσατε δικαιώματα κείτονται σαν τα πεσμένα κάστανα του φθινοπώρου που τα σκέπασαν τα φύλλα και δεν τα θυμάται κανείς.

Φροντίζει τον πατέρα της και ζουν απ’ τη σύνταξή του κι από ένα ενοίκιο, που άλλοτε το παίρνουν κι άλλοτε το περιμένουν για καιρό. Ο γερο-Μουσθένης έχει διαγνωστεί ότι πάσχει από γεροντική άνοια. Μόνη δουλειά της Πένυς είναι να του εξηγεί τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά απ’ το πρωί ως το βράδυ. Από αυτό βιοπορίζεται, ζει ουσιαστικά από την υπομονή της, πληρώνεται για την ευρυχωρία ζωής που χάρισε στις αδερφές της που έχουν πραγματική ζωή στην Αθήνα, όπου οι δουλειές τους τρέχουν κι έχουν φτιάξει οικογένειες χωρίς την έγνοια του γέροντα που άφησαν πίσω τους. Η Πένυ δεν άνοιξε ποτέ πανιά να φύγει απ’ το χωριό, σαν να υπήρχε ένας χρησμός που την έδεσε με τον πατέρα της για πάντα. Ξέρεις πόσες τέτοιες Ιφιγένειες έχουν τα χωριά στην Ελλάδα, Γρηγόρη;

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό της σύγχρονης Ελλάδας θα τεθούν από τον συγγραφέα και πάλι κάποια από τα μεγάλα ερωτήματα, που απασχόλησαν τον άνθρωπο και την τέχνη, όχι μόνο από τον καιρό του Σαίξπηρ, αλλά και από την εποχή των αρχαίων κλασικών: Ποια είναι τα όρια της κάθε εξουσίας; Πού καταλήγει ο φορέας της, όταν έρθει η στιγμή να απογυμνωθεί από αυτήν; Πώς και γιατί ανοίγει, κυρίως όμως πότε κλείνει ένας κύκλος αίματος; Είναι υποχρεωτικά συνυφασμένος ο έρωτας με την προδοσία; Πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος; Τι είναι αυτό που δίνει άλλοτε στο πνεύμα και άλλοτε στην ύλη τα ηνία της ζωής μας; Πόσο ισχυρές παραμένουν μέσα μας, ατομικά αλλά και συλλογικά, οι μνήμες ενός υλικού πολιτισμού; Ποια είναι τα όπλα του ανθρώπου απέναντι στην αναπότρεπτη φθορά; Μέχρι ποιου σημείου μπορεί να σωματοποιηθεί ο ψυχικός και πνευματικός μας κόσμος; Πού βρίσκονται τα όρια του λογικού και του κοινωνικά αποδεκτού;

Σ’ αυτό το τελευταίο ερώτημα επιτρέψτε μου να σταθώ για λίγο, γιατί θεωρώ ότι ο Ισίδωρος Ζουργός πάνω εδώ έχει οικοδομήσει έναν από τους πιο αληθινούς ήρωές του -όχι μόνον του βιβλίου για το οποίο μιλάμε σήμερα. Ειδικά όμως για τις «ρετσίνες», αν υπήρχαν αντίστοιχες με τα Όσκαρ υποψηφιότητες βραβείου χαρακτήρων, είναι βέβαιο πως το βιβλίο θα κέρδιζε πολύ εύκολα μια τέτοια τού «δεύτερου αντρικού ρόλου».

Ο Μασούρης τέτοια ώρα ήταν καθισμένος στη ρίζα της καρυδιάς, σκάλιζε τη μύτη του και χάζευε κατά τη μεγάλη ανηφόρα που έβγαζε στον πύργο. Στο χωριό το λέγανε και γελούσαν πως εδώ και πενήντα εννιά καλοκαίρια δεν είχε ποτέ κοιμηθεί μεσημέρι. Για χρόνια, όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν πάει να ξαπλώσει παρά τριγυρνάει στο λιοπύρι, εκείνος τούς απαντούσε μετά παρρησίας και κάτω από την ασυλία του ανισόρροπου ότι δεν μπορούσε να κλείσει μάτι γιατί ροχάλιζαν τα πεύκα. Μόνο ο παπα-Γιώργης όλα αυτά τα χρόνια δεν έπαιρνε όρκο αν τους κορόιδευε ή αν όντως τα αυτιά του έπιαναν υπέρηχους ή κάποιον μονόλογο του ανέμου.

Με τη φιγούρα του Μασούρη ο Ισίδωρος Ζουργός, εκτός από την ευθεία παραπομπή του στον γελωτοποιό αυλικό, ακόλουθο του Βασιλιά Ληρ, δίνει υπόσταση στην εικόνα ενός «διά Χριστόν σαλού» -στην περίπτωσή μας θα λέγαμε «διά Αλήθειαν σαλού»- ενός… πεφωτισμένου τρελού, του οποίου οι ανόητες πράξεις και τα ακατανόητα λόγια έχουν ένα βαθύτερο νόημα και κρύβουν σημαντικές αλήθειες που είναι αδύνατον να ειπωθούν μέσα στις συμβάσεις ενός «σοβαρού» και καθωσπρέπει κόσμου.

Πρόκειται για έναν νοήμονα ίσκιο που με ακολουθεί παντού. Είναι μια σκιά απείθαρχη, από αυτές που όταν σηκώνεις το χέρι, εκείνες ανασηκώνουν το πόδι, ή, την ώρα που ο ήλιος γέρνει, αντί να επιμηκύνονται όπως οι άλλες απ’ τα δέντρα ή τα αγάλματα, αυτές κρατούν το ίδιο πάντα μέγεθος και, άκουσον άκουσον, ψιθυρίζουν. Είναι μια σκιά αλλιώτικη, απ’ αυτές που σου μιλάνε, σε κρίνουν, σου κουνάνε το δάχτυλο παρ’ όλο που το δικό σου χέρι είναι κατεβασμένο και σε ζαλίζουν με ερωτήσεις για την προηγούμενη ζωή σου, για τα δέντρα, τα πουλιά, τον Θεό, τις ψυχές των πεθαμένων...


Σας κούρασα, αγαπητοί φίλοι. Θα σταματούσα εδώ, αλλά σας χρωστάω μιαν απάντηση από το αρχικό μας ερώτημα. Διαβάζω ένα τελευταίο απόσπασμα:

Ξημέρωσε άλλη μια Δευτέρα στο χωριό. Σήμερα είναι του Αγίου Τρύφωνα, του προστάτη των αμπελουργών. Το έμαθα χθες στην εκκλησία. Εδώ και κάποιες μέρες έχει ξεκινήσει στα αμπέλια το κλάδεμα. Ο παπα-Γιώργης, μετά τη λειτουργία, πέρασε από τους αμπελώνες και τους ράντισε με αγιασμό. Πώς θ’ αντιδρούσαν άραγε όλοι αυτοί οι καλοντυμένοι συνάδελφοί σου στα γραφεία αν τους έλεγες πως ο άγιος αυτός, που μυρίζει νιόσκαφτο χώμα και θειάφι των αμπελιών, είναι για τους χωριάτες τόσο υπαρκτός όσο το καθημερινό τσούγκρισμα με τα κρασοπότηρά τους στο τραπέζι;

Και απαντώ στο ερώτημα: Ναι. Μπορούμε και σήμερα να ανιχνεύσουμε στοιχεία εκείνου του πολιτισμού του γέλιου, του πολιτισμού δηλαδή της ύλης, που ήταν τόσο έντονα παρών στις κοινωνίες πριν από τον Διαφωτισμό. Και αν υπάρχει κάτι που μας συνδέει μαζί του -θα εκπλαγείτε- είναι ακριβώς το ίδιο με ό,τι, τελικά, μας συνδέει και με τον άλλο πολιτισμό, τον υποτιθέμενα άυλο, εκείνον του πνεύματος. Είναι… η μυρωδιά από νιόσκαφτο χώμα.
Αν δεν με πιστεύετε, ρωτήστε τον συγγραφέα, στον οποίο δίνω αμέσως τον λόγο.

Σας ευχαριστώ πολύ.


* Αυτή η απολογία περιέχεται σε μια εγκύκλιο επιστολή της Θεολογικής Σχολής του Παρισιού, της 12ης Μαρτίου 1444.

Δεν υπάρχουν σχόλια: