ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ψηλά τακούνια

 «Ψηλό δεν τον λες…»

Αυτή ήταν η φράση – κλισέ, με την οποία οι γυναίκες της πόλης περιέγραφαν τον Μάκη, σε όσες από τις φίλες τους δεν τον είχαν συναντήσει ακόμη. Στην αρχή υιοθετήθηκε και από τους άντρες, για να εγκαταλειφθεί όμως γρήγορα και να αντικατασταθεί από ένα σωρό άλλες πειρακτικές εκφράσεις, όπως «το πίβοτ», «ο Άιφελ» ή «ο τσολιάς», όλες κατ’ ευφημισμόν, αφού ο Μάκης ήτανε δεν ήτανε ένα πενήντα πέντε. Ο Σταύρος, ο διαβασμένος της παρέας, τον βάφτισε «ο συμβολαιογράφος», από τον ήρωα του ομώνυμου βιβλίου του Βασιλειάδη, που φρόντισε και να το δανείσει σε όλη την παρέα, όχι μόνο επειδή πράγματι το βρήκε εξαιρετικό, αλλά, κυρίως, επειδή ήθελε να μάθουν όλοι την πηγή  της έμπνευσής του.

Η αλήθεια είναι πως αυτό ήταν και το μόνο παρατσούκλι που μπορούσαν να του πουν κατά πρόσωπο, αφού ο Μάκης, όπως και ο άλλος «συμβολαιογράφος», έκανε ένα διάστημα και τον τσαγκάρη, πριν αποφασίσει να ασχοληθεί επαγγελματικά -όχι επαγγελματικά, αποκλειστικά- με τη μουσική. Έτσι, μη βλέποντας τον άλλο, τον προφανέστατο παραλληλισμό –ποιος άνθρωπος βλέπει το κουσούρι του;- θεωρούσε πως ήταν η συναδελφική του σχέση με τον ήρωα του Βασιλειάδη που δικαιολογούσε τον φιλικό χαρακτηρισμό και τον αποδέχτηκε εξ αρχής, χωρίς καμιά διαμαρτυρία. Ίσως πάλι, ενδόμυχα, να κολακεύονταν και λίγο, αφού, όπως και να το κάνουμε, το μυαλό όλων θα πήγαινε, θέλοντας και μη, και στο άλλο ξακουστό προσόν τού λογοτεχνικού «συμβολαιογράφου», γεγονός όμως που καμιά πραγματική σχέση δεν είχε με την ανατομία του Μάκη, ούτε μπορούσε, φυσικά, να δικαιολογήσει την μεγάλη πέραση που είχε στα κορίτσια.

Άλλο ήταν το δικό του χάρισμα, για άλλον λόγο ήταν περιζήτητος στις παρέες και λατρεύονταν από τις ευαίσθητες γυναικείες ψυχές. Ο Μάκης ήταν εξαίρετος κιθαρίστας. Όταν έπαιζε μάγευε κυριολεκτικά το ακροατήριό του, είτε επρόκειτο για έναν μεμονωμένο μαθητή του, κατά την παράδοση του μαθήματος, είτε για το πολυπληθές κοινό, στη μεγάλη αίθουσα του Δημοτικού Ωδείου ή την αίθουσα εκδηλώσεων του Μουσικού Σχολείου, στη διάρκεια κάποιου ρεσιτάλ.

Εκεί όμως που καθήλωνε τους πάντες, κάνοντάς τους να ταξιδεύουν με τους ήχους της κιθάρας του επί ώρες, ήταν όταν βρισκόταν με μια μικρή παρέα σε κάποιο φιλικό σπίτι ή στον «Γιούρα», την αγαπημένη του ταβέρνα, μπροστά από ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Τότε εγκατέλειπε το κλασικό ρεπερτόριο και «έπιανε» αγαπημένα τραγούδια, από Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, μέχρι Καλδάρα και Ζαμπέτα και από Αττίκ και Σουγιούλ, μέχρι Ορφέα Περίδη και Μάλαμα. Τι επτανησιακές καντάδες, τι παραδοσιακά, τι σμυρναίικα, τι νέο κύμα, τίποτε το εκλεκτό δεν διέφευγε από το απέραντο αλλά και προσεκτικά επιλεγμένο ρεπερτόριο του Μάκη. Τον βοηθούσε βέβαια και η φωνή, όμως το παίξιμό του, αλλά και ο ήχος της κιθάρας του ήταν όλα τα λεφτά. Ο ήχος της κιθάρας του… Της εξαίρετης και πανάκριβης κιθάρας του.

Και να σκεφτεί κανείς ότι ξεκίνησε να μαθαίνει με δανεικές κιθάρες!

Ήτανε δεν ήτανε έξι χρονών, όταν δυο γειτονόπουλα, παιδιά του γυμνασίου τότε, έδωσαν, ένα ανοιξιάτικο βράδυ, «συναυλία» με τις κιθάρες τους στον αυλόγυρο της Αγίας Σοφίας. Δεν θυμόταν τι άκουσε, όμως εκείνη η μαγεία, εκείνη η υπέροχη αίσθηση έμεινε για πάντα στην ψυχή του. Τότε του γεννήθηκε η επιθυμία -όχι η επιθυμία, η ανάγκη- να γίνει κι αυτός μουσικός, να μάθει κιθάρα. Πού λεφτά για όργανο, πού λεφτά για δάσκαλο; Τα χρόνια εκείνα, στη δεκαετία του ‘70, όλα τα παιδιά μάθαιναν έτσι, ο ένας από τον άλλο, με κιθάρες δανεικές που κυκλοφορούσαν από αγκαλιά σε αγκαλιά και από σπίτι σε σπίτι.

Ο Μάκης, παιδί εργάτη, μόλις μπήκε στο γυμνάσιο, άρχισε να δανείζεται τις κιθάρες φίλων και συμμαθητών του, που είχαν μεγαλύτερη οικονομική άνεση, μικρότερη όμως όρεξη και καθόλου έφεση στη μουσική. Πάντοτε τις επέστρεφε σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι τις έπαιρνε. Συντηρημένες, καλογυαλισμένες με ειδικά καθαριστικά, με καινούριες χορδές, χωρίς το παραμικρό σημαδάκι. Έγινε από τότε θέμα συζητήσεων η, μέχρι παρεξηγήσεως, προσοχή που έδειχνε σε κάθε κιθάρα που έπεφτε στα χέρια του.

Σχεδόν αυτοδίδακτος -κάτι ακόρντα του έδειξαν στην αρχή- έπαιζε με τις ώρες, ανακαλύπτοντας τις δυνατότητες του οργάνου και τις δικές του. Λίγο αργότερα έπεσε στα χέρια του το βιβλίο the Beatles complete, μια συλλογή με παρτιτούρες όλων σχεδόν των τραγουδιών του αγαπημένου του συγκροτήματος, και ο Μάκης, κλεισμένος στο σπίτι, πάντα με κάποια δανεική κιθάρα, μελετούσε ασταμάτητα, ώσπου το έμαθε απ’ έξω. Όπως ήταν φυσικό, παράτησε το σχολείο.

Μπήκε κάλφας στο τσαγκάρικο του μπάρμπα του, ενός καλού μάστορα που όχι μόνο επιδιόρθωνε, αλλά και κατασκεύαζε παπούτσια, περισσότερο γυναικεία, παντόφλες και μποτάκια και εξώφτερνα και πέδιλα, κυρίως όμως γόβες περίτεχνες, με ψηλά τακούνια που έδιναν ύψος και τόνιζαν τις γυναικείες γάμπες. Δεν έκλεισε ούτε δυο χρόνια στο τσαγκάρικο, ήταν όμως αρκετά για να αποκτήσει το δεύτερο –μετά τις κιθάρες- φετίχ του, τις ψηλοτάκουνες γόβες.

Με τα λίγα χρήματα που έβαλε στην άκρη, κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη και το επόμενο κιόλας πρωί μπήκε στο εργαστήριο του Δεκαβάλα, στη Ροτόντα, για να παραγγείλει μια κιθάρα. Όταν άκουσε τις τιμές, κατέληξε να παζαρεύει μια έτοιμη, ελαφρώς μεταχειρισμένη, που ο πρώτος ιδιοκτήτης της την επέστρεψε, αφού κατάλαβε πως το να γίνει κιθαρίστας δεν ήταν τόσο απλό όσο φάνταζε. Την κατέβασε με προσοχή από τη βιτρίνα, την κούρντισε και έπιασε να τη δοκιμάζει. Ξεχάστηκε για λίγο παίζοντας, όπως ξεχάστηκαν κι ο Δεκαβάλας κι ο καφετζής που εκείνη την ώρα του έφερε τον καφέ, αλλά κι ένας πελάτης που μπήκε κρατώντας ένα μπουζούκι για επιδιόρθωση και έμειναν να τον ακούν μαγεμένοι. Όταν σταμάτησε να παίζει, ο καφές είχε κρυώσει και η τιμή της κιθάρας είχε κατέβει αισθητά, ενώ συμπεριλήφθηκαν σ’ αυτήν και μια καλή θήκη και ένα σετ ακριβές χορδές, δώρο του κατασκευαστή στον μουσικό. Ο Μάκης πλήρωσε και έφυγε, κρατώντας στα χέρια του ένα όνειρο χρόνων. Μια κιθάρα κλασική, χειροποίητη και, το κυριότερο, εντελώς δική του.

Του άρεσε η Θεσσαλονίκη. Βρήκε αμέσως δουλειά σε ένα φοιτητικό στέκι, όπου το πρωί σέρβιρε καφέδες και τα βράδια έπαιζε και τραγουδούσε «Νιόνιο» και Λοΐζο και Νικόλα Άσιμο και Παύλο Σιδηρόπουλο… Εκεί ξαναντάμωσε και με την παλιοπαρέα από την «πατρίδα», φοιτητές και φοιτήτριες που καμάρωναν για τον συμπολίτη τους και απολάμβαναν κάθε βράδυ τη μουσική του, αλλά και τα ουκ ολίγα κερασμένα από τον Μάκη ποτά. Δυο τρεις θυμήθηκαν και κάποια από τα παλιά παρατσούκλια, με έκπληξη όμως διαπίστωσαν πως οι Θεσσαλονικείς τον είχαν ήδη βαφτίσει «ο Ξαρχάκος», προσπαθώντας να αποδώσουν τη μουσική και την ανατομική του συγγένεια με τον σπουδαίο μαέστρο, κυρίως όμως και τη θρυλούμενη επιτυχία και των δύο στις γυναίκες. Γιατί και ο Μάκης, κυριολεκτικά, «θέριζε».

Οι φοιτητριούλες, λες μαγεμένες από το εκπληκτικό του παίξιμο, μαζεύονταν γύρω του όπως οι πεταλουδίτσες στο φως, ποια θα τον πρωτογνωρίσει από κοντά και θα έχει το προνόμιο να τον ακούσει να παίζει «πριβέ», στο μικρό διαμερισματάκι, πίσω από το Τούρκικο Προξενείο.

Όταν έχεις την πολυτέλεια επιλογής, μπορείς να κάνεις τα γούστα σου και έτσι ο Μάκης έγινε σιγά σιγά εκλεκτικός και άρχισε να περιορίζει την γκάμα των ερωτικών του συντρόφων μόνο στα ψηλά κορίτσια –πόσο ψηλά;- όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα. Την άλλη αδυναμία του, τον συνδυασμό που τον απογείωνε ερωτικά δεν τον είχε ανακαλύψει ακόμη, καθότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν φοιτήτριες που να φορούν ψηλοτάκουνες γόβες. Αυτό συνέβη πολύ αργότερα, όταν τελείωσε τις σπουδές του και επέστρεψε στην πόλη του για να εργαστεί. Διότι ο Μάκης σπούδασε, ποτέ δεν επαναπαύτηκε σε όσα είχε κατακτήσει μόνος του πάνω στην κιθάρα.

Πρώτος δάσκαλός του υπήρξε ο Πλάτων Γαλάτης, ένας παλιός συνταγματάρχης του ΕΛΑΣ, την τέχνη του οποίου είχε υμνήσει ακόμη και ο Λουντέμης. Αυτός του έδειξε όλα όσα γνώριζε, μέσα σε σύντομο διάστημα, αφού ο Μάκης ξεπετούσε τις μεθόδους κλασικής κιθάρας που έπρεπε να μελετήσει, τη μία μετά την άλλη, σε χρόνο ρεκόρ. Έπειτα γράφτηκε στο Ωδείο, από όπου αποφοίτησε με άριστα και πήρε το πτυχίο μετά πολλών επαίνων.

Στο μεταξύ, τα χρόνια είχαν αλλάξει, τα φοιτητικά στέκια το ίδιο. Σταμάτησε να εργάζεται νύχτα, άρχισε να παραδίδει μαθήματα κιθάρας, ώσπου προέκυψε εκείνη η θέση καθηγητή στο νεοϊδρυθέν Μουσικό Σχολείο της πόλης του κι έτσι έκλεισε το «κεφάλαιο Θεσσαλονίκη» και επέστρεψε στα πάτρια εδάφη.

- Ψηλό δεν τον λες…

- Τον λες όμως κοντό και μάλιστα πολύ κοντό, ζουμπά!

Η Έλενα μπήκε στη ζωή του Μάκη ταυτόχρονα με την ολοκαίνουρια κιθάρα του, μια χειροποίητη ισπανική Ibanez με πενταψήφια τιμή, την οποία αγόρασε στο ταξίδι με την ΕΛΜΕ στην Ισπανία, αφού αναγκάστηκε να πουλήσει την προηγούμενη. Στο ίδιο ταξίδι γνώρισε και την πανύψηλη, πανέμορφη «πληροφορικάριο». Ήταν πράγματι τόσο ψηλή ή ήταν οι δωδεκάποντες γόβες που φορούσε σε όλο το ταξίδι που την έδειχναν έτσι και έκαναν τους εκδρομείς να την πειράζουν για την εντελώς ακατάλληλη και άβολη επιλογή της; Άβολη για εκείνους, διότι η Έλενα βάδιζε με τέτοια άνεση και τόση χάρη πάνω στα ψηλά της τακούνια, που θα την ζήλευε κάθε μοντέλο.

Την ίδια μέρα με τον Μάκη, πραγματοποίησε και εκείνη τη δική της «αγορά του αιώνα», ένα ζευγάρι πέδιλα MANOLO, με είκοσι πόντους τακούνι. Όσο για την απάντηση που έδωσε στη φίλη της, ήταν το τέλος της κουβέντας τους που είχε αρχίσει με τη φράση «θα τον τρελάνεις τον Μάκη, έτσι και βάλεις αυτά τα πέδιλα, δεν πρόσεξες πώς παρατηρεί εσένα και τις γόβες σου σε όλο το ταξίδι;»

Η Έλενα όμως δεν είχε ξανακούσει τον Μάκη να παίζει και το ίδιο βράδυ, στο roof garden του ξενοδοχείου, ήταν αυτή που… έπαθε την πλάκα της. Ο Μάκης τα έδωσε όλα. Η καινούρια του κιθάρα, αν και άστρωτη ακόμη, έβγαζε στα χέρια του ήχους ουράνιους και οι επιλογές των τραγουδιών ήταν μία και μία, λες και επρόκειτο για ένα άριστα επιμελημένο αφιέρωμα στο ερωτικό τραγούδι ανά τον κόσμο.

Η ανδαλουσιανή νύχτα ήταν μαγική. Η θέα της Σεβίλλης από ψηλά μοναδική. Το κρασί, κερασμένο από τον μετρ, που παράτεινε το ωράριο λειτουργίας του μπαρ κατά ένα δίωρο, υπέροχο. Δεν είναι καθόλου παράξενο που, αργά τη νύχτα, η Έλενα χτυπούσε την πόρτα του δωματίου του Μάκη, φορώντας μια έξοχη μίνι φούστα και τα ολοκαίνουρια πέδιλά της.

«Ήρθα για μια χάρη. Να ακούσω άλλη μια φορά το «με την πρώτη σταγόνα της βροχής», είπε και κάθισε σταυροπόδι στο διπλό κρεβάτι.

Ο Μάκης έπαιξε όλο τον «Μεγάλο Ερωτικό». Και ύστερα, αφού ακούμπησε την κιθάρα προσεκτικά δίπλα στο κρεβάτι, τον έκανε πράξη. Ζήτησε βέβαια κι αυτός μια χάρη από την Έλενα. Να συνεχίσει να φορά τα καινούρια της πέδιλα.

Όταν τους πήρε αποκαμωμένους ο ύπνος, το πρώτο φως έπεφτε στις σκεπές της Σεβίλλης.

Τι ήταν αυτό;

Ο Μάκης άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε το ταβάνι προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει από πού προέρχονταν ο ήχος που τον ξύπνησε: ένας αλλόκοτος, έντονος ήχος, μαζί με μια κραυγή. Ταυτόχρονα, στα λίγα εκείνα κλάσματα του δευτερολέπτου, προβλήθηκαν, λες, στο ταβάνι όλες οι κιθάρες –ξένες και δικές του- που πέρασαν από τα χέρια του και τις φρόντισε με εκείνη την παροιμιώδη σχολαστικότητα. Μη τυχόν και ακουμπήσουν πουθενά, μη τυχόν και γρατσουνιστούν –για να χτυπηθούν, ούτε που περνούσε ποτέ από τη σκέψη του- μη τυχόν και τους γίνει το παραμικρό σημαδάκι…

Πατάχτηκε επάνω πανικοβλημένος. Πλάι στο κρεβάτι βογκούσε πεσμένη η Έλενα, ολόγυμνη.

Ολόγυμνη; Όχι! Φορούσε ακόμη τα πέδιλά της.

Το δεξί τακούνι ήταν καρφωμένο στο καπάκι της Ibanez, δίπλα ακριβώς στον καβαλάρη.

 

Βόλος, Χριστούγεννα 2013

Τατουάζ στον παράμεσο

 «Διαβάζετε διηγήματα;»

Η ερώτηση τον ξάφνιασε. Αργότερα σκέφτηκε ότι η σωστή λέξη είναι τον σόκαρε, αφού από εκεί και πέρα δεν θυμόταν τίποτε απολύτως από τα λόγια του ομιλητή. Είχε βρεθεί στην παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων περισσότερο από υποχρέωση. Ο συγγραφέας υπήρξε συμμαθητής του στο Γυμνάσιο -από τότε είχε να ακούσει γι’ αυτόν- αλλά κάποιοι κοινοί φίλοι τον παρακίνησαν και αποφάσισε να πάει.

«Διαβάζετε διηγήματα;»

Το ερώτημα προφανώς ρητορικό, όμως αυτός, από μέσα του, προσπάθησε να απαντήσει και του ήρθε στον νου η τελευταία φορά που έπιασε να διαβάσει μια συλλογή. Τι σου κάνει το μυαλό! Σας έχει τύχει ποτέ να τρώτε κάστανα και ένα από αυτά, ενώ δεν του φαινόταν, να είναι χαλασμένο; Προκειμένου να σας φύγει η άσχημη γεύση, πρέπει να φάτε ένα σωρό άλλα στο κατόπι, με την προϋπόθεση ότι είστε τυχεροί και θα είναι όλα γερά και νόστιμα. Διότι, αν ξανατύχει χαλασμένο και μάλιστα είναι το τελευταίο…

Ύστερα σκέφτηκε πόσο δίκιο είχαν οι παλιοί, οι σπουδαίοι διηγηματογράφοι που δεν εξέδιδαν συλλογές, αλλά δημοσίευαν περιστασιακά τα διηγήματά τους. Και αναρωτήθηκε πώς να αισθάνονταν άραγε οι τυχεροί αναγνώστες εκείνου του καιρού, που διάβαζαν ένα τέτοιο διήγημα σε κάποια εφημερίδα και μετά περίμεναν πότε θα δημοσιευτεί το επόμενο, -σε λίγες εβδομάδες; σε λίγους μήνες;- προκειμένου να νιώσουν και πάλι τη συγκίνηση και να απολαύσουν μια νέα, πολύτιμη αναγνωστική εμπειρία.

Τα σκεφτόταν όλα αυτά, ενώ η παρουσίαση προχωρούσε ερήμην του. Όταν άρχισαν να διαβάζουν κάποια αποσπάσματα, του ήρθαν στον νου τα λόγια του Γιάννη Νεγρεπόντη, από τα Μικροαστικά του Κηλαηδόνη: «Βεβαίως κάπως έπληξε, πολλές χρονολογίες, μα ευτυχώς υπήρξανε και οι απαγγελίες…»

Με τούτα και με κείνα, το χειροκρότημα τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Αγόρασε ένα αντίτυπο. Αφιέρωση: «Στον παλιό μου συμμαθητή, Γιάννης». Δεν ακολούθησε τους άλλους στην ταβέρνα, προτίμησε να γυρίσει στο σπίτι.

Τα λεξικά δεν τον βοήθησαν.

Διήγημα…

Μπαμπινιώτης: πεζογράφημα μικρής σχετικά έκτασης, το οποίο παρουσιάζει την ολοκληρωμένη αφήγηση περιστατικού ή ιστορίας

Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη: είδος πεζογραφήματος, αφήγηση που είναι συντομότερη από το μυθιστόρημα, με λίγα συνήθως πρόσωπα και υπόθεση φανταστική ή πραγματική

Κατέφυγε στις κλασικές αξίες.

Ο Δημητράκος μια από τα ίδια: Λογοτεχνικόν είδος περιέχον αφήγησιν φανταστικού ή πραγματικού γεγονότος

Ο Πάπυρος Λαρούς όμως έχει να προσθέσει κάτι πολύ ενδιαφέρον: Λογοτεχνικόν […] μπλα μπλα […] προς αισθητικήν τέρψιν του αναγνώστου!

Το ξαναδιάβασε «προς αισθητικήν τέρψιν του αναγνώστου»…

Δεν άνοιξε καθόλου το Λεξικό λογοτεχνικών όρων Αγησιλάου Ντόκα, την τελευταία του ελπίδα για κάτι περισσότερο κατατοπιστικό, παρά έπιασε το βιβλίο. Η εικόνα τού εξωφύλλου κάτι σαν ασπρόμαυρο σκίτσο με δυο χέρια κι ένα δαχτυλίδι από κουτάκι μπύρας, σε χαρτί μιλιμετρέ!

Γιάννης Νταουλτζής, Τατουάζ στον Παράμεσο (το «Παράμεσο» με κεφαλαίο, παρατήρησε) ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, momentum

Το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό ήταν το χιλιοειπωμένο «πού πας, ρε Καραμήτρο». Με τέτοιο όνομα και με τέτοιο εξώφυλλο, δεν υπήρχε περίπτωση να αγοράσει κάποιος το βιβλίο, βλέποντάς το απλώς σε μια βιτρίνα. Γι’ αυτό όμως γίνονται οι παρουσιάσεις. Γι’ αυτό υπάρχουν και οι φίλοι. Να, για παράδειγμα εκείνος.

Άνοιξε στην τύχη:

 

Ο γάμος γίνηκε στην αυλή του σχολειού, λίγα μέτρα από το πατρικό. Ο αέρας μύριζε γλέντι, γαμοπίλαφο, κοντυλιές, οφτό, βαριά χτυπήματα από στιβάνια κι ελαφρά από γυναικεία τακουνάκια, μακαρόνια στο ζουμί με ανθότυρο, και μπαρούτι από τις μπαλωθιές. Η νύφη δεν άφησε κανέναν λυράρη παραπονεμένο. Πρώτη στη σούστα, τον συρτό, τον πεντοζάλη, τον σιγανό, τον μαλεβιζιώτη. Τόσο που σε μια στροφή έσπασε, σαν χορδή από τη λύρα, το τακουνάκι του νυφιάτικου παπουτσιού. Παραπάτησε το Ουρανιό, όμως κρατήθηκε και τελείωσε τον χορό κουτσαίνοντας. Και αντίς να κωλοκάτσει, τραβήξαμε με γυμνά πόδια και την ουρά από το νυφικό στη μαοχάλη για το σπίτι των γονιώνε, μαζί με την κουμπάρα, για να αλλάξει παπούτσια και να συνεχίσει το ξεφάντωμα. Φτάνοντας με γέλια για το πάθημα στο σπίτι, δεν προσέξαμε το φως στην κρεβατοκάμαρη των γονιών και ανοίξαμε την πόρτα, αντικρίζοντας πατέρα και ξαδέρφη σε σκηνή... Ουρά νυφικού, παπούτσια και αξιοπρέπειες σωριάστηκαν στο πάτωμα. Άλαλη η πεντάδα θεατών και πρωταγωνιστών δεν έβγαλε λέξη. Μονάχα «Θεόψυχά μου» αναφώνησε το Ουρανιό. Θράψαλα έγινε το πρόσωπό της. Από την αυλή του σχολειού ο ήχος λύρας και πυροβολισμών συνεχιζόταν ανάκατα. Η πόρτα έτριξε. Το σεντόνι σκέπασε τα κορμιά. Σκηνή δεν εγίνηκε.

Η νύφη άλλαξε παπούτσια, γύρισε στο γλέντι και συνέχισε μέχρι πρωίας. Θαρρείς και πάλευε να παγουδιάσει. Τσιμουδιά εγώ. Τσιμουδιά και η κουμπάρα. Φαρμάκι η νύφη. Και πώς το λες τση μάνας;

«Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ»… (Είχε το χούι να σκέφτεται με στίχους.)

Διάβασε και δεύτερο και τρίτο απόσπασμα και μετά έπιασε το βιβλίο από την αρχή και δεν το άφησε παρά στο τέλος.

Κάθισε στον υπολογιστή. Τι κάστανα και αηδίες! Έγραψε:

Φανταστείτε ένα κουτί με εκλεκτά σοκολατάκια, που το καθένα όμως έχει διαφορετική γεύση. Αν κάνεις το λάθος και πεις «στάσου να δω πώς είναι το επόμενο», την πάτησες. Στο τέλος μπορεί να έχεις αδειάσει το κουτί, και εκείνο που θα σου μείνει είναι η αίσθηση ότι μόλις ολοκλήρωσες μια απολαυστική κατάχρηση.

Έχω την πεποίθηση πως τέτοια σοκολατάκια θα έπρεπε να πωλούνται σε ειδική, και μάλιστα πανάκριβη συσκευασία που θα περιείχε… μόνον ένα! Να το τρως και να σου μένει η γεύση στο στόμα για ώρα, η δε ανάμνησή της να κρατά μέχρι να βρεις τα χρήματα και τον χρόνο να αγοράσεις το επόμενο. Να, κάτι σαν τα παγωτά που απολαμβάναμε στα παιδικά μας χρόνια, αγορασμένα, ας πούμε από τον «Φοίνικα» ή τον «Λιόντα», και τα αριθμούσαμε ένα ένα, στην πραγματικότητα όχι για να παραβγούμε με τους άλλους, αλλά επειδή το καθένα ήταν μια μοναδική εμπειρία.

Ωραίο αυτό! Σκέφτηκε να βρει το e-mail -κάπου το είχε δει στο βιβλίο- και να το στείλει, αντίδωρο, στον Γιάννη. Ή μήπως ήταν καλύτερα να κάνει ένα μικρό κείμενο για την τοπική εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν, όχι σαν κριτικός λογοτεχνίας -πού τέτοια αξιοσύνη; αυτός για αθλητικά έγραφε- αλλά θα το έκανε με ψευδώνυμο.

Ξανάπιασε το πληκτρολόγιο:

Θέλοντας, λοιπόν, να σας μιλήσω για τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Νταουλτζή, «Τατουάζ στον Παράμεσο», το πρώτο που έχω να σας συμβουλέψω είναι αυτό. Διαβάστε τα ένα τη φορά, αργά, απολαυστικά, δίνοντας στον εαυτό σας όλον τον απαραίτητο χρόνο να χαρεί την επίγευση που αφήνει πάντοτε ένα καλογραμμένο ανάγνωσμα.

Μην την πατήσετε δηλαδή σαν εκείνους τους γευσιγνώστες που υποχρεώνονται να δοκιμάσουν δεκάδες διαφορετικά κρασιά μέσα σε λίγη ώρα, πιθανότατα πολύ σπουδαία κρασιά, από τα οποία όμως τους μένουν μόνο κάποιες σημειώσεις σε ένα φυλλάδιο γευσιγνωσίας.

Ή μη σας συμβεί αυτό που παθαίνουν όσοι τρέχουν στα φεστιβάλ κινηματογράφου και προσπαθούν να δουν όσο περισσότερες ταινίες μπορούν, και στο τέλος της ημέρας είναι δύσκολο να πουν αν τους έμεινε κάτι έστω από την τελευταία που παρακολούθησαν.

Πολύ γενικόλογα. Δεν έπρεπε να πει και κάτι για τα διηγήματα; Πώς όμως; Δεν ήξερε από πού να αρχίσει, σε τι ακριβώς να αναφερθεί…

Το βλέμμα του έπεσε στον Ντόκα. Ίσως του έδινε καμιά ιδέα. Άνοιξε στο λήμμα:

Αφηγηματικό λογοτεχνικό είδος που έχει κύρια χαρακτηριστικά τη συντομία, την απλότητα, την αμεσότητα, την ενιαία θεματική γραμμή και τον μικρό αριθμό παρουσιαζομένων προσώπων.

Να αυτό ήταν κάτι καλό για να ξεκινήσει. Τα διηγήματα του Γιάννη ήταν πράγματι έτσι. Αν θα στεκόταν κάπου ιδιαιτέρως, ήταν η αμεσότητά τους. Γι’ αυτό θα μπορούσε να γράψει αρκετά. Το σημείωσε σε ένα χαρτί και συνέχισε το διάβασμα:

Ως πρωταρχικές μορφές διηγήματος μπορούν να θεωρηθούν τα συναξάρια, οι μύθοι, τα παραμύθια. Παράλληλα, υπάρχουν ως κύρια ήδη σε λιτές μορφές του διηγήματος το ανέκδοτο, η νουβέλλα και η μπαλάντα.

Σημείωσε: συναξάρι και μπαλάντα. Πράγματι, μέσα στη συλλογή που μόλις διάβασε υπήρχαν συναξάρια αγίων… της διπλανής πόρτας, ανθρώπων που αξιώθηκαν μιας τέτοιας χάρης επειδή ποτέ κανείς τους δεν θεώρησε τον εαυτό του κάτι σπουδαίο, όπως  λέει το Ευαγγέλιο -ή μήπως το διάβασε στον Ντοστογιέφσκι; Άνθρωποι χτυπημένοι από τη μοίρα, που η τύχη τούς γύρισε την πλάτη ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε να τους χαμογελάσει, άνθρωποι που… δεν έχουν τόπο, ούτε ελπίδα, δεν θα τους κλάψει καμιά πατρίδα (-το υπογράμμισε για να ψάξει αργότερα τους ακριβείς στίχους).

Μια μαθήτρια με ειδικές, πολύ ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, ένας μετανάστης που πέθανε χωρίς να μάθει γιατί, μια γυναίκα που γλίτωσε από τον Δράκο, όχι όμως από τα χειρότερα, ένας πατέρας που αντιστάθηκε στο στενό μαρκάρισμα των χουντικών να καρφώνει τους πελάτες του, μια μάνα που άλλαξε τέσσερις φορές επίθετο…

Το σάουντρακ της ζωής τους θα ήταν σίγουρα γραμμένο από τον Μάνο Ελευθερίου. «Ποιος τη ζωή μου κυνηγά», ή… «πληρώσαν τα όνειρά τους και πάντα μετρητοίς τους πληρώσαμε κι εμείς για να μείνουν αφανείς». (Αυτό το χούι του!) Αφανείς, περιμένοντας κάποιον Γιάννη Νταουλτζή να ακούσει την ιστορία τους και να τη μεταγράψει σε διήγημα ή σε μπαλάντα των αισθήσεων, κυρίως όμως των παραισθήσεων, από εκείνες που φέρνει το πιοτό, η αρρώστια, ο μεγάλος πόνος, οι ουσίες, αλλά και ο ξαφνικός χαμός.

Έπιασε πάλι το πληκτρολόγιο και έγραψε (αργότερα θα τα τακτοποιούσε με «κόπι πάστε»):

Δίπλα στους κεντρικούς του ήρωες, ο συγγραφέας τοποθετεί ένα σωρό δευτερεύοντες αλλά πολύ αξιόλογους χαρακτήρες, τύπους που άλλοτε απλώς παρακολουθούν την ιστορία, άλλοτε τη διαμορφώνουν και άλλοτε βρίσκονται εκεί για να την αφηγηθούν στον… αφηγητή.

Αυτό το τελευταίο μπορεί να μπερδέψει, σκέφτηκε. Ξανάνοιξε τον Ντόκα:

Προϋπόθεση του διηγήματος είναι η ύπαρξη ενός αφηγητή, ο οποίος φέρνει σε άμεση επαφή τον αναγνώστη με σειρά γεγονότων ή με ένα μόνο συμβάν, που μπορεί να είναι πραγματικό ή πλάσμα της φαντασίας του. Ο αφηγητής δεν ταυτίζεται με τον συγγραφέα, αλλά είναι ένα απ’ αυτόν επινοημένο πρόσωπο, στο οποίο ο ίδιος κάθε φορά μεταμορφώνεται και σε κάθε έργο παίρνει διάφορους ρόλους.

Χειρότερο μπέρδεμα. «Ποιος, αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω, με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό;» Να κάτι που θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο αφηγητής, αλλά και ο αφηγητής τού αφηγητή… των αφηγήσεων. Διότι, ιδιαίτερα όταν προσπαθείς να φέρεις στο φως μια παλιά ιστορία, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι μόνο η μνήμη, αλλά και η μνήμη της μνήμης. Ή μήπως όλα αυτά αποτελούν ένα άλλοθι, προκειμένου να ανασυνθέσεις την ιστορία και να την πεις με δικά σου λόγια; Τελικά όμως, τι νόημα έχουν όλα αυτά για τον αναγνώστη; Εκείνο που μετράει είναι -πώς το είπαμε;- η αισθητική του τέρψις. Γι’ αυτήν ήθελε να μιλήσει. Ένιωθε την ανάγκη να το κάνει. Πώς όμως, αφού δεν είχε τα θεωρητικά εργαλεία;

Διάβασε και τις υπόλοιπες αράδες του λήμματος:

Ο ρεαλιστής διηγηματογράφος αφηγείται ό,τι ακριβώς βλέπει και αντιλαμβάνεται, γι’ αυτό εκμεταλλεύεται όλα τα μέσα της άμεσης απεικόνισης. Η τεχνική του βασίζεται στην αφαίρεση και τη δημιουργία εντυπώσεων. Παίρνει από το αντικείμενο ή το άτομο τα πιο αντιπροσωπευτικά στοιχεία και τα επεκτείνει σε παγκόσμια κλίμακα.

Ναι, αλλά πώς το κάνει; Κατάλαβε ότι δεν έχει νόημα να προσπαθεί να δει με τα μάτια άλλου. Θα έγραφε κάτι με τον δικό του τρόπο. Τι άλλο του άρεσε, τι του έκανε εντύπωση στα διηγήματα που μόλις είχε διαβάσει; Ας πούμε η γλώσσα. Δεν είναι αυτονόητο στις μέρες μας να διαβάζεις σωστά και καλογραμμένα ελληνικά. Επιπλέον, ο Γιάννης έκανε κάτι που αυτός το χάρηκε ιδιαίτερα. Χρησιμοποιούσε λέξεις παλιές, ξεχασμένες, ωστόσο αναντικατάστατες, λέξεις που και ο ίδιος πίστευε ότι έπρεπε να ακούγονται σε κάθε ευκαιρία, για να μην χαθούν και γίνουμε όλοι φτωχότεροι. Τις έγραψε στον υπολογιστή: Νταραβέρια, τερτίπια, κολάι, τσιπλάκηδες, ντεμέκ, τζαναμπέτης, μπουνταλάς, σιρμαγιά, θεριακλής, τσίγκλησε, νταβαντούρι… Με χαρά είδε ότι ο κειμενογράφος τις αναγνώριζε, εκτός από το ντεμέκ. (–Ντεμέκ διορθωτής!) έκανε προσθήκη στο λεξικό και συνέχισε.

Ήθελε να γράψει και για τον ρυθμό που χρησιμοποιούσε ο Γιάννης. Αυτό, πράγματι, έχει ενδιαφέρον, σκέφτηκε και πληκτρολόγησε: Κάθε διήγημα χαρακτηρίζεται από τον δικό του ρυθμό, που όχι μόνο καθορίζει την έκτασή του, αλλά του δίνει και… χρονική αξία. Ρυθμό άλλοτε πιο γρήγορο, άλλοτε γιαβάσικο (να μια επίσης πολύτιμη λέξη) πάντοτε όμως τον σωστό για την περίσταση, για την ανάπτυξη του θέματος και τη δράση των χαρακτήρων, λες και ο συγγραφέας γράφει με… μετρονόμο -χωρίς όμως να καταπιέζεται, ή έστω να περιορίζεται από αυτόν- ξέροντας καλά ότι ο ίδιος είναι ο κύριος της σύνθεσης.

Να έγραφε ακόμη για τη ζωντάνια των αφηγήσεων. Συνέχισε να πληκτρολογεί: Διαβάζοντας τις ιστορίες, ιδιαίτερα εκείνες που αναφέρονται στα περασμένα, λες «ήμουν κι εγώ εκεί, θυμάμαι πολύ καλά την Πινούλα, θυμάμαι τότε που ο Φώτης καρφώθηκε στα κάγκελα του Αρρένων, θυμάμαι τον Διαβήτη και τους χαρταετούς της Καθαροδευτέρας». Κι ας ήσουν πολύ μικρός για να έχεις τέτοιες μνήμες, κι ας μην έζησες ποτέ στη Δράμα, κι ας ξέρεις πως τίποτε από αυτά δεν έγινε ή δεν έγινε έτσι ακριβώς που το αφηγείται ο Γιάννης…

Αλλά και οι άλλες, οι πιο σύγχρονες ιστορίες, τόσο αληθοφανείς ακόμη και στις στιγμές της υπερβολής τους –υπερβολής που τους δίνουν νόημα και λόγο ύπαρξης- που λες και τις μαθαίνεις από τα δελτία ειδήσεων, κι αν δεν ήταν το λογοτεχνικό χάρισμα του Γιάννη, θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποτέλεσμα ρεπορτάζ.

Το λογοτεχνικό χάρισμα; Τι ακριβώς είναι αυτό; Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα; Είναι αυτό που φανερώνουν λόγια όπως «Πέτρινα χρόνια. Όπου εξουσία και δύναμη είχαν οι σκιές και το χαμόγελο σκυφτό μέσα στα σπίτια». Ή «Παίζαμε μπάσκετ όταν ήρθαν. Ξαφνικά σαν θρέμματα από σκοτάδι. Σαν να ξερνάει η ομίχλη του Κάρπεντερ νεκροζώντανους. Να χύσουν αίμα, να μη μολύνει το δικό τους. Καθάρματα, αναζητούν να καθάρουνε να εξαγνίσουν δικά τους απωθημένα και ελλείμματα. Ογκώδη σώματα. Χτισμένα στα γυμναστήρια και τις, οργανωμένες από το κόμμα, εξάσκησης παλαίστρες. Όγκοι κακοήθεις σε πόρτες σκυλάδικων».

 

Ξαναδιάβασε όσα έγραψε. Κοίταξε και τον μετρητή λέξεων και σκέφτηκε πως ήταν υπεραρκετές για ένα δημοσίευμα στην εφημερίδα. Θεώρησε πως ίσως αυτό δεν θα ήταν πλήρες, αν δεν έγραφε κάτι για το χιούμορ του Γιάννη, χιούμορ που το θυμόταν από τα μαθητικά τους χρόνια, τώρα όμως καταφανέστατα τροχισμένο στη μακροχρόνια θητεία του στα κόμιξ και στον κινηματογράφο, από τον Ρεζέρ και τον Αρκά, μέχρι τον Γούντι Άλεν και τον Μπλέικ Έντουαρτς, τις μεγάλες του αγάπες, όπως αναφέρθηκε και στο βιογραφικό του κατά την παρουσίαση. Η σκηνή του γάμου από το «s.m.s.», για παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι μια σκηνή από «Το πάρτι», με τον Πίτερ Σέλερς στο ρόλο του δανεικού μπάτλερ. Αποφάσισε να μην γράψει τίποτε. Ούτε γι’ αυτό, ούτε για τις καλοδουλεμένες λεπτομέρειες στη σύνθεση της πλοκής, τόσο που παρέπεμπαν σε αστυνομική λογοτεχνία και αντίστοιχες ταινίες.

Ολοκλήρωσε το κείμενό του, το ξαναδιάβασε, έκανε κάποιες μικροδιορθώσεις, έβαλε ένα ψευδώνυμο για υπογραφή, το τύπωσε και, «κοντά στα ξημερώματα», το έριξε στο γραμματοκιβώτιο της εφημερίδας.

Μάταια περίμενε τη δημοσίευση τις επόμενες μέρες. Το κείμενο άφαντο.

Στο τέλος της χρονιάς, στο «περιοδικό λόγου και τέχνης» που κυκλοφορούσε στην πόλη τους, είδε δημοσιευμένη από γνωστό συνταξιούχο φιλόλογο, έκτακτο συνεργάτη τής εφημερίδας στα πολιτιστικά, μία κριτική με τίτλο «σοκολατάκια και κάστανα». Δεν χρειάστηκε να διαβάσει παραπάνω από δυο αράδες…

 

Για την αντιγραφή

Δ. Λ. Κ.

Κείμενο για την παρουσίαση του βιβλίου διηγημάτων 

"Τατουάζ στον Παράμεσο" του Γιάννη Νταουλτζή.

Δράμα, «Παλιό Ρολόι», 7 Αυγούστου 2019

Στο έλεος των αλγορίθμων

 Όχι, δεν ήταν «γαμίκουλας»!

Και μόνο το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε αυτόν τον όρο για να περιγράψει όλους εκείνους με τις πολυάριθμες ερωτικές περιπέτειες, που «πυροβολούσαν ό,τι πετάει», έλεγε πολλά για τη στάση του απέναντι στο ζήτημα. Για να είμαστε μάλιστα ακριβείς, ως «γαμίκουλες» χαρακτήριζε όχι τόσο εκείνους που απλώς… πετούσαν «από κανάρα σε κανάρα», σύμφωνα με το δημοφιλές άσμα του συμπατριώτη του Χρηστάκη, αλλά κυρίως όσους καμάρωναν για τα κατορθώματά τους αυτά. Πιο συγκεκριμένα όλους εκείνους που είχαν τη συνήθεια –εμετική για τα δικά του γούστα- να διηγούνται ακόμη και… αυστηρώς ακατάλληλες λεπτομέρειες από τις σχέσεις τους με το άλλο φύλο.

Ο ίδιος δεν το έκανε ποτέ. Θέλετε από σεβασμό προς τις, κατά καιρούς, συντρόφους του, θέλετε από σεβασμό προς τον εαυτό του, οι ερωτικές του σχέσεις, και δη οι ιδιαίτερες στιγμές αυτών, παρέμεναν απολύτως προσωπικές. Όχι, δηλαδή, ότι θα είχε να διηγηθεί «σημεία και τέρατα»˙ οι γυναίκες που υπήρξαν ερωτικές του σύντροφοι ήταν… «ευάριθμες». (Του άρεσε να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο επίθετο, όποτε η συζήτηση το απαιτούσε, διότι έτσι και ειλικρινής ήταν και τους συνομιλητές του παραπλανούσε, όσους τουλάχιστον θεωρούσαν, εσφαλμένα, ότι ευάριθμες σημαίνει σε μεγάλο αριθμό.)

Βεβαίως, δεν του έλειψαν οι περιπέτειες, ιδίως την εποχή που ήταν ακόμη νέος και, οπωσδήποτε, πριν γνωρίσει τη Χαρούλα, τη μετέπειτα σύζυγό του, με την οποία «έκλεισε σαν άντρας». Μια μεγαλύτερή του γειτονοπούλα, πολύ έμπειρη για την εποχή εκείνη, τον μύησε στα πρώτα μυστικά. Αργότερα, στα χρόνια του πανεπιστημίου, υπήρξαν καναδυό συμφοιτήτριές του, συντροφιά με τις οποίες -όχι μαζί, με την καθεμιά χωριστά- προσπάθησε να εξερευνήσει τον θαυμαστό κόσμο του έρωτα. Οι ορίζοντές του διευρύνθηκαν το επόμενο διάστημα, πάντοτε όμως με συντρόφους πολύ προσεκτικά επιλεγμένες, όχι από μια ελιτίστικη νοοτροπία, αλλά με κριτήριο «αυτό το κάτι άλλο», ενίοτε απροσδιόριστο και ακαθόριστο, που έπρεπε να το διακρίνει, να του κάνει «κλικ», για να προχωρήσει. Πράγμα που τελικά οδήγησε και στον σχετικά περιορισμένο αριθμό των ερωτικών του συντρόφων. (Καμιά φορά σκεφτόταν ότι αυτό μπορούσε να ερμηνευτεί και από το γεγονός ότι ήταν εκείνες που έκαναν το πρώτο βήμα, που τον επέλεγαν, όμως τέτοιες σκέψεις τις απωθούσε γρήγορα.)

Αξιολογώντας αντικειμενικά τον εαυτό του, θα έλεγε ότι υπήρξε και επιτυχημένος, με τη σημασία τού ικανός, εραστής -οπωσδήποτε πάνω από τον μέσο όρο- κρίνοντας πάντα όχι από την ποσότητα, αλλά από την ποιότητα των ερωτικών του επιδόσεων. Και αυτό διότι την απουσία μεγάλης εμπειρίας ερχόταν να αναπληρώσει η μελέτη, όχι βέβαια με την έννοια που έδωσε ο Γούντι Άλλεν όταν είπε «είμαι καλός εραστής, διότι προπονούμαι πολύ μόνος μου». Αυτός μελετούσε στην κυριολεξία, αφού τη βιβλιοθήκη του κοσμούσε μια τεράστια συλλογή από ερωτικά κόμιξ, με κορωνίδα τα άπαντα του Milo Manara, από τις πρώτες εκδόσεις της «Βαβέλ» και του «Λιβάνη», μέχρι τις πιο πρόσφατες από τη «γνώση». Και κοντά σ’ αυτά, όχι μόνο ολόκληρη η σειρά από τις «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ», «ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ» και «ARS LONGA», ή τα «Ερωτικά Κόμιξ» από τις εκδόσεις «YES MASTER», αλλά και μερικά πιο ψεγμένα βιβλία, όπως «Τα βρόμικα κόμιξ» από την «ΑΓΡΑ» και, φυσικά, ο σημαντικός τόμος «erotica universalis (from Pompeii to Picasso)» με περισσότερα από πεντακόσια πενήντα έργα… αυστηρώς ακατάλληλα.

Την εποπτεία του στο θέμα ολοκλήρωνε μια αξιοσημείωτη ταινιοθήκη με ταινίες -όχι τσόντες, ποτέ τέτοιο πράγμα- που περιείχαν μερικές από τις πιο διάσημες ερωτικές σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου, από την «Αυτοκρατορία των Αισθήσεων» και «Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι», μέχρι την «Έξαψη», το «Μετά τα μεσάνυχτα», το «Μοιραίο πάθος», τις «9 ½ εβδομάδες»… (περιοριζόταν αυστηρά σε παραγωγές του περασμένου αιώνα).

 

 

«Γαμίκουλας» δεν ήταν. Τότε, πώς έγινε κι έφτασε στο σημείο να διηγείται, επί δύο ώρες, ερωτικές του περιπέτειες και μάλιστα σε έναν άγνωστο;

Έγινε. Όπως γίνεται καμιά φορά και τα φέρνει έτσι η ώρα που να μεταμορφώνεται κανείς σε κάτι τελείως αντίθετο από εκείνο που πραγματικά είναι. Που να λέει ή να κάνει πράγματα αδιανόητα γι’ αυτόν. Ήταν βλέπετε και το ποτό…

Αυτός κανονικά δεν έπινε. Στο πρώτο ποτηράκι σταματούσε, από φόβο μήπως ξαναβρεθεί στην ίδια κατάσταση όπως εκείνη τη φορά που συνέχισε σε δεύτερο, και ύστερα σε τρίτο, για να φτάσει να απαγγέλει από μνήμης μπροστά στους κατάπληκτους, αλλά καθόλου σοκαρισμένους -ας όψεται το ποτό- θαμώνες του μπαρ ολόκληρες παραγράφους από τον Μεγάλο Ανατολικό. (Ποτέ δεν κατάλαβε -ούτε το συζήτησαν ποτέ- αν η Χαρούλα σηκώθηκε τότε και έφυγε τρέχοντας σοκαρισμένη από τα χειροκροτήματα του «κοινού», ή από το γεγονός ότι ανακάλυπτε, και μάλιστα μπροστά σε τόσο κόσμο, μια άλλη, άγνωστη για εκείνη, πλευρά του.)

Δεν έπινε, αλλά ήπιε. Δεν το κατάλαβε πώς. Η φοβία του για τα αεροπλάνα γενικώς, και το άγχος του για τη συγκεκριμένη πτήση –δυόμιση ώρες κλεισμένος σε δέκα χιλιάδες πόδια- τον έκαναν να αναζητήσει βοήθεια στο ποτό. Κανονικά δεν θα έπαιρνε αεροπλάνο. Κανονικά θα επέστρεφε όπως πήγε, με το λεωφορείο -είχε βγάλει και εισιτήριο μετ’ επιστροφής- όμως το επείγον του πράγματος -ο αιφνίδιος θάνατος συγγενούς της Χαρούλας- τον ανάγκασε να μπει σ’ αυτή τη δοκιμασία. 

Τρία; Μπορεί και τέσσερα ουισκάκια από το μπαρ του αεροδρομίου και τα χεράκια της αεροσυνοδού ήταν αρκετά. Όμως άλλο ήταν το «κινούν αίτιο».

Ξεκίνησε να διαβάζει στο διαδίκτυο ένα κείμενο του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου: «Κώστας Αξελός: ο εντυπωσιασμός ως κινούν αίτιο». Το ανέβασε και στο φέισμπουκ για να το δουν οι λιγοστοί φίλοι του -τέτοιου είδους επικοινωνία ήταν και ο μόνος λόγος που συμμετείχε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. (Σε αντίθεση με τη Χαρούλα που ξημεροβραδιαζόταν στο φέισμπουκ «επικοινωνώντας», όπως ισχυριζόταν, με τους χιλιάδες φίλους της ανά την Ελλάδα και τον κόσμο, που ανέβαζαν οτιδήποτε έκαναν ή υπέπεπτε στην αντίληψή τους.)

Το «κινούν αίτιο» ήταν εκείνος ο «γαμίκουλας» που έτυχε να κάθεται δίπλα του -ξέχασε και το όνομά του- ο οποίος ξεκίνησε, άγνωστο πώς, μια κουβέντα για ερωτικές περιπέτειες. Ένας άξεστος επαρχιώτης που το είχε για καμάρι να «καμακώνει» διάφορες γυναίκες που βρισκόταν στο πέρασμά του και μετά να περιγράφει σε γνωστούς και αγνώστους τα κατορθώματά του. Ο οποίος, αφού πρώτα τον ρώτησε αν ήταν παντρεμένος και εξέφρασε τον οίκτο του γι’ αυτό, πήρε φόρα.

Δεν τον άφησε όμως να κάνει παιχνίδι. Στην πρώτη ευκαιρία άρπαξε τον λόγο και, πάντα με τη βοήθεια του ποτού, άρχισε να αναπτύσσει στον εμβρόντητο «γαμίκουλα» μια ατέλειωτη σειρά ερωτικών περιπετειών, όλες εμπνευσμένες από την πολυετή μελέτη του πάνω στο αντικείμενο.

Ξεκίνησε με μια σκηνή σε απομονωμένο βενζινάδικο («ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές») και αφού «πέρασε» από μια νυμφομανή σύζυγο πλουσίου που το έκανε οπουδήποτε («το κουμπί της»), από κάποια Σπανιόλα που του ζητούσε να φοράει τη μάσκα ενός ταύρου («ex libris eroticis»), από την ξανθιά Αμερικάνα που τον προκάλεσε αλλάζοντας αποκαλυπτικότατα σταυροπόδι («βασικό ένστικτο»), από… από… κατέληξε, λίγο πριν από την προσγείωση, σε μια συντροφιά από ακόρεστες Ανατολίτισσες που τον έφεραν στα όρια της κατάρρευσης και επιβίωσε χάρη στη βοήθεια μιας πανάρχαιας συνταγής (τα 110 χάπια»).

Το αεροπλάνο τροχιοδρόμησε, ακινητοποιήθηκε, εκείνος σηκώθηκε, πήρε την τσάντα του και τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι τα κατορθώματά του, τα οποία ο «γαμίκουλας» έχαψε με ανοιχτό το στόμα, ίσως τα άκουγαν και άλλοι μέσα στο αεροπλάνο. Δεν διέκρινε όμως τίποτε περίεργα βλέμματα και θυμήθηκε ότι τα δυο νέα κορίτσια που καθόταν μπροστά τους περνούσαν την ώρα τους τραβώντας συνεχώς σέλφι.

Βγήκε από το αεροδρόμιο, πήρε ταξί και τηλεφώνησε στη Χαρούλα. «Ο συνδρομητής που καλείτε έχει πιθανόν…». Στη διαδρομή έπεσαν σε κίνηση. Καθυστερούσαν. Ο ταξιτζής έβρισε τις πορείες, έβρισε τους μαραθώνιους, έβρισε τους ΙΧήδες, έβρισε τους πρόσφυγες… Σε όλες τις επόμενες κλήσεις του η φωνή τού απαντούσε τα ίδια· «…έχει πιθανόν…».

 

 

Έφτασε στο σπίτι μετά από ώρα. Η Χαρούλα πουθενά. Είχαν συμφωνήσει ότι θα τον περίμενε να πάνε μαζί στην κηδεία. Ξανατηλεφώνησε. Τα ίδια. Έψαξε για κάποιο σημείωμα. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας ήταν ανοιχτό το λάπτοπ στο φέισμπουκ της Χαρούλας. Πλησίασε. Σε μια φωτογραφία τύπου σέλφι, ο ίδιος, μέσα στο αεροπλάνο. Από κάτω ένα κείμενο: «Εάν αυτός ο γαμίκουλας είναι ο άντρας σου, να ξέρεις ότι ταξίδευα μαζί του για δύο ώρες από τη Γερμανία ακούγοντάς τον να κοκορεύεται στον φίλο του για τις πολυάριθμες παράλληλες σχέσεις του και για το πόσο χαζή είναι η γυναίκα του που δεν έχει αντιληφθεί κάτι. Παρακαλώ κοινοποιήστε».

Η ανάρτηση είχε αρκετές χιλιάδες κοινοποιήσεις!

Βόλος, Πρωτοχρονιά 2020

 

Όλα για το παιδί

 Όχι, θα τους χάριζε!

Χτύπησε δυνατά την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου της, άνοιξε εκείνη του οδηγού, κάθισε στη θέση και έκλεισε. Στο μεταξύ, ο Ιάσονας έβγαλε τη ζώνη, πέρασε από πίσω στη θέση του συνοδηγού και άνοιγε ήδη το ραδιόφωνο. Τον κοίταξε αυστηρά, ήταν όμως εκείνη τη στιγμή πολύ ταραγμένη για να μαλώσει μαζί του. Έτσι κι αλλιώς, στο τέλος θα γινόταν πάλι το δικό του – ποτέ δεν κατάφερε να του επιβληθεί σ’ αυτό το θέμα. Όπως και σε κανένα άλλο! Περιόρισε την αντίδρασή της στο να κλείσει το ραδιόφωνο και γύρισε νευρικά τον διακόπτη. Εξάλλου, κρυφά μέσα της, καμάρωνε που ο γιος της, «παλικαράκι» πια έξι ετών, καθόταν «μπροστά». Κατά βάθος ήταν πολύ ευχαριστημένη. Γύρισε και τον κοίταξε, χαμογέλασε και του ανακάτεψε τα μαλλιά. Ο Ιάσονας. Γι’ αυτόν δεν είχαν γίνει όλα;

Είχε ξεκινήσει από το σπίτι της αποφασισμένη να μην το αφήσει να περάσει. Από τη στιγμή που διάβασε την πρόσκληση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων, «πήρε ανάποδες». Μπορεί σε άλλες συγκεντρώσεις να μην πήγαινε, όμως αυτή τη φορά θα ήταν εκεί και θα έδινε τη μάχη για το παιδί της, τον μονάκριβό της Ιάσονα.

«Φοίτηση παιδιών προσφύγων στο σχολείο μας», ήταν το θέμα της πρόσκλησης. Ούτε καν «πιθανή»! Το είχαν δηλαδή δεδομένο. Καλά, αυτός ο πρόεδρος κοιμόταν όρθιος, έπρεπε να φτάσει ο κόμπος στο χτένι για να αποφασίσει να καλέσει γενική συνέλευση. Τόσον καιρό τώρα βούιζαν τα Μέσα Ενημέρωσης. Τα προσφυγόπουλα θα φοιτήσουν σε σχολεία των περιοχών όπου βρίσκονται τα Κέντρα Υποδοχής και Φιλοξενίας. Σε άλλα μέρη οι γονείς είχαν ήδη ξεσηκωθεί. Είχαν πάρει αποφάσεις. Είχαν συντάξει επιστολές. Είχαν ξεκινήσει κινητοποιήσεις. Κι εδώ, αν δεν ήταν αυτή να τους ταρακουνήσει, να τηλεφωνήσει σε άλλους γονείς, να το κάνει θέμα στο φέισμπουκ, ακόμα θα περίμεναν.

Προσφυγόπουλα στο σχολείο ΤΟΥΣ! Στις ίδιες αίθουσες, στα ίδια θρανία, στην ίδια αυλή, στις ίδιες τουαλέτες με τα δικά τους παιδιά! Με τον δικό της Ιάσονα; Αυτό πήγαινε πολύ. Δεν τον μεγάλωσε αυτή με τόση προσοχή, με τόση φροντίδα, για να τον κάνει τώρα συμμαθητή του πρώτου τυχόντα πρόσφυγα…

Από τη στιγμή που έμεινε έγκυος ένας ήταν ο σκοπός της ζωής της. Η γέννηση και η ανατροφή του παιδιού της με τους όρους που θα καθόριζε εκείνη. Τρεις διαφορετικοί γυναικολόγοι παρακολουθούσαν την εγκυμοσύνη της, παρ’ όλο που ήταν απολύτως φυσιολογική. Και, όταν ήρθε ο καιρός να γεννήσει –με καισαρική, εννοείται, για να έχει τον πλήρη έλεγχο–, έδωσε ραντεβού και με τους τρεις σε διαφορετικές κλινικές. Την τελευταία στιγμή επέλεξε την πιο ακριβή.

Ο Ιάσονας, όνομα στο οποίο κατέληξε μετά από πολύ ψάξιμο –σιγά μην τον έλεγε Απόστολο όπως τον πεθερό της–, μεγάλωνε με τα καλύτερα. Τρεφόνταν μόνο με βιολογικά προϊόντα, ντυνόταν μόνο με μονόχρωμα βαμβακερά ρούχα επιλεγμένων εταιρειών, έπαιζε μόνο με ξύλινα «οικολογικά» παιχνίδια… Εννοείται πως έκανε και ομοιοπαθητική. Όσο για τις παρέες του, είχε πάντοτε τον νου της, ώστε αυτές να βρίσκονται έξω από την «πολλή συνάφεια του κόσμου» και μακριά από τις «πολλές κινήσεις κι ομιλίες». Παραδόξως, όπως έλεγε ο πατέρας του, καθώς μεγάλωνε, γινόταν ένα φυσιολογικό παιδί.

Το πράγμα όμως δεν ήταν καθόλου παράδοξο, αντίθετα μπορούσε να ερμηνευτεί πολύ καλά. Διότι, μόλις ο Ιάσονας άρχισε να αντιλαμβάνεται την αδυναμία της μαμάς του στο πρόσωπό του –ο πατέρας απουσίαζε μονίμως για δουλειές–, ξεκίνησε ένας άνισος αγώνας. Από τη μια οι αρχές και τα πρέπει της μητέρας και από την άλλη εκείνο το ακατανίκητο… «αφού το θέλει το παιδί». Το αποτέλεσμα της μάχης αυτής ήταν να μπουν στη ζωή του Ιάσονα πράγματα ανήκουστα, όπως ο γύρος με πίτα και τα παγωτά, τα φωσφορίζοντα ποδοσφαιρικά παπούτσια, τα τάμπλετ και, μόλις πήγε στην Α΄ τάξη το «δικαίωμα» να κάθεται στη θέση του συνοδηγού.

Δυστυχώς, στην πόλη που τους όρισε η (κακιά τους) μοίρα να μένουν, δεν υπήρχαν ιδιωτικά σχολεία. Εκείνη όμως το έψαξε πολύ. Και προτίμησε να τη διασχίζει από άκρη σε άκρη, προκειμένου ο Ιάσονας να φοιτήσει σε εκείνο που κάλυπτε, κατά το δυνατόν, τις προδιαγραφές της. Παιδιά από «καλές οικογένειες» και δάσκαλοι «ψαγμένοι», έτσι της το σύστησαν. Πού να το φανταζόταν ότι σ’ εκείνη τη μεριά της πόλης, σε ένα εγκαταλελειμμένο οικοτροφείο, κάποιοι φωστήρες της τοπικής εξουσίας θα στέγαζαν τους πρόσφυγες;

Στη συνέλευση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων πήγε καλά διαβασμένη. Είχε μελετήσει όλα τα επιχειρήματα των αυτόκλητων «προστατών» –εθελοντές τους έλεγαν αλλά αυτή δεν τα έτρωγε κάτι τέτοια–, που κάνουν τους καλούς και χτίζουν καριέρες με… τα παιδιά των άλλων. Είχε μάθει απ’ έξω και τις μακροσκελείς επιστολές που έστειλαν άλλοι σύλλογοι γονέων στους αρμόδιους φορείς και τις οποίες τα –κατά τα άλλα αποκαλυπτικά– Μέσα είχαν αποσιωπήσει. Εκείνη όμως έψαξε στο διαδίκτυο και τις βρήκε, για να τις τρίψει στη μούρη όσων, ελαφρά τη καρδία, βιάστηκαν να χαρακτηρίσουν ξενοφοβικές και ρατσιστικές τις κινήσεις γονέων που κάνουν το αυτονόητο: ενδιαφέρονται και ανησυχούν για τα παιδιά τους.

Σκόπευε να πάρει τον λόγο προς το τέλος, γιατί ήθελε να ανασκευάσει όλα τα επιχειρήματα που θα ακούγονταν υπέρ της φοίτησης των προσφυγόπουλων στο σχολείο ΤΟΥΣ, περισσότερο όμως γιατί ήταν βέβαιη πως… «με την τοποθέτησή της θα έπαιρνε τη συνέλευση». Η φράση τής ήρθε απρόσμενα στο νου και της θύμισε τα φοιτητικά της χρόνια, όταν το όνομά της στα αμφιθέατρα ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλων των συντηρητικών αλλά και των αναθεωρητών συμφοιτητών της. Ωραία χρόνια! Αξέχαστα!

«Αξιότιμε, κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί γονείς και κηδεμόνες του σχολείου ΜΑΣ…»

Είπε, είπε, και τι δεν είπε! Ξεκαθάρισε από την αρχή ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τους χαρακτηρίσει ξενοφοβικούς, διότι, αν και στο σχολείο, μαζί με τα δικά τους παιδιά, φοιτούν «και Αλβανάκια και Ρωσάκια και τσιγγανόπαιδες, ούτε ένας γονιός διαμαρτυρήθηκε». Τώρα όμως μιλάμε για μια τελείως διαφορετική κατάσταση.

Πρώτα πρώτα αναφέρθηκε στην ύποπτη στάση των αρμόδιων φορέων, που δεν λένε ξεκάθαρα τι ακριβώς σχεδιάζουν να κάνουν. «Ακούγεται πως θα είναι λίγα παιδιά. Και αν αύριο έρθουν περισσότερα και γεμίσει το σχολείο; Εμείς θα λύσουμε το πρόβλημα της εκπαίδευσης των προσφύγων; Που δεν είναι όλοι πρόσφυγες, αλλά λέμε τώρα».

Έπειτα μίλησε για τον κίνδυνο από τις αρρώστιες. «Πότε θα προλαβαίνουν οι καθαρίστριες να καθαρίζουν και να απολυμαίνουν τον χώρο; Και, καλά, τις τουαλέτες ας πούμε ότι θα τις προσέχουν. Μη μου πείτε όμως ότι θα απολυμαίνουν και τα πληκτρολόγια που θα τα πιάνουν τα παιδιά μας με τα χέρια τους!».

Περισσότερο όμως στάθηκε στον κίνδυνο… ψυχολογικής μόλυνσης που απειλούσε τα παιδιά τους. «Ξέρετε τι σημαίνει να έχεις μεγαλώσει μέσα στον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και τις μάχες; Αυτή τη βία κουβαλούν μέσα τους τα παιδιά των προσφύγων και αυτή τη βία θα μεταφέρουν στο σχολείο ΜΑΣ».

Ήξερε ότι στο σημείο αυτό έπρεπε να προλάβει τις αντιρρήσεις εκείνων που θα υποστήριζαν ότι και πριν από χρόνια είχαν φιλοξενηθεί στην περιοχή παιδιά από τον πόλεμο στη Σερβία, όμως κάθε άλλο παρά προβλήματα δημιούργησαν. «Δεν είναι καθόλου το ίδιο. Εδώ μιλάμε για μια εντελώς διαφορετική κουλτούρα, για ανθρώπους που ζουν σε κοινωνίες με εντελώς διαφορετικές αξίες, αν δεχτούμε ότι έχουν κάποιες αξίες».

Δεν δίστασε ούτε στιγμή να αφήσει υπονοούμενα βασισμένα σε φήμες που κυκλοφορούσαν ευρέως στο διαδίκτυο: «Και τι θα γίνει με τις εικόνες των τάξεων; Θα μας υποχρεώσουν κι εδώ να τις κατεβάσουμε για να μην προκαλούν; Θα κάνουν τα παιδιά μας πρωινή προσευχή ή κι αυτή θα καταργηθεί, προκειμένου να φανούμε περισσότερο φιλόξενοι; Και η σημαία; Θα ακούσατε πως απαγορεύεται να κυματίζει στους καταυλισμούς τους».

Τα είχε σχεδιάσει έτσι, ώστε τα επιχειρήματά της να παρουσιάζονται ολοένα πιο ισχυρά και περισσότερο πειστικά. Μπορεί να κοιμήθηκε σχεδόν πρωί, προκειμένου να τα σκεφτεί ένα ένα και να τα βάλει σε μια σειρά, όμως άξιζε τον κόπο. Το έβλεπε στα μάτια των ακροατών της, καθώς την παρακολουθούσαν με απόλυτη ησυχία να επιχειρηματολογεί με άνεση και ακρίβεια ρήτορα.

«Τέλος, θα μας πουν κάποιοι πως πρόκειται απλώς για παιδάκια και πως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τους στερήσει την πρόσβαση στη μάθηση. Ε, λοιπόν, όχι! Δεν δέχομαι ότι μιλάμε για παιδιά, όταν αυτά ζώνονται εκρηκτικά και πηγαίνουν να σκορπίσουν το θάνατο σε αθώους ανθρώπους. Και, εν πάση περιπτώσει, κανείς δεν τους αρνείται τη γνώση. Υπάρχουν ένα σωρό μέρη, τόσα κλειστά σχολεία, όπου μπορούν να λειτουργήσουν οι τάξεις στις οποίες θα φοιτήσουν. Εδώ πάντως, μαζί με τα δικά μας τα παιδιά, όχι. Δεν θα το επιτρέψουμε».

Κάποιοι ξέσπασαν σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα, άλλοι ακολούθησαν κάπως διστακτικά, μερικοί κουνούσαν επιδοκιμαστικά το κεφάλι και υπήρξαν και ορισμένοι –τους είχε επισημάνει από την αρχή– που σηκώθηκαν και έφυγαν από την αίθουσα. Καλύτερα. Έτσι μπόρεσε να υπαγορεύσει την απόφαση, η οποία πέρασε χωρίς καμιά αντίθετη ψήφο: προειδοποιητική επιστολή σε έντονο ύφος προς όλους όσοι αποφασίζουν –την είχε ήδη συντάξει από το σπίτι της– και κατάληψη του σχολείου, σε περίπτωση που γίνει κάποια κίνηση, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι δικές τους θέσεις.

Όχι, θα τους χάριζε!

Ξεκίνησε με πολλά γκάζια. Καθώς έφτανε στη διασταύρωση, χτύπησε το κινητό της. Ο Πρόεδρος. Τι ήθελε πάλι αυτός ο άχρηστος; Πέρασε το δάχτυλό της από την οθόνη για να μιλήσει, όμως το τηλέφωνο συνέχισε να χτυπά. Ξαναπροσπάθησε. Το ίδιο. Δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει. Δεν κατάλαβε ούτε πώς πέρασε το STOP. Είδε τη νταλίκα να έρχεται από δεξιά. Θεέ μου, το παιδί!

‡‡

Τινάχτηκε από το κρεβάτι μούσκεμα στον ιδρώτα. Το κινητό στο κομοδίνο συνέχιζε να χτυπά. Ο μαλάκας ο Πρόεδρος. Τι θέλει πρωί πρωί και τη ζαλίζει; Ας τα βγάλει πέρα μόνος του. Έφταιξε βέβαια κι αυτή που του υποσχέθηκε ότι θα πάει στη συνέλευση και θα τον βοηθήσει να βγει μια απόφαση που θα προστάτευε το σχολείο… τους. Γι’ αυτό και ξενύχτησε να ψάχνει επιχειρήματα και να σκαρώνει αγορεύσεις.

 

Τώρα όμως είχε άλλα πράγματα να σκεφτεί για τη ζωή της.

Και για το παιδί.

Δ. Λ. Κ.

10-12 W/m2 *

 «Ψιτ! Ψιτ!»

Άκουσε καλά;

Ασφαλώς!

Ανέκαθεν άκουγε πολύ καλά.

Από μικρό παιδί. Είχε αυτή την ικανότητα, όχι μόνο να αντιλαμβάνεται το παραμικρό θρόισμα, τον πλέον ανεπαίσθητο ψίθυρο, αλλά να μπορεί και να αναγνωρίζει τους διάφορους ήχους και να σου λέει αμέσως την πηγή από την οποία προέρχονταν.

Στο σχολείο, δεν ήταν λίγες οι φορές που αξιοποίησε αυτό του το χάρισμα, ακούγοντας -μόνος αυτός- τον Βασίλη, αριστούχο μαθητή που στις εξετάσεις καθόταν μονίμως πίσω του, να του υπαγορεύει κάποιες απαντήσεις.

Στον άτυπο διαγωνισμό που έκαναν κατά την επίσκεψή τους στην Επίδαυρο, ήταν ο μόνος που κατάφερε να ξεχωρίσει και να επαναλάβει τα λόγια του καθηγητή τους, ο οποίος διάβαζε όλο και πιο χαμηλόφωνα ένα αρχαίο κείμενο από την ορχήστρα του θεάτρου, ενώ οι μαθητές τον άκουγαν καθισμένοι ψηλά στο άνω διάζωμα. Η πιο σκληρή αντίπαλος, η Αντιγόνη, η μόνη που κατάφερε να τον ανταγωνιστεί, αποδείχθηκε ότι, από ένα σημείο και έπειτα, απλώς μάντευε το κείμενο που έτυχε να γνωρίζει απ’ έξω.

Στα φοιτητικά του χρόνια, πήρε μέρος σε γνωστό, δημοφιλές τηλεπαιχνίδι και κέρδισε «ένα ταξίδι για δύο στην Κέρκυρα», καθώς και τον θαυμασμό όλων, όταν απάντησε σωστά πως ο παράξενος ήχος που του ζήτησαν να αναγνωρίσει προέρχονταν από φιτίλι καντηλιού που ετοιμάζεται να σβήσει. «Άκουσα στο βάθος, αμυδρά, τον ήχο μιας καμπάνας κι έτσι τα συνδύασα», είπε  αφήνοντας κατάπληκτη την παρουσιάστρια.

Βέβαια, αυτό του το χάρισμα συχνά καταντούσε βασανιστικό, όταν, ευρισκόμενος σε δημόσιο χώρο, δυσκολευόταν τρομερά να συγκεντρωθεί σ’ αυτό που διάβαζε ή και στα λόγια του συνομιλητή του. Τίποτε, από τη μουσική που έπαιζε από τα ηχεία, μέχρι τις κουβέντες των παρακαθήμενων ή των περαστικών, δεν περνούσε απαρατήρητο. Άλλοτε όμως γινόταν και ένας ευχάριστος τρόπος να σκοτώνει την ώρα του, καθώς μπορούσε, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, να ακούσει οποιαδήποτε «ενδιαφέρουσα», χαμηλόφωνη συζήτηση που διεξάγονταν κοντά του.

Όταν διορίστηκε καθηγητής, αξιοποίησε την οξύτατη ακοή του στο να επιβάλλει απόλυτη ησυχία στη διάρκεια των μαθημάτων του, αφού οι μαθητές του συνειδητοποιούσαν από την πρώτη στιγμή ότι ο παραμικρός ψίθυρος γινόταν αντιληπτός και ήταν απαράδεκτος. Μία δύο άμεσες, αυστηρές παρατηρήσεις, σε συνδυασμό με το φύσει απόμακρο ύφος του, αρκούσαν για να μετατρέψουν, άπαξ και διά παντός, την αίθουσα διδασκαλίας σε «εκκλησία».

Η… επιτυχία του αυτή, αληθινό κατόρθωμα σε σχέση με τη γενική εικόνα που επικρατούσε στο Γυμνάσιο, τον έκανε να θεωρεί τον εαυτό του εξαιρετικό καθηγητή. Εξάλλου, και ο Παπαλεξόπουλος, ο αείμνηστος δικός του καθηγητής, τον οποίο είχε ως πρότυπο, διακρίνονταν, μεταξύ άλλων, για την επιβολή απόλυτης ησυχίας κατά διάρκεια των θρυλικών παραδόσεών του.

Την υψηλή αυτή επαγγελματική αυτοεκτίμηση ερχόταν να ενισχύσει το γεγονός ότι δύο φορές ψηφίστηκε από τους συναδέλφους του υποδιευθυντής, καθώς και τα λόγια του ίδιου του Γυμνασιάρχη, τον οποίο… έπιασε το αφτί του να λέει σε τρίτους πως «παρά τα λίγα χρόνια υπηρεσίας του, είναι ο πλέον κατάλληλος γι’ αυτή τη θέση».

«Ψιτ! Ψιτ!»

Καλά άκουγε.

Γύρισε και τον είδε μέσα σε κόσμο να κατεβαίνει τα σκαλιά του κινηματογράφου ΑΣΤΕΡΙΑ. Τι δουλειά είχε αυτός εδώ˙ και τι δουλειά είχε σε κινηματογραφική αίθουσα; Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του και πρόσεξε πως, παραμονή εθνικής εορτής, προβάλλονταν μια ταινία εθνικοπατριωτικού περιεχομένου. Α, γι’ αυτό…

Στο μεταξύ ο άλλος πλησίασε χαμογελώντας. «Τι έγινε, δεν με θυμάσαι;»

Τον θυμόταν μια χαρά. Και τον ίδιο και τον παροιμιώδη ναρκισσισμό του. Και θέλησε να τον χτυπήσει ακριβώς εκεί που πονούσε: «Γέρασες˙ τρόμαξα να σε γνωρίσω».

Γιατί όμως; Αυτός ποτέ δεν ήταν εκδικητικός άνθρωπος. Τι ήταν αυτό που τον έπιασε τη συγκεκριμένη στιγμή και αντέδρασε με τέτοιο τρόπο; Ήταν τελικά τόσο βαρύ το «τραύμα» που κουβαλούσε, τόσο μεγάλη η ζημιά που είχε υποστεί, ώστε να οδηγηθεί σε τέτοια κακεντρέχεια;

Πόσα χρόνια είχαν περάσει; Δώδεκα; Δεκαπέντε; Κι όμως ακόμη εξακολουθούσε να βλέπει εφιάλτες με τον στρατό. Όχι τόσο συχνά όπως τον πρώτο καιρό, αλλά ποτέ δεν έπαψαν εντελώς. Και η αιτία ήταν ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά του, ο λοχαγός πυροβολικού Ζάρκος Γεώργιος, διοικητής του στον …λόχο Στρατονομίας, όπου υπηρέτησε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του.

Η θητεία του!

Παρουσιάστηκε έναν παγωμένο Φεβρουάριο του 198…, στο 519 ΤΠ, στο στρατόπεδο Παπαργύρη, -κέντρο νεοσυλλέκτων, την εποχή εκείνη- λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά από το σπίτι του. Ο καλύτερός του -τότε- φίλος τον συνόδεψε μέχρι την πύλη. Την διάβηκε χωρίς να αφήσει έξω κάθε ελπίδα˙ κατάφερε να περάσει κάποιες μαζί του, ανάμεσα στα λίγα ατομικά είδη που επιτρεπόταν να φέρει. Μια ρακέτα του πιγκ πογκ -ήταν καλός στα νιάτα του- και καναδυό βιβλία, αυστηρώς επιστημονικά.

Ο δόκιμος του Στρατολογικού Γραφείου, δραμινός δικηγόρος, έτυχε να είναι γνωστός του. Τον είχε φιλοξενήσει μερικά βράδια στο φοιτητικό του σπίτι στην Αθήνα, όταν περνούσε από τη σχολή δοκίμων. Αυτός τον έπεισε να δηλώσει εθελοντής στη Στρατονομία.

«Από εδώ, πεζικάριος, δεν έχεις καμιά τύχη. Έβρος ή νησιά, όπου θα σε ξεχάσει κι ο Θεός. Ενώ, στρατονόμος, θα πας τέσσερις μήνες στο Κέντρο στην Αθήνα, εκεί που είναι τόσοι φίλοι σου, και μετά θα έρθεις στην Καβάλα. Κοίτα τους -έδειξε το όχημα περιπόλου που ερχόταν για την επιλογή- τουρίστες! Κάθε μέρα θα είσαι στο σπίτι σου».

Αυτός ούτε που ήθελε να ακούσει. Στρατονομία! Όμως ο δόκιμος τον έπεισε. Του εξήγησε πως «άλλαξαν πια τα πράγματα˙ δεν είναι η παλιά ΕΣΑ. Τώρα παίρνουν μόνο παιδιά που έχουν σπουδάσει και τα εκπαιδεύουν με πολιτισμένο τρόπο. Τι; Θα σου έλεγα εγώ, αν ήταν…»

Πήγε. Και πέρασε ζόρικα˙ «πολιτισμένα» μεν, ζόρικα δε. Μπορεί να φταίει και εκείνη η συζήτηση που άκουσε άθελά του, ότι τον προορίζουν για δόκιμο –ό,τι χειρότερο για στρατονόμο. Αναγκάστηκε τότε να παραστήσει τον άρρωστο, λιποθύμησε τάχα στη σκοπιά, «νευροφυτικές διαταραχές» έγραψε ο -μιλημένος- γιατρός στο πέι μπουκ και τη γλίτωσε. Αυτό όμως έγινε αιτία να χάσει τη μετάθεση στην Καβάλα˙ έκανε μήνες να έρθει στον λόχο, τον έστειλαν πρώτα στην Καστοριά -τι να τα θυμόμαστε τώρα;- όταν τελικά παρουσιάστηκε στη μονάδα που εδράζονταν στη Μεραρχία, κάτω από τον Άγιο Σίλα, μόλις είχε αλλάξει ο διοικητής και… ο τουρισμός τέλος.

Έγινε επιλοχίας, που στη Στρατονομία σημαίνει το τρίτο τη τάξει αξίωμα, μετά τον διοικητή -λοχαγό συνήθως- και τον δόκιμο. Κανονικά ήταν μια αξιοζήλευτη θέση. Κανονικά δεν έπρεπε να μπαίνει ποτέ υπηρεσία. Κανονικά, θα ήταν κάθε μέρα έξω, και άδειες όποτε γούσταρε. Κανονικά. 

Όμως ο Ζάρκος δεν ήταν κανονικός διοικητής, δεν ξέρουμε αν ήταν και κανονικός άνθρωπος. Για να καταλάβετε, έκανε έναν χρόνο να πάρει άδεια˙ «κανονική» ή «μικράς διαρκείας». Έμπαινε υπηρεσία τρεις φορές την εβδομάδα, εναλλάξ με έναν άλλο λοχία, Καβαλιώτη, που πάει να πει ότι έβγαινε -όταν έβγαινε- Τετάρτη, Παρασκευή και Κυριακή, αυτός, Δευτέρα Πέμπτη και Σάββατο ο άλλος˙ την Τρίτη είχε «νυχτερινή».

Έμειναν ιστορικές οι «κόντρες» τους:

-Κύριε Διοικητά, αν ο στρατός είναι τόσο καλό πράγμα όσο θέλετε να μας πείσετε, τότε, όταν κάνουμε κάποιο παράπτωμα, θα πρέπει να μας τιμωρείτε με… μείωση θητείας.

-Άντε πάγαινε από δω, ρε…, μη σου πω καμιά κουβέντα.

Και δεν του έλεγε μόνο κουβέντες! Του έκανε τη ζωή μαρτύριο. Τον «έτρεχε» όσο δεν έπαιρνε. Ο λόγος; Ποτέ δεν δέχτηκε να είναι «το μάτι και το αφτί του διοικητή στον λόχο», δηλαδή να καρφώνει ό,τι συνέβαινε, τις ώρες που εκείνος απουσίαζε.

Έφτασε να βλέπει τα βράδια εφιάλτες -ποιος;- αυτός που πρόσφερε τόσα πολλά. Κρατούσε τη μονάδα σε άριστη κατάσταση, οργάνωσε το ανύπαρκτο -επί εποχής «τουρισμού»- Γραφείο Κινήσεως, ήταν άριστος στην τήρηση της αλληλογραφίας και αποτελεσματικός, όποτε χρειάστηκε να επέμβει ο λόχος.

Του έκανε όμως τη ζωή μαρτύριο. Αλλά κι αυτός δεν ήταν κανένα ήσυχο παιδί. Και τους κοπανιστούς από την τρύπα στο συρματόπλεγμα κάλυπτε, και την υπογραφή του -ένα ζήτα σαν του Ζορρό- πλαστογράφησε κάποτε που είχε φύγει σε άδεια, ξεχνώντας να υπογράψει τις εξόδους των στρατονόμων, και ένα σωρό άλλα κατορθώματα έκανε, που πίστευε ότι εκείνος δεν τα μάθαινε. Έτσι πίστευε.

Με αποκορύφωμα μια βραδιά -έλειπε πάλι ο διοικητής σε άδεια- που έβγαλαν από το πειθαρχείο έναν τιμωρημένο στρατιώτη, τον καφετζή του Ταξίαρχου, ο οποίος, ενώ απολύονταν, έφαγε «δεκαπέντε μέρες αυστηρά» και κόντευε να σαλτάρει. Πήγαν με το αμάξι του «κακούργου» -ένα Ρενώ 5 τούρμπο, σκέτο πύραυλο- σε μια ντίσκο στην Ηρακλείτσα, διασκέδασαν με κάτι κορίτσια και στον γυρισμό λίγο έλειψε να εμπλακούν σε τροχαίο˙ ακόμα θα υπηρετούσε!

Εντελώς συμπτωματικά, λίγο μετά από κάθε τέτοιο κατόρθωμά του, έπεφταν κάτι τρομερά «γκάζια» από τον διοικητή, για άσχετο θέμα, ή ποινές κράτησης, ή φυλάκισης, χωρίς ουσιαστικό λόγο.

-Δεν πιστεύω να ξέχασες τη συνεργασία μας, τόσους μήνες, στον λόχο! Δεν περάσαμε και άσχημα…

-Προσπαθώ να τα ξεχάσω. Δεν ξέρω για σένα, εγώ πάντως πέρασα πολύ άσχημα˙ αλλά… ας το αφήσουμε καλύτερα.

Έκανε να φύγει. Ο άλλος το συνέχισε.

-Αυτό, τώρα μου το λες. Δεν θυμάμαι να μου έκανες κανένα παράπονο τότε.

-Αν θυμάσαι καλά, το απολυτήριο δεν μου το έδωσες εσύ -είχες μια «δουλειά»- αλλά ο δόκιμος. Τότε θα είχαμε πολλά να πούμε. Τώρα… Και, κοίτα, μην νομίζεις ότι, επειδή μας υποχρέωνε ο κανονισμός να σε χαιρετάμε όποτε ανταμώνουμε, θα το κάνουμε και τώρα. Άντε, τράβα στη δουλειά σου.

«Μαλάκα», συμπλήρωσε από μέσα του.

Γύρισε και συνέχισε τη βόλτα του προς τον ΕΙΡΜΟ, αφήνοντας τον άλλο με ανοιχτό το στόμα. Πώς είναι όμως τα πράγματα! Αυτός σίγουρα θα θεωρούσε τον εαυτό του έναν εξαιρετικό αξιωματικό και περίμενε να του το αναγνωρίσουν και οι φαντάροι. Ποιος ξέρει; Για μερικούς μπορεί και να ήταν έτσι. Σίγουρα θα υπήρχαν και κάποιοι τους οποίους ευνοούσε, δεν τους έκανε να βλαστημούν την ώρα και τη στιγμή…

Μπήκε στη στοά και στάθηκε στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου.

-Αυτός, ρε, δεν είναι ο…

Τα λόγια ακούστηκαν χαμηλόφωνα, σε μικρή απόσταση πίσω του, δεν δυσκολεύτηκε όμως να τα διακρίνει. Και θα γύριζε να δει από ποιον προέρχονταν, αν η απάντηση δεν τον βοηθούσε να καταλάβει αμέσως.

-Αυτός είναι. Πάμε να του μιλήσουμε.

Δεν χρειάστηκε να γυρίσει. Διομήδης-Κανάκης. «Τα παιδιά της φασαρίας». Θα αναγνώριζε τις φωνές τους ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες. Πόσες φορές δεν τους έκανε παρατήρηση να πάψουν να σχολιάζουν και να κρυφογελούν μέσα στην τάξη! Ήταν όμως καλοί μαθητές˙ κατά βάθος τους εκτιμούσε, τους είχε καλούς βαθμούς και σίγουρα τον εκτιμούσαν κι αυτοί. Τι να απέγινε με τις σπουδές τους; Χάρηκε που τους άκουσε, που θα τους έβλεπε και πάλι.

-Άσε, ρε, που θα του μιλήσουμε… Να του δώσουμε και αξία, τον παπάρα!

Δεν γύρισε.

Δεν ήταν και σίγουρος αν άκουσε καλά.

 

 

______________________________________________

*10-12 W/m2 : Πρόκειται για την ελάχιστη ένταση ήχου που γίνεται αντιληπτή από το ανθρώπινο αφτί και αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως «κατώφλι ακουστότητας».