Όχι, δεν ήταν «γαμίκουλας»!
Και μόνο το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε
αυτόν τον όρο για να περιγράψει όλους εκείνους με τις πολυάριθμες ερωτικές
περιπέτειες, που «πυροβολούσαν ό,τι πετάει», έλεγε πολλά για τη στάση του
απέναντι στο ζήτημα. Για να είμαστε μάλιστα ακριβείς, ως «γαμίκουλες» χαρακτήριζε
όχι τόσο εκείνους που απλώς… πετούσαν «από κανάρα σε κανάρα», σύμφωνα με το δημοφιλές
άσμα του συμπατριώτη του Χρηστάκη, αλλά κυρίως όσους καμάρωναν για τα κατορθώματά
τους αυτά. Πιο συγκεκριμένα όλους εκείνους που είχαν τη συνήθεια –εμετική για
τα δικά του γούστα- να διηγούνται ακόμη και… αυστηρώς ακατάλληλες λεπτομέρειες
από τις σχέσεις τους με το άλλο φύλο.
Ο ίδιος δεν το έκανε ποτέ. Θέλετε από
σεβασμό προς τις, κατά καιρούς, συντρόφους του, θέλετε από σεβασμό προς τον
εαυτό του, οι ερωτικές του σχέσεις, και δη οι ιδιαίτερες στιγμές αυτών,
παρέμεναν απολύτως προσωπικές. Όχι, δηλαδή, ότι θα είχε να διηγηθεί «σημεία και
τέρατα»˙ οι γυναίκες που υπήρξαν ερωτικές του σύντροφοι ήταν… «ευάριθμες». (Του
άρεσε να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο επίθετο, όποτε η συζήτηση το απαιτούσε,
διότι έτσι και ειλικρινής ήταν και τους συνομιλητές του παραπλανούσε, όσους
τουλάχιστον θεωρούσαν, εσφαλμένα, ότι ευάριθμες σημαίνει σε μεγάλο αριθμό.)
Βεβαίως, δεν του έλειψαν οι
περιπέτειες, ιδίως την εποχή που ήταν ακόμη νέος και, οπωσδήποτε, πριν γνωρίσει
τη Χαρούλα, τη μετέπειτα σύζυγό του, με την οποία «έκλεισε σαν άντρας». Μια
μεγαλύτερή του γειτονοπούλα, πολύ έμπειρη για την εποχή εκείνη, τον μύησε στα
πρώτα μυστικά. Αργότερα, στα χρόνια του πανεπιστημίου, υπήρξαν καναδυό συμφοιτήτριές
του, συντροφιά με τις οποίες -όχι μαζί, με την καθεμιά χωριστά- προσπάθησε να
εξερευνήσει τον θαυμαστό κόσμο του έρωτα. Οι ορίζοντές του διευρύνθηκαν το
επόμενο διάστημα, πάντοτε όμως με συντρόφους πολύ προσεκτικά επιλεγμένες, όχι
από μια ελιτίστικη νοοτροπία, αλλά με κριτήριο «αυτό το κάτι άλλο», ενίοτε
απροσδιόριστο και ακαθόριστο, που έπρεπε να το διακρίνει, να του κάνει «κλικ»,
για να προχωρήσει. Πράγμα που τελικά οδήγησε και στον σχετικά περιορισμένο
αριθμό των ερωτικών του συντρόφων. (Καμιά φορά σκεφτόταν ότι αυτό μπορούσε να
ερμηνευτεί και από το γεγονός ότι ήταν εκείνες που έκαναν το πρώτο βήμα, που
τον επέλεγαν, όμως τέτοιες σκέψεις τις απωθούσε γρήγορα.)
Αξιολογώντας αντικειμενικά τον εαυτό
του, θα έλεγε ότι υπήρξε και επιτυχημένος, με τη σημασία τού ικανός, εραστής
-οπωσδήποτε πάνω από τον μέσο όρο- κρίνοντας πάντα όχι από την ποσότητα, αλλά
από την ποιότητα των ερωτικών του επιδόσεων. Και αυτό διότι την απουσία μεγάλης
εμπειρίας ερχόταν να αναπληρώσει η μελέτη, όχι βέβαια με την έννοια που έδωσε ο
Γούντι Άλλεν όταν είπε «είμαι καλός εραστής, διότι προπονούμαι πολύ μόνος μου».
Αυτός μελετούσε στην κυριολεξία, αφού τη βιβλιοθήκη του κοσμούσε μια τεράστια
συλλογή από ερωτικά κόμιξ, με κορωνίδα τα άπαντα του Milo Manara, από τις
πρώτες εκδόσεις της «Βαβέλ» και του «Λιβάνη», μέχρι τις πιο πρόσφατες από τη
«γνώση». Και κοντά σ’ αυτά, όχι μόνο ολόκληρη η σειρά από τις «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ
ΡΟΔΟΥ», «ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ» και «ARS LONGA», ή τα «Ερωτικά Κόμιξ» από τις εκδόσεις
«YES MASTER», αλλά και μερικά πιο ψεγμένα βιβλία, όπως «Τα βρόμικα κόμιξ» από
την «ΑΓΡΑ» και, φυσικά, ο σημαντικός τόμος «erotica universalis (from Pompeii
to Picasso)» με περισσότερα από πεντακόσια πενήντα έργα… αυστηρώς ακατάλληλα.
Την εποπτεία του στο θέμα ολοκλήρωνε
μια αξιοσημείωτη ταινιοθήκη με ταινίες -όχι τσόντες, ποτέ τέτοιο πράγμα- που
περιείχαν μερικές από τις πιο διάσημες ερωτικές σκηνές στην ιστορία του
κινηματογράφου, από την «Αυτοκρατορία των Αισθήσεων» και «Το τελευταίο ταγκό
στο Παρίσι», μέχρι την «Έξαψη», το «Μετά τα μεσάνυχτα», το «Μοιραίο πάθος», τις
«9 ½ εβδομάδες»… (περιοριζόταν αυστηρά σε παραγωγές του περασμένου αιώνα).
‡
«Γαμίκουλας» δεν ήταν. Τότε, πώς έγινε
κι έφτασε στο σημείο να διηγείται, επί δύο ώρες, ερωτικές του περιπέτειες και
μάλιστα σε έναν άγνωστο;
Έγινε. Όπως γίνεται καμιά φορά και τα
φέρνει έτσι η ώρα που να μεταμορφώνεται κανείς σε κάτι τελείως αντίθετο από
εκείνο που πραγματικά είναι. Που να λέει ή να κάνει πράγματα αδιανόητα γι’
αυτόν. Ήταν βλέπετε και το ποτό…
Αυτός κανονικά δεν έπινε. Στο πρώτο
ποτηράκι σταματούσε, από φόβο μήπως ξαναβρεθεί στην ίδια κατάσταση όπως εκείνη
τη φορά που συνέχισε σε δεύτερο, και ύστερα σε τρίτο, για να φτάσει να
απαγγέλει από μνήμης μπροστά στους κατάπληκτους, αλλά καθόλου σοκαρισμένους -ας
όψεται το ποτό- θαμώνες του μπαρ ολόκληρες παραγράφους από τον Μεγάλο
Ανατολικό. (Ποτέ δεν κατάλαβε -ούτε το συζήτησαν ποτέ- αν η Χαρούλα σηκώθηκε
τότε και έφυγε τρέχοντας σοκαρισμένη από τα χειροκροτήματα του «κοινού», ή από
το γεγονός ότι ανακάλυπτε, και μάλιστα μπροστά σε τόσο κόσμο, μια άλλη, άγνωστη
για εκείνη, πλευρά του.)
Δεν έπινε, αλλά ήπιε. Δεν το κατάλαβε
πώς. Η φοβία του για τα αεροπλάνα γενικώς, και το άγχος του για τη συγκεκριμένη
πτήση –δυόμιση ώρες κλεισμένος σε δέκα χιλιάδες πόδια- τον έκαναν να αναζητήσει
βοήθεια στο ποτό. Κανονικά δεν θα έπαιρνε αεροπλάνο. Κανονικά θα επέστρεφε όπως
πήγε, με το λεωφορείο -είχε βγάλει και εισιτήριο μετ’ επιστροφής- όμως το
επείγον του πράγματος -ο αιφνίδιος θάνατος συγγενούς της Χαρούλας- τον ανάγκασε
να μπει σ’ αυτή τη δοκιμασία.
Τρία; Μπορεί και τέσσερα ουισκάκια από
το μπαρ του αεροδρομίου και τα χεράκια της αεροσυνοδού ήταν αρκετά. Όμως άλλο
ήταν το «κινούν αίτιο».
Ξεκίνησε να διαβάζει στο διαδίκτυο ένα
κείμενο του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου: «Κώστας Αξελός: ο εντυπωσιασμός ως κινούν
αίτιο». Το ανέβασε και στο φέισμπουκ για να το δουν οι λιγοστοί φίλοι του
-τέτοιου είδους επικοινωνία ήταν και ο μόνος λόγος που συμμετείχε στα μέσα
κοινωνικής δικτύωσης. (Σε αντίθεση με τη Χαρούλα που ξημεροβραδιαζόταν στο φέισμπουκ
«επικοινωνώντας», όπως ισχυριζόταν, με τους χιλιάδες φίλους της ανά την Ελλάδα
και τον κόσμο, που ανέβαζαν οτιδήποτε έκαναν ή υπέπεπτε στην αντίληψή τους.)
Το «κινούν αίτιο» ήταν εκείνος ο
«γαμίκουλας» που έτυχε να κάθεται δίπλα του -ξέχασε και το όνομά του- ο οποίος
ξεκίνησε, άγνωστο πώς, μια κουβέντα για ερωτικές περιπέτειες. Ένας άξεστος
επαρχιώτης που το είχε για καμάρι να «καμακώνει» διάφορες γυναίκες που βρισκόταν
στο πέρασμά του και μετά να περιγράφει σε γνωστούς και αγνώστους τα κατορθώματά
του. Ο οποίος, αφού πρώτα τον ρώτησε αν ήταν παντρεμένος και εξέφρασε τον οίκτο
του γι’ αυτό, πήρε φόρα.
Δεν τον άφησε όμως να κάνει παιχνίδι.
Στην πρώτη ευκαιρία άρπαξε τον λόγο και, πάντα με τη βοήθεια του ποτού, άρχισε
να αναπτύσσει στον εμβρόντητο «γαμίκουλα» μια ατέλειωτη σειρά ερωτικών
περιπετειών, όλες εμπνευσμένες από την πολυετή μελέτη του πάνω στο αντικείμενο.
Ξεκίνησε με μια σκηνή σε απομονωμένο
βενζινάδικο («ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές») και αφού «πέρασε» από μια
νυμφομανή σύζυγο πλουσίου που το έκανε οπουδήποτε («το κουμπί της»), από κάποια
Σπανιόλα που του ζητούσε να φοράει τη μάσκα ενός ταύρου («ex libris eroticis»),
από την ξανθιά Αμερικάνα που τον προκάλεσε αλλάζοντας αποκαλυπτικότατα
σταυροπόδι («βασικό ένστικτο»), από… από… κατέληξε, λίγο πριν από την προσγείωση,
σε μια συντροφιά από ακόρεστες Ανατολίτισσες που τον έφεραν στα όρια της
κατάρρευσης και επιβίωσε χάρη στη βοήθεια μιας πανάρχαιας συνταγής (τα 110
χάπια»).
Το αεροπλάνο τροχιοδρόμησε, ακινητοποιήθηκε,
εκείνος σηκώθηκε, πήρε την τσάντα του και τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι τα
κατορθώματά του, τα οποία ο «γαμίκουλας» έχαψε με ανοιχτό το στόμα, ίσως τα
άκουγαν και άλλοι μέσα στο αεροπλάνο. Δεν διέκρινε όμως τίποτε περίεργα
βλέμματα και θυμήθηκε ότι τα δυο νέα κορίτσια που καθόταν μπροστά τους περνούσαν
την ώρα τους τραβώντας συνεχώς σέλφι.
Βγήκε από το αεροδρόμιο, πήρε ταξί και
τηλεφώνησε στη Χαρούλα. «Ο συνδρομητής που καλείτε έχει πιθανόν…». Στη διαδρομή
έπεσαν σε κίνηση. Καθυστερούσαν. Ο ταξιτζής έβρισε τις πορείες, έβρισε τους
μαραθώνιους, έβρισε τους ΙΧήδες, έβρισε τους πρόσφυγες… Σε όλες τις επόμενες
κλήσεις του η φωνή τού απαντούσε τα ίδια· «…έχει πιθανόν…».
‡
Έφτασε στο σπίτι μετά από ώρα. Η
Χαρούλα πουθενά. Είχαν συμφωνήσει ότι θα τον περίμενε να πάνε μαζί στην κηδεία.
Ξανατηλεφώνησε. Τα ίδια. Έψαξε για κάποιο σημείωμα. Πάνω στο τραπέζι της
κουζίνας ήταν ανοιχτό το λάπτοπ στο φέισμπουκ της Χαρούλας. Πλησίασε. Σε μια
φωτογραφία τύπου σέλφι, ο ίδιος, μέσα στο αεροπλάνο. Από κάτω ένα κείμενο: «Εάν
αυτός ο γαμίκουλας είναι ο άντρας σου, να ξέρεις ότι ταξίδευα μαζί του για δύο
ώρες από τη Γερμανία ακούγοντάς τον να κοκορεύεται στον φίλο του για τις
πολυάριθμες παράλληλες σχέσεις του και για το πόσο χαζή είναι η γυναίκα του που
δεν έχει αντιληφθεί κάτι. Παρακαλώ κοινοποιήστε».
Η ανάρτηση είχε αρκετές χιλιάδες
κοινοποιήσεις!
Βόλος, Πρωτοχρονιά
2020
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου