ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ψηλά τακούνια

 «Ψηλό δεν τον λες…»

Αυτή ήταν η φράση – κλισέ, με την οποία οι γυναίκες της πόλης περιέγραφαν τον Μάκη, σε όσες από τις φίλες τους δεν τον είχαν συναντήσει ακόμη. Στην αρχή υιοθετήθηκε και από τους άντρες, για να εγκαταλειφθεί όμως γρήγορα και να αντικατασταθεί από ένα σωρό άλλες πειρακτικές εκφράσεις, όπως «το πίβοτ», «ο Άιφελ» ή «ο τσολιάς», όλες κατ’ ευφημισμόν, αφού ο Μάκης ήτανε δεν ήτανε ένα πενήντα πέντε. Ο Σταύρος, ο διαβασμένος της παρέας, τον βάφτισε «ο συμβολαιογράφος», από τον ήρωα του ομώνυμου βιβλίου του Βασιλειάδη, που φρόντισε και να το δανείσει σε όλη την παρέα, όχι μόνο επειδή πράγματι το βρήκε εξαιρετικό, αλλά, κυρίως, επειδή ήθελε να μάθουν όλοι την πηγή  της έμπνευσής του.

Η αλήθεια είναι πως αυτό ήταν και το μόνο παρατσούκλι που μπορούσαν να του πουν κατά πρόσωπο, αφού ο Μάκης, όπως και ο άλλος «συμβολαιογράφος», έκανε ένα διάστημα και τον τσαγκάρη, πριν αποφασίσει να ασχοληθεί επαγγελματικά -όχι επαγγελματικά, αποκλειστικά- με τη μουσική. Έτσι, μη βλέποντας τον άλλο, τον προφανέστατο παραλληλισμό –ποιος άνθρωπος βλέπει το κουσούρι του;- θεωρούσε πως ήταν η συναδελφική του σχέση με τον ήρωα του Βασιλειάδη που δικαιολογούσε τον φιλικό χαρακτηρισμό και τον αποδέχτηκε εξ αρχής, χωρίς καμιά διαμαρτυρία. Ίσως πάλι, ενδόμυχα, να κολακεύονταν και λίγο, αφού, όπως και να το κάνουμε, το μυαλό όλων θα πήγαινε, θέλοντας και μη, και στο άλλο ξακουστό προσόν τού λογοτεχνικού «συμβολαιογράφου», γεγονός όμως που καμιά πραγματική σχέση δεν είχε με την ανατομία του Μάκη, ούτε μπορούσε, φυσικά, να δικαιολογήσει την μεγάλη πέραση που είχε στα κορίτσια.

Άλλο ήταν το δικό του χάρισμα, για άλλον λόγο ήταν περιζήτητος στις παρέες και λατρεύονταν από τις ευαίσθητες γυναικείες ψυχές. Ο Μάκης ήταν εξαίρετος κιθαρίστας. Όταν έπαιζε μάγευε κυριολεκτικά το ακροατήριό του, είτε επρόκειτο για έναν μεμονωμένο μαθητή του, κατά την παράδοση του μαθήματος, είτε για το πολυπληθές κοινό, στη μεγάλη αίθουσα του Δημοτικού Ωδείου ή την αίθουσα εκδηλώσεων του Μουσικού Σχολείου, στη διάρκεια κάποιου ρεσιτάλ.

Εκεί όμως που καθήλωνε τους πάντες, κάνοντάς τους να ταξιδεύουν με τους ήχους της κιθάρας του επί ώρες, ήταν όταν βρισκόταν με μια μικρή παρέα σε κάποιο φιλικό σπίτι ή στον «Γιούρα», την αγαπημένη του ταβέρνα, μπροστά από ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Τότε εγκατέλειπε το κλασικό ρεπερτόριο και «έπιανε» αγαπημένα τραγούδια, από Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, μέχρι Καλδάρα και Ζαμπέτα και από Αττίκ και Σουγιούλ, μέχρι Ορφέα Περίδη και Μάλαμα. Τι επτανησιακές καντάδες, τι παραδοσιακά, τι σμυρναίικα, τι νέο κύμα, τίποτε το εκλεκτό δεν διέφευγε από το απέραντο αλλά και προσεκτικά επιλεγμένο ρεπερτόριο του Μάκη. Τον βοηθούσε βέβαια και η φωνή, όμως το παίξιμό του, αλλά και ο ήχος της κιθάρας του ήταν όλα τα λεφτά. Ο ήχος της κιθάρας του… Της εξαίρετης και πανάκριβης κιθάρας του.

Και να σκεφτεί κανείς ότι ξεκίνησε να μαθαίνει με δανεικές κιθάρες!

Ήτανε δεν ήτανε έξι χρονών, όταν δυο γειτονόπουλα, παιδιά του γυμνασίου τότε, έδωσαν, ένα ανοιξιάτικο βράδυ, «συναυλία» με τις κιθάρες τους στον αυλόγυρο της Αγίας Σοφίας. Δεν θυμόταν τι άκουσε, όμως εκείνη η μαγεία, εκείνη η υπέροχη αίσθηση έμεινε για πάντα στην ψυχή του. Τότε του γεννήθηκε η επιθυμία -όχι η επιθυμία, η ανάγκη- να γίνει κι αυτός μουσικός, να μάθει κιθάρα. Πού λεφτά για όργανο, πού λεφτά για δάσκαλο; Τα χρόνια εκείνα, στη δεκαετία του ‘70, όλα τα παιδιά μάθαιναν έτσι, ο ένας από τον άλλο, με κιθάρες δανεικές που κυκλοφορούσαν από αγκαλιά σε αγκαλιά και από σπίτι σε σπίτι.

Ο Μάκης, παιδί εργάτη, μόλις μπήκε στο γυμνάσιο, άρχισε να δανείζεται τις κιθάρες φίλων και συμμαθητών του, που είχαν μεγαλύτερη οικονομική άνεση, μικρότερη όμως όρεξη και καθόλου έφεση στη μουσική. Πάντοτε τις επέστρεφε σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι τις έπαιρνε. Συντηρημένες, καλογυαλισμένες με ειδικά καθαριστικά, με καινούριες χορδές, χωρίς το παραμικρό σημαδάκι. Έγινε από τότε θέμα συζητήσεων η, μέχρι παρεξηγήσεως, προσοχή που έδειχνε σε κάθε κιθάρα που έπεφτε στα χέρια του.

Σχεδόν αυτοδίδακτος -κάτι ακόρντα του έδειξαν στην αρχή- έπαιζε με τις ώρες, ανακαλύπτοντας τις δυνατότητες του οργάνου και τις δικές του. Λίγο αργότερα έπεσε στα χέρια του το βιβλίο the Beatles complete, μια συλλογή με παρτιτούρες όλων σχεδόν των τραγουδιών του αγαπημένου του συγκροτήματος, και ο Μάκης, κλεισμένος στο σπίτι, πάντα με κάποια δανεική κιθάρα, μελετούσε ασταμάτητα, ώσπου το έμαθε απ’ έξω. Όπως ήταν φυσικό, παράτησε το σχολείο.

Μπήκε κάλφας στο τσαγκάρικο του μπάρμπα του, ενός καλού μάστορα που όχι μόνο επιδιόρθωνε, αλλά και κατασκεύαζε παπούτσια, περισσότερο γυναικεία, παντόφλες και μποτάκια και εξώφτερνα και πέδιλα, κυρίως όμως γόβες περίτεχνες, με ψηλά τακούνια που έδιναν ύψος και τόνιζαν τις γυναικείες γάμπες. Δεν έκλεισε ούτε δυο χρόνια στο τσαγκάρικο, ήταν όμως αρκετά για να αποκτήσει το δεύτερο –μετά τις κιθάρες- φετίχ του, τις ψηλοτάκουνες γόβες.

Με τα λίγα χρήματα που έβαλε στην άκρη, κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη και το επόμενο κιόλας πρωί μπήκε στο εργαστήριο του Δεκαβάλα, στη Ροτόντα, για να παραγγείλει μια κιθάρα. Όταν άκουσε τις τιμές, κατέληξε να παζαρεύει μια έτοιμη, ελαφρώς μεταχειρισμένη, που ο πρώτος ιδιοκτήτης της την επέστρεψε, αφού κατάλαβε πως το να γίνει κιθαρίστας δεν ήταν τόσο απλό όσο φάνταζε. Την κατέβασε με προσοχή από τη βιτρίνα, την κούρντισε και έπιασε να τη δοκιμάζει. Ξεχάστηκε για λίγο παίζοντας, όπως ξεχάστηκαν κι ο Δεκαβάλας κι ο καφετζής που εκείνη την ώρα του έφερε τον καφέ, αλλά κι ένας πελάτης που μπήκε κρατώντας ένα μπουζούκι για επιδιόρθωση και έμειναν να τον ακούν μαγεμένοι. Όταν σταμάτησε να παίζει, ο καφές είχε κρυώσει και η τιμή της κιθάρας είχε κατέβει αισθητά, ενώ συμπεριλήφθηκαν σ’ αυτήν και μια καλή θήκη και ένα σετ ακριβές χορδές, δώρο του κατασκευαστή στον μουσικό. Ο Μάκης πλήρωσε και έφυγε, κρατώντας στα χέρια του ένα όνειρο χρόνων. Μια κιθάρα κλασική, χειροποίητη και, το κυριότερο, εντελώς δική του.

Του άρεσε η Θεσσαλονίκη. Βρήκε αμέσως δουλειά σε ένα φοιτητικό στέκι, όπου το πρωί σέρβιρε καφέδες και τα βράδια έπαιζε και τραγουδούσε «Νιόνιο» και Λοΐζο και Νικόλα Άσιμο και Παύλο Σιδηρόπουλο… Εκεί ξαναντάμωσε και με την παλιοπαρέα από την «πατρίδα», φοιτητές και φοιτήτριες που καμάρωναν για τον συμπολίτη τους και απολάμβαναν κάθε βράδυ τη μουσική του, αλλά και τα ουκ ολίγα κερασμένα από τον Μάκη ποτά. Δυο τρεις θυμήθηκαν και κάποια από τα παλιά παρατσούκλια, με έκπληξη όμως διαπίστωσαν πως οι Θεσσαλονικείς τον είχαν ήδη βαφτίσει «ο Ξαρχάκος», προσπαθώντας να αποδώσουν τη μουσική και την ανατομική του συγγένεια με τον σπουδαίο μαέστρο, κυρίως όμως και τη θρυλούμενη επιτυχία και των δύο στις γυναίκες. Γιατί και ο Μάκης, κυριολεκτικά, «θέριζε».

Οι φοιτητριούλες, λες μαγεμένες από το εκπληκτικό του παίξιμο, μαζεύονταν γύρω του όπως οι πεταλουδίτσες στο φως, ποια θα τον πρωτογνωρίσει από κοντά και θα έχει το προνόμιο να τον ακούσει να παίζει «πριβέ», στο μικρό διαμερισματάκι, πίσω από το Τούρκικο Προξενείο.

Όταν έχεις την πολυτέλεια επιλογής, μπορείς να κάνεις τα γούστα σου και έτσι ο Μάκης έγινε σιγά σιγά εκλεκτικός και άρχισε να περιορίζει την γκάμα των ερωτικών του συντρόφων μόνο στα ψηλά κορίτσια –πόσο ψηλά;- όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα. Την άλλη αδυναμία του, τον συνδυασμό που τον απογείωνε ερωτικά δεν τον είχε ανακαλύψει ακόμη, καθότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν φοιτήτριες που να φορούν ψηλοτάκουνες γόβες. Αυτό συνέβη πολύ αργότερα, όταν τελείωσε τις σπουδές του και επέστρεψε στην πόλη του για να εργαστεί. Διότι ο Μάκης σπούδασε, ποτέ δεν επαναπαύτηκε σε όσα είχε κατακτήσει μόνος του πάνω στην κιθάρα.

Πρώτος δάσκαλός του υπήρξε ο Πλάτων Γαλάτης, ένας παλιός συνταγματάρχης του ΕΛΑΣ, την τέχνη του οποίου είχε υμνήσει ακόμη και ο Λουντέμης. Αυτός του έδειξε όλα όσα γνώριζε, μέσα σε σύντομο διάστημα, αφού ο Μάκης ξεπετούσε τις μεθόδους κλασικής κιθάρας που έπρεπε να μελετήσει, τη μία μετά την άλλη, σε χρόνο ρεκόρ. Έπειτα γράφτηκε στο Ωδείο, από όπου αποφοίτησε με άριστα και πήρε το πτυχίο μετά πολλών επαίνων.

Στο μεταξύ, τα χρόνια είχαν αλλάξει, τα φοιτητικά στέκια το ίδιο. Σταμάτησε να εργάζεται νύχτα, άρχισε να παραδίδει μαθήματα κιθάρας, ώσπου προέκυψε εκείνη η θέση καθηγητή στο νεοϊδρυθέν Μουσικό Σχολείο της πόλης του κι έτσι έκλεισε το «κεφάλαιο Θεσσαλονίκη» και επέστρεψε στα πάτρια εδάφη.

- Ψηλό δεν τον λες…

- Τον λες όμως κοντό και μάλιστα πολύ κοντό, ζουμπά!

Η Έλενα μπήκε στη ζωή του Μάκη ταυτόχρονα με την ολοκαίνουρια κιθάρα του, μια χειροποίητη ισπανική Ibanez με πενταψήφια τιμή, την οποία αγόρασε στο ταξίδι με την ΕΛΜΕ στην Ισπανία, αφού αναγκάστηκε να πουλήσει την προηγούμενη. Στο ίδιο ταξίδι γνώρισε και την πανύψηλη, πανέμορφη «πληροφορικάριο». Ήταν πράγματι τόσο ψηλή ή ήταν οι δωδεκάποντες γόβες που φορούσε σε όλο το ταξίδι που την έδειχναν έτσι και έκαναν τους εκδρομείς να την πειράζουν για την εντελώς ακατάλληλη και άβολη επιλογή της; Άβολη για εκείνους, διότι η Έλενα βάδιζε με τέτοια άνεση και τόση χάρη πάνω στα ψηλά της τακούνια, που θα την ζήλευε κάθε μοντέλο.

Την ίδια μέρα με τον Μάκη, πραγματοποίησε και εκείνη τη δική της «αγορά του αιώνα», ένα ζευγάρι πέδιλα MANOLO, με είκοσι πόντους τακούνι. Όσο για την απάντηση που έδωσε στη φίλη της, ήταν το τέλος της κουβέντας τους που είχε αρχίσει με τη φράση «θα τον τρελάνεις τον Μάκη, έτσι και βάλεις αυτά τα πέδιλα, δεν πρόσεξες πώς παρατηρεί εσένα και τις γόβες σου σε όλο το ταξίδι;»

Η Έλενα όμως δεν είχε ξανακούσει τον Μάκη να παίζει και το ίδιο βράδυ, στο roof garden του ξενοδοχείου, ήταν αυτή που… έπαθε την πλάκα της. Ο Μάκης τα έδωσε όλα. Η καινούρια του κιθάρα, αν και άστρωτη ακόμη, έβγαζε στα χέρια του ήχους ουράνιους και οι επιλογές των τραγουδιών ήταν μία και μία, λες και επρόκειτο για ένα άριστα επιμελημένο αφιέρωμα στο ερωτικό τραγούδι ανά τον κόσμο.

Η ανδαλουσιανή νύχτα ήταν μαγική. Η θέα της Σεβίλλης από ψηλά μοναδική. Το κρασί, κερασμένο από τον μετρ, που παράτεινε το ωράριο λειτουργίας του μπαρ κατά ένα δίωρο, υπέροχο. Δεν είναι καθόλου παράξενο που, αργά τη νύχτα, η Έλενα χτυπούσε την πόρτα του δωματίου του Μάκη, φορώντας μια έξοχη μίνι φούστα και τα ολοκαίνουρια πέδιλά της.

«Ήρθα για μια χάρη. Να ακούσω άλλη μια φορά το «με την πρώτη σταγόνα της βροχής», είπε και κάθισε σταυροπόδι στο διπλό κρεβάτι.

Ο Μάκης έπαιξε όλο τον «Μεγάλο Ερωτικό». Και ύστερα, αφού ακούμπησε την κιθάρα προσεκτικά δίπλα στο κρεβάτι, τον έκανε πράξη. Ζήτησε βέβαια κι αυτός μια χάρη από την Έλενα. Να συνεχίσει να φορά τα καινούρια της πέδιλα.

Όταν τους πήρε αποκαμωμένους ο ύπνος, το πρώτο φως έπεφτε στις σκεπές της Σεβίλλης.

Τι ήταν αυτό;

Ο Μάκης άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε το ταβάνι προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει από πού προέρχονταν ο ήχος που τον ξύπνησε: ένας αλλόκοτος, έντονος ήχος, μαζί με μια κραυγή. Ταυτόχρονα, στα λίγα εκείνα κλάσματα του δευτερολέπτου, προβλήθηκαν, λες, στο ταβάνι όλες οι κιθάρες –ξένες και δικές του- που πέρασαν από τα χέρια του και τις φρόντισε με εκείνη την παροιμιώδη σχολαστικότητα. Μη τυχόν και ακουμπήσουν πουθενά, μη τυχόν και γρατσουνιστούν –για να χτυπηθούν, ούτε που περνούσε ποτέ από τη σκέψη του- μη τυχόν και τους γίνει το παραμικρό σημαδάκι…

Πατάχτηκε επάνω πανικοβλημένος. Πλάι στο κρεβάτι βογκούσε πεσμένη η Έλενα, ολόγυμνη.

Ολόγυμνη; Όχι! Φορούσε ακόμη τα πέδιλά της.

Το δεξί τακούνι ήταν καρφωμένο στο καπάκι της Ibanez, δίπλα ακριβώς στον καβαλάρη.

 

Βόλος, Χριστούγεννα 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: