ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

10-12 W/m2 *

 «Ψιτ! Ψιτ!»

Άκουσε καλά;

Ασφαλώς!

Ανέκαθεν άκουγε πολύ καλά.

Από μικρό παιδί. Είχε αυτή την ικανότητα, όχι μόνο να αντιλαμβάνεται το παραμικρό θρόισμα, τον πλέον ανεπαίσθητο ψίθυρο, αλλά να μπορεί και να αναγνωρίζει τους διάφορους ήχους και να σου λέει αμέσως την πηγή από την οποία προέρχονταν.

Στο σχολείο, δεν ήταν λίγες οι φορές που αξιοποίησε αυτό του το χάρισμα, ακούγοντας -μόνος αυτός- τον Βασίλη, αριστούχο μαθητή που στις εξετάσεις καθόταν μονίμως πίσω του, να του υπαγορεύει κάποιες απαντήσεις.

Στον άτυπο διαγωνισμό που έκαναν κατά την επίσκεψή τους στην Επίδαυρο, ήταν ο μόνος που κατάφερε να ξεχωρίσει και να επαναλάβει τα λόγια του καθηγητή τους, ο οποίος διάβαζε όλο και πιο χαμηλόφωνα ένα αρχαίο κείμενο από την ορχήστρα του θεάτρου, ενώ οι μαθητές τον άκουγαν καθισμένοι ψηλά στο άνω διάζωμα. Η πιο σκληρή αντίπαλος, η Αντιγόνη, η μόνη που κατάφερε να τον ανταγωνιστεί, αποδείχθηκε ότι, από ένα σημείο και έπειτα, απλώς μάντευε το κείμενο που έτυχε να γνωρίζει απ’ έξω.

Στα φοιτητικά του χρόνια, πήρε μέρος σε γνωστό, δημοφιλές τηλεπαιχνίδι και κέρδισε «ένα ταξίδι για δύο στην Κέρκυρα», καθώς και τον θαυμασμό όλων, όταν απάντησε σωστά πως ο παράξενος ήχος που του ζήτησαν να αναγνωρίσει προέρχονταν από φιτίλι καντηλιού που ετοιμάζεται να σβήσει. «Άκουσα στο βάθος, αμυδρά, τον ήχο μιας καμπάνας κι έτσι τα συνδύασα», είπε  αφήνοντας κατάπληκτη την παρουσιάστρια.

Βέβαια, αυτό του το χάρισμα συχνά καταντούσε βασανιστικό, όταν, ευρισκόμενος σε δημόσιο χώρο, δυσκολευόταν τρομερά να συγκεντρωθεί σ’ αυτό που διάβαζε ή και στα λόγια του συνομιλητή του. Τίποτε, από τη μουσική που έπαιζε από τα ηχεία, μέχρι τις κουβέντες των παρακαθήμενων ή των περαστικών, δεν περνούσε απαρατήρητο. Άλλοτε όμως γινόταν και ένας ευχάριστος τρόπος να σκοτώνει την ώρα του, καθώς μπορούσε, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, να ακούσει οποιαδήποτε «ενδιαφέρουσα», χαμηλόφωνη συζήτηση που διεξάγονταν κοντά του.

Όταν διορίστηκε καθηγητής, αξιοποίησε την οξύτατη ακοή του στο να επιβάλλει απόλυτη ησυχία στη διάρκεια των μαθημάτων του, αφού οι μαθητές του συνειδητοποιούσαν από την πρώτη στιγμή ότι ο παραμικρός ψίθυρος γινόταν αντιληπτός και ήταν απαράδεκτος. Μία δύο άμεσες, αυστηρές παρατηρήσεις, σε συνδυασμό με το φύσει απόμακρο ύφος του, αρκούσαν για να μετατρέψουν, άπαξ και διά παντός, την αίθουσα διδασκαλίας σε «εκκλησία».

Η… επιτυχία του αυτή, αληθινό κατόρθωμα σε σχέση με τη γενική εικόνα που επικρατούσε στο Γυμνάσιο, τον έκανε να θεωρεί τον εαυτό του εξαιρετικό καθηγητή. Εξάλλου, και ο Παπαλεξόπουλος, ο αείμνηστος δικός του καθηγητής, τον οποίο είχε ως πρότυπο, διακρίνονταν, μεταξύ άλλων, για την επιβολή απόλυτης ησυχίας κατά διάρκεια των θρυλικών παραδόσεών του.

Την υψηλή αυτή επαγγελματική αυτοεκτίμηση ερχόταν να ενισχύσει το γεγονός ότι δύο φορές ψηφίστηκε από τους συναδέλφους του υποδιευθυντής, καθώς και τα λόγια του ίδιου του Γυμνασιάρχη, τον οποίο… έπιασε το αφτί του να λέει σε τρίτους πως «παρά τα λίγα χρόνια υπηρεσίας του, είναι ο πλέον κατάλληλος γι’ αυτή τη θέση».

«Ψιτ! Ψιτ!»

Καλά άκουγε.

Γύρισε και τον είδε μέσα σε κόσμο να κατεβαίνει τα σκαλιά του κινηματογράφου ΑΣΤΕΡΙΑ. Τι δουλειά είχε αυτός εδώ˙ και τι δουλειά είχε σε κινηματογραφική αίθουσα; Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του και πρόσεξε πως, παραμονή εθνικής εορτής, προβάλλονταν μια ταινία εθνικοπατριωτικού περιεχομένου. Α, γι’ αυτό…

Στο μεταξύ ο άλλος πλησίασε χαμογελώντας. «Τι έγινε, δεν με θυμάσαι;»

Τον θυμόταν μια χαρά. Και τον ίδιο και τον παροιμιώδη ναρκισσισμό του. Και θέλησε να τον χτυπήσει ακριβώς εκεί που πονούσε: «Γέρασες˙ τρόμαξα να σε γνωρίσω».

Γιατί όμως; Αυτός ποτέ δεν ήταν εκδικητικός άνθρωπος. Τι ήταν αυτό που τον έπιασε τη συγκεκριμένη στιγμή και αντέδρασε με τέτοιο τρόπο; Ήταν τελικά τόσο βαρύ το «τραύμα» που κουβαλούσε, τόσο μεγάλη η ζημιά που είχε υποστεί, ώστε να οδηγηθεί σε τέτοια κακεντρέχεια;

Πόσα χρόνια είχαν περάσει; Δώδεκα; Δεκαπέντε; Κι όμως ακόμη εξακολουθούσε να βλέπει εφιάλτες με τον στρατό. Όχι τόσο συχνά όπως τον πρώτο καιρό, αλλά ποτέ δεν έπαψαν εντελώς. Και η αιτία ήταν ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά του, ο λοχαγός πυροβολικού Ζάρκος Γεώργιος, διοικητής του στον …λόχο Στρατονομίας, όπου υπηρέτησε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του.

Η θητεία του!

Παρουσιάστηκε έναν παγωμένο Φεβρουάριο του 198…, στο 519 ΤΠ, στο στρατόπεδο Παπαργύρη, -κέντρο νεοσυλλέκτων, την εποχή εκείνη- λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά από το σπίτι του. Ο καλύτερός του -τότε- φίλος τον συνόδεψε μέχρι την πύλη. Την διάβηκε χωρίς να αφήσει έξω κάθε ελπίδα˙ κατάφερε να περάσει κάποιες μαζί του, ανάμεσα στα λίγα ατομικά είδη που επιτρεπόταν να φέρει. Μια ρακέτα του πιγκ πογκ -ήταν καλός στα νιάτα του- και καναδυό βιβλία, αυστηρώς επιστημονικά.

Ο δόκιμος του Στρατολογικού Γραφείου, δραμινός δικηγόρος, έτυχε να είναι γνωστός του. Τον είχε φιλοξενήσει μερικά βράδια στο φοιτητικό του σπίτι στην Αθήνα, όταν περνούσε από τη σχολή δοκίμων. Αυτός τον έπεισε να δηλώσει εθελοντής στη Στρατονομία.

«Από εδώ, πεζικάριος, δεν έχεις καμιά τύχη. Έβρος ή νησιά, όπου θα σε ξεχάσει κι ο Θεός. Ενώ, στρατονόμος, θα πας τέσσερις μήνες στο Κέντρο στην Αθήνα, εκεί που είναι τόσοι φίλοι σου, και μετά θα έρθεις στην Καβάλα. Κοίτα τους -έδειξε το όχημα περιπόλου που ερχόταν για την επιλογή- τουρίστες! Κάθε μέρα θα είσαι στο σπίτι σου».

Αυτός ούτε που ήθελε να ακούσει. Στρατονομία! Όμως ο δόκιμος τον έπεισε. Του εξήγησε πως «άλλαξαν πια τα πράγματα˙ δεν είναι η παλιά ΕΣΑ. Τώρα παίρνουν μόνο παιδιά που έχουν σπουδάσει και τα εκπαιδεύουν με πολιτισμένο τρόπο. Τι; Θα σου έλεγα εγώ, αν ήταν…»

Πήγε. Και πέρασε ζόρικα˙ «πολιτισμένα» μεν, ζόρικα δε. Μπορεί να φταίει και εκείνη η συζήτηση που άκουσε άθελά του, ότι τον προορίζουν για δόκιμο –ό,τι χειρότερο για στρατονόμο. Αναγκάστηκε τότε να παραστήσει τον άρρωστο, λιποθύμησε τάχα στη σκοπιά, «νευροφυτικές διαταραχές» έγραψε ο -μιλημένος- γιατρός στο πέι μπουκ και τη γλίτωσε. Αυτό όμως έγινε αιτία να χάσει τη μετάθεση στην Καβάλα˙ έκανε μήνες να έρθει στον λόχο, τον έστειλαν πρώτα στην Καστοριά -τι να τα θυμόμαστε τώρα;- όταν τελικά παρουσιάστηκε στη μονάδα που εδράζονταν στη Μεραρχία, κάτω από τον Άγιο Σίλα, μόλις είχε αλλάξει ο διοικητής και… ο τουρισμός τέλος.

Έγινε επιλοχίας, που στη Στρατονομία σημαίνει το τρίτο τη τάξει αξίωμα, μετά τον διοικητή -λοχαγό συνήθως- και τον δόκιμο. Κανονικά ήταν μια αξιοζήλευτη θέση. Κανονικά δεν έπρεπε να μπαίνει ποτέ υπηρεσία. Κανονικά, θα ήταν κάθε μέρα έξω, και άδειες όποτε γούσταρε. Κανονικά. 

Όμως ο Ζάρκος δεν ήταν κανονικός διοικητής, δεν ξέρουμε αν ήταν και κανονικός άνθρωπος. Για να καταλάβετε, έκανε έναν χρόνο να πάρει άδεια˙ «κανονική» ή «μικράς διαρκείας». Έμπαινε υπηρεσία τρεις φορές την εβδομάδα, εναλλάξ με έναν άλλο λοχία, Καβαλιώτη, που πάει να πει ότι έβγαινε -όταν έβγαινε- Τετάρτη, Παρασκευή και Κυριακή, αυτός, Δευτέρα Πέμπτη και Σάββατο ο άλλος˙ την Τρίτη είχε «νυχτερινή».

Έμειναν ιστορικές οι «κόντρες» τους:

-Κύριε Διοικητά, αν ο στρατός είναι τόσο καλό πράγμα όσο θέλετε να μας πείσετε, τότε, όταν κάνουμε κάποιο παράπτωμα, θα πρέπει να μας τιμωρείτε με… μείωση θητείας.

-Άντε πάγαινε από δω, ρε…, μη σου πω καμιά κουβέντα.

Και δεν του έλεγε μόνο κουβέντες! Του έκανε τη ζωή μαρτύριο. Τον «έτρεχε» όσο δεν έπαιρνε. Ο λόγος; Ποτέ δεν δέχτηκε να είναι «το μάτι και το αφτί του διοικητή στον λόχο», δηλαδή να καρφώνει ό,τι συνέβαινε, τις ώρες που εκείνος απουσίαζε.

Έφτασε να βλέπει τα βράδια εφιάλτες -ποιος;- αυτός που πρόσφερε τόσα πολλά. Κρατούσε τη μονάδα σε άριστη κατάσταση, οργάνωσε το ανύπαρκτο -επί εποχής «τουρισμού»- Γραφείο Κινήσεως, ήταν άριστος στην τήρηση της αλληλογραφίας και αποτελεσματικός, όποτε χρειάστηκε να επέμβει ο λόχος.

Του έκανε όμως τη ζωή μαρτύριο. Αλλά κι αυτός δεν ήταν κανένα ήσυχο παιδί. Και τους κοπανιστούς από την τρύπα στο συρματόπλεγμα κάλυπτε, και την υπογραφή του -ένα ζήτα σαν του Ζορρό- πλαστογράφησε κάποτε που είχε φύγει σε άδεια, ξεχνώντας να υπογράψει τις εξόδους των στρατονόμων, και ένα σωρό άλλα κατορθώματα έκανε, που πίστευε ότι εκείνος δεν τα μάθαινε. Έτσι πίστευε.

Με αποκορύφωμα μια βραδιά -έλειπε πάλι ο διοικητής σε άδεια- που έβγαλαν από το πειθαρχείο έναν τιμωρημένο στρατιώτη, τον καφετζή του Ταξίαρχου, ο οποίος, ενώ απολύονταν, έφαγε «δεκαπέντε μέρες αυστηρά» και κόντευε να σαλτάρει. Πήγαν με το αμάξι του «κακούργου» -ένα Ρενώ 5 τούρμπο, σκέτο πύραυλο- σε μια ντίσκο στην Ηρακλείτσα, διασκέδασαν με κάτι κορίτσια και στον γυρισμό λίγο έλειψε να εμπλακούν σε τροχαίο˙ ακόμα θα υπηρετούσε!

Εντελώς συμπτωματικά, λίγο μετά από κάθε τέτοιο κατόρθωμά του, έπεφταν κάτι τρομερά «γκάζια» από τον διοικητή, για άσχετο θέμα, ή ποινές κράτησης, ή φυλάκισης, χωρίς ουσιαστικό λόγο.

-Δεν πιστεύω να ξέχασες τη συνεργασία μας, τόσους μήνες, στον λόχο! Δεν περάσαμε και άσχημα…

-Προσπαθώ να τα ξεχάσω. Δεν ξέρω για σένα, εγώ πάντως πέρασα πολύ άσχημα˙ αλλά… ας το αφήσουμε καλύτερα.

Έκανε να φύγει. Ο άλλος το συνέχισε.

-Αυτό, τώρα μου το λες. Δεν θυμάμαι να μου έκανες κανένα παράπονο τότε.

-Αν θυμάσαι καλά, το απολυτήριο δεν μου το έδωσες εσύ -είχες μια «δουλειά»- αλλά ο δόκιμος. Τότε θα είχαμε πολλά να πούμε. Τώρα… Και, κοίτα, μην νομίζεις ότι, επειδή μας υποχρέωνε ο κανονισμός να σε χαιρετάμε όποτε ανταμώνουμε, θα το κάνουμε και τώρα. Άντε, τράβα στη δουλειά σου.

«Μαλάκα», συμπλήρωσε από μέσα του.

Γύρισε και συνέχισε τη βόλτα του προς τον ΕΙΡΜΟ, αφήνοντας τον άλλο με ανοιχτό το στόμα. Πώς είναι όμως τα πράγματα! Αυτός σίγουρα θα θεωρούσε τον εαυτό του έναν εξαιρετικό αξιωματικό και περίμενε να του το αναγνωρίσουν και οι φαντάροι. Ποιος ξέρει; Για μερικούς μπορεί και να ήταν έτσι. Σίγουρα θα υπήρχαν και κάποιοι τους οποίους ευνοούσε, δεν τους έκανε να βλαστημούν την ώρα και τη στιγμή…

Μπήκε στη στοά και στάθηκε στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου.

-Αυτός, ρε, δεν είναι ο…

Τα λόγια ακούστηκαν χαμηλόφωνα, σε μικρή απόσταση πίσω του, δεν δυσκολεύτηκε όμως να τα διακρίνει. Και θα γύριζε να δει από ποιον προέρχονταν, αν η απάντηση δεν τον βοηθούσε να καταλάβει αμέσως.

-Αυτός είναι. Πάμε να του μιλήσουμε.

Δεν χρειάστηκε να γυρίσει. Διομήδης-Κανάκης. «Τα παιδιά της φασαρίας». Θα αναγνώριζε τις φωνές τους ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες. Πόσες φορές δεν τους έκανε παρατήρηση να πάψουν να σχολιάζουν και να κρυφογελούν μέσα στην τάξη! Ήταν όμως καλοί μαθητές˙ κατά βάθος τους εκτιμούσε, τους είχε καλούς βαθμούς και σίγουρα τον εκτιμούσαν κι αυτοί. Τι να απέγινε με τις σπουδές τους; Χάρηκε που τους άκουσε, που θα τους έβλεπε και πάλι.

-Άσε, ρε, που θα του μιλήσουμε… Να του δώσουμε και αξία, τον παπάρα!

Δεν γύρισε.

Δεν ήταν και σίγουρος αν άκουσε καλά.

 

 

______________________________________________

*10-12 W/m2 : Πρόκειται για την ελάχιστη ένταση ήχου που γίνεται αντιληπτή από το ανθρώπινο αφτί και αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως «κατώφλι ακουστότητας».

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: