ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Χλωριούχο Νάτριο

 Πού είχε βάλει το αλάτι;

Κάθε φορά που ήταν ταραγμένη δεν μπορούσε να βρει το αλάτι. Και ήξερε καλά, το θυμόταν από τη μάνα της, ότι το αλάτι πρέπει να μπαίνει στα ρεβίθια την κατάλληλη στιγμή.

Ήταν από τα λίγα πράγματα που θυμόταν από τη μαγειρική της μητέρα της. «Μόλις πάψουν να αφρίζουν, τότε ρίχνουμε το κρεμμύδι ψιλοκομμένο, το δενδρολίβανο και το αλάτι».

Όμως, πού είχε βάλει το αλάτι;

Αχ, και να ήταν από καμιά μεριά να την έβλεπε τώρα. «Κάτσε εδώ δίπλα μου να μαθαίνεις», της έλεγε κάθε φορά που βρισκόταν στην κουζίνα κι αυτή χωνόταν ανάμεσα στα πόδια της, για να πάρει ένα μήλο ή λίγο παγωτό από το ψυγείο. «Θα κάνεις οικογένεια μεθαύριο και θα παιδεύεσαι με τους “Τσελεμεντέδες”…»

«Εμένα η ταυτότητά μου δε γράφει “οικιακά”», της απαντούσε πάντα και βιαζόταν να φύγει, μη τυχόν και μυρίσουν τα φρεσκολουσμένα μαλλιά της. «Γράφει “Χημικός”»!

Μια χημικός που δεν μπορούσε να βρει το αλάτι.

Μα, πού στην ευχή το είχε αφήσει;

Πήγε να πει πού στο διάλο, όμως κρατήθηκε. Είδε πάνω στον πάγκο τον Άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη να την κοιτάζει βλοσυρός και άλλαξε το λόγο της. Προσπάθησε προσεκτικά με τους αγκώνες να κλείσει το βιβλίο, μη το λερώσει με τα χέρια της. «Οψοποιών μαγγανείαι ήγουν καλογερική μαγειρική», διάβασε στο εξώφυλλο.

«Α, ρε μάνα, έπεσες έξω τελικά! Όχι τόσο για τους “Τσελεμεντέδες”, όσο για την οικογένεια…»

Πόσο μεράκι το είχε η συχωρεμένη! «Παντρέψου να κάνεις παιδιά», έλεγε και ξανάλεγε. «Τα παιδιά είναι το άλας της γης». Μπέρδευε η καημένη τα λόγια του Ευαγγελίου. Ή μήπως ήταν αυτή που δεν θυμόταν καλά. «Το άλας της γης…»

Μα, πού στο διάλο πήγε το αλάτι;

Το αλάτι ήταν εκεί, δίπλα στα άδεια μπολ με το κρεμμύδι και το δενδρολίβανο. Κάθε φορά που μαγείρευε, ετοίμαζε από την αρχή όλα τα υλικά και τα τοποθετούσε στη σειρά μπροστά της, όπως είχε δει τόσες φορές να κάνουν στις εκπομπές μαγειρικής. Το πήρε, το έριξε στην κατσαρόλα που έβραζε, ανακάτεψε δυο τρεις φορές και πήρε μιαν ανάσα.

«Γιατί τέτοια ταραχή;» αναρωτήθηκε.

Δεν ήταν και η πρώτη φορά που καλούσε κάποιον σε τραπέζι…

Από τότε που τοποθετήθηκε ως αναπληρώτρια στην Αστυπάλαια, και ξεχειμώνιασε για πρώτη φορά με μια κλειστή παρέα νεοδιόριστων καθηγητών, απέκτησε αυτή τη συνήθεια να καλεί κάθε τόσο συναδέλφους της για φαγητό. Αυτό της έμεινε από εκεί. Α, ναι, και το τραγούδι, φυσικά:

                   «Το κάστρο της Αστροπαλιάς έχει κλειδί κλειδώνει…»

Πάνε χρόνια τώρα –αλήθεια, πόσα;– που ταύτισε μυστικά μέσα της την Αστροπαλιά με τη ζωή της, με την ίδια της την ψυχή: «Έχει κλειδί κλειδώνει…» Έτσι κλείδωσε και αυτή τη ζωή της και άφησε έξω κάθε τι που θα μπορούσε να την πληγώσει, να την συγκλονίσει συθέμελα, όπως τότε στα Ψαρά.

Ήταν τον τρίτο χρόνο που εργαζόταν ως Χημικός και είχε τοποθετηθεί στα Ψαρά. Μικρό σχολείο, λίγοι συνάδελφοι, κλειστός ο κύκλος των συναναστροφών. Είχε αρχίσει να το συνηθίζει όμως και δεν την πείραζε. Έστειλε τα λιγοστά πράγματά της με τη μεταφορική – αποστολέας και παραλήπτης η ίδια – φόρτωσε στο καράβι τη μηχανή και σάλπαρε από την Αλεξανδρούπολη με πλοίο της άγονης γραμμής.

Ένα δωμάτιο από αυτά που το καλοκαίρι φιλοξενούν παραθεριστές. Φρόντισε, όπως πάντα, να έχει θέα στη θάλασσα και να είναι κάπως μεγάλο, ώστε, στην χωρισμένη με ένα πασάζο κουζίνα του, να υπάρχει κι ένα μεγάλο τραπέζι για τις βραδιές που θα καλούσε τους συναδέλφους της σε δείπνο.

Γρήγορα αποδείχτηκε «περιττή πολυτέλεια», όπως συνήθιζε να λέει η Γεωργία. Γιατί, πριν καλά καλά πιάσουν τα πρώτα κρύα, ο κύκλος των προσώπων τα οποία καλούσε και για χάρη των οποίων παιδευόταν στην κουζίνα περιορίστηκε σε εκείνη και τον Δημήτρη.

Αυτό ξεκίνησε την ημέρα της γιορτής του. Εκείνη τη χρονιά έπεφτε Παρασκευή κι έτσι στο σχολείο είχαν τη γιορτή για την 28η Οκτωβρίου. «Μην ασχολείσαι εσύ με τίποτα», είχε πει στον Δημήτρη που, ως φιλόλογος, είχε οριστεί υπεύθυνος για τη σχολική γιορτή και έτρεχε νυχθημερόν. «Εγώ θα αναλάβω τις ετοιμασίες, θα είναι το δώρο μου. Αντί να σου πάρω κανένα βιβλίο…»

Έλα όμως που δεν τα είχαν υπολογίσει καλά, αφού σχεδόν όλοι οι συνάδελφοι, ακόμη κι ο διευθυντής, «την έκαναν» από την Πέμπτη ακόμη για τις πατρίδες τους, χαιρετώντας τους με μεγαλύτερο ενθουσιασμό και από εκείνον που είχαν τα φανταράκια του ’40 στις εικόνες αποχαιρετισμού για το μέτωπο που έδειξε την άλλη μέρα ο Δημήτρης στη γιορτή. Έμειναν οι τρεις τους…

Το ίδιο βράδυ, συζητώντας για τα κείμενα και τις μουσικές που επέλεξε ο Δημήτρης για την γιορτή, βρέθηκαν να μιλούν για Σεφέρη, για Ελύτη αλλά και για Φώτη Κόντογλου, Ζήσιμο Λορεντζάτο, Θόδωρο Ζιάκα, ακούγοντας, εκτός από Βέμπο, και Μάρκο Βαμβακάρη, Θεοδωράκη, Νίκο Ξυδάκη, Βιμ Μέρτενς και Νικ Κέιβ. Πριν τελειώσουν και το τέταρτο μπουκάλι κρασί, είχαν συνειδητοποιήσει πόσες «συγγενείς ευαισθησίες» τούς ένωναν και πόσους παράλληλους δρόμους είχαν ακολουθήσει στις μέχρι τότε πνευματικές αναζητήσεις τους. Ήταν η αρχή.

Το αγιοδημητριάτικο καλοκαιράκι κράτησε αρκετά εκείνη τη χρονιά και τα γλυκά απομεσήμερα του Νοέμβρη τους έβλεπες συχνά τους τρεις τους να πηγαίνουν για μπάνιο «τρικάβαλο». Η ίδια στο τιμόνι της μηχανής, η Γεωργία στο πίσω φτερό και ανάμεσά τους ο Δημήτρης να συγκεντρώνει τα γεμάτα ζήλεια βλέμματα των ανδρών που άραζαν στα ουζερί και να ακούει σχόλια τού τύπου «α, ρε, η γλύκα του μεσαίου». Κι όπως σφίγγοταν ο ένας πάνω στον άλλο, έτσι και η σχέση τους δυνάμωνε.

Αργότερα, όταν ξανάφερνε στο νου της εκείνες τις ημέρες, δεν μπόρεσε ποτέ να προσδιορίσει πότε ακριβώς, σε ποια παραλία, ποιο φθινοπωριάτικο μεσημέρι, ξύπνησε μέσα της ο ερωτικός πόθος. Ίσως γιατί, για ένα μεγάλο διάστημα, που κράτησε ολόκληρο τον Χειμώνα και την Άνοιξη, δεν τολμούσε να το ομολογήσει ούτε στον εαυτό της. Όταν επιτέλους το αποδέχτηκε, όταν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είπε «παραδέξου το, είσαι ερωτευμένη», κόντευαν να τελειώσουν και οι διακοπές του Πάσχα και δεν έβλεπε την ώρα να ξαναβρεθεί στα Ψαρά.

Δεν είχε σκεφτεί ακόμη πώς θα το αντιμετωπίσει. «Άσε να γυρίσουμε με το καλό στο νησί, να ξανανταμώσουμε και βλέπουμε». Φοβόταν. Ήξερε τι θα σήμαινε μια τέτοια αποκάλυψη για τους τρεις τους, για εκείνη την υπέροχη φιλική σχέση που είχαν δημιουργήσει. Κυρίως όμως φοβόταν πώς θα το έπαιρνε η ίδια η Γεωργία. Ωστόσο έθεσε ως όριο την ημέρα της γιορτής της, στις 23 Απριλίου. Μέχρι τότε ό,τι ήταν να γίνει έπρεπε να γίνει.

Την παραμονή πήγαν και πάλι με τη μηχανή στο ξωκλήσι του Αη-Γιώργη για το μικρό πανηγύρι, το γλέντι που θα γινόταν μετά τον Εσπερινό. Βεβαίως πήγαν από νωρίς και για τον ίδιο τον Εσπερινό, αφού ο παπα-Νεκτάριος είχε παρακαλέσει τον Δημήτρη «να βοηθήσει στο ψαλτήρι», μια και σκόπευε να διαβαστεί το Ασματικό και μετά  να ακολουθήσει και Απόδειπνος, αφού βεβαίως προηγηθεί μικρή λιτανεία της εικόνας και Αρτοκλασία, ώστε «να κάνουμε όλα τα κέφια του Αγίου».

Έμειναν οι δυο τους να παρακολουθούν αφηρημένα την ακολουθία με τη Γεωργία καθισμένη εμπρός της και εκείνη όρθια να στηρίζεται απαλά στους ώμους της, να αγγίζει με τις άκρες των δακτύλων της τα μαλλιά της, και το μυαλό της να συναγωνίζεται την καρδιά της στο πιο θα λυγίσει γρηγορότερα από την πίεση.

«Πολύ το ουζαντίζουν», έσκυψε και είπε για μια στιγμή στη Γεωργία, χρησιμοποιώντας μια από τις θρακιώτικες εκφράσεις της γιαγιάς της. «Δεν πάμε να πάρουμε λίγο αέρα;»

Βγήκαν και περπάτησαν πιασμένες από το χέρι, όπως το συνήθιζαν όταν ήταν οι δυο τους, μέχρι την άκρη του βράχου. Σταμάτησαν, γύρισαν, κοιτάχτηκαν στα μάτια και… «θέλω να σου πω κάτι», είπαν ταυτοχρόνως.

Έμεινε άφωνη. Για… ένα, δυο, τρία δευτερόλεπτα.

«Ξέρεις, εγώ και ο Δημήτρης… εδώ και λίγο καιρό…» ψέλλισε δειλά η Γεωργία.

Τέσσερα, πέντε, έξι.

«Μη συνεχίσεις. Τα έχω καταλάβει όλα», είπε το πρώτο ψέμα που της ήρθε στο νου. «Έτσι και αλλιώς εμείς θα μείνουμε για πάντα φίλες», συνέχισε και την έσφιξε στην αγκαλιά της, κρύβοντας τον πόνο που είχε αρχίσει κιόλας να υγροποιείται (πάντα αυτή η χημικός) στα μάτια της.

Αλλιώς την είχε σχεδιάσει αυτή την αγκαλιά, αλλιώς την είχε σκηνοθετήσει τα τόσα βράδια που έμενε ξάγρυπνη, φλεγόμενη από τον πόθο για τη Γεωργία. Και το τρυφερό αλλά πικρό φιλί που της έδωσε στο μάγουλο κι αυτό αλλιώς το είχε φανταστεί. Τι σημασία είχε τώρα πια;

Μέσα σε έξι δευτερόλεπτα έζησε τη δημιουργία και την καταστροφή του κόσμου.

«Τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών εν ειρήνη και μετανοία εκτελέσαι, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα», ακούστηκε ψηλά από το πεύκο η φωνή του παπα-Νεκτάριου στο μεγάφωνο.

Τι τα θέλει και τα θυμάται τώρα; Όμως, παραδόξως, οι αναμνήσεις φαίνεται να της έκαναν καλό. Ηρέμησε κάπως η αναπνοή της και τα χέρια της έπαψαν να τρέμουν. Έριξε μια ματιά στο ρολόι πάνω από το ημερολόγιο της Οικολογικής Κίνησης. Είχε χρόνο. Θα κατέβαζε το φαγητό, θα έστρωνε το τραπέζι, θα έκανε ένα μπάνιο και θα περίμενε.

                   «Με διαβατάρικα πουλιά έρωτες να μην πιάνεις

                   γιατί είναι διαβατάρικα και γρήγορα τα χάνεις».

Αυτή τη φορά της ήρθε στο νου και στα χείλη όχι η εκτέλεση της Ελενίτσας Τσαλιγοπούλου, αλλά εκείνη του Νίκου Γράψα με τον Γιάννη Μαράβα και, μόλις βγήκε από το μπάνιο, έβαλε να το ακούσει από τον δίσκο «Στις θάλασσες της Ιωνίας».

                   «Στο Καστελάνο σύννεφα κι η Μαλτεζάνα βρέχει

                   και στου Καράη τα στενά όμορφες κόρες έχει».

Ναι. Έπρεπε να περάσουν τόσα χρόνια αλήθεια, πόσα;– για να ξανανοίξει τις κλειδωμένες πόρτες του το κάστρο της Αστροπαλιάς και να αφήσει να μπουν ένα σωρό όμορφα πράγματα, εικόνες, τραγούδια, συναισθήματα, κυρίως όμως να βγουν, να βγουν και, αυτή τη φορά, να βρουν αποδέκτη.

Ναι. Αυτή τη φορά ήταν ξεκάθαρα τα πράγματα, δεν ήταν πια κοριτσόπουλο, ήξερε να διαβάζει τους ανθρώπους, είχε μάθει να αντιλαμβάνεται τα μηνύματα που έστελνε το βλέμμα και το άγγιγμα, να αποκρυπτογραφεί τους συμβολισμούς που έκρυβαν τα δώρα, οι αφιερώσεις…

Η Φωτεινή ήταν εξαίρετος άνθρωπος. Περίπου στην ηλικία της, θεολόγος, με μεγάλη αγάπη για τα γράμματα και τις τέχνες, ιδιαίτερα ευαίσθητη με τα παιδιά στο σχολείο και πάντοτε περιποιημένη, ντυμένη με μακριές αλλά κομψές φούστες, όμορφες παλ μπλούζες και ζακετάκια, με τα μαλλιά της πιασμένα πίσω, λες και είχε βγει από αγγλική εικόνα του μεσοπολέμου.

Από την πρώτη στιγμή που τη γνώρισε στο σχολείο, δύο πράγματα την εντυπωσίασαν. Η φωτεινή –γι’ αυτό συγκράτησε αμέσως και το όνομα– και διάφανη επιδερμίδα της και το αθώο, παιδικό χαμόγελό της. Ήρθαν αμέσως πολύ κοντά η μια στην άλλη και διαπίστωσαν πως, παρά τα διαφορετικά ενδιαφέροντα, τις ένωνε η αγάπη για το ωραίο και το αυθεντικό. Σε λίγο καιρό, οι ιδιαίτερες αγάπες της μιας έγιναν πεδίο εξερεύνησης για την άλλη. Η Φωτεινή άρχισε να βλέπει κινηματογράφο και να διαβάζει κόμιξ και εκείνη βρέθηκε να ακούει προκλασική μουσική μελετά τους Ερημικούς Πελεκάνους του Ράμφου. Έτσι τα χειμωνιάτικα βράδια περνούσαν με ασπρόμαυρες αμερικάνικες ταινίες, με διάβασμα και συζήτηση, με καλό κρασί και μουσικές που σύστηνε η μια στην άλλη σαν καλός ραδιοφωνικός παραγωγός.

Ένα από εκείνα τα βράδια έλαβε και το πρώτο «μήνυμα». Είχε προτείνει και είχαν παρακολουθήσει τις «Ώρες» και, την επομένη, η Φωτεινή έφερε μια εντελώς άγνωστη σ’ εκείνη ταινία, το «Όταν πέφτει η νύχτα», μια καναδική παραγωγή της Πατρίσια Ροζέμα, που την παρακολούθησαν πλάι πλάι, σχεδόν αγκαλιασμένες κάτω από μια μάλλινη κουβέρτα, αφού το καλοριφέρ –όταν θέλεις κάτι πολύ- είχε χαλάσει ξαφνικά και έξω ο χειμώνας είχε σοβαρέψει για τα καλά.

Ακολούθησαν και άλλα «μηνύματα» -έτσι της άρεσε να τα χαρακτηρίζει, όταν τις νύχτες ξανάφερνε στο νου της κάθε κίνηση, κάθε λέξη- με πιο ξεκάθαρο εκείνο το δώρο που έλαβε για τα γενέθλια της. Ένας μικρός όμορφος καθρέφτης με κορνίζα από ξύλο τριανταφυλλιάς, αγορασμένος από κάποιο παλαιοπωλείο, και με αφιέρωση τους στίχους του Καβάφη:

…Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει

κατά την ύπαρξίν του την πολυετή,

χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα∙

μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν

κ’ επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του

την άρτιαν ομορφιά…

Ωστόσο δεν βιαζόταν. Τα σχεδίασε όλα στο μυαλό της μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Κάλεσε την Φωτεινή σε δείπνο την παραμονή της γιορτής της –εξ ου και τα ρεβίθια, αλάδωτα- και τότε, χωρίς κάτι να αποσπά την προσοχή τους, με ένα κερί ανάμεσά τους να ορίζει την απόσταση ασφαλείας και το άρωμα από το θυμίαμα στην ατμόσφαιρα –παραμονή των Φώτων και το «αντέτι» έπρεπε να γίνει- θα της μιλούσε ξεκάθαρα για τον έρωτά της.

Θα της έλεγε τι αισθανόταν και θα της εξηγούσε πως απλώς ήθελε να της το εξομολογηθεί, να το βγάλει από μέσα της, χωρίς να περιμένει ανταπόκριση, πράγμα που ασφαλώς ήταν ψέμα. Βεβαίως και περίμενε, ήταν σίγουρη και τη σιγουριά της αυτή ήρθε να την εδραιώσει η απάντηση της Φωτεινής στην επίσημη πρόσκλησή της για… «δείπνο και εξομολόγηση»:

«Εξομολογήσεις. Ας το κάνουμε πληθυντικό γιατί κι εγώ έχω να σου εκμυστηρευτώ κάτι καιρό τώρα και δεν βρίσκω την ευκαιρία».

«Έλα πουλί μου γρήγορα και μην αργείς στα ξένα

                   κι ανθίσαν τα γαρύφαλλα που σου ‘χω φυλαμένα».

Καθώς πλησίαζε η ώρα αισθάνθηκε και πάλι να την καταλαμβάνει μια ταραχή. Άλλαξε μουσική, έβαλε τον δίσκο ARIE ANTICHE, μια σπάνια έκδοση του Αετοπούλειου Πολιτιστικού Κέντρου με μαδριγάλια του 17ου αιώνα, δώρο κι αυτό της Φωτεινής από την προσωπική της δισκοθήκη.

Όλα ήταν στη θέση τους. Το τραπέζι στρωμένο για δύο, η σαλάτα, ρίζες από σπανάκι χτυπημένες με καρύδια και αιθανικό οξύ –έτσι συνήθιζε να λέει το ξύδι-, οι χαρτοπετσέτες, το κερί, τα λουλούδια και… έλειπε το αλάτι. Πάλι τα ίδια.

Άρχισε να ανοιγοκλείνει αλαφιασμένη τα ντουλάπια, όταν ακούστηκε το κουδούνι. Η καρδιά της πετάρισε. Πήρε βαθιές ανάσες, χαμήλωσε τη μουσική, έσβησε καναδυό φώτα, έκανε το σταυρό της και άνοιξε την πόρτα. Η Φωτεινή πιο όμορφη από ποτέ και…

«Από δω ο Μιχάλης. Συνάδελφος, θεολόγος. Πήρα μόνη μου την πρωτοβουλία να τον καλέσω για να τον γνωρίσεις. Έχει να κάνει με τις εξομολογήσεις», είπε και έκλεισε πονηρά το μάτι.

Από τα ηχεία η Κική Μορφωνιού τραγουδούσε:

                   Il mio ben quando verrà

                   A veder la mesta amica?

Χαμογέλασε αμήχανα. Πήγε να δώσει το χέρι της και διαπίστωσε ότι κρατούσε την αλατιέρα.

 

Δράμα, Μάιος 2004 - Νοέμβριος 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: