Όχι, θα τους χάριζε!
Χτύπησε
δυνατά την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου της, άνοιξε εκείνη του οδηγού, κάθισε στη
θέση και έκλεισε. Στο μεταξύ, ο Ιάσονας έβγαλε τη ζώνη, πέρασε από πίσω στη
θέση του συνοδηγού και άνοιγε ήδη το ραδιόφωνο. Τον κοίταξε αυστηρά, ήταν όμως
εκείνη τη στιγμή πολύ ταραγμένη για να μαλώσει μαζί του. Έτσι κι αλλιώς, στο
τέλος θα γινόταν πάλι το δικό του – ποτέ δεν κατάφερε να του επιβληθεί σ’ αυτό
το θέμα. Όπως και σε κανένα άλλο! Περιόρισε την αντίδρασή της στο να κλείσει το
ραδιόφωνο και γύρισε νευρικά τον διακόπτη. Εξάλλου, κρυφά μέσα της, καμάρωνε
που ο γιος της, «παλικαράκι» πια έξι ετών, καθόταν «μπροστά». Κατά βάθος ήταν
πολύ ευχαριστημένη. Γύρισε και τον κοίταξε, χαμογέλασε και του ανακάτεψε τα
μαλλιά. Ο Ιάσονας. Γι’ αυτόν δεν είχαν γίνει όλα;
‡
Είχε
ξεκινήσει από το σπίτι της αποφασισμένη να μην το αφήσει να περάσει. Από τη
στιγμή που διάβασε την πρόσκληση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων, «πήρε
ανάποδες». Μπορεί σε άλλες συγκεντρώσεις να μην πήγαινε, όμως αυτή τη φορά θα
ήταν εκεί και θα έδινε τη μάχη για το παιδί της, τον μονάκριβό της Ιάσονα.
«Φοίτηση
παιδιών προσφύγων στο σχολείο μας», ήταν το θέμα της πρόσκλησης. Ούτε καν
«πιθανή»! Το είχαν δηλαδή δεδομένο. Καλά, αυτός ο πρόεδρος κοιμόταν όρθιος,
έπρεπε να φτάσει ο κόμπος στο χτένι για να αποφασίσει να καλέσει γενική συνέλευση.
Τόσον καιρό τώρα βούιζαν τα Μέσα Ενημέρωσης. Τα προσφυγόπουλα θα φοιτήσουν σε
σχολεία των περιοχών όπου βρίσκονται τα Κέντρα Υποδοχής και Φιλοξενίας. Σε άλλα
μέρη οι γονείς είχαν ήδη ξεσηκωθεί. Είχαν πάρει αποφάσεις. Είχαν συντάξει
επιστολές. Είχαν ξεκινήσει κινητοποιήσεις. Κι εδώ, αν δεν ήταν αυτή να τους ταρακουνήσει,
να τηλεφωνήσει σε άλλους γονείς, να το κάνει θέμα στο φέισμπουκ, ακόμα θα περίμεναν.
Προσφυγόπουλα
στο σχολείο ΤΟΥΣ! Στις ίδιες αίθουσες, στα ίδια θρανία, στην ίδια αυλή, στις
ίδιες τουαλέτες με τα δικά τους παιδιά! Με τον δικό της Ιάσονα; Αυτό πήγαινε
πολύ. Δεν τον μεγάλωσε αυτή με τόση προσοχή, με τόση φροντίδα, για να τον κάνει
τώρα συμμαθητή του πρώτου τυχόντα πρόσφυγα…
‡
Από
τη στιγμή που έμεινε έγκυος ένας ήταν ο σκοπός της ζωής της. Η γέννηση και η ανατροφή
του παιδιού της με τους όρους που θα καθόριζε εκείνη. Τρεις διαφορετικοί γυναικολόγοι
παρακολουθούσαν την εγκυμοσύνη της, παρ’ όλο που ήταν απολύτως φυσιολογική. Και,
όταν ήρθε ο καιρός να γεννήσει –με καισαρική, εννοείται, για να έχει τον πλήρη
έλεγχο–, έδωσε ραντεβού και με τους τρεις σε διαφορετικές κλινικές. Την
τελευταία στιγμή επέλεξε την πιο ακριβή.
Ο
Ιάσονας, όνομα στο οποίο κατέληξε μετά από πολύ ψάξιμο –σιγά μην τον έλεγε Απόστολο
όπως τον πεθερό της–, μεγάλωνε με τα καλύτερα. Τρεφόνταν μόνο με βιολογικά
προϊόντα, ντυνόταν μόνο με μονόχρωμα βαμβακερά ρούχα επιλεγμένων εταιρειών,
έπαιζε μόνο με ξύλινα «οικολογικά» παιχνίδια… Εννοείται πως έκανε και ομοιοπαθητική.
Όσο για τις παρέες του, είχε πάντοτε τον νου της, ώστε αυτές να βρίσκονται έξω
από την «πολλή συνάφεια του κόσμου» και μακριά από τις «πολλές κινήσεις κι
ομιλίες». Παραδόξως, όπως έλεγε ο πατέρας του, καθώς μεγάλωνε, γινόταν ένα
φυσιολογικό παιδί.
Το
πράγμα όμως δεν ήταν καθόλου παράδοξο, αντίθετα μπορούσε να ερμηνευτεί πολύ καλά.
Διότι, μόλις ο Ιάσονας άρχισε να αντιλαμβάνεται την αδυναμία της μαμάς του στο
πρόσωπό του –ο πατέρας απουσίαζε μονίμως για δουλειές–, ξεκίνησε ένας άνισος
αγώνας. Από τη μια οι αρχές και τα πρέπει της μητέρας και από την άλλη εκείνο
το ακατανίκητο… «αφού το θέλει το παιδί». Το αποτέλεσμα της μάχης αυτής ήταν να
μπουν στη ζωή του Ιάσονα πράγματα ανήκουστα, όπως ο γύρος με πίτα και τα
παγωτά, τα φωσφορίζοντα ποδοσφαιρικά παπούτσια, τα τάμπλετ και, μόλις πήγε στην
Α΄ τάξη το «δικαίωμα» να κάθεται στη θέση του συνοδηγού.
Δυστυχώς,
στην πόλη που τους όρισε η (κακιά τους) μοίρα να μένουν, δεν υπήρχαν ιδιωτικά
σχολεία. Εκείνη όμως το έψαξε πολύ. Και προτίμησε να τη διασχίζει από άκρη σε
άκρη, προκειμένου ο Ιάσονας να φοιτήσει σε εκείνο που κάλυπτε, κατά το δυνατόν,
τις προδιαγραφές της. Παιδιά από «καλές οικογένειες» και δάσκαλοι «ψαγμένοι», έτσι
της το σύστησαν. Πού να το φανταζόταν ότι σ’ εκείνη τη μεριά της πόλης, σε ένα
εγκαταλελειμμένο οικοτροφείο, κάποιοι φωστήρες της τοπικής εξουσίας θα στέγαζαν
τους πρόσφυγες;
‡
Στη
συνέλευση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων πήγε καλά διαβασμένη. Είχε
μελετήσει όλα τα επιχειρήματα των αυτόκλητων «προστατών» –εθελοντές τους έλεγαν
αλλά αυτή δεν τα έτρωγε κάτι τέτοια–, που κάνουν τους καλούς και χτίζουν
καριέρες με… τα παιδιά των άλλων. Είχε μάθει απ’ έξω και τις μακροσκελείς
επιστολές που έστειλαν άλλοι σύλλογοι γονέων στους αρμόδιους φορείς και τις
οποίες τα –κατά τα άλλα αποκαλυπτικά– Μέσα είχαν αποσιωπήσει. Εκείνη όμως έψαξε
στο διαδίκτυο και τις βρήκε, για να τις τρίψει στη μούρη όσων, ελαφρά τη
καρδία, βιάστηκαν να χαρακτηρίσουν ξενοφοβικές και ρατσιστικές τις κινήσεις
γονέων που κάνουν το αυτονόητο: ενδιαφέρονται και ανησυχούν για τα παιδιά τους.
Σκόπευε
να πάρει τον λόγο προς το τέλος, γιατί ήθελε να ανασκευάσει όλα τα επιχειρήματα
που θα ακούγονταν υπέρ της φοίτησης των προσφυγόπουλων στο σχολείο ΤΟΥΣ,
περισσότερο όμως γιατί ήταν βέβαιη πως… «με την τοποθέτησή της θα έπαιρνε τη
συνέλευση». Η φράση τής ήρθε απρόσμενα στο νου και της θύμισε τα φοιτητικά της
χρόνια, όταν το όνομά της στα αμφιθέατρα ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλων των
συντηρητικών αλλά και των αναθεωρητών συμφοιτητών της. Ωραία χρόνια! Αξέχαστα!
‡
«Αξιότιμε,
κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί γονείς και κηδεμόνες του σχολείου ΜΑΣ…»
Είπε,
είπε, και τι δεν είπε! Ξεκαθάρισε από την αρχή ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα
να τους χαρακτηρίσει ξενοφοβικούς, διότι, αν και στο σχολείο, μαζί με τα δικά
τους παιδιά, φοιτούν «και Αλβανάκια και Ρωσάκια και τσιγγανόπαιδες, ούτε ένας
γονιός διαμαρτυρήθηκε». Τώρα όμως μιλάμε για μια τελείως διαφορετική κατάσταση.
Πρώτα
πρώτα αναφέρθηκε στην ύποπτη στάση των αρμόδιων φορέων, που δεν λένε ξεκάθαρα
τι ακριβώς σχεδιάζουν να κάνουν. «Ακούγεται πως θα είναι λίγα παιδιά. Και αν
αύριο έρθουν περισσότερα και γεμίσει το σχολείο; Εμείς θα λύσουμε το πρόβλημα
της εκπαίδευσης των προσφύγων; Που δεν είναι όλοι πρόσφυγες, αλλά λέμε τώρα».
Έπειτα
μίλησε για τον κίνδυνο από τις αρρώστιες. «Πότε θα προλαβαίνουν οι καθαρίστριες
να καθαρίζουν και να απολυμαίνουν τον χώρο; Και, καλά, τις τουαλέτες ας πούμε
ότι θα τις προσέχουν. Μη μου πείτε όμως ότι θα απολυμαίνουν και τα πληκτρολόγια
που θα τα πιάνουν τα παιδιά μας με τα χέρια τους!».
Περισσότερο
όμως στάθηκε στον κίνδυνο… ψυχολογικής μόλυνσης που απειλούσε τα παιδιά τους.
«Ξέρετε τι σημαίνει να έχεις μεγαλώσει μέσα στον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και
τις μάχες; Αυτή τη βία κουβαλούν μέσα τους τα παιδιά των προσφύγων και αυτή τη
βία θα μεταφέρουν στο σχολείο ΜΑΣ».
Ήξερε
ότι στο σημείο αυτό έπρεπε να προλάβει τις αντιρρήσεις εκείνων που θα υποστήριζαν
ότι και πριν από χρόνια είχαν φιλοξενηθεί στην περιοχή παιδιά από τον πόλεμο
στη Σερβία, όμως κάθε άλλο παρά προβλήματα δημιούργησαν. «Δεν είναι καθόλου το
ίδιο. Εδώ μιλάμε για μια εντελώς διαφορετική κουλτούρα, για ανθρώπους που ζουν
σε κοινωνίες με εντελώς διαφορετικές αξίες, αν δεχτούμε ότι έχουν κάποιες
αξίες».
Δεν
δίστασε ούτε στιγμή να αφήσει υπονοούμενα βασισμένα σε φήμες που κυκλοφορούσαν
ευρέως στο διαδίκτυο: «Και τι θα γίνει με τις εικόνες των τάξεων; Θα μας υποχρεώσουν
κι εδώ να τις κατεβάσουμε για να μην προκαλούν; Θα κάνουν τα παιδιά μας πρωινή
προσευχή ή κι αυτή θα καταργηθεί, προκειμένου να φανούμε περισσότερο φιλόξενοι;
Και η σημαία; Θα ακούσατε πως απαγορεύεται να κυματίζει στους καταυλισμούς
τους».
Τα
είχε σχεδιάσει έτσι, ώστε τα επιχειρήματά της να παρουσιάζονται ολοένα πιο ισχυρά
και περισσότερο πειστικά. Μπορεί να κοιμήθηκε σχεδόν πρωί, προκειμένου να τα
σκεφτεί ένα ένα και να τα βάλει σε μια σειρά, όμως άξιζε τον κόπο. Το έβλεπε
στα μάτια των ακροατών της, καθώς την παρακολουθούσαν με απόλυτη ησυχία να
επιχειρηματολογεί με άνεση και ακρίβεια ρήτορα.
«Τέλος,
θα μας πουν κάποιοι πως πρόκειται απλώς για παιδάκια και πως κανείς δεν έχει το
δικαίωμα να τους στερήσει την πρόσβαση στη μάθηση. Ε, λοιπόν, όχι! Δεν δέχομαι
ότι μιλάμε για παιδιά, όταν αυτά ζώνονται εκρηκτικά και πηγαίνουν να σκορπίσουν
το θάνατο σε αθώους ανθρώπους. Και, εν πάση περιπτώσει, κανείς δεν τους
αρνείται τη γνώση. Υπάρχουν ένα σωρό μέρη, τόσα κλειστά σχολεία, όπου μπορούν
να λειτουργήσουν οι τάξεις στις οποίες θα φοιτήσουν. Εδώ πάντως, μαζί με τα
δικά μας τα παιδιά, όχι. Δεν θα το επιτρέψουμε».
Κάποιοι
ξέσπασαν σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα, άλλοι ακολούθησαν κάπως διστακτικά,
μερικοί κουνούσαν επιδοκιμαστικά το κεφάλι και υπήρξαν και ορισμένοι –τους είχε
επισημάνει από την αρχή– που σηκώθηκαν και έφυγαν από την αίθουσα. Καλύτερα. Έτσι
μπόρεσε να υπαγορεύσει την απόφαση, η οποία πέρασε χωρίς καμιά αντίθετη ψήφο:
προειδοποιητική επιστολή σε έντονο ύφος προς όλους όσοι αποφασίζουν –την είχε
ήδη συντάξει από το σπίτι της– και κατάληψη του σχολείου, σε περίπτωση που
γίνει κάποια κίνηση, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι δικές τους θέσεις.
Όχι,
θα τους χάριζε!
‡
Ξεκίνησε
με πολλά γκάζια. Καθώς έφτανε στη διασταύρωση, χτύπησε το κινητό της. Ο Πρόεδρος.
Τι ήθελε πάλι αυτός ο άχρηστος; Πέρασε το δάχτυλό της από την οθόνη για να μιλήσει,
όμως το τηλέφωνο συνέχισε να χτυπά. Ξαναπροσπάθησε. Το ίδιο. Δεν καταλάβαινε τι
συμβαίνει. Δεν κατάλαβε ούτε πώς πέρασε το STOP. Είδε τη νταλίκα να έρχεται από δεξιά. Θεέ μου, το παιδί!
‡‡
Τινάχτηκε
από το κρεβάτι μούσκεμα στον ιδρώτα. Το κινητό στο κομοδίνο συνέχιζε να χτυπά.
Ο μαλάκας ο Πρόεδρος. Τι θέλει πρωί πρωί και τη ζαλίζει; Ας τα βγάλει πέρα
μόνος του. Έφταιξε βέβαια κι αυτή που του υποσχέθηκε ότι θα πάει στη συνέλευση
και θα τον βοηθήσει να βγει μια απόφαση που θα προστάτευε το σχολείο… τους. Γι’
αυτό και ξενύχτησε να ψάχνει επιχειρήματα και να σκαρώνει αγορεύσεις.
Τώρα
όμως είχε άλλα πράγματα να σκεφτεί για τη ζωή της.
Και
για το παιδί.
Δ. Λ. Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου