ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Παπούτσι από τον τόπο σου

 Ποτέ δεν ψώνιζε παπούτσια δεύτερη φορά, από το ίδιο μαγαζί.

Δεν ήταν ούτε ιδιοτροπία ούτε παραξενιά. Υπήρχε λόγος σοβαρός και είχε να κάνει με μια συνήθεια, αλλά και μια ιδιομορφία, ή, μάλλον, με μια συνήθεια βασισμένη σε μια ιδιομορφία, που, όπως είχε μάθει αργότερα, την έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι, αυτός όμως κάπως εντονότερα.

Όταν ήταν παιδί, το πρόβλημα –αν μπορεί κανείς να το ονομάσει πρόβλημα- δεν έγινε αντιληπτό ούτε από τον ίδιο ούτε από τη μητέρα του. Έτσι κι αλλιώς στα παιδιά αγοράζουν πάντοτε παπούτσια ένα με δύο νούμερα μεγαλύτερα. Ο Κοσμάς όμως είχε αποκτήσει και μια παράξενη συνήθεια που τότε την είχαν αποδώσει στην ανεμελιά των παιδικών χρόνων και στο ανεξάρτητο του χαρακτήρα του. Στην πρώτη ευκαιρία πετούσε τα παπούτσια και συνέχιζε το παιχνίδι ξυπόλυτος. Τα παιδιά μάλιστα της παρέας τού είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «το φτερό», από τον ήρωα των νεανικών τους αναγνωσμάτων, έναν μικρό ινδιάνο που έπαιζε ποδόσφαιρο χωρίς παπούτσια και ήταν τρομερός γκολτζής, όπως άλλωστε και ο Κοσμάς.

Όχι, δεν έκανε καριέρα στο ποδόσφαιρο. Ένα τρομερό σουτ που έδωσε ξυπόλυτος σε μια ολοστρόγγυλη πέτρα, κάποιο σούρουπο στην κάτω γειτονιά, «παγίδα» της αντίπαλης και πιο μισητής ομάδας, του «έσπασε» κάθε ελπίδα να σταδιοδρομήσει ως σέντερ φορ και του άφησε κι ένα ελαφρύ κουσούρι στο περπάτημα, που όμως μάλλον γοητεία τού προσέδιδε.

Αυτό του εξασφάλισε, αργότερα, στο στρατό, και τον ευεργετικό χαρακτηρισμό «ιώτα δύο» που, σε συνδυασμό με ένα ζευγάρι αρβύλες 9-ΦΦ, έκανε τη θητεία του πραγματικά μια ευχάριστη παρένθεση στη δύσκολη ζωή του. Γιατί, ήταν δύσκολη η ζωή του.

Από μικρός μπήκε παραγιός στο σιδηρουργείο του θείου του και ψήθηκε κυριολεκτικά στη βαριά δουλειά, φορώντας αρχικά ένα ζευγάρι κομμένες σαγιονάρες και, μετά το στρατιωτικό, ένα ολοκαίνουριο ζευγάρι αρβύλες 9-ΦΦ, δώρο του μόνιμου αρχιλοχία, διαχειριστή της μονάδας, για κάτι σούβλες που του κατασκεύασε, το Πάσχα που θα ερχόταν ο στρατηγός για να γιορτάσει στο κέντρο, όπου ο Κοσμάς ήταν «παραμένων», με τους νεοσύλλεκτους.

Αυτές οι αρβύλες αποτέλεσαν και τα πρώτα ορειβατικά του παπούτσια, όταν ξεκίνησε τις αναγνωριστικές του εξορμήσεις στο Φαλακρό, παρέα με τον φίλο του τον Σταμάτη, που είχε επιστρέψει από την Ιταλία, χωρίς να πάρει το πτυχίο του γεωπόνου, με μεγάλη όμως εμπειρία στην ορειβασία και την αναρρίχηση. Σύντομα το Φαλακρό ήταν πλέον πολύ χαμηλό για τα γούστα αλλά και τις δυνατότητες της σχοινοσυντροφιάς. Έτσι ονομάζονταν αφού, παρ’ όλο που ο Κοσμάς δεν είχε επιδοθεί ακόμη στην αναρρίχηση, χρησιμοποιούσαν πάντοτε το ορειβατικό σχοινί στις χειμερινές τους εξορμήσεις, γιατί ο Σταμάτης, στα θέματα ασφάλειας, ήταν απόλυτος. Άφησαν το Φαλακρό σε πιο άβγαλτους και ξεκίνησαν τις εξορμήσεις στον Όλυμπο.

Οι καιροί, κυριολεκτικά και μεταφορικά, δύσκολοι. Αναχωρούσαν Σάββατο, με το βραδινό τρένο, και κατέβαιναν χαράματα στο σταθμό του Λιτοχώρου, με ελάχιστες ώρες κακό ύπνο στα μάτια τους, για να επιστρέψουν στη Δράμα, με τον ίδιο τρόπο, το πρωί της Δευτέρας. Αν έβρισκαν κανένα μέσον μέχρι το χωριό, καλώς, διαφορετικά ξεκινούσαν την πεζοπορία από τον σταθμό και ανέβαιναν όσο ψηλότερα μπορούσαν, άλλοτε μέχρι τη Μπάρμπα, άλλοτε μέχρι τη Σκούρτα κι άλλοτε μέχρι το Οροπέδιο των Μουσών. Αυτή ήταν η χειμερινή τους διαδρομή, γιατί, τους μήνες που δεν είχε χιόνι, ανέβαιναν από του Ζολώτα, μέχρι τη Σκάλα και από εκεί, μια φορά, μέσω Κακόσκαλας, πάτησαν και τον Μύτικα!

Τον χειμώνα, πάλι, όποτε διέσχιζαν τον Λαιμό ή το πέρασμα του Γιόσου, χρησιμοποιούσαν πάντοτε σχοινί το οποίο στάθηκε, κάποτε, η σωτηρία τους, όταν μια τεράστια «κορνίζα» υποχώρησε κάτω από τα πόδια του Σταμάτη, ήταν βλέπετε στη λάθος πλευρά του Λαιμού, και βρέθηκε να κρέμεται κυριολεκτικά από τα στιβαρά, όμως άτεχνα χέρια του Κοσμά. Τότε ήταν που ο Σταμάτης τού τόνισε την ανάγκη να τον εκπαιδεύσει και στην αναρρίχηση, ώστε να ολοκληρωθεί, όπως του είπε, ως ορειβάτης.

Ξεκίνησαν και πάλι στις ορθοπλαγιές του Φαλακρού, πάνω από τους Πύργους, σε εύκολες διαδρομές. Πολύ σύντομα, ο μαθητής αποδείχθηκε ικανότερος του εκπαιδευτή του και έτσι ο Κοσμάς άρχισε όχι μόνο να σκαρφαλώνει σε όλο και μεγαλύτερους βαθμούς δυσκολίας, αλλά, κάποιες φορές, να μπαίνει επικεφαλής της σχοινοσυντροφιάς. Βεβαίως, παρά την τεράστια μυική του δύναμη, τη μεγάλη ευλυγισία του και την καταπληκτική αίσθηση ισορροπίας που διέθετε, οι δυνατότητές του ποτέ δεν ξεπερνούσαν ένα επίπεδο και η εξήγηση γι’ αυτό ήταν απολύτως λογική. Δεν διέθετε τα κατάλληλα παπούτσια αναρρίχησης.

Τη μία και μοναδική φορά που δοκίμασε να σκαρφαλώσει στα Μετέωρα, στην «Κόψη του Παντοκράτορα», λίγο έλειψε να γίνει το ατύχημα, όταν το παπούτσι του γλίστρησε και βγήκε, ενώ αυτός επιχειρούσε να περάσει μια ασφάλεια και να φτάσει στο  «ρελέ».

«Έτσι δεν πάμε στο Στεφάνι», του είπε ο Σταμάτης.

Η αναρρίχηση στο Στεφάνι ήταν το όνειρό τους. Να σκαρφαλώσουν εκεί, στην πιο όμορφη κορυφή του Ολύμπου, στον περίφημο «Θρόνο του Δία», και μάλιστα να ανοίξουν μια δική τους διαδρομή, μια διαδρομή που θα την ανέφεραν όλοι οι αναρριχητικοί οδηγοί και θα είχε το όνομα που θα της έδιναν αυτοί, όποιο όνομα θα τους ερχόταν στο νου μόλις θα έφταναν στο τέρμα της, σύμφωνα με την παλιά αναρριχητική παράδοση.

Το όνειρό σου πρέπει να το κυνηγάς και οι δυο σχοινοσύντροφοι το κυνήγησαν μέχρι την Ιταλία, όπου, μετά από αιματηρή οικονομία, ταξίδεψαν για να επισκεφτούν ειδικά καταστήματα –στην Ελλάδα δεν ήταν ακόμη διαδεδομένο το άθλημα- και να προμηθευτούν τον εξοπλισμό που χρειάζονταν, πρώτα απ’ όλα παπούτσια για τον Κοσμά. Τότε, για πρώτη φορά, έκανε αυτό που αργότερα θα του γινόταν τόσο δυνατή συνήθεια που, μέσα του, θα το χαρακτήριζε πάθος.

Είχαν αγοράσει ό,τι άλλο χρειαζόταν και κατέληξαν στο τμήμα με τα παπούτσια. Είχαν βάλει στο μάτι ένα ζευγάρι LA SPORTIVA και έπρεπε να τα δοκιμάσουν. «Τι νούμερο ακριβώς φοράς;» τον ρώτησε ο πωλητής με τη μεταφραστική βοήθεια του Σταμάτη, δίνοντας έμφαση στο «ακριβώς». Κοιτάχτηκαν στα μάτια με νόημα. «Δεν ξέρει, σαράντα δύο, σαράντα τρία…», μετέφρασε ο Σταμάτης. Είχαν συνεννοηθεί από το δρόμο. Το παπούτσι της αναρρίχησης πρέπει να σου εφαρμόζει απόλυτα, σαν γάντι, ώστε να έχεις την αίσθηση της άμεσης επαφής με το βράχο, αλλά και να μπορείς να εκμεταλλεύεσαι κάθε χιλιοστό της επιφάνειας στην οποία θα πατήσεις. Ο πωλητής έφερε τα ζευγάρια και τους άφησε να τα δοκιμάσουν. Ήταν όπως το είχαν φανταστεί και το συζητούσαν σε όλο το ταξίδι. Το αριστερό πόδι του Κοσμά «φορούσε» ακριβώς ένα νούμερο μεγαλύτερο.

Έβαλε το σαράντα δύο στο δεξί, το σαράντα τρία στο αριστερό, τα έδεσε σφιχτά και στάθηκε όρθιος. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει μια τέτοια αίσθηση. Πού οι κομμένες σαγιονάρες, πού οι 9-ΦΦ αρβύλες, πού τα άλλα τα «παντοφλέ» παλιοπάπουτσα που κατά καιρούς φορούσε, πάντοτε πολύ μεγαλύτερα στο ένα πόδι ή πολύ σφιχτά στο άλλο, να χτυπούν στα δάχτυλα, έτσι που σε λίγο διάστημα τα έπαιρνε στη δουλειά, τα πατούσε από πίσω και τα έκανε «γεμενιά», όπως παραπονιόταν η μάνα του!

Έμεινε να κοιτάει μια τα πόδια του και μια τον Σταμάτη, ο οποίος κατάλαβε αμέσως και ανέλαβε τα υπόλοιπα. Φώναξε τον πωλητή και του ζήτησε να τους φέρει και άλλα ζευγάρια από άλλες μάρκες, τάχα για να δοκιμάσουν. Άνοιξαν μερικά κουτιά, έκαναν πως τα κοιτούν, φόρεσαν και κάποια, έτσι που να μπερδευτούν τα ζευγάρια. Σε μια στιγμή, έβαλαν σε ένα κουτί τα δυο παπούτσια που είχαν ξεχωρίσει από την αρχή και πήγαν βιαστικά στο ταμείο. Πλήρωσαν και έφυγαν τρέχοντας.

Πόσες φορές από τότε δεν έκανε το ίδιο «κόλπο»; Όχι, βέβαια, με παπούτσια αναρρίχησης, το μεράκι αυτό έσβησε και η σχοινοσυντροφιά διαλύθηκε, λίγο μετά αφότου ο Σταμάτης γνώρισε τη Χαρά και άρχισε να φιλοσοφεί λέγοντας πως «όλα αυτά είναι υποκατάστατα». Αυτό που έμεινε ήταν μια αναρριχητική διαδρομή στο Στεφάνι με την ονομασία 9-ΦΦ και, φυσικά, το πάθος του Κοσμά με τα παπούτσια, παπούτσια πάντοτε δετά, πολύ καλής ποιότητας, που τα πλήρωνε πανάκριβα για τα χρήματα που κέρδιζε και, εννοείται, άλλο νούμερο για το δεξί κι άλλο για το αριστερό του πόδι.

Αυτός ήταν και ο λόγος που ποτέ δεν ψώνιζε, δεύτερη φορά, από το ίδιο μαγαζί. Μάλιστα προτιμούσε πάντα να πηγαίνει στην αγορά άλλων πόλεων, πιο συχνά στη Θεσσαλονίκη ή, όποτε κατέβαινε, στην Αθήνα, όπου οι πιθανότητες να πέσει πάνω στον ίδιο πωλητή ήταν ανύπαρκτες.

Το παράξενο είναι πως και κανείς από τους γνωστούς του -τον Σταμάτη τον είχε ορκίσει- δεν πρόσεξε ποτέ ότι τα παπούτσια που φορούσε ήταν διαφορετικό νούμερο. Φρόντιζε να τα κρύβει όσο μπορούσε καλύτερα, αποφεύγοντας να βάζει το ένα του πόδι δίπλα στο άλλο. Περπατούσε πάντοτε γρήγορα και καθόταν μονίμως σταυροπόδι, κρατώντας μάλιστα το ένα παπούτσι του ψηλά στο γόνατο, ή, στο καφενείο που πήγαινε, συνήθιζε να πατά με το ένα πόδι ψηλότερα σε μια τραβέρσα της δικής του ή κάποιας διπλανής καρέκλας. Η ιδέα τού είχε έρθει από έναν γέρο κουρέα που, όταν ο Κοσμάς του έκανε μια παρατήρηση για το άνισο μήκος που είχαν οι φαβορίτες, εκείνος του επεσήμανε με χιούμορ πως δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος ανησυχίας, αφού «κανείς δεν μπορεί να παρατηρήσει και τις δυο φαβορίτες ταυτόχρονα».

Συνέχισε να κοιτάζει τη βιτρίνα εκστασιασμένος. Ήταν από τα μαγαζιά που του άρεσε να στέκει και να «ενημερώνεται», όπως έλεγε μέσα του, αφού είχε ήδη ψωνίσει μια φορά από εκεί και έτσι το μόνο που μπορούσε πλέον ήταν να κοιτάζει τα νέα μοντέλα της κάθε σαιζόν. Ωστόσο, αυτή τη φορά ένοιωσε τον πειρασμό πολύ έντονο. Κι άλλοτε του είχε γεννηθεί η επιθυμία να μπει και να ψωνίσει δεύτερη φορά από το ίδιο μαγαζί, όμως την απώθησε, σκεπτόμενος την πιθανότητα να τον αναγνωρίσει ο πωλητής και να γίνει ρεζίλι. Χώρια που πάντοτε ήταν της άποψης πως «υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια».

Ήταν, πράγματι, έτσι; Θα έβρισκε και αλλού αυτά τα καταπληκτικά μποτάκια και μάλιστα για μια τόσο σοβαρή περίσταση όπως η αποψινή; Τελευταία το είχε ξανασκεφτεί πολύ σοβαρά αυτό με τα πορτοκάλια και περισσότερο την άλλη εφαρμογή του, αυτή στην αναζήτηση συντρόφου. Τα χρόνια περνούσαν, πενηντάριζε πια, κι αυτή η περιπλάνηση από πορτοκαλιά σε πορτοκαλιά είχε ως αποτέλεσμα να είναι ακόμη εργένης. Δεν ήταν μόνο που αισθανόταν τα περιθώρια να στενεύουν. Ήταν και που, από την πρώτη στιγμή, θεώρησε τη Ματούλα κάτι το ξεχωριστό, κάτι το σπάνιο, κάτι που δεν θα το έβρισκε σε άλλες πορτοκαλιές. Και απόψε ήταν το καθοριστικό τους ραντεβού. Ήθελε να πάει «στην πένα».

Δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Αυτά τα καστόρ μποτάκια ήταν μοναδικά για να ολοκληρωθεί το ντύσιμο που σχεδίαζε για το βράδυ. Ένα μαύρο, μάλλινο, κάπως φαρδύ παντελόνι και μια ζακάρ μπλούζα, σε πορτοκαλί απόχρωση, με λίγο ψηλό γιακά και το καινούριο του ρολόι, που το λαδί λουράκι του λες και φτιάχτηκε από το ίδιο το δέρμα των παπουτσιών. Μπήκε στο μαγαζί.

Αμέσως αναγνώρισε τον υπάλληλο που τον είχε εξυπηρετήσει την προηγούμενη φορά, φρόντισε όμως να μη φανεί καθόλου η στιγμιαία ταραχή του. Ζήτησε το μποτάκι της βιτρίνας, σαράντα δύο νούμερο, κάθισε έβγαλε το δεξί του παπούτσι και περίμενε. Ο υπάλληλος το έφερε, του το ετοίμασε για να το δοκιμάσει, το φόρεσε και στάθηκε όρθιος για να το πατήσει.

«Πώς σας είναι;»

«Σαν να μου φαίνεται λίγο μικρό, δεν μου φέρνετε κι ένα σαράντα τρία;»

Πήρε και το άλλο ζευγάρι και ζήτησε να το δοκιμάσει στο αριστερό του πόδι, ενώ λίγες σταγόνες ιδρώτα φάνηκαν πάνω από τα πυκνά του φρύδια. Το φόρεσε. Τέλεια. Έκανε μερικά βήματα και προσπάθησε να δείχνει προβληματισμένος, αναποφάσιστος, ενώ μέσα του σκεφτόταν ήδη την εντύπωση που θα έκανε το βράδυ. Έπειτα συγκεντρώθηκε προκειμένου να ολοκληρώσει το «κόλπο». Ζήτησε να δει και κάτι άλλα σχέδια, έκανε πως δοκιμάζει καναδυό και, σε μια στιγμή που ο υπάλληλος κοιτούσε αλλού, έβαλε στο κουτί τα δυο παπούτσια που είχε πρωτοφορέσει και είπε αποφασιστικά: «Τελικά, αυτά θα πάρω, πόσο κάνουν;» Μέσα του ένοιωθε μια γνώριμη ταραχή, όμως πιο έντονη από τις άλλες φορές.

Ο υπάλληλος του είπε μια τιμή που του φάνηκε πολύ τσιμπημένη, και πήρε να μαζεύει τα άλλα παπούτσια στα κουτιά τους. Σήκωσε τα κουτιά παραμάσχαλα, πήρε και το άλλο από τα χέρια του Κοσμά και κατευθύνθηκε προς το ταμείο. Μέχρι να βγάλει εκείνος να πληρώσει, σημείωσε κάτι σε ένα χαρτάκι και το έβαλα χαμογελώντας μέσα στο κουτί, κάτω από το χαρτί που προστάτευε τα παπούτσια. «Αυτό, σε περίπτωση που θελήσετε να τα αλλάξετε». Ο Κοσμάς χαμογέλασε, πλήρωσε πήρε την απόδειξη και έφυγε, προσπαθώντας να μη δείξει βιαστικός.

Έκανε το μπάνιο του τραγουδώντας, ξυρίστηκε σφυρίζοντας -πάντα μ’ αυτή τη σειρά- φόρεσε ένα ζευγάρι πανάκριβες κάλτσες, το παντελόνι, τη μπλούζα και άνοιξε το κουτί με τα μποτάκια. Φόρεσε πρώτα το δεξί και, περιέργως, του άφησε μια παράξενη, σχεδόν δυσάρεστη αίσθηση. Το έδεσε σφιχτά και πήρε να φορέσει το αριστερό. Αδύνατον. Προσπάθησε πάλι, έβαλε και το κόκαλο, έσπρωξε δυνατά, τίποτα. Ήταν ήδη μούσκεμα. Παράτησε το κόκαλο, έβγαλε το μισοφορεμένο μποτάκι, το γύρισε από την ανάποδη και έμεινε να κοιτά λαχανιασμένος και γεμάτος απορία το νούμερο. Σαράντα δύο. Έλυσε αμέσως το άλλο, το έβγαλε και το κοίταξε από κάτω. Σαράντα τρία.

Το μυαλό του κάπου πήγε, έψαξε το κουτί, το άνοιξε, πέταξε από μέσα το χαρτί και πήρε το σημείωμα που είχε αφήσει εκεί ο υπάλληλος. Μια κακογραμμένη και ανορθόγραφη αράδα: «Αλαγές σε παράτερα νούμερα ΔΕΝ γίνοντε».

 

Δράμα, Νοέμβριος 2012

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: