ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Το πρώτο σκαλί

  

Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας

που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.

Κ. Π. Καβάφης

 

Το σωτήριον έτος 1920, μέρα καλοκαιριού, κοντά στο σούρουπο, ο περί ου ο λόγος Φώτης έμπαινε με την βάρκαν του, την «Αγγελοκαμωμένη», εις τον μικρό λιμένα του χωρίου.

Ήτο η ώρα που οι ναυτικοί και οι ψαράδες απολάμβανον τον απογευματινό τους καφέ, ώρα ασυνήθης διά να ευρίσκεται κανείς εις την θάλασσαν και η απρόσμενος άφιξις του Φώτη έδωσε λαβή διά απορίας και σχόλια.

Από πού ήρχετο; Πώς και εξέμεινε – νοικοκύρης άνθρωπος – τόσο αργά εις τον γιαλό; Απάντησιν εις τα ερωτήματα ανέλαβε να αναζητήσει ο Μπίκος, ο γέρος, κουτσός καφετζής του μικρού καφενέ, όστις με μεγάλην φωνήν απευθύνθη εις τον βαρκάρην.

-                      Ε, Φώτη. Πώς κι έτσι τέτοια ώρα; Πούθε μάς έρχεσαι;

Ο Φώτης δεν απεκρίθη. Σκυφτός και κατηφής έπιασε να δένει την βάρκαν του στον «ηγούμενο» κι έπειτα, με μεγάλο κόπο, προσπάθησε να ανασύρει εκ του κήτους του σκάφους μίαν μεγάλην κάσαν. Ένα κιβούρι.

Το διάβασε, το ξαναδιάβασε, έμεινε ικανοποιημένος.

Ποτέ δεν είχε περάσει από το νου του να γίνει συγγραφέας, αυτός ένας άνθρωπος του μόχθου, που μετά βίας είχε τελειώσει το Γυμνάσιο. Στα μάτια του οι συγγραφείς φάνταζαν πάντοτε ως πλάσματα υπερκόσμια, κάτοικοι ενός άλλου γαλαξία, από τον οποίο αντλούν τις ιστορίες τους, όπου ζουν τα πρόσωπα που ενσαρκώνουν τους ήρωές τους και όπου βρίσκεται το σκηνικό, οι πόλεις και τα χωριά μέσα στα οποία διαδραματίζονται οι ιστορίες αυτές. Και ανάμεσά τους πρώτος και καλύτερος Εκείνος, ο Τέλης Αναγνώστου, ο συγγραφέας που είχε, κυριολεκτικά αλλάξει τη ζωή του.

Ο ίδιος του δεν ήξερε να γράφει, αυτό ήταν σίγουρο. Βέβαια, στη ζωή του είχε γράψει και μάλιστα πολύ. Στα χρόνια της θητείας του, ξεχασμένος στο γραφείο κάποιας αποθήκης, σε έναν παροπλισμένο Λόχο Υλικού Πολέμου, καθόταν καθημερινά ώρες ολόκληρες και έγραφε. Για την ακρίβεια, αντέγραφε. Είχε βρει μια παλιά Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, συγκεκριμένα τη «Μικρή Νεοελληνική Γραμματική» του 1949, και την αντέγραφε ξανά και ξανά σε κάτι παλιά, αχρησιμοποίητα τετράδια που είχε ξετρυπώσει. Είχε φτάσει στο σημείο να γράφει χωρίς ούτε ένα ορθογραφικό λάθος και, πολλές φορές, κρυφά μέσα του, αναλογιζόταν τα λόγια της φιλολόγου του στο Γυμνάσιο Αρρένων. «Πασχαλίδη, τα λάθη σου είναι πιο πολλά και από τα φύλλα στα δέντρα του Νταμπλατζά». Ο Νταμπλατζάς ήταν μια τοποθεσία στα βορειοανατολικά του γυμνασίου, αγαπημένος τόπος συνάντησης των μαθητών που την κοπανούσαν από το μάθημα και πήγαιναν να φουμάρουν κανένα τσιγαράκι και να φιλοσοφήσουν για το ματς της Δόξας ή για τις ταινίες που έπαιζαν ο Απόλλων και το Αττικόν.

Να που καμιά φορά και το αρνητικό σχόλιο, η ειρωνεία, η καζούρα, γίνονται αφορμή για να αλλάξεις και να βελτιωθείς. Καμιά φορά, όχι πάντα. Γιατί οι παρατηρήσεις και τα σχόλια της φιλολόγου του δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα πάνω του, εκτός από το να παρατήσει το σχολείο στην Πρώτη Λυκείου, δεύτερη φορά στάσιμος, και να πάει σερβιτόρος στο πατσατζίδικο του θείου του, όπου ρουφούσε τις ιστορίες που έλεγαν οι ξενύχτηδες με περισσότερη όρεξη απ’ ό,τι ρουφούσαν εκείνοι τον ψιλοκομμένο τους.

Στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων όμως, όταν ο διοικητής στην αναφορά, μπροστά σε όλο το τάγμα, κούνησε μια αίτησή του και του φώναξε «Πασχαλίδη, μόνο το όνομά σου έγραψες σωστά, το γυμνάσιο με μέσο το τελείωσες;» τότε έγινε μέσα του το κλικ.

Έριξε άλλη μια ματιά στο κείμενό του.

Όχι, δεν ήξερε να γράφει. Διάβαζε όμως, διάβαζε ό,τι έβρισκε μπροστά του, ό,τι έπεφτε στα χέρια του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχε τις προτιμήσεις του. Όταν μια φορά, στην παρουσίαση ενός βιβλίου, τότε που τόλμησε να πάρει το λόγο και να διατυπώσει ένα ερώτημα στον συγγραφέα, κάτι σαν «τι είναι πιο σημαντικό για σας, οι ήρωες του βιβλίου σας, ή οι άνθρωποι του περιβάλλοντός σας», τον ρώτησε κάποιος αν γράφει, αυτός, εντελώς αυθόρμητα, απάντησε «όχι, διαβάζω». Το ίδιο βράδυ, στο σπίτι του, φέρνοντας ξανά και ξανά το διάλογο στο μυαλό του, συνειδητοποίησε πως αυτή η απάντηση δεν ήταν δική του. Την είχε δανειστεί από την απάντηση που είχε δώσει ο Κυριάκος, ένας θαμώνας του καφενείου όπου σύχναζε τα βράδια, ο οποίος ήταν μονίμως δίπλα από μια παρτίδα τάβλι και παρακολουθούσε αμίλητος. Μια μέρα τον ρώτησε ένας αργόσχολος αν ξέρει να παίζει τάβλι κι εκείνος του αποκρίθηκε «Όχι, ξέρω να βλέπω».

Ήξερε να διαβάζει.

Ήξερε να διαβάζει; Τα τελευταία χρόνια διάβαζε σχεδόν αποκλειστικά τα βιβλία του Τέλη Αναγνώστου –δεν τα διάβαζε, τα ρουφούσε, τα μάθαινε από έξω- και όχι μόνο τα βιβλία, αλλά οτιδήποτε δικό του, συνεντεύξεις σε κυριακάτικες εφημερίδες, άρθρα σε λογοτεχνικά περιοδικά, ένα μονόπρακτο που δεν ανέβηκε ποτέ, μέχρι και μια συμμετοχή του σε ένα συλλογικό παραμύθι για παιδιά, που γράφτηκε για κάποιο παιδικό χωριό.

Τι ήταν εκείνο που τον είχε τραβήξει σ’ αυτόν τον συγγραφέα, ο οποίος δεν έχαιρε και ιδιαίτερης εκτίμησης, ούτε στο αναγνωστικό κοινό, ούτε στους ειδικούς περί τη λογοτεχνία; Η γλώσσα του, φυσικά. Η γλώσσα, που χρησιμοποιούσε ακόμα και στις συχνές τηλεοπτικές του εμφανίσεις σε αμφιβόλου ποιότητος προγράμματα, και ήταν κάτι ανάμεσα σε Παπαδιαμάντη και Βιζυηνό, κάτι που του θύμιζε έντονα τον Ροΐδη αλλά και την Μητσάκη, συγγραφείς αγαπημένους του, που τους είχε «ξεκοκαλίσει», πριν κολλήσει με τον Τέλη Αναγνώστου. Εκείνον που, σε πείσμα των διάφορων «ειδικών» περί τη λογοτεχνία, οι οποίοι, κάθε φορά, έκαναν πιο θετικά σχόλια για την νέα του κατάκτηση παρά για το νέο του βιβλίο, είχε γίνει το λογοτεχνικό του ίνδαλμα.

Πώς θα του φαινόταν, άραγε, το κείμενό του; Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν μπορούσε να φανταστεί πως κάποια μέρα θα τον γνώριζε από κοντά, πως θα έπιναν μαζί κρασί και, ακόμη πιο τρελό, πως θα του έδινε να διαβάσει ένα γραπτό του, το πρώτο πραγματικό κείμενο που έβγαινε από τα χέρια του.

Όταν πρωτοδιάβασε στα ΧΡΟΝΙΚΑ την ανακοίνωση για εκείνο το διήμερο «σεμινάριο δημιουργικού γραψίματος», του ήρθε να γελάσει. «Έφτασαν κι εδώ αυτά τα αμερικάνικα κόλπα, για να μαζεύουν τα λεφτά από τα ψώνια που νομίζουν ότι έτσι θα γίνουν συγγραφείς», σκέφτηκε. Όταν όμως, την άλλη μέρα, είδε δημοσιευμένο και το πρόγραμμα και διάβασε ανάμεσα στα ονόματα των «διδασκόντων» και εκείνο του Τέλη Αναγνώστου, πήγε και γράφτηκε από τους πρώτους. Και να τος, τώρα, με το κείμενό του στο χέρι, να πηγαίνει γεμάτος αγωνία να το εκθέσει στην κρίση του.

Είχε φτάσει κάπως καθυστερημένα στο σχολείο όπου θα γινόταν το σεμινάριο, για να διαπιστώσει αμέσως πως αυτός δεν είχε καμιά σχέση με τους υπόλοιπους «μαθητές», στο τεράστιο πλήθος των οποίων ξεχώριζαν αρκετές καθηγήτριες, καναδυό φαρμακοποιοί, κάτι νεαροί δικηγόροι και διάφοροι άλλοι «κουλτουριάρηδες», όλοι τους γνωστοί και μη εξαιρετέοι από τις λογοτεχνικές βραδιές και τις παρουσιάσεις βιβλίων που καμιά φορά παρακολουθούσε και ο ίδιος.

Οι εισηγητές ήταν διδάσκοντες σε κάποιο περιφερειακό πανεπιστήμιο, μεταπτυχιακοί φοιτητές στη διδασκαλία της λογοτεχνίας, ένας αποτυχημένος στιχουργός και δυο συγγραφείς, ο Τέλης Αναγνώστου και ο «πολύς» Μίλτος Χάρακας, το αντίπαλο δέος του πρώτου. Αυτός, σε αντίθεση με τον Τέλη Αναγνώστου, ήταν το χαϊδεμένο παιδί των κριτικών και των δημοσιογράφων, με κρατικό βραβείο, βραβεία αναγνωστών και τιμητικές διακρίσεις από όλες τις λέσχες ανάγνωσης ανά το πανελλήνιο. Αντίπαλο δέος εξαιτίας της γλώσσας που χρησιμοποιούσε, μιας «μαλλιαρής», κουλτουριάρικης δημοτικής που αυτός, οπαδός ενός ιδιότυπου, σύγχρονου, θα έλεγε κανείς, αττικισμού, τη θεωρούσε κατάλληλη μόνο για… συνδικαλιστική χρήση και καθόλου για λογοτεχνική.

Το σεμινάριο δεν ήταν και άριστα οργανωμένο. Όταν έγινε ο αυθαίρετος χωρισμός στα τμήματα, εντελώς συμπτωματικά, μόνο αυτός και κάμποσες καθηγήτριες βρέθηκαν στο τμήμα του Αναγνώστου. Οι υπόλοιποι μοιράστηκαν στα άλλα τμήματα, με τους περισσότερους να συνωστίζονται στο τμήμα στο οποίο πρώτος θα δίδασκε ο Μίλτος Χάρακας. Βέβαια, σύμφωνα με το πρόγραμμα, οι εισηγητές θα εναλλάσσονταν και θα περνούσαν όλοι από όλα τα τμήματα, όμως φαίνεται πως οι περισσότεροι καθοδηγήθηκαν από την υστερόβουλη σκέψη «άσε να πάμε τώρα μ’ εκείνον που μας αρέσει και μετά βλέπουμε».

Η πρώτη μέρα κύλισε γι’ αυτόν χωρίς κανένα ενδιαφέρον, με εξαίρεση, εννοείται, την εισήγηση του Τέλη Αναγνώστου και τα ιδιαίτερα μεγάλης διάρκειας διαλείμματα, κατά τα οποία δεν ξεκολλούσε κοντά από τον συγγραφέα, όπως κι εκείνος από δυο πεταχτούλες, νεοδιόριστες φιλολόγους, που είχαν έρθει για το σεμινάριο από γειτονική πόλη.

Το βράδυ, το πρόγραμμα προέβλεπε δείπνο για όλους σε γνωστή ταβέρνα και, εντελώς συμπτωματικά, η τετράδα βρέθηκε να κάθεται στο ίδιο τραπέζι, όπου το κρασί, κερασμένο από τον γαλαντόμο δήμαρχο της πόλης που έκανε την περασιά του λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, έρευσε άφθονο, για να λύσει τις γλώσσες που, ομολογουμένως, δεν ήταν και πολύ καλά δεμένες.

Όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ακολούθησε «ένα» ποτό σε μπαρ με μουσική, η ένταση της οποίας έφερε ακόμη πιο κοντά εισηγητή και επιμορφούμενους, αφού, για να ακουστείς από τον συνομιλητή σου, έπρεπε να φωνάξεις δυνατά μέσα στο αφτί του, γεγονός που όλοι και, παραδόξως κι αυτός, το βρήκαν μάλλον βολικό, παρά ενοχλητικό.

Τις πρώτες πρωινές ώρες, συνόδεψε τον –τώρα πια- «Τέλη» και τα «κορίτσια» στο ξενοδοχείο που θα διανυκτέρευαν, καληνύχτισε και γύρισε στο σπίτι του, όπου θυμήθηκε ότι έπρεπε να κάνει την «άσκηση» που τους είχε αναθέσει ο «Τέλης». Στην πραγματικότητα το σκεφτόταν σχεδόν όλο το βράδυ, τώρα όμως συνειδητοποιούσε τη δυσκολία του εγχειρήματος. Έβγαλε από την τσέπη του το χαρτί και διάβασε: «Το σωτήριον έτος 1920, μέρα καλοκαιριού, κοντά στο σούρουπο, ο περί ου ο λόγος Φώτης». Ήταν η πρώτη φράση, που τους είχε δοθεί από τον συγγραφέα, την οποία έπρεπε να συμπληρώσουν με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργηθεί η αρχή ενός διηγήματος. Η αρχή αυτή έπρεπε να διαθέτει όλες τις προδιαγραφές που είχαν επισημανθεί από τους εισηγητές, έτσι που να παρακινεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη να συνεχίσει το διάβασμα. Την επόμενη ημέρα, ο κάθε επιμορφούμενος θα παρουσίαζε στην τάξη τη δική του συνέχεια και ο εισηγητής, στην περίπτωσή τους ο Τέλης Αναγνώστου, θα την αξιολογούσε.

Στο δρόμο για το σεμινάριο σκέφτηκε να ξαναδιαβάσει το κείμενό του, όμως συνειδητοποίησε ότι το είχε μάθει πλέον απ’ έξω. Το απήγγειλε φωναχτά και ένοιωσε βαθιά ικανοποίηση. Δεν έκλεισε μάτι, όμως άξιζε τον κόπο. Περισσότερο τον χαροποιούσε το ότι θα αποδεικνύονταν άξιος μαθητής του Τέλη Αναγνώστου. Η γλώσσα, η γλώσσα που χρησιμοποίησε ήταν τόσο κοντά στου συγγραφέα και εκείνο το «σωτήριον έτος», όπως και το «περί ου ο λόγος» τον είχαν εμπνεύσει να δημιουργήσει ένα μικρό, πολύ μικρό είναι η αλήθεια, διαμαντάκι. Ήξερε αυτός κι ας μην ήταν ειδικός, καταλάβαινε πότε ένα γραπτό είχε αξία και το δικό του, το δίχως άλλο, είχε.

Έφτασε αργοπορημένος. Οι άλλοι είχαν μπει στις τάξεις. Χτύπησε την πόρτα, κρατώντας στο χέρι το κείμενό του. Άνοιξε, μπήκε λέγοντας θαρρετά «καλημέρα» και «συγγνώμη για την καθυστέρηση», και έψαξε στο πλήθος να βρει τη θέση του.

Στο πλήθος;

«Πέρνα, συνάδελφε, δεν αρχίσαμε ακόμη», ακούστηκε η φωνή από την έδρα.

Η φωνή!

Η φωνή;

Η φωνή του Μίλτου Χάρακα!

«Ο Αναγνώστου ειδοποίησε ότι είναι αδιάθετος και έτσι θα έχω τη χαρά να ακούσω εγώ τις πρώτες σας δημιουργίες».

Το κείμενο τού έπεσε από τα χέρια. Έσκυψε να το μαζέψει και, κρύβοντάς το στην τσέπη του, διαπίστωσε πως απουσίαζαν και τα «κορίτσια».

 

Δράμα, Χριστούγεννα 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια: