ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

171208 ΣΥΝΕΤΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Αυτό με τα σπίτια το έχουμε ξαναπεί…

Σήμερα όμως θα σας διηγηθώ μια ιστορία, γιατί πιστεύω ότι κάποιους ανθρώπους πρέπει να τους τιμάμε και να τους μνημονεύουμε, ακόμη και όταν δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή. Όπως ο ήρωας της ιστορίας μας.

Ήταν από εκείνους τους παλιούς ανθρώπους που μισούσαν να χρωστούν, σε οποιονδήποτε. Που πήγαιναν και πλήρωναν τους λογαριασμούς ρεύματος και τηλεφώνου την επόμενη μέρα που ερχόταν η ειδοποίηση.

Ακόμη και με «έτοιμα» λεφτά, από τον λογαριασμό τους δηλαδή, χωρίς να περιμένουν τον μισθό ή, αργότερα, τη σύνταξή τους. Που πίστευαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να έχει πάντοτε κάτι στην άκρη για μια δύσκολη ώρα…

Τον γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Ήταν λίγο ανήσυχος, γιατί η αποχωρούσα κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας τού είχε εγκρίνει στεγαστικό δάνειο και η νέα κυβέρνηση του ΠαΣοΚ ζήτησε να επανεξετάσει όλες τις περιπτώσεις.

Δεν είχε πουθενά «άκρες», δεν ανήκε ποτέ σε κομματικούς στρατούς, άνθρωπος που κοίταζε το μεροκάματό του και ψήφιζε κάθε φορά ό,τι θεωρούσε καλύτερο για τον τόπο, κυρίως ανθρώπους, όπως έλεγε, παρά ιδεολογίες.

Είχε επενδύσει πολλά σε εκείνο το δάνειο και φοβόταν ότι θα του το «έκοβαν». Δεν έγινε έτσι. Όταν είδε η επιτροπή πόσες χιλιάδες ένσημα είχε, υπέγραψαν με «δυο χέρια», λέγοντάς του μάλιστα ότι «εδώ έδωσαν σε άλλους με πενήντα ημερομίσθια»!

Πήρε το δάνειο, πήρε το σπίτι του και… δέχτηκε αμέσως μια επίσκεψη από άλλους δανειολήπτες, οι οποίοι του είπαν ότι σκέφτονται να κάνουν έναν σύλλογο, ώστε να διεκδικήσουν την… μη αποπληρωμή των δανείων τους.

«Τι λέτε, ρε παιδιά», τους απάντησε. «Και, καλά, εμείς προλάβαμε και πήραμε σπίτια. Αν δεν πληρώσουμε, πώς θα μπορέσει η Εργατική Εστία να δώσει δάνεια και σε άλλους εργάτες που έχουν ανάγκη;»

Τους ρώτησε μάλιστα αν έχουν σκεφτεί τι θα γινόταν, πώς δηλαδή θα έπαιρναν αυτοί τα σπίτια τους, αν και οι προηγούμενοι δανειολήπτες αρνούνταν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους.
Δεν μπήκε σε κανέναν τέτοιο σύλλογο.

Το άλλο πουλάκι:
Ήρθαν όμως τα δύσκολα…

Λόγοι υγείας και οικογενειακά προβλήματα τον έκαναν να καθυστερήσει κάποιες δόσεις. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να κοιμηθεί, κάθε φορά που έβλεπε την ειδοποίηση από την τράπεζα.

Όταν όλα τελείωσαν, όπως τελείωσαν, έτρεξε, παρά το βαρύ του πένθος, να κάνει διακανονισμό για τις μέχρι τότε απλήρωτες δόσεις και να συνεχίσει να εξυπηρετεί το χρέος του κανονικά.

Στην τράπεζα, όταν τους εξήγησε πως καθυστέρησε για λόγους πέραν των δυνάμεών του και τους ζήτησε συγγνώμη, τον κοίταξαν σαν παράξενο πτηνό. Θυμάμαι πόση εντύπωση του έκανε που του πρόσφεραν καφέ!

Τέτοιοι όμως ήταν οι παλιοί νοικοκύρηδες. Θυμάμαι επίσης την αντίδρασή του όταν ξεκίνησε η τρέλα του χρηματιστηρίου. «Εγώ δεν ξέρω πολλά από οικονομικά», έλεγε, «δεν μπορώ όμως να καταλάβω πώς γίνεται να πλουτίζουν όλοι, χωρίς να χάνει κανένας.

Περιμένετε και θα δείτε, όταν θα θελήσουν να ρευστοποιήσουν τα χαρτιά που τα θεωρούν κέρδη και δεν θα βρίσκουν σε ποιον να τα πουλήσουν. Κάποιοι σίγουρα θα βγουν κερδισμένοι, οι πολλοί όμως θα χάσουν και τα λεφτά που έβαλαν στην αρχή».

Αργότερα πάλι, όταν τους έπιασε όλους η καταναλωτική μανία με τα δάνεια και έβλεπε τις διαφημίσεις των πολυτελών αυτοκινήτων, δεν μπορούσε να χωνέψει αυτό το «χωρίς προκαταβολή», και έλεγε με σοφία:

«Ο άνθρωπος πρέπει να αγοράζει ένα αυτοκίνητο τέτοιας αξίας που, αν το τρακάρει βγαίνοντας από την αντιπροσωπία, να έχει στην άκρη άλλα τόσα χρήματα για να πάρει καινούριο. Όχι να δανείζεται για κάτι που είναι στο δρόμο…»

Συχνά μάλιστα απορούσε πώς ζει αυτό το κράτος, πώς πληρώνει τέτοιους μισθούς και συντάξεις, όταν δεν εξάγει σχεδόν τίποτε, ενώ αντιθέτως, εισάγει τόσα καταναλωτικά αγαθά, όλα πληρωμένα με συνάλλαγμα.

Βέβαια, πολλοί τον κορόιδευαν, τον πειράζαμε όταν μας ρωτούσε «είκοσι τράπεζες μέσα στη Δράμα, τι χρειάζονται, τι δουλειά κάνουν, από πού κερδίζουν, ώστε να πληρώνουν τόσους υπαλλήλους;»

Βλέπετε, εκείνος δεν ήξερε πώς λειτουργεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα· εμείς ξέραμε, τρομάρα μας. Λυπάμαι που δεν έζησε να δει, όταν έσκασε η φούσκα, πόσο δίκιο είχε στα περισσότερα από όσα μας συμβούλευε.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Θεός σχωρέσ’ τον.

Τον θυμηθήκαμε με αφορμή το νέο κύμα αντιδράσεων (και μη αντιδράσεων) για τους πλειστηριασμούς κατοικιών. Ειδικά όταν ακούσαμε για τους «στρατηγικούς κακοπληρωτές», όρο που δεν τον γνωρίζαμε.

Συζητώντας μάλιστα με έναν… οπαδό (αυτή είναι η λέξη) της κυβέρνησης, για το γεγονός ότι τώρα σιωπούν, αν δεν γίνονται επιθετικοί όπως ο Καρανίκας, και δεν διαμαρτύρονται για τους πλειστηριασμούς εισέπραξα την απάντηση:

«Τι να κάνουμε, μνημονιακή υποχρέωση»! Λες και οι άλλοι, όταν έπαιρναν μέτρα για τις δημοπρασίες κατοικιών και άκουγαν τον Αλέξη να φωνάζει «κανένα σπίτι..», το έκαναν γιατί ήθελαν οι ψηφοφόροι να αγανακτήσουν.

Μνημονιακή υποχρέωση. Κακώς! Έπρεπε να συμφωνήσουμε μόνοι μας, διακομματικά, σε έναν τρόπο ώστε και ο κοσμάκης να μην χάσει το σπιτάκι του και οι στρατηγικοί κακοπληρωτές να αναγκαστούν να πληρώσουν.

Μόνοι μας. Διακομματικά. Όπως και για τόσα άλλα που μπορούσαμε, αν συμφωνούσαμε από την αρχή, να τα κάνουμε πολύ καλύτερα από τον βίαιο τρόπο με τον οποίο υποχρεωθήκαμε από τους δανειστές.

Τι είπα; Αν συμφωνούσαμε; Α στο καλό, πώς μου ήρθε αυτό τώρα!
Και πώς θα γινόταν τότε ο Αλέξης πρωθυπουργός και ο Καρανίκας σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού;
 Απλά μαθήματα οικονομίας!



Δεν υπάρχουν σχόλια: