ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

171219 ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΝ-2

Το ένα πουλάκι:
Αφιερωμένο εξαιρετικά!

Συνεχίζοντας από χθες, αφιερώνουμε σε όλους εκείνους (53%) που δηλώνουν ότι τα πράγματα τη δεκαετία του ’60 ήταν καλύτερα από σήμερα. Παίρνουμε λίγα λόγια από μια παλαιότερη (2009) συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου:

«Το φαινόμενο ήταν περίεργο. Είχαμε μία μουσική από τον Πρίσλεϊ και μετά, που αυτοί οι οποίοι ήταν κάτω από τα 25 την καταλάβαιναν πολύ καλά και τη γλεντούσαν και αυτοί που ήταν πάνω από τα 25 την έβρισκαν εντελώς ακατανόητη.

Αυτό δεν είχε ξαναγίνει, γιατί παλιά δεν υπήρχε μουσική για νέους, η μουσική ήταν μία, τα τραγούδια τα άκουγαν όλοι. Άκουγαν Βέμπο οι γονείς μας, Βέμπο ακούγαμε και εμείς, δεν ακούγαμε κάτι άλλο.

Αυτό το περίεργο φαινόμενο λοιπόν, το ροκ, δημιούργησε την εντύπωση ότι φτιάχτηκε μία μουσική για νέους, μα τώρα που πέρασαν τα χρόνια βλέπουμε ότι αυτό δεν ήταν μουσική για νέους, ήταν ένα κλασικό είδος, ένα αναγεννησιακό γεγονός, το οποίο απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις ηλικίες και όλα τα στρώματα.

Είχες την εντύπωση ότι τα πάντα είναι δυνατά, ότι τα πάντα μπορούν να ειπωθούν. Το ‘60 εγώ ήμουν 15 ετών και αναρωτιόμουν “γιατί το τραγούδι να λέει μόνο ερωτικά θέματα, δεν μπορεί να φιλοσοφεί; Δεν μπορεί να στοχάζεται; Να μιλάει για την πολιτική ή για την ύπαρξη;”

Το τραγούδι που ήταν της μόδας τότε στο εξωτερικό ήταν το τραγούδι διαμαρτυρίας. Εδώ ήμασταν ακόμα σε μία κατάσταση που φοράνε κορδέλα στο μέτωπο και χορεύουν συρτάκι μπροστά στην Ακρόπολη, όπως στις ταινίες του Δαλιανίδη.

Εγώ, έχοντας γράψει ήδη εκείνο το τραγούδι, “Βιετνάμ γιε, γιε”, καθόμουν και ονειρευόμουν, “Ε ρε, να ήμουν στην Αμερική τώρα, θα γινόμουν number one, θα γνωριζόμουν με την Τζέιν Φόντα, με τη Φέι Ντάναγουεϊ”.

Και ξυπνάω και είναι Χούντα κι από πάνω μου δεσμοφύλακας από τη Γορτυνία και με βαράει, διότι βρισκόμασταν στην Μπουμπουλίνας. Δεν τους κρατάω κακία, διότι εγώ με την καλή μου την καρδιά, ακόμα και μέσα στο μπουντρούμι, σκάρωνα τραγουδάκια.

Έχω γράψει κομμάτια για να τσατίσω τους λογοκριτές. Η αλήθεια είναι ότι όταν έχεις να πεις κάτι, θα βρεις τρόπο να το πεις, ό,τι και να είναι. Εδώ τον Ντοστογιέφσκι τον λογόκρινε ο ίδιος ο Τσάρος και δεν θα τα καταφέρναμε εμείς: ο Παντελής ο Βούλγαρης, ο Μαρκόπουλος, ο Γεωργουσόπουλος, ο Χατζιδάκις και ο Γκάτσος με αυτούς τους αγράμματους».

Το άλλο πουλάκι:
Είπαμε, σήμερα θα μιλήσουμε για το τραγούδι.

Και, εννοείται, ζητάμε συγγνώμη για τα αποσπάσματα που, εντελώς αυθαίρετα, «δανειστήκαμε» από τη Lifo:

«Χόρευαν πολύ στα '60s. Δεν πήγαινε μέχρι τις επτά η διασκέδαση, γύρω στη μία, το πολύ στις δύο το πρωί είχε τελειώσει. Βεβαίως, βγαίναμε από τις εννέα και γινόντουσαν δύο ή και τρία προγράμματα μικρά, με διάλειμμα ανάμεσα να πιεις τον καφέ σου, να συζητήσεις.

Σερβίρονταν μία σούπα, θυμάμαι, ένας τραχανάς που δεν ήταν κακός, με κρουτόν μέσα. Σε κάτι πήλινα σκεύη. Το ξημέρωμα δεν θυμάμαι από πότε άρχισε, πάντως η πρώτη φορά που το είδα εγώ στη δεκαετία του ‘70 ήταν σε σκυλάδικο.

Τότε στο σκυλάδικο πήγαινε ο κόσμος της Λαχαναγοράς. Πήγαιναν οι άνθρωποι που έχουν προέλευση από την επαρχία, γιατί το σκυλάδικο έχει ένα στοιχείο λαϊκο-δημοτικό μέσα στη μουσική του και η γοητεία των τραγουδιστών του ήταν η μεγάλη αμεσότητα που είχαν.

Στα άλλα μαγαζιά, τα “καλά”, όλοι οι μεγάλοι τραγουδιστές και του δημοτικού  τραγουδιού και του λαϊκού τραγουδούσαν λιγάκι σαν αγάλματα, ήταν αποστασιοποιημένοι από το τραγούδι. Έβλεπες δηλαδή μία προσωπικότητα που λέγεται Νίνου, που λέγεται Μπιθικώτσης, οι οποίοι κάθονται και σου λένε το τραγούδι άψογα.

Ο πρώτος που το άλλαξε αυτό ήταν ο Καζαντζίδης. Με τον Καζαντζίδη για πρώτη φορά είχαμε την εντύπωση ότι αυτά που λέει είναι δικά του. Ο Καζαντζίδης μάς έκανε να νομίζουμε ότι όλα αυτά που διηγείται τα έπαθε ο ίδιος, είτε μίλαγε για μετανάστευση, είτε για μία γυναίκα, είτε τη μάνα του.

Νομίζαμε ότι αυτός τα έχει πάθει αυτά τα πράγματα, αυτό που παθαίνουμε στην επιθεώρηση, όταν ταυτιζόμαστε πολύ με τους κωμικούς. Δηλαδή, ξεχνούσαμε ότι αυτά που λένε τα έχει γράψει ένας συγγραφέας.

Πρέπει να είναι ο πρώτος μεγάλος λαϊκός εκσυγχρονιστής ο  Στελλάρας. Έκανε τη συλλογική φαντασία προσωπική. Την ενσάρκωσε. Κάτι τέτοιο προσπάθησα να κάνω κι εγώ. Είμαι ένας Καζαντζίδης χωρίς φωνή».

Και ένα τρίο πουλάκι:
Να και κάτι «επίκαιρο»:

Για το τραγούδι στην πόλη μας εννοώ, που αυτές τις μέρες, χάρη στις παραστάσεις του Συλλόγου Φίλων Μουσικής «Αρίων», ζει στους ρυθμούς των μπουάτ:

«Δεν διάβαζαν τόσο οι νέοι τότε, αλλά τραγουδούσαν παρά πολύ. Άκουγαν δίσκους, πήγαιναν στις μπουάτ και τραγουδούσαν. Τραγουδούσαν στις ταβέρνες, δεν υπήρχε περίπτωση να μπεις μέσα στην ταβέρνα και να μη δεις μία παρέα που τραγουδάει, συνήθως ρεμπέτικα τραγούδια.

Ήταν και πολύ φτηνά να πας στην μπουάτ. Ο φοιτητικός κόσμος, και όχι μόνο, πήγαινε, έτρωγε σε μία ταβέρνα, και μετά, όπως τώρα κάνεις μπαρότσαρκες, η τσάρκα γινόταν στις μπουάτ. Εδώ τραγούδαγε ο Ζωγράφος, εκεί τραγούδαγε ο Σαββόπουλος, πιο ‘κει τραγουδούσε η Πόπη Αστεριάδη.

Έπαιζα με την Καίτη Χωματά σε έναν χώρο μικροσκοπικό. Θυμάμαι είχαμε πάει να κάνουμε μια εκπομπή για το “Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι” και μπήκα μέσα με τον οπερατέρ και μου λέει: “Πού είναι η πίστα, πού είναι τα μικρόφωνα;”

Δεν είχαμε πίστα, δεν είχαμε μικρόφωνα, έπαιζες σε ένα σκαμπό, και τραγουδούσες εκεί πάνω, έμπαιναν μέσα εβδομήντα άτομα, καθιστοί σε κάτι καρεκλάκια».

Έτσι ήταν το… μουσικό ’60!



 Ρετρό!

Δεν υπάρχουν σχόλια: