ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

180919 ΥΠΕΡΦΟΡΟΛΟΓΗΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ποιος να πληρώσει;

Το ερώτημα έχει απαντηθεί από όλες τις πλευρές. Από άλλες μόνο με την μορφή εξαγγελιών ή αιτημάτων και από άλλες εντελώς πρακτικά με τη μορφή νόμων που, κάποια περίοδο, έπεφταν βροχή.

Την κρίση να πληρώσει η πλουτοκρατία!
Αυτό ήταν ένα αίτημα που ακούστηκε πολλές φορές, ιδίως τα πρώτα χρόνια της κρίσης. Μοιάζει λογικό και δίκαιο, μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.

Στη χώρα μας, είναι πολύ δύσκολο να ορίσει κανείς ποια είναι η πλουτοκρατία. Βλέπετε, καλές είναι οι μαρξιστικές αναλύσεις, ιδιαίτερα οι λεγόμενες αρχαιομαρξιστικές (και όχι αρχειομαρξιστικές), μόνο που κάπου μπάζουν.

Διατυπώθηκαν σε ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον από αυτό της σημερινής Ελλάδας. Στην οποία ούτε το «μεγάλο κεφάλαιο», ούτε η «πλουτοκρατία» υπάρχουν με τη μορφή για την οποία έγιναν οι αναλύσεις εκείνες.

Στη χώρα μας είναι πολύ δύσκολο να πούμε ποιος είναι πολύ πλούσιος, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει μια σωστή βάση δεδομένων, όπου θα αντικατοπτρίζεται η πραγματική οικονομική κατάσταση του κάθε πολίτη.

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ζουν πλουσιοπάροχα˙ αυτό το βλέπουμε όλοι, είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού. Αν δεις όμως τη φορολογική τους δήλωση θα ανακαλύψεις ότι είναι από τους πιο «φτωχούς».

Υπάρχουν άλλοι οι οποίοι έχουν μια τεράστια ακίνητη περιουσία, η οποία όμως, ειδικά στα χρόνια της κρίσης, έχει απαξιωθεί τελείως και μάλλον οικονομικό βάρος αποτελεί πλέον, παρά πηγή εισόδων.

Από την άλλη, έχουμε κάποιους επιχειρηματίες που τα καταφέρνουν αρκετά καλά, που θα μπορούσαμε ίσως να τους κατατάξουμε στην «πλουτοκρατία», οι οποίοι όμως είναι έτοιμοι να σηκώσουν πανιά για άλλες… πατρίδες.

Αν δεν το έχουν κάνει ήδη. Αν δεν έχουν μεταφέρει δηλαδή τις επιχειρήσεις τους σε γειτονικές βαλκανικές χώρες, όπου απολαμβάνουν ένα καθεστώς με πολύ μικρότερες δαπάνες και αισθητά μεγαλύτερα κέρδη.

Να πληρώσει, επομένως, η πλουτοκρατία˙ κανείς δεν έχει αντίρρηση, πρέπει όμως πρώτα να την εντοπίσουμε και έπειτα να την περιορίσουμε στα όρια της ελληνικής επικράτειας, ώστε να μπορούμε να την έχουμε στο χέρι.

Το άλλο πουλάκι:
Το θεωρείτε εύκολο;

Ρητορικό το ερώτημα. Δεν έχει σημασία πώς το βλέπουμε εσείς κι εγώ, σημασία έχει πως οι μνημονιακές κυβερνήσεις έχουν παραδεχτεί ότι είναι αδύνατον. Γι’ αυτό και έχουν σηκώσει ψηλά τα χέρια.

Για να είμαστε πιο ακριβείς, τα έχουν απλώσει στις τσέπες εκείνων που δεν μπορούν να αντισταθούν, ούτε να αποφύγουν αυτή την ληστρική, όπως παραδέχονται πλέον όλοι, φορολόγηση.

Στο μεταξύ η «πλουτοκρατία» μπορεί να περιμένει. Να περιμένουμε κι εμείς μέχρι να έρθει ένα άλλο σύστημα, το οποίο θα πάρει από αυτήν τα μέσα παραγωγής και θα τα δώσει στους εργάτες και τους άκληρους.

Τότε θα φορολογείται ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του και θα αμείβεται ανάλογα με τις ανάγκες του. Ακούγεται πολύ ωραίο και, κυρίως δίκαιο, αν, όπως έχουμε δει να συμβαίνει, τις ανάγκες αυτές δεν τις όριζε το κόμμα.

Και οι οποίες είναι διαφορετικές για τον απλό πολίτη και εντελώς άλλες για τα μεγαλοστελέχη του. Αυτά όμως είναι ιστορία, ενώ εμείς έχουμε μπροστά μας μια καθημερινότητα που τρέχει. Ποιοι πληρώνουν την κρίση;

Το είπαμε προηγουμένως. Εκείνοι που δεν μπορούν να το αποφύγουν! Ακούγεται σκληρό, όμως είναι πέρα για πέρα αληθινό. Το λένε οι αριθμοί, το λένε οι ειδικοί, το λένε πλέον όλοι. Φορολογούνται σκληρά όσοι… φορολογούνται.

Αν ακούσουμε όμως λίγο και τη θεωρία, όπως λέγαμε στις νεανικές μας συζητήσεις, θα δούμε ότι η σκληρή φορολόγηση έχει κι αυτή όρια. Έχει ένα ταβάνι το οποίο, αν ξεπεράσεις, τότε κάνεις μια… τρύπα στο νερό.

Διότι κάθεται ο φορολογούμενος (ή ο εν δυνάμει τέτοιος) τα βάζει κάτω, τα μετράει από εδώ, τα μετράει από εκεί, και λέει καλύτερα να φοροδιαφεύγω, με ό,τι ρίσκο συνεπάγεται αυτό, παρά να πληρώνω εκείνο που μου αναλογεί.

Εδώ υπεισέρχονται δύο ακόμη παράμετροι. Η πρώτη έχει να κάνει με την αδυναμία ή την απροθυμία των κυβερνήσεων να ελέγξουν πραγματικά την φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή.

Η άλλη αποτελεί μεν δικαιολογία, δεν παύει όμως να έχει μια πραγματική βάση, η οποία, με την παρούσα κυβέρνηση, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα. Συνοψίζεται σε ένα ερώτημα: Γιατί να πληρώνω τους… Καρανίκες;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Θα αλλάξει κάτι;

Έχουμε πει σ’ αυτές τις κουβέντες μας πολλές φορές ότι η κρίση θα τελειώσει πραγματικά μόνον όταν αλλάξουμε νοοτροπία και αποφασίσουμε να φερόμαστε ως υπεύθυνοι πολίτες που ενδιαφέρονται ΚΑΙ για το κοινό καλό.

Αν συνειδητοποιήσουμε, δηλαδή, ότι η προσωπική και οικογενειακή μας ευημερία όχι απλώς έχει νόημα, αλλά, τελικά, είναι εφικτή, μόνον μέσα σε ένα συνολικά εύρωστο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Και αρχίσουμε να ενεργούμε ανάλογα. Δυστυχώς οι αριθμοί, αλλά και η καθημερινή εμπειρία τού καθενός από εμάς, δείχνουν ότι απέχουμε ακόμη πάρα πολύ από τον στόχο αυτό˙ αν θέσαμε ποτέ κάποιον τέτοιο στόχο.

Χρειάζεται όμως κι ένα κατάλληλο περιβάλλον. Και σίγουρα αυτό τής υπερβολικής φορολόγησης, που πνίγει την επιχειρηματικότητα και γεννά σκέψεις για τα οφέλη της φοροδιαφυγής, δεν είναι το πλέον πρόσφορο.

Όπως και εκείνο των ανύπαρκτων (εντάξει, ελάχιστων) ελέγχων, καθώς και των… δελεαστικών ποινών, που κάνουν το ρίσκο μια συμφέρουσα επιλογή. Διότι, όπως έχουμε πει πολλές φορές, η σωστή τιμωρία αποτελεί ένα άριστο… παιδαγωγικό μέσο.

Κι εμείς έχουμε ακόμη να μάθουμε πολλά.
Ποιος πληρώνει τον βαρκάρη;

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

180918 ΛΕΡΩΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Γιατί ασχολούμαστε;

Υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους δεν θέλεις να ασχολείσαι. Δεν σ’ ενδιαφέρει ούτε το καλό, ούτε το κακό τους. Απλώς δεν θέλεις να υπάρχουν στη ζωή σου. Αυτό βέβαια δεν το κάνουν και όλοι οι άλλοι, όμως εσένα δεν σε νοιάζει.

Βεβαίως μιλάμε για ανθρώπους που είναι επώνυμοι και έχουν έντονη παρουσία στην κοινωνική ή/και την πολιτική ζωή του τόπου. Ως εκ τούτού δεν μπορείς να τους αποφύγεις τελείως· «πέφτεις πάνω τους».

Καθώς (θέλεις να) παρακολουθείς τι συμβαίνει γύρω σου, βλέπεις και διαβάζεις στα Μέσα τα λόγια και τις πράξεις τους. Και, καθώς είναι έντονες προσωπικότητες και δημιουργούν ντόρο γύρω από το όνομά τους, παρακολουθείς και τους άλλους που τους σχολιάζουν.

Αυτό δεν μπορείς να το αποφύγεις. Όσο βιαστικά και αν προσπερνάς τα σχετικά δημοσιεύματα, πάντα κάπου σκαλώνει το μάτι σου. Εσύ ο ίδιος όμως δεν θέλεις να πάρεις μέρος στους σχετικούς διαλόγους.

Ο λόγος έχει να κάνει κυρίως με την αισθητική. Οι άνθρωποι αυτοί, πέραν των άλλων χαρακτηριστικών τους, προσβάλλουν την αισθητική σου και αυτό είναι κάτι πολύ βαρύ για να το αντέξεις.

Αντέχεις την πολιτική αντιπαράθεση, αντέχεις τις ακραίες απόψεις, όταν εκφράζονται με νηφαλιότητα, αντέχεις ακόμη και εκείνες που είναι εντελώς ανόητες, αφού και η βλακεία είναι μέρος της καθημερινότητάς μας.

Πώς όμως να αντέξεις κάτι που είναι τελείως πέρα από την αισθητική σου; Πώς να ασχοληθείς με κάποιον που ανήκει σ’ εκείνο το είδος των ανθρώπων για τους οποίους πολύ σοφά λέει ο λαός «από όπου να τους πιάσεις λερώνεσαι»;

Οπότε, το αφήνεις να πάει στην ευχή. Αυτό μπορεί να φαίνεται ένδειξη αδυναμίας, και να είστε σίγουροι ότι αυτοί οι άνθρωποι βασίζονται πολύ σε τέτοιου είδους αντιδράσεις. Όπως ακριβώς και ο τελευταίος τραμπούκος της πιάτσας.

Ξέρει ότι η συμπεριφορά του και όχι η δύναμή του είναι εκείνη που αποθαρρύνει πολλούς να ασχοληθούν ή να τα βάλουν μαζί του. Γι’ αυτό και «καλλιεργεί» αυτή τη συμπεριφορά όσο μπορεί περισσότερο.

Το άλλο πουλάκι:
Γιατί ασχολούμαστε, λοιπόν;

Να, σήμερα θα σας μιλήσουμε λίγο για μια τέτοια περίπτωση. Ο λόγος που θα το κάνουμε δεν είναι ότι αποφασίσαμε αυτή τη φορά να ρίξουμε νερό στο κρασί μας και να κάνουμε μια εξαίρεση.

Αν το καλοσκεφτούμε δεν είναι ούτε το γεγονός ότι αυτή τη φορά ο συγκεκριμένος κύριος το παράκανε. Ξέρουμε ότι για ανθρώπους του είδους τους δεν υπάρχουν όρια, η συμπεριφορά τους ποτέ δεν δημιουργεί εκπλήξεις.

Αποφασίσαμε να ασχοληθούμε όχι επειδή μας αφορά η συμπεριφορά των ίδιων -είπαμε, «από όπου να τους πιάσεις λερώνεσαι»- αλλά επειδή παρουσιάζουν τεράστιο ενδιαφέρον οι αντιδράσεις των υπολοίπων.

Συγκεκριμένα η απουσία αντιδράσεων. Το ότι δεν λένε το παραμικρό, ενώ, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, θα έβγαιναν από τα ρούχα τους. Και δεν αντιδρούν μόνο και μόνο επειδή πρόκειται για «σύντροφό» τους.

Νομίζω ότι τώρα πλέον καταλάβατε ότι θέλω να αναφερθώ στον κύριο Πολάκη και στο νέο κατόρθωμά του να δώσει στη δημοσιότητα τη διεύθυνση κατοικίας ενός ανθρώπου, μόνο και μόνο επειδή δεν του άρεσε η… εργασία του.

«Ξέρουμε πού μένεις»!
Αυτή η φαινομενικά αθώα φράση έχει φορτιστεί, ιστορικά θα έλεγα, ως μια από τις πιο γνωστές απειλές εναντίον αντιπάλων.

Αντιπάλων οι οποίοι, ενώ θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν με επιχειρήματα, απειλούνται ότι θα ασκηθεί εναντίον τους ωμή βία. Και όχι μόνον εναντίον τους, αλλά και εναντίον των οικογενειών τους. Εξ ου και το σπίτι.

Μια τέτοια συμπεριφορά θα έκανε κάθε πολίτη, ο οποίος πολιτικά τοποθετεί τον εαυτό του στο λεγόμενο δημοκρατικό τόξο, να αντιδράσει εντονότατα, να εξεγερθεί απέναντι στον «δράστη», αφού πρώτα ανατριχιάσει από τρόμο.

Και όμως! Οι σύντροφοι του κυρίου Πολάκη, οι τόσο ευαίσθητοι σε άλλες περιπτώσεις σε ζητήματα καθημερινής δημοκρατίας και εκδήλωσης φασιστικής νοοτροπίας, αντί να του πουν «σκάσε, επιτέλους», κάνουν το κορόιδο.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πώς εξηγείται κάτι τέτοιο;

Πώς γίνεται να περνάει στο ντούκου το γεγονός ότι ένας υπουργός «αριστερής κυβέρνησης» στοχοποιεί με τέτοιον τρόπο κάποιον επιστήμονα που έκανε τη δουλειά του, μόνο και μόνο επειδή διαφωνεί -πολιτικά- με το αποτέλεσμά της;

Το γεγονός ότι ανέθεσε σε συνεργάτες του, κάποιους από τους τόσους ακριβοπληρωμένους,  να αναζητήσουν το σπίτι του ανθρώπου, να πάνε και να φωτογραφήσουν την είσοδό του, για να μπορέσει να κάνει το ανατριχιαστικό ποστ;

Αντιγράφω από ανάρτηση φίλου, παραλλάσσοντας ελαφρώς: «Ποιες αρχές, ποιοι αγώνες, ποιες αξίες δικαιολογούν τη σιωπή απέναντι σε μια τέτοια φασιστική νοοτροπία; Πόσο ρηχό είναι τελικά αυτό το περίφημο ηθικό πλεονέκτημα;»

Και ρωτάω κι εγώ: Αρκεί η γνωστή ψυχολογική ερμηνεία που θέλει να μην βλέπουμε τα δικά μας λάθη, εννοώ και της παράταξής μας, παρά μόνον εκείνα των άλλων; Και, καλά, μόνος σου δεν το βλέπεις· όταν σου το επισημαίνουν οι άλλοι;

Ή μήπως αρκεί η… λογική των ίσων αποστάσεων που λέει «μπορεί να έχουμε εμείς τον Πολάκη, όμως και οι άλλοι έχουν τον Άδωνι, που είναι χειρότερος»; Και, τότε, πού πάνε τα συνθήματα του τύπου «χτυπήστε τον φασισμό όπου τον συναντήσετε»;

Τίποτε, φίλοι μου. Αυτή η εκκωφαντική σιωπή, η καθόλου «ένοχη», το μόνο που δείχνει είναι πως πίσω της κρύβεται μια κατ’ επίφασιν, μία α λα καρτ ευαισθησία απέναντι σε ζητήματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων.

Όταν και όποτε μας βολεύει να τα υπερασπιζόμαστε.
 Εκκωφαντική!

180917 ΚΟΙΜΗΣΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ο ύπνος θρέφει μάγουλα…

Οι περισσότεροι γνωρίζετε τη συνέχεια της παροιμίας, η οποία συνδυάζει, όπως και πολλές άλλες, με σχέση αιτίου αιτιατού, την αγάπη για τον (λίγο ακόμη) ύπνο με μια ανεπρόκοπη ζωή. Καλός ο ύπνος αλλά…

Πόσο ύπνο χρειάζεται ο άνθρωπος; Αν κάνετε μια αναζήτηση στο διαδίκτυο, θα βρείτε ένα σωρό αντικρουόμενες απαντήσεις. Όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις αναζητήσεις που γίνονται στα… κουτουρού.

Μια έξυπνη απάντηση, και πολύ κοντά στην πραγματικότητα, θα έμοιαζε με εκείνη που έδωσε ο (πανύψηλος για την εποχή του) Αβραάμ Λίνκολν, όταν τον ρώτησαν πόσο μακριά πρέπει να είναι τα πόδια του ανθρώπου:

«Τόσο που να φτάνουν από το σώμα του μέχρι το έδαφος», απάντησε!
Έτσι και ο ύπνος. Πρέπει να είναι τόσος που να ξεκουράζει το σώμα και το μυαλό του ανθρώπου. Εδώ όμως υπάρχει μια παγίδα!

Και δεν μιλάω για το γεγονός ότι ο καθένας έχει τους δικούς του ρυθμούς με τους οποίους κουράζεται, επομένως και εκείνους που θέλει για να αναπαυθεί. Η παγίδα, σε σχέση με τον ύπνο, βρίσκεται αλλού.

Στο γεγονός ότι μπορεί πολύ εύκολα να… προσπεράσεις το σημείο ξεκούρασης και να μην το καταλάβεις καθόλου. Να συνεχίσεις να (θέλεις να) κοιμάσαι, χωρίς να παθαίνεις τίποτε· ή έτσι τουλάχιστον να νομίζεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι για μερικούς ανθρώπους ισχύει η παρατήρηση που έκανε κάποιος πολύ καλός φίλος… του ύπνου: «Τι να κάνω, ρε; Αφού, όταν είναι να σηκωθώ, νυστάζω περισσότερο από ό,τι όταν πέφτω στο κρεβάτι».

Αυτή, λοιπόν, η «παγίδα», όπως την ονομάσαμε, του ύπνου είναι που τον έκανε να πρωταγωνιστεί σε ένα σωρό παροιμίες, όχι μόνον ελληνικές. Μαζί όμως με ένα γνώρισμα της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας.

Το γεγονός ότι δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός και όλες οι εργασίες έπρεπε να γίνουν όσο διαρκούσε το φως της ημέρας. Αφήστε που και η φύση γενικότερα, τα ζώα και τα φυτά, συντονίζονται με τον «κύκλο του ήλιου».

Το άλλο πουλάκι:
Πρωί πρωί!

Τότε έπρεπε να γίνουν όλες οι εργασίες, και όχι μόνον για να μην πιάσει η ζέστη της ημέρας. Δεν μπορείς να βγάλεις τα ζώα στη βοσκή «με τον ήλιο», ούτε να πας για ψάρεμα το μεσημεράκι…

Κάπως έτσι συνδέθηκε ο ύπνος αργά το πρωί με την τεμπελιά και εκείνος που τον αγαπούσε θεωρείτο ανεπρόκοπος άνθρωπος: «Γλυκός ο ύπνος την αυγή, γυμνός ο κώλος τη Λαμπρή», λέει μια εύστοχη παροιμία.

Από τα αρχαία ακόμη χρόνια, έρχεται ο Δημόκριτος να μας πει ότι «ο ύπνος την ημέρα φανερώνει ή σωματικό πρόβλημα, ή τεμπελιά, ή αμορφωσιά». (Αυτό το τελευταίο ας το κρατήσουμε· θα μας χρειαστεί στη συνέχεια.)

Σήμερα όμως που η φύση και οι συνθήκες εργασίας έχουν αλλάξει, τίποτε δεν μας εμποδίζει να εργαζόμαστε (και να κοιμόμαστε αντίστοιχα) σε ώρες που παλαιότερα ήταν αδιανόητο. Επομένως, δεν μιλάμε πλέον για τον πρωινό ύπνο, αλλά για τον… παραπανίσιο.

Μπορεί κάποιος να εργάζεται αργά τη νύχτα, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, και την άλλη μέρα το πρωί, φυσιολογικά, να κοιμάται. Ούτε υπναρά θα τον πούμε, ούτε τεμπέλη, ούτε ανεπρόκοπο.

Το πράγμα, βέβαια, αλλάζει όταν κάποιος δεν ξενυχτά εργαζόμενος, αλλά χαζολογώντας μπροστά στην τηλεόραση ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ή παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή.

Γιατί όμως ξεκίνησα και σας τα λέω όλα αυτά; Α, ναι. Θέλησα να πάρω μέρος στον δημόσιο διάλογο που ξεκίνησε με αφορμή δηλώσεις του υπουργού Παιδείας για έναρξη των μαθημάτων αργότερα, στις 9 η ώρα.

Το οποίο, λέει, σκέφτηκε να το κάνει, επειδή στις οικογένειές μας «ένας από τους λόγους που μαλώνουμε είναι το πρωινό ξύπνημα των παιδιών». Ή των γονιών, λέω εγώ, που πρέπει να ξυπνήσουν για να… ξυπνήσουν τα παιδιά τους.

Δεν γνωρίζω τι ακριβώς συμβαίνει στο σπίτι του κυρίου υπουργού, πάντως στα σπίτια που ξέρω εγώ ο πρωινός ύπνος είναι συνάρτηση της βραδινής κατάκλισης. Όσο πιο αργά κοιμούνται τα παιδιά, τόσο πιο δύσκολα ξυπνούν.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Όμως και το αντίστροφο!

Όσο μεγαλύτερο περιθώριο έχουν να ξυπνήσουν την άλλη μέρα, τόσο πιο αργά πέφτουν για ύπνο. Επομένως, και στις δέκα η ώρα να βάλει ο κύριος Γαβρόγλου την έναρξη των μαθημάτων, εκείνοι που είναι να μαλώσουν θα μαλώσουν.

Που πάει να πει, φίλοι μου, ότι το πρόβλημα δεν είναι η ώρα που θα αρχίζουν τα Σχολεία. Αυτό θα μπορούσε να διευθετηθεί και κατά περίπτωση. Στο Νευροκόπι, για παράδειγμα, όπου η πρωινή παγωνιά είναι μεγάλη...

Και όπου ο ήλιος, με τις χειμωνιάτικες ομίχλες, βγαίνει πολύ αργά. Εκεί δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανοίγουν τα Σχολεία την ίδια ώρα με την υπόλοιπη Ελλάδα. Κανείς δεν θα πάθει τίποτε, αν τα μαθήματα ξεκινούν αργότερα.

Το θέμα όμως βρίσκεται αλλού και είναι γενικότερο. Το διάβασα και μου άρεσε: Το πρόβλημα με όλες αυτές τις «μεταρρυθμίσεις» είναι ότι δεν επιδιώκουν να κάνουν ένα Σχολείο καλύτερο, αλλά ένα Σχολείο πιο εύκολο!

Και πιο φτηνό. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.
Εκείνο που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι η Αγωγή -το λέει το όνομά της- είναι εξ ορισμού μια βίαιη διαδικασία. Θέλει κόπο· θέλει προσπάθεια.

Όσοι πιστεύουν ότι οι στόχοι του Σχολείου, ενός απαιτητικού Σχολείου, μπορούν να κατακτηθούν «αβρόχοις ποσί», κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου.
Και μάλιστα… μέρα μεσημέρι!
 Το λέει και η λέξη: έ-ξυπνος!

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018

180914 ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Δεν γράφουν τίποτε!

Μεγάλη έκπληξη έδειξε κάποιος φίλος, όταν συνειδητοποίησε ότι υπήρχαν μαθητές που μπήκαν σε σχολές γράφοντας στις Πανελλαδικές εξετάσεις μόνο το όνομά τους.
Είναι δυνατόν να μην ξέρουν τίποτε;

Υπάρχει ένα διπλό πρόβλημα. Από τη μια, το γεγονός ότι κάποιοι μαθητές δεν μπορούν να ανταποκριθούν στοιχειωδώς σε μια εξέταση που απευθύνεται σε παιδιά της ηλικίας και των (υποτιθέμενων) γνώσεών τους.

Από την άλλη, το γεγονός ότι υπάρχουν θέσεις για ανώτερες σπουδές ακόμη και γι’ αυτά τα παιδιά. Με το ερώτημα να προκύπτει αβίαστα: αφού δεν κατάφεραν τίποτε στο Λύκειο, πώς θα ανταποκριθούν παραπέρα;

Ας τα δούμε με τη σειρά. Πρώτα πρώτα, το θέμα της (πλήρους) αποτυχίας στις Πανελλαδικές εξετάσεις είναι αρκετά περίπλοκο. Μια του πτυχή ξεκινάει από το γεγονός ότι όλα τα παιδιά μπορούν να συνεχίσουν στο Γενικό Λύκειο.

Μπορούν, με την έννοια τού έχουν τη δυνατότητα. Και αυτά το κάνουν. Δεν υπάρχει δηλαδή ένας μηχανισμός να επιβάλει στον πολύ αδύνατο μαθητή να ακολουθήσει κάποια άλλη κατεύθυνση, αν εκείνος δεν το επιθυμεί.

Σκεφτείτε ένα παιδί που από το Δημοτικό ακόμη μπορεί να μένει συνεχώς πίσω, για διάφορους λόγους, που δεν είναι της ώρας να τους εξετάσουμε. Αδυνατεί να παρακολουθήσει το επίπεδο της τάξης του.

Οι χρονιές περνούν, τα προβλήματα και οι ελλείψεις συσσωρεύονται, όμως το παιδί συνεχίζει κανονικά με τους άλλους συμμαθητές του, ώσπου τελειώνει το Γυμνάσιο, αφού πλέον κανείς δεν χάνει χρονιά.

Δεν χάνει για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι η εννιάχρονη εκπαίδευση είναι υποχρεωτική και πρέπει οπωσδήποτε να τελειώσει το Γυμνάσιο και ο άλλος επειδή όλοι βλέπουν ότι και να χάσει χρονιά δεν πρόκειται να κερδίσει τίποτε.

Έτσι, κουτσά στραβά, παίρνει το απολυτήριο του Γυμνασίου και πηγαίνει στο Λύκειο. Σε ένα ανώτερο σχολείο, με περισσότερες απαιτήσεις, στις οποίες είναι (σχεδόν) αδύνατον να ανταποκριθεί.

Το άλλο πουλάκι:
Όμως είναι εκεί!

Ο καθηγητής τον έχει μέσα στην τάξη μαζί με όλα τα άλλα παιδιά. Ελάτε τώρα στη θέση του. Όχι του καθηγητή, του συγκεκριμένου μαθητή. Ο οποίος πρέπει να παρακολουθεί κάτι από το οποίο… «δεν παίρνει μπάλα».

Φανταστείτε τον εαυτό σας να είστε υποχρεωμένοι να παρακολουθήσετε, ας πούμε, μια διάλεξη για ένα θέμα για το οποίο δεν γνωρίζετε τίποτε, μάλιστα σε μια γλώσσα από την οποία καταλαβαίνετε ελάχιστα.

Τι θα κάνατε; Ακόμη και αν ήσασταν πολύ φιλότιμος και είχατε τη διάθεση να προσπαθήσετε να μάθετε κάτι, μετά από λίγο θα καταλαβαίνατε πως είναι άδικος κόπος και θα τα παρατούσατε.

Από τη θέση του καθηγητή, τώρα, που θεωρεί τον εαυτό του πολύ τυχερό αν αυτοί οι μαθητές κάθονται στη θέση τους φρόνιμοι, ασχολούνται με κάτι δικό τους και δεν δημιουργούν προβλήματα στην τάξη.

Να προσπαθήσει να τους… πλησιάσει, ή να κάνει το μάθημά του πιο «προσιτό», ώστε να μπορούν κι εκείνοι να έχουν κάποια συμμετοχή; Το κάνει, πολλές φορές. Πώς όμως να διδάξεις άλγεβρα σε κάποιο που δεν ξέρει… την προπαίδεια;

Που δεν μπορεί να κάνει μια διαίρεση; Που αδυνατεί να λύσει ένα απλό πρόβλημα τεσσάρων (και δύο) πράξεων; Τι να κάνεις ώστε το παιδί αυτό να μην περνάει ατελείωτες ώρες βαρεμάρας στο Σχολείο;

Ο καθηγητής μόνος του δεν μπορεί να κάνει σχεδόν τίποτε. Θα μπορούσε όμως το Σχολείο. Να πάρει όλα αυτά τα παιδιά και να δημιουργήσει κάποιο τμήμα, όπου θα ασχολούνται με πράγματα των δυνατοτήτων τους.

Αν θέλετε, και των ενδιαφερόντων τους. Να μιλούν για κάτι που γνωρίζουν και τα ενδιαφέρει. Να κάνουν εργασίες τέτοιου επιπέδου που να μπορούν να έχουν ορατά αποτελέσματα. Να νιώθουν και αυτά χρήσιμα και δημιουργικά.

Έτσι, και τα ίδια θα κέρδιζαν πολλά περισσότερα, και τα άλλα παιδιά θα μπορούσαν ίσως να προχωρούν με κάπως πιο γοργούς ρυθμούς, αφού οι καθηγητές τους θα απευθύνονταν μόνο σε εκείνα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτό δεν γίνεται!

Μην ρωτάτε γιατί, δεχτείτε μόνο ότι έτσι είναι! Το αποτέλεσμα. Να φτάνει κάποτε αυτός ο μαθητής στη Γ΄ Λυκείου και να πρέπει να δώσει εξετάσεις, μάλιστα μαζί με όλα τα υπόλοιπα παιδιά.

Δηλαδή τα θέματα είναι ίδια, είτε μιλάμε για μαθητές που στοχεύουν σε πολύ απαιτητικές σχολές, είτε για άλλους που με το ζόρι έφτασαν να τελειώσουν το Σχολείο. Θα πρέπει όμως οι πρώτοι να… διαφοροποιηθούν.

Θα πρέπει δηλαδή τα θέματα να έχουν κάποια δυσκολία, ώστε να ξεχωρίσουν οι άριστοι από τους πολύ καλούς και εκείνοι από τους λιγότερο. Αποτέλεσμα; Κάποιοι, οι… καθόλου καλοί, γράφουν μόνο το όνομά τους.

Σε μια άλλη εξέταση, με κάπως πιο εύκολα θέματα, ίσως θα μπορούσαν να γράψουν και αυτοί κάτι. Τότε όμως οι καλοί και οι άριστοι θα στριμώχνονταν όλοι στο είκοσι και δεν θα μπορούσε να γίνει σωστά ο διαχωρισμός τους.

Βλέπετε; το πρόβλημα είναι περίπλοκο, θα μπορούσαν όμως να αναζητηθούν, να βρεθούν, έστω να συζητηθούν κάποιες λύσεις, αλλά σε μία τελείως διαφορετική βάση, από το πλαίσιο που υπάρχει σήμερα.

Όσο για το γεγονός ότι, τελικά, αυτοί οι μαθητές βρίσκονται να φοιτούν και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ε, γι’ αυτό μιλήσαμε χθες. Ας όψονται οι σχολές μεγάλης ζήτησης… ενοικίων, όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκαν.
 Σε ένα τσουβάλι!


Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

180913 ΦΟΙΤΗΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Σε ποια πραγματικότητα ζούμε;

Είναι αλήθεια ότι ζούμε ο καθένας στη δική του πραγματικότητα και δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τον κόσμο τού άλλου; Θα σας πω δυο παραδείγματα που θα δείτε ότι αυτό ισχύει σε διαφορετικές περιπτώσεις.

Το πρώτο περιστατικό συνέβη πριν από πολλά χρόνια, τον καιρό που οι αγελάδες ήταν ακόμη τετράπαχες, σε μια ταβέρνα της πόλης. Η παρέα έτρωγε και έπινε με μεγάλο κέφι, έχοντας στο τραπέζι όλα τα καλά.

Κάποια στιγμή πλησίασε ένας ζητιάνος και με κάπως ενοχλητικό, είναι αλήθεια, τρόπο, άρχισε να ζητάει τη βοήθειά τους. Κάποιοι έδωσαν λίγα ψιλά, εκείνος όμως δεν έφευγε, συνέχιζε να γίνεται πιο πιεστικός.

Ένας από την παρέα τού είπε τότε με ευγενικό τρόπο πως δεν έχουν να του δώσουν άλλα χρήματα και να πάει στο καλό. Ο ζητιάνος τίποτε. Αγνοώντας τον επιδεικτικά, συνέχιζε να ζητά, να απαιτεί θα λέγαμε, επιπλέον βοήθεια.

Όταν με τα πολλά κατάφερε ο φίλος να τον κάνει να ξεκολλήσει και να απομακρυνθεί σε άλλο τραπέζι το κέφι της παρέας είχε μειωθεί αισθητά. Τότε εκείνος αποκαμωμένος από την προσπάθεια ξανακάθεται στη θέση του και λέει:

«Δυστυχώς, παιδιά, έτσι είναι. Ο φτωχός τον πλούσιο δεν τον καταλαβαίνει»!
Το είπε τόσο ειλικρινά και με τέτοια φυσικότητα! Και είχε και απόλυτο δίκιο, διότι, τελικά, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τα προβλήματα των άλλων.

Το δεύτερο περιστατικό συνέβη φέτος το καλοκαίρι. Στον δρόμο για τους Καλαρρύτες, σταματήσαμε σε ένα βενζινάδικο, έξω από τα Γιάννενα. Στο σύντομο διάστημα μέχρι να φουλάρουμε ανταλλάξαμε δυο κουβέντες με τον… βενζινά.

«Πώς πάνε τα πράγματα στη Δράμα;» μας ρώτησε. «Υπάρχει καθόλου κίνηση, ή… νέκρα όπως στα Γιάννενα;»
Τον κοιτάξαμε εμβρόντητοι. «Ξέρεις για ποιο πράμα μιλάς;»

Του εξηγήσαμε ότι τα Γιάννενα έχουν κάτι (πολλές) χιλιάδες φοιτητές, ενώ οι Δράμα μετρημένους στα δάχτυλα. Και μόνον αυτό είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα για την πόλη τους.
«Τι να σου κάνουν και οι φοιτητές άμα δεν υπάρχει χρήμα;» επέμεινε εκείνος.

Αυτή τη φορά αποδείχθηκε το αντίθετο. Ο πλούσιος -τρόπος τού λέγειν- είναι εκείνος που δεν μπορεί να καταλάβει την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι φτωχότεροι από τον ίδιο.   

Το άλλο πουλάκι:
Τι σημαίνει φοιτητές;

Για να το καταλάβετε, θα το κάνουμε σε αριθμούς. Στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων φοιτούν περίπου είκοσι δύο χιλιάδες (22.000) προπτυχιακοί φοιτητές και περίπου πέντε χιλιάδες (5.000) μεταπτυχιακοί και υποψήφιοι διδάκτορες.

Υπάρχει και το ΤΕΙ, αλλά είπαμε να απλοποιήσουμε τα πράγματα. Ας πούμε, λοιπόν, ότι ζουν εκεί, χοντρικά, είκοσι χιλιάδες φοιτητές από άλλες πόλεις. Θέλετε να συμφωνήσουμε με τον βενζινά ότι δεν υπάρχει χρήμα;

Θα το κάνουμε. Θα πρέπει όμως να δεχτούμε ότι όλοι αυτοί ξοδεύουν τουλάχιστον πεντακόσια ευρώ (500 €) ο καθένας τον μήνα σε ενοίκιο και υπόλοιπα έξοδα. Το λιγότερο έτσι;
Κάνατε ποτέ τον λογαριασμό;

Μ’ αυτούς τους μετριοπαθείς υπολογισμούς, βγαίνει ότι στα Γιάννενα «πέφτουν» κάθε μήνα πάνω από δέκα εκατομμύρια ευρώ (10.000.000 €), χρήματα που έρχονται ως… εισαγόμενο συνάλλαγμα από άλλες πόλεις.

Μπορεί να μην τα βλέπει απ’ ευθείας στο ταμείο του ο κάθε βενζινάς, γίνονται όμως ενοίκια, καφέδες, σουβλάκια, ρούχα βιβλία, τηλέφωνα (όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά) και από εκεί και καύσιμα για τα αυτοκίνητα. Τεράστιος κύκλος εργασιών.

Αφήνω, βλέπετε, τη θέρμανση στα χιλιάδες σπίτια, κάτι που θα ενδιέφερε και τον παραπονιάρη φίλο μας, ο οποίος δυσκολεύεται να καταλάβει πως κρίση υπάρχει, δεν είναι όμως ίδια για όλους.

Καθώς σκεφτόμουν όλα τα παραπάνω, διάβασα και την απόφαση του υπουργού Παιδείας για είσοδο των αποφοίτων σε κάποιες σχολές, χωρίς εξετάσεις. Χωρίς δηλαδή να χρειαστεί καν να γράψουν το όνομά τους στη κόλλα.

Διότι, κακά τα ψέματα, κάπως έτσι περνούσαν σε κάποιες από τις σχολές χαμηλής ζήτησης, μέχρι τώρα, αν κρίνουμε από τις βάσεις. Αρκούσε να γράψεις το όνομά σου και να… πετύχεις κάποιες από τις απαντήσεις πολλαπλών επιλογών.

Απ’ ό,τι φαίνεται όμως, περνούσαν μεν, δεν φοιτούσαν δε. Υπάρχουν στοιχεία που λένε ότι πολλοί από τους… επιτυχόντες δεν γράφονταν καν. Παρακολουθούσαν τη σχολή ακόμη λιγότεροι, για να πάρουν τελικά πτυχίο ελάχιστοι.  

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι θα αλλάξει τώρα;

Τι είναι αυτό που μας κάνει αισιόδοξους ότι σχολές τις οποίες δεν καταδέχονται εκείνοι που ίδρωσαν (τρόπος τού λέγειν) για να περάσουν θα τις καταδεχτούν άλλοι, οι οποίοι μάλιστα θα βρεθούν εκεί χωρίς κανέναν κόπο;

Μήπως μια λύση θα ήταν κάτι τέτοιες σχολές, που δεν τις θέλει κανείς, να πάψουν να υπάρχουν;
Δεν τις θέλει κανείς; Ούτε οι διδάσκοντες εκεί; Ούτε οι περίφημες τοπικές κοινωνίες για χάρη των οποίων ιδρύθηκαν;

Φαίνεται πως το θέμα δεν είναι τόσο απλό. Διαβάζουμε για ιπτάμενους καθηγητές, οι οποίοι πηγαίνουν μία ή δύο ημέρες την εβδομάδα στην πόλη όπου διδάσκουν, ζώντας τον υπόλοιπο χρόνο σε κάποια μεγαλύτερη.

Διαβάζουμε για διαμαρτυρίες των ιδιοκτητών ακινήτων, επειδή οι σχολές λειτουργούν Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη, με αποτέλεσμα να επωφελούνται μόνο κάποια ξενοδοχεία από τους μετακινούμενους φοιτητές.

Και φυσικά διαβάζουμε για διψήφιους αριθμούς φοιτούντων και μονοψήφιους πτυχιούχων (!) κάθε χρόνο, ακόμη και από σχολές που έχουν διακόσιους και τριακόσιους εισακτέους. Τι να καταλάβει και η… τοπική κοινωνία;

Όπως βλέπετε δεν πιάσαμε καθόλου το καθαρά επιστημονικό κομμάτι, αφού μιλάμε για πανεπιστημιακές σχολές. Το θέμα όμως είναι μεγάλο και θα επανέλθουμε.
 Σχολή – σχόλη!