ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

150119 ΛΕΛΟΓΙΣΜΕΝΟ

Το ένα πουλάκι:
Με φόβο και πάθος!

Όλα δείχνουν πως, στις εκλογές της Κυριακής θα ψηφίσουμε εμφορούμενοι από αυτά τα δύο συναισθήματα.
Μέγα λάθος, αφού οι αποφάσεις που λαμβάνονται κάτω από τέτοιες συνθήκες είναι συνήθως λάθος και συνηθέστατα μοιραίες.

Τι εννοούμε όμως φόβο και τι πάθος; Θα σας εξηγήσω αμέσως.
Η Νέα Δημοκρατία ποντάρει κυρίως στον φόβο των πολιτών. Αυτό δείχνουν οι «θέσεις» της από τα διαφημιστικά της σποτ, αυτό και όλη η προεκλογική της καμπάνια.

Μοιάζει να μας λένε «μη κοιτάτε τι είμαστε εμείς, κοιτάξτε τι θα πάθετε, αν έρθουν οι άλλοι».
Πάνω σ’ αυτό το μοτίβο έχουν χτίσει όλη την προσπάθειά τους να παραμείνουν στην εξουσία.
Βεβαίως, τίποτε δεν χτίζεται στο κενό. Προφανώς κάποιος φόβος για την έλευση των «άλλων» έχει βάση και σ’ αυτό βοηθούν πάρα πολύ οι ίδιοι, με την απουσία θέσεων –συγκεκριμένων θέσεων- και τις αλλοπρόσαλλες δηλώσεις των διάφορων στελεχών και υποψηφίων.

Ο φόβος που προσπαθεί να καλλιεργήσει η Νέα Δημοκρατία δεν είναι «ενιαίος», ούτε γενικός και αόριστος. Γίνεται πολύ συγκεκριμένος, ανάλογα με το είδος του εκλογικού σώματος στο οποίο απευθύνεται.

Έτσι, απευθυνόμενη στους «νοικοκύρηδες», μιλά για άτακτη χρεοκοπία και επιστροφή στη δραχμή, ενώ, όταν κλείνει το μάτι στους φιλοευρωπαίους, τονίζει κυρίως την έξοδο από την ΕΕ και τη διεθνή απομόνωση της χώρας.

Από την άλλη μεριά, προσπαθώντας να συσπειρώσει τον ακροδεξιό χώρο, κάνει λόγο για «εικονίσματα», για «λαθρομετανάστες», για «αφοπλισμό των αστυνομικών» και άλλα τέτοια τέρατα που θα εμφανιστούν, μόλις η ίδια χάσει τη διακυβέρνηση της χώρας και έρθει στα πράγματα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως είπαμε, την εκστρατεία αυτή του φόβου την ενισχύουν τα ίδια τα στελέχη και οι υποψήφιοι του ΣΥΡΙΖΑ, όταν δηλώνουν ό,τι τους περάσει το μυαλό, όπως ότι θα τυπώνουμε Ευρώ, 100 δις, ώστε να καλύψουμε τις ανάγκες ρευστότητας οι οποίες (άρα) θα υπάρξουν.

Το άλλο πουλάκι:
Καλά ο φόβος. Το πάθος;

Αυτό εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο οι ψηφοφόροι μοιάζουν να στρέφονται προς τον ΣΥΡΙΖΑ.
Για να μελετήσουμε το φαινόμενο, ας χωρίσουμε αυτούς τους ψηφοφόρους σε δυο κατηγορίες. Εκείνους, τους λίγους, που ψήφιζαν από παλιά αυτό το κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και τους άλλους που τώρα τελευταία στράφηκαν προς αυτό, ανεβάζοντάς το στα δημοσκοπικά –ίσως όχι μόνο- ύψη.

Το πάθος που λέγαμε αφορά και στις δύο ομάδες, όχι όμως με τον ίδιο τρόπο. Οι παλιοί φίλοι και τα ιστορικά στελέχη του κόμματος θα το ψηφίσουν όχι όμως «δαγκωτό», ούτε «με δυο χέρια», όπως έκαναν άλλες φορές.

Κι αυτό γιατί βλέπουν πως, προκειμένου ο ΣΥΡΙΖΑ να προσεγγίσει νέους ψηφοφόρους, έβαλε αρκετό νερό στο κρασί του. Έχασε αρκετό από τον «ριζοσπαστισμό» του και ένα μεγάλο μέρος από την «αριστεροσύνη του». Το λένε λοιπόν στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους.

Πού πήγαν οι θέσεις του κόμματος για την εκκλησιαστική περιουσία; Πέταξαν μαζί με το περιστέρι από τα χέρια του Αλέξη Τσίπρα; Πότε ακούσατε τελευταία φορά για κρατικοποιήσεις ή ανάκληση ιδιωτικοποιήσεων; Τι έγιναν οι θέσεις για το σύμφωνο συμβίωσης των ομοφυλόφιλων ή για τη ριζοσπαστική οικολογία, γιατί δεν ακούγονται πλέον κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα;

Ας μη μιλήσουμε για την απλή αναλογική, για την ιστορική στάση απέναντι στον δικομματισμό, για ισότιμες συνεργασίες των μικρών κομμάτων, αλλά και για τη νεοπλουτίστικη υπεροπτική συμπεριφορά που δείχνουν πολλά στελέχη απέναντι στους δημοσκοπικά «φτωχότερους», κυρίως στο ΠΑΣΟΚ.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Όσο για το «πάθος» των νέων ψηφοφόρων…

Αυτοί, στην πλειονότητά τους, φαίνεται πως στράφηκαν προς τον ΣΥΡΙΖΑ μόνο και μόνο από τη μεγάλη τους επιθυμία «να απαλλαγούμε από αυτούς», εννοώντας όσους κυβέρνησαν ή συγκυβέρνησαν μέχρι σήμερα.
Είναι πρόθυμοι να ψηφίσουν κάτι νέο, χωρίς όμως να συνοδεύει τη στάση τους αυτή με η ελπίδα για κάτι καλύτερο, που κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει.

«Φτάνει πια, να φύγουν αυτοί», λένε να συνεχίζουν: «Στο κάτω κάτω, αν είναι να χρεοκοπήσουμε, ας χρεοκοπήσουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ».
Δεν ελπίζουν πως τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Αντιθέτως, το σημαντικότερο επιχείρημά τους είναι «δηλαδή τι χειρότερο να πάθουμε».
Επιχείρημα που μπορεί για μια μικρή ομάδα συμπατριωτών μας να έχει νόημα, όμως για τους πολλούς, που δεν θα έπρεπε να συγχέουν τη φτώχεια με τη χρεοκοπία, δεν στέκει.

Αυτό το έχουν αντιληφθεί τα επιτελεία του ΣΥΡΙΖΑ, γι’ αυτό έχουν προσαρμόσει την προεκλογική τους εκστρατεία γύρω από την «ελπίδα».
Η ελπίδα όμως εμπνέεται, δεν υποβάλλεται με διαφημιστικά σλόγκαν και δυστυχώς, αυτοί οι ψηφοφόροι (όπως, βέβαια, και πάρα πολλοί άλλοι που θα στραφούν σε άλλα κόμματα) θα ψηφίσουν χωρίς ελπίδα για το αύριο.

Θυμηθείτε λίγο και συγκρίνετε οι παλαιότεροι με το κλίμα που υπήρχε το 1981, όταν το τότε ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου συγκέντρωνε επίσης χιλιάδες νέους οπαδούς, οι οποίοι όμως όχι απλώς ήλπιζαν αλλά πίστευαν πως κάτι θα αλλάξει στη χώρα, πως θα έρθουν καλύτερες μέρες.

Κάτι τέτοιο σήμερα δεν υπάρχει.
Κι αυτό είναι το χειρότερο σημάδι για τις εκλογές της Κυριακής. Να επιδιώκεις μια αλλαγή, χωρίς όμως να ελπίζεις σε κάτι καλύτερο, αλλαγή απελπισίας. Ποια, άραγε, προεκλογική καμπάνια μπορεί να μεταστρέψει αυτό το κλίμα;

Δυστυχώς καμία.
Μόνο οι ίδιοι οι ψηφοφόροι, αν στη θέση του φόβου και του πάθους βάλουμε τη λογική!

Η ελπίδα πάει μόνο με τη λογική!

1 σχόλιο:

Θωμάς είπε...

Ο Ν. Δραγούμης στις Ιστορικές Αναμνήσεις του αναφέρει ένα περιστατικό για μια γυναίκα που ετοιμαζόταν να παντρευτεί έναν αδέκαρο Ιταλό την εποχή που ο Ιμπραήμ κατέσφαζε την Πελοπόννησο. Τον αγαπάς; την ρώτησε ο Δραγούμης. Όχι, του απάντησε αυτή, αλλά αφού όλοι λένε πως έρχεται η καταστροφή τουλάχιστον "ας μην υπάγω παραπονεμένη ότι έμεινα ελευθέρα". Κάπως έτσι φαίνεται πως σκέφτεται και το εκλογικό σώμα. Αφού η λογική λέει πως δεν υπάρχει σωτηρία τουλάχιστον ας μη καταστραφούμε με τη σκέψη πως δεν αντιδράσαμε καθόλου. Υπάρχει πάντως μια λογική σε αυτή τη σκέψη.