ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

150907 ΠΡΟΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Το αίτιο και το αποτέλεσμα…

Την κουβέντα την ξεκίνησε φίλος στο καφενείο, όταν άρχισε να μας περιγράφει ένα συνηθισμένο πρωινό σε παραλία της Χαλκιδικής. Όχι, δεν μας μίλησε για την τεράστια πλειονότητα των βαλκάνιων γειτόνων μας, που σε κάνει να αισθάνεσαι «ξένος στο σπίτι σου». Αυτό είναι μια άλλη κουβέντα που θα την κάνουμε με την ησυχία μας κάποια άλλη στιγμή.

Μας μίλησε για την εντύπωση που του έκανε μια συντροφιά νέων ανθρώπων, όχι από εύπορες οικογένειες, γεγονός που διαπιστωνόταν τόσο από το ντύσιμό τους, κυρίως όμως από το γεγονός ότι δεν είχαν νοικιάσει και ξαπλώστρες. Έστρωσαν κάτω τις ψάθες τους και είχαν δικές τους ομπρέλες.

Ίσως να διαπιστώσετε στη συνέχεια ότι δεν έχει καμιά σημασία η οικονομική κατάσταση των υπό παρατήρηση νέων, ο φίλος μας όμως την τόνισε για συγκεκριμένο λόγο. Είπαμε, ο καθένας μας κουβαλάει τις ιδεοληψίες του. Ας συνεχίσουμε όμως.

Εκείνο που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν το γεγονός ότι κάποια στιγμή έβγαλαν από τις τσάντες τους σχεδόν όλες τις εφημερίδες (πώς να τις πούμε;) «κοινωνικού σχολιασμού» και άρχισαν να τις μελετούν μανιωδώς, συζητώντας για το πού κάνουν διακοπές διάφοροι «επώνυμοι», τι μαγιό φορούν, με ποια συντροφιά απολαμβάνουν τις ελληνικές (μυκονιάτικες) παραλίες κ.λπ.

Ο φίλος –εδώ τώρα έρχεται να παίξει ρόλο η ιδεοληψία του καθενός- το θεώρησε αυτό όχι απλώς κατάντημα (άνθρωποι «φτωχοί» να ασχολούνται με τέτοιο ζήλο με τις «ζωές των άλλων»), αλλά και… αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης(!)
Όπως ήταν φυσικό, η κουβέντα άναψε όταν ένας άλλος παρατήρησε ότι «το φαινόμενο αυτό είναι ένα από τα αίτια και όχι αποτέλεσμα της κρίσης που περνάμε».

Κουβέντα στη κουβέντα, έπεσαν και άλλα επιχειρήματα στο τραπέζι. Κάποιος παρατήρησε ένα αντίστοιχο φαινόμενο, που όμως, όπως προειδοποίησε, θα μας φανεί πιο οικείο. «Ξέρετε πόσοι είναι εκείνοι που η μόνη τους πληροφόρηση για τον κόσμο προέρχεται από αθλητικές εφημερίδες και αντίστοιχα ηλεκτρονικά ΜΜΕ; Που ξημεροβραδιάζονται συζητώντας αποκλειστικά για μπάλα;»

Ο «σύντροφος» (γιατί να συνεχίζουμε να το κρύβουμε) επέμενε ότι αυτά είναι αποτελέσματα της κρίσης και ότι «εκεί οδηγούν τον κόσμο, προκειμένου να τον κοιμίζουν και να μην ασχολείται με τα πραγματικά προβλήματα». Κάποιος τον ρώτησε αν μπορεί να θυμηθεί «πότε το φαινόμενο αυτό βρέθηκε στη ακμή του, πότε είχαν τα κανάλια τα περισσότερα ριάλιτι και πότε το λάιφ στάιλ κυριάρχησε ως τρόπος ζωής», απαντώντας μόνος του ότι «ήταν στα χρόνια πριν από την κρίση» –άρα αίτιο και όχι αποτέλεσμα.

Τελικά, προκειμένου να βρεθεί λύση και να μην φύγουμε διαφωνώντας, προτάθηκε το συμβιβαστικό συμπέρασμα (στο οποίο καταλήγουμε για χίλιες δυο διαφορετικές περιπτώσεις) ότι «όλα είναι θέμα παιδείας».

Το άλλο πουλάκι:
Καταλήγουμε χωρίς να συμφωνούμε!

Διότι υπάρχουν πάντοτε εκείνοι που υποστηρίζουν ότι τέτοιου είδους συμπεράσματα μπορεί να έχουν μια γενική ισχύ, λειτουργούν όμως παραπλανητικά αφού αποκρύπτουν το σοβαρό ζήτημα της προσωπικής ευθύνης. Αν για όλα φταίει η παιδεία που παίρνουμε (ή μας δίνουν), τότε πάντοτε θα φταίνε οι άλλοι.

Εξάλλου, όπως παρατήρησε, λίγο πολύ όλοι από τα ίδια σχολεία βγαίνουμε και όλοι πάνω κάτω τους ίδιους δασκάλους έχουμε. Πώς γίνεται και καταλήγουμε τόσο διαφορετικοί; Αυτό άρεσε σε όλους διότι, αν δεν το αντιληφθήκατε, υπονοούσε πως εμείς, η συντροφιά του καφενείου, παρ’ όλη τη συμμετοχή μας στην κοινή παιδεία, είμαστε καλύτεροι από τους «άλλους».

Ο «σύντροφος» όμως το συνέχισε, αρνούμενος να παραδεχτεί την ατομική ευθύνη (πάντα κάποιο σύστημα πρέπει να φταίει, που ο «λαός» δεν μπορεί να δει την αλήθεια), προσπαθώντας μάλιστα να συγκρίνει την εγχώρια παιδεία με εκείνη άλλων χωρών, κρίνοντας τη δεύτερη ως ανώτερη.

Για να λάβει μια πληρωμένη απάντηση: «Αφού είναι έτσι, τότε πώς εξηγείς το γεγονός ότι εμείς, με την χειρότερη παιδεία, είμαστε η μόνο χώρα στον κόσμο όπου εξακολουθούν να υπάρχουν και να έχουν πολιτική δύναμη όχι ένα αλλά πολλά κομμουνιστικά κόμματα;»

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Η απάντηση ήρθε από αλλού!

Τη στιγμή εκείνη από το διπλανό τραπέζι ακούστηκε ένας σύντομος διάλογος που έθεσε το ζήτημα σε άλλη βάση. «Ναι, ρε, Χρυσή Αυγή, ή, το πολύ πολύ τον άλλο, τον πώς το λένε, μωρέ, τον… Λεβέντη. Σιγά μη ψηφίσουμε εκείνους που τους προωθούν μέρα νύχτα τα κανάλια, προκειμένου να κάνουν τα παιχνίδια τους». 

Παραλίγο να γυρίσω να ρωτήσω: Εσείς το Λεβέντη από πού ακριβώς τον μάθατε, όσο τον μάθατε; Διαβάσατε κάπου τις θέσεις του; Τον παρακολουθήσατε σε κάποια ομιλία; Πώς έγινε και τον θυμηθήκατε, μαζί με ένα σωρό άλλο κόσμο,  έτσι ξαφνικά, έναν πολιτικό που κινείται στον τρας τηλεοπτικό χώρο δεκαετίες τώρα; Μήπως τα καταραμένα «κανάλια» έπαιξαν κάποιο ρόλο ώστε να γίνει «ιν» ξαφνικά και από το πουθενά ο Λεβέντης;

Τελικά μήπως έχουν και οι δυο πλευρές δίκιο; Μήπως τον «ένοχο» πρέπει να τον αναζητήσουμε στον συνδυασμό παιδείας (με την ευρεία έννοια, όχι απλώς της σχολικής εκπαίδευσης) και προσωπικής ευθύνης; Μήπως το μυστικό της ευκολίας με την οποία πολλοί καταφεύγουν στη πιο αβασάνιστη «λύση» που βρίσκεται μπροστά τους να κρύβεται στην προσωπική τους συγκρότηση, η οποία όμως είναι και αποτέλεσμα των επιρροών που δέχονται;

Τι περιμένετε; Να δοθεί απάντηση σε επίπεδο… κουβέντας καφενείου;
 
Πίνοντας φραπέδες!

Δεν υπάρχουν σχόλια: