ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Γεια σας.
Για τους καινούριους φίλους μας, θυμίζουμε ότι τα 3πουλάκια φιλοξενούνται καθημερινά, από τις 13 Σεπτεμβρίου 1999, στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ.
Εδώ, στη νέα μας φωλιά, θα μας συναντάτε κάθε απόγευμα, αφού προηγουμένως έχετε μελετήσει την εφημερίδα και έχετε ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.


Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

170316 ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Τώρα εξηγούνται όλα!

Δεν έχουν άδικο όσοι υποστηρίζουν ότι για κάθε τι παράξενο υπάρχει μια εξήγηση. Την οποία μπορεί να μην υποψιάζεσαι, μπορεί να είναι μπροστά στα μάτια σου και να μην τη βλέπεις, ιδίως αν είσαι προκατειλημμένος, όπως εγώ στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Βέβαια, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, έχω κι εγώ μια καλή δικαιολογία. Ως γνήσιο τέκνο αυτής της χώρας, όπου το δημοφιλέστερο άθλημα είναι η… μετακύλιση ευθυνών, δεν θα μπορούσα να μην βρω κι εγώ κάποιον άλλο φταίχτη.

Που, όπως θα δείτε στη συνέχεια, είμαι πάλι εγώ ο ίδιος, όμως άλλο είναι να φταις απευθείας και άλλο… από σπόντα, εξ αντανακλάσεως. Άλλο να είσαι υπεύθυνος ο ίδιος και άλλο κάποιο κουσούρι σου, για το οποίο -εννοείται- δεν ευθύνεσαι εσύ!

Στο σημείο αυτό -το ένα φέρνει το άλλο- σκέφτηκα ότι διαπράττω κι εγώ τη γνωστή ανοησία που διαπράττουν πολλοί επώνυμοι, όταν σε κάποια συνέντευξη τούς ρωτούν ποια είναι τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα τους.

Τότε ακούς διάφορες ανοησίες τού τύπου «έχω το κακό ότι εμπιστεύομαι πολύ εύκολα τους ανθρώπους», οι οποίες συμπληρώνονται ως εξής: «Εννοείται ότι αυτό το έχω πληρώσει ακριβά, αλλά δεν λέω να βάλω μυαλό».

Ή ακούς τον άλλο να απαντά «έχω μια εγγενή αδυναμία στη διαχείριση του χρήματος». (Αυτό το «εγγενή» το βλέπεις μόνο σε συνεντεύξεις που δίνονται γραπτώς.) «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ξοδεύω τα λεφτά που περνάνε από τα χέρια μου, πράγμα που... [σωστά το μαντέψατε] το έχω πληρώσει ακριβά, αλλά δεν λέω να βάλω μυαλό».

Ακολουθώντας, λοιπόν, κι εγώ αυτή την τακτική των επωνύμων, θα σας εξομολογηθώ ότι… αποφεύγω να διαβάζω αριθμούς, ιδίως όταν αναφέρονται σε οικονομικά στοιχεία. Φυσικά, αυτό το έχω πληρώσει ακριβά, αλλά δεν λέω να βάλω μυαλό.

Επίσης -ας το σοβαρέψουμε και λίγο-, αποφεύγω να μελετήσω και να σχολιάσω τα οικονομικά άλλων ανθρώπων, ακόμη κι αν αυτά αφορούν το σύνολο των πολιτών, τα πληρώνουμε δηλαδή όλοι μας, όπως, ας πούμε, οι αμοιβές ή οι φοροαπαλλαγές των πολιτικών προσώπων.

Είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι οι βουλευτές, για παράδειγμα, πρέπει να αμείβονται πολύ καλά, διότι κάνουν μια δύσκολη και υπεύθυνη δουλειά. Τώρα, αν κάποιοι δεν την κάνουν όπως πρέπει, ε, σ’ αυτό ευθυνόμαστε εμείς οι ψηφοφόροι που τους την αναθέτουμε.

Το άλλο πουλάκι:
Πόσο καλά είναι το «πολύ καλά»;

Τις τελευταίες ημέρες ξεκίνησε και πάλι ένας δημόσιος διάλογος (δηλαδή παράλληλοι μονόλογοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης), με αφορμή στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας και αναφέρονται στις αμοιβές και τις φοροαπαλλαγές των βουλευτών.

Οι βουλευτές αμείβονται (αποζημιώνονται είναι ο σωστός όρος, αφού «αποζημιώσεις» παίρνουν) πολύ ικανοποιητικά, σε σχέση με άλλους εργαζόμενους. Τόσο ικανοποιητικά που μπαίνουν στον πειρασμό να προσπαθήσουν σκληρά, από τα βουλευτικά έδρανα, να (ξανα)σώσουν τη χώρα.

Αυτό είναι βέβαια και ένα ζητούμενο. Η «αποζημίωση» να αξίζει τον κόπο, ώστε το… λειτούργημα να προσελκύει ενδιαφερόμενους που έχουν κάποια προσόντα και όχι όσους το βλέπουν μόνο ως τρόπο να ξεφύγουν από τη φτώχια.

Έτσι όμως, ο βουλευτής, με τις συνολικές αποδοχές και τις άλλες απολαβές του λειτουργήματός του, βρίσκεται πιο κοντά στο τμήμα εκείνο του Λαού που θα το αποκαλούσαμε άρχουσα τάξη, ή οικονομική ολιγαρχία, παρά στον μέσο πολίτη. 

Αλλά, όπως συμβαίνει και με άλλες κατηγορίες πολιτών που «παίρνουν καλά λεφτά», για παράδειγμα κάποιους ποδοσφαιριστές ή μπασκετμπολίστες, ισχύει πάντοτε η δικαιολογία ότι αυτό δεν μπορούν να τα κάνουν για πολλά χρόνια.

Το ίδιο ισχύει και για τους βουλευτές, οι οποίοι, κυριολεκτικά, «σήμερα είναι και αύριο δεν είναι». Έτσι οι απολαβές τους έχουν έναν διπλό στόχο. Από τη μια να τους δώσουν τη δυνατότητα να… ξαναείναι, δηλαδή να μπορούν να κάνουν κάποια έξοδα που θα τους επιτρέψουν να επανεκλεγούν.

Και από την άλλη να τους εξασφαλίσουν, αν είναι δυνατόν με μια ελάχιστη συμμετοχή τους στην κοινοβουλευτική (υπερ)ομάδα, ένα μέλλον που δεν θα χρειαστεί να κουραστούν. Διότι τη δουλειά, άμα την ξεμάθεις, δύσκολα μετά την ξανασυνηθίζεις.

Ακούστηκαν λοιπόν αντιρρήσεις και αρνητικά σχόλια για την προσπάθεια επίτευξης και των δύο παραπάνω στόχων. Δεν μας αφορούν. Θα θέλαμε μόνο να μιλήσουμε για μια μικρή παράμετρο του πρώτου στόχου (δυνατότητα επανεκλογής), που ήρθε να μας λύσει μια απορία.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Διότι, τώρα εξηγούνται όλα!

Εντελώς πρόσφατα, με αφορμή αυτή τη νέα συζήτηση για τις αποδοχές των βουλευτών, μάθαμε πως, μέσα σ’ αυτές, υπάρχει και ένα μηνιαίο «επίδομα βιβλιοθήκης». Το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 905,66 ευρώ, 10.867,92 ευρώ το χρόνο, και μάλιστα αφορολόγητα!

Αυτό, από τη μια, είναι θετικό, διότι βοηθά τους βουλευτές μας να ενημερώνονται, διαβάζοντας και εμπλουτίζοντας τις βιβλιοθήκες τους. Γίνονται έτσι πιο συγκροτημένες προσωπικότητες, πράγμα άλλωστε που φαίνεται από την πρώτη τους κουβέντα.

Μήπως όμως, από την άλλη, ένα τέτοιο επίδομα, τους καθιστά -σε μια επόμενη εκλογική αναμέτρηση- σε πλεονεκτική θέση, έναντι άλλων υποψηφίων, που δεν μπορούν να ξοδέψουν τόσα χρήματα για την (διά βίου) μόρφωσή τους;

Και, αν το δούμε έτσι, μήπως πρόκειται για ένα επίδομα που πριμοδοτεί τους εν ενεργεία βουλευτές, επομένως αντιβαίνει στις αρχές της (δυνατότητας) ίσης πρόσβασης και συμμετοχής των πολιτών στα δημόσια αξιώματα;  

Τότε όμως, μήπως πρέπει να συγχαρούμε εκείνους τους βουλευτές μας, που δεν περνούν ούτε έξω από βιβλιοπωλεία, δείχνοντας μ’ αυτό τον τρόπο ότι προτιμούν να μορφώνονται (διά βίου), όπως και οι περισσότεροι πολίτες, μόνο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

Έλεγα κι εγώ…
 Λεφτά που πιάνουν τόπο!

Δεν υπάρχουν σχόλια: