ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

190911 ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟΝ


Την ευλογημένη, αλλά -κακά τα ψέματα- δύσκολη μέρα του Αγιασμού, ο νους και η καρδιά μας ας είναι δίπλα στα πρωτάκια, για ό,τι μπορεί να σημαίνει για το καθένα η πρώτη του μέρα στον όμορφο κόσμο του Σχολείου.

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

190705 ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Σαν σήμερα…

Είναι κάπως άτυχος ο ΣΥΡΙΖΑ, διότι οι εκλογές της Κυριακής συμπίπτουν χρονικά με τα δραματικά γεγονότα αυτών των ημερών το 2015, όταν η περήφανη εξάμηνη διαπραγμάτευση κατάληγε στο δημοψήφισμα.

Με το κλείσιμο των τραπεζών να προηγείται, το ΟΧΙ να κυριαρχεί, τους οπαδούς του να στήνουν χορούς στο Σύνταγμα, αλλά αμέσως μετά τον Γιάνη Βαρουφάκη να αντικαθίσταται από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και η ρότα να αλλάζει.

Ο Αλέξης Τσίπρας να παίρνει παραμάσχαλα το ΟΧΙ, για να το πηγαίνει στις Βρυξέλες από όπου επιστρέφει με ένα ΝΑΙ (σε όλα) και έναν επιχείλιο έρπητα, γεγονότα που θα κάνουν τη σύζυγό του να κλαίει, έκτοτε, τέτοιες μέρες.

Όπως και να το κάνουμε, δεν είναι και οι ιδανικότερες μέρες για ένα κόμμα να πηγαίνει σε εκλογές, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός διάλεξε την ημερομηνία, οπότε δεν μπορεί να παραπονιέται ότι του έφταιξε κάποιος.

Ωστόσο θα ήταν άδικο, αν στη σκέψη των ψηφοφόρων κυριαρχούσαν τα γεγονότα εκείνων των ημερών και με βάση τα συναισθήματα που θα τους προκαλούσαν θα πήγαιναν να ρίξουν την ψήφο τους.

Διότι έτσι, και οι οπαδοί του ΝΑΙ, που αισθάνθηκαν ότι σύρθηκαν σε ένα δημοψήφισμα χωρίς νόημα, και εκείνοι του ΟΧΙ, που ένιωσαν ότι προδόθηκαν από την τελική έκβαση, θα είχαν λόγους να καταψηφίσουν τον Αλέξη Τσίπρα.

Όμως στις εκλογές δεν πρέπει να πηγαίνουμε με το βλέμμα στο παρελθόν, αλλά στραμμένο στο μέλλον. Ως εκ τούτου, τα συνθήματα τύπου «ο λαός δεν ξεχνά…» δεν θα πρέπει να είναι εκείνα που θα μας κατευθύνουν. Αφήστε που είναι σκέτη συντήρηση!

Ασφαλώς και είναι καλό να έχει μνήμη ο λαός. Αυτή όμως δεν πρέπει να είναι ο αποκλειστικός μας σύμβουλος, διότι η μνήμη έχει ένα σοβαρότατο ελάττωμα. Είναι τις περισσότερες φορές επιλεκτική.

Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι εκείνοι που καλούν τον λαό να… μην ξεχνά δεν τον αφήνουν να το κάνει γενικώς και αορίστως, αλλά του θυμίζουν και πολύ συγκεκριμένα πράγματα που πρέπει να θυμάται.

Να θυμάται ακριβώς εκείνα που χρειάζεται, ώστε να καταψηφίσει τους άλλους για κάτι που έκαναν ή δεν έκαναν στο παρελθόν, ακόμη και πολύ παλιά, αφού η επιλεκτική μνήμη έχει και το γνώρισμα να φτάνει μέχρι εκεί που θέλει.

Το άλλο πουλάκι:
Ας αφήσουμε, λοιπόν, το παρελθόν.

Εξάλλου, εμείς εδώ, σε όλο το διάστημα της κρίσης (αλλά και χρόνια πριν) τα λέγαμε καθημερινά. Λίγο πολύ, λοιπόν, είναι γνωστό το τι υποστηρίζαμε, τι είχε νόημα και αξία για μας, και τι θεωρούσαμε σωστό για τον τόπο.

Αυτά υπάρχουν και μπορεί, όποιος επιθυμεί και δεν τον βοηθά η μνήμη του, να ανατρέξει είτε στο αρχείο της εφημερίδας μας, είτε στο διαδίκτυο για να τα βρει. Το ζήτημα είναι ποιο κριτήριο θα βάλουμε για τη μεθαυριανή ψηφοφορία.

Είπαμε να ψηφίσουμε με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, έχοντας την εμπειρία όσων ζήσαμε και όσων μας οδήγησαν εδώ που είμαστε σήμερα. Ας κάνουμε, λοιπόν, μια αρχή μιλώντας πρώτα για τα πρόσωπα.

Ψηφίζουμε ανθρώπους που τους διακρίνει συνέχεια και συνέπεια λόγων και έργων, έτσι ώστε να μην διαψευστούμε αργότερα. Ανθρώπους που δεν βρέθηκαν ξαφνικά στην επικαιρότητα, επειδή χάιδεψαν αφτιά, λέγοντας ή κάνοντας κάτι παλαβό που εντυπωσίασε.

Σε τοπικό επίπεδο ψηφίζουμε ανθρώπους που τους ξέρουμε και μας ξέρουν. Που γνωρίζουμε ότι δεν μπήκαν στην πολιτική, ούτε επειδή έτσι φύσηξε ο άνεμος, ούτε επειδή πίστεψαν μια μέρα ότι ήρθε και η δική τους η σειρά.

Που έχουν επίγνωση ότι χρωστάνε στον τόπο και δεν τους χρωστά εκείνος, επειδή είναι πιο ικανοί, πιο μάγκες ή πιο έξυπνοι από τους υπόλοιπους. Ότι οι συμπολίτες τους τους τιμούν με την ψήφο τους και οφείλουν πίσω αυτή την τιμή.

Ανθρώπους που έχουν δική τους προσωπικότητα, δική τους άποψη διαμορφωμένη, αλλά είναι έτοιμοι και να τη συζητήσουν. Που έχουν τη διάθεση αλλά και την ικανότητα να εργαστούν, κυρίως όμως να συνεργαστούν για το καλό του τόπου.

Που δεν τους τραβάει το κόμμα από το μανίκι. Που είναι έτοιμοι να έρθουν σε ρήξη και μ’ αυτό, αν δουν ότι τους οδηγεί σε κάτι που είναι αντίθετο με τις αρχές και τις αξίες τους. Ανθρώπους έτοιμους να τα βροντήξουν, αν χρειαστεί.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το βλέμμα στο μέλλον…

Όχι υποχρεωτικά στο άμεσο, τι θα γίνει δηλαδή αν η Νέα Δημοκρατία (δεν) έχει αυτοδυναμία, ή αν το μετεκλογικό σκηνικό οδηγήσει σε επανάληψη των εκλογών με απλή (και ανόθευτη, όπως λέγαμε παλιά) αναλογική.

Καλό είναι να τα έχουμε και αυτά κατά νου, καλύτερο όμως το να έχουμε εμείς πρώτα ένα όραμα για τον τόπο και μετά να δούμε ποιο από τα κόμματα μπορεί να το υπηρετήσει καλύτερα. Πώς φανταζόμαστε το μέλλον της χώρας;

Σε τι σχολειά θέλουμε να πηγαίνουν τα παιδιά μας; Με τι δασκάλους; Τι είδους άνθρωποι να βγαίνουν από αυτά; Με τι εφόδια; Πώς να είναι τα πανεπιστήμια που θα σπουδάζουν; Τι να περιμένουν, όταν πάρουν το πτυχίο τους;

Πώς φανταζόμαστε τη λειτουργία της Δικαιοσύνης; Τι περιμένουμε από τη σχέση της με την πολιτική εξουσία; Τι σημαίνει για εμάς η διάκριση των εξουσιών; Πώς και πότε θέλουμε να εφαρμόζεται ο νόμος;

Τι ζητάμε από τα κρατικά ραδιοτηλεοπτικά Μέσα; Ποιος θέλουμε να είναι  ο ρόλος των ΜΜΕ γενικότερα και πώς να αντιμετωπίζουν την εξουσία; Πώς φανταζόμαστε την ελευθερία του Τύπου, αλλά και του διαδικτύου, σε μια δημοκρατία του μέλλοντος;

Ποιο ρόλο ονειρευόμαστε για τη χώρα μας, στον τοπικό, τον ευρωπαϊκό αλλά και τον παγκόσμιο χάρτη; Με τι κριτήρια να επιλέγουμε τους συμμάχους μας;

Δεν χρειάζεται να συνεχίσω, καταλάβατε, φαντάζομαι το πνεύμα. Σκεφθείτε τα, λοιπόν, διότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το άλλα να λέω και να κάνω στη ζωή μου και άλλα να ψηφίζω στις εκλογές.

Για ξεχαρμάνιασμα!
 Καλό βόλι!

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

190703 ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Μας «απασχόλησε»!

Ο Γιάννης Αντετοκούμπο έγινε το πρόσωπο των ημερών την προηγούμενη εβδομάδα, μέσω ειδήσεων και διαφημίσεων. Για να είμαστε ακριβείς, ειδήσεων που διαφημίζουν και διαφημίσεων που αποτελούν ειδήσεις.

Είναι περίπτωση ο Γιάννης. Μας αρέσει να τον αποκαλούμε έτσι για διάφορους λόγους και όχι μόνον επειδή το επίθετό του δεν… λέγεται με ευκολία. Κανείς, ας πούμε, δεν σκέφτηκε να πει τον Γκάλη… ο Νίκος.

Ούτε καν τον Τσιτσιπά… ο Στέφανος. Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε τους λόγους που ο Γιάννης είναι… Γιάννης. Ξεκινούν από το γεγονός ότι υπάρχουν και τα αδέλφια του στον ίδιο χώρο και φτάνουν στο ότι τον θεωρούμε ακόμη παιδί (μας).

Στο μεταξύ υπάρχει μια μεγάλη αμηχανία για το γεγονός ότι δεν διαθέτει σχεδόν κανένα από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής φυλής και όμως αισθάνεται και ΕΙΝΑΙ περισσότερο Έλληνας από οποιονδήποτε.

Όταν μιλάω για τα χαρακτηριστικά της ελληνικής φυλής δεν εννοώ καθόλου το χρώμα του δέρματος, τον τύπο των μαλλιών ή το σχήμα των χειλιών. Εννοώ κυρίως όλα εκείνα τα κουσούρια που κουβαλάμε και μας χαρακτηρίζουν.

Πόσους Έλληνες, για παράδειγμα, γνωρίζετε που, ενώ θα είχαν φτάσει στην κορυφή του κόσμου στον τομέα τους, θα παρέμεναν απλοί, καταδεκτικοί, συγχρόνως όμως γεμάτοι σοφία στα λόγια και τις πράξεις, όπως ο Γιάννης;

Δηλαδή δεν θα την ψώνιζαν, για να το πω στην καθομιλουμένη; Υπάρχουν και άλλοι, δεν λέω, κυρίως άνθρωποι που διακρίνονται στον χώρο της επιστήμης, που δεν έχει σχέση όμως με το σταρ σύστεμ, όπως η τέχνη ή ο αθλητισμός.

Κι εκείνοι όμως θα παρατηρήσετε ότι ζουν και δραστηριοποιούνται επί χρόνια στο εξωτερικό, έτσι ώστε να έχουν αποβάλει ένα μεγάλο μέρος από τα κόμπλεξ και τις ανασφάλειες που κουβαλάμε εμείς εδώ.

Τα χαρακτηριστικά όμως της φυλής (τα οποία δεν φέρει ο Γιάννης) δεν εξαντλούνται σ’ αυτά που είπαμε. Σκεφθείτε πόσους, ακόμη και άξιους, Έλληνες γνωρίζετε που να ξεκίνησαν από πολύ χαμηλά και να στοχεύουν στην κορυφή.

Ή που να έφτασαν σε ένα πολύ καλό επίπεδο, να απέκτησαν χρήμα και δόξα που ποτέ δεν είχαν ονειρευτεί, και να μην σταμάτησαν εκεί, απολαμβάνοντας όσα κατάφεραν, αλλά να συνέχισαν μέχρι το νούμερο ένα.

Πράγμα που απαιτεί περισσότερη και σκληρότερη δουλειά, διότι εκεί, στην κορυφή, ο συναγωνισμός είναι τέτοιος που, πολύ εύκολα, μπορείς να τα παρατήσεις και να επαναπαυτείς σε χαμηλότερες, πιο ξεκούραστες θέσεις.

Σκεφθείτε μόνο πόσοι σπουδαίοι μπασκετμπολίστες μας έφτασαν μέχρι το ΝΒΑ και γύρισαν πίσω, όχι γιατί δεν είχαν τα προσόντα ή το ταλέντο, αλλά επειδή δεν ήταν διατεθειμένοι να κάνουν τις θυσίες που απαιτούνταν.

Σου λέει μια χαρά στην Ελλαδίτσα, που έχει και το καλύτερο κλίμα, τις πιο όμορφες παραλίες και την περίφημη νυχτερινή ζωή, όπου, με πολύ λιγότερη προσπάθεια, θα είμαι στην κορυφή και θα κάνω τη ζωάρα μου.

Το άλλο πουλάκι:
Αυτό δεν έχει ο Γιάννης!

Τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία που κυριαρχεί στο τόπο μας, καθώς και τη λογική τής ήσσονος προσπάθειας, καθότι «η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη». Το «λούφα και παραλλαγή» δεν είναι μόνο τίτλος πετυχημένης ταινίας.

Είναι φιλοσοφία ζωής! Πετυχημένος θεωρείται εκείνος που κατάφερε να πιάσει την καλή χωρίς να προσπαθήσει. Διότι, άμα είναι με δουλειά, τι να το κάνεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ο τζόγος ζει και βασιλεύει στη χώρα μας.

Θέλετε ένα άλλο παράδειγμα; Ας μιλήσουμε για την διαφήμιση που έγινε είδηση, όπως είπαμε στην αρχή. Εκείνη με την μπασκέτα στον Όλυμπο (όχι στην κορυφή) που, μόλις την είδαμε, είπαμε όλοι «είναι προϊόν μοντάζ».

Αφού είναι τόσο εύκολο σήμερα να δημιουργήσεις ψηφιακά μια τέτοια εικόνα, ούτε που πέρασε από τον νου μας ότι μπορεί κάποιος να μπήκε στη διαδικασία να το κάνει στην πραγματικότητα, όπως και έγινε.

Και μόνο το έγγραφο να δεις που συνέταξε η ενδιαφερόμενη εταιρεία και το απηύθυνε προς τον Φορές Διαχείρισης του Εθνικού Δρυμού Ολύμπου, καταλαβαίνεις πως δεν πρόκειται για συνηθισμένη ελληνική δουλειά.

Έτσι δόθηκε η άδεια για την εγκατάσταση και την παραμονή της μπασκέτας στο σημείο για 24 ώρες, προκειμένου να βιντεοσκοπηθεί και να μεταδοθεί το μήνυμα που ήθελε η διαφημιζόμενη, και μέσω του Γιάννη, εταιρεία.

Τι λέει το μήνυμα; «Η μοίρα μπορεί να σε ξεκινήσει από χαμηλά, τα όνειρα μπορούν να σε φτάσουν στην κορυφή». Σωστό, αν με τα όνειρα εννοούμε και την πολύ σκληρή δουλειά που απαιτείται για το κυνήγι τους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι σχέση έχουν με τον Γιάννη;

Όλοι αυτοί που προσπάθησαν και προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την επιτυχία του, ακόμη και για εκλογικούς λόγους (το είδαμε κι αυτό!) τι σχέση έχουν με τη διαδρομή που ακολούθησε και την πορεία που είχε ο Γιάννης;

Οι περισσότεροι έγιναν ό,τι έγιναν, όχι ακολουθώντας κάποιο όνειρο, όχι προσπαθώντας να ξεπεράσουν με πολλή και σκληρή δουλειά όποιο εμπόδιο στάθηκε στο δρόμο τους, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, χάρη σε κάποια εύνοια της τύχης.

Στη χειρότερη χρησιμοποιώντας διασυνδέσεις, γνωριμίες, πλάγια μέσα, προσωπική ή κομματική εύνοια, πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες και πλασάροντας τον εαυτό τους σαν κάτι που ουδέποτε ήταν.

Αφήστε που, αν τους ρωτήσεις, ακόμη και τη στιγμή που επιδιώκουν μια φωτογραφία δίπλα στον Γιάννη, μπορεί να σου πουν ότι είναι… κατά της αριστείας! Κι ας αριστεύουν οι ίδιοι στην υποκρισία.
 Ένας Έλληνας αλλιώτικος από τους άλλους!

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

190702 ΑΚΥΚΛΟΦΟΡΗΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Και τι πάθαμε;

Ενώ οι μέρες περνούν –μπήκαμε στον Ιούλιο- και οι εκλογές είναι μια ανάσα μακριά, εγώ θα μείνω πιστός στο κλίμα των ημερών. Ποιο είναι αυτό; Να μην ασχολείται σχεδόν κανείς με την αναμέτρηση της Κυριακής.

Θεωρώντας, λοιπόν, ότι δεν έχουμε και τόσα πολλά να πούμε -τι να προσθέσουμε μετά από τόσα που σας λέμε, χρόνια τώρα;- θα ασχοληθούμε σήμερα με κάτι άλλο που παρατηρήσαμε τις προηγούμενες μέρες. 

Ας κάνουμε όμως μια εισαγωγή, που απαντά στο «και τι πάθαμε», με το οποίο ξεκινήσαμε την κουβέντα μας. Έχετε προσέξει ότι πολλές φορές είμαστε απόλυτοι σε κάποια θέματα, μέχρι η ζωή να μας αναγκάσει να κάνουμε πίσω;

Σου λέει ο άλλος, για παράδειγμα, «εμένα μου είναι αδύνατον να κόψω το τσιγάρο». Όταν όμως του χτυπήσει την πόρτα κάποιο έμφραγμα, όχι μόνο το κόβει, αλλά… απορεί που υπάρχουν άνθρωποι που καπνίζουν.

Το ίδιο και ο ευτραφής εκείνος καλοφαγάς που δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του να κάνει οποιαδήποτε μορφή δίαιτας, διότι δεν είναι δυνατόν να στερηθεί κάποια, έστω και μία, από τις αγαπημένες του λιχουδιές.

Όταν όμως δει τα σκούρα (συνήθως με τη μορφή ιατρικών εξετάσεων) τότε να δείτε πώς κόβει μια χαρά όλα όσα δίνουν γεύση και νοστιμιά στο φαγητό, περιοριζόμενος στο να τρώει κυρίως ανάλατα χορταρικά.

Ή εκείνη η μητέρα που θεωρεί ότι, αν αφήσει, έστω για μέρα, μόνους στο σπίτι τον σύζυγο και τα παιδιά της, το σπίτι θα βουλιάξει. Θα μείνουν νηστικοί, άπλυτοι, θα αρρωστήσουν, ενώ στο σπίτι θα εμφανιστούν άγρια θηρία.

Έρχεται τότε κάτι που την υποχρεώνει να τους εγκαταλείψει όχι για μία ή δύο μέρες, αλλά για εβδομάδες. Και βλέπει πως τίποτε από όσα φοβόταν δεν συνέβη. Απεναντίας, πέρασαν και μια χαρά χωρίς εκείνη.

Μπορούμε να αναφέρουμε πάρα πολλά τέτοια παραδείγματα. Για τον καταστηματάρχη που πιστεύει ότι, αν απουσιάσει μια ώρα από το μαγαζί του, οι υπάλληλοι θα τα κάνουν θάλασσα και δεν θα ξαναπατήσει πελάτης.

Όταν αναγκάζεται να απουσιάσει, βλέπει ότι η δουλειά κύλησε πολύ καλύτερα, ενώ οι πελάτες έμειναν ιδιαίτερα ευχαριστημένοι από τους υπαλλήλους του, οι οποίοι, απόντος του αφεντικού, πήραν πρωτοβουλίες και έδειξαν άλλο πρόσωπο.

Το άλλο πουλάκι:
Έτσι είναι!

Συχνά η ζωή σε υποχρεώνει να κάνεις πράγματα που τα θεωρούσες απίθανα. Αυτό όμως δεν είναι το ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ερώτημα γιατί δεν τα κάνεις μόνος σου, πριν αναγκαστείς από τις συνθήκες.

Και να ξανατονίσουμε ότι μιλάμε για εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποδεικνύεται ότι όχι απλώς δεν ήταν δύσκολο να αποφασίσεις τις αλλαγές, αλλά και ότι αυτές αποδείχθηκαν ιδιαιτέρως αποτελεσματικές και ευεργετικές.

Με ποια αφορμή όμως σας τα λέμε όλα αυτά; Θα προσέξατε –όλοι το πρόσεξαν- ότι την προηγουμένη εβδομάδα έκλεισε για κάποιες μέρες η κυκλοφορία (των οχημάτων) στο κέντρο της πόλης.

Στο κλείσιμο αυτό οδηγηθήκαμε ύστερα από τα προβλήματα που δημιούργησαν οι έντονες βροχοπτώσεις στα φρεάτια και συγκεκριμένα σε εκείνα μπροστά στο παλιό Δημαρχείο. έπρεπε να πραγματοποιηθούν εργασίες συντήρησης.

Για να εγκατασταθεί, λοιπόν, το συνεργείο και να μπορέσει να εκτελέσει τις εργασίες, έκλεισε από τα οχήματα όλο το κέντρο της πόλης. Και το ερώτημα τίθεται πλέον επί του πραγματικού: Και τι πάθαμε;

Ξέρω. Θα μου πείτε ότι ταλαιπωρήθηκαν οι οδηγοί που ήθελαν να περάσουν από το κέντρο, ειδικά εκείνοι που δεν ήξεραν ότι ήταν κλειστό και έφταναν ξαφνικά μπροστά στο πρόβλημα χωρία καμιά προετοιμασία.

Ταλαιπωρήθηκαν επίσης και κάποιοι ταξιτζήδες που αναγκάστηκαν να μπουν σε στενά από τα οποία, σε διαφορετική περίπτωση, δεν περνούσαν ούτε… με σφαίρες. Ναι αυτό είναι αλήθεια, όμως δεν είναι πρόβλημα.

Όλα αυτά εμφανίστηκαν επειδή το κλείσιμο του κέντρου προέκυψε ξαφνικά, χωρίς κάποια προηγούμενη πρόβλεψη και αντίστοιχη ρύθμιση για το πώς θα μπορούσαν να κινηθούν εναλλακτικά οι οδηγοί.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτά… βολεύονται εύκολα.

Αν δώσεις σε κάποιους ειδικούς να σου σχεδιάσουν έναν διαφορετικό τρόπο κυκλοφορίας, θα δεις ότι δεν είναι πρόβλημα. Εξάλλου, κάτι τέτοιο έχει συμβεί σε πάρα πολλές πόλεις, και της χώρας μας.

Το ζητούμενο είναι να αλλάξουμε αντίληψη. Διότι, όταν εμείς λέμε κυκλοφορία, και μάλιστα κυκλοφορία στο κέντρο της πόλης, εννοούμε κυκλοφορία… οχημάτων. Κακώς! Διότι στις πόλεις (θα έπρεπε να) κυκλοφορούν κυρίως πεζοί.

Αυτές τις μέρες, λοιπόν, που ήταν ελεύθεροι να κυκλοφορήσουν στους δρόμους του κέντρου, η εικόνα του πραγματικά άλλαξε. Έβλεπες ένα διαφορετικό ρυθμό να κυριαρχεί και να αυτό είχε απήχηση στην ψυχολογία των πολιτών.

Και των (πολλών) καταστηματαρχών. Οι οποίοι, σε κουβέντες που είχαμε μαζί τους, έδειχναν ενθουσιασμένοι που δεν υπήρχε αυτή η συνεχής και ενοχλητική ροή οχημάτων μπροστά από τα μαγαζιά τους.

Ενοχλητική και μόνο με τον συνεχή θόρυβο, τη σκόνη, τα κορναρίσματα, τις εξατμίσεις, τα παράνομα παρκαρίσματα, τα μαλώματα των οδηγών ή τα σφυρίγματα των τροχονόμων όταν το κακό παραγινόταν.

Είδαμε, λοιπόν, ότι, όχι μόνο δεν πάθαμε και τίποτα σπουδαίο, όπως κάποιοι φοβούνται ότι θα συμβεί, αλλά τα περάσαμε μια χαρά. Κάτι εξάλλου που το έχουμε δει και σε άλλες περιπτώσεις, γιορτών, εκδηλώσεων κ.λπ.

Μήπως είναι καιρός να εξετάσουμε μια πιο μόνιμη τέτοια κατάσταση;
 Ούτε κυκλοφορώ, ούτε οπλοφορώ!

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

190627 ΑΝΗΞΕΡΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Κι εγώ πού να το ξέρω;

Το ερώτημα είναι πραγματικό και έχει νόημα κάθε φορά που συναλλασσόμαστε με το Δημόσιο, ακόμη κι αν ισχύει εκείνο το «άγνοια νόμου απαγορεύεται», ότι δηλαδή είσαι υποχρεωμένος να γνωρίζεις όσα σε αφορούν.

Μπορούμε όμως να γνωρίζουμε όλα όσα μας αφορούν; Και από πού να τα γνωρίζουμε, όταν το ίδιο Δημόσιο δεν φροντίζει να μας ενημερώνει για τις κάθε είδους αλλαγές που πραγματοποιεί. Θέλετε να το πάμε και παραπέρα;

Δεν θα έπρεπε, ως πολίτες, να έχουμε εμπιστοσύνη στις υπηρεσίες; Να είμαστε ήσυχοι ότι αυτές κάνουν σωστά τη δουλειά τους και να μην υποχρεωνόμαστε, κάθε φορά, να ελέγχουμε μήπως έγινε λάθος;

Ή μήπως μας γέλασαν; Αλίμονο αν ο πολίτης, σε κάθε συναλλαγή του με το Δημόσιο, είναι υποχρεωμένος να διπλοτσεκάρει ότι όλα όσα του λένε και όλα τα έγγραφα που του δίνουν είναι σύμφωνα προς τον νόμο.

Τα (ξανα)σκεφτόμουν όλα αυτά με αφορμή την αποκάλυψη ότι η (πρώην, πλέον) υποψήφια βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία, Αντωνία Μοροπούλου, συνέχιζε να εισπράττει μια σύνταξη, ενώ είχε αλλάξει ο νόμος βάσει του οποίου την δικαιούνταν.

Εδώ ας κάνουμε μια στάση, για να ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Πολύ ορθώς η κυρία Μοροπούλου αποπέμφθηκε, ή αποσύρθηκε, ή υποχρεώθηκε σε παραίτηση (διαλέγετε) από τη θέση της υποψηφίας βουλευτού.

Αυτά τα λάθη πρέπει να πληρώνονται, ακόμη κι αν γίνονται… κατά λάθος. Κανείς υποψήφιος βουλευτής, οποιουδήποτε κόμματος, δεν πρέπει να βαρύνεται με κάποιου είδους «σκιά», ακόμη κι αν αυτό τον αδικεί προσωρινά.

Εμάς η κυρία Μοροπούλου δεν μας γέμισε το μάτι από την εποχή ακόμη που, ως επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας που πραγματοποίησε την αποκατάσταση στον Πανάγιο Τάφο, έκανε τις περίφημες δηλώσεις της.

Ότι «Τάφος είναι… ζωντανός» και ότι «νιώσαμε δέος ανοίγοντας μετά από αιώνες τον Πανάγιο Τάφο. Επί της νεκρικής κλίνης είδαμε τις αύλακες για τα σωματικά υγρά του Ιησού και μία θέση για την κεφαλή προς Δυσμάς».

Δεν μας το γέμισε διότι, μια επιστήμων στη θέση στην οποία κατείχε η κυρία Μοροπούλου, έπρεπε να περιμένει τουλάχιστον την επίσημη χρονολόγηση των ευρημάτων που τοποθετούν την κατασκευή του μνημείου στον 4ο αιώνα.

Και που λένε ότι «από αρχαιολογικής άποψης είναι αδύνατο να ειπωθεί πως ο τάφος είναι το σημείο ενταφιασμού ενός Εβραίου με το όνομα Ιησούς της Ναζαρέτ, ο οποίος, σύμφωνα με τη Καινή Διαθήκη σταυρώθηκε στην Ιερουσαλήμ το 30 ή 33».

Το άλλο πουλάκι:
Αυτό είναι άλλο θέμα!

Θα πρέπει όμως να τονίσουμε επίσης ότι η υπόθεση Μοροπούλου δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση Λοΐζου, όσο κι αν θέλουν να τις ταυτίσουν κάποιοι. Η κ. Λοΐζου (αντιγράφω από ποστ φίλου νομικού):

«Υπεξαιρούσε σύνταξη άλλου ατόμου, ενώ μάλιστα είχε νομική υποχρέωση να γνωστοποιήσει η ίδια στην διοίκηση το γεγονός που θα διέκοπτε την καταβολή της σύνταξης, την οποία, ούτως ή άλλως, δεν δικαιούνταν ποτέ η ίδια.

Η Μοροπούλου εισέπραττε νόμιμα, ως δικαιούχος η ίδια, μια σύνταξη, την οποία κάποια στιγμή έπρεπε να μην την εισπράττει γιατί άλλαξε ο νόμος και μπήκαν εισοδηματικά κριτήρια και αυτό ήταν εν γνώσει του ταμείου.

Δεν την δικαιολογεί, αλλά υπάρχουν πολλά ελαφρυντικά και, κυρίως, υπάρχει απολύτως βάσιμη αιτίαση νομικής πλάνης και παραβίασης της αρχής της εύλογης εμπιστοσύνης των διοικουμένων προς την διοίκηση.

Η οποία διοίκηση είχε υποχρέωση να ζητήσει απ’ τον διοικούμενο τα επιπλέον στοιχεία που θα δικαιολογούσαν την συνέχιση της καταβολής». Το καταλάβατε; Ειδικά αυτό το τελευταίο με την υποχρέωση της διοίκησης;

Εκεί ήθελα να σταθώ κι εγώ και γι’ αυτό θα σας πω μια σχετική ιστορία. Σχετική… από την ανάποδη. Και τότε θα δούμε τι υποχρεώσεις έχει η διοίκηση απέναντι στον πολίτη και τι ο πολίτης απέναντί της.

Η γιαγιά χήρεψε το 2008 και, μη έχοντας κανένα άλλο εισόδημα, πήρε τη σύνταξη του πεθαμένου συζύγου της. Σύνταξη του τότε ΙΚΑ, αργότερα ΕΦΚΑ. Κάποια στιγμή, το 2011, η σύνταξη αυτή, χωρίς καμιά ειδοποίηση κόπηκε αισθητά.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Η γιαγιά ογδόντα τριών, τότε!

Ήταν η εποχή που η Τρόικα, και τα Μνημόνια (όχι οι κυβερνήσεις) έκοβαν γενικώς από όπου έβρισκαν. Θεώρησε, λοιπόν, και εκείνη (η γιαγιά, όχι η Τρόικα) ότι η σύνταξή της μειώθηκε μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο των περικοπών.

Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε το 2018, η γιαγιά έγινε ενενήντα ετών, και κάποια ωραία πρωία, μια υπάλληλος του ΕΦΚΑ, ευσυνείδητη υπέρ το δέον, την ειδοποιεί, μέσω του παιδιού της,  ότι δικαιούται μεγαλύτερη σύνταξη.

Αναδρομικά. Ότι η σύνταξή της κόπηκε το 2011, επειδή οι συντάξεις χηρείας κόβονται μετά την παρέλευση τριετίας. Αν όμως η χήρα δεν έχει άλλο εισόδημα, τότε υποβάλλει κάτι χαρτιά και εξακολουθεί να παίρνει τη σύνταξη ολόκληρη.

Αυτό η γιαγιά όφειλε να το γνωρίζει (από πού;) αλλά η υπηρεσία δεν όφειλε να της το κοινοποιήσει! Με πόσες γιαγιάδες συμβαίνει κάτι ανάλογο, και πόσες ευσυνείδητες υπάλληλοι θα το εντοπίσουν και θα τις ειδοποιήσουν;

Μπορούσε μάλιστα, υποβάλλοντας τα ίδια χαρτιά, να πάρει τη διαφορά αναδρομικά, μόνο όμως από το 2013 και μετά, διότι τα αναδρομικά δίνονται σε βάθος πενταετίας. Για τα προηγούμενα χρόνια πρέπει να τα διεκδικήσεις δικαστικά.

Καταλάβατε γιατί σας λέω ίδια περίπτωση, από την ανάποδη; Κι εδώ ο πολίτης θα έπρεπε να γνωρίζει έναν νόμο που τον αφορά, αλλά επίσης και να μη δείξει εμπιστοσύνη στην υπηρεσία με την οποία συναλλάσσεται.

Που όμως του κόβει μια σύνταξη που δικαιούται, αντί να του δίνει μια που έπρεπε να σταματήσει να την παίρνει.
 Αν συναλλάσσεστε με το δημόσιο, που ελπίζω όχι!

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

190619 ΦΥΛΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Τι είναι σεξισμός;

Θυμάμαι ότι αναφερθήκαμε και άλλη φορά στο θέμα, πιστεύω όμως ότι είναι από εκείνα στα οποία οφείλουμε να επανερχόμαστε, ευκαιρίας δοθείσης. Θα το κάνω σήμερα με αφορμή δύο δημοσιεύματα και μια συζήτηση.

Ας ξεκινήσουμε όμως με τον ορισμό, έναν από τους ορισμούς που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, σε σελίδες σχετικές με (και ευαίσθητες στα) θέματα δικαιωμάτων, που τόσο υποφέρουν τα καημένα στις μέρες μας.

Κυρίως από τους υπερασπιστές τους, αλλά αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα που θα την κάνουμε κάποια άλλη φορά. Έχει όμως σχέση και με όσα θα συζητήσουμε σήμερα. Σεξισμός, λοιπόν, είναι…

«Το σύνολο των προκαταλήψεων και συμπεριφορών που πηγάζουν από τη βίαιη -δηλαδή, αυθαίρετα άνιση- δυιστική ιδεολογία, η οποία βασίζεται στο διαχωρισμό των φύλων σε αρσενικό και θηλυκό.

Έτσι το ένα εκ των δύο φύλων θεωρείται βιολογικά, ηθικά, διανοητικά και πνευματικά υποδεέστερο του άλλου, επιτρέποντας, ή και θεσμοθετώντας, τις εναντίον του συστηματικές διακρίσεις, αρνητικές ή φοβικές κρίσεις, φυσικούς περιορισμούς ή και εκδηλώσεις μίσους.

Ο σεξισμός αφορά στις πεποιθήσεις που οδηγούν σε αυθαίρετες διακρίσεις κατά των γυναικών, με βάση τα στερεότυπα του φύλου τους και μόνο, στο πλαίσιο της πατριαρχικής κοινωνίας, όπως αυτή πραγματώνεται με διάφορες μορφές ανά τον κόσμο.

Η πατριαρχική κοινωνία δε -το είδος της κοινωνίας που στηρίζεται στην ιδέα της “φυσικής” ανωτερότητας του άνδρα και ιεραρχεί τις κοινωνικές, οικονομικές και ηθικές δομές της με γνώμονα την πρωτοκαθεδρία του αρσενικού ενάντια στο θηλυκό-

…αποτελεί και το γενεσιουργό πλαίσιο για τις σεξιστικές ιδεολογίες και συμπεριφορές, αλλά και το αποτέλεσμα του συνόλου των πρακτικών αυτών στη διάρκεια των αιώνων». Αυτά και ελάτε τώρα να πούμε για τα δημοσιεύματα.

Έστειλα σε φίλους που έχουμε αλληλογραφία ένα άρθρο - σχόλιο του Στέφανου Κασιμάτη από την «Καθημερινή», σχετικά με την απομάκρυνση του κ. Βενιζέλου από το ΚΙΝΑΛ (που ο σχολιαστής επιμένει να το λέει ΠΑΣΟΚ). Το σχόλιο τελείωνε ως εξής:

«Εν πάση περιπτώσει, το ΠΑΣΟΚ τελειώνει και τυπικά με την εκπαραθύρωση του Βενιζέλου, η ΠΑΣΟΚάρα όμως έχει πάντα εφεδρείες και, επομένως, μέλλον. Αν κατάλαβα σωστά, η Βάνα Μπάρμπα στηρίζει αναφανδόν Φώφη και διατίθεται να εκτεθεί, όπως πάντα».

Δύο πολύ καλοί φίλοι μού απάντησαν πως βρίσκουν το συγκεκριμένο σημείο σεξιστικό για την κυρία Βάνα Μπάρμπα (και γενικά το σχόλιο για την κ. Φώφη Γεννηματά). Έχουν δίκιο; Το βλέπετε κι εσείς έτσι;

Το άλλο πουλάκι:
Εγώ λέω όχι!

Και μπορώ να το αποδείξω, κάνοντας ένα πολύ απλό τεστ. Πάρτε το ίδιο ακριβώς σχόλιο και αλλάξτε το όνομα της ηθοποιού Βάνας Μπάρμπα με κάποιο ενός άνδρα συναδέλφου της. Αλλάζει τίποτε; Υπάρχει κάτι που δεν στέκεται;

Θέλω να πω, μπορεί ο καθένας να συμφωνεί ή όχι με το σχόλιο, αυτό όμως δεν στηρίζεται καθόλου στο γεγονός ότι η Βάνα Μπάρμπα είναι γυναίκα, αλλά σε κάποια άλλα γνωρίσματά της που κατά τον σχολιαστή διαθέτει.

Κατ’ άλλους μπορεί να μην υπάρχουν, οπότε έχουν κάθε δικαίωμα να θεωρούν το σχόλιο άστοχο, ατυχές, ανόητο ή οτιδήποτε άλλο. Όχι όμως σεξιστικό. Η ηθοποιός δεν (κατα)κρίνεται για το φύλο της ή για χαρακτηριστικά που προκύπτουν από αυτό.

Είπαμε όμως ότι θα μιλήσουμε και για ένα άλλο δημοσίευμα σχετικό με το θέμα μας. Το βρήκα κι αυτό στην «Καθημερινή» και μιλάει για μια γυναίκα, την Μαριλίζα Σηφάκη, η οποία υπηρετεί(;) στο Λιμενικό Σώμα.

Η ιστορία της, με δυο λόγια, έχει ως εξής. Κάποια στιγμή πήρε μέρος σε διαγωνισμό για να καταταγεί στο Λιμενικό, που ήταν γι’ αυτήν όνειρο ζωής. Στις εξετάσεις τα πήγε πολύ καλά, κόπηκε όμως σε δύο αγωνίσματα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι στα συγκεκριμένα αγωνίσματα, οι γυναίκες υποψήφιες, 252 τον αριθμό, απέτυχαν να πιάσουν το όριο σε ποσοστό κοντά στο 80%, ενώ οι 223 άνδρες συνυποψήφιοί τους μόλις στο 12%.

Τα όρια, όπως καταλαβαίνετε, ήταν κοινά, πράγμα που δεν συνέβαινε σε παλαιότερους διαγωνισμούς. Μια δικηγόρος στην οποία προσέφυγαν οι υποψήφιες, θεώρησε ότι κάτι τέτοιο συνιστά διάκριση σε βάρος των γυναικών.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το δικαστήριο συμφώνησε!

Η Μαριλίζα Σηφάκη, λοιπόν, ξαναδιαγωνίστηκε με νέα, χαμηλότερα όρια και πέτυχε να περάσει στο Λιμενικό Σώμα, όπου υπηρετεί από το 2016, όταν τελείωσε την εκπαίδευσή της.
Το υπουργείο όμως είχε ασκήσει έφεση στη δικαστική απόφαση.

Το ΣτΕ, λοιπόν, πριν από λίγο καιρό, εξέδωσε απόφαση με την οποία θεωρεί ότι κακώς βρίσκεται στο Λιμενικό Σώμα. Ξέρετε, από εκείνες τις αποφάσεις που έρχονται να φέρουν τα πάνω κάτω, μετά όμως από αρκετά χρόνια.

Εδώ, όπως καταλαβαίνετε, υπάρχει ένα θέμα σχετικό με τον σεξισμό. Είναι σωστό άνδρες και γυναίκες να διαγωνίζονται σε ίδια όρια, όταν όλοι ξέρουμε ότι στον αθλητισμό είναι τελείως διαφορετικές οι επιδόσεις τους;

Από την άλλη, κατά την υπηρεσία τους, θα κληθούν να κάνουν την ίδια δουλειά, η οποία απαιτεί π.χ. να καταδιώξουν κάποιον. Είναι σωστό να προσλαμβάνονται με διαφορετικές προϋποθέσεις, έχοντας δηλαδή διαφορετικές ικανότητες;

Όταν μέσα στα καθήκοντα είναι και η φυσική «δράση» (διότι δεν φαντάζομαι να προσλαμβάνονται για διαφορετικές θέσεις, πράγμα που θα αποτελούσε επίσης σεξισμό) τότε γιατί να μην εξετάζονται επί ίσοις όροις;

Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου εύκολη υπόθεση η προσέγγιση τέτοιων θεμάτων και, ακόμη και η αναγνώριση αυτής της δυσκολίας, ο προβληματισμός μας γι’ αυτά, συνιστά απόδειξη της ευαισθησίας μας απέναντί τους.

Ας μην τα αδικούμε κι ας μην αδικούμε τον εαυτό μας κάνοντάς τα «αλατοπίπερο»!
 Μια… φυλική συζήτηση!

Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

190614 ΑΣΩΤΟΙ


Το ένα πουλάκι:
Δεν έχουμε ίδια «δικαιώματα»!

Μπορεί αυτό να ακούγεται παράδοξο ή αιρετικό, αφού ζούμε σε δημοκρατικό πολίτευμα, όμως ξέρετε πολύ καλά ότι και σ’ αυτό υπάρχουν διαφοροποιήσεις ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών.

Μη φοβόσαστε, δεν έχω καμιά διάθεση να κάνω Αγωγή του Πολίτη και μάλιστα σε ανθρώπους που, μέσα από τη μακροχρόνια καθημερινή μας σχέση, έχω διαπιστώσει ότι κάποια πράγματα τα κατέχουν πολύ καλύτερα από εμένα.

Θέλω απλώς να επισημάνω μια λεπτομέρεια που βλέπω ότι διαφεύγει από κάποιους. Ξεκινώ, λοιπόν, με το θεμελιώδες ερώτημα που μπορεί να εκληφθεί και ως ρητορικό: Έχουμε δικαίωμα να αλλάζουμε απόψεις;

Φυσικά και μάλιστα αυτό είναι μια λειτουργία απαραίτητη για τη… λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Διότι αυτός υποτίθεται πως είναι και ο λόγος που υπάρχει ο διάλογος, η κατάθεση και αντιπαράθεση απόψεων.

Αν είναι να κουβεντιάζουμε, να μαλώνουμε και ο καθένας στο τέλος να παραμένει αμετακίνητος από την αρχική του θέση, τότε καλύτερα να μην μιλάμε καθόλου. Υπάρχει όμως, ξέρετε, και αυτό το φαινόμενο.

Ένα είδος οπαδοποίησης (συγχωρήστε μου τον όρο) των πολιτών, οι οποίοι βλέπουν ότι ο άλλος έχει περισσότερα επιχειρήματα, πολλές φορές μπορεί να συμφωνούν και ότι έχει δίκιο, όμως δεν λένε να συνταχθούν με την άποψή του.

Εξ ου και η «οπαδοποίηση». Όπως ο οπαδός βλέπει ότι οι άλλοι παίζουν καλύτερα, βλέπει ότι η δική του ομάδα είναι για τα ανάθεμα, αν όμως κουβεντιάσεις μαζί του, θα σου βρει χίλιους λόγους που έπρεπε αυτή να είναι νικήτρια.

Στην πολιτική δεν (θα έπρεπε να) ισχύει κάτι τέτοιο. Μάλιστα ένας φίλος συνήθιζε να μπαίνει σε πολιτικές συζητήσεις με αυτόν τον όρο, ένα είδος στοιχήματος: «Αν σε πείσω, θα αλλάξεις άποψη· δεν θα μου πεις μετά από μια εβδομάδα πάλι τα ίδια».

Βασικό στοιχείο, λοιπόν της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι το να αλλάζουν οι πολίτες άποψη και θέση, να αλλάζουν και εκλογικές προτιμήσεις, ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία.

Το άλλο πουλάκι:
Μπορούν να λένε και «φτου»;

Βεβαίως! Και για όσους δεν ξέρουν τι σημαίνει αυτό, να τους πω ότι, όταν μικρά παιδιά, συνήθως στο παιχνίδι, κάναμε μια επιλογή και μετά το μετανιώναμε και θέλαμε να αλλάξουμε, λέγαμε απλώς «φτου» και… όλα καλά.

Μπορούν, λοιπόν, δηλαδή έχουν κάθε δικαίωμα οι πολίτες να λένε «φτου». Να πηγαίνουν με κάποιο κόμμα και, όταν δουν ότι αυτό δεν ήταν όπως το περίμεναν, ότι δεν έκανε αυτά για τα οποία το ψήφισαν, να αλλάζουν.

Καμιά φορά κόβοντας (συμβολικά πάντα) και το χέρι που το ψήφισε. Κάπως έτσι παρακολουθήσαμε τα τελευταία χρόνια και τη γέννηση, αλλά και τον θάνατο ορισμένων νέων κομμάτων, «της κρίσης», όπως ονομάστηκαν.

Μπορούν οι πολίτες να επιστρέφουν και στο κόμμα από το οποίο είχαν ξεκινήσει, πριν πάνε να δοκιμάσουν κάτι νέο ή κάτι διαφορετικό; Βεβαιότατα. Εδώ ο άλλος επιστρέφει στη σύζυγο που παράτησε για μια περιπέτεια, στο κόμμα δεν θα επιστρέψει;

Με δεδομένο ότι η δεξαμενή των ψηφοφόρων είναι συγκεκριμένη, αν εξαιρέσουμε τους νέους ή όσους φεύγουν για πάντα, έτσι εξηγούνται και οι αυξομειώσεις στα ποσοστά των κομμάτων, καθώς και η εναλλαγή τους στην εξουσία.

Αυτό όμως το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη, κάποιοι δεν το έχουν, δεν είναι σωστό να το έχουν κι ας μην το ξέρουν. «Γνώμη μου», που λένε διάφοροι σχολιαστές και στο διαδίκτυο, και θα εξηγήσω πώς το εννοώ.

Δεν το έχουν τα στελέχη των κομμάτων. Και με τον όρο αυτόν εννοώ όλους εκείνους που δεν είναι απλοί ψηφοφόροι, αλλά έχουν περάσει από κομματικές θέσεις, είτε εκλεγμένοι, είτε έπειτα από επιλογή του αρχηγού.

Όταν, λοιπόν, είσαι στέλεχος έχεις κι εσύ το δικαίωμα, όπως κάθε πολίτης, να αποφασίσεις κάποια στιγμή και να φύγεις από το κόμμα σου για ένα άλλο. Όταν γίνεται κάτι τέτοιο, συνήθως, στο νέο κόμμα σε περιμένει επίσης μια θέση στελέχους.

Εκεί, λοιπόν, που θα πας, δεν είναι καθόλου απίθανο κάποια στιγμή να μετανιώσεις. Συνήθως συμβαίνει όταν το νέο αυτό κόμμα πάψει να «περπατάει», αλλά αυτό μπορεί να είναι και σύμπτωση. Τότε σκέφτεσαι να γυρίσεις πίσω.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δεν έχεις το δικαίωμα!

Τότε θα πας σπίτι σου. Μπορείς να γυρίσεις ως απλός ψηφοφόρος, εννοώ να ψηφίζεις το παλιό σου κόμμα, χωρίς να χρειάζεται να δώσεις σε κανέναν εξηγήσεις. Ως στέλεχος όμως δεν είναι σωστό να επιστρέψεις.

Ήσουν σ’ αυτό, έφυγες για κάποιους λόγους, πήγες αλλού επειδή σου φάνηκε καλύτερα, απογοητεύτηκες κι από εκεί, ε, τώρα τράβα στο σπίτι σου! Θα μου πείτε μα αυτό συμβαίνει κατά κόρον. Ε, αυτό ακριβώς κατακρίνω.

Και, άντε, εσύ ζητάς να επιστρέψεις στο παλιό σου κόμμα. Αυτοί γιατί σε δέχονται; Τόσο απαραίτητος είσαι; Τόσο μεγάλη ανάγκη έχουν τη βοήθειά σου; Ή τόσο πολύ έχουν επηρεαστεί από την παραβολή του Ασώτου;

Καταλαβαίνετε πού το πάω. Έχουν αρχίσει ήδη και τις επόμενες μέρες θα δούμε κι άλλες τέτοιου είδους κινήσεις και επιστροφές στην φιλόξενη αγκαλιά του παλιού κόμματος. Μιλάω πάντα για τα στελέχη και τους πρώην βουλευτές.

Οι οποίοι, κι αυτό είναι που κάνει την κυρίως διαφορά με τους απλούς ψηφοφόρους, όσο καιρό ήταν στο κόμμα που τους φιλοξενούσε, έλεγαν κι έκαναν (ή ανέχονταν να λέγονται και να γίνονται) ένα σωρό κατά του παλιού τους κόμματος.

Στο οποίο τώρα ζητούν να επιστρέψουν! Και εκείνοι θα τους δεχτούν! Καταλαβαίνω βέβαια γιατί το κάνουν, όμως το θεωρώ τελείως λάθος. Μήπως, τελικά, πρέπει να πουν τη γνώμη τους και οι ψηφοφόροι;

Για να τους βάλουν όλους στη θέση τους!
 Μετανιωμένοι, τάχα!

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2019

190613 ΜΕΤΡΙΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το κακό της μετριοκρατίας!

Έχω την εντύπωση πως πάρα πολλοί άνθρωποι στη χώρα μας δεν έχουν καταλάβει πόσο μεγάλο κακό δημιουργεί η επικράτηση, κατ’ άλλους επίπλευση, των κακών και των μετρίων, στον δημόσιο βίο και τις δημόσιες θέσεις.

Πιστεύουν πως το μόνο κακό που κάνει η τοποθέτηση ενός ανάξιου διευθυντή, για παράδειγμα, σε κάποιο πόστο, είναι ότι η δουλειά δεν θα τρέξει όσο πρέπει, δεν θα έλθουν τα αποτελέσματα που θα είχαμε, αν στη θέση βρισκόταν κάποιος άξιος.

Είναι και αυτό. Ασφαλώς, το να βρίσκεται σε θέση ευθύνης κάποιος που έχει ως μόνο προσόν τις προσωπικές ή κομματικές του γνωριμίες, έχει άμεσα επίπτωση στον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσει η υπηρεσία του.

Όμως το κακό αποτέλεσμα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Υπάρχει περίπτωση, και το βλέπουμε συχνά, η αξιοσύνη και η εργατικότητα των υφισταμένων του να αποσβέσουν τις όποιες αδυναμίες του ίδιου.

Αν μάλιστα μιλάμε για πραγματικά φιλότιμους και άξιους υφιστάμενους, τότε μπορεί και να πεισμώσουν, να βάλουν τα δυνατά τους, έτσι που το τελικό αποτέλεσμα να είναι καλύτερο και από το αν τη θέση κατείχε κάποιος περισσότερο άξιος.

Βέβαια τα παραδείγματα δεν είναι πολλά. Συνήθως ο ακατάλληλος προϊστάμενος δεν είναι σε θέση να εμπνεύσει τους υφισταμένους του (ούτε με την ακαταλληλότητά του) κι έτσι το παραγόμενο έργο είναι ελλειμματικό.

Ξαναλέω όμως. Ακόμη κι έτσι να συμβαίνει, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι αυτό. Ξέρετε πού το εντοπίζω εγώ; Στο ότι δημιουργείται σιγά σιγά η εντύπωση ότι όλοι είναι ικανοί για όλα, ότι δεν χρειάζονται καν οι άξιοι.

Βλέποντας τους μέτριους και τους κακούς να καταλαμβάνουν θέσεις, και, κυρίως λόγω της παντελούς απουσίας αξιολόγησης, να μην λογοδοτούν πουθενά, εύκολα μπορεί να πει ο καθένας «γιατί όχι κι εγώ».

Αφού τα καταφέρνει αυτός, αφού αυτός μπορεί και επιπλέει σε ένα απαιτητικό πόστο, γιατί να μην διεκδικήσω κι εγώ την ίδια ή κάποια παρόμοια θέση. Στο κάτω κάτω πόσο χειρότερος μπορεί να είμαι.

Αυτό, λοιπόν, είναι ένα θέμα με τεράστιες επιπτώσεις στη ζωή όλων μας. Γι’ αυτό και η αξιοκρατία θα πρέπει να θεωρείται πρώτιστος στόχος, από όλους εκείνους που κόπτονται για το καλό του τόπου και της χώρας.

Το άλλο πουλάκι:
Αλήθεια, πώς αισθάνονται;

Πώς νιώθει κάποιος που αναλαμβάνει ένα πόστο, ενώ το διεκδικούσε κάποιος άλλος, εμφανέστατα ικανότερος από τον ίδιο; Τι λέει μέσα του όταν σκέφτεται ότι πήρε τη θέση με μέσον και αδίκησε τον άλλο διεκδικητή;

Η μήπως, η (πέραν κάθε έννοιας αξιοκρατίας) τοποθέτησή του αυτή δημιουργεί και στον ίδιο την ψευδαίσθηση ότι, τελικά, αξίζει περισσότερο απ’ ό,τι και ο ίδιος πίστευε για τον εαυτό του; Ότι, αφού τον έβαλαν εκεί, θα τα καταφέρει.

Μπορεί. Πάντοτε όμως έχω την απορία πώς αντικρίζει τον ριγμένο διεκδικητή της θέσης, που μπορεί να είναι και συνάδελφός του, που μπορεί τώρα να τον έχει υφιστάμενο, να πρέπει να του δίνει οδηγίες και εντολές…

Θα μου πείτε, τα τελευταία χρόνια, τέτοιου είδους φαινόμενα έχουν κάπως περιοριστεί. Στα προσόντα που απαιτούνται έχουν μπει κάποια αντικειμενικά, μετρίσιμα κριτήρια και ο καθένας τοποθετείται με βάση ΚΑΙ αυτά.

Φοβάμαι πως η εξέλιξη αυτή έκανε το θέμα απλώς πιο περίπλοκο. Διότι κάποτε η αδικία ήταν προφανής και ο αδικημένος είχε τουλάχιστον το… ηθικό πλεονέκτημα (πόσο κακοποιήθηκε αυτή η έννοια;) ότι όλοι βλέπουν πώς έχασε τη θέση.

Τώρα μπορεί ο άλλος, ο ανάξιος, να παρουσιάσει ένα σωρό «μόρια», ένα σωρό μετρήσιμα κριτήρια, τα οποία όμως επίσης συγκέντρωσε είτε με πλάγιους τρόπους, είτε παρατώντας τη δουλειά του και κυνηγώντας αυτά.

Έτσι, σε οποιαδήποτε ένσταση για την άδικη τοποθέτησή του, αφού οι περισσότεροι γνωρίζουν πόσο «άδειο μύδι» είναι, αυτός μπορεί να προβάλει ως επιχείρημα τα τόσα «προσόντα» που διέθετε για τη θέση.

Ωραία! Μπορεί όμως το ίδιο επιχείρημα να το προβάλλει και στον ίδιο του τον εαυτό; Μπορεί να μην καταλαβαίνει πως κατάλαβε τη θέση χάρη σε άλλου είδους προσόντα κι όχι στην πραγματική του αξία;

Εδώ έρχεται να επιβεβαιωθεί η βλάβη που σας είπαμε στην αρχή. Αυτό το… «αφού τόσοι άλλοι, και τόσο χειρότεροι από εμένα, γιατί όχι κι εγώ», που οδηγεί σε ολοένα και χειρότερες επιλογές, επιβλαβείς για το σύνολο της κοινωνίας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Διότι έχει και άλλες προεκτάσεις.

Σιγά σιγά διαμορφώνεται μια… «συνωμοσία των αχρήστων» ή των εντελώς ανίκανων, οι οποίοι όχι μόνο καταλαμβάνουν θέσεις οι ίδιοι, αλλά προσπαθούν να κόψουν τα φτερά και όλων εκείνων που πραγματικά αξίζουν.

Δεν τους θέλουν στα πόδια τους! Τους θεωρούν επικίνδυνους (για τους ίδιους;) και προσπαθούν με χίλιους δυο τρόπους να τους απομακρύνουν από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων, να τους θέσουν στο περιθώριο.

Τους συκοφαντούν, ανακαλύπτουν και προσπαθούν να αναδείξουν διάφορα «στραβά κι ανάποδα» του χαρακτήρα τους, διαδίδουν οτιδήποτε μπορεί να βλάψει την εικόνα τους και στήνουν συνεχώς εμπόδια στον δρόμο τους.

Το αποτέλεσμα είναι ή να πιάσει κάποιο από τα κόλπα και να αμαυρωθεί πραγματικά η εικόνα των άξιων «αντιπάλων» τους, ή, το πιο πιθανό, να απογοητευθούν εκείνοι από τη λάσπη και την απαξίωσή που δέχονται και να επιστρέψουν στο σπίτι τους.

Ας τα έχουμε όλα αυτά υπόψη μας και τώρα που θα δούμε να σχηματίζονται τα ψηφοδέλτια των κομμάτων, εν όψει των βουλευτικών εκλογών. Μη ρωτάμε μετά από πού ξεφύτρωσαν αυτοί οι υποψήφιοι.
 Κόψε όποιο στάχυ ξεχωρίζει!