ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

190625 ΜΟΥΣΚΕΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τα όρια μιας πόλης!

Της δικής μας πόλης. Τα όρια αυτά (όχι τα σύνορα) αναδείχτηκαν με τις κακοκαιρίες των τελευταίων ημερών. Οι οποίες μπορούν και να θεωρηθούν «ακραίες», δεδομένου ότι δεν τις βλέπουμε να εκδηλώνονται και τόσο συχνά.

Βεβαίως, αυτές που λέμε καλοκαιρινές μπόρες δεν είναι καθόλου σπάνιο φαινόμενο. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή έχουμε αυτά τα απογευματινά μπουρίνια που μας θυμίζουν ότι το κλίμα μας δεν απέχει πολύ από το τροπικό.

Όμως η ένταση όλων δεν είναι ίδια. Κάποιες φορές το νερό που πέφτει και ο άνεμος που φυσά ξεπερνούν τις συνηθισμένες καταστάσεις και τότε μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς το φαινόμενο ακραίο.

Το ζήτημα είναι πόσο έτοιμοι (πρέπει να) είμαστε εμείς, ο καθένας ξεχωριστά για το σπίτι, το μαγαζί ή το αυτοκίνητό του, αλλά και όλοι μαζί, ως Δήμος Δράμας, για να αντιμετωπίσουμε τέτοιες καταστάσεις.

Διότι, ξέρετε κάτι; Ένα ακραίο φαινόμενο δικαιολογείται να σε φέρει σε δύσκολη θέση, αν συμβεί πρώτη φορά. Τότε μπορείς να πεις ότι βρέθηκες απροετοίμαστος, ότι δεν είχες υπολογίσει πως μπορεί να εκδηλωθεί έτσι…

Όταν όμως συμβαίνει κάθε χρόνο, και όταν μέσα στην ίδια χρονιά συμβαίνει πολλές φορές, τότε δεν μπορείς ούτε να το λες και τόσο ακραίο, ούτε να δικαιολογείσαι ότι οι υποδομές και οι μηχανισμοί δεν λειτούργησαν.

Με αυτή τη λογική, έχουν δίκιο όσοι λένε πως η δημοτική αρχή είναι πολύ τυχερή που οι κακοκαιρίες έπιασαν μετά τις εκλογές. Διότι, αν προλάβαιναν την ημερομηνία των εκλογών, τότε μπορεί το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό.

Βέβαια τα μπουρίνια αυτά έχουν και ένα άλλο χαρακτηριστικό. Δεν τα αντιλαμβανόμαστε όλοι το ίδιο. Μπορεί να περάσουν από μια γειτονιά και να προκαλέσουν καταστροφές, ενώ η διπλανή να μην καταλάβει τίποτε.

Δεν είναι τυχαίο όμως ότι οι περιοχές που δέχονται τα μεγαλύτερα πλήγματα είναι λίγο πολύ γνωστές από παλιά και η εικόνα αυτή δεν φαίνεται να βελτιώνεται με τα χρόνια. Οι υποδομές της πόλης πάσχουν από χρόνιο νόσημα.

Το άλλο πουλάκι:
Εμείς τι κάνουμε;

Διότι ο Δήμος μπορεί να έχει τις ευθύνες του, όμως κι εμείς δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών. Μπορούμε να κάνουμε πολλά, ο καθένας όχι μόνον για το σπίτι του, αλλά και για τη γειτονιά του, την πόλη γενικότερα.

Θα σας πω δυο παραδείγματα. Με το σαββατιάτικο μπουρίνι, γέμισαν οι δρόμοι της πόλης σκουπίδια τα οποία, αφού παρασύρθηκαν από τον δυνατό αέρα και το πολύ νερό, πήγαν και άραξαν όπου βρέθηκαν.

Από πού προήλθαν τα σκουπίδια αυτά; Πώς βρέθηκαν να γίνουν έρμαιο του ανέμου και της βροχής, βαρκούλες που ταξιδεύουν, ενώ η θέση τους θα έπρεπε να είναι μέσα στους κλειστούς με το σκέπασμά τους κάδους;

Προφανώς εμείς τα αφήσαμε, είτε έξω από τους κάδους, είτε μέσα σ’ αυτούς, τη στιγμή όμως που ήταν ήδη ξέχειλοι και το καπάκι δεν μπορούσε να κλείσει, ή δεν μας ενδιέφερε να το κλείσουμε φεύγοντας.

Εδώ τι να σου κάνει ο Δήμος; Να έχει υπαλλήλους να τρέχουν από πίσω μας και να τοποθετούν τα σκουπίδια όπως πρέπει μέσα στους κάδους; Να μας λένε να πηγαίνουμε λίγο παραπέρα, αν κάποιος είναι ήδη γεμάτος;

Να μας υποχρεώνουν να χρησιμοποιούμε ειδικές σακούλες, καλά κλεισμένες, ώστε αυτά να μη σκορπίζουν στο πρώτο φύσημα το αέρα; Ή να μας θυμίζουν ότι το ανοιχτό καπάκι προκαλεί τις γάτες να επισκεφθούν τον κάδο και να στήσουν ένα μικρό πάρτι;

Μια στιγμή όμως; Κάποια πράγματα, ναι, θα έπρεπε να μας υποχρεώνει ο Δήμος να τα κάνουμε. Βάζοντας, στην ανάγκη, και τα ανάλογα και προβλεπόμενα πρόστιμα. Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό.

Όλοι ξέρουμε ότι στις αναπτυγμένες χώρες, ο πολίτης είναι υπεύθυνος για τα σκουπίδια ΤΟΥ, μέχρι να περάσει και να τα πάρει το απορριμματοφόρο. Οτιδήποτε συμβεί σ’ αυτά το πληρώνει, κυριολεκτικά, ο ίδιος.

Εδώ μπορείς να πετάς ό,τι θέλεις, όπου θέλεις, όπως θέλεις και ό,τι ώρα θέλεις, χωρίς ποτέ κανείς να σου ζητήσει τον λόγο. Εκτός αν βρεθεί κάποιος παράξενος γείτονας, οπότε τον βάζεις στη θέση του εύκολα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εγώ θα σταθώ κάπου αλλού.

Είδαμε με τις καταστροφές αυτών των ημερών να πέφτουν πολλά δέντρα και να καταστρέφονται περιουσίες, αφήστε που κινδυνεύουν και ζωές. Το ξέρετε ότι ευθύνη γι’ αυτό έχουμε όλοι μας;

Υπάρχει ένα περίεργο καθεστώς και μια εξίσου περίεργη νοοτροπία, σχετικά με τα δέντρα που βρίσκονται μέσα στον αστικό ιστό. Τα δέντρα αυτά είναι όλων και… κανενός. Αφήστε που τα θυμόμαστε μόνον όταν «πρέπει» να κοπούν.

Πότε πρέπει να κόβεται ένα δέντρο; Αν ρωτήσετε τους ευαίσθητους πολίτες, θα σας απαντήσουν «ποτέ». Όταν όμως έρχεται και το ρίχνει μια κακοκαιρία, όταν κινδυνεύουμε να θρηνήσουμε θύματα, τότε αλλάζουμε γνώμη.

Τι θέλω να πω. Θα έπρεπε να υπάρχει μια υπηρεσία την οποία όλοι οι δημότες να περιβάλλουμε με εμπιστοσύνη και η οποία να ελέγχει ποια δέντρα κινδυνεύουν (και είναι επικίνδυνα) έτσι και έρθει ένα δυνατό μπουρίνι.

Τα δέντρα αυτά να αντικαθίστανται με άλλα, είτε νεότερα είτε ανθεκτικότερα στις καιρικές συνθήκες. Και αυτό να είναι αποδεκτό από όλους, χωρίς να μας χωρίζει σε «ευαίσθητους» και «αναίσθητους» απέναντι στο περιβάλλον.

Πόσο δύσκολο είναι;
 Ο κακός μας ο καιρός!

Σάββατο 18 Μαΐου 2019

190517 ΑΧΟΡΤΑΓΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το τζάμπα είναι απαιτητικό.

Θέλει ανθρώπους με αγωγή, θέλει ανθρώπους με ευγένεια, ανώτερους ανθρώπους θέλει το τζάμπα. Αν είσαι λιγούρης, αν είσαι ανάγωγος, αν είσαι ταμαχιάρης, το τζάμπα δεν κάνει για σένα.

Στο τζάμπα θα φανεί ποιος σέβεται τους άλλους, κυρίως όμως ποιος σέβεται τον εαυτό του. Θα φανεί εκείνος που δεν είναι «νηστικός», που διατηρεί κάποια αξιοπρέπεια, που δείχνει ότι κατάγεται από σπίτι.

Που θυμάται όλα όσα του έλεγε η μητέρα του όταν ήταν μικρός. «Δεν θα κάνεις σαν πεινασμένος. Θα ζητάς ευγενικά και θα λες ευχαριστώ. Θα περιμένεις να πάρουν όλοι και, αν περισσέψει, μπορείς να ξαναζητήσεις…»

Δεν μιλώ για τα μητρικά «μαθήματα» των δικών μας χρόνων που σου έλεγαν «εκεί που θα πάμε, ό,τι και να σου προσφέρουν δεν θα πάρεις, θα αρνηθείς ευγενικά». Εκείνο πάλι ήταν απάνθρωπο.

Και, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως να ευθύνεται για το γεγονός ότι πολλοί βγάζουν τα απωθημένα τους σήμερα, πέφτοντας με τα μούτρα πάνω στο κάθε λογής τζάμπα «αρπάζοντας» για όλα τα χρόνια της στέρησης.

Αστειεύομαι. Η συμπεριφορά ορισμένων, πολλών, πάρα πολλών ορισμένων, δεν δικαιολογείται με τίποτε. Το είδαμε ξανά αυτές τις μέρες με τις εκδηλώσεις της Δραμοινογνωσίας. Κάποιοι έφαγαν και ήπιαν για έναν χρόνο.

Και πάλι αυτό δεν είναι το πρόβλημα. Ας φάνε κι ας πιούνε όσο τραβάει η ψυχή τους, αλλά ας το κάνουν με πολιτισμένο τρόπο. Σεβόμενοι τον εαυτό τους και τους άλλους. Δείχνοντας όλα αυτά τα στοιχεία που είπαμε πριν.

Αφήνω την άλλου είδους αγένεια. Μισομεθυσμένος ο δικός σου από τα τόσα κρασιά που κατέβασε, το ένα πίσω από το άλλο, σχολίαζε και αρνητικά την ποιότητα του… λευκού, που δεν ήταν, φαίνεται, του γούστου του.

Λες κει είχε ξαναπιεί τέτοιο κρασί, από τα πιο εκλεκτά οινοποιεία της περιοχής μας, που θεωρούνται από τα καλύτερα της χώρας. Εννοώ να το πληρώσει και να το πιει, όχι να το βρει τζάμπα και… να μην του αρέσει!

Το άλλο πουλάκι:
Γιατί τζάμπα;

Αν δεν κάνω λάθος, η Οικολογική Κίνηση Δράμας έκανε μια πάρα πολύ καλή πρόταση, που θα συνδύαζε τη λύση δύο προβλημάτων. Ήταν η αποφυγή χρήσης πλαστικών σε όλες τις εκδηλώσεις της Δραμοινογνωσίας.

Θα μπορούσε να υπάρχει ένα αναμνηστικό γυάλινο ποτήρι κρασιού, το οποίο ο επισκέπτης θα αγόραζε και θα το χρησιμοποιούσε για να δοκιμάζει μ’ αυτό τα κρασιά που επιθυμεί. Να δούμε πόσοι θα το έκαναν.

Θυμάμαι από πολύ παλιά, τότε βέβαια που δεν ήταν ακόμη τόσο διαδεδομένη η χρήση πλαστικών, που υπήρχαν πήλινα ποτηράκια με την επιγραφή «γιορτή κρασιού…» που αγόραζες σε ανάλογες εκδηλώσεις.

Έπειτα ήρθαν τα πλαστικά και ήρθε και το τζάμπα, μια πολύ κακή νοοτροπία, χαρακτηριστική του χειρότερου είδους λαϊκισμού. Διότι το τζάμπα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κακώς νοούμενη, δήθεν, «προσφορά».

Πρώτα πρώτα αποκρύπτει το γεγονός ότι «τζάμπα δεν υπάρχει». Θα σας δώσω ένα άλλο παράδειγμα για να καταλάβετε τι εννοώ. Διάβασα ότι κάποιος δήμαρχος αποφάσισε να λειτουργήσει αστική συγκοινωνία στον Δήμο του.

Αγοράστηκε το λεωφορείο, ανακοινώθηκαν και τα δρομολόγια, τα οποία, λέει, θα είναι «δωρεάν» για τους δημότες. Τι θα πει δωρεάν; Ποιος θα πληρώνει όλο αυτό το εγχείρημα; Δεν θα έπρεπε να το ξέρει ο κάθε πολίτης;

Να πει ο κύριος δήμαρχος ότι τόσο κόστισε η αγορά του λεωφορείου, τόσο θα κοστίζει η ετήσια κυκλοφορία και συντήρησή του, τόσο θα είναι και το εργασιακό κόστος του οδηγού ή των οδηγών του.

Αυτά τα χρήματα θα δοθούν από το τάδε κονδύλιο. Και μετά, αφού αρχίσει η λειτουργία της συγκοινωνίας και δούμε πόσοι θα μετακινούνται, μπορούμε να υπολογίσουμε πόσο κοστίζει και το κάθε δωρεάν «εισιτήριο».

(Και να υπολογίσουμε μήπως, ας πούμε, είναι πιο συμφέρον να τους πληρώνει ο Δήμος το ταξί για να πηγαίνουν στη δουλειά τους, και μάλιστα χωρίς να περιμένουν την ώρα του δρομολογίου. Λέω εγώ!)

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Σεβασμός!

Όταν πληρώνεις έστω και ένα μικρό, συμβολικό ποσό, για να παρακολουθήσεις μια εκδήλωση, εννοώ μια εκδήλωση που έχει κάποιο κόστος, τότε είναι βέβαιο ότι θα σεβαστείς περισσότερο εκείνο που θα δεις.

Επιπλέον, εκείνοι που θα επιλέξουν να πάνε δεν θα το κάνουν από περιέργεια, ούτε επειδή δεν έχουν κάτι καλύτερο για να περάσουν την ώρα τους, ούτε, βέβαια επειδή είναι τζάμπα! Θα ξέρουν πολύ καλά τι επέλεξαν.

Συγχρόνως θα αποφύγουν τον συνωστισμό (όπου τζάμπα εκεί και πλήθος) θα βρουν θέση (οι τζαμπατζήδες τρέχουν από νωρίς) και θα παρακολουθήσουν ανενόχλητοι, χωρίς τα πήγαινε έλα ή τα σχόλια όσων βρέθηκαν εκεί κατά λάθος.

Το εισιτήριο, ακόμη κι αν είναι συμβολικό, δείχνει σεβασμό και στον δημιουργό που παρουσιάζει τη δουλειά του. Και στη δουλειά του. Δεν είναι τυχαίο ότι δημιουργοί που σέβονται τον εαυτό τους αποφεύγουν το «τζάμπα».

Το κακό είναι ότι μπορεί αυτοί να πληρώνονται, όμως τα χρήματα τα δίνουν μερακλήδες πολιτικοί, όχι από την τσέπη τους, αυτό ποτέ, για να παρακολουθήσει ο λαός «δωρεάν». Κι έτσι έχουμε όλα αυτά τα δυσάρεστα φαινόμενα.

Ας το καταλάβουμε, το «αντίτιμο» δεν είναι κακό πράγμα. Εκτός των άλλων είναι ένα σοβαρό παιδαγωγικό μέσο. Απεναντίας, το τζάμπα το μόνο που κάνει είναι να μας κακομαθαίνει. Εσείς ποιο προτιμάτε.
 Ο Τζάμπας ζει και βασιλεύει!

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

190328 ΚΑΛΟΦΑΓΩΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Υπάρχει ανθρωποφαγία;

Αν ρωτήσουμε τους ανθρωπολόγους, θα μας πουν πως το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο στις πρωτόγονες φυλές. Στη δική μας μυθολογία χαρακτηρίζει «τέρατα», όπως ο Μινώταυρος ή ο Κύκλωπας.

Υπάρχουν όμως αναφορές σε αρκετούς αρχαίους συγγραφείς για περιπτώσεις λαών που είχαν αυτή τη συνήθεια. Ακόμη και στην Παλαιά Διαθήκη συναντάμε χωρία στα οποία περιγράφονται σκηνές ανθρωποφαγίας.

Τέλος πάντων, αυτά είναι, λίγο πολύ, γνωστά. Και μόνο κάποια από τα ταφικά έθιμα να δει κανείς, εκείνα που έφτασαν μέχρι τις μέρες μας από τα πανάρχαια χρόνια, καταλαβαίνει πολλά σχετικά με την έκταση του φαινομένου.

Δεν θα μείνουμε όμως σ’ αυτό. Δεν σκοπεύουμε να σας μιλήσουμε τις μορφές που είχε η ανθρωποφαγία, είτε ως καθημερινή πρακτική, είτε ως περιστασιακή, εξ ανάγκης, λειτουργία. Εμείς θα μιλήσουμε μεταφορικά.

Διότι σήμερα βλέπουμε να χρησιμοποιείται πολύ τακτικά η λέξη, προκειμένου να περιγράψει φαινόμενα μαζικής επίθεσης σε κάποιον, μέσω των δυνατοτήτων που μας παρέχει το διαδίκτυο.

Όταν δηλαδή χρησιμοποιούνται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να προβληθούν επικριτικές απόψεις για τα λόγια, τη στάση ή τη συμπεριφορά κάποιου προσώπου, που αποκτά με αυτόν τον τρόπο μεγάλη αρνητική δημοσιότητα.

Τότε, από ορισμένους πιο ευαίσθητους σε τέτοιου είδους φαινόμενα, γίνεται λόγος περί «ανθρωποφαγίας». Κάτι που χαρακτηρίζεται με αρνητικό πρόσημο και συνιστάται η αποφυγή του στο μέλλον.

Πραγματικά, είναι πολύ άσχημο να επιτίθενται σε κάποιον άνθρωπο όλες οι φυλές του διαδικτύου, όταν μάλιστα αυτός βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση και δεν έχει τη δυνατότητα να απαντήσει.

Μόνο που τη λειτουργία αυτή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης τη θυμόμαστε κάθε φορά που θεωρούμε ότι εκδηλώνονται αρνητικά φαινόμενα. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς ένα μέσο α λα καρτ.

Δηλαδή εσύ μπορείς να το χρησιμοποιείς όπως θέλεις, εκείνο που δεν μπορείς είναι να απαιτείς και από τους άλλους να κάνουν το ίδιο με σένα. Ιδίως όταν είσαι μέλος αυτής της ομάδας.

Το άλλο πουλάκι:
Θα σας πω μιαν ιστορία.

Κάποτε, όταν γινόταν μεγάλη φασαρία γύρω από την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, επισκέφτηκε κάποιο σχολείο ένας Σχολικός Σύμβουλος, στο πλαίσιο των τακτικών και προγραμματισμένων επισκέψεών του.

Συγκεντρώθηκε όλο το προσωπικό στο γραφείο και εκεί ο σύμβουλος μίλησε και είπε πολύ καλά λόγια για το σχολείο και τους δασκάλους του. Τον άκουσαν όλοι με εμφανή ικανοποίηση, όταν όμως έφυγε, πήρε τον λόγο ο Διευθυντής.

«Συνάδελφοι, τι έγινε; Δεν είδα να αντιδρά κανένας στην αξιολόγηση που έκανε προηγουμένως ο Σχολικός Σύμβουλος. Γιατί; Επειδή είπε καλά λόγια για το σχολείο μας; Εμείς είμαστε εναντίον μόνο τής… αρνητικής αξιολόγησης;

Αν μας έκανε μια παρατήρηση, αν έλεγε κάτι άσχημο για τη δουλειά μας, θα φωνάζαμε τώρα όλοι εδώ για… “τον άσχετο, που με μια επίσκεψη, και χωρίς να έχει εικόνα τού τι προσφέρουμε μέσα στην τάξη, κάνει αξιολογήσεις”.

Τώρα όμως που ακούσαμε τα θετικά σχόλια, κανείς δεν σκέφτηκε να τον σταματήσει και να διαμαρτυρηθεί λέγοντας “κύριε σύμβουλε, σας παρακαλούμε μη συνεχίζετε, διότι αυτό που κάνετε είναι αξιολόγηση στην οποία εμείς είμαστε αντίθετοι”».

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα οποία μάλιστα κάποιοι χρησιμοποιούν χωρίς μέτρο. Και ποια είναι, παρακαλώ, η χρησιμότητά τους; Να (εκ)θέτεις σε κοινή θέα τον εαυτό σου.

Δηλαδή τις σκέψεις σου, τις δραστηριότητές σου, τα ενδιαφέροντά σου, πράγματα που σου έκαναν εντύπωση, αγαπημένες σου εικόνες, τραγούδια ή βίντεο. Εκτίθεσαι, περιμένοντας τις αντιδράσεις των άλλων.

Τις θετικές αντιδράσεις. Μόνο. Και αυτοί τις προσφέρουν πλουσιοπάροχα, διότι… τι σόι «φίλοι» θα ήταν διαφορετικά. Στο κάτω κάτω ένα «λάικ» δεν κοστίζει και τίποτε. Αφήστε που δημιουργεί υποχρέωση ανταπόδοσης.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Κι όταν κάτι δεν αρέσει;

Σπανίως μπαίνει κάποιος στον κόπο να σου το πει. Γιατί να σου χαλάσει την καρδιά; Το πολύ πολύ, αν διαφωνεί μαζί σου συχνά, να σε διαγράψει από «φίλο» και κάπου εκεί να τελειώσει η ιστορία (σας).

Έτσι δημιουργείται στον κάθε χρήστη η ψευδαίσθηση της συνολικής αποδοχής του από τους άλλους. Οι αναρτήσεις μου παίρνουν «λάικ», άρα αρέσω (παιδί μου, αρέσω)! Υπάρχουν όμως φορές που κάτι ξεπερνάει τα όρια.

Και τότε αρχίζει η αρνητική κριτική, η οποία, εξαιτίας ακριβώς της φύσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, λειτουργεί και σαν αλυσιδωτή αντίδραση. Κι έτσι φτάνω στο σημείο να μιλάω για «ανθρωποφαγία».

Ποιος; Εγώ που επιζητούσα ακριβώς αυτή τη λειτουργία του μέσου. Που ζούσα στον ψηφιακό κόσμο μόνο και μόνο για να απολαμβάνω τη δυνατότητα μαζικών, όσο πιο μαζικών γίνεται, αντιδράσεων σε ό,τι κάνω.

Θετικών αντιδράσεων, όμως! Διότι οι αρνητικές αποτελούν… «ανθρωποφαγία»! Είναι σαν να λες «θέλω να παίζω ποδόσφαιρο, αλλά όχι και να μου έρθει καμιά γερή μπαλιά στο πρόσωπο και μου χαλάσει την εικόνα».

Δυστυχώς, όμως, φίλοι μου, αυτό το παιχνίδι έχει κι αυτές τις πλευρές. Για την έκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λέω. Κι όταν αποφασίσω να το παίξω, πρέπει να είμαι προετοιμασμένος και για την στραβοκλωτσιά που θα φάω.

Το να διαμαρτύρονται, λοιπόν, όσοι μάλιστα ξανοίγονται στα βαθιά του διαδικτύου, όταν γυρίσει ο αέρας και σηκωθεί κύμα, είναι τουλάχιστον ανόητο. Ωστόσο, εμείς και πάλι τους συμπονούμε.

Όπως βλέπετε, δεν είπαμε ούτε ένα όνομα!
 Βόλτα στα βαθιά!

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

190327 ΚΩΔΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Απορώ και εξίσταμαι!

Ειλικρινά, όταν αποφάσισα να σας μιλήσω για… αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω σήμερα, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στον νου ήταν η παραπάνω φράση από τον γνωστό ύμνο που ακούγεται αυτές της μέρες στις εκκλησίες μας.

Βεβαίως πάνε μήνες που έφτασε στα χέρια μου και ο θαυμασμός και η… απορία προκλήθηκαν από την πρώτη ματιά, από το πρώτο ξεφύλλισμα, όμως μόλις πριν από λίγες μέρες βρήκα την ευκαιρία να σκύψω κάπως προσεκτικότερα πάνω του:

«Κώδικας Τσατάλτζας (Χωριστής Δράμας), 1842-1916, Εισαγωγή – διπλωματική μεταγραφή - υπομνηματισμός, Δράμα 2018».

Απορώ και εξίσταμαι!
Παρ’ όλο που έχω τη χαρά να γνωρίζω πολύ καλά τους δυο συγγραφείς, τον Δημήτρη Α. Πασχαλίδη και τον Χρίστο Π. Φαράκλα, και ήξερα -έτσι νόμιζα- τι μπορούμε να περιμένουμε από τα χέρια τους.

Απορώ και εξίσταμαι!
Αν και είχα τη δυνατότητα να παρακολουθώ από μια εξόχως προνομιακή θέση, αυτή της… φιλίας μας, τον μόχθο και την αγωνία τους για την έκδοση -επί τέλους- του «Κώδικα», τον οποίο δούλευαν επί χρόνια.

Απορώ και εξίσταμαι!
Διότι, ζώντας μια ζωή μέσα στα βιβλία, και περνώντας ένα μεγάλο μέρος της διαβάζοντας ή ξεφυλλίζοντάς τα, μπορώ να σας πω μετά λόγου γνώσεως ότι κάτι τέτοιο δεν έχω ξαναδεί. Και ίσως να μην δω ποτέ.

Πώς, λοιπόν, να συστήσεις σε τρίτους κάτι το οποίο δεν χωρά ο δικός σου νους; Πώς να μιλήσεις για κάτι, την «αξία» του οποίου μόνο να θαυμάσεις μπορείς, και καθόλου να εκτιμήσεις, μια και δεν έχεις μέτρο σύγκρισης;

Το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκα είναι αν έχουν άραγε επίγνωση, εκεί στον Δήμο και στην ΔΕΚΠΟΤΑ, τού τι είναι αυτό που παρέδωσαν στον επιστημονικό κόσμο και στο απλό αναγνωστικό κοινό της πόλης μας.

Φοβάμαι πως όχι, αν κρίνω από τις περιπέτειες και τα σαράντα κύματα από τα οποία πέρασε αυτή η έκδοση, καθώς και τις φορές τις οποίες έπεσαν σε τοίχους οι συγγραφείς, μέχρι να φτάσει το βιβλίο στο τυπογραφείο.

Είμαι βέβαιος πως όχι, αν κρίνω τόσο από την ποιότητα της έκδοσης (ικανοποιητική, αλλά δεν αντιστοιχεί καθόλου στο περιεχόμενο) όσο και από το τιράζ (400 αντίτυπα όλα όλα, που ένας θεός ξέρει πού και πώς διατέθηκαν).

Το άλλο πουλάκι:
Τι είναι ο Κώδικας της Τσατάλτζας;       

Βλέπετε; Εδώ υπάρχει ένα θέμα, καθώς θα πρέπει να διευκρινίσουμε αν μιλάμε για τον Κώδικα, το «τυπικό εκκλησιαστικό βιβλίο οικονομικού πρωτίστως χαρακτήρα», που βρέθηκε στον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου Χωριστής…

Ή αν μιλάμε για την επιμελημένη έκδοση αυτού του βιβλίου. Θα ξεκινήσω από το πρώτο, μια και το θεωρώ πιο εύκολο. Αυτόν τον Κώδικα μπορούμε να τον «ξεφυλλίσουμε» πλέον και εμείς!

Χάρη στην πολύ ωραία ιδέα που είχαν οι επιμελητές, και στην φωτογραφική αποτύπωσή του από τον επίσης γνωστό και μη εξαιρετέο Κώστα Βιδάκη, υπάρχει πλέον σε οπτικό δίσκο DVD, σελίδα προς σελίδα, τόσο σε φωτογραφικά αρχεία JPG, όσο και σε μορφή PDF.

Η αποτύπωση αυτή έχει πολλαπλή αξία. Πρώτα, επειδή μας φέρνει σε επαφή με ένα σπάνιο κείμενο και δίνει τη δυνατότητα στον απλό, με μεράκι, αναγνώστη να «βγάλει τα μάτια του» (και να πάρει μια ιδέα τού τι σημαίνει η μεταγραφή του).

Έπειτα, επειδή μπορεί να αξιοποιηθεί ως «δείγμα γραφής» από μαθητές και εκπαιδευτικούς, τόσο στο μάθημα της (τοπικής) Ιστορίας, όσο και σε εκείνο της Γλώσσας. Ας αφήσουμε όμως το πρωτότυπο και ας μιλήσουμε για τη διπλωματική μεταγραφή του.

Διότι, αν ο Κώδικας αποτελεί ένα πραγματικό χρυσορυχείο, εμείς έχουμε τη δυνατότητα να πάρουμε στα χέρια μας αληθινά κοσμήματα, λεπτοδουλεμένα με μεράκι και υπομονή από δυο άξιους τεχνίτες.

Και μάλιστα όχι αποσπασματικά, ανεξάρτητα το καθένα από τα υπόλοιπα, αλλά δεμένα όλα σε ένα μοναδικό σύνολο. Αν και τώρα που το σκέφτομαι δεν θα ήταν καθόλου κακή ιδέα και μια ξεχωριστή έκδοση… τευχιδίων από τον Κώδικα.

Μικρά, εύχρηστα βιβλιαράκια που θα μας πληροφορούν για τον ρόλο της Εκκλησίας, τη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης, την εκπαίδευση και τα Σχολεία, την καλλιέργεια και τη φορολογία του καπνού…

Για να μην σας πω πως ένας ικανός συγγραφέας, αξιοποιώντας τη δουλειά που έκαναν οι επιμελητές, θα μπορούσε να μας δώσει πολύ ενδιαφέρουσες «ιστορίες από τον Κώδικα της Τσατάλτζας», ως λογοτεχνικά αναγνώσματα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Βλέπετε;

Το πάμε γύρω γύρω. Είναι κι αυτό ένα τέχνασμα, όταν προσπαθείς να περιγράψεις κάτι που σε ξεπερνάει και αναρωτιέσαι… ποίον εγκώμιον προσαγάγω επάξιον;

Οι δύο άξιοι και ακούραστοι συγγραφείς – επιμελητές μάς έδωσαν ένα έργο τού οποίου η αξία θα μεγαλώνει συν τω χρόνω, καθώς οι μελλοντικοί ερευνητές θα έχουν στα χέρια τους μια πλήρως και ακριβέστατα «χαρτογραφημένη» πηγή.

Διότι μπορεί η εκτενέστατη Εισαγωγή -που πλησιάζει τις εκατό σελίδες και θα μπορούσε κάλλιστα να σταθεί ως ένα αυτόνομο ανάγνωσμα ακόμη και για το ευρύ κοινό- να μας δίνει ένα σωρό πληροφορίες για τον τόπο, την εποχή και τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται ο Κώδικας…

Όμως, επειδή ακριβώς δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με δυο λεπτολόγους που τους ενδιαφέρει η πληρότητα της εργασίας τους, το πιο σημαντικό στοιχείο της δουλειά τους είναι ότι φροντίζουν να ανοίξουν μονοπάτια και να δώσουν κατευθύνσεις.

Έτσι ώστε το μνημειώδες αυτό έργο τους να αποκτήσει τον πραγματικό ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε. Να γίνει ένα βιβλίο αναφοράς, χάρη στο οποίο θα φωτιστούν άγνωστες και ανεξερεύνητες πλευρές της Ιστορίας μας.

Γι’ αυτό τους χρωστάμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ».
 Μπράβο, και πάλι μπράβο!

Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

190315 ΑΝΤΑΛΛΑΞΙΜΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Αλλάζεις, ρε;»

Ποτέ μου δεν μάζευα «χαρτάκια». Μπορεί να ήταν οικονομικοί οι λόγοι –ποτέ δεν μας περίσσευαν χρήματα για τέτοιες πολυτέλειες. Μπορεί να ήταν και μια αποστροφή που είχα από μικρός για το… κουμάρι.

Το να παίζεις, δηλαδή, με τίμημα κάτι, χρήματα, ένα κέρασμα, τα «χαρτάκια» που θα πάρεις από τον αντίπαλο. Αντίθετα από άλλους, θεωρούσα ότι ένα τέτοιο στοίχημα αφαιρούσε από το παιχνίδι όλη τη χαρά.

Μόνο στα μπαλάκια και στο πινγκ πονγκ, όπου με τον Παύλο, αχώριστο φίλο από τα μαθητικά χρόνια κάναμε αχτύπητη δυάδα, παίζαμε (και σχεδόν πάντοτε κερδίζαμε) για το ποιος θα πληρώσει το παιχνίδι.

Τα «χαρτάκια» έκαναν θραύση σε όλο το Δημοτικό. Υπήρχαν φανατικοί τού είδους που έπαιζαν σε κάθε διάλειμμα «τάπα τούπα» ή «ντουβαράκι». Ήταν αξιοθαύμαστος ο τρόπος που είχαν βελτιώσει την τεχνική τους.

Στο «τάπα τούπα» θυμόταν απ’ έξω όλους τους αριθμούς που περνούσαν και με μια αλλαγή, βάζοντας ανάλογα πρώτο ή τελευταίο το χαρτάκι στη στοίβα που κέρδιζαν, κανόνιζαν να κερδίσουν και στην επόμενη σειρά.

Στο «ντουβαράκι» είχαν επινοήσει ασύλληπτους τρόπους, ώστε το χαρτάκι τους να κατευθύνεται εκεί ακριβώς που ήθελαν και να πλησιάζει κάποιο άλλο σε απόσταση πιθαμής, ώστε να το παίρνουν.

Ή να το καπακώνει, ώστε να μαζεύουν όλα τα χαρτάκια που ήταν στο έδαφος. Άλλοτε το χτυπούσαν με δύναμη στον τοίχο και το άφηναν απότομα και άλλοτε μόλις που το ακουμπούσαν σε μιαν άκρη…

Βεβαίως, αυτοί οι φανατικοί παίκτες μάζευαν «χαρτάκια» μόνο για το… καλό του αθλήματος. Δεν ήταν δηλαδή από εκείνους που προσπαθούσαν να συμπληρώσουν το άλμπουμ και να πάρουν το δώρο, συνήθως μια μπάλα.

Αυτοί, αν άλλαζαν «χαρτάκια», έδινα συνήθως ένα σπάνιο που είχαν κερδίσει, κάποιο που έλειπε από τη συλλογή ενός συλλέκτη, και έπαιρναν πολλά, ανάλογα με τη σπανιότητα εκείνου που έδιναν.

Το άλλο πουλάκι:
«Αλλάζεις, ρε;»

Για πότε γίνονταν οι συμφωνίες, για πότε ορίζονταν οι ισοτιμίες, δε ντους έπαιρνες είδηση. Φυσικά, και σ’ αυτόν τον τομέα των «αλλαγών» υπήρχαν μανούλες και κορόιδα. Κάποιοι μονίμως την πατούσαν.

Άλλοι κατέφευγαν σε πιο ειδικούς και ρωτούσαν τη γνώμη τους. Πόσα «χαρτάκια» να δώσουν για να πάρουν ένα συγκεκριμένο. Ή με πόσα μετρίας σπανιότητας αντιστοιχούσε κάποιο πολύ σπάνιο κομμάτι.

Οι αφελείς την πατούσαν. Την πατούσαν και όσοι κινούνταν από το συναίσθημα, δεν υπολόγιζαν δηλαδή την πραγματική «αξία» που είχαν τα χαρτάκια, έδινα όσα όσα για εκείνα της αγαπημένης τους ομάδας.

Είμαι βέβαιος ότι θα αναρωτιέστε πώς στο καλό μού ήρθαν τέτοιες νοσταλγικές εικόνες από το παρελθόν. Δεν θα το πιστέψετε, αλλά η αφορμή ήταν η είδηση για την ανταλλαγή γλυπτών με τα Σκόπια.

Σας δίνουμε ένα «Δρομέα», μας δίνετε έναν «Μεγαλέξανδρο»; Βεβαίως, μέχρι τη στιγμή που τα σκεφτόμουν όλα αυτά δεν είχε ξεκαθαρίσει ακόμη αν η είδηση ισχύει· ήταν ο λόγος του Βαρώτσου απέναντι σε εκείνον της υπουργού.

Γιατί να μην ισχύει όμως; Εγώ θα κάνω ένα φανταστικό σενάριο, και εσείς πείτε μου αν σας φαντάζει απίθανο. Αν και πιστεύω πως αυτή τη λέξη θα έπρεπε να την είχαμε βγάλει εδώ και καιρό από το πολιτικό μας λεξιλόγιο.

Τους φαντάζομαι, λοιπόν, σε μια σύσκεψη, να συζητούν το θέμα των δημοσκοπήσεων και των αντιδράσεων διαφόρων πολιτών, έπειτα από τη συμφωνία των Πρεσπών. Η εικόνα δεν είναι καλή, κάτι πρέπει να αλλάξει.

Βεβαίως, το να κάνεις προληπτικές προσαγωγές πολιτών είναι μια λύση, λύση όμως που μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε περιπτώσεις που κάποιο στέλεχος της κυβέρνησης επισκέπτεται μια περιοχή.

Δεν μπορείς να το εφαρμόσεις… την ημέρα των εκλογών! (Όσοι αναρωτιέστε «γιατί όχι;» δικαίως αναρωτιέστε, όμως δεν πέφτω στο επίπεδο να συζητήσω ένα τέτοιο ενδεχόμενο.) Άρα πρέπει να κάνεις κάτι άλλο.

Φαντάζομαι κάποιον να λέει «πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να δείξουμε στους πολίτες ότι ούτε ανθέλληνες είμαστε, ούτε, φυσικά, εχθροί της Μακεδονίας, όπως θέλουν να μας παρουσιάζουν ορισμένα Μέσα».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και τότε πέφτει η ιδέα!

«Να στήσουμε ένα θεόρατο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Αθήνα. Έτσι θα δείξουμε τα αισθήματα που τρέφουμε προς τον σπουδαίο αυτόν πρόγονό μας, αλλά και τους σύγχρονους συμπατριώτες του».

«Εννοείς, φαντάζομαι τους Έλληνες Μακεδόνες και όχι τους Βορειομακεδόνες», διευκρινίζει κάποιος. Και συμφωνεί με την πρόταση. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, μόνο που διαπιστώνουν μια αδυναμία στο σχέδιο.

«Πώς θα προλάβουμε, μέχρι τις εκλογές, να έχουμε έτοιμο το άγαλμα και να το στήσουμε στο βάθρο του;» Αυτό θεωρήθηκε μια αντικειμενική δυσκολία και άρχισε το μπρέιν στόρμινγκ για το ξεπέρασμά της.

Μπρέιν στόρμινγκ είναι ο καταιγισμός ιδεών, φοβάμαι όμως πως ο καταιγισμός είναι εξίσου άγνωστη λέξη. Τέλος πάντων. Το να στηθεί μια φωτογραφία της μακέτας, έως ότου ετοιμαστεί το άγαλμα, δεν κρίθηκε σωστό.

(Ούτε το να γίνουν κάποιες μετατροπές στον Κολοκοτρώνη, ώστε να μοιάζει με Μεγαλέξανδρο.)  Και τότε έπεσε η ιδέα: «Γιατί δεν φέρνουμε ένα έτοιμο;» Στην ερώτηση «και πού να τον βρούμε;» υπήρχε απάντηση.

Κάπως έτσι πρέπει να φτάσαμε στο «αλλάζετε, ρε» των παιδικών μας χρόνων. «Βαρώτσους» έχουμε και μπορούμε να φτιάξουμε και άλλους, εν καιρώ. Για Μεγαλέξανδρους καιγόμαστε.

Τι λέτε; Φανταστικό το σενάριο;
 Θα έπρεπε να πάρουμε τουλάχιστον δύο!

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019

190208 ΑΞΕΣΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Σκηνές αλλοφροσύνης.

Πέρασε μια εβδομάδα, όμως αποφάσισα να σας διηγηθώ το περιστατικό επειδή, όπως θα ακούσετε, συνδέεται με κάποιο άλλο πιο πρόσφατο. Βρέθηκα το περασμένο Σάββατο στη Θεσσαλονίκη.

Όπως συνηθίζω, τέλειωσα τις δουλειές μου πολύ πρωί, πριν καλά καλά ανοίξει η αγορά και ξεχυθεί το πλήθος στους δρόμους. Ευτυχώς, αυτά που ήθελα να αγοράσω ήταν από κάτι μαγαζάκια στην πλατεία Άθωνος.

Εννοώ δεν ήταν από τα γνωστά εμπορικά καταστήματα του κέντρου που ανοίγουν… με το πάσο τους, ίσως επειδή κλείνουν και πολύ αργά. Εκείνη τη μέρα λειτουργούσε και μια Έκθεση για αγρότες.

Που πάει να πει ότι υπήρχαν στην πόλη πάρα πολλοί επισκέπτες, πέρα από το συνηθισμένο πλήθος που καταφτάσαμε από την επαρχία, Σάββατο, ημέρα εκπτώσεων, όταν ο καιρός άνοιξε μετά από πολλές βροχές!

Τα λέω αυτά για να σας μεταφέρω το κλίμα που επικράτησε όταν, γύρω στο μεσημέρι, ξεχύθηκαν όλοι αυτοί στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, αναζητώντας ο καθένας τον προσωπικό του… χώρο.

Ωστόσο η κίνηση ήταν αδικαιολόγητα εκνευριστική. Τον (επιπλέον) λόγο τον πληροφορηθήκαμε όταν κάναμε το λάθος να μπούμε σε κάποιο αστικό, για να… ακινητοποιηθούμε μπροστά στην παλιά Φιλοσοφική.

Από τον ασύρματο, το κέντρο ενημέρωνα όλα τα αστικά ότι κάπου γινόταν μια πορεία και συμβούλευε τους οδηγούς να ακολουθούν εναλλακτικές διαδρομές, προκειμένου να μην πέσουν στο μπλοκάρισμα.

Βλέποντας πως το αστικό δεν έλεγε να κουνήσει και πως οι πεζοί μας προσπερνούσαν και έφευγαν, κατεβήκαμε στην πρώτη στάση και συνεχίσαμε με τα πόδια. Ώρα αργότερα ανηφορίσαμε προς τις Σαράντα Εκκλησιές, αυτή τη φορά με τα πόδια.

Βρισκόμασταν μπροστά στη Έκθεση και θέλαμε να διασχίσουμε την Εγνατία προς τη Θεολογική. Μαζί μας ένας αγρότης, οικογενειάρχης (προς το παρόν δεν χρειάζεται άλλη περιγραφή) με τη σύζυγο και τα παιδιά του.

Έβγαινε από την Έκθεση -τα παιδιά κρατούσαν και κάτι διαφημιστικά μπαλόνια- και περίμενε στο φανάρι για να διασχίσει κι αυτός την Εγνατία. Τη στιγμή εκείνη είδαμε και την πορεία να κατευθύνεται προς την Καμάρα.

Το άλλο πουλάκι:
Χάος!

Προηγουμένως όμως να σας πω ότι, όταν λέμε πορεία, μη φανταστείτε κανένα μέγα πλήθος! Μια «παρέα» ανθρώπων. Είκοσι; Τριάντα; Σίγουρα λιγότεροι από πενήντα. Διαδήλωναν για κάτι με μια ντουντούκα και ένα πανό.

Δεν κατάλαβα για τι ακριβώς, όμως νομίζω πως δεν έχει και καμιά σημασία. Ας πούμε ότι ήταν για το πιο σημαντικό θέμα της ανθρωπότητας. Είναι δυνατόν τριάντα άνθρωποι να ταλαιπωρούν μια… πόλη;

Θα μπορούσαν να σταθούν σε ένα κεντρικό σημείο, σε κάποια πλατεία ή σε ένα φαρδύ πεζοδρόμιο, και να στήσουν το πανό τους, να φωνάξουν τα συνθήματά τους, να μοιράσουν «υλικό» στους περαστικούς.

Για ποιο λόγο θα έπρεπε να κάνουν πορεία και να ταλαιπωρήσουν χιλιάδες οδηγούς και πεζούς, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το δυσβάσταχτο κυκλοφοριακό της πόλης; Τι είδους κακία είναι αυτή που βγάζουν;

Ποτέ δεν μου άρεσαν οι ψυχαναλυτικού τύπου ερμηνείες, όμως φαντάζομαι πως και αυτοί θα ήθελαν να απολαύσουν το ηλιόλουστο σαββατιάτικο πρωινό, κάνοντας βόλτες στην αγορά, ή πίνοντας καφέ με φίλους.

Επειδή όμως το κόμμα, η οργάνωση, το σωματείο, ακόμη και το αίσθημα κάποιας υψηλής αποστολής δεν τους επιτρέπουν να το κάνουν, αποφασίζουν να εκδικηθούν μ’ αυτόν τον τρόπο όλους τους υπόλοιπους.

Ας επανέλθουμε όμως στη διασταύρωση της πλατείας Συντριβανίου. Ένα τεράστιο διπλό αστικό, κινούμενο επί της Εγνατίας, έχει εγκλωβιστεί από τα άλλα αυτοκίνητα και τα φανάρια και κλείνει κάθετα την Εθνικής Αμύνης.

Χάος. Κάποια στιγμή προχωρούν λίγο τα υπόλοιπα αυτοκίνητα και κινείται και αυτό διστακτικά, για να ξεμπλοκάρει τη διασταύρωση. Τότε όμως έχει ανάψει το πράσινο για τους πεζούς και ο οικογενειάρχης της ιστορίας μας θέλει να περάσει απέναντι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Βάζει τις φωνές στον οδηγό.

Εκείνος κάτι του απαντά απολογούμενος, όμως ο πεζός, έχοντας ήδη περάσει με την οικογένειά του μπροστά από το αστικό, στέκεται στο ανοιχτό παράθυρο του οδηγού και του φωνάζει: «Καλά σας κάνουν μετά και σας σπάζουν τα τζάμια».

«Πόσο ζώον είσαι», απαντά ήρεμα ο οδηγός και ξεκινά να φύγει, επειδή έχει ανοίξει κάπως ο δρόμος μπροστά του. Ο άλλος δεν περίμενε τέτοια απάντηση. Έμοιαζε κεραυνόπληκτος. Αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να του δώσει μια…

Κυριολεκτικά έξω φρενών, περισσότερο από το γεγονός ότι δεν είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει όπως θα ήθελε, γυρίζει την τελευταία στιγμή και ρίχνει στον οδηγό από το ανοιχτό παράθυρο… ένα φτύσιμο.

Αμέσως, καμαρωτός και περήφανος, εξηγεί στα παιδιά του, αλλά και σε εμάς που παρακολουθήσαμε εμβρόντητοι, ότι οι διαβάσεις είναι ιερές και οι οδηγοί πρέπει να σέβονται τους πεζούς που θέλουν να περάσουν.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου θύμισε έντονα τον σύντροφο Πολάκη. Μπορεί να ήταν και το φιζίκ. Ψηλός κι αυτός, καμαρωτός, λεβεντόκορμος, μουστακαλής, έτοιμος να… χώσει δυο μέτρα κάτω από τη γη όποιον τα βάλει μαζί του.

Με μια άξεστη, απολίτιστη συμπεριφορά, που τον κάνει να νιώθει πολύ περήφανος. Ίσως επειδή οι άνθρωποι που συναναστρέφεται την θαυμάζουν. Για την οποία όμως νιώθει και κάποτε την ανάγκη να «απολογηθεί».

Ίσως το κάνει μιλώντας στα παιδιά του και στους γύρω. Ίσως χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ούτως ή άλλως όμως, η «απολογία» θα είναι πάντα ένα «κατηγορώ».

Και μια ακόμη επίθεση!
 Άλλα φαινόμενα της κρίσης!


Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

190111 ΤΕΛΕΙΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τέλεια!

Έτσι είναι η Λίνα. Αυτό τουλάχιστον πιστεύει για τον εαυτό της. Πολύ πιθανόν το ίδιο να πιστεύουν για τη Λίνα και οι γονείς της ή οι φίλοι της. Μπορεί και κάποιος άλλος που δεν τον γνωρίζουμε.

Το κακό είναι ότι η Λίνα δεν αρκέστηκε σ’ αυτούς˙ ήθελε να το μάθουν όλοι, όσο το δυνατόν περισσότεροι. Γι’ αυτό έσπευσε να το… κοινοποιήσει, όχι όμως με την έννοια που δίνουμε στην ενέργεια αυτή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Διότι θα μπορούσε να το κάνει κι έτσι. Να ανοίξει το φέισμπουκ ή το ίνσταγκραμ και να γράψει «είμαι τέλεια». Για να μη φανεί μάλιστα εγωπαθής, θα μπορούσε να το… προκαλέσει με πλάγιο τρόπο.

Αν αναρτούσε μια σέλφι, είναι βέβαιο πως κάποιοι θα σχολίαζαν «τέλεια». Έτσι συμβαίνει με όλες τις φωτογραφίες που ανεβάζουν δεκαπεντάχρονα κοριτσάκια και όχι μόνον. Πάντα θεωρούνται τέλεια.

Η Λίνα όμως θέλησε να κονιοποιήσει την… τελειότητά της στους επισκέπτες ενός από πιο γνωστά μνημεία, της Παλαιάς Γέφυρας, Πόντε Βέκιο, που βρίσκεται στη Φλωρεντία, πάνω στον ποταμό Άρνο.

Πήρε, λοιπόν, έναν μαρκαδόρο και έγραψε «η Λίνα είναι τέλεια», ώστε να μπορούν να το βλέπουν οι χιλιάδες επισκέπτες του Πόντε Βέκιο και να το θαυμάζουν, μαζί με το μνημείο και την ιστορία του.

Φαίνεται όμως πως οι Ιταλοί, σε κάποια τουλάχιστον πράγματα, δεν είναι «ούνα φάτσα ούνα ράτσα» με εμάς τους Έλληνες. Διαφέρουν και μάλιστα διαφέρουν προς το καλύτερο. Έτσι η Λίνα δέχτηκε ένα πρόστιμο 160 ευρώ!

Επιπλέον, της ασκήθηκε δίωξη για προσπάθεια πρόκλησης ζημιάς σε ιστορικό μνημείο. Έτσι μετέδωσαν τα ιταλικά Μέσα και δεν ξέρουμε αν «η είδηση έκανε τον γύρο του κόσμου», στη χώρα μας πάντως έφτασε και (ανα)μεταδόθηκε αρκετά.

Φυσικά, ακολούθησαν τα συνήθη σχόλια, από τα οποία άλλα μεν ήταν με το μέρος της τέλειας Λίνας, άλλα δε με εκείνο του… Πόντε Βέκιο. Δηλαδή των ιταλικών αρχών που της επέβαλαν το πρόστιμο.

Οι παλιοί φίλοι της στήλης θα θυμόσαστε ότι έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο θέμα, με διάφορες αφορμές, από «καλλιτεχνικές» μικροπαρεμβάσεις πιτσιρικάδων, μέχρι «σοβαρές» ακτιβιστικές ενέργειες τύπου Ρουβίκωνα.

Όλοι αυτοί προσπαθούν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο κοινωνικό σύνολο μέσα από έναν τρόπο που δείχνει, αν μη τι άλλο, κακή ανατροφή, έλλειψη σεβασμού στην περιουσία του άλλου, τάση βανδαλισμού.

Το άλλο πουλάκι:
Εδώ είχαμε ένα μνημείο.

Ένα μνημείο παγκοσμίως γνωστό, για την προστασία του οποίου, αλλά και άλλων παρομοίων, οι Ιταλοί αποφάσισαν να λάβουν δραστικά μέτρα. Έχω δει όμως μερακλήδες να αφήνουν τα αποτυπώματά τους σε διάφορα μέρη.

Άλλος γράφει τη χαζομάρα του με σπρέι πάνω σε βράχους, σε μονοπάτια μοναδικής ομορφιάς, ακόμη και στην κορυφή του Ολύμπου. Άλλος χαράζει με σουγιά τον (πρόσκαιρο) έρωτά πάνω του δέντρα αιώνων…

Θεωρώ όμως ότι είναι μια παγίδα το να ασχολούμαστε με τη σπουδαιότητα του μνημείου ή του χώρου που επιλέγει κάποιος να βανδαλίσει. Διότι έτσι κινδυνεύουμε να φτάσουμε στο σημείο να δικαιολογούμε την πρακτική, αλά καρτ.

Κακώς επιτίθενται κάποιοι στο κτήριο της Ακαδημίας Αθηνών, δεν πειράζει όμως αν το κάνουν με στόχο την Πρεσβεία μιας χώρας που θεωρείται (από ποιους;) εχθρική. Άλλο το ένα κι άλλο (;) το άλλο.

Να σεβαστούμε -ως ερωτευμένοι εννοώ, που χαράσσουν καρδιές με αρχικά και βέλη- τον πλάτανο του Ιπποκράτη, όχι όμως και κάποιο κοινό πλατάνι που βρίσκεται στο παρκάκι της γειτονιάς μας.

Προσωπικά θεωρώ ότι η πράξη είναι ίδια και το ίδιο… αξιόποινη, είτε απευθύνεται σε ένα ιστορικό μνημείο, είτε στον φρεσκοβαμμένο τοίχο του νοικοκύρη γείτονα. (Που μπορεί να είναι και πιο περιποιημένος από το μνημείο· ο τοίχος.)

Όταν λέμε όμως αξιόποινη, πώς το εννοούμε; Διότι εμένα το πρόστιμο με βρίσκει κάπως αντίθετο, στον βαθμό που θα το πληρώσει ο πατέρας του παιδιού και, από εκεί και πέρα, εξαρτάται από τον ίδιο πώς θα το «συνετίσει».

Η συμπεριφορά όμως του παιδιού φανερώνει -χωρίς να αποδεικνύει- ότι οι γονείς του δεν είναι από εκείνους που ενδιαφέρονται και πολύ για την καλή ανατροφή του, έτσι τουλάχιστον που την εννοούμε εμείς.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πρέπει να τιμωρείται ΚΑΙ ο φταίχτης.

Φυσικά δεν μιλάμε για καμιά εξοντωτική ποινή, αλλά για κάτι που θα τον υποχρεώσει να αναλογιστεί την πράξη του και να σκεφτεί δυο φορές τι πάει να κάνει, την επόμενη φορά που θα του έρθει να αφήσει το αποτύπωμά του κάπου.

Ένας καλός τρόπος είναι η αποκατάσταση. Κουβάς, βούρτσα, μπογιά και… τραγούδι «Κάτω στον Πειραιά στο μουράγιο», σαν τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Έτσι, για να έχει και σάουντρακ το βιντεάκι που θα ανεβάσουν οι κολλητοί του.

Θα μου πείτε αυτό είναι διαπόμπευση. Δεν είναι δυνατόν να γίνεται ο άλλος βούκινο, επειδή έγραψε σε έναν τοίχο «Η ΠΟΙΙΣΗ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ». (Καλά, στον συγκεκριμένο θα έπρεπε επιβληθεί και η αντιγραφή του τρίτομου… «Ρένου Αποστολίδη».)

Όμως, όταν σε άλλες χώρες βλέπουμε αστέρες του κινηματογράφου ή της μουσικής να επιτελούν κοινωνική εργασία ως ποινή για κάποιο παράπτωμά τους, γιατί είναι σκληρό να κάνει το ίδιο ένας κακομαθημένος νέος;

Για να το κλείσουμε, ο τρόπος είναι ένας και γνωστός. Τιμωρία από τα πρώτα ακόμη, τα μικρά παραπτώματα, «μπας και προλάβουμε κανένα άλλο μασκαραλίκι», που λέει και ο Νίκος Σταυρίδης.
 Τελεία.