ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

190327 ΚΩΔΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Απορώ και εξίσταμαι!

Ειλικρινά, όταν αποφάσισα να σας μιλήσω για… αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω σήμερα, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στον νου ήταν η παραπάνω φράση από τον γνωστό ύμνο που ακούγεται αυτές της μέρες στις εκκλησίες μας.

Βεβαίως πάνε μήνες που έφτασε στα χέρια μου και ο θαυμασμός και η… απορία προκλήθηκαν από την πρώτη ματιά, από το πρώτο ξεφύλλισμα, όμως μόλις πριν από λίγες μέρες βρήκα την ευκαιρία να σκύψω κάπως προσεκτικότερα πάνω του:

«Κώδικας Τσατάλτζας (Χωριστής Δράμας), 1842-1916, Εισαγωγή – διπλωματική μεταγραφή - υπομνηματισμός, Δράμα 2018».

Απορώ και εξίσταμαι!
Παρ’ όλο που έχω τη χαρά να γνωρίζω πολύ καλά τους δυο συγγραφείς, τον Δημήτρη Α. Πασχαλίδη και τον Χρίστο Π. Φαράκλα, και ήξερα -έτσι νόμιζα- τι μπορούμε να περιμένουμε από τα χέρια τους.

Απορώ και εξίσταμαι!
Αν και είχα τη δυνατότητα να παρακολουθώ από μια εξόχως προνομιακή θέση, αυτή της… φιλίας μας, τον μόχθο και την αγωνία τους για την έκδοση -επί τέλους- του «Κώδικα», τον οποίο δούλευαν επί χρόνια.

Απορώ και εξίσταμαι!
Διότι, ζώντας μια ζωή μέσα στα βιβλία, και περνώντας ένα μεγάλο μέρος της διαβάζοντας ή ξεφυλλίζοντάς τα, μπορώ να σας πω μετά λόγου γνώσεως ότι κάτι τέτοιο δεν έχω ξαναδεί. Και ίσως να μην δω ποτέ.

Πώς, λοιπόν, να συστήσεις σε τρίτους κάτι το οποίο δεν χωρά ο δικός σου νους; Πώς να μιλήσεις για κάτι, την «αξία» του οποίου μόνο να θαυμάσεις μπορείς, και καθόλου να εκτιμήσεις, μια και δεν έχεις μέτρο σύγκρισης;

Το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκα είναι αν έχουν άραγε επίγνωση, εκεί στον Δήμο και στην ΔΕΚΠΟΤΑ, τού τι είναι αυτό που παρέδωσαν στον επιστημονικό κόσμο και στο απλό αναγνωστικό κοινό της πόλης μας.

Φοβάμαι πως όχι, αν κρίνω από τις περιπέτειες και τα σαράντα κύματα από τα οποία πέρασε αυτή η έκδοση, καθώς και τις φορές τις οποίες έπεσαν σε τοίχους οι συγγραφείς, μέχρι να φτάσει το βιβλίο στο τυπογραφείο.

Είμαι βέβαιος πως όχι, αν κρίνω τόσο από την ποιότητα της έκδοσης (ικανοποιητική, αλλά δεν αντιστοιχεί καθόλου στο περιεχόμενο) όσο και από το τιράζ (400 αντίτυπα όλα όλα, που ένας θεός ξέρει πού και πώς διατέθηκαν).

Το άλλο πουλάκι:
Τι είναι ο Κώδικας της Τσατάλτζας;       

Βλέπετε; Εδώ υπάρχει ένα θέμα, καθώς θα πρέπει να διευκρινίσουμε αν μιλάμε για τον Κώδικα, το «τυπικό εκκλησιαστικό βιβλίο οικονομικού πρωτίστως χαρακτήρα», που βρέθηκε στον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου Χωριστής…

Ή αν μιλάμε για την επιμελημένη έκδοση αυτού του βιβλίου. Θα ξεκινήσω από το πρώτο, μια και το θεωρώ πιο εύκολο. Αυτόν τον Κώδικα μπορούμε να τον «ξεφυλλίσουμε» πλέον και εμείς!

Χάρη στην πολύ ωραία ιδέα που είχαν οι επιμελητές, και στην φωτογραφική αποτύπωσή του από τον επίσης γνωστό και μη εξαιρετέο Κώστα Βιδάκη, υπάρχει πλέον σε οπτικό δίσκο DVD, σελίδα προς σελίδα, τόσο σε φωτογραφικά αρχεία JPG, όσο και σε μορφή PDF.

Η αποτύπωση αυτή έχει πολλαπλή αξία. Πρώτα, επειδή μας φέρνει σε επαφή με ένα σπάνιο κείμενο και δίνει τη δυνατότητα στον απλό, με μεράκι, αναγνώστη να «βγάλει τα μάτια του» (και να πάρει μια ιδέα τού τι σημαίνει η μεταγραφή του).

Έπειτα, επειδή μπορεί να αξιοποιηθεί ως «δείγμα γραφής» από μαθητές και εκπαιδευτικούς, τόσο στο μάθημα της (τοπικής) Ιστορίας, όσο και σε εκείνο της Γλώσσας. Ας αφήσουμε όμως το πρωτότυπο και ας μιλήσουμε για τη διπλωματική μεταγραφή του.

Διότι, αν ο Κώδικας αποτελεί ένα πραγματικό χρυσορυχείο, εμείς έχουμε τη δυνατότητα να πάρουμε στα χέρια μας αληθινά κοσμήματα, λεπτοδουλεμένα με μεράκι και υπομονή από δυο άξιους τεχνίτες.

Και μάλιστα όχι αποσπασματικά, ανεξάρτητα το καθένα από τα υπόλοιπα, αλλά δεμένα όλα σε ένα μοναδικό σύνολο. Αν και τώρα που το σκέφτομαι δεν θα ήταν καθόλου κακή ιδέα και μια ξεχωριστή έκδοση… τευχιδίων από τον Κώδικα.

Μικρά, εύχρηστα βιβλιαράκια που θα μας πληροφορούν για τον ρόλο της Εκκλησίας, τη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης, την εκπαίδευση και τα Σχολεία, την καλλιέργεια και τη φορολογία του καπνού…

Για να μην σας πω πως ένας ικανός συγγραφέας, αξιοποιώντας τη δουλειά που έκαναν οι επιμελητές, θα μπορούσε να μας δώσει πολύ ενδιαφέρουσες «ιστορίες από τον Κώδικα της Τσατάλτζας», ως λογοτεχνικά αναγνώσματα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Βλέπετε;

Το πάμε γύρω γύρω. Είναι κι αυτό ένα τέχνασμα, όταν προσπαθείς να περιγράψεις κάτι που σε ξεπερνάει και αναρωτιέσαι… ποίον εγκώμιον προσαγάγω επάξιον;

Οι δύο άξιοι και ακούραστοι συγγραφείς – επιμελητές μάς έδωσαν ένα έργο τού οποίου η αξία θα μεγαλώνει συν τω χρόνω, καθώς οι μελλοντικοί ερευνητές θα έχουν στα χέρια τους μια πλήρως και ακριβέστατα «χαρτογραφημένη» πηγή.

Διότι μπορεί η εκτενέστατη Εισαγωγή -που πλησιάζει τις εκατό σελίδες και θα μπορούσε κάλλιστα να σταθεί ως ένα αυτόνομο ανάγνωσμα ακόμη και για το ευρύ κοινό- να μας δίνει ένα σωρό πληροφορίες για τον τόπο, την εποχή και τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται ο Κώδικας…

Όμως, επειδή ακριβώς δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με δυο λεπτολόγους που τους ενδιαφέρει η πληρότητα της εργασίας τους, το πιο σημαντικό στοιχείο της δουλειά τους είναι ότι φροντίζουν να ανοίξουν μονοπάτια και να δώσουν κατευθύνσεις.

Έτσι ώστε το μνημειώδες αυτό έργο τους να αποκτήσει τον πραγματικό ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε. Να γίνει ένα βιβλίο αναφοράς, χάρη στο οποίο θα φωτιστούν άγνωστες και ανεξερεύνητες πλευρές της Ιστορίας μας.

Γι’ αυτό τους χρωστάμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ».
 Μπράβο, και πάλι μπράβο!

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

190318 ΟΛΙΓΑΡΚΕΣ


Το ένα πουλάκι:
Υπάρχουν συνώνυμα;

Οι απόψεις διίστανται. Άλλοι υποστηρίζουν πως υπάρχουν και άλλοι πως όχι. Οι πρώτοι δέχονται ότι μπορείς να αντικαταστήσεις μια λέξη με κάποια άλλη, χωρίς να αλλάξει καθόλου το νόημα.

Οι δεύτεροι υποστηρίζουν πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Πάντοτε θα υπάρχουν, έστω πολύ λεπτές, αποχρώσεις που θα αποδίδονται καλύτερα με τη μία ή με την άλλη λέξη. Ιδιαίτερα αν τις δούμε μέσα σ’ ένα κείμενο. 

Τότε, εκτός από τη διαφορά στο νόημα, μπορεί να διαφοροποιείται και ο ρυθμός, ακόμη και ο ήχος που θέλει να μας δώσει ο συντάκτης του κειμένου και αυτό το βλέπουμε περισσότερο στη λογοτεχνία, στην ποίηση…

Ας μην μπούμε όμως σε τόσο βαθιά νερά. Ας μείνουμε στο διαφορετικό νόημα που μπορεί να έχουν δύο συνώνυμα και το οποίο μπορεί να είναι δυσδιάκριτο, τόσο που ακόμη και ένας πρωθυπουργός να το μπερδεύει.

Θα ακούσατε φαντάζομαι όλοι την περίφημη, πλέον φράση του Αλέξη Τσίπρα για την «ολιγαρκή αφθονία» και είμαι βέβαιος ότι θα εντυπωσιαστήκατε κι εσείς από τον ολόσωστο τρόπο που απέδωσε τη Γενική: της ολιγαρκούς.

«Μπορούμε να ονειρευόμαστε και να αγωνιζόμαστε για μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία. Για έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός και που μπορεί να γίνει πράξη από δυνάμεις σταθερά προσανατολισμένες στη κοινωνική πρόοδο και σε ένα νέο μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης και ολιγαρκούς αφθονίας».

Όταν τα λόγια του αυτά προκάλεσαν την αντίδραση – απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο Αλέξης Τσίπρας επανήλθε και με ένα διδακτικό ύφος έδωσε, σαν καθηγητής πανεπιστημίου, και… τη βιβλιογραφία της αναφοράς του.

Ας θυμηθούμε τον διάλογο: «Ο κ. Τσίπρας, επιβεβαιώνοντας το θαυμασμό του για τα αποτυχημένα σοσιαλιστικά μοντέλα της Λατινικής Αμερικής, μας είπε πως ονειρεύεται μια “ολιγαρκή αφθονία” στη χώρα μας.

Προφανώς επιφυλάσσει το “ολιγαρκής” για τους Έλληνες και το “αφθονία” για τον ίδιο και την παρέα του», ήταν το… τιτίβισμα στο τουίτερ (τον μοντέρνο τρόπο να κάνεις πολιτική!) από τον Μητσοτάκη.

«Επειδή ο κύριος Mητσοτάκης, ίσως έχει ακούσει μόνο για τον Χάγιεκ και τον Φρίντμαν, του συστήνω να ρίξει μια ματιά στο έργο του Γάλλου φιλόσοφου και οικονομολόγου, Σερζ Λατούς, ώστε να κατανοήσει τι είναι η έννοια της ολιγαρκούς αφθονίας», απάντησε ο κ. Τσίπρας.

Το άλλο πουλάκι:
Εμείς ρίξαμε!

Κι όχι μόνον τώρα, μετά την… παραπομπή του πρωθυπουργού, αλλά αρκετά νωρίτερα, όταν έφτασε και στη χώρα μας αυτή η συζήτηση σχετικά με την «αποανάπτυξη». Ξέραμε δηλαδή το βιβλίο στο οποίο έγινε η παραπομπή:

Σερζ Λατούς, Προς μια κοινωνία της λιτής αφθονίας. Παρανοήσεις και διαμάχες γύρω από την αποανάπτυξη, μετάφραση Βασίλης Παπακριβόπουλος, Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2013

Όπως βλέπετε, φίλοι μου, ο συγγραφέας και, προφανέστατα, ο μεταφραστής, δεν μιλούν για «ολιγαρκή», αλλά για «λιτή» αφθονία. Για εκείνους που πιστεύουν ότι οι δύο λέξεις είναι συνώνυμες, υπάρχουν και τα λεξικά.

(Παλιός καλός και πάντοτε έγκυρος) Δημητράκος: λιτός, απλούς απέριττος και επί προσώπων ολιγαρκής. Από την ανάγνωση αυτού του λήμματος θέλω να κρατήσετε εκείνο το «επί προσώπων», που κάνει και τη διαφορά.

Ας πάμε και στο ΛΚΝ του Ιδρύματος Μανόλης Τριανταφυλλίδης: ολιγαρκής (για πρόσωπα) που αρκείται σε λίγα, που δεν απαιτεί πολλά ή πολύτιμα αγαθά. Βλέπουμε κι εδώ ότι υπάρχει μια διευκρίνιση.

Για πρόσωπα! Μόνο! Η αφθονία, όσο κι αν την έχουμε… θεοποιήσει, δεν είναι πρόσωπο. Η αφθονία μπορεί να είναι και λιτή, όπως πολύ σωστά το θέτουν ο συγγραφέας και ο μεταφραστής, αλλά όχι ολιγαρκής.

Θα ήμασταν οι τελευταίοι που θα επιπλήτταμε κάποιον για ένα γλωσσικό λάθος. Όλοι κάνουμε τέτοια καθημερινά, και εμείς, που είμαστε και πολυλογάδες, περισσότερα από άλλους. Όταν όμως επανέρχεσαι…

Τότε σημαίνει πως δεν πρόκειται για ένα απλό λάθος, αλλά για καθαρή… άγνοια. Σιγά το νέο, θα μου πείτε. Για μένα όμως το πιο σοβαρό δεν είναι η άγνοια, αλλά η απουσία έγνοιας, να μη σε νοιάζει αν μιλάς σωστά.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τις εστί πλούσιος;

Δεν ξέρω αν ο Αλέξης Τσίπρας έχει διαβάσει τη Λωξάντρα της Μαρίας Ιορδανίδου, εκεί πάντως η ηρωίδα έδινε μια καταπληκτική απάντηση, την οποία μας τη θυμίζει συχνά ο καλός φίλος Κώστας.

Τις εστί πλούσιος; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος! Αν είσαι ταμαχιάρης, αν δεν μπορείς να χορτάσεις με τίποτε, δεν πρόκειται ποτέ να αισθανθείς πλούσιος. Απεναντίας, αν σου αρκούν αυτά που έχεις…

Αυτή, πάνω κάτω, είναι και η φιλοσοφία της λιτής ανάπτυξης, της αποανάπτυξης. Να περιορίσεις τις ανάγκες σου σε εκείνα που είναι πράγματι σημαντικά και να φροντίσεις να τα αποκτήσεις με ήπιους τρόπους.

Αυτό δεν σημαίνει πως σε κάποιους τομείς της ζωής σου δεν πρέπει να έχεις υψηλές απαιτήσεις και να ζητάς πάντοτε το καλύτερο. Μόνο που αυτοί οι τομείς δεν έχουν να κάνουν με υλικά αγαθά.

Εμείς όμως δίνουμε σημασία κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, σ’ αυτά, ενώ για τα υπόλοιπα λέμε το γνωστό «δε βαριέσαι». Πάψαμε να είμαστε απαιτητικοί ακόμη και… από τον εαυτό μας.

Για τους άρχοντές μας, δεν το συζητώ. Εκεί κι αν υπάρχει… «ολιγαρκής αφθονία»,  που θα έλεγε και ο πρωθυπουργός. Μπορεί η φράση να μη βγάζει νόημα, αλλά καταλαβαίνετε πολύ καλά τι θέλω να πω.

Καιρός όμως να αλλάξουμε. Ολιγαρκείς εκεί που πρέπει και απαιτητικοί σε όλα τα υπόλοιπα. Σε όσα μπορούν να δώσουν πραγματική ποιότητα στη ζωή μας. Ξέρετε εσείς…
 Ολίγιστος!

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

190307 ΚΩΜΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ποιους ενοχλεί ο Αρκάς;

Είμαι στη δυσάρεστη θέση να σας πω ότι γνωρίζω τον Αρκά από το «Σιγά τ’ αυγά» και τα «Χοντρά Κόλπα». Δυσάρεστη, εννοώ, ηλικιακά, αφού ο γνωστός άγνωστος κωμικογράφος πρωτοπαρουσίασε τις ιστορίες του στις αρχές τα δεκαετίας το 1980.

Μείναμε τότε όλοι κατάπληκτοι από το έξυπνο, αυτοσαρκαστικό χιούμορ τού αποτυχημένου ερωτικά Κόκκορα, σε αντίθεση με το κυνικό και… παχύδερμο Γουρούνι, που το ήθελαν όλες για το κορμί του. 

Περιττό να πω πως όλοι στην παρέα ταυτιζόμασταν με τον Κόκκορα, ακόμη κι εκείνοι που είχαν (κάποιες) ερωτικές σχέσεις, αφού οι επιδόσεις του Γουρουνιού αποτελούσαν πρότυπο για κάθε πικραμένο εραστή.

Έκτοτε συνεχίσαμε να τον παρακολουθούμε με ενδιαφέρον σε όλες τις δουλειές του, τις οποίες αγοράζαμε πλέον σε λευκώματα, καθώς, συχνά, οι αρχικές δημοσιεύσεις γινόταν σε έντυπα που  δεν προτιμούσαμε.

Κοινό γνώρισμα όλου του έργου του το υψηλής ευφυΐας χιούμορ, ο απίστευτος κυνισμός των ηρώων του, κυρίως όμως ο αυτοσαρκασμός, ο οποίος βάζει τον αναγνώστη σε ένα ενδιαφέρον παιχνίδι αυτογνωσίας.

Στον υπέροχο θίασο των «τεράτων» που μας παρουσίασε, από το πανέξυπνο ποντίκι της φυλακής και το θρασύτατο σπουργίτι που ειρωνεύεται τον πατέρα του, μέχρι τη «σκύλα γάτα» Λουκρητία και τα πειραματόζωα…

Αναγνωρίσαμε όλοι, λίγο πολύ, καταστάσεις δικές μας, καθημερινές, παρατραβηγμένες όσο απαιτεί η εύστροφη σάτιρα, δεικτικές τόσο που να μας «νευριάζουν», χωρίς όμως να μας αφήνουν περιθώρια να διαφωνήσουμε.

Στους δε πιο… ανθρώπινους χαρακτήρες του, από τους αγγέλους του Παραδείσου και τις καταπιεσμένες κομμώτριες, μέχρι τον Προφήτη και τους μήνες, έστησε κυριολεκτικά απέναντί μας έναν καθρέφτη.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Αρκάς δεν παριστάνει ότι είναι ο καθρέφτης. Αυτός σού δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται μονίμως στην ίδια πλευρά με σένα, τον αναγνώστη, και καθρεφτίζεται στο ίδιο το δημιούργημά του.

Δεν ξέρω πόσοι από τους αναγνώστες του, εκείνους που τον γνώρισαν χάρη στο διαδίκτυο, συμμερίζονται αυτές τις απόψεις, αφού η νέα αυτή τεχνολογία έχει μια (να ήταν μόνο μια!) αδυναμία.

Το άλλο πουλάκι:
Είναι τζάμπα!

Όταν πληρώνεις για να αγοράσεις ένα βιβλίο, ένα λεύκωμα κόμιξ εν προκειμένω, ξέρεις πολύ καλά πού δίνεις τα χρήματά σου. Ξέρεις τι θα διαβάσεις και, σε γενικές γραμμές, συμφωνείς με το περιεχόμενο.

Όταν όμως αυτό σου προσφέρεται τζάμπα και, εξίσου σημαντικό, αποσπασματικά, τότε εμπλέκεσαι σε μια ιστορία που μπορεί να μην είναι του γούστου σου, αλλά τη βλέπεις συνεχώς μπροστά σου.

Αυτό, είναι φυσικό, να σε εκνευρίζει. Ειδικά όταν στόχος της σάτιρας των εικονογραφημένων αυτών ιστοριών είναι η κυβέρνηση που ψήφισες και ο πρωθυπουργός της καρδιάς σου. Τότε επιτίθεσαι στον δημιουργό τους για…

Αλήθεια, τι είναι αυτό που ενοχλεί όσους επιτέθηκαν στον Αρκά; Αναρωτιούνται για ποιο λόγο δεν έκανε πολιτική σάτιρα μέχρι σήμερα, αλλά θυμήθηκε να την κάνει τώρα, για να χτυπήσει αυτή την κυβέρνηση. Ε, και;

Αφήνω το γεγονός ότι δόθηκε μια απάντηση επ’ αυτού (το πράγμα έχει φτάσει στα άκρα με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση) όμως ακόμη κι αν δεν υπάρχει καμιά «δικαιολογία», τι σημαίνει αυτό;

Ότι ο Αρκάς, για να χτυπάει μόνο την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, είναι σίγουρα… νεοφιλελεύθερος δεξιός, άρα οτιδήποτε έχει δημιουργήσει μέχρι σήμερα είναι για πέταμα, αφού υπηρετεί τον συντηρητισμό;

Ας πούμε ότι είναι πράγματι έτσι. Ότι αύριο το πρωί αποκαλύπτεται το πραγματικό όνομα του Αρκά και μαθαίνουμε ότι (τι να πω;) κατεβαίνει υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό τι αλλάζει για το έργο του;

Θέλετε να το πάω παραπέρα; Αποκαλύπτεται και ότι εργάζεται ως έμμισθος υπάλληλος στο γραφείο του Κυριάκου Μητσοτάκη και δημιουργεί τα κόμιξ του κατόπιν παραγγελίας. Αυτό τι σημαίνει για την ποιότητα του έργου του;

Κατ’ αρχάς, εκείνοι που του επιτίθενται νομίσω ότι είναι οι τελευταίοι που πρέπει να κατακρίνουν τη στρατευμένη τέχνη. Πέρα όμως από τη στράτευση, θα έπρεπε να κρίνουν καθ’ αυτό το έργο του δημιουργού. 

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μπορεί να μην τους αρέσει.

Δικαίωμά τους. Όπως σ’ εμάς δεν αρέσουν τα (πολιτικά) αστεία με τις γριές που κάνουν το κοινό του Λαζόπουλου να ξεκαρδίζεται. Δεν αναρωτηθήκαμε όμως ποτέ γιατί δεν χτυπάει την εξουσία τώρα πια!

Κακά τα ψέματα, φίλοι μου. Ο Αρκάς μοιάζει με εκείνους τους παίκτες που τους βρίζεις επειδή βάζουν κάτι γκολάρες στην ομάδα σου και την έχουν κάνει αυτό που στο ποδόσφαιρο αποκαλούν «πελάτη» τους.

Τους βρίζεις, αλλά κατά βάθος αναγνωρίζεις ότι είναι παικταράδες, ότι μέσα στο γήπεδο «βγάζουν μάτια» και πολύ θα ήθελες να τους έχεις στη δική σου ομάδα. Δεν τους έχεις όμως και αυτό είναι που σε νευριάζει περισσότερο.

Ο Αρκάς είναι ένας τέτοιος σπουδαίος παίκτης. Η δουλειά του είναι αξιοζήλευτη, αποτελεί κόσμημα στο είδος της. Στο κάτω κάτω λέει με τον δικό του μοναδικό τρόπο πράγματα που προσπαθούν να πουν τόσοι άλλοι Έλληνες.

Και δεν τα καταφέρνουν. Ή, αν το κάνουν, δεν έχουν την απήχηση που έχουν τα σκίτσα του Αρκά. Διότι το ίδιο καυστικοί για την κυβέρνηση μπορεί να είναι και άλλοι, όμως τα λένε με εκτενέστατα κείμενα.

Ποιος κάθεται να διαβάσει εκατοντάδες λέξεις; Μια εικόνα όμως και έναν σύντομο διάλογο όλοι τα βλέπουν. Αν σε όλα αυτά διακρίνατε μια ζήλεια, πολύ σωστά τη διακρίνατε.
Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά;


Άσε που σου τη δίνει και η καλά κρυμμένη ανωνυμία!


Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

181024 ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ-1


Το ένα πουλάκι:
Νέα βιβλία για την Ιστορία!

Δηλαδή να ετοιμαζόμαστε για εμφύλιο. Φαίνεται πως ο υπουργός Παιδείας θέλει να κάνει… ηρωική έξοδο και αποφάσισε την αλλαγή των Αναλυτικών Προγραμμάτων και των βιβλίων σε Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο.

Είμαστε αντίθετοι με την αλλαγή αυτή; Καθόλου! Γενικά, είμαστε υπέρ των αλλαγών, οι οποίες, όσο άσχημες και να είναι, είναι προτιμότερες από την στασιμότητα, όπου μια κατάσταση παγιώνεται και βαλτώνει.

Αυτός είναι ένας γενικός κανόνας, ο οποίος μπορεί να έχει και κάποιες εξαιρέσεις. Όταν μιλάμε όμως για Αναλυτικά Προγράμματα και βιβλία, όλοι λένε πως αυτά είναι καλό να… φρεσκάρονται κάθε τόσο.

Ειδικά όμως με την Ιστορία υπάρχει ένα θέμα. Εκτός από το πρόβλημα τού «πώς θα τη διδάξω», το οποίο αντιμετωπίζουν όλα τα κράτη του κόσμου, εμείς έχουμε να απαντήσουμε και στο «ποια Ιστορία θα διδάξω».

Υπάρχει όμως μια ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία. Διότι, σε άλλα κράτη ο διάλογος αυτός γίνεται μέσα στην επιστημονική κοινότητα, σε Ιστορικούς, και Παιδαγωγούς, ενώ σ’ εμάς έχει λόγο και τον εκφράζει ο κάθε ένας.

Όπως θα έχετε αντιληφθεί, ο κάθε Έλληνας έχει στο μυαλό του μια εντελώς δική του εκδοχή της Ιστορίας, την οποία πιστεύει ότι πρέπει να διδάσκονται όλα τα Ελληνόπουλα, γι’ αυτό και θέλει να την επιβάλει.

Έχουμε όλοι άποψη. Να, για παράδειγμα, εμείς, καλή ώρα, καθόμαστε και κουβεντιάζουμε για τις αλλαγές στο μάθημα και τη διδασκαλία του, χωρίς μάλιστα να έχουμε δει τι ακριβώς περιλαμβάνουν αυτές οι αλλαγές.

Θα μου πείτε εμείς δεν είμαστε οι πρώτοι τυχόντες. Έχουμε τόσους φίλους εκπαιδευτικούς και παρακολουθούμε από κοντά τα θέματα της Παιδείας, εδώ και χρόνια. Νομιμοποιούμαστε, δηλαδή, για να μην πω υποχρεούμαστε, να έχουμε άποψη.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, συμφωνώντας με το υπουργείο Παιδείας, με μια παραδοχή: Τα παιδιά μας δεν μαθαίνουν Ιστορία. Μια παραδοχή όμως που υποκρύπτει μια αλήθεια. Τα παιδιά αυτά κάποτε μεγαλώνουν.

Και γίνονται… εμείς! Ναι, όλοι εμείς που φωνάζουμε ότι οι μαθητές δεν διδάσκονται σωστά την Ιστορία μας και τους λείπουν βασικές ιστορικές γνώσεις είμαστε οι χθεσινοί μαθητές, που νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα!

Δεν είναι αστείο; Επειδή, σε μεγαλύτερη ηλικία διαβάσαμε κάτι στο διαδίκτυο, επειδή πιθανόν παρακολουθήσαμε και κάποιες εκπομπές ιστορικού περιεχομένου, κυρίως επειδή ξέρουμε -πια- με ποιους πολεμήσαμε το ’40, νομίζουμε ότι μάθαμε Ιστορία.

Το άλλο πουλάκι:
Δεν είναι έτσι.

Και μπορώ να σας το αποδείξω. Πάρτε τα (τελευταία) τεύχη του περιοδικού ΔΙΟΔΟΣ 66100 που κυκλοφορεί στην πόλη μας και διαβάστε τα άρθρα και τα αφιερώματα ιστορικού περιεχομένου. Μετά αναρωτηθείτε τι από αυτά γνωρίζατε.

Και δεν μιλώ μόνον για τη «δεύτερη βουλγαρική Κατοχή» ή την «Εαμοκρατία στη Δράμα», αλλά ακόμη και για την ιστορία της Δόξας που και αυτή, ναι, είναι Ιστορία και θα έπρεπε εμείς οι Δραμινοί να τη γνωρίζουμε.

Παρά, λοιπόν, τις τόσες ελλείψεις μας, που είναι ο κανόνας στους περισσότερους Έλληνες, είμαστε έτοιμοι να αρπαχτούμε και να σκοτωθούμε με τους φίλους μας, όταν πρόκειται να συζητήσουμε για τα βιβλία της Ιστορίας.

Τώρα, μάλιστα, με το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είμαστε σε θέση να εκφέρουμε δημοσίως άποψη για θέματα που, υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να απασχολούν μια επιστημονική κοινότητα ειδικών.

Δεν πειράζει, λέω εγώ, αρκεί να προσπαθούμε να κρατήσουμε τη συζήτηση σε ένα επίπεδο, να είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε και άλλες απόψεις και να έχουμε την ετοιμότητα και την εντιμότητα να ανασκευάσουμε τις δικές μας.

Ελάτε, λοιπόν, να δούμε λίγο για ποιον λόγο τα σημερινά παιδιά, πολύ περισσότερο από ό,τι οι παλαιότερες γενιές, δεν μπορούν να αντιληφθούν το παρελθόν και, ως εκ τούτου να συνειδητοποιήσουν πώς ήταν η ζωή στα παλιότερα χρόνια.

Όσοι είναι σήμερα πάνω από πενήντα, έχουν προλάβει να ζήσουν μια καθημερινότητα, όπως αυτή υπήρχε από τα πανάρχαια χρόνια, μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες. Είδαν, ας πούμε, να καλλιεργείται η γη με ζώα.

Είδαν να ετοιμάζεται φαγητό στη φωτιά, να φωτίζεται ένα σπίτι χωρίς ηλεκτρικό, να μετακινούνται άνθρωποι με τα πόδια ή με κάρα, να πλένονται ρούχα στο χέρι, να ζυμώνεται το ψωμί, να γνέθεται το μαλλί…

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ενώ η νεότερη γενιά…

Θεωρούν ότι αυτός ο τρόπος ζωής υπήρχε πριν από χιλιάδες χρόνια και ότι τη δυνατότητα να πατάς τον διακόπτη και να ανάβει το φως, να ζεσταίνεις το φαγητό στον φούρνο μικροκυμάτων, ή να στέλνεις SMS την αποκτήσαμε… λίγο μετά το 1821.

Αυτή είναι μια σημαντική δυσκολία. Υπάρχουν και άλλες που έχουν επίσης να κάνουν μα απλά, αλλά ουσιαστικά ζητήματα. Θυμάμαι έναν δάσκαλο που έλεγε «προσπαθούμε να διδάξουμε στα παιδιά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου…

Τους λέμε μέχρι πού εξάπλωσε το κράτος του, αλλά δεν τους λέμε κάτι πολύ πιο σημαντικό πώς προετοίμασε την εκστρατεία του. Ας ρωτήσουμε τα παιδιά, πώς πέρασε με τον στρατό του τον Αξιό, το ποτάμι που συνάντησαν δίπλα στην πατρίδα τους.

Τι έφαγαν το πρώτο βράδυ (αλλά και όλα τα επόμενα) της εκστρατείας οι χιλιάδες στρατιώτες του, και την άλλη μέρα που σηκώθηκαν το πρωί, πού πήγαν στην τουαλέτα, τόσοι άνθρωποι, ο πληθυσμός μιας ολόκληρης πόλης;»

Τι λέτε; Με μια τέτοιου είδους «διδακτική», δεν θα γινόταν το μάθημα πιο ελκυστικό για τα παιδιά; Δεν θα μάθαιναν περισσότερη… Ιστορία, από τις χρονολογίες και τα ονόματα που καλούνται να αποστηθίσουν σήμερα;
 Αμαρτία μου!

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

180926 ΑΓΡΙΟΝ-1


Το ένα πουλάκι:
Στο Φαρ Ουέστ…

Μια και μεταφερθήκαμε εκεί, με τη βοήθεια του αγαπημένου μας Λούκυ Λουκ, ας παραμείνουμε λίγο ακόμη, για να συζητήσουμε τον περίφημο «Νόμο του Λιντς», που, παρά το όνομά του, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με νόμο.

Ονομάστηκε έτσι χάρη σε κάποιον γεωργό, πολιτικό και επαναστάτη, στα χρόνια της Αμερικανικής Επανάστασης, ο οποίος, κατ’ άλλους, είχε και δικαστικές εξουσίες. Δεν τις άσκησε όμως όπως θα περίμενε κανείς.

Απεναντίας, οργάνωσε ομάδες πολιτών, με στόχο την άμεση επέμβαση και την, με συνοπτικές διαδικασίες, τιμωρία εκείνων που συμπαθούσαν τους Άγγλους. Αργότερα ο «νόμος» συνέχισε να εφαρμόζεται εναντίον των μαύρων.

Ήταν το περίφημο «λιντσάρισμα» που το είδαμε και σε ένα σωρό ταινίες. Συνέβαινε κυρίως στις Πολιτείες του Νότου, όπου τα 4/5 των θυμάτων ήταν μαύροι. Το λιντσάρισμα ήταν βέβαια παράνομο, όμως μόνο το 1% των περιπτώσεων έφτανε στη δικαιοσύνη.

Στις ΗΠΑ μετράνε τα πάντα! Έτσι ξέρουμε ότι μόνο κατά το 1889 πραγματοποιήθηκαν 4000 λιντσαρίσματα. Το 38% των θυμάτων λιντσαρίστηκε για ανθρωποκτονίες, το 23% για απαγωγές, το 7% για κλοπές, το 6% για επιθέσεις…

Αν και στη συλλογική μας μνήμη το λιντσάρισμα καταλήγει σε κρεμάλα ή/και κάψιμο του θύματος, αρχικά η πιο συνηθισμένη «τιμωρία» ήταν οι «τεσσαράκοντα παρά μία» βουρδουλιές, και σπανίως ο θάνατος.

Βλέπετε, τα πρώτα χρόνια γινόταν και μια υποτυπώδης «δίκη» από πολίτες, οι οποίοι συγκεντρώνονταν κάπου για να ενημερωθούν για το συμβάν και να αποφασίσουν για την τύχη τού… (εκ των προτέρων) ενόχου!

Αργότερα, επικράτησε η πρακτική του όχλου, ο οποίος, χωρίς να ακούσει τίποτε, εκτελούσε τον «δράστη» κρεμώντας ή/και καίγοντάς τον. Για όλα αυτά έχουμε πολλές αναφορές στις ιστορίες του Λούκυ Λουκ.

Με μια ουσιαστική λεπτομέρεια: Ποτέ, κανένα θύμα λιντσαρίσματος δεν πεθαίνει! Η πιο συνηθισμένη τιμωρία είναι «πίσσα και πούπουλα». Όταν το θύμα φτάσει να κρέμεται από τον λαιμό από ένα κλαδί…

Μια σφαίρα του Λούκυ Λουκ κόβει το σχοινί και αποκαθίσταται ο νόμος και η τάξη. Ο ύποπτος θα κλειστεί στο κελί του σερίφη, μέχρι να δικαστεί κανονικά και να οδηγηθεί στις φυλακές, αν αποδειχθεί ένοχος.

Το άλλο πουλάκι:
Αυτά στο Φαρ Ουέστ!

Στη δική μας καθημερινότητα, όπου «πρώτα πυροβολούμε και ύστερα το κουβεντιάζουμε» (στο διαδίκτυο), εξακολουθούν να υπάρχουν φαινόμενα λιντσαρίσματος, για τα οποία μάλιστα μαλώνουμε.

Ήταν σωστό; Ήταν λάθος; Ναι, αλλά κι αυτός το παράκανε! Και η δικαιοσύνη; Ποια δικαιοσύνη, αυτή που κάνει χρόνια να εκδώσει μια απόφαση; Άσε, ρε, θα πέσουν πάνω του οι δικηγόροι και θα τη βγάλει λάδι…

Το συζητάμε!
Δεν είναι αδιανόητο; Το συζητάμε! Και το χειρότερο; Βλέπουμε να υπάρχουν και κάποιοι που επιχαίρουν! Όχι να προσπαθούν να βρουν μια δικαιολογία, αλλά να δείχνουν να το ευχαριστιούνται!

Τι να πεις για όλους αυτούς; Προσωπικά μένα άφωνος. Προτιμώ να ακούσω τι λένε κάποιοι άλλοι, όπως ο Νικόλας Σεβαστάκης, λόγια του οποίου σας μεταφέρω:

«Ο κόσμος που επιδοκιμάζει ένα λυντσάρισμα και μάλιστα προχωράει και στη δικαιολόγηση, στην εκ του πλαγίου ή άγρια και ωμή νομιμοποίηση της “λογικής του”. Χωρίς καν δισταγμό, κάποιο κόμπο, κάποιο κράτημα μπροστά στο φριχτό τέλος ενός νέου ανθρώπου. 

Αυτή η ανενδοίαστη βεβαιότητα και η ευκολία του θεατή, του θεατή μιας φριχτής πράξης, αυτό το συναισθηματικό βάραθρο που ψάχνει δικαιολογίες στο αδικαιολόγητο- αυτή η ψυχρότητα εμένα με τρομάζει».

Πέρα όμως από την αντίδραση της συγκεκριμένης κατηγορίας «ανθρώπων», θα ήθελα να σχολιάσουμε και κάτι ακόμη. Την επιλεκτική ευαισθησία που δείχνουμε απέναντι σε θύματα που βρίσκονται… κοντά μας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Για να μην παρεξηγηθούμε…

Εμείς είχαμε ξαναμιλήσει γι’ αυτό. Λέγαμε τότε «είναι λογικό -μάλλον όχι λογικό, ανθρώπινο είναι η καλύτερη έκφραση- να μας συγκινούν περισσότερο τραγικά γεγονότα που συμβαίνουν είτε δίπλα μας, είτε σε ανθρώπους που γνωρίζουμε καλύτερα.

Ανθρώπινο σημαίνει πως όχι μόνο εξηγείται, αλλά δεν είναι και ντροπή να το ομολογήσει κανείς. Όπως και να το κάνουμε, είναι άλλο πράγμα να μάθεις για ένα αεροπορικό δυστύχημα που συνέβη στην άλλη άκρη του κόσμου και άλλο για κάποιο σε εταιρία και αεροπορική γραμμή με την οποία ταξιδεύεις κι εσύ ή αγαπημένα σου πρόσωπα.

Αν, στη δεύτερη περίπτωση, δείξεις μεγαλύτερο ενδιαφέρον, δεν σημαίνει ότι είσαι υποκριτής, ούτε φυσικά “ρατσιστής”, επειδή… υπάρχουν θύματα που σε συγκινούν περισσότερο από άλλα».

Προσοχή, όμως! Εδώ μιλάμε για κάτι άλλο. Μιλάμε για την περίπτωση του ίδιου θύματος, για το οποίο αρχικά αδιαφορείς, αν δεν ανήκεις στην ομάδα των «ανθρώπων» που είδαμε πριν, και μετά, ξαφνικά, αλλάζεις γνώμη.

Πότε μετά; Όταν μάθεις ότι το θύμα είχε κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ότι ανήκε, ας πούμε, σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, για την οποία τρέφεις αυξημένη ευαισθησία. Και τότε συγκινείσαι!

Και παίρνεις ανοιχτά θέση, φωνάζοντας για το άδικο του πράγματος. Δηλαδή, τι; Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του θύματος, η αδικία δεν θα υπήρχε, ή θα ήταν μικρότερη; Ξέρεις πώς λέγεται αυτή η α λα καρτ ευαισθησία;

Δεν θα πω καμιά βαριά κουβέντα, βλέπετε ότι τις αποφεύγω επιμελώς. Λέγεται τουλάχιστον υποκριτική. Διότι, το τονίζω και πάλι αυτό, μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο και όχι για κάποιον που αποδείχτηκε αργότερα γνωστός σου, άρα ο θάνατός του σε άγγιξε περισσότερο.

Ανθρώπινο και το… απάνθρωπο!
 Ζουν ανάμεσά μας!


Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

180925 ΠΟΡΙΣΜΑΤΙΚΟΝ-2


Το ένα πουλάκι:
Η θεραπεία των Ντάλτον!

Λέγαμε χθες ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα τού (επιστημονικού) κόσμου -μεταξύ των οποίων και ο κύριος Παρασκευόπουλος, το πόρισμα της Επιτροπής τού οποίου συζητάμε- οι απόψεις των οποίων συμφωνούν.

Συμφωνούν με εκείνες του καθηγητή Όττο Φον Χίμπεργκάιστ, της γνωστής περιπέτειας του Λούκυ Λουκ «η θεραπεία των Ντάλτον». Μιας από τις πιο αγαπημένες ιστορίες του φτωχού και μόνου κάου μπόυ…

Για όσους δεν θυμούνται πρόσωπα και πράγματα, θα πω λίγα λόγια για την αρχή της ιστορίας, η οποία παρεμπιπτόντως, παρουσιάζει και ένα ακόμη ενδιαφέρον. Μιλάει με έξοχο τρόπο για το πώς λειτουργεί μια επιστημονική κοινότητα.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο καθηγητής του ΑΠΘ Γιώργος Τσιάκαλος ξεκινούσε τις παραδόσεις του στην «Μεθοδολογία της Επιστημονικής Έρευνας» με τις πρώτες σελίδες από αυτή την ιστορία τού Λούκυ Λουκ.

Βρισκόμαστε στο Επιστημονικό Ίδρυμα της νέας Υόρκης, όπου είναι συγκεντρωμένος ο επιστημονικός κόσμος, για να ακούσει την (απίστευτη) θεωρία ενός νεοαφιχθέντος από την Ευρώπη καθηγητή, τον οποίο παρουσιάζει ο Πρόεδρος.

Ο καθηγητής Όττο Φον Χίμπεργκάιστ ανεβαίνει στο βήμα και κάνει την ανακοίνωσή του, η οποία, όπως κάθε καινοφανής ιδέα, προκαλεί ποικίλες και αντικρουόμενες αντιδράσεις στην επιστημονική κοινότητα.

«Απίστευτο», «πρωτοφανές», «καθαρή τρέλα», είναι μερικές από τις πρώτες κουβέντες που ακούγονται από τα έδρανα του Ιδρύματος. «Τσαρλατάνε», φωνάζει πιο ένθερμος, ο καθηγητής Έηπλγουώτερ».

Κάποιοι συμφωνούν μαζί του, άλλοι όχι. Η ωραιότερη αντίδραση όμως βρίσκεται παρακάτω.
Κάποιος από το πλήθος φωνάζει για τον Όττο Φον Χίμπεργκάιστ: «Είναι τρελός. Και επιπλέον είναι και ξένος»!

«Έχεις απόλυτο δίκιο, Κοβάλσκυ», έρχεται να συμφωνήσει ένας τρίτος. Και μ’ αυτόν τον μικρό διάλογο ο πανέξυπνος δημιουργός τού Λούκυ Λουκ, Ρενέ Γκοσινί, κάνει ένα σχόλιο για το πώς φέρονται στους ξένους οι ίδιοι οι… ξένοι!

Ποια είναι όμως αυτή η απίστευτη θεωρία που διατύπωσε ο ευρωπαίος καθηγητής και προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις; Πριν σας το πούμε, ας διευκρινίσουμε ότι η ιστορία μας διαδραματίζεται γύρω στα 1870!

Το άλλο πουλάκι:
Πώς το ξέρουμε;

Στο τέλος του τεύχους αποκαλύπτεται ότι όλα αυτά γίνονται τη στιγμή που «στην Ευρώπη, μια θεωρία βρισκόταν στα σπάργανα», διότι μεταφερόμαστε στο Φράιμπεργκ της Αυστρίας όπου μια κατατρομαγμένη νταντά τρέχει φωνάζοντας:

«Κυρία Φρόυντ, κυρία Φρόυντ, ξέρετε τι προσπάθησε να μου κάνει ο μικρός Σίγκμουντ;» Καιρός όμως να ακούσουμε την ανακοίνωση του πρωτοπόρου καθηγητή Όττο Φον Χίμπεργκάιστ:

«Ισχυρίζομαι ότι όλοι οι εγκληματίες είναι ασθενείς που μπορούν να θεραπευτούν. Πάντα κάποιο γεγονός τού παρελθόντος τους, στην παιδική τους ηλικία, τους σπρώχνει στην παρανομία»!

Ο καθηγητής, θέλοντας να αποδείξει τη θεωρία του, ζητά να του εμπιστευθούν τους πιο επικίνδυνους κακοποιούς της Αμερικής, για να τους θεραπεύσει. Έτσι, τον στέλνουν στο Φαρ Ουέστ, όπου τον περιμένει ο Λούκυ Λουκ, να του συστήσει τους… Ντάλτον.

Θα αφήσουμε τους αγαπημένους ήρωές μας με μια τελευταία πινελιά. Όταν το τρένο των 15:07 φτάνει στον σταθμό με καθυστέρηση, καθώς «δέχεται πάντα επίθεση και φτάνει ακριβώς στις 16:35», οι επιβάτες βγαίνουν όλοι στα παράθυρα και επευφημούν τον καθηγητή που κατεβαίνει.

Ο ελεγκτής εξηγεί στον Λούκυ Λουκ ότι «το τρένο δέχτηκε επίθεση. Ο καθηγητής μίλησε με τους ληστές. Δεν ξέρω τι τους είπε, αλλά εκείνοι έβαλαν τα κλάματα, μας ζήτησαν συγγνώμη και επέστρεψαν τα κλοπιμαία…»

Έχει ενδιαφέρον αυτή η λεπτομέρεια, γιατί δείχνει ακριβώς πως η θεωρία αυτή (και η αντίστοιχη αντιμετώπιση) δεν είναι χωρίς βάση. Δυστυχώς όμως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε περίπτωση.

Όπως συμβαίνει τελικά με τους Ντάλτον, συμβαίνει και με πολλούς άλλους ανθρώπους που εκδηλώνουν παραβατικότητα. Δεν επαρκούν τα καλά λόγια, οι νουθεσίες και η καλή συμπεριφορά για να τους φέρουν στον ίσιο δρόμο.

Ο καθηγητής δίνει στους Ντάλτον όπλα και άλογα, πιστεύοντας πως εκείνοι δεν θα τα χρησιμοποιήσουν, αλλά θα εξακολουθήσουν… το κέντημα, όπως έκαναν όσο καιρό προσπαθούσαν να αποκτήσουν την εμπιστοσύνη του.

Και φυσικά αυτοί επιστρέφουν στη δράση! Κάτι αντίστοιχο δεν έκανε και ο κύριος Παρασκευόπουλος; Και τώρα με την Επιτροπή του, αυτό που κυρίως προτείνει είναι «να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά»!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μπορεί να τα πείσουμε!

Να τους εξηγήσουμε ότι «όταν το θύμα είναι συνάδελφός τους ή καθηγητής, δεν πλήττεται η άρχουσα τάξη» (Πράγμα που σημαίνει ότι αν το θύμα είναι κάποιος από την άρχουσα τάξη, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα;)

Να τους δώσουμε να καταλάβουν πως «όταν καταστρέφονται υλικά και όργανα του πανεπιστημίου αυτά δύσκολα μπορούν να αντικατασταθούν και στο τέλος τα πληρώνει ο απλός φορολογούμενος».

Με συγχωρείτε πολύ, αλλά θα πω μια κακία. Αν υπάρχει κάποιος φοιτητής, ο οποίος δεν το γνωρίζει αυτό και χρειάζεται να του το εξηγήσουμε, ελπίζοντας ότι έτσι θα σταματήσει να καταστρέφει, πιστεύω ότι δεν έχει καμιά θέση στο Πανεπιστήμιο.

Όχι λόγω παραβατικής συμπεριφοράς, αλλά λόγω βλακείας. Δυστυχώς όμως, αυτή η νοοτροπία «παιδιά είναι, θα μεγαλώσουν και θα σοβαρέψουν», φαίνεται ότι επικρατεί σε όλο το πόρισμα της Επιτροπής Παρασκευόπουλου.

Είναι παιδιά τα οποία ψηφίζουν από 16 ετών! Και αν κάποιος δεν κατέχει τις βασικές αρχές Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής, που διδάσκονται από το Δημοτικό ακόμη, δεν μπορεί να λέγεται πολίτης αυτής της χώρας.

Προσοχή! Κανείς δεν λέει «να παίρνουμε κεφάλια». Όμως, το έχουμε ξαναπεί σε κάθε λογής Παρασκευόπουλους· η τιμωρία είναι και αυτή μια πολύ καλή και αποτελεσματική παιδαγωγική μέθοδος.

Πάντως πολύ καλύτερη από το συνεχές χάιδεμα.

Παιδική χαρά!


Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

180924 ΠΟΡΙΣΜΑΤΙΚΟΝ-1


Το ένα πουλάκι:
Δείτε τά θετικά!

Μου κάνει εντύπωση που, σε κάθε τι που συμβαίνει γύρω μας, έχετε την τάση να βλέπετε μόνο τα αρνητικά. Λες και δεν υπάρχει κάτι καλό στο οποίο μπορούμε να σταθούμε. Ε, λοιπόν, εμείς σας λέμε ότι υπάρχει.

Και δεν μιλώ για το αρχαιοελληνικό «ουδέν κακόν…» Το οποίο, αν δεν κάνω λάθος, το έλεγαν οι Στωικοί Φιλόσοφοι και περιείχε το αγαπημένο επίθετο των παππούδων μας το «αμιγές».

Ξέρετε, αυτό που προέρχεται από το μείγνυμι = ανακατεύω και θέλει να μας πει ότι, στη ζωή, τίποτε δεν είναι ΜΟΝΟΝ όπως δείχνει η πρώτη του εικόνα. Πάντοτε θα υπάρχει ανακατεμένο και με το αντίθετό του.

Εδώ όμως μιλάμε για κάτι άλλο. Μιλάμε για την κακή νεοελληνική συνήθεια να τοποθετούμαστε απέναντι στα γεγονότα… εκ των προτέρων, δηλαδή με μια προκατάληψη, που είναι, όπως ξέρετε, πολύ κακή συνήθεια.

Λέω «στα γεγονότα» και, φυσικά, εννοώ και στα λόγια, για να σας θυμίσω ότι και εκείνα είναι «έργα». Ας μην ξεχνάμε ότι οι γλωσσολόγοι μιλούν πλέον για «γλωσσικές πράξεις»· που πάει να πει… γεγονότα.

Τοποθετούμαστε, λοιπόν, εξ αρχής, με βάση όχι αυτό καθαυτό το γεγονός, αλλά το ποιος κρύβεται από πίσω του, ποιος το σκέφτηκε, ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό, και, φυσικά, ανάλογα με τη σχέση που έχουμε μαζί του. 

Ακούει ο άλλος, ας πούμε, «Πόρισμα Παρασκευόπουλου» και αμέσως δεν στέκεται στο… πόρισμα, αλλά στον Παρασκευόπουλο. Ανάλογα με την (προ)διάθεση στην οποία βρίσκεται απέναντί του, κρίνει και το πόρισμα.

Για στάσου, ρε φίλε! Το είδες; Το μελέτησες; Πώς βγάζεις μάνι μάνι απόφαση; Πώς καταλήγεις έτσι εύκολα σε πόρισμα για το… πόρισμα; Εδώ ο άλλος έκανε τόσο καιρό να φτάσει σε συμπεράσματα και προτάσεις.

Για να δείτε όμως πόσο ανοιχτοί πρέπει να είμαστε, ας πάρουμε τα πράγματα από (μία) αρχή. Την 1η Ιουνίου (ε.έ.) διάβασα πρώτη φορά για μια διευρυμένη σύσκεψη που κάλεσε στη Θεσσαλονίκη ο κύριος Παρασκευόπουλος.

Τότε, εκτός από το αστείο ότι η Επιτροπή θα ολοκλήρωνε τις εργασίες της εντός του Ιουνίου, διάβασα και κάτι πολύ ενδιαφέρον. Στόχος της, έλεγε, είναι «να προαχθεί η ευρυθμία στο ευρύτερο περιβάλλον των ακαδημαϊκών χώρων».

Το άλλο πουλάκι:
Το πιάσατε;

Σε κάθε τι που κάνεις στη ζωή σου, έχει μεγάλη σημασία το πώς ξεκινάς, από πού πιάνεις το θέμα. Εδώ, λοιπόν, δεν μιλάμε για μια Επιτροπή που θα στόχευε στο να διορθωθούν τα στραβά –το λέω όσο πιο κομψά μπορώ- στα ΑΕΙ.

Αλλά στο πώς θα προαχθεί η ευρυθμία. Δηλαδή, τώρα που μιλάμε, υπάρχει στα Πανεπιστήμια μας μια ευρυθμία, και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να δούμε πώς θα την προαγάγουμε.

Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, ο κύριος Παρασκευόπουλος έβλεπε από τότε κάποιο «πρόβλημα», όπως όμως είχε πει στη συνέντευξή του «ένα μέρος του προβλήματος είναι ότι υπερτονίζονται τα προβλήματα».

Για να καταλάβετε όμως για τι είδους προβλήματα μιλούσε, σας λέμε ότι μιλούσε για εκείνα που υπάρχουν στα Πανεπιστήμιά μας, όπως… «και σε όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου». Νομίζω ότι τώρα έχετε μια εικόνα.

Ερχόμαστε όμως -επιτέλους- εκεί από όπου ξεκινήσαμε, για να δούμε πού βρίσκεται το καλό στην όλη υπόθεση. Σήμερα, λοιπόν, που η Επιτροπή παρέδωσε το πόρισμά της, τη βλέπουμε να αναγνωρίζει την ύπαρξη προβλημάτων.

Και όχι γενικώς και αορίστως, αλλά πολύ συγκεκριμένα. Μιλάει για κλοπές, μιλάει για ληστείες, μιλάει για χρήση και εμπορεία ναρκωτικών, για εγκλήματα «χαμηλής ποινικής απαξίας» που διαπράττονται από φοιτητές…

Μιλάει για αυθαίρετες καταλήψεις χώρων του Πανεπιστημίου που χρησιμοποιούνται ως «στέκια φοιτητών», μιλάει για «διεκδικητικού χαρακτήρα καταλήψεις με φθορές ή μη», μιλάει για βίαιη παρακώλυση της λειτουργίας οργάνων των ΑΕΙ…

Μιλάει επίσης για φθορές περιουσίας, για ψυχολογική βία και εκφοβισμό των καθηγητών… Με λίγα λόγια για ό,τι συμβαίνει σε όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου, συγκεκριμένα του μικρόκοσμου που λέγεται Ελλάδα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται το καλό!

Διότι, μέχρι σήμερα, όσοι έλεγαν (λέγαμε) ότι στα Πανεπιστήμιά μας το κακό έχει παραγίνει, θεωρούμασταν από εχθροί του φοιτητικού κινήματος μέχρι εχθροί της δημοκρατίας και της ελεύθερης διακίνησης της γνώσης.

Τώρα, σε όσους μας κατηγορούν, δεν έχουμε παρά να τους δείξουμε το πόρισμα της Επιτροπής Παρασκευόπουλου, το οποίο έρχεται να επιβεβαιώσει όλα όσα υποστηρίζαμε. Με τη βούλα ενός (πρώην) αριστερού υπουργού.

Το πρώην πάει στον υπουργό και όχι στον αριστερό, έτσι, για να μην παρεξηγούμαστε. Με τον οποίο μπορούμε να διαφωνούμε, μόνον όμως ως προς τις προτεινόμενες λύσεις του προβλήματος.

Οι οποίες συνοψίζονται σε δύο «αρχές». Η πρώτη ταυτίζεται με εκείνη του γνωστού μας Γυμνασιάρχη, κυρίου «βεβαίως, βεβαίως»: Παιδιά είναι, βρε αδελφέ, τι θέλεις να τους κάνουμε; Να τα σκοτώσουμε;

Η δεύτερη ταυτίζεται με του επίσης γνωστού (στους φίλους του Λούκυ Λουκ) καθηγητή Όττο Φον Χίμπεργκάιστ, από την περιπέτεια «η θεραπεία των Ντάλτον». Επειδή όμως αυτή είναι μεγάλη ιστορία, θα μιλήσουμε στην αυριανή κουβέντα μας.

Για την ώρα θα έρθουμε να συμφωνήσουμε με την Εφημερίδα των Συντακτών, η οποία θεωρεί «κακόβουλη την κριτική που ασκείται στο πόρισμα της Επιτροπής Παρασκευόπουλου». Και να πούμε πως η δική μας θα είναι σε διαφορετικό επίπεδο.

Αύριο, λοιπόν…
 «Τα παιδιά είναι παιδιά»!
Αριστοτέλης.