ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

190628 ΑΣΥΛΟ-ΓΙΣΤΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Ενώ αυτοί ποιο θέλουν;

Διότι χρειάζεται μια προσοχή. Όταν κατηγορείς κάποιον, όταν τον μέμφεσαι και φτάνεις στο σημείο να τον απειλείς κιόλας επειδή ζητά κάτι, δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι εσύ θέλεις το αντίθετο. Μπορεί να θέλεις κάτι διαφορετικό.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά, καθώς διάβαζα στο διαδίκτυο για την κόντρα μεταξύ μια καθηγήτριας πανεπιστημίου, της κυρίας Μαρίας Ευθυμίου, και κάποιων φοιτητών που αυτοπροσδιορίζονται ως «αναρχικό στέκι φιλοσοφικής».

Οι φοιτητές αυτοί κατηγορούν την καθηγήτριά (τους) ότι «θέλει» ένα πανεπιστήμιο με το οποίο, προφανώς, οι ίδιοι διαφωνούν. Χωρίς να μας λένε όμως, στο συγκεκριμένο τουλάχιστον κείμενό τους ποιο πανεπιστήμιο θέλουν οι ίδιοι.

Ελάτε να δούμε όμως ποιο «θέλει» η κ. Ευθυμίου: «Ένα πανεπιστήμιο χωρίς αγώνες, χωρίς αντίσταση, χωρίς στέκια, αναρχικούς και “βρόμικους” τοίχους. Ένα πανεπιστήμιο, το οποίο θα λειτουργεί “εύρυθμα” ως ναός της “αντικειμενικής” γνώσης του διδάσκοντος, ως πεδίο κερδοφορίας για εργολάβους και λοιπά αφεντικά, ως πρόσφορο έδαφος για τα επωφελή για την αγορά ερευνητικά προγράμματα».

Και τι κάνει, με ποιον τρόπο διεκδικεί ένα τέτοιο πανεπιστήμιο; Μήπως γράφει τις ιδέες της στους τοίχους; Μήπως απέχει από τα μαθήματά της σε ένδειξη διαμαρτυρίας; Μήπως προσπαθεί να φιμώσει αντίθετες απόψεις;

«Τριγυρίζει στους διαδρόμους της σχολής, κρατώντας χαρτόνια που γράφουν “ΑΕΙ χώροι μάθησης και εργατικότητας, ΟΧΙ ανομίας, αυθαιρεσίας και διάλυσης”, “Φτάνει πια! Σχολές ανοικτές” και άλλα αντίστοιχα.

Στις συνεντεύξεις που δίνει, ως πιστός παπαγάλος του συστήματος “της τάξης και της ασφάλειας”, έχει ταχθεί επανειλημμένως εναντίον τόσο των φοιτητικών και εργατικών διεκδικήσεων όσο και του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου, φροντίζοντας πάντα να τονίζει την ανάγκη για εθνική συμφιλίωση και ενότητα μεταξύ των Ελλήνων.

Σύμφωνα με την κ. Ευθυμίου “τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν μεταβληθεί σε χώρους ανομίας, καταστροφών, καταλήψεων και βανδαλισμών από άτομα τα οποία βάζουν διάφορες ταμπέλες στους εαυτούς τους για να καλύψουν την αθλιότητά τους”».
Αυτά κάνει η κ. Ευθυμίου και γι’ αυτό τα… παιδιά του αναρχικού στεκιού της φιλοσοφικής δηλώνουν ότι αποτελεί τον τύπο πανεπιστημιακού που εκείνα «αγαπούνε να μισούν». Και να απειλούν ότι θα τα βρουν μπροστά τους.

Το άλλο πουλάκι:
Ναι, αλλά ποιο θέλουν;

Είπαμε ότι αυτό δεν συνάγεται από το συγκεκριμένο κείμενό τους, παρά αφήνει μόνο υπονοούμενα. Όμως όσοι περάσαμε από κάποιο πανεπιστήμιο ξέρουμε καλά πώς είναι αυτό που ονειρεύονται οι αυτοαποκαλούμενοι αναρχικοί.

Είναι ένα πανεπιστήμιο «ανοιχτό», που σημαίνει όποιος θέλει πάει να σπουδάσει ό,τι θέλει, χωρίς να χρειάζεται καν να δώσει εξετάσεις. Καλό θα είναι βέβαια αυτό να μην βρίσκεται στην άκρη του κόσμου αλλά κάπου κοντά στα Εξάρχεια.

Εννοείται ότι στο πανεπιστήμιο αυτό είναι όλα δωρεάν. Μαθήματα, βιβλία, φαγητό, τσιγάρα, μπύρες, ενοίκιο σε εστίες ή καλύτερα επιδοτούμενο σε διαμερίσματα (των Εξαρχείων), συν ένα καλό χαρτζιλίκι για τα τρέχοντα έξοδα.

Εννοείται επίσης πως οι μετακινήσεις, εντός και εκτός της χώρας, είναι όλες δωρεάν, με οποιοδήποτε μέσον κι αν κινείσαι, όπως και η είσοδος σε κινηματογράφους, θέατρα και συναυλίες σε κάθε μέρος του κόσμου.

Τα καλοκαίρια υπάρχουν αντίστοιχα θερινά πανεπιστημιακά τμήματα (πάντα δωρεάν και επιδοτούμενα με τον τρόπο που είπαμε) στη Σαμοθράκη, στην Ικαρία και σε άλλα νησιά, όπου μπορούν, όσοι επιθυμούν, να παρακολουθήσουν.

Στο πανεπιστήμιο αυτό δεν υπάρχουν ωράρια. Τα μαθήματα ξεκινούν «όταν μαζευτούμε» και δεν είσαι υποχρεωμένος να παρακολουθείς, παρά μπορείς να πληροφορείσαι τι ειπώθηκε, στις βραδινές παρέες στα μπαράκια.

Εννοείται ότι δεν υπάρχουν εξετάσεις, αφού ένας ελεύθερος, δηλαδή αναρχικός φοιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει κάτι σε κανέναν. Και πώς παίρνεις πτυχίο;
-Πτυχίο; Να το κάνεις τι;

Το πανεπιστήμιο δεν είναι για να βγάζει πτυχιούχους - πιόνια του συστήματος, αλλά για να σπουδάζεις. Γενικώς και αορίστως. Και μέχρι να βαρεθείς, κάτι που δεν το βλέπω να γίνεται, αν λειτουργεί όπως είπαμε.

Α, δεν μιλήσαμε για τα μαθήματα, τα οποία εννοείται ότι δεν καθορίζονται από κάποιο πρόγραμμα σπουδών (το οποίο καθορίζουν οι ανάγκες της αγοράς) αλλά από τα ενδιαφέροντα των ίδιων των φοιτητών.

Με λίγα λόγια χαλαρότητα, ξενοιασιά, καλοπέραση, μέσα σε ένα πλαίσιο αυτοοργάνωσης. (Θα σας αυτοοργανώσω εγώ θέλετε δεν θέλετε, όπως έλεγε κι ένας παλιός αναρχικός). Και δόξα τω Θεώ… της αναρχίας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και το άσυλο;

Σε ένα τέτοιο πανεπιστήμιο το άσυλο ισχύει για όλους και για όλα. Εκτός από εκείνους που δεν συμφωνούν με τις αναρχικές ιδέες μας και θα μας βρουν μπροστά τους. Όλοι οι υπόλοιποι είναι ευπρόσδεκτοι.

Μπορούν να τρώνε στις λέσχες, να κοιμούνται στις εστίες ή στα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα των Εξαρχείων, να εμπορεύονται ή να διακινούν οτιδήποτε, αρκεί να μισούν το κράτος όσο κι εμείς και να πολεμούν τους μπάτσους το ίδιο μαχητικά.

Όπως καταλαβαίνετε, φίλοι μου, το πανεπιστήμιο αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με εκείνο για το οποίο αγωνίζεται η κ. Μαρία Ευθυμίου και ορισμένοι άλλοι καθηγητές που σέβονται το έργο και τη θέση τους.

Το ερώτημα είναι ποιοι από τους δυο «δουλεύουν πραγματικά για το σύστημα», αν υποθέσουμε ότι αυτό θέλει διαλυμένα δημόσια πανεπιστήμια, ώστε εκείνοι που ενδιαφέρονται πραγματικά να σπουδάσουν να στρέφονται προς τα ιδιωτικά.

Το κάνουν οι διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι αναρχικοί, ή καθηγητές που αγωνίζονται μέσα σε αντίξοες συνθήκες (και κάτω από διάφορες απειλές) για να είναι το πανεπιστήμιο χώρος μάθησης και έρευνας;

Εσείς τι λέτε;
 Άσυλο ανιάτων! 

Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

190416 ΕΜΠΑΘΕΣ


Το ένα πουλάκι:
Μας ενδιαφέρουν οι θεσμοί;

Μας ενδιαφέρει η διάκριση των εξουσιών, η διεύρυνση της δημοκρατίας, η λειτουργία ανεξάρτητων αρχών; Μας ενδιαφέρει να μην δηλητηριάζεται η πολιτική ζωή του τόπου, οι πολίτες να διαφωνούν, αλλά να μην «αλληλοσφάζονται»;

Τα ερωτήματα δεν είναι καθόλου ρητορικά. Η απάντηση που θα δώσουμε σε αυτά, αν δεν είναι προσχηματική, είναι εκείνη (μεταξύ άλλων) που θα μας τοποθετήσει στο νέο πολιτικό τοπίο που τείνει να σχηματιστεί. 

Διότι το παλιό, εκείνο που κατέτασσε τους πολίτες σε αριστερούς, κεντρώους και δεξιούς, δεν υφίσταται πια. Αυτό το αντιλαμβάνονται όλο και περισσότεροι, ιδίως μετά την κρίση και τη διακυβέρνηση της χώρα από τους ΣΙΡΙΖΑΝΕΛ.

Πρώτο αντιλήφθηκε αυτή την αλλαγή, εδώ και δεκαετίες, το οικολογικό κίνημα. Ήταν και μια από τις κύριες αντιθέσεις του με τους «συντρόφους» της Αριστεράς, οι οποίοι πίστευαν ότι το περιβάλλον κινδυνεύει από το κεφάλαιο.

Μόνο! Οι κακοί καπιταλιστές, στην προσπάθειά τους να αποκομίσουν μεγαλύτερα κέρδη, κατέστρεφαν τη φύση, ενώ οι καλοί προλετάριοι άφηναν μηδαμινό «αποτύπωμα», θα λέγαμε σήμερα, στο περιβάλλον.

Πράγμα που δεν ισχύει. Και όχι μόνον επειδή το Τσερνομπίλ και το Κοζλοντούι δεν ήταν καπιταλιστικά εργοστάσια. Αλλά και γιατί η αδιαφορία των προλετάριων και των μικροαστών για το περιβάλλον είναι παροιμιώδης.

Από τον τρόπο που πετάν (διαχειρίζονται) τα απορρίμματά τους, μέχρι τον τρόπο που καταστρέφουν τη φύση για να κτίσουν τα αυθαίρετά τους, δείχνει ότι ο περιβαλλοντικός κίνδυνος δεν έχει πολιτικό πρόσημο.

Αυτό, όπως είπα, έγινε σαφέστερο και με την οικονομία και τη διαχείριση της κρίσης. Όπου τα αριστερά μνημόνια διαδέχτηκαν τα δεξιά, χωρίς μάλιστα να ανοίξει ρουθούνι. Ενώ σήμερα ο κεντρικός στόχος των κομμάτων παραμένει κοινός.

Ποιος είναι; Μα, το να μπορέσουμε να ξεφύγουμε από τη δέσμευση για δημιουργία τεράστιων πλεονασμάτων, γεγονός που κάνει απαγορευτική την οποιαδήποτε συζήτηση για ανάπτυξη στη χώρα.

«Δηλαδή, δεν υπάρχουν διαφορές;» θα ρωτήσει κάποιος καχύποπτος. Υπάρχουν και το θέμα είναι να δούμε πού ακριβώς εντοπίζονται. Και πόσο ουσιαστικές είναι, δηλαδή πόσο πιο ουσιαστικές από άλλες αντιθέσεις.

Το άλλο πουλάκι:
Όπως αυτές που περιγράψαμε με τα αρχικά ερωτήματα.

Ή όπως η αντίθεση που δημιουργεί η πολιτική… αξιοποίηση του λαϊκισμού, με την αντίσταση στον πειρασμό στον οποίο αυτός υποβάλλει κόμματα και πολιτικούς. (Αντίσταση που δεν στέφεται πάντοτε από επιτυχία, αλλά, τουλάχιστον, είναι ορατή.)

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά, καθώς με προβλημάτιζε έντονα η παρατήρηση ενός καλού φίλου, ο οποίος επεσήμανε στα σχόλιά μου, τα οποία παρακολουθεί με προσοχή εδώ και χρόνια, μια εμπάθεια απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ.

Μου είπε μάλιστα χαρακτηριστικά ότι, όπως επεσήμανε και ο Βενιζέλος, «στην πολιτική δεν υπάρχει το απόλυτο και όλα είναι ζήτημα συγκρίσεων». Εκείνη τη στιγμή συμφώνησα μαζί του, αλλά ξέχασα να του πω τι άλλο είπε ο Βενιζέλος.

Πως «προοδευτικό σήμερα είναι να φύγει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και άκρας δεξιάς, η κυβέρνηση της θεσμικής παρακμής και του οικονομικού και αναπτυξιακού αδιεξόδου». Του το είπα όμως με δικά μου λόγια.

Το πρώτο, στο οποίο μάλιστα συμφωνήσαμε απόλυτα, ήταν πως, στην πολιτική από κάποιους έχεις περισσότερες απαιτήσεις. Και αυτό είναι ένας καλός λόγος για να είσαι αυστηρός, αλλά όχι και εμπαθής, μαζί τους.

(Βέβαια, προσωπικά, έπαψα να έχω απαιτήσεις από τον χώρο που εκπροσώπησε ο ΣΥΡΙΖΑ, από την εποχή που είδα πώς λειτούργησε απέναντι στην κρίση και πώς δια-χειρίστηκε το θέμα των «αγανακτισμένων».)

Είπα στο φίλο πως η βασική μου διαφωνία με αυτή την κυβέρνηση δεν είναι στο τι έκανε ή δεν έκανε στο τομέα της οικονομίας. Όπου, όπως συμφώνησε και αυτός, οι δυνατότητές της ήταν και περιορισμένες.

Εκείνο που κυρίως της καταλογίζω είναι ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε την εξουσία, και συγκεκριμένα η περιφρόνηση του Συντάγματος και των θεσμών, η προσπάθεια χειραγώγησης του Τύπου και της Δικαιοσύνης…

Κάπου εκεί το αφήσαμε… Με την υπόσχεση να τα πούμε πιο αναλυτικά, όχι στον δρόμο, αλλά με δυο ποτηράκια κρασί μπροστά μας. Ωστόσο, εμένα η παρατήρησή του με προβλημάτισε και, αυτές τις μέρες, την ξανασκέφτηκα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ακούστε και πείτε μου.

«Όλος ο λαός γνωρίζει ότι έστηναν δουλειές, ότι έβαζαν χέρι στο δημόσιο χρήμα παρασιτώντας σε βάρος του ελληνικού λαού, ότι υπηρετούσαν και συνεχίζουν να υπηρετούν δουλικά τα επιχειρηματικά συμφέροντα από τα οποία εξαρτώνται».

Τη γνώμη αυτή, που αναφέρεται στους κατηγορούμενους (βάλτε όσα εισαγωγικά θέλετε) στην υπόθεση Novartis, δεν τη ακούσαμε σε κάποιο καφενείο, δεν την εξέφρασε κάποιος φανατικός ψηφοφόρος της κυβέρνησης.

Είναι από την επίσημη ανακοίνωση του Γραφείου του Πρωθυπουργού! Μια ανακοίνωση που γράφει στα παλιά της τα παπούτσια και τη διάκριση των εξουσιών, και το τεκμήριο αθωότητος, και όλον τον πολιτικό και δικονομικό μας πολιτισμό.

Για να καταλήξει: «Από εδώ και στο εξής, οι επιθέσεις τους θα ενταθούν, οι ύβρεις τους θα γίνουν χυδαιότερες και η στάση τους ακόμη πιο προκλητική, πράγμα που αποτελεί και την πιο απτή απόδειξη της ενοχής τους». 

Τέτοιες «αποδείξεις ενοχής», που… θεσμοθετήθηκαν από την Ιερά Εξέταση και… αξιοποιήθηκαν στις δίκες της Μόσχας, είναι το τελευταίο που θα περίμενε κάποιος από ένα κόμμα σαν τον ΣΥΡΙΖΑ και έναν πρωθυπουργό σαν τον Τσίπρα.

Που επαίρονται ότι είναι οι συνεχιστές της Ανανεωτικής Αριστεράς, των δημοκρατικών παραδόσεων και των αγώνων για περισσότερα δικαιώματα και πιο ισχυρούς θεσμούς.

Μετά, γίνομαι εμπαθής…
 Νέο τοπίο, νέες αντιθέσεις!

Σάββατο 13 Απριλίου 2019

190412 ΠΟΣΟΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Βοήθεια από πάνω!

Είναι λίγο δύσκολο να αρνηθείς μια βοήθεια που σε φέρνει σε κάπως πιο πλεονεκτική θέση από εκείνη που ήσουν. Στέκεσαι, ας πούμε σε μια μεγάλη ουρά και ξαφνικά παρατηρείς μισοκρυμμένη επιγραφή που λέει:

«Άτομα με ύψος κάτω από 1,70 μ. εξυπηρετούνται κατά προτεραιότητα». Τι κάνεις; Εξακολουθείς να περιμένεις υπομονετικά τη σειρά σου, παίζοντάς το ψηλός; Ή καμπουριάζεις λίγο, λυγίζεις κάπως και τα γόνατα για να τελειώνεις;  

Υποθετικό το ερώτημα και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να μην απαντάμε σε ερωτήματα τέτοιου είδους. Υπάρχουν καταστάσεις πιο κοντά στην πραγματικότητα, πάνω στις οποίες μπορούμε να προβληματιστούμε.

Για παράδειγμα, ποια είναι η άποψή σας για την ποσόστωση των γυναικών στα ψηφοδέλτια των δημοτικών παρατάξεων; Βοηθούν την προσπάθεια που κάνουν οι γυναίκες να ενταχθούν με ίσους όρους στην πολιτική;

Προσέξτε, γιατί το ερώτημα είναι παραπλανητικό. Διότι κανένας νόμος δεν αναφέρει ποσόστωση γυναικών. Κάτι τέτοιο θα ήταν σοβαρότατη διάκριση, πράγμα που κανείς από όσους σκέφτονται πολιτικώς ορθά δεν επιθυμεί.

Η ποσόστωση αναφέρεται σε γυναίκες KAI άνδρες, σε ποσοστό 40% του συνόλου των υποψηφίων. Δηλαδή δεν μπορεί να υπάρχει ψηφοδέλτιο στο οποίο οι άνδρες υποψήφιοι να είναι λιγότεροι από 40%.

Αυτό όμως, αν το δεις στην πράξη, δείχνει μια άλλη πραγματικότητα. Διότι διαβάζουμε στα σχετικά ρεπορτάζ πως η συγκεκριμένη διάταξη του νόμου αποτελεί «πονοκέφαλο για τους επικεφαλής των παρατάξεων».

Προσωπικά δεν γνωρίζω κανέναν που να τον έπιασε πονοκέφαλος, επειδή δεν μπορεί να εξασφαλίσει υψηλό ποσοστό ανδρών υποψηφίων. Δόξα τω Θεώ, αυτοί φτάνουν και περισσεύουν. Με τις γυναίκες υπάρχει κάποιο πρόβλημα.

Οι γυναίκες δεν εκτίθενται εύκολα. Ίσως να έχουν άλλα πιο σοβαρά πράγματα να κάνουν. Πιθανότατα όμως αυτό να είναι και αποτέλεσμα κοινωνικού αποκλεισμού, ο οποίος συντελείται με έναν σωρό μηχανισμούς.

Το άλλο πουλάκι:
Διορθώνεται αυτό με την ποσόστωση;

Αυτό είναι το βασικό ερώτημα. Είναι προφανές ότι εκείνοι που την εισηγήθηκαν και την υποστηρίζουν θεωρούν πως «ναι». Τέτοιου είδους μέτρα βοηθούν τις γυναίκες να κερδίσουν χαμένο έδαφος.

Και τότε, γιατί μόνο 40% και όχι περισσότερο; Αφού η στατιστική μάς λέει ότι ο γυναικείος πληθυσμός υπερτερεί του αντρικού. Γιατί να μην εκφράζεται αυτό στους (τώρα θα πω κι εγώ και στις) υποψηφίους των παρατάξεων;

Να το πάω παραπέρα; Αν θέλουμε να βοηθήσουμε τις γυναίκες με ευνοϊκές διατάξεις, γιατί να κάνουμε μισές δουλειές. Θα έπρεπε ο νόμος να μας υποχρεώνει να… ψηφίζουμε και με αντίστοιχη ποσόστωση.

Αν βάλεις δύο σταυρούς, ο ένας να είναι σε γυναίκα υποψήφια. Έτσι θα είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι γυναίκες θα εκπροσωπούνται στα δημοτικά συμβούλια στο ποσοστό που τους αντιστοιχεί πραγματικά.

Βέβαια υπάρχει και άλλος τρόπος. Να υποχρεωθούν οι γυναίκες να ψηφίζουν μια γυναίκα οπωσδήποτε. Δεν θέλετε να υποχρεωθούν; Πολύ καλά, τότε να το κάνουμε να πειστούν, για να διευρύνουμε τη συζήτηση.

Διότι, αν ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν επιτρέπει στις γυναίκες να συμμετέχουν ισότιμα (δηλαδή ισόποσα) στα ψηφοδέλτια των παρατάξεων, τι είναι εκείνο που τις εμποδίζει να ψηφίζουν έστω τις λιγοστές εκείνες υποψήφιες;

Δεν τις θεωρούν ικανές; Δεν έχουν εμπιστοσύνη ότι μπορούν να τα καταφέρουν εξίσου καλά με τους άνδρες συναδέλφους τους στα δημοτικά συμβούλια; Θεωρούν ότι οι άνδρες υποψήφιοι έχουν περισσότερα προσόντα;

Να το θέσω από την ανάποδη; Καλύτερα μάλλον να σας αναφέρω ένα περιστατικό. Μια κυρία, υποψήφια με κάποια δημοτική παράταξη, πλησιάζει στο τραπέζι που πίνει τον καφέ της μια αντροπαρέα και αφήνει καρτούλες με τα στοιχεία της.

«Να στείλουμε στο δημοτικό συμβούλιο γυναίκες», λέει καθώς συστήνεται. «Βεβαίως», απαντά κάποιος από τους άνδρες, «φροντίστε όμως να πείσετε πρωτίστως τις γυναίκες να το κάνουν, να ψηφίσουν γυναίκες».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Θετική διάκριση!

Όπως καταλαβαίνετε, είναι το επίθετο που καθορίζει το ουσιαστικό. Είμαστε κατά των διακρίσεων, όχι όμως των θετικών. Και πολύ καλά κάνουμε. Τότε όμως, ποιος μας βεβαιώνει ότι αυτές δεν δημιουργούν… άλλες διακρίσεις;

Διότι δεν είναι μόνο οι γυναίκες αυτές που αποτελούν θύματα των κοινωνικών στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, αλλά και «εμποδίων» που θέτει το φύλο τους. Τι γίνεται, ας πούμε με τα μέλη της περίφημης ΛΟΑΤ κοινότητας;

Μήπως θα έπρεπε, για λόγους ίσης μεταχείρισης, να υπάρχει ποσόστωση και γι’ αυτά τα πρόσωπα; Και με τις άλλες κοινότητες που βρίσκονται στο (σε κάποιο) κοινωνικό περιθώριο; Τι γίνεται με εκείνες;

Αν θέλουμε να είμαστε σωστοί, δηλαδή πολιτικώς ορθοί, μήπως θα έπρεπε να κάνουμε θετικές διακρίσεις για κάθε κοινωνική ομάδα η οποία, για διάφορους λόγους, δεν έχει τις ίδιες ευκαιρίες με…

Αλήθεια, με ποιους; Με τους άνδρες; Όμως με όλους άνδρες; Και με εκείνους που είναι Ρομά ή ΑΜΕΑ, που έχουν χαμηλή μόρφωση (εξαιτίας κοινωνικών ανισοτήτων), που δεν τους επιτρέπει το επάγγελμά τους να ασχοληθούν με τα κοινά…

Όσους «αποκλείονται» για λόγους υγείας, τους μακροχρόνια άνεργους, τους αποφυλακισμένους, τους πρώην χρήστες ουσιών, τους άστεγους…
Καταλάβατε πού πάει η κουβέντα.

Το σωστό είναι να αγωνιζόμαστε καθημερινά ενάντια σε όλες τις κοινωνικές διακρίσεις και τους κάθε είδους αποκλεισμούς που συναντάμε στη ζωή μας. Αυτό μπορεί να γίνεται και με νομοθετικές ρυθμίσεις.

Όχι όμως με ποσοστώσεις, γιατί τότε μπλέκουμε χειρότερα.
 Δώσε κι εμένα (ποσόστωση) μπάρμπα!

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

190222 ΛΟΓΙΚΟΤΑΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Λογικόν!

Δεν ξέρω αν υφίσταται ακόμη το μάθημα, όμως εμείς, σε κάποια τάξη του Λυκείου, είχαμε και μάθημα Λογικής. Προσοχή, το λέω εξ αρχής: Δεν σημαίνει ότι αναπτύξαμε τη λογική μας με το συγκεκριμένο μάθημα.

Διότι, από τα λίγα που «μάθαμε», εκείνο που έμεινε στους περισσότερους (απ’ ό,τι βλέπω συχνά και στο διαδίκτυο) είναι ο αστυνόμος - μπουζούκι, καθότι και οι δύο είναι όργανα (τα προς τρίτον ίσα…)

Εξάλλου, αν το μάθημα, έτσι όπως γινόταν είχε κανένα πρακτικό όφελος, κανένα ορατό αποτέλεσμα στη καθημερινή σχέση μας με τη λογική, σήμερα δεν θα υπήρχε ανάγκη να συζητάμε για αυτό το θέμα.

Θα σας πω πώς εννοώ εγώ την ένταξη της Λογικής στα Αναλυτικά Προγράμματα της Εκπαίδευσης, όχι μόνο του Λυκείου, αλλά από το Δημοτικό ακόμη, και μετά μου λέτε αν συμφωνείτε ή όχι.

Θα αναφερθώ και πάλι σε εκείνον τον παλιό δάσκαλο για τον οποίο σας έχω μιλήσει πολλές φορές. Μου έλεγε, λοιπόν, πως του τύχαινε συχνά οι μαθητές του να γνωρίζουν την απάντηση, αλλά να μη σηκώνουν το χέρι τους.

Όταν ρώτησε έναν από αυτούς γιατί το κάνει, πήρε μια απρόσμενη απάντηση: «Επειδή, κύριε, δεν θα σας είναι αρκετό αυτό που θα απαντήσω, ακόμα κι αν είναι σωστό, και θα με ρωτήσετε… γιατί».

«Πραγματικά», συνέχισε ο δάσκαλος, «είχα τη συνήθεια να ρωτάω τα παιδιά “γιατί το λες αυτό”, έτσι ώστε να τα βάζω στη διαδικασία να σκεφτούν και να αιτιολογήσουν την απάντησή τους, ακόμη και αν ήταν λανθασμένη».

Αυτό, ναι. Είναι μάθημα Λογικής. Να διδασκόμαστε από μικροί πως ό,τι λέμε θα πρέπει να το αιτιολογούμε και μάλιστα με επιχειρήματα ισχυρά, όχι τού τύπου, έτσι νομίζω, ή έτσι κάπου άκουσα.

Αλλά και οι συμμαθητές μας, οι μετέπειτα συμπολίτες μας, να εξασκηθούν ώστε να μπορούν να ξεχωρίσουν ένα ισχυρό επιχείρημα από μια απλή άποψη, ή, ακόμη χειρότερο, από μια καμουφλαρισμένη επιθυμία.

Το άλλο πουλάκι:
Διότι κι αυτό το βλέπουμε.

Ισχυριζόμαστε πολλές φορές ότι τα πράγματα είναι έτσι όπως θα θέλαμε ή θα μας άρεσε να ήταν, και αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα. («Δεν υπάρχει περίπτωση να αρνηθούν οι Ευρωπαίοι εταίροι».)

Το ότι πολλοί ενήλικες δεν έχουν ξεφύγει από τον τρόπο σκέψης των παιδιών είναι κάτι που το συναντάμε καθημερινά γύρω μας. Κι ας μην αντιλαμβανόμαστε συχνά ότι συμβαίνει. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα.

Κλασικός τρόπος αντίδρασης των παιδιών είναι, όταν δέχονται παρατήρηση για κάτι κακό που κάνουν, να λένε «το ίδιο έκανε και ο Κωστάκης». Είναι το επιχείρημα που πιστεύουν ότι δικαιολογεί την πράξη τους.

Ε, ακριβώς την ίδια αντίδραση έχουν και πολλοί ενήλικες, είτε τους γράφει το τροχονόμος («μόνον εγώ έτρεχα;») είτε τους γίνεται έλεγχος για τους όρους με τους οποίους πήραν κάποιο δάνειο («να ελέγξετε και τους άλλους»).

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά καθώς διάβαζα πάλι ένα άρθρο σχετικά με τους μεγάλους κινδύνους στους οποίου εκθέτει τα μέλη του, δυστυχώς όμως και άλλους πολίτες, το λεγόμενο Αντιεμβολιαστικό Κίνημα.

Θα μάθατε ότι στις ΗΠΑ, υπάρχουν παιδιά που προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη κατά των γονιών τους και ζητούν να μάθουν αν υπάρχει νομικός τρόπος να εμβολιαστούν, παρά τη θέληση εκείνων.

Το κείμενο συνοδευόταν από σχόλια αναγνωστών, μεταξύ των οποίων ένας, πρώτος πρώτος, έσπευσε να εκθέσει το μεγάλο του (λογικό!) επιχείρημα. «Δεν βλέπετε πόσοι θάνατοι προέρχονται από τα τροχαία;

Από ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις, από την παχυσαρκία, από τα ναρκωτικά, από ληστείες μετά φόνου; Γιατί δεν λέτε τίποτε εσείς οι δημοσιογράφοι για όλα αυτά; Το αντιεμβολιαστικό κίνημα σας πείραξε;»

Όπως είναι φυσικό, έπεσαν επάνω του άλλοι σχολιαστές για να του αποδείξουν ότι (πέραν του γεγονότος ότι όλα αυτά απασχολούν επίσης κατά καιρούς τον Τύπο) αυτό που επικαλείται δεν είναι λογικό επιχείρημα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μάταιος κόπος!

Ο άνθρωπος επέμενε να απαντά στον καθένα ξεχωριστά, υποστηρίζοντας πως αυτός θωρακίζει την υγεία του με άθληση, καλή διατροφή και… προσευχή («με την ευρεία έννοια», όπως έσπευσε να διευκρινίσει).

Αναρωτήθηκα, λοιπόν, τι κάνεις με αυτούς τους ανθρώπους. Τους οποίους συναντάμε ολοένα και πιο συχνά γύρω μας, είτε στις καθημερινές σχέσεις, είτε στις διαδικτυακές μας συναναστροφές.

Μπαίνεις στον κόπο να αντιπαρατεθείς μαζί τους, από τη στιγμή που γνωρίζεις ότι πρόκειται για κεφάλια αγύριστα; Από την άλλη όμως, αν το αφήσεις να περάσει έτσι, οι απόψεις τους θα κυκλοφορούν παντού χωρίς αντίλογο.

Θα εξοικειωθούμε με επιχειρήματα του τύπου «αφού πεθαίνουν τόσοι από τροχαία, καλά κάνουν κάποιοι και αντιτίθενται στον εμβολιασμό» και μπορεί να αρχίσουν να μας φαίνονται λογικά.

Όπως συνηθίσαμε στην ανορθογραφία και δεν μας ενοχλεί(;), όπως συνηθίσαμε στους μουτζουρωμένους τοίχους και δεν μας κάνουν εντύπωση, όπως θεωρούμε φυσιολογικό το παρκάρισμα στα πεζοδρόμια, το κάπνισμα σε κοινόχρηστους χώρους…

Με τον ίδιο τρόπο εμποτίζεται και η σκέψη μας, καθημερινά, καθώς ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ανάπτυξη παράλογων επιχειρημάτων. Τι κάνουμε; Τα αφήνουμε ασχολίαστα; Απαντάμε όπου και όταν μπορούμε;

Ή ακολουθούμε την ίδια τακτική με όσα στραβά κι ανάποδα ανέφερα πριν; Προστατεύουμε τον εαυτό μας αποφεύγοντάς τα, ενώ θαυμάζουμε όσους χαλκέντερους τολμούν να ασχοληθούν με αυτά.
Μάταιος κόπος!

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

190212 ΣΟΒΑΡΟΦΑΝΕΣ


Το ένα πουλάκι:
Καιρός να σοβαρευτούμε!

Το πρόβλημα είναι ότι, όποτε λέμε αυτή τη φράση, εννοούμε ότι περιμένουμε από τους άλλους να σοβαρευτούν˙ εμείς το έχουμε κάνει ήδη, αν και είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν χάσαμε τη σοβαρότητά μας ούτε για μια στιγμή.

Πόσες φορές σας έχουμε μιλήσει για τις κινητοποιήσεις των αγροτών; Πόσες φορές δεν σταθήκαμε στον τρόπο με τον οποίο αυτές αντιμετωπίζονται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και τις αντίστοιχες αντιπολιτεύσεις.

Πριν από τρία ακριβώς χρόνια μιλούσαμε για τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που, όταν πέρασαν από την ριζοσπαστική αντιπολίτευση στην βολική και αναπαυτική κυβέρνηση, ανακάλυψαν ότι υπάρχουν «αγροτοπατέρες που κάνουν πάρτι».

Ότι υπάρχουν αγρότες που δεν δηλώνουν τα πραγματικά τους εισοδήματα, αγρότες που παίρνουν την επιδότηση και αφήνουν την παραγωγή στα δέντρα να σαπίζει, αγρότες που «ζύγιζαν πέτρες για να παίρνουν επιδοτήσεις»…

Αντίστοιχα, μιλούσαμε για ανθρώπους της αντιπολίτευσης, αλλά και των ΜΜΕ, που ανακάλυψαν ξαφνικά το δίκιο των αγροτών και τρέχουν στα μπλόκα για να κάνουν ή να πάρουν μια δήλωση που θα τους εντάξει στο… φιλοαγροτικό στρατόπεδο.

Κοιτάξτε τι διαβάσαμε φέτος σε φιλοκυβερνητική ιστοσελίδα, που μάλιστα αναπαράχθηκε αυτούσιο από τον κύριο Στέλιο Κούλογλου, ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, στον προσωπικό του λογαριασμό στο τουίτερ.

Τίτλος: «Σοβαρά, γνωρίζει κανείς τα αιτήματα των αγροτών;» Και το κείμενο που ακολουθεί: «Στην επικαιρότητα των ημερών βρίσκονται οι κινητοποιήσεις των αγροτών αν και η προσέγγιση κάθε τέτοια εποχή είναι περίπου μηχανική και ουδείς ασχολείται με τα αιτήματά τους.

Όμως, καθώς τα φορολογικά, ασφαλιστικά ή άλλα οικονομικά θέματα είναι όλα λυμένα -παρά την κρίση- πολλοί αναρωτιούνται για ποιο λόγο θα βρεθούν στους δρόμους; Χρειάζεται πράγματι αρκετή έρευνα για να εντοπίσει κάποιος ότι τα αιτήματα συνοψίζονται στη “μείωση του κόστους παραγωγής”.

Αν το αντιμετωπίσει χιουμοριστικά μοιάζει με κατάληψη Λυκείου επειδή το κυλικείο διαθέτει ακριβές τυρόπιτες, αν το αντιμετωπίσει ψύχραιμα μοιάζει το αγροτικό κίνημα να ζητά την κατάλυση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, που διαμορφώνει τις συνθήκες του ανταγωνισμού.

Τίποτε από τα δύο δεν συμβαίνει γιατί πολύ απλά, την πρώτη φορά που δεν υπάρχει κάποιο σοβαρό αίτημα για την κοινωνική ομάδα που επλήγη λιγότερο από την κρίση -ή και καθόλου- αυτή  κάνει επίδειξη κυνισμού και παρωχημένου πολιτικού εκβιασμού.

[…] Δεν έχει σημασία αν κάποιος αποτιμά θετικά ή αρνητικά το έργο της κυβέρνησης ή αν θεωρεί κομματικά κατευθυνόμενες τις οργανώσεις. Ο συνδικαλισμός οφείλει να διεκδικεί ακόμη και αν σιώπησε επιλεκτικά, τα χρόνια που διαλύθηκε το κοινωνικό κράτος, οι εργασιακές σχέσεις, το εισόδημα των Ελλήνων.

Όμως, αφού σοβαρεύτηκε αρκετά η χώρα, καιρός να σοβαρευτεί και ο συνδικαλισμός».

Το άλλο πουλάκι:
Από πού να το πιάσεις;

Από τη διαπίστωση ότι οι κινητοποιήσεις των αγροτών γίνονται ΠΛΕΟΝ εθιμοτυπικά; Από τη βεβαιότητα ότι όλα τους τα προβλήματα είναι ΠΛΕΟΝ λυμένα γι’ αυτό αναζητούν απεγνωσμένα μια δικαιολογία για να κλείσουν τους δρόμους;

Από το ότι το αίτημα για «μείωση του κόστους παραγωγής» είναι ασαφές, άρα γελοίο, σε αντίθεση με το ριζοσπαστικό «όλα τα κιλά όλα τα λεφτά»; Από την άποψη πως πρέπει να σεβόμαστε ΠΛΕΟΝ τις συνθήκες ανταγωνισμού;

Τις οποίες καθορίζει το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο θεωρείται ΠΛΕΟΝ δεδομένο και δεν έχει νόημα να το αντιπαλεύουμε; Ή από το γεγονός ότι η χώρα είναι ΠΛΕΟΝ σοβαρή και αυτό, εννοείται, είναι έργο της κυβέρνησης;

Καλώς τα παιδιά (και τον κύριο Κούλογλου)! Που, εύχομαι, να είναι και είμαστε όλοι εδώ και του χρόνου, όχι, εννοείται, από τις ίδιες θέσεις, για να ξανασυζητήσουμε τις κινητοποιήσεις των αγροτών.

Για τις οποίες, πριν από πάρα πολλά χρόνια, ναι, τότε που οι σοβαροί αγροτοσυνδικαλιστές ήταν τα χαϊδεμένα παιδιά όσων σήμερα βρίσκονται σε (φιλο)κυβερνητικά πόστα, εμείς σημειώναμε:

«Η ιστορία των αγροτικών κινητοποιήσεων είναι πλούσια, βασική όμως προϋπόθεση θεωρώ πως είναι η ουσιαστική οργάνωση των αγροτών σε συνεταιριστικούς και συνδικαλιστικούς φορείς.

Αυτή δηλαδή η ομοψυχία που βλέπουμε στις καταλήψεις των δρόμων, με τα χιλιάδες τρακτέρ παρατεταγμένα, θα είχε νόημα αν εκφραζόταν και από πιο ουσιαστικές “συμπράξεις”.

Δυστυχώς οι αγρότες κατάφεραν οι ίδιοι, όχι μόνο να διαλύσουν αλλά και να κατασυκοφαντήσουν τους συνεταιρισμούς τους, φορτώνοντάς τους με τεράστια οικονομικά και ηθικά σκάνδαλα. Με τις ευλογίες και της εκάστοτε πολιτείας.

Η οποία κάθε φορά χαϊδεύει όχι μόνο τα αφτιά αλλά και τις τσέπες των αγροτών, κάνοντας τα στραβά μάτια, ή συμμετέχοντας σε… απατεωνίες, εις βάρος των κουτόφραγκων».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Να δούμε σοβαρά το πρόβλημα!

Λέγαμε αλλού: «Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στο ότι ο χώρος των αγροτών είναι τόσο ανομοιογενής που, για χάρη του βασιλικού ποτίζονται και οι γλάστρες, συνήθως μόνο αυτές.

Διότι, αγρότης είναι και ο μικροκαλλιεργητής, αγρότης και ο άλλος με μια τρακτεράρα που κοστίζει όσο δυο μαγαζιά σε κεντρικό εμπορικό δρόμο (αγορασμένη με δανεικά κι αγύριστα).

Αγρότης είναι και ο κάτοικος της υπαίθρου, αγρότης και ο αστός που καλλιεργεί δι’ αντιπροσώπων τα στρέμματα που του άφησε ο πατέρας του. Αγρότης εκείνος που ασχολείται αποκλειστικά με τη γη, αγρότης και ο δημόσιος υπάλληλος που την κοπανάει από το γραφείο με αναρρωτική για να μαζέψει τις ελιές.

Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί; Την επί χρόνια τακτική της πολιτείας να επιδοτεί υπαρκτές και ανύπαρκτες καλλιέργειες, να αποζημιώνει υπαρκτές και ανύπαρκτες καταστροφές, να χαρίζει υπαρκτά και ανύπαρκτα δάνεια».

Εμείς του χρόνο θα μπορούμε να υποστηρίζουμε και πάλι τα ίδια. Τι λέτε, θα μπορεί και ο κύριος Κούλογλου;

Σοβαρότης μηδέν!

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

190123 ΕΞΗΓΗΣΙΜΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Να αναζητήσουμε τρόπους…

Κάπως έτσι ολοκληρώναμε τη χθεσινή μας κουβέντα, στην οποία αναφερθήκαμε στις δυο σημαντικότερες «πολιτικές θρησκείες» οι οποίες υπάρχουν στη χώρα μας, εκείνη που χαρακτηρίζεται ως «εθνική» και η άλλη, η «λαϊκή».

Πρέπει να αναζητήσουμε όχι απλώς τρόπους να συνεχίσουν να συνυπάρχουν όπως παλαιότερα, με εντάσεις βέβαια, χωρίς όμως τις σημερινές προσπάθειες αλληλοεξόντωσης, αλλά και τρόπους σύνθεσης.

Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει να κατανοήσουμε πρώτα τι έφταιξε και οδηγηθήκαμε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα. Πώς έγινε δηλαδή και η μια πλευρά να κατηγορεί την άλλη ως φασιστική και εκείνη την πρώτη για εθνική προδοσία.

Νομίζω πως δεν χρειάζεται να πάμε πολύ πίσω, απλώς να επιστρέψουμε στην εποχή κατά την οποία ο λαϊκισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος, μεταξύ των πιστών και των δύο πολιτικών θρησκειών, και… άνθησε.

Μιλώ για την εποχή των αγανακτισμένων, τότε που οι πλατείες γέμιζαν από πολίτες που έβλεπαν καθημερινά να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους και να χάνουν όχι μόνο κεκτημένα, αλλά τον τρόπο ζωής που είχαν μέχρι τότε.

Δεν θα πω πάλι «εμείς τα λέγαμε εκείνες τις δύσκολες μέρες», διότι ένας πολύ καλός φίλος μού επεσήμανε ότι αυτό το κάνω συχνά και δεν ακούγεται τόσο καλά. Τι συνέβη όμως εκείνη την περίοδο;

Φαίνεται πως ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας δεν είχε τη δυνατότητα, ούτε τη διάθεση, να αναλύσει την πραγματικότητα και να δει την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα.

Από την άλλη, οι πολιτικές δυνάμεις εκείνες, αλλά και οι πολιτικοί ηγέτες του τόπου, που είχαν την ευθύνη να καθοδηγήσουν τους πολίτες, δεν το έπραξαν. Προτίμησαν να ανέβουν στο τρένο του λαϊκισμού που περνούσε βιαστικό.

Μάλιστα διαγκωνίστηκαν σκληρά για το ποιος θα καθίσει στη θέση του μηχανοδηγού. Έτσι, αντί να αναζητήσουμε συλλογικά τρόπους εξόδου από την κρίση, αντί να δούμε ψύχραιμα τι έφταιξε, αποδίδοντας και ευθύνες, κλείσαμε τα μάτια.

Βρήκαμε βολικές απαντήσεις, «φταίει η Τρόικα», «φταίει το παλιό σύστημα», οι οποίες όμως είχαν ένα σημαντικό για την εξέλιξη γνώρισμα. Μπορούσαν να συνενώσουν τους πιστούς των δύο πολιτικών θρησκειών απέναντι στον κοινό εχθρό!

Το άλλο πουλάκι:
Ήταν βολικό το αφήγημα!

Από τη μια οι κακοί ξένοι. Οι οποίοι, εκτός από εχθροί, διαχρονικά, του ελληνισμού, ήταν και ιμπεριαλιστές και νεοφιλελεύθεροι. Στο πρόσωπό τους, πατριώτες και αριστεροί έβλεπαν έναν κοινό εχθρό.

Η αντίθεση στην κακιά παγκοσμιοποίηση, η εχθρότητα απέναντι στους Ευρωπαίους που μας ζηλεύουν και επιβουλεύονται τον εθνικό μας πλούτο, έφερε πλάι πλάι τους πιστούς της εθνικής πολιτικής θρησκείας, με εκείνους της λαϊκής.

Από την άλλη υπήρχε «το παλιό» πολιτικό σύστημα, οι «κλέφτες», γενικώς και αορίστως, που υποτίθεται ότι δικαίωναν τους οπαδούς των πιο ακραίων και περιθωριακών κομμάτων τα οποία ποτέ δεν κυβέρνησαν.

Έτσι, ακραία στοιχεία που ανήκαν στους πιστούς της εθνικής πολιτικής θρησκείας, βρέθηκαν, μαζί με επίσης ακραίους πιστούς της λαϊκής πολιτικής θρησκείας να… ψάλλουν εν χορώ «να καεί να καεί…»

Την εποχή εκείνη επίσης έγιναν και «προγραφές» των πολιτικών, αλλά και των πολιτών εκείνων που τολμούσαν να ψελλίσουν δυο κουβέντες λογικής και να μιλήσουν για συλλογική ευθύνη, καταμερισμένη βέβαια ανάλογα με τη δυνατότητα επηρεασμού που είχε ο καθένας.

Να αναδείξουν τη συνολική αποτυχία, πολιτική, οικονομική και πολιτισμική, του μοντέλου ανάπτυξης αλλά και του προτύπου ζωής που επιλέξαμε κατά τη μεταπολίτευση. Και να επιχειρηματολογήσουν για την αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεων.

Τους πήρε και τους σήκωσε! Το ρεπερτόριο εκτείνονταν από ύβρεις και κατάρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέχρι προσωπικές φραστικές επιθέσεις και ξυλοδαρμούς. Κάποιοι, κυριολεκτικά, «δεν τολμούσαν να βγουν από τα σπίτια τους».

Επειδή όμως η Ιστορία έχει και χιούμορ, και εκδικείται (ενίοτε το κάνει με χιούμορ) έφερε στην εξουσία εκπροσώπους της μιας από τις δύο πολιτικές θρησκείες, της λαϊκής. Και άρχισαν τα πανηγύρια!

Διότι η εξουσία οδήγησε  στη σύγκρουση (μετωπική) με την πραγματικότητα και εκείνη στη διάσπαση ενός τμήματος των πιστών που αμέσως θεωρήθηκαν αιρετικοί. Τα έχουν αυτά όλες οι δογματικές θρησκείες.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Διασπάστηκε όμως και το μέτωπο!

Διότι η άνοδος στην εξουσία (μέρους) της λαϊκής πολιτικής θρησκείας έστρεψε εναντίον τους και τους πιστούς της εθνικής πολιτικής θρησκείας. Ιδιαίτερα όταν προέκυψε εθνικό θέμα, καθώς οι πρώτοι προσπάθησαν να «λύσουν» το μακεδονικό.

Και τώρα; Τώρα οι νέες προγραφές αφορούν τους ίδιους. Οι οποίοι, αν τολμήσουν να διαμαρτυρηθούν, βλέπουν μπροστά τους φωτογραφίες του Καρανίκα να κολλά αφίσες που γράφουν «προσοχή τοκογλύφος».

Βλέπουν βίντεο των ένδοξων ημερών στις πλατείες, όταν κατοπινά στελέχη της κυβέρνησης «προειδοποιούσαν» εκείνους που έπρεπε τότε να καταλήξουν σε συμφωνία για να αποφευχθεί η άτακτη χρεοκοπία.

Τώρα, λοιπόν, το βάρος πέφτει για άλλη μια φορά στους ώμους των πιο ψύχραιμων, να πείσουν τους μεν ότι οι δε δεν είναι εθνικοί μειοδότες, ότι δεν θέλουν να ξεπουλήσουν τη Μακεδονία και την Ιστορία της.

Και τους άλλους να τους πείσουν ότι δεν είναι φασίστες εκείνοι που θεωρούν ότι «το όνομα είναι η ψυχή» (τους), ή ότι η συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να βλάψει τα εθνικά μας συμφέροντα.

Αυτοί, οι πλέον ψύχραιμοι, έχουν και πάλι την ευθύνη να δείξουν πως ο δρόμος του ρεαλισμού, ο δρόμος των χαμηλών τόνων, ο δρόμος της συζήτησης και της αναζήτησης συναινετικών λύσεων, ο δρόμος, τελικά, της δημοκρατίας είναι ο μόνος που οδηγεί εμπρός.
 Σήμερα, (πρόσφατη) Ιστορία!

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019

190122 ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Πολιτική θρησκεία»!

Μ’ αυτόν τον όρο, διαβάζω, οι κοινωνικές επιστήμες ονομάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες συγκροτούνται ως πολιτικές κοινότητες, εκτός των άλλων, και με όρους συμβολικούς, που τις καθορίζουν και ως ηθικές κοινότητες.

Μια πολιτική κοινότητα, όταν αποκτήσει υπόσταση (και) ηθικής κοινότητας, όταν αρχίσει, δηλαδή, να αντιλαμβάνεται το (πολιτικά) σωστό και λάθος με όρους ιερού ή βέβηλου, τότε αποκτά «πολιτική θρησκεία».

Τότε μπορούμε να διακρίνουμε ομοιότητες με κάθε άλλη θρησκεία, από την ύπαρξη τελετουργιών, ακόμα και «θυσιών», μέχρι τη δημιουργία και λειτουργία ενός «ιερατείου», θέση στο οποίο βέβαια διεκδικούν πολλοί.

Θα καταλάβετε καλύτερα τι εννοούμε με κάποιο παράδειγμα στον πίνακα. Το αντλούμε από ένα άρθρο του καθηγητή Συγκριτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου κ. Μανούσου Μαραγκουδάκη.

Ο οποίος υποστηρίζει ότι στη χώρα μας, την οποία δεν λες και την πιο κανονική χώρα του κόσμου, έχουν εδραιωθεί δύο τέτοιες πολιτικές θρησκείες, σε αντίθεση με κάθε άλλο κράτος έθνος του… πολιτισμένου κόσμου.

Θα μπορούσαμε αυτές τις δύο πολιτικές θρησκείες να τις διακρίνουμε στο πέρασμα των δεκαετιών, περισσότερο εμφανείς όμως γίνονται μετά τον πόλεμο, τον εμφύλιο, και, κυρίως, στα χρόνια που ακολούθησαν.

Την πρώτη ο κύριος Μαραγκουδάκης την ονομάζει «εθνική πολιτική θρησκεία» και έχει ως επίκεντρό της τους μεγάλους εθνικούς αγώνες και τις ένδοξες σελίδες της ιστορίας μας. Μπορούμε να φανταστούμε το τελετουργικό της.

Το οποίο εστιάζεται κυρίως στις εθνικές επετείους, αλλά όχι μόνο τις «εθνικές». Με γιορτές, πατριωτικές ομιλίες, παρελάσεις, παραδοσιακούς χορούς, έχοντας ως ιερά βιβλία μόνο τις ηρωικές σελίδες της Ιστορίας.

Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, ως ιερά κείμενα χρησιμοποιούνται όλο και πιο συχνά και διάφορες «γραφές» γερόντων, οι οποίες εντοπίζονται σε ειδική μερίδα του Τύπου και σε συγκεκριμένα σάιτ του διαδικτύου.

Οι πιστοί αυτής της «εθνικής πολιτικής θρησκείας» δεν είναι άλλοι από τους πολίτες που τοποθετούνται στη λαϊκή δεξιά, εννοείται στην ακροδεξιά, αλλά και στον χώρο των εκκλησιαστικών οργανώσεων˙ κυρίως.

Το άλλο πουλάκι:
Ποια είναι η δεύτερη πολιτική θρησκεία;

Από την άλλη, λοιπόν, πλευρά έχουμε αυτήν που θα αποκαλούσαμε «λαϊκή πολιτική θρησκεία», η οποία έχει ως σημεία αναφοράς της τους μεγάλους λαϊκούς αγώνες, το ΕΑΜ, το Πολυτεχνείο… Το τελετουργικό της είναι επίσης πολύ γνωστό.

Περιλαμβάνει πορείες, συγκρούσεις με τα ΜΑΤ (όπως λεγόταν παλιά) καταλήψεις κτηρίων ή εργασιακών χώρων, απεργιακές κινητοποιήσεις κ.λπ. Καταλαβαίνετε, φαντάζομαι ποιοι είναι οι πιστοί αυτής της πολιτικής θρησκείας.

Πρόκειται για τη λεγόμενη Αριστερά. Με την ευρεία έννοια, καθώς μέσα της μπορούμε να εντάξουμε και τη διανόηση του τόπου, πολλούς πανεπιστημιακούς, ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων κ.λπ.

Τα ιερά τους βιβλία είναι οι πιο… απόκρυφες σελίδες της Ιστορίας, καθώς και τα κείμενα διάφορων «καταραμένων» συγγραφέων, όπως βέβαια και των θεωρητικών του μαρξισμού. Εννοείται και οι κομματικές εφημερίδες.

Για όσους από τους πιστούς της διαβάζουν. Διότι πολλοί έχουν μια επιδερμική, μια «δήθεν» σχέση με το διάβασμα, και τους αρέσει περισσότερο να τσαλαβουτάν εδώ κι εκεί και, ό,τι αρπάξουν. Τα υπόλοιπα στο καφενείο.

Το αξιοθαύμαστο είναι πως αυτές οι δύο πολιτικές θρησκείες συνυπήρχαν στη χώρα μας χωρίς να δημιουργούνται ιδιαίτερα προβλήματα. Βεβαίως, οι πιστοί τής μιας έβλεπαν πάντοτε υποτιμητικά εκείνους της άλλης.

Οι μεν θεωρούσαν τους δε συντηρητικούς (δίνοντας πάντοτε αρνητικό πρόσημο στη λέξη), ενώ εκείνοι χαρακτήριζαν τους πρώτους «κουλτουριάρηδες» (αυτή η λέξη κι αν έφτασε να έχει αρνητικό πρόσημο).

Φυσικά δεν έπαψαν ποτέ και οι πολιτικές συγκρούσεις. Πολλές φορές ιδιαίτερα έντονες. Με μοναδική ίσως εξαίρεση κάποια χρόνια του ΠαΣοΚ, όταν το λαϊκό συνυπήρξε κάπως πιο αρμονικά με το εθνικό στοιχείο.

Ωστόσο, εκεί που το κακό παράγινε, ήταν στα χρόνια της κρίσης, όταν φτάσαμε στο σημείο οι πιστοί των δύο αυτών πολιτικών θρησκειών να θεωρούν οι μεν τους δε προδότες και εκείνοι τους πρώτους φασίστες.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ας δώσουμε όμως τον λόγο στον κ. Μαραγκουδάκη:

«Οι οπαδοί του εθνικού αφηγήματος και της εθνικής πολιτικής θρησκείας κατηγορούνται για φασισμό, ενώ οι οπαδοί της λαϊκής πολιτικής θρησκείας, αυτοί που θέτουν “τα συμφέροντα των λαών πάνω από τους φασιστικούς εθνικισμούς”, κατηγορούνται για εθνική προδοσία.

Φυσικά δεν ισχύει κανένα από τα παραπάνω. Ή μάλλον, ως εκλογικεύσεις είναι το ίδιο κατανοητές και εύλογες στα πλαίσια αυτών των δύο αναγνωρισμένων από το κράτος και ενσωματωμένων στο εκπαιδευτικό σύστημα πολιτικών θρησκειών.

Γιατί στην Ελλάδα συμβαίνει κάτι πολύ ιδιάζον: ενώ τόσο ο Παύλος Μελάς και ο Μεγαλέξανδρος, όσο και το Πολυτεχνείο και οι αντι-ιμπεριαλιστικοί αγώνες των λαών έχουν χώρο στο εκπαιδευτικό μας σύστημα και τις δημόσιες τελετές, ουδείς σκέφθηκε ότι από ένα σημείο και μετά αυτά τα δύο συμβολικά συστήματα είναι αντιπαραθετικά και συγκρουσιακά.

Και ουδείς σκέφθηκε ότι όχι μόνον χρήζουν αναβάθμισης και ανανέωσης στα πλαίσια μιας σύγχρονης μετα-εθνικιστικής και μετα-σοσιαλιστικής εποχής, αλλά πάνω απ’ όλα χρήζουν σύνθεσης.

Μία σύνθεση που θα συνενώσει σύμβολα και πολίτες, επιτρέποντας έτσι την εννοιολογική σύνθεση του νοήματος της δημοκρατίας, ώστε αυτό να είναι κοινό για όλους μας, δεξιούς, αριστερούς και φιλελεύθερους».

Μετά από όλα αυτά, δεν μένει σε όσους σκεφτόμαστε πραγματικά την ανάγκη ύπαρξης μιας τέτοιας σύνθεσης, το να αναζητήσουμε και τρόπους να την πετύχουμε. Εδώ νομίζω θα παιχθεί ένα μεγάλο στοίχημα το επόμενο διάστημα.
 Θρησκευτικά, σήμερα!