ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΛΟΓΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΛΟΓΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

190709 ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Καλό καλοκαίρι!

Αυτό ήταν το μήνυμα που λάβαμε εμείς από την κάλπη. Κατά τα άλλα; Δεν θυμόμαστε άλλη εκλογική αναμέτρηση που να ήταν όλοι ευχαριστημένοι, δηλαδή νικητές. Όλοι εκείνοι που μπήκαν στη Βουλή, εννοείται.

Διότι όσοι έμειναν απ’ έξω έχουν λόγους να θεωρούν πως τους αδίκησε το εκλογικό σώμα –και το εκλογικό σύστημα, φυσικά. Και θα ήθελα, στο σημείο αυτό, να κάνω μια υπενθύμιση, με βάση κάτι που παρατήρησα τη βραδιά των αποτελεσμάτων.

Όλοι, μα όλοι, πανηγύρισαν –και καλά έκαναν- το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή έμεινε εκτός κοινοβουλίου. Δεν άκουσα κανέναν να τονίζει ότι αυτό οφείλεται (εκτός από το ποσοστό που έλαβε) και στο ότι δεν ισχύει (ακόμη) η απλή αναλογική.

Ας το σκεφτούν σοβαρά, όταν και αν θα ξανασυζητηθεί ο εκλογικός νόμος. Διότι είναι και κάποιου τύπου υποκρισία να λες ότι θέλεις και το ένα και το άλλο. Και απλή αναλογική και τη Χρυσή Αυγή εκτός.

Σκεφθείτε λίγο πώς θα ήταν ο χάρτης των εδρών, αν είχαμε τώρα απλή αναλογική. Δεν είναι δύσκολο. Πολύ χοντρικά, πάρτε το ποσοστό τού καθενός και πολλαπλασιάστε το με το 3 για να δείτε πόσους βουλευτές θα έβγαζε.

Η Νέα Δημοκρατία θα είχε 120 έδρες, ο ΣΥΡΙΖΑ 94, το ΚΙΝΑΛ 27 και τα άλλα κόμματα που μπήκαν στη βουλή θα έπαιρναν όσες πήραν και τώρα. Οι υπόλοιπες έδρες θα πήγαιναν στα κόμματα που έμειναν εκτός.

Θα έμπαιναν δηλαδή στη βουλή άλλα έξι κόμματα, με πρώτη και καλύτερη τη Χρυσή Αυγή, τα οποία θα είχαν από έναν μέχρι εννέα βουλευτές. Και άντε μετά να βγάλεις άκρη με όλους αυτούς, για να κυβερνηθεί ο τόπος.

Και μην μου πείτε για την «κουλτούρα συνεργασίας» που θα καλλιεργούνταν με αυτόν τον τρόπο, διότι την είδαμε την κουλτούρα αυτή στην προηγούμενη βουλή και θα την απολαύσουμε σε όλο της το μεγαλείο στους Δήμους.

Παίρνουμε, λοιπόν, το μήνυμά μας και την κάνουμε για πιο θερινούς ρυθμούς, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον καθένα. Για εμάς σημαίνει φυγή από την καθημερινότητα, αλλαγή παραστάσεων και ενδιαφερόντων.

Το άλλο πουλάκι:
Όλοι νικητές!

Ναι, γιατί ο καθένας έβαλε τον πήχη σε διαφορετικό ύψος, ανάλογα με τα προσόντα και τις δυνατότητές του. Πώς είναι οι μαθητές που όλοι γράφουν καλά και περνούν στο τέλος σε κάποιο πανεπιστήμιο;

Οι μόνοι που «αποτυγχάνουν» είναι όσοι έχουν θέσει πολύ υψηλούς στόχους και δεν καταφέρνουν να τους φτάσουν. Όμως οι πολιτικοί δεν είναι μαθητές Λυκείου, ξέρουν πώς να μην διαψεύδονται.

Αποτυγχάνουν επίσης και κάτι τελείως χαβαλέδες, οι οποίοι κατεβαίνουν στις εξετάσεις και στις εκλογές από διαστροφή, για να ταλαιπωρούνται οι ίδιοι και να ταλαιπωρούν τους αξιολογητές, εκείνους που θα τους κρίνουν.

Ας τους αφήσουμε όμως όλους αυτούς και ας έρθουμε στο κυρίως σώμα των ψηφοφόρων, οι οποίοι, κατά την άποψή μας, ήταν χωρισμένοι σε δυο μεγάλες ομάδες. Που είχαν, όπως θα δείτε, έναν παρόμοιο τρόπο σκέψης.

Οι ψηφοφόροι αυτοί, είτε από τη μια πλευρά, είτε από την άλλη, βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, αφού πήγαν στις κάλπες με αρνητική διάθεση και με μισή καρδιά. Εκεί έκαναν ό,τι τους φώτισε ο Θεός.

Ο κύριος όγκος αυτών των ψηφοφόρων ήθελε μια «πολιτική αλλαγή». Ήθελε, δηλαδή να πάμε σε έναν διαφορετικό τρόπο από αυτόν με τον οποίο κυβερνήθηκε η χώρα τα τελευταία τέσσερα (και μισό) χρόνια.

Από το σημείο αυτό όμως άρχιζαν και τα δύσκολα. Διότι υπήρχε, ας πούμε μια ομάδα που έλεγε «θέλω να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ, θέλω να μειωθεί η εκλογική του δύναμη, αλλά εγώ δεξιά δεν ψηφίζω με τίποτα».

Τι εναλλακτικές διεξόδους είχαν και πόσοι τις ακολούθησαν; Το δείχνει το εκλογικό αποτέλεσμα και θα το δείξουν και οι ποιοτικές αναλύσεις που θα ακολουθήσουν. Υπήρχε όμως και μια δεύτερη ομάδα.

Αυτή ήταν πιο αποφασισμένοι: «Προκειμένου να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ, ψηφίζω και δεξιά, πράγμα που δεν έκανα ποτέ στη ζωή μου». Φαίνεται πως δεν ήταν λίγοι που αποφάσισαν και έκαναν το βήμα.

Βεβαίως, για να διευκολυνθεί η μετάβαση (το τρανζίσιον, που λένε και στον αθλητισμό) προσπάθησαν να πείσουν τον εαυτό τους πως αυτή η δεξιά είναι άλλη, της «λογικής», της «κανονικότητας», ή πως δεν υφίσταται πλέον το σχήμα αριστερά δεξιά.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπήρξαν, βέβαια, και οι άλλοι.

Εκείνοι που σκέφτηκαν «μπορεί να μην μου καλοαρέσει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά, προκειμένου να μην έρθει η δεξιά, θα κλείσω τα μάτια (και τα αφτιά, και τη μύτη…) και θα τον ψηφίσω». Αυτοί μάλλον την έψαξαν και λίγο διαφορετικά.

Προσπάθησαν να βρουν «διαφορετικές φωνές» μέσα στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ και να τις επιλέξουν (αλλά και να τις στηρίξουν προεκλογικά), έτσι ώστε να δώσουν καλύτερα το μήνυμα που ήθελαν.

Δεν ήταν καθόλου κακή σκέψη. Φαντάζομαι πως μέσα από μια τέτοια διαδικασία εξελέγη και ο «δικός μας» Θεόφιλος Ξανθόπουλος. Ναι, «δικός μας». Σκεφθείτε μόνο ότι του είχαμε παραχωρήσει τη θέση μας στην τελευταία σελίδα των ΧΡΟΝΙΚΩΝ.

Αστειεύομαι. Πάντως είναι γεγονός ότι υποψήφιοι όπως ο Θεόφιλος, όχι μόνο συγκράτησαν ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ που διαφορετικά θα αναζητούσαν αλλού την τύχη τους, αλλά έφεραν στην κάλπη του και νέους. Του ευχόμαστε τα καλύτερα.

Και μ’ αυτές τις σκέψεις σάς αποχαιρετούμε, αφού κάπου εδώ ολοκληρώθηκε η εικοστή, ναι η εικοστή, περίοδος που ήμασταν καθημερινά μαζί, στα εύκολα και στα δύσκολα.

Κάτι τελειώνει, κάτι άλλο ξεκινά, ποιος ξέρει τι θα μας φέρει αυτό το όμορφο παραμύθι που λέγεται (πολιτική) Ζωή!
 Πάμε για άλλα!

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

190705 ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Σαν σήμερα…

Είναι κάπως άτυχος ο ΣΥΡΙΖΑ, διότι οι εκλογές της Κυριακής συμπίπτουν χρονικά με τα δραματικά γεγονότα αυτών των ημερών το 2015, όταν η περήφανη εξάμηνη διαπραγμάτευση κατάληγε στο δημοψήφισμα.

Με το κλείσιμο των τραπεζών να προηγείται, το ΟΧΙ να κυριαρχεί, τους οπαδούς του να στήνουν χορούς στο Σύνταγμα, αλλά αμέσως μετά τον Γιάνη Βαρουφάκη να αντικαθίσταται από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και η ρότα να αλλάζει.

Ο Αλέξης Τσίπρας να παίρνει παραμάσχαλα το ΟΧΙ, για να το πηγαίνει στις Βρυξέλες από όπου επιστρέφει με ένα ΝΑΙ (σε όλα) και έναν επιχείλιο έρπητα, γεγονότα που θα κάνουν τη σύζυγό του να κλαίει, έκτοτε, τέτοιες μέρες.

Όπως και να το κάνουμε, δεν είναι και οι ιδανικότερες μέρες για ένα κόμμα να πηγαίνει σε εκλογές, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός διάλεξε την ημερομηνία, οπότε δεν μπορεί να παραπονιέται ότι του έφταιξε κάποιος.

Ωστόσο θα ήταν άδικο, αν στη σκέψη των ψηφοφόρων κυριαρχούσαν τα γεγονότα εκείνων των ημερών και με βάση τα συναισθήματα που θα τους προκαλούσαν θα πήγαιναν να ρίξουν την ψήφο τους.

Διότι έτσι, και οι οπαδοί του ΝΑΙ, που αισθάνθηκαν ότι σύρθηκαν σε ένα δημοψήφισμα χωρίς νόημα, και εκείνοι του ΟΧΙ, που ένιωσαν ότι προδόθηκαν από την τελική έκβαση, θα είχαν λόγους να καταψηφίσουν τον Αλέξη Τσίπρα.

Όμως στις εκλογές δεν πρέπει να πηγαίνουμε με το βλέμμα στο παρελθόν, αλλά στραμμένο στο μέλλον. Ως εκ τούτου, τα συνθήματα τύπου «ο λαός δεν ξεχνά…» δεν θα πρέπει να είναι εκείνα που θα μας κατευθύνουν. Αφήστε που είναι σκέτη συντήρηση!

Ασφαλώς και είναι καλό να έχει μνήμη ο λαός. Αυτή όμως δεν πρέπει να είναι ο αποκλειστικός μας σύμβουλος, διότι η μνήμη έχει ένα σοβαρότατο ελάττωμα. Είναι τις περισσότερες φορές επιλεκτική.

Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι εκείνοι που καλούν τον λαό να… μην ξεχνά δεν τον αφήνουν να το κάνει γενικώς και αορίστως, αλλά του θυμίζουν και πολύ συγκεκριμένα πράγματα που πρέπει να θυμάται.

Να θυμάται ακριβώς εκείνα που χρειάζεται, ώστε να καταψηφίσει τους άλλους για κάτι που έκαναν ή δεν έκαναν στο παρελθόν, ακόμη και πολύ παλιά, αφού η επιλεκτική μνήμη έχει και το γνώρισμα να φτάνει μέχρι εκεί που θέλει.

Το άλλο πουλάκι:
Ας αφήσουμε, λοιπόν, το παρελθόν.

Εξάλλου, εμείς εδώ, σε όλο το διάστημα της κρίσης (αλλά και χρόνια πριν) τα λέγαμε καθημερινά. Λίγο πολύ, λοιπόν, είναι γνωστό το τι υποστηρίζαμε, τι είχε νόημα και αξία για μας, και τι θεωρούσαμε σωστό για τον τόπο.

Αυτά υπάρχουν και μπορεί, όποιος επιθυμεί και δεν τον βοηθά η μνήμη του, να ανατρέξει είτε στο αρχείο της εφημερίδας μας, είτε στο διαδίκτυο για να τα βρει. Το ζήτημα είναι ποιο κριτήριο θα βάλουμε για τη μεθαυριανή ψηφοφορία.

Είπαμε να ψηφίσουμε με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, έχοντας την εμπειρία όσων ζήσαμε και όσων μας οδήγησαν εδώ που είμαστε σήμερα. Ας κάνουμε, λοιπόν, μια αρχή μιλώντας πρώτα για τα πρόσωπα.

Ψηφίζουμε ανθρώπους που τους διακρίνει συνέχεια και συνέπεια λόγων και έργων, έτσι ώστε να μην διαψευστούμε αργότερα. Ανθρώπους που δεν βρέθηκαν ξαφνικά στην επικαιρότητα, επειδή χάιδεψαν αφτιά, λέγοντας ή κάνοντας κάτι παλαβό που εντυπωσίασε.

Σε τοπικό επίπεδο ψηφίζουμε ανθρώπους που τους ξέρουμε και μας ξέρουν. Που γνωρίζουμε ότι δεν μπήκαν στην πολιτική, ούτε επειδή έτσι φύσηξε ο άνεμος, ούτε επειδή πίστεψαν μια μέρα ότι ήρθε και η δική τους η σειρά.

Που έχουν επίγνωση ότι χρωστάνε στον τόπο και δεν τους χρωστά εκείνος, επειδή είναι πιο ικανοί, πιο μάγκες ή πιο έξυπνοι από τους υπόλοιπους. Ότι οι συμπολίτες τους τους τιμούν με την ψήφο τους και οφείλουν πίσω αυτή την τιμή.

Ανθρώπους που έχουν δική τους προσωπικότητα, δική τους άποψη διαμορφωμένη, αλλά είναι έτοιμοι και να τη συζητήσουν. Που έχουν τη διάθεση αλλά και την ικανότητα να εργαστούν, κυρίως όμως να συνεργαστούν για το καλό του τόπου.

Που δεν τους τραβάει το κόμμα από το μανίκι. Που είναι έτοιμοι να έρθουν σε ρήξη και μ’ αυτό, αν δουν ότι τους οδηγεί σε κάτι που είναι αντίθετο με τις αρχές και τις αξίες τους. Ανθρώπους έτοιμους να τα βροντήξουν, αν χρειαστεί.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το βλέμμα στο μέλλον…

Όχι υποχρεωτικά στο άμεσο, τι θα γίνει δηλαδή αν η Νέα Δημοκρατία (δεν) έχει αυτοδυναμία, ή αν το μετεκλογικό σκηνικό οδηγήσει σε επανάληψη των εκλογών με απλή (και ανόθευτη, όπως λέγαμε παλιά) αναλογική.

Καλό είναι να τα έχουμε και αυτά κατά νου, καλύτερο όμως το να έχουμε εμείς πρώτα ένα όραμα για τον τόπο και μετά να δούμε ποιο από τα κόμματα μπορεί να το υπηρετήσει καλύτερα. Πώς φανταζόμαστε το μέλλον της χώρας;

Σε τι σχολειά θέλουμε να πηγαίνουν τα παιδιά μας; Με τι δασκάλους; Τι είδους άνθρωποι να βγαίνουν από αυτά; Με τι εφόδια; Πώς να είναι τα πανεπιστήμια που θα σπουδάζουν; Τι να περιμένουν, όταν πάρουν το πτυχίο τους;

Πώς φανταζόμαστε τη λειτουργία της Δικαιοσύνης; Τι περιμένουμε από τη σχέση της με την πολιτική εξουσία; Τι σημαίνει για εμάς η διάκριση των εξουσιών; Πώς και πότε θέλουμε να εφαρμόζεται ο νόμος;

Τι ζητάμε από τα κρατικά ραδιοτηλεοπτικά Μέσα; Ποιος θέλουμε να είναι  ο ρόλος των ΜΜΕ γενικότερα και πώς να αντιμετωπίζουν την εξουσία; Πώς φανταζόμαστε την ελευθερία του Τύπου, αλλά και του διαδικτύου, σε μια δημοκρατία του μέλλοντος;

Ποιο ρόλο ονειρευόμαστε για τη χώρα μας, στον τοπικό, τον ευρωπαϊκό αλλά και τον παγκόσμιο χάρτη; Με τι κριτήρια να επιλέγουμε τους συμμάχους μας;

Δεν χρειάζεται να συνεχίσω, καταλάβατε, φαντάζομαι το πνεύμα. Σκεφθείτε τα, λοιπόν, διότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το άλλα να λέω και να κάνω στη ζωή μου και άλλα να ψηφίζω στις εκλογές.

Για ξεχαρμάνιασμα!
 Καλό βόλι!

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

190704 ΞΕΝΕΡΩΤΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Δεν μου αρέσουν αυτές οι εκλογές.

Μου θυμίζουν λίγο τους αγώνες του «Κόπα Αμέρικα», που μαθαίνουμε το αποτέλεσμα και το σκορ ενός παιχνιδιού που έγινε αργά τη νύχτα, και την άλλη μέρα στηνόμαστε (που δεν στηνόμαστε) να το δούμε στις τηλεοράσεις.

Ποιο το ενδιαφέρον μιας εκλογικής αναμέτρησης, όταν όλοι ξέρουν ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Θα μου πείτε αυτό, σε έναν βαθμό, συνέβαινε και άλλες φορές, ιδίως μετά την εμφάνιση των δημοσκοπήσεων.

Ναι, αλλά είδατε πώς το είπαμε; Σε έναν βαθμό. Αυτό το πράγμα, με την «επίσημη δημοσκόπηση», όπως χαρακτήρισε τις ευρωεκλογές, έναν μήνα πριν, ο ίδιος ο πρωθυπουργός, πρώτη φορά συμβαίνει.

Λογικό είναι, δοθέντων και όλων των υπολοίπων συνθηκών, να πει ο άλλος «και γιατί να πάω να ψηφίσω;» και να αφήσει τους υπόλοιπους, εμάς δηλαδή, να διαμορφώσουμε το ακριβές τελικό αποτέλεσμα.

Ποιες όμως είναι οι υπόλοιπες συνθήκες; Πρώτα το καλοκαίρι. Δεν έχουν ξαναγίνει, απ’ όσο τουλάχιστον θυμάμαι εγώ, εκλογές μέσα στην περίοδο που πολύ εύστοχα χαρακτηρίστηκε ως εκείνη κατά την οποία γίνονται «τα μπάνια του λαού».

Ο άλλος έχει άδεια. Έχει προγραμματίσει τις διακοπές του, έκλεισε μεταφορικά μέσα, τόπο διαμονής, μέχρι και ξαπλώστρα, και θα τα ακυρώσει όλα για να πάει να ψηφίσει, και μάλιστα στις συγκεκριμένες εκλογές;

Έπειτα είναι η θερινή περίοδος που έχει ξεκινήσει για όλα εκείνα τα μέρη της χώρας που περιμένουν να ζήσουν από τον τουρισμό. Ξέρετε, για παράδειγμα, πόσοι μετακινούνται κάθε τέτοια εποχή σε άλλες περιοχές;

Είτε επειδή έχουν επιχειρήσεις εκεί οι ίδιοι, είτε για να εργαστούν ως εποχιακοί σε επιχειρήσεις άλλων, χιλιάδες Έλληνες μεταναστεύουν σε τουριστικές περιοχές, όπου δεν ισχύουν όχι άδειες, ούτε αργίες.

Με ποιο τρόπο, ακόμη και να το θελήσουν όλοι αυτοί, θα μπορέσουν να απουσιάσουν από τις δουλειές τους, προκειμένου να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα; Στο κάτω κάτω έστειλαν το μήνυμά τους πολύ πρόσφατα.

Μια άλλη περίπτωση είναι όλοι εκείνοι που λογαριάζουν πολύ σοβαρά τα έξοδα της μετακίνησης, προκειμένου να μεταβούν στα μέρη όπου ψηφίζουν. Με δεδομένο ότι θα χρειαστούν χρήματα και για τη μετακίνηση των διακοπών.

Ε, αν πρόκειται να διαλέξεις μεταξύ των δύο περιπτώσεων για να ξοδέψεις σε βενζίνες και διόδια (ναι, αυτά που ήταν να καταργούνταν) πόσοι λέτε εσείς θα προτιμήσουν να το κάνουν, δείχνοντας την ευαισθησία τους ως πολίτες;

Το άλλο πουλάκι:
Συν τους εκ πεποιθήσεως!

Δηλαδή όλους εκείνους που ποτέ ή σπανίως μπαίνουν στη διαδικασία να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα. (Πολλοί από τους οποίους όμως, για να μην κάνουμε και στατιστικά λάθη, βρίσκονται στις προηγούμενες περιπτώσεις.)

Οι έρευνες δείχνουν ότι οι περισσότεροι από όσους δηλώνουν ότι δεν θα πάνε να ψηφίσουν (ή ότι σκέφτονται να μην πάνε) είναι νέοι άνθρωποι. Αν μας λέει κάτι ΚΑΙ αυτό, για τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουμε τα παιδιά μας.

Διότι η ανευθυνότητα μέσα στην οποία τα αναθρέφουμε, δηλαδή το να μην αναλαμβάνουν ευθύνες, ούτε καν τις συνέπειες των πράξεών τους, παρά να περιμένουν οι άλλοι να αποφασίσουν γι’ αυτά, έχει πολλά επακόλουθα.

Ας μην απορούμε, λοιπόν, που τώρα δεν τους ενδιαφέρει να… πάρουν θέση, να επιλέξουν με την ψήφο τους ακόμη και εκείνο που θεωρούν λιγότερο κακό, και όχι να αφήσουν τις τύχες του τόπου στην κρίση άλλων.

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω, οι εκλογές αυτές έχουν πράγματι κάτι το καθόλου ελκυστικό, ακόμη και για εμάς που δεν διανοούμαστε να μην ψηφίσουμε, έστω κι αν θα υποχρεωθούμε να διανύσουμε εκατοντάδες χιλιόμετρα για να το πράξουμε.

Αφού ο νικητής θεωρείται δεδομένος από όλους, το ενδιαφέρον περιορίζεται στο να δούμε τι θα κάνουν οι άλλοι. Και μάλιστα όχι οι θεωρούμενοι πρωταγωνιστές, αλλά τα περίφημα αουτσάιντερ, όπως ο Βαρουφάκης και ο Βελόπουλος.

Από το πώς θα πάνε αυτοί οι δύο, λένε οι ειδικοί, κρίνεται η αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας και ο αριθμός των βουλευτών που θα έχει το καθένα από τα υπόλοιπα κόμματα στη νέα Βουλή που θα προκύψει.

Ο Γιάνης (με ένα νι, πάντα) Βαρουφάκης και ο Κυριάκος Βελόπουλος. Δεν είμαστε για γέλια και για κλάματα; Που είναι να απορείς όχι μόνο που υπάρχουν άνθρωποι που θα τους ψηφίσουν, αλλά και κάποιοι που κατεβαίνουν μαζί τους ως υποψήφιοι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δηλαδή, τι περιμένουν;

Δεν τους αρέσει κανένα από τα υπόλοιπα, «συστημικά» κόμματα (μέσα, τώρα πια, και ο ΣΥΡΙΖΑ) που κατέστρεψαν τη χώρα και θέλουν να τα τιμωρήσουν; Ωραία, γιατί δεν ψάχνουν να βρουν, τουλάχιστον, κάποιο… λιγότερο γελοίο.

Δηλαδή περιμένουν από τον Βαρουφάκη ή/και τον Βελόπουλο να μπουν στη βουλή και με τις θέσεις και τις προτάσεις τους να συμβάλουν ώστε η χώρα να μπει σε έναν δρόμο σύνεσης, σοβαρότητας και υπεύθυνης λειτουργίας;

Από την άλλη, βεβαίως, υπάρχουν και οι πιστοί τής… ομοιοπαθητικής! Αφήστε τους, λένε, να εκπροσωπηθούν στη βουλή, όπου θα χρειαστεί να πάρουν θέση σε υπαρκτά προβλήματα και έτσι θα απομυθοποιηθούν.

Με συγχωρείτε, αλλά αυτό δεν το θεωρώ υπεύθυνη πολιτική στάση. Αν είναι να βγάζουμε ένα ένα όλα τα νούμερα στο κλαρί, προκειμένου να πειστούν, εκείνοι που δεν έχουν πειστεί ακόμη, ότι πρόκειται για φαιδρά πρόσωπα, τότε δεν κάνουμε δουλειά.

Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι «η πολιτική είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στους πολιτικούς», δεν σημαίνει πως μπορούμε να επιλέγουμε τις χειρότερες των περιπτώσεων, εξευτελίζοντας εαυτούς και αλλήλους.
 Άντε, να δούμε και τις… διακοπές μας!

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

190627 ΑΝΗΞΕΡΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Κι εγώ πού να το ξέρω;

Το ερώτημα είναι πραγματικό και έχει νόημα κάθε φορά που συναλλασσόμαστε με το Δημόσιο, ακόμη κι αν ισχύει εκείνο το «άγνοια νόμου απαγορεύεται», ότι δηλαδή είσαι υποχρεωμένος να γνωρίζεις όσα σε αφορούν.

Μπορούμε όμως να γνωρίζουμε όλα όσα μας αφορούν; Και από πού να τα γνωρίζουμε, όταν το ίδιο Δημόσιο δεν φροντίζει να μας ενημερώνει για τις κάθε είδους αλλαγές που πραγματοποιεί. Θέλετε να το πάμε και παραπέρα;

Δεν θα έπρεπε, ως πολίτες, να έχουμε εμπιστοσύνη στις υπηρεσίες; Να είμαστε ήσυχοι ότι αυτές κάνουν σωστά τη δουλειά τους και να μην υποχρεωνόμαστε, κάθε φορά, να ελέγχουμε μήπως έγινε λάθος;

Ή μήπως μας γέλασαν; Αλίμονο αν ο πολίτης, σε κάθε συναλλαγή του με το Δημόσιο, είναι υποχρεωμένος να διπλοτσεκάρει ότι όλα όσα του λένε και όλα τα έγγραφα που του δίνουν είναι σύμφωνα προς τον νόμο.

Τα (ξανα)σκεφτόμουν όλα αυτά με αφορμή την αποκάλυψη ότι η (πρώην, πλέον) υποψήφια βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία, Αντωνία Μοροπούλου, συνέχιζε να εισπράττει μια σύνταξη, ενώ είχε αλλάξει ο νόμος βάσει του οποίου την δικαιούνταν.

Εδώ ας κάνουμε μια στάση, για να ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Πολύ ορθώς η κυρία Μοροπούλου αποπέμφθηκε, ή αποσύρθηκε, ή υποχρεώθηκε σε παραίτηση (διαλέγετε) από τη θέση της υποψηφίας βουλευτού.

Αυτά τα λάθη πρέπει να πληρώνονται, ακόμη κι αν γίνονται… κατά λάθος. Κανείς υποψήφιος βουλευτής, οποιουδήποτε κόμματος, δεν πρέπει να βαρύνεται με κάποιου είδους «σκιά», ακόμη κι αν αυτό τον αδικεί προσωρινά.

Εμάς η κυρία Μοροπούλου δεν μας γέμισε το μάτι από την εποχή ακόμη που, ως επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας που πραγματοποίησε την αποκατάσταση στον Πανάγιο Τάφο, έκανε τις περίφημες δηλώσεις της.

Ότι «Τάφος είναι… ζωντανός» και ότι «νιώσαμε δέος ανοίγοντας μετά από αιώνες τον Πανάγιο Τάφο. Επί της νεκρικής κλίνης είδαμε τις αύλακες για τα σωματικά υγρά του Ιησού και μία θέση για την κεφαλή προς Δυσμάς».

Δεν μας το γέμισε διότι, μια επιστήμων στη θέση στην οποία κατείχε η κυρία Μοροπούλου, έπρεπε να περιμένει τουλάχιστον την επίσημη χρονολόγηση των ευρημάτων που τοποθετούν την κατασκευή του μνημείου στον 4ο αιώνα.

Και που λένε ότι «από αρχαιολογικής άποψης είναι αδύνατο να ειπωθεί πως ο τάφος είναι το σημείο ενταφιασμού ενός Εβραίου με το όνομα Ιησούς της Ναζαρέτ, ο οποίος, σύμφωνα με τη Καινή Διαθήκη σταυρώθηκε στην Ιερουσαλήμ το 30 ή 33».

Το άλλο πουλάκι:
Αυτό είναι άλλο θέμα!

Θα πρέπει όμως να τονίσουμε επίσης ότι η υπόθεση Μοροπούλου δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση Λοΐζου, όσο κι αν θέλουν να τις ταυτίσουν κάποιοι. Η κ. Λοΐζου (αντιγράφω από ποστ φίλου νομικού):

«Υπεξαιρούσε σύνταξη άλλου ατόμου, ενώ μάλιστα είχε νομική υποχρέωση να γνωστοποιήσει η ίδια στην διοίκηση το γεγονός που θα διέκοπτε την καταβολή της σύνταξης, την οποία, ούτως ή άλλως, δεν δικαιούνταν ποτέ η ίδια.

Η Μοροπούλου εισέπραττε νόμιμα, ως δικαιούχος η ίδια, μια σύνταξη, την οποία κάποια στιγμή έπρεπε να μην την εισπράττει γιατί άλλαξε ο νόμος και μπήκαν εισοδηματικά κριτήρια και αυτό ήταν εν γνώσει του ταμείου.

Δεν την δικαιολογεί, αλλά υπάρχουν πολλά ελαφρυντικά και, κυρίως, υπάρχει απολύτως βάσιμη αιτίαση νομικής πλάνης και παραβίασης της αρχής της εύλογης εμπιστοσύνης των διοικουμένων προς την διοίκηση.

Η οποία διοίκηση είχε υποχρέωση να ζητήσει απ’ τον διοικούμενο τα επιπλέον στοιχεία που θα δικαιολογούσαν την συνέχιση της καταβολής». Το καταλάβατε; Ειδικά αυτό το τελευταίο με την υποχρέωση της διοίκησης;

Εκεί ήθελα να σταθώ κι εγώ και γι’ αυτό θα σας πω μια σχετική ιστορία. Σχετική… από την ανάποδη. Και τότε θα δούμε τι υποχρεώσεις έχει η διοίκηση απέναντι στον πολίτη και τι ο πολίτης απέναντί της.

Η γιαγιά χήρεψε το 2008 και, μη έχοντας κανένα άλλο εισόδημα, πήρε τη σύνταξη του πεθαμένου συζύγου της. Σύνταξη του τότε ΙΚΑ, αργότερα ΕΦΚΑ. Κάποια στιγμή, το 2011, η σύνταξη αυτή, χωρίς καμιά ειδοποίηση κόπηκε αισθητά.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Η γιαγιά ογδόντα τριών, τότε!

Ήταν η εποχή που η Τρόικα, και τα Μνημόνια (όχι οι κυβερνήσεις) έκοβαν γενικώς από όπου έβρισκαν. Θεώρησε, λοιπόν, και εκείνη (η γιαγιά, όχι η Τρόικα) ότι η σύνταξή της μειώθηκε μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο των περικοπών.

Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε το 2018, η γιαγιά έγινε ενενήντα ετών, και κάποια ωραία πρωία, μια υπάλληλος του ΕΦΚΑ, ευσυνείδητη υπέρ το δέον, την ειδοποιεί, μέσω του παιδιού της,  ότι δικαιούται μεγαλύτερη σύνταξη.

Αναδρομικά. Ότι η σύνταξή της κόπηκε το 2011, επειδή οι συντάξεις χηρείας κόβονται μετά την παρέλευση τριετίας. Αν όμως η χήρα δεν έχει άλλο εισόδημα, τότε υποβάλλει κάτι χαρτιά και εξακολουθεί να παίρνει τη σύνταξη ολόκληρη.

Αυτό η γιαγιά όφειλε να το γνωρίζει (από πού;) αλλά η υπηρεσία δεν όφειλε να της το κοινοποιήσει! Με πόσες γιαγιάδες συμβαίνει κάτι ανάλογο, και πόσες ευσυνείδητες υπάλληλοι θα το εντοπίσουν και θα τις ειδοποιήσουν;

Μπορούσε μάλιστα, υποβάλλοντας τα ίδια χαρτιά, να πάρει τη διαφορά αναδρομικά, μόνο όμως από το 2013 και μετά, διότι τα αναδρομικά δίνονται σε βάθος πενταετίας. Για τα προηγούμενα χρόνια πρέπει να τα διεκδικήσεις δικαστικά.

Καταλάβατε γιατί σας λέω ίδια περίπτωση, από την ανάποδη; Κι εδώ ο πολίτης θα έπρεπε να γνωρίζει έναν νόμο που τον αφορά, αλλά επίσης και να μη δείξει εμπιστοσύνη στην υπηρεσία με την οποία συναλλάσσεται.

Που όμως του κόβει μια σύνταξη που δικαιούται, αντί να του δίνει μια που έπρεπε να σταματήσει να την παίρνει.
 Αν συναλλάσσεστε με το δημόσιο, που ελπίζω όχι!

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

190626 ΚΑΡΙΕΡΙΣΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πολιτική και ΜΜΕ.

Παρακολουθήσαμε την προηγούμενη εβδομάδα στην αυλή του κτηρίου «Κυριάκος Δοματζόγλου», δύο εξαιρετικές ταινίες που μας έρχονται από παλιά είναι όμως τρομερά επίκαιρες. Όσο επίκαιρη είναι η πολιτική.

Να πούμε εδώ ότι αυτές οι καλοκαιρινές (που λέει ο λόγος, μέχρι στιγμής) προβολές που κάνει η Οικολογική Κίνηση είναι μια «όαση» στα μεγάλα καλοκαιρινά βράδια όσων μένουν στην πόλη από επιλογή ή όχι.

Μας αρέσει που κινούνται στο παλιό πνεύμα του θερινού σινεμά, όπου προβάλλονταν ταινίες περασμένων εποχών, πάντα αξιόλογες, τις οποίες μπορεί να έχουμε δει, τις ξαναβλέπεις όμως ευχαρίστως κάτω από τα άστρα.

Όσο για τις νεότερες παραγωγές, αυτές μπορούν να περιμένουν τη σειρά τους, να… παλιώσουν, κάποιες να γίνουν κλασικές, και, αν είμαστε γεροί και η Οικολογική Κίνηση έχει ζωή, να τις απολαύσουμε μετά από χρόνια.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, παρακολουθήσαμε τις ταινίες «ο κύριος Σμιθ πάει στην Ουάσιγκτον» (1939) και «πολίτης Κέιν» (1941), ταινίες ενταγμένες στο αφιέρωμα «πολιτική και εκλογές στη μεγάλη οθόνη».

Και στις δύο κυριαρχεί η σχέση της πολιτικής με τα εκδοτικά συμφέροντα και ο ρόλος που μπορούν να παίξουν αυτά στην άνοδο και την πτώση όχι μόνο πολιτικών προσώπων, αλλά και ολόκληρων «ιδεολογιών».

Στον «κύριο Σμιθ…» ήταν εντυπωσιακός επίσης ο τρόπος με τον οποίο ο νεαρός αθώος, επαρχιώτης πολιτικός προσεγγίζει τους χώρους στους οποίους έζησαν και έδρασαν οι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες της χώρας του.

Το δέος και η συγκίνηση που αισθανόταν μπροστά στα αγάλματά τους, διαβάζοντας τα λόγια τους ή βλέποντας τα έδρανα όπου καθόταν, σε ένα από τα οποία θα καθίσει και ο ίδιος. Και λες έτσι θα έπρεπε να είναι.

Πόσοι, ας πούμε, από τους νέους, συχνά όχι αφελείς αλλά θρασύτατους βουλευτές μας, έχουν συναίσθηση του χώρου στον οποίο βρίσκονται και του βήματος από το οποίο καλούνται να αγορεύσουν;

Πόσοι γνωρίζουν ποιοι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες (και ποιες γυναίκες) έχουν μιλήσει πριν από αυτούς εκεί και τι σημαντικότατες συζητήσεις έχουν διεξαχθεί, συζητήσεις που έκριναν την πορεία αυτής της χώρας;

Το άλλο πουλάκι:
Τέλος πάντων.

Δεν μπορούν να έχουν όλοι την αίσθηση του χώρου στον οποίο βρίσκονται και της Ιστορίας του, όπως είχε ο Κολοκοτρώνης (ποιος; ο Κολοκοτρώνης!) κατά την περίφημη εκείνη ομιλία του στην Πνύκα.

Λέμε κρίμα και προχωράμε στη σχέση της πολιτικής με τα ΜΜΕ, καθώς και στην κουβέντα που ξεκίνησε για τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό δημοσιογράφων που βρίσκονται στα ψηφοδέλτια των κομμάτων, αυτές τις εκλογές.

Αυτό συνέβαινε και παλαιότερα, λένε κάποιοι, και μάλιστα ο Παύλος Τσίμας στα ΝΕΑ μάς θύμισε ότι ακόμη και ο Τσόρτσιλ (όπως και πολλοί άλλοι σημαντικοί πολιτικοί) ξεκίνησαν ως δημοσιογράφοι ή σχολιαστές σε εφημερίδες.

Δεν είναι το ίδιο. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι ο δημοσιογράφος σήμερα δεν είναι εκείνος που ήταν παλαιότερα, κυρίως επειδή έχει αλλάξει η φύση των Μέσων Ενημέρωσης. Στις εφημερίδες ελάχιστοι σε γνωρίζουν.

Μπορεί να είναι χιλιάδες εκείνοι που σε διαβάζουν, που παρακολουθούν τη σκέψη και τις ιδέες σου, όμως πολύ λίγοι ξέρουν πώς είσαι… στο πρόσωπο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για έναν δημοσιογράφο που πάει για πολιτικός.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συντριπτική πλειονότητα των δημοσιογράφων που κατεβαίνουν ως υποψήφιοι σε κόμματα είναι άνθρωποι της τηλεόρασης ή/και του ραδιοφώνου, όπου ο δημοσιογραφικός λόγος δεν περνά από την βάσανο του γραπτού κειμένου.

Κάποτε διδάσκονταν στα σχολεία κείμενα από εφημερίδες, κάποτε, για να φτάσεις να δεις δημοσιευμένο ένα κείμενό σου έπρεπε να θητεύσεις για χρόνια γράφοντας… τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία.

Σήμερα παίρνεις ένα μικρόφωνο και, αν σε βοηθάει και η εμφάνισή σου, αν έχεις και άλλες άκρες, βρίσκεις δουλειά σε κάποιο από τα τόσα ηλεκτρονικά, όπως τα λένε, ΜΜΕ. Μπορεί να μη χρειαστεί να γράψεις μια λέξη!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και πας και για βουλευτής.

Πράγμα που σημαίνει ότι έχεις σχέσεις στενότερες με κάποιο κόμμα ή/και με τον αρχηγό του, κάτι που παλαιότερα θεωρείτο πολύ κακό, για κάποιον δημοσιογράφο που ήθελε να τον παίρνουν στα σοβαρά.

«Οι οικονομικά και πολιτικά ισχυροί μπορεί να επιδιώκουν επαφές με κάποιον δημοσιογράφο, για να θεωρείται όμως καλός πρέπει να τον φοβούνται, όχι να έχουν φιλίες μαζί του», έλεγαν και είχαν δίκιο.

Βεβαίως, ο δημοσιογράφος μπορεί να έχει πολιτική άποψη και μάλιστα, έχουμε πει πολλές φορές ότι είναι προτιμότερο αυτή να είναι ξεκάθαρη. Αυτό όμως είναι άλλο και άλλο το να υπηρετεί αρχές και θέσεις κάποιου κόμματος.

Κάτι που το βλέπουμε ολοένα και πιο συχνά στις μέρες μας. Δημοσιογράφοι να είναι… βασιλικότεροι του βασιλέως και να αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για το κόμμα το οποίο –δεν είναι υπερβολή- υπηρετούν.

Για να φτάσουν μια μέρα να κατέβουν και υποψήφιοι μαζί του. Ακυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα μεγάλο μέρος της προηγούμενης δουλειάς τους. Και υποθηκεύοντας τη μελλοντική, αν επιστρέψουν ποτέ στη δημοσιογραφία.

Διότι ποιος θα πάρει στα σοβαρά, εκτός από τους ομοϊδεάτες ενταγμένους στο κόμμα, εννοείται, έναν δημοσιογράφο που πάει και γίνεται, αν τον ψηφίσουν οι πολίτες, βουλευτής; Πώς θα κρίνει αυτός την εξουσία;

Από την άλλη είναι πολλοί κι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι τέτοιοι δημοσιογράφοι είναι καλό να την κάνουν από το επάγγελμα, γιατί έτσι αυτό καθαρίζει κάπως. Κι ας πηγαίνουν να δοκιμαστούν εκεί που πραγματικά ανήκουν.
 Στο καλό και να… μη μας γράφετε!

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

190620 ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πώς θα πάμε στις κάλπες;

Το ερώτημα δεν είναι… πρακτικό, δηλαδή δεν αναρωτιόμαστε με ποιο τρόπο θα πάμε να ψηφίσουμε –ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο. Θα υπολογίσει και τα έξοδα και θα πάει, γιατί αυτό επιτάσσει το καθήκον απέναντι στη δημοκρατία.

Άλλο θέλω να πω. Κάθε εκλογική αναμέτρηση έχει συνήθως ένα διακύβευμα, ένα δίλημμα, αν προτιμάτε, βάσει του οποίου οι ψηφοφόροι τοποθετούνται προεκλογικά και… τοποθετούν το ψηφοδέλτιο μέσα στον φάκελο και την κάλπη.

Εκτός από εκείνους που είναι ορκισμένοι ψηφοφόροι κάποιου κόμματος, που ό,τι και να συμβεί εκείνο θα ψηφίσουν, οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους το σκέφτονται (ή το έχουν σκεφτεί) με βάση αυτό το διακύβευμα.

Το οποίο μπορεί να είναι υπαρκτό, μπορεί όμως και όχι. Συνήθως είναι εκείνο που θέτουν προεκλογικά στους πολίτες τα δυο μεγάλα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία –γι’ αυτό μιλήσαμε και για δίλημμα.

Το καθένα από τα κόμματα αυτά οφείλει να παρουσιάσει ένα «αφήγημα», έναν λόγο δηλαδή για τον οποίο οι ψηφοφόροι πρέπει να το προτιμήσουν έναντι του αντιπάλου του. Το αφήγημα αυτό μπορεί να είναι τελείως απλοϊκό.

Δηλαδή η μεν (αξιωματική) αντιπολίτευση να λέει «ψηφίστε εμάς για να φύγουν αυτοί και να τα αλλάξουμε όλα», η δε κυβέρνηση να ζητά την ψήφο των πολιτών «για να συνεχιστεί το έργο μας και να μην αλλάξουμε δρόμο».

Εννοείται «τώρα που μπήκαμε στον σωστό και όλα πάνε κατ’ ευχήν». Όπως καταλαβαίνετε, πάντοτε η αντιπολίτευση βρίσκεται σε κάπως πιο πλεονεκτική θέση, σε σχέση με την κυβέρνηση. Λογικό αυτό!

Διότι οι πολίτες ποτέ δεν είναι ευχαριστημένοι. Ό,τι και να κάνει εκείνος που έχει την εξουσία, πάντα θα υπάρχουν οι γκρινιάρηδες, και δεν είναι λίγοι, που θα πιστεύουν ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι και καλύτερα.

Έρχεται, λοιπόν, ο άλλος και σου λέει ψήφισε εμένα να τα αλλάξω. Αν μπορέσει μάλιστα και διερευνήσει πού ακριβώς εστιάζεται η δυσαρέσκεια των πολιτών, τότε μπορεί να κάνει και πιο συγκεκριμένες προτάσεις.

Το άλλο πουλάκι:
Η κυβέρνηση τι να πει;

Έκανα λάθη και σας στεναχώρησα, αλλά τώρα το κατάλαβα και θα διορθωθώ την επόμενη τετραετία; Γι’ αυτό η συνήθης πρακτική είναι να απειλεί τους πολίτες πως, αν έρθουν οι άλλοι, όλα θα γίνουν χειρότερα.

Έχει βέβαια και η (εκάστοτε) κυβέρνηση τις δικές της «αβάντες». Μέσω του κυβερνητικού μηχανισμού μπορεί να διορίζει ή να πραγματοποιεί ρουσφέτια, δημιουργώντας έτσι μια κρίσιμη μάζα δικών της ψηφοφόρων.

Έχει πάντοτε έναν αξιοσέβαστο αριθμό πολιτών οι οποίοι επωφελούνται με διάφορους τρόπους από το γεγονός ότι βρίσκονται κοντά στη εξουσία και δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να αλλάξει αυτό.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα περιμένουμε να δούμε ποιο είναι το διακύβευμα των επερχόμενων εκλογών. Τι λέει η καθεμιά από τις δυο παρατάξεις που φιλοδοξούν να σχηματίσουν κυβέρνηση στις 8 Ιουλίου.

Και οι δύο «παίζουν στο ταμπλό» που περιγράψαμε προηγουμένως, όχι όμως το ίδιο δυνατά. Ας ξεκινήσουμε από την αντιπολίτευση, της οποίας το ισχυρό χαρτί σ’ αυτές τις εκλογές είναι… η κυβέρνηση.

Όπως την προηγούμενη φορά (για εντελώς διαφορετικούς λόγους και με εντελώς διαφορετικό τρόπο) ο ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλεύτηκε την δυσαρέσκεια, την «αγανάκτηση» του κόσμου, τώρα κάνει το ίδιο η Νέα Δημοκρατία.

Δημιούργησε, λοιπόν, ένα αρκετά ισχυρό αφήγημα, που εστιάζεται στα σημεία εκείνα για τα οποία υπάρχει η μεγαλύτερη δυσαρέσκεια. Την ασφάλεια των πολιτών, τη μείωση των φόρων και την προσέλκυση επενδύσεων.

Το αφήγημα αυτό το χαρακτηρίσαμε ισχυρό, γιατί έχει μερικά πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Είναι (δηλαδή φαίνεται) απλό, εφικτό και περιέχει ένα στοιχείο αυτοαναφορικότητας, δηλαδή δυνατότητα αυτοχρηματοδότησης.

(Υποτίθεται ότι) η μείωση των φόρων θα φέρει την αύξηση των επενδύσεων, οι οποίες με τη σειρά τους θα φέρουν πλούτο, έτσι ώστε να ισοσκελιστούν τα (μειωμένα, λόγω μικρότερων φόρων) έσοδα του κράτους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και ο ΣΥΡΙΖΑ;

Δυστυχώς γι’ αυτόν, το αφήγημά του δεν είναι καθόλου ισχυρό. Κατ’ αρχάς είναι τελείως ετεροπροσδιορισμένο: Μην ψηφίζετε τον Μητσοτάκη, γιατί θα σας βάλει να δουλεύετε εφτά ημέρες την εβδομάδα.

Επιμένουν τόσο πολύ σ’ αυτό, που, έτσι και ο Μητσοτάκης δεν είχε κάνει εκείνη τη δήλωση (η οποία άλλα λέει, βέβαια) νομίζει κανείς ότι δεν θα είχαν τίποτε άλλο να πουν για να προσελκύσουν, ή να μην χάσουν, ψηφοφόρους.

Επειδή δεν θέλω να είμαι άδικος, το ψάχνω λίγο περισσότερο και διαβάζω στο πρωτοσέλιδο της ΑΥΓΗΣ: «Στήριξη της κοινωνίας, ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας. Όχι στην επιστροφή στις πολιτικές και τις πρακτικές που χρεοκόπησαν τη χώρα».

Το πρώτο μέρος ασαφές και γενικόλογο, που μπορεί όμως να καταλάβει κανείς τι εννοεί, αν δει την (προεκλογική, κυρίως) επιδοματική πολιτική της κυβέρνησης. Ποια είναι όμως η «πραγματική οικονομία» κατά τον ΣΥΡΙΖΑ;

Ποιες είναι οι πολιτικές και οι πρακτικές που χρεοκόπησαν τη χώρα, στις οποίες δεν πρέπει να επιστρέψουμε; Οι αθρόες προσλήψεις (και μάλιστα ημετέρων) στο Δημόσιο, καθώς και η  παντελής απουσία αξιολόγησης;

Οι «επιχειρήσεις» του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα που εξακολουθούν να μπαίνουν μέσα; Οι συνταξιοδοτήσεις σε «νεαρή» ηλικία που ισχύουν ακόμη; Η ίδρυση περισσότερων νέων Πανεπιστημίων (πια) και σχολών σε κάθε… χωριό;

Για να μην «επιστρέψουμε» σε όλα αυτά (και σε πάρα πολλά άλλα), θα πρέπει πρώτα να… απομακρυνθούμε, να πάψουμε δηλαδή όχι μόνο να τα εφαρμόζουμε, αλλά και να σκεφτόμαστε με βάση τη λογική τους.

Θα το κάνουμε;
 Το αφήγημα θέλει καλούς αφηγητές!

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

190611 ΑΝΕΜΕΛΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Βαίνομεν προς εκλογάς!

Είναι η φράση κλειδί που κινητοποιούσε τον Θανασάκη τον Πολιτευόμενο, στην ομώνυμη κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου, ένα έργο που έχει ακόμη μια απίστευτη επικαιρότητα και ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις.

Ειδικά στο σημείο των ανθρώπων που δεν έχουν εργαστεί ποτέ στη ζωή τους και έχουν «όραμα» να σώσουν τη χώρα. Ή των αποτυχημένων πολιτικών που η παράταξη τούς τάζει θέσεις μετά την επικράτησή της.

Για να μην πω για τους άλλους, που μεταπηδούν από το ένα κόμμα στο διπλανό, καμιά φορά και στο… απέναντι, επειδή εκεί πιστεύουν ότι βρίσκεται πλέον το πολιτικό τους μέλλον, για το καλό, πάντα, του τόπου.

Το πιο χαρακτηριστικό όμως, που το είδαμε και τις προηγούμενες μέρες, είναι η παντελής απουσία επαφής ορισμένων πολιτικών με την πραγματικότητα. Οι οποίοι, αν δεν μας δουλεύουν χοντρά, έπεσαν από τα σύννεφα!

Με το εκλογικό αποτέλεσμα και την παταγώδη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο στις ευρωεκλογές, όσο και σε εκείνες της τοπικής και περιφερειακής εκπροσώπησης. Πώς να εμπιστευθείς τις τύχες του τόπου σε τέτοιους ανθρώπους;

Δεν ζουν στην καθημερινότητα; Δεν συνομιλούν με άλλους, πέρα από τους κομματικούς ακόλουθους; Δεν διαβάζουν, δεν βλέπουν τίποτε άλλο, εκτός από τα Μέσα που τους λιβανίζουν μέρα νύχτα;

Είναι αλήθεια ότι είχαμε χρόνια να κάνουμε εκλογές, ώστε να υπάρχει μια πραγματική απεικόνιση των προτιμήσεων του εκλογικού σώματος. Τις δημοσκοπήσεις δεν μπορείς να τις έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη.

Όταν όμως βλέπεις τι γίνεται στα συνδικαλιστικά πράγματα, όπου τα κυβερνητικά ψηφοδέλτια, αν υπάρχουν(!), εξαφανίζονται. Όταν βλέπεις ότι δεν μπορείς να βρεις υποψηφίους για τον τελευταίο δήμο της χώρας…

Όταν εγώ προσωπικά γνωρίζω ένα σωρό δεξιούς πολίτες, οι οποίοι ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ μόνο και μόνο επειδή πίστεψαν ή ήλπισαν ότι θα καταργήσει τον ΕΝΦΙΑ. Τότε πού βασίζεις την τόση σου αισιοδοξία για το εκλογικό αποτέλεσμα;

Δεν είδαν τι γίνεται… δίπλα τους; Δεν κατάλαβαν ότι ακόμη και μέσα στη βουλή η πλειοψηφία που έχουν είναι εικονική; Ότι στηρίζεται στις μεταγραφές των πιο… ασπόνδυλων βουλευτών του κοινοβουλίου;

Ότι ακόμη και οι δικοί τους βουλευτές, αν είχαν στοιχειώδη συνέπεια, τουλάχιστον με όσα μας έλεγαν πριν εκλεγούν ή με την «αριστερή» τους συνείδηση (διότι έχουν, καθώς φαίνεται, και μια άλλη) θα έπρεπε να είχαν φύγει από καιρό;

Κι όμως. Μια κυβέρνηση και ένας πρωθυπουργός που στηρίζουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε τέτοιους συσχετισμούς, πίστευαν ότι έχουν στην κοινωνία το μεγάλο μέρος του κόσμου μαζί τους!

Το άλλο πουλάκι:
Βαίνομεν προς εκλογάς!

Αν με ρωτήσετε, πολύ κακώς πράττουμε. Οι εκλογές θα έπρεπε να γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια, χωρίς εξαιρέσεις, εκτός και αν εκπέσει ή παραιτηθεί η κυβέρνηση. Τα υπόλοιπα είναι όλα εκ του πονηρού.

Διότι, έχοντας αποκτήσει την κακιά συνήθεια να κάνουμε εκλογές όποτε μας καπνίσει, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε ως χώρα. Βρισκόμαστε πάντοτε σε προεκλογική περίοδο, με ό,τι σημαίνει κάτι τέτοιο.

Αφήστε που, από την επομένη μιας εκλογικής αναμέτρησης, η αντιπολίτευση βγαίνει στο κλαρί και… ζητάει εκλογές! Δεν επιτρέπει στην κυβέρνηση να σχεδιάσει ή να υλοποιήσει το παραμικρό από το πρόγραμμά της.

Οι εκλογές, επομένως, έπρεπε να γίνουν τον Οκτώβριο. Βεβαίως εδώ είχαμε μια ιδιάζουσα περίπτωση. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ζώντας μέσα στην πλάνη, όπως περιγράψαμε προηγουμένως, έβαλε ένα «στοίχημα».

Δήλωσε ότι οι ευρωεκλογές θα ήταν μια απόδειξη της αποδοχής ή της απόρριψης του κυβερνητικού έργου και ότι μια σημαντική ήττα θα ήταν λόγος για να πάμε σε εθνικές εκλογές. Δηλαδή για να παραιτηθεί η κυβέρνηση.

Αυτή επομένως θα έπρεπε να είναι και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί. Παραίτηση της κυβέρνησης, δηλαδή πάγωμα όλων των ενεργειών, πλην εκείνων που οδηγούν τη χώρα σε μια ομαλή εκλογική αναμέτρηση.

Ο πρωθυπουργός προτίμησε να ακολουθήσει μια πιο βολική για την κυβέρνησή του διαδρομή, δίνοντας την ευκαιρία για κάποια «βολέματα» της τελευταίας στιγμής, μέχρι που… άκουσε χοντρό κράξιμο.

Στην αρχή από την αντιπολίτευση που δεν ήθελε την παράταση των εργασιών της βουλής και τη βροχή τροπολογιών που αναμένονταν. (Βροχή, μόνο. Διότι «οι άλλοι» είχαν καταιγίδες! Δεν είμαστε όμως ίδιοι.)

Στη συνέχεια άκουσε κράξιμο και από ορισμένους δικούς του βουλευτές, στους οποίους δεν δόθηκε η ευκαιρία να περάσουν τις δικές τους τροπολογίες, απαραίτητες για μια καλύτερη θέση στην εκλογική αφετηρία της περιφέρειάς τους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Η βουλή έκλεισε.

Κάθισα και παρακολούθησα την τελευταία ομιλία του σπουδαίου κοινοβουλευτικού άνδρα Ευάγγελου Βενιζέλου και… ντράπηκα. Ντράπηκα διότι δεν υπήρχαν στη αίθουσα δύο από τους «συντρόφους» του να παρακολουθήσουν.

Η δικαιολογία ότι το ΚΙΝΑΛ απείχε από τις διαδικασίες είναι αστεία. Θα έπρεπε να μπουν στη αίθουσα όταν μιλούσε ο Βενιζέλος και μετά ας αποχωρούσαν. Η στάση τους μόνο φτήνια δείχνει και τίποτε άλλο.

Σου λέει «να παρακολουθήσουμε, αλλά τι θα πει; Καθώς είναι η αποχαιρετιστήρια ομιλία του, θα πρέπει να τον χειροκροτήσουμε. Αν όμως πει κάτι εναντίον της προέδρου και των αποφάσεων της ομάδας της;»

Ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά χαρίσματα είναι η γενναιοψυχία. Προς αντιπάλους, πόσω μάλλον προς… συνοδοιπόρους. Προς ανθρώπους με αναγνωρισμένη αξία, ασχέτως τις όποιες αδυναμίες χαρακτήρα.

Ποιος την έχασε;
 Η χειρότερη βουλή που θυμάμαι!