ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΞΙΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΞΙΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2018

180629 ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το καλοκαίρι είναι εδώ!

Μπορεί να μην το καταλαβαίνουμε ακόμη τόσο έντονα, μπορεί ο Ιούνιος (που έφυγε) να μην είναι αυτός που ήταν παλιά, όμως ποια πράγματα πλέον είναι όπως τα ξέραμε; Όταν όλα έχουν αλλάξει, γιατί να μείνει ίδιο το καλοκαίρι;

Είδαμε συναυλίες να ματαιώνονται, είδαμε εκδηλώσεις να μεταφέρονται σε κλειστούς χώρους, ακόμη και θερινό σινεμά σε χειμερινή αίθουσα είδαμε. Τι άλλο μένει; Παραφράζοντας τον ποιητή να πούμε «όλα τα πήρε ο χειμώνας»!

Ωστόσο, εμείς είμαστε αισιόδοξοι. Πάλι με χρόνια με καιρούς… Εκείνο που τρέφει αυτή την αισιοδοξία μας είναι ότι, τελικά, σ’ αυτόν τον τόπο, τίποτε δεν αλλάζει ουσιαστικά. Το είπε ένας άλλος ποιητής.

«Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν»… με μια μικρή μετατόπιση στον χώρο ή τον χρόνο. Δεν έχετε προσέξει ότι ο καλός καιρός κρατάει πλέον μέχρι τις πρώτες μέρες τού Νοεμβρίου;

Αυτή είναι μετατόπιση στον χρόνο. Υπάρχουν αντίστοιχες στον χώρο, κυρίως τον πολιτικό. Εκεί οι μετατοπίσεις έχουν γίνει πλέον καθεστώς, ιδίως εκείνες που γίνονται με εντυπωσιακό τρόπο, δηλαδή με κυβίστηση.

Έχουμε δει τόσες πολλές που δεν μας προξενούν πλέον καμιά εντύπωση· τόσο τις έχουμε συνηθίσει. Τελευταία, μερικές τέτοιες μετατοπίσεις αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μια και φθείρουν την κυβερνητική πλειοψηφία στην Βουλή.

Γι’ αυτό και τους δόθηκαν τα χαρακτηριστικά της «αποστασίας»· πολύ φοβάμαι εντελώς άδικα. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά, όπως θα έλεγε και ο Κυριάκος, πόσοι γνωρίζουν σήμερα τι σημαίνει «αποστασία»;

Διότι, αν με αυτό τον όρο χαρακτηρίζουμε την… πολιτική μεταγραφή, ή την μετατόπιση κάποιου από ένα κόμμα σε άλλο, τότε φοβάμαι ότι αυτοί που έδωσαν τον χαρακτηρισμό βρίσκονται σε ένα κόμμα γεμάτο αποστάτες.

Αν, πάλι, βλέπουν πίσω από τις μετατοπίσεις ένα οργανωμένο σχέδιο, ώστε να τελειώσουν μια ώρα αρχύτερα οι μέρες της κυβέρνησης, τότε ας σκεφτούν την προτροπή «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν».

Η οποία προέρχεται από τον δικό τους αρχηγό. Όταν όμως κάνεις μία διάζευξη, πρέπει να ξέρεις ότι μπορεί να συμβεί οτιδήποτε από τα δύο. Γιατί μόνο το… «τους τελειώνουμε» και όχι το… «μας τελειώνουν»;

Το άλλο πουλάκι:
Το καλοκαίρι είναι εδώ.

Μπορεί όχι (ακόμη) ως φυσική παρουσία, σίγουρα όμως το πνεύμα του. Δηλαδή η χαλαρότητα, η ξενοιασιά, οι αργοί ρυθμοί, οι κρύοι καφέδες, οι παγωμένες μπύρες, οι πλανόδιοι πωλητές φρούτων…

Μπορεί να βοηθάει και το Μουντιάλ, που, έτσι κι αλλιώς, το έχουμε συνδέσει με τα καλύτερα καλοκαίρια μας. Είτε οι φανατικοί εραστές τής μπάλας, που δεν χάνουν αγώνα, είτε εμείς που έχουμε μια πιο χαλαρή σχέση μαζί της.

Οι πρώτοι διότι απολαμβάνουν κάτι που αγαπούν πολύ, σε χορταστικές ποσότητες. Μπάλα από το πρωί μέχρι το βράδυ για έναν μήνα. Δεν σου δίνει αυτό ένα αξέχαστο καλοκαίρι; Αν τους ρωτήσεις, θυμούνται κάθε μουντιαλικό τέτοιο.

Οι δεύτεροι επειδή απολαμβάνουν τους καλοκαιρινούς ρυθμούς, χωρίς… την παρουσία των πρώτων. Όταν όλοι βρίσκονται μπροστά στις τηλεοράσεις, εσύ μπορείς να κάνεις κάτι άλλο που σου αρέσει, με μεγαλύτερη άνεση.

Να κάνεις μια ήσυχη βραδινή εκδρομή στη θάλασσα (ο Λουκιανός θα έλεγε στη Βουλιαγμένη). Να δεις μια ωραία ταινία σε κάποιον θερινό κινηματογράφο με λίγους εκλεκτούς φίλους τού σινεμά...

Να πας σε μια παράσταση ή σε μια συναυλία όπου δεν θα γίνεται πήχτρα και όπου, αν σε ενδιαφέρει κάτι τέτοιο, θα κυριαρχεί το γυναικείο φύλο…
Εννοείται πως κάποια καλά παιχνίδια δεν τα χάνεις με τίποτα!

Καλοκαίρι και Μουντιάλ, λοιπόν, πάνε μαζί και, τώρα που ξεκινά η δεύτερη και πιο ουσιαστική φάση, να δείτε που θα φτιάξει και ο καιρός. Το πρωί θάλασσα, το μεσημέρι ούζα και το βράδυ ποδόσφαιρο.

Αν δεν είναι αυτό η επιτομή του καλοκαιριού, τότε ποιο είναι; Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, λέμε κι εμείς να σας αφήσουμε σιγά σιγά, για να ξεκουραστούμε και, κυρίως, να αλλάξουμε παραστάσεις.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Να γεμίσουμε μπαταρίες!

Καλή αυτή η καθημερινή μας κουβέντα, έχει όμως ένα κακό. Είναι καθημερινή! Που πάει να πει ότι πρέπει κάθε μέρα να βρίσκεις ένα θέμα για συζήτηση και μάλιστα αυτό να είναι και ενδιαφέρον.

Γίνεται; Όχι κάθε μέρα. Και όχι, αν αυτή η σχέση κρατάει δεκαεννιά (αριθμός 19) ολόκληρα χρόνια. Αν με το καλό βρεθούμε τον Σεπτέμβριο, θα μπούμε στον εικοστό χρόνο της καθημερινής μας κουβέντας.

Μια ολόκληρη ζωή! Ξέρω ανθρώπους που πήραν σύνταξη με λιγότερα χρόνια «υπηρεσίας». Ευτυχώς που εμείς δεν μιλάμε για εργασία, αλλά για σχέση, με τα καλά και τα κακά της, με τα πάνω και τα κάτω της.

Κουβεντιάζουμε χωρίς να συμφωνούμε σε όλα -διαφορετικά θα επρόκειτο για κάτι προφανώς φτιαχτό και πάρα πολύ ύποπτο- χωρίς όμως και να μαλώνουμε κάθε φορά που διαφωνούμε. Όχι επειδή μας λείπει το πάθος.

Αλλά γιατί, όπως συμβαίνει σε κάθε «καλοδουλεμένη» σχέση, προσπαθούμε να βλέπουμε απέναντί μας την άποψη και όχι τον άνθρωπο που την εκφέρει. Ο οποίος όχι απλώς δεν βρίσκεται απέναντι…

Αλλά θα μπορούσε να είναι και στη θέση μας, όπως κι εμείς στη δική του. Τι θα έλεγε και τι θα λέγαμε τότε; Πώς θα μας φαίνονταν τα πράγματα από μια άλλη οπτική; Βέβαια αυτό είναι δύσκολο να το καταφέρνεις πάντα.

Το θέμα είναι να προσπαθούμε. Να καταφέρνουμε να… προσπαθούμε!

Καλή αντάμωση, αδέλφια!
 Ραντεβού τον Σεπτέμβριο!

Πέμπτη 24 Μαΐου 2018

180224 ΣΦΙΧΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Και δυο αβγά Τουρκίας…

Έχετε σκεφτεί ποτέ από πού προέρχεται η πολύ γνωστή αυτή φράση που θέλει να δείξει την απουσία κάθε μορφής επικοινωνίας και συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων ή των υπηρεσιών; Όχι, ε;

Μήπως έχετε δει την επική ταινία του 1987, με τον ομώνυμο τίτλο και πρωταγωνιστές τον Αντώνη Καφετζόπουλο και τον Δημήτρη Πιατά; Αν την έχετε δει σίγουρα θα θυμόσαστε την περίφημη σκηνή στο βενζινάδικο. 

Ο υπάλληλος, ο τεράστιος Δημήτρης Πουλικάκος, ρωτάει όλο υπονοούμενα την κοπέλα που συνοδεύουν οι δυο ήρωες πώς μπορεί να την «εξυπηρετήσει» καλύτερα, κι αυτή απαθής του ζητά τσιγάρα, ουίσκι, σαμπάνια και… δυο αβγά Τουρκίας.

Τελικά, δέχεται αδιαμαρτύρητα να τον ληστέψουν με τη συμφωνία να αφήσουν κάτι και γι’ αυτόν («οικογενειάρχης άνθρωπος είμαι») και να τον χτυπήσουν, ώστε να γίνει πιστευτός από την αστυνομία.

Όταν απομακρύνονται οι «ληστές», πηγαίνει στο τηλέφωνο, παίρνει το εκατό και με τρεμάμενη φωνή λέει: «Βοήθεια, μας λήστεψαν οι Τούρκοι»! Η συνέχεια στις οθόνες σας. Εμείς ας επιστρέψουμε στα αβγά Τουρκίας.

Λέγεται ότι έτσι ονομάζονται τα αβγά… γαλοπούλας! Τις γαλοπούλες οι παλιοί τις έλεγαν «μισίρκες» ή «τούρκους», λόγω της καταγωγής τους. Ινδές στην καταγωγή, έφταναν στη χώρα μας από την Αίγυπτο (Μισίρι) ή από την Τουρκία.

Στους αγγλομαθείς είναι γνωστό ότι η γαλοπούλα λέγεται turkey, δηλαδή Τούρκος, επομένως, τα αβγά της είναι αβγά Τουρκίας. Τώρα, πώς έφτασε η φράση να σημαίνει αυτό που είπαμε πριν, θα σας γελάσω.

Εμείς θυμηθήκαμε τη συγκεκριμένη φράση εξαιτίας του μπάχαλου που δημιούργησε η δημοσιογραφική πληροφορία για την τιμή που πλήρωσαν στη Μύκονο κάποιοι που έφαγαν δυο αβγά. Κοντά στα είκοσι ευρώ! 

Έτσι ξεκίνησε και πάλι ο γνωστός «διάλογος» που ανάβει κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, σχετικά με τις εξωφρενικές και, ως εκ τούτου, απαγορευτικές τιμές που συναντά ο επισκέπτης στο νησί των ανέμων και των εκκεντρικών βιπς.

Εμείς τα έχουμε ξαναπεί, όμως, ευκαιρίας δοθείσης, ας ξαναδούμε το θέμα. Είναι ακριβή ή όχι η Μύκονος; Για να απαντήσει κανείς σ’ αυτό, θα πρέπει να καταφύγει στο γνωστό τέχνασμα της κόντρα ερώτησης.

Το άλλο πουλάκι:
Για ποιους;

Στη ζωή δεν υπάρχει μόνο η Μύκονος, αλλά και άπειρα άλλα πράγματα που, πολύ απλά, δεν απευθύνονται σε όλο τον κόσμο. Καλώς; Κακώς; Ο καθένας ας το κρίνει μόνος του. Όμως πρέπει να το δούμε με δύο δεδομένα.

Το πρώτο είναι ότι κάπως πρέπει να τρώνε τα λεφτά τους και οι πλούσιοι. Αν όλα τα πράγματα είχαν τις τιμές στις οποίες τα αγοράζουμε εμείς οι κοινοί θνητοί, τότε οι κροίσοι δεν θα μπορούσαν να ξοδέψουν περισσότερα από εμάς.

Το δεύτερο είναι ότι, από τη στιγμή που έχουν να ξοδέψουν πολλά λεφτά, είναι λογικό να επιθυμούν και κάποιου είδους ιδιωτικότητα. Να μην θέλουν να ανακατευόμαστε στα πόδια τους εμείς οι κοινοί θνητοί.

Αυτό είναι σεβαστό, στον βαθμό που το επιδιώκει και ο καθένας από εμάς. Όταν πάει κάπου, για διακοπές ή για διασκέδαση, δεν θα ήθελα να πηγαίνει εκεί και ο… πάσα εις. Ασχέτως αν δεν μπορεί να το αποφύγει.

Όταν μπορεί, το χαίρεται. Σκεφτείτε ότι υπάρχουν άνθρωποι που επειδή ακριβώς δεν μπορούν να βρουν με άλλο τρόπο την ησυχία τους, παίρνουν τα βουνά ή ταλαιπωρούνται αφάνταστα αναζητώντας έρημες παραλίες.

Ας τους αφήσουμε στην ησυχία τους και ας επανέλθουμε στους πλούσιους. Το ξέρετε, βέβαια, ότι υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους ακόμη και το πιο ακριβό αντικείμενο είναι πολύ φτηνό. Τόσο απλά.

Με την έννοια ότι για να το αποκτήσουν ξοδεύουν μόνο ένα πού μικρό μέρος των χρημάτων τους, ακόμη ίσως και τα χρήματα που βγάζουν σε λίγες μέρες ή και ώρες. Ε, εμείς δεν χρειάζεται να συγκρινόμαστε μαζί τους.

Θυμάμαι τη συνέντευξη ενός (πρώην) στελέχους της Γουόλ Στριτ, την εποχή που είχε γίνει το κραχ: «Δεν ξέραμε πόσα χρήματα βγάζαμε ούτε πώς να τα φάμε. Στο μπαρ που πηγαίναμε για διάλειμμα, ένα σάντουιτς και ένα ποτήρι σαμπάνια έκαναν χίλια δολάρια».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ψάξτε στο διαδίκτυο.

Αν βρεθείτε στο Μανχάταν, μπορείτε να φάτε μια πίτσα με χαβιάρι, τρούφα και βρώσιμες νιφάδες χρυσού, που κοστίζει γύρω στα 1600 ευρώ ή, αν δεν πεινάτε πολύ, 200 ευρώ το κομμάτι.

Αν περάσετε από το Τόκιο, μπορείτε να κόψετε την πείνα σας με ένα απλό σάντουιτς με ελαφρά τηγανισμένο μοσχάρι, σόγια σος, άρτυμα ξυδιού και δυο φέτες απλό λευκό ψωμί, δίνοντας μόνο 145 ευρώ.

Στο Λονδίνο πάλι, στο εστιατόριο γνωστού πολυκαταστήματος, μπορείτε να γευτείτε ένα σάντουιτς Μακντόναλντ, όνομα το οποίο έδωσαν επίτηδες οι ιδιοκτήτες στο συγκεκριμένο σάντουιτς, γιατί έτσι λέγεται ο σεφ. Τιμή; 100 ευρώ.

Ξέρετε ποιο είναι το πρόβλημα; Ότι σ’ αυτά τα μέρη που σας είπαμε πολύ δύσκολα μπορείτε να πάτε, ακόμη κι αν είστε αποφασισμένοι να πληρώσετε το συγκεκριμένο ποσό. Δεν θα σας δεχτούν.

Όμως η Μύκονος μας δέχεται όλους. Γι’ αυτό κι εμείς νομίζουμε ότι είναι για τα… μέτρα μας και διαμαρτυρόμαστε για τις τιμές. Δεν είναι! Αφήστε να πηγαίνουν εκεί οι λεφτάδες και για μας υπάρχουν ένα σωρό άλλα όμορφα νησιά.

Ξέρετε πότε να διαμαρτυρόμαστε; Όταν δεν αποδίδουν τους φόρους που αναλογούν στα ποσά που εισπράττουν κι έτσι χάνουμε όλοι.

Αυτό μπορούμε να το απαιτήσουμε; Όχι να πέσει η τιμή του… αβγού!
 Φάτε μάτια αβγά!

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

180117 ΠΟΔΑΡΑΤΟΝ

 Το ένα πουλάκι:
Μαθαίνει κανείς… περπατώντας;

Ωραία ερώτηση!
(Είναι ο κλασικός τρόπος να απαντάς, όταν στην πραγματικότητα δεν έχεις να πεις τίποτε πάνω στο ερώτημα που σου τέθηκε.)

Είναι όμως και ένα από τα ερωτήματα στα οποία δεν μπορεί να δοθεί μια… γενική απάντηση, να μιλήσει, δηλαδή, κανείς για λογαριασμό άλλων. Αν επιχειρήσει να απαντήσει, θα το κάνει μόνο για τον εαυτό του.

Αν το καλοσκεφτείτε, είναι και ένα κοινό σημείο που έχουν το περπάτημα με την απόκτηση γνώσης! Και τα δυο πρέπει, ουσιαστικά, να τα κάνεις μόνος σου˙ καλείσαι να βασιστείς αποκλειστικά τις δικές σου δυνάμεις.

Θυμάμαι τώρα την κουβέντα ενός παλιού δασκάλου προς τους μαθητές του: Η γνώση, τους έλεγε, δεν χαρίζεται˙ κατακτιέται. Μοιάζει σε αυτό με το ανέβασμα σε ένα βουνό. Μπορεί να σου δώσουν οδηγίες, μπορεί να σου πουν για τα μονοπάτια, μπορεί ακόμη να σου περιγράψουν και όλη τη διαδρομή άνθρωποι που έχουν ήδη φτάσει εκεί.

Όμως κανείς δεν μπορεί να ανεβεί… για λογαριασμό σου. Αυτό που θα νιώσεις, αυτό που θα κερδίσεις από την πορεία στο βουνό, αυτό που θα σου δώσει η προσπάθεια, μόνο αν ανέβεις με τα ποδαράκια σου μπορείς να το αποκτήσεις. Όπως, δηλαδή, και με τη γνώση.

Αν συμφωνήσουμε, λοιπόν, ότι κάτι μαθαίνει κανείς περπατώντας, τι μπορεί να είναι αυτό; Να που το ερώτημα, εκτός από «ωραίο», γίνεται και ενδιαφέρον. Και μπορεί να γίνει ακόμη περισσότερο τέτοιο, αν προστεθεί κάτι επιπλέον.

Τι μαθαίνει κανείς περπατώντας… στον κόσμο;
Το σκεφτόμουν καθώς κρατούσα στα χέρια μου το πρόσφατο βιβλίο της Λένας Διβάνη και διάβαζα τον τίτλο, για τον οποίο σας μιλάω τόσην ώρα.

Ένα βιβλίο για το οποίο εμείς, το δραμινό αναγνωστικό κοινό, θα έχουμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τη συγγραφέα του, αύριο το βράδυ, στις 7:30, στο Δημοτικό Ωδείο της πόλης, κατά την επίσημη παρουσίασή του.

«Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο», από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Σας λέω από τώρα ότι, όταν τελείωσα το βιβλίο, αλλά και πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ανάγνωσής του, η ερωτηματική φράση για την οποία συζητάμε είχε στο τέλος ένα… θαυμαστικό.

Το άλλο πουλάκι:
Τι μαθαίνεις περπατώντας στον κόσμο!

Το βιβλίο, στο πλαίσιο και όσων είπαμε πριν, δεν έχει ως στόχο να σου δώσει έτοιμες γνώσεις για μέρη και ανθρώπους που πιθανότατα δεν πρόκειται να συναντήσεις ποτέ. (Ποτέ, γιατί δεν αναφέρεται σε ταξίδια… της σειράς, σαν αυτά που κάνουμε όλοι μας.)

Μιλάει για ταξίδια σε μακρινά και «απρόσιτα» μέρη, ταξίδια που το κύριο γνώρισμά τους είναι η περιπέτεια, αφού περιλαμβάνουν ορειβασία ή πεζοπορία επί μέρες, μέσα σε οργανωμένες μεν, «πρωτόγονες» δε συνθήκες.

Συνθήκες που κάνουν όσους συμμετέχουν να αγγίζουν κάποιες φορές τα όριά τους, όρια κούρασης, αντοχής, υπομονής, επιμονής, και, πολλές φορές, ανοχής ακόμη και των συντρόφων στην περιπέτεια.

Έτσι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα… μαθήματα που παίρνει οποίος συμμετέχει σε τέτοια ταξίδια χωρίζονται σε τρεις κύριες κατηγορίες. Μαθαίνει πρωτίστως ένα σωρό πράγματα για τον τόπο στον οποίο «περπατά».

Αυτό θα το έχει παρατηρήσει και ο πιο ανυποψίαστος και βιαστικός επισκέπτης ενός τόπου∙ ακόμη κι εκείνος που δεν κατεβαίνει από το αυτοκίνητό του. Τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται στους χάρτες ή στους τουριστικούς οδηγούς.

Καμιά εικόνα, ούτε η «ματιά» του πλέον έμπειρου φωτογράφου ή σκηνοθέτη δεν μπορεί να σου δώσει την αίσθηση που αποκτάς, όταν βλέπεις κάτι με τα δικά σου μάτια. Πόσω μάλλον όταν το δεις περπατώντας επί μέρες, ζώντας μέσα σ’ αυτό.

Έπειτα, μαθαίνει για τους ανθρώπους της χώρας που επισκέπτεται. Γνωρίζει «βιωματικά», όπως μας λέει και η διδακτική επιστήμη, την ιστορία και τον πολιτισμό τους, δηλαδή όχι μόνο πώς ζουν, αλλά, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τη ζωή.

Το σημαντικότερο πράγμα όμως που γνωρίζει κανείς «περπατώντας στον κόσμο» -με έμφαση στο περπατώντας- είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Η πορεία μέσα στη φύση, ειδικά όταν οι συνθήκες αρχίζουν να σκληραίνουν, αποτελεί μια απίστευτη διαδικασία αυτογνωσίας.

Αν αυτό μπορεί να το αντιληφθεί και ο τελευταίος άνθρωπος που φόρεσε ένα ζευγάρι άρβυλα και δοκίμασε να ανέβει σε μια κορυφή, σκεφθείτε τι συμβαίνει με όσους… περπατούν στον κόσμο.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Έτσι είναι, παιδιά!

Διαφορετικά θα αρκούσε να αποκτήσουμε μια καλή (και πολύ μεγάλη) τηλεόραση, να στηθούμε στον καναπέ με ένα ποτό και ένα μπολ ξηρούς καρπούς, να βάλουμε να παίζει κάποιο ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ και… να μάθουμε τον κόσμο.

Δεν αμφισβητώ το γεγονός ότι έτσι μπορεί να δεις πράγματα που δεν θα έβλεπες ποτέ μόνος σου –οι επαγγελματίες στήνονται ολόκληρες εβδομάδες για να τραβήξουν ένα πλάνο- όμως το βέβαιο είναι ότι αυτό δεν μπορεί να αντικαταστήσει την εμπειρία τού να βρίσκεσαι εκεί.

Έχετε διαφορετική άποψη; Τότε σας δίνεται μια μοναδική ευκαιρία να τη συζητήσετε με την πλέον αρμόδια, την κυρία Λένα Διβάνη, συγγραφέα του βιβλίου «Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο», που επισκέπτεται αύριο στην πόλη μας.

Στη μεγάλη αίθουσα του Δημοτικού Ωδείου, 7:30 το βράδυ. Η συνδιοργάνωση της εκδήλωσης από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, το βιβλιοπωλείο «Μανιφέστο», τον Σύλλογο Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών και την Οικολογική Κίνηση, όσο να πεις, είναι μια εγγύηση.

Κάπου εκεί κοντά θα είμαστε κι εμείς. Γιατί το βιβλίο, όπως κάθε καλό βιβλίο, μας γέννησε πολλά ερωτήματα.
 Περπατώντας;!
Δηλαδή… με τα πόδια;