ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΕΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΕΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

190626 ΚΑΡΙΕΡΙΣΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πολιτική και ΜΜΕ.

Παρακολουθήσαμε την προηγούμενη εβδομάδα στην αυλή του κτηρίου «Κυριάκος Δοματζόγλου», δύο εξαιρετικές ταινίες που μας έρχονται από παλιά είναι όμως τρομερά επίκαιρες. Όσο επίκαιρη είναι η πολιτική.

Να πούμε εδώ ότι αυτές οι καλοκαιρινές (που λέει ο λόγος, μέχρι στιγμής) προβολές που κάνει η Οικολογική Κίνηση είναι μια «όαση» στα μεγάλα καλοκαιρινά βράδια όσων μένουν στην πόλη από επιλογή ή όχι.

Μας αρέσει που κινούνται στο παλιό πνεύμα του θερινού σινεμά, όπου προβάλλονταν ταινίες περασμένων εποχών, πάντα αξιόλογες, τις οποίες μπορεί να έχουμε δει, τις ξαναβλέπεις όμως ευχαρίστως κάτω από τα άστρα.

Όσο για τις νεότερες παραγωγές, αυτές μπορούν να περιμένουν τη σειρά τους, να… παλιώσουν, κάποιες να γίνουν κλασικές, και, αν είμαστε γεροί και η Οικολογική Κίνηση έχει ζωή, να τις απολαύσουμε μετά από χρόνια.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, παρακολουθήσαμε τις ταινίες «ο κύριος Σμιθ πάει στην Ουάσιγκτον» (1939) και «πολίτης Κέιν» (1941), ταινίες ενταγμένες στο αφιέρωμα «πολιτική και εκλογές στη μεγάλη οθόνη».

Και στις δύο κυριαρχεί η σχέση της πολιτικής με τα εκδοτικά συμφέροντα και ο ρόλος που μπορούν να παίξουν αυτά στην άνοδο και την πτώση όχι μόνο πολιτικών προσώπων, αλλά και ολόκληρων «ιδεολογιών».

Στον «κύριο Σμιθ…» ήταν εντυπωσιακός επίσης ο τρόπος με τον οποίο ο νεαρός αθώος, επαρχιώτης πολιτικός προσεγγίζει τους χώρους στους οποίους έζησαν και έδρασαν οι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες της χώρας του.

Το δέος και η συγκίνηση που αισθανόταν μπροστά στα αγάλματά τους, διαβάζοντας τα λόγια τους ή βλέποντας τα έδρανα όπου καθόταν, σε ένα από τα οποία θα καθίσει και ο ίδιος. Και λες έτσι θα έπρεπε να είναι.

Πόσοι, ας πούμε, από τους νέους, συχνά όχι αφελείς αλλά θρασύτατους βουλευτές μας, έχουν συναίσθηση του χώρου στον οποίο βρίσκονται και του βήματος από το οποίο καλούνται να αγορεύσουν;

Πόσοι γνωρίζουν ποιοι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες (και ποιες γυναίκες) έχουν μιλήσει πριν από αυτούς εκεί και τι σημαντικότατες συζητήσεις έχουν διεξαχθεί, συζητήσεις που έκριναν την πορεία αυτής της χώρας;

Το άλλο πουλάκι:
Τέλος πάντων.

Δεν μπορούν να έχουν όλοι την αίσθηση του χώρου στον οποίο βρίσκονται και της Ιστορίας του, όπως είχε ο Κολοκοτρώνης (ποιος; ο Κολοκοτρώνης!) κατά την περίφημη εκείνη ομιλία του στην Πνύκα.

Λέμε κρίμα και προχωράμε στη σχέση της πολιτικής με τα ΜΜΕ, καθώς και στην κουβέντα που ξεκίνησε για τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό δημοσιογράφων που βρίσκονται στα ψηφοδέλτια των κομμάτων, αυτές τις εκλογές.

Αυτό συνέβαινε και παλαιότερα, λένε κάποιοι, και μάλιστα ο Παύλος Τσίμας στα ΝΕΑ μάς θύμισε ότι ακόμη και ο Τσόρτσιλ (όπως και πολλοί άλλοι σημαντικοί πολιτικοί) ξεκίνησαν ως δημοσιογράφοι ή σχολιαστές σε εφημερίδες.

Δεν είναι το ίδιο. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι ο δημοσιογράφος σήμερα δεν είναι εκείνος που ήταν παλαιότερα, κυρίως επειδή έχει αλλάξει η φύση των Μέσων Ενημέρωσης. Στις εφημερίδες ελάχιστοι σε γνωρίζουν.

Μπορεί να είναι χιλιάδες εκείνοι που σε διαβάζουν, που παρακολουθούν τη σκέψη και τις ιδέες σου, όμως πολύ λίγοι ξέρουν πώς είσαι… στο πρόσωπο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για έναν δημοσιογράφο που πάει για πολιτικός.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συντριπτική πλειονότητα των δημοσιογράφων που κατεβαίνουν ως υποψήφιοι σε κόμματα είναι άνθρωποι της τηλεόρασης ή/και του ραδιοφώνου, όπου ο δημοσιογραφικός λόγος δεν περνά από την βάσανο του γραπτού κειμένου.

Κάποτε διδάσκονταν στα σχολεία κείμενα από εφημερίδες, κάποτε, για να φτάσεις να δεις δημοσιευμένο ένα κείμενό σου έπρεπε να θητεύσεις για χρόνια γράφοντας… τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία.

Σήμερα παίρνεις ένα μικρόφωνο και, αν σε βοηθάει και η εμφάνισή σου, αν έχεις και άλλες άκρες, βρίσκεις δουλειά σε κάποιο από τα τόσα ηλεκτρονικά, όπως τα λένε, ΜΜΕ. Μπορεί να μη χρειαστεί να γράψεις μια λέξη!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και πας και για βουλευτής.

Πράγμα που σημαίνει ότι έχεις σχέσεις στενότερες με κάποιο κόμμα ή/και με τον αρχηγό του, κάτι που παλαιότερα θεωρείτο πολύ κακό, για κάποιον δημοσιογράφο που ήθελε να τον παίρνουν στα σοβαρά.

«Οι οικονομικά και πολιτικά ισχυροί μπορεί να επιδιώκουν επαφές με κάποιον δημοσιογράφο, για να θεωρείται όμως καλός πρέπει να τον φοβούνται, όχι να έχουν φιλίες μαζί του», έλεγαν και είχαν δίκιο.

Βεβαίως, ο δημοσιογράφος μπορεί να έχει πολιτική άποψη και μάλιστα, έχουμε πει πολλές φορές ότι είναι προτιμότερο αυτή να είναι ξεκάθαρη. Αυτό όμως είναι άλλο και άλλο το να υπηρετεί αρχές και θέσεις κάποιου κόμματος.

Κάτι που το βλέπουμε ολοένα και πιο συχνά στις μέρες μας. Δημοσιογράφοι να είναι… βασιλικότεροι του βασιλέως και να αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για το κόμμα το οποίο –δεν είναι υπερβολή- υπηρετούν.

Για να φτάσουν μια μέρα να κατέβουν και υποψήφιοι μαζί του. Ακυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα μεγάλο μέρος της προηγούμενης δουλειάς τους. Και υποθηκεύοντας τη μελλοντική, αν επιστρέψουν ποτέ στη δημοσιογραφία.

Διότι ποιος θα πάρει στα σοβαρά, εκτός από τους ομοϊδεάτες ενταγμένους στο κόμμα, εννοείται, έναν δημοσιογράφο που πάει και γίνεται, αν τον ψηφίσουν οι πολίτες, βουλευτής; Πώς θα κρίνει αυτός την εξουσία;

Από την άλλη είναι πολλοί κι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι τέτοιοι δημοσιογράφοι είναι καλό να την κάνουν από το επάγγελμα, γιατί έτσι αυτό καθαρίζει κάπως. Κι ας πηγαίνουν να δοκιμαστούν εκεί που πραγματικά ανήκουν.
 Στο καλό και να… μη μας γράφετε!

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

190619 ΦΥΛΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Τι είναι σεξισμός;

Θυμάμαι ότι αναφερθήκαμε και άλλη φορά στο θέμα, πιστεύω όμως ότι είναι από εκείνα στα οποία οφείλουμε να επανερχόμαστε, ευκαιρίας δοθείσης. Θα το κάνω σήμερα με αφορμή δύο δημοσιεύματα και μια συζήτηση.

Ας ξεκινήσουμε όμως με τον ορισμό, έναν από τους ορισμούς που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, σε σελίδες σχετικές με (και ευαίσθητες στα) θέματα δικαιωμάτων, που τόσο υποφέρουν τα καημένα στις μέρες μας.

Κυρίως από τους υπερασπιστές τους, αλλά αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα που θα την κάνουμε κάποια άλλη φορά. Έχει όμως σχέση και με όσα θα συζητήσουμε σήμερα. Σεξισμός, λοιπόν, είναι…

«Το σύνολο των προκαταλήψεων και συμπεριφορών που πηγάζουν από τη βίαιη -δηλαδή, αυθαίρετα άνιση- δυιστική ιδεολογία, η οποία βασίζεται στο διαχωρισμό των φύλων σε αρσενικό και θηλυκό.

Έτσι το ένα εκ των δύο φύλων θεωρείται βιολογικά, ηθικά, διανοητικά και πνευματικά υποδεέστερο του άλλου, επιτρέποντας, ή και θεσμοθετώντας, τις εναντίον του συστηματικές διακρίσεις, αρνητικές ή φοβικές κρίσεις, φυσικούς περιορισμούς ή και εκδηλώσεις μίσους.

Ο σεξισμός αφορά στις πεποιθήσεις που οδηγούν σε αυθαίρετες διακρίσεις κατά των γυναικών, με βάση τα στερεότυπα του φύλου τους και μόνο, στο πλαίσιο της πατριαρχικής κοινωνίας, όπως αυτή πραγματώνεται με διάφορες μορφές ανά τον κόσμο.

Η πατριαρχική κοινωνία δε -το είδος της κοινωνίας που στηρίζεται στην ιδέα της “φυσικής” ανωτερότητας του άνδρα και ιεραρχεί τις κοινωνικές, οικονομικές και ηθικές δομές της με γνώμονα την πρωτοκαθεδρία του αρσενικού ενάντια στο θηλυκό-

…αποτελεί και το γενεσιουργό πλαίσιο για τις σεξιστικές ιδεολογίες και συμπεριφορές, αλλά και το αποτέλεσμα του συνόλου των πρακτικών αυτών στη διάρκεια των αιώνων». Αυτά και ελάτε τώρα να πούμε για τα δημοσιεύματα.

Έστειλα σε φίλους που έχουμε αλληλογραφία ένα άρθρο - σχόλιο του Στέφανου Κασιμάτη από την «Καθημερινή», σχετικά με την απομάκρυνση του κ. Βενιζέλου από το ΚΙΝΑΛ (που ο σχολιαστής επιμένει να το λέει ΠΑΣΟΚ). Το σχόλιο τελείωνε ως εξής:

«Εν πάση περιπτώσει, το ΠΑΣΟΚ τελειώνει και τυπικά με την εκπαραθύρωση του Βενιζέλου, η ΠΑΣΟΚάρα όμως έχει πάντα εφεδρείες και, επομένως, μέλλον. Αν κατάλαβα σωστά, η Βάνα Μπάρμπα στηρίζει αναφανδόν Φώφη και διατίθεται να εκτεθεί, όπως πάντα».

Δύο πολύ καλοί φίλοι μού απάντησαν πως βρίσκουν το συγκεκριμένο σημείο σεξιστικό για την κυρία Βάνα Μπάρμπα (και γενικά το σχόλιο για την κ. Φώφη Γεννηματά). Έχουν δίκιο; Το βλέπετε κι εσείς έτσι;

Το άλλο πουλάκι:
Εγώ λέω όχι!

Και μπορώ να το αποδείξω, κάνοντας ένα πολύ απλό τεστ. Πάρτε το ίδιο ακριβώς σχόλιο και αλλάξτε το όνομα της ηθοποιού Βάνας Μπάρμπα με κάποιο ενός άνδρα συναδέλφου της. Αλλάζει τίποτε; Υπάρχει κάτι που δεν στέκεται;

Θέλω να πω, μπορεί ο καθένας να συμφωνεί ή όχι με το σχόλιο, αυτό όμως δεν στηρίζεται καθόλου στο γεγονός ότι η Βάνα Μπάρμπα είναι γυναίκα, αλλά σε κάποια άλλα γνωρίσματά της που κατά τον σχολιαστή διαθέτει.

Κατ’ άλλους μπορεί να μην υπάρχουν, οπότε έχουν κάθε δικαίωμα να θεωρούν το σχόλιο άστοχο, ατυχές, ανόητο ή οτιδήποτε άλλο. Όχι όμως σεξιστικό. Η ηθοποιός δεν (κατα)κρίνεται για το φύλο της ή για χαρακτηριστικά που προκύπτουν από αυτό.

Είπαμε όμως ότι θα μιλήσουμε και για ένα άλλο δημοσίευμα σχετικό με το θέμα μας. Το βρήκα κι αυτό στην «Καθημερινή» και μιλάει για μια γυναίκα, την Μαριλίζα Σηφάκη, η οποία υπηρετεί(;) στο Λιμενικό Σώμα.

Η ιστορία της, με δυο λόγια, έχει ως εξής. Κάποια στιγμή πήρε μέρος σε διαγωνισμό για να καταταγεί στο Λιμενικό, που ήταν γι’ αυτήν όνειρο ζωής. Στις εξετάσεις τα πήγε πολύ καλά, κόπηκε όμως σε δύο αγωνίσματα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι στα συγκεκριμένα αγωνίσματα, οι γυναίκες υποψήφιες, 252 τον αριθμό, απέτυχαν να πιάσουν το όριο σε ποσοστό κοντά στο 80%, ενώ οι 223 άνδρες συνυποψήφιοί τους μόλις στο 12%.

Τα όρια, όπως καταλαβαίνετε, ήταν κοινά, πράγμα που δεν συνέβαινε σε παλαιότερους διαγωνισμούς. Μια δικηγόρος στην οποία προσέφυγαν οι υποψήφιες, θεώρησε ότι κάτι τέτοιο συνιστά διάκριση σε βάρος των γυναικών.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το δικαστήριο συμφώνησε!

Η Μαριλίζα Σηφάκη, λοιπόν, ξαναδιαγωνίστηκε με νέα, χαμηλότερα όρια και πέτυχε να περάσει στο Λιμενικό Σώμα, όπου υπηρετεί από το 2016, όταν τελείωσε την εκπαίδευσή της.
Το υπουργείο όμως είχε ασκήσει έφεση στη δικαστική απόφαση.

Το ΣτΕ, λοιπόν, πριν από λίγο καιρό, εξέδωσε απόφαση με την οποία θεωρεί ότι κακώς βρίσκεται στο Λιμενικό Σώμα. Ξέρετε, από εκείνες τις αποφάσεις που έρχονται να φέρουν τα πάνω κάτω, μετά όμως από αρκετά χρόνια.

Εδώ, όπως καταλαβαίνετε, υπάρχει ένα θέμα σχετικό με τον σεξισμό. Είναι σωστό άνδρες και γυναίκες να διαγωνίζονται σε ίδια όρια, όταν όλοι ξέρουμε ότι στον αθλητισμό είναι τελείως διαφορετικές οι επιδόσεις τους;

Από την άλλη, κατά την υπηρεσία τους, θα κληθούν να κάνουν την ίδια δουλειά, η οποία απαιτεί π.χ. να καταδιώξουν κάποιον. Είναι σωστό να προσλαμβάνονται με διαφορετικές προϋποθέσεις, έχοντας δηλαδή διαφορετικές ικανότητες;

Όταν μέσα στα καθήκοντα είναι και η φυσική «δράση» (διότι δεν φαντάζομαι να προσλαμβάνονται για διαφορετικές θέσεις, πράγμα που θα αποτελούσε επίσης σεξισμό) τότε γιατί να μην εξετάζονται επί ίσοις όροις;

Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου εύκολη υπόθεση η προσέγγιση τέτοιων θεμάτων και, ακόμη και η αναγνώριση αυτής της δυσκολίας, ο προβληματισμός μας γι’ αυτά, συνιστά απόδειξη της ευαισθησίας μας απέναντί τους.

Ας μην τα αδικούμε κι ας μην αδικούμε τον εαυτό μας κάνοντάς τα «αλατοπίπερο»!
 Μια… φυλική συζήτηση!

Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

190523 ΔΙΑΡΚΕΣ


Το ένα πουλάκι:
Τόσος κόσμος!

Βλέποντας κανείς τα ψηφοδέλτια των διαφόρων δημοτικών παρατάξεων, εντυπωσιάζεται με το πλήθος των υποψηφίων που αναγράφονται εκεί. Διαβάζοντας και τα βιογραφικά τους, εντυπωσιάζεται ακόμη περισσότερο.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να προσφέρουν στον τόπο; Αυτό μόνο ευλογία για τη Δράμα θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς. Και δεν το λέω καθόλου ειρωνικά. Τόσοι άνθρωποι να ασχολούνται με τα κοινά!

Μετά όμως σκέφτεσαι ότι το ίδιο πάνω κάτω συνέβη και στις προηγούμενες εκλογές. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα μιλάμε για διαφορετικά πρόσωπα. Που πάει να πει ότι ο αριθμός όσων νοιάζονται και πονούν τον τόπο είναι ακόμη μεγαλύτερος.

Βεβαίως, πιθανότατα να υπάρχουν και άλλοι που ασχολούνται με τα κοινά, όμως δεν κατεβαίνουν υποψήφιοι και δεν τους βλέπουμε στα ψηφοδέλτια και τα προγράμματα των παρατάξεων. Πού τους βλέπουμε;

Στον χώρο που δραστηριοποιείται ο καθένας τους. Είμαι βέβαιος ότι δέχτηκαν μεγάλες πιέσεις να στελεχώσουν κάποιο ψηφοδέλτιο, όμως εκείνοι αρνήθηκαν ευγενικά, λέγοντας πως δεν έχουν ελεύθερο χρόνο.

Και όλοι οι άλλοι έχουν; Να κάτι που επίσης θα μπορούσε να συζητήσει κανείς σοβαρά. Είναι η ενασχόληση με τα δημοτικά πράγματα κάτι που μπορεί να γίνεται στο περιθώριο του ελεύθερου χρόνου σου;

Ή μήπως απαιτεί ολοκληρωτικό δόσιμο; Και αν ισχύει αυτό, ποιοι είναι οι δημότες που θα μπορούσαν να αφιερώσουν τόσο χρόνο και τόση ενέργεια στην ενασχόλησή τους με τα του δήμου;

Ασφαλώς τότε θα μιλούσαμε μόνο για συνταξιούχους ή αργόσχολους, ούτε καν ανέργους, αφού η ανεργία απαιτεί κι αυτή πολλά στην αναζήτηση κάποιας θέσης. Γίνεται όμως δημοτικό συμβούλιο μόνο με τέτοιους;

Μην το ψάχνετε, η απάντηση βρίσκεται αλλού. Κανείς δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που έχουν αυτές οι θέσεις, αν είναι μόνος του. Αν δεν πλαισιώνεται από φίλους και συνεργάτες που θα τον βοηθούν.

Και πού θα τους βρει; μπορεί να ρωτήσει κάποιος. Έχουν τη δυνατότητα οι αντιδήμαρχοι, ας πούμε, να διαθέτουν μετακλητούς υπαλλήλους, ή θα πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικά στους δημοτικούς υπαλλήλους;

Το άλλο πουλάκι:
Εκείνοι έχουν τις δουλειές τους.

Επομένως και οι αντιδήμαρχοι και οι δημοτικοί σύμβουλοι θα πρέπει να στηριχτούν κάπου αλλού. Πού; Μα, φυσικά, στην «παράταξη» με την οποία εκλέχτηκαν. Στο ψηφοδέλτιο με το οποίο κατέβηκαν στις εκλογές.

Το μυστικό, λοιπόν, είναι στην ύπαρξη και τη λειτουργία μιας ομάδας. Μιας ομάδας που μπορεί να δημιουργείται προεκλογικά, καλό θα είναι όμως να συνεχίσει να υπάρχει και να λειτουργεί και μετά τις εκλογές.

Όσοι εκλεγούν εννοείται ότι θα το κάνουν. Αν και αυτό μην το θεωρείτε δεδομένο. Ξέρουμε περιπτώσεις ανθρώπων που εκλέχτηκαν και μετά περίμεναν να περάσουν τα χρόνια για να απαλλαγούν.

Αν δεν παραιτήθηκαν πριν από το τέλος της θητείας τους. Εμείς όμως παίρνουμε την καλύτερη των περιπτώσεων, εκείνους που ανταποκρίνονται ευσυνείδητα στα καθήκοντά τους. Δεν πρέπει να μείνουν μόνοι.

Δίπλα τους οφείλουν να σταθούν και όλοι οι συνυποψήφιοί τους. Να δείξουν δηλαδή ότι η ομάδα που δημιουργήθηκε προεκλογικά δεν ήταν μια συγκυριακή συνεύρεση ανθρώπων που τους ένωνε απλώς η επιθυμία να εκλεγούν.

Η ομάδα αυτή οφείλει να έχει συνέχεια. Σε ποιους το οφείλει; Σε όσους την ψήφισαν και εμπιστεύτηκαν όχι μόνο ένα προς ένα τα μέλη της, όχι μόνο τον επικεφαλής, αλλά και το σύνολο των ανθρώπων, την παράταξη.

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, η δυναμική μιας ομάδας δεν εξαντλείται στο άθροισμα των δυνατοτήτων ενός εκάστου των μελών της. Είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο και πολύ πιο μεγάλο από αυτό.

Και εκεί πρέπει να στηριχτεί το κάθε ψηφοδέλτιο, αν θέλει να είναι αποτελεσματικό. Πρέπει να δει πώς θα συνεχίσει να λειτουργεί και μετά τις εκλογές, με όλα ή τα περισσότερα μέλη από εκείνα που βλέπουμε σήμερα να ζητούν την ψήφο μας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Να ένα κριτήριο!

Τώρα που συζητάμε και ψάχνουμε να βρούμε ποιοι αξίζουν να τους εμπιστευτούμε, κοντά στα άλλα κριτήρια μπορούμε να βάλουμε και τη διάρκεια. Είτε την ατομική, είτε την ομαδική, ως παράταξη.

Αξίζει να δώσουμε την ψήφο μας σε… διάττοντες αστέρες; Σε υποψηφίους που ήρθαν από το πουθενά, στην καλύτερη περίπτωση από το σπίτι τους, και είμαστε βέβαιοι ότι εκεί θα ξαναπάνε την επομένη των εκλογών, αν δεν εκλεγούν;

Ή μήπως θα πρέπει να υποστηρίξουμε όσους αποδεδειγμένα έχουν διάρκεια; Όσους τους βλέπαμε στο κοινωνικό στίβο πριν αποφασίσουν να «εκτεθούν» ως υποψήφιοι, και θα εξακολουθήσουμε να τους βλέπουμε ακόμη κι αν χάσουν.

Αυτό ισχύει για πρόσωπα, ισχύει και για παρατάξεις. Έχουμε δει να σχηματίζονται ψηφοδέλτια τα οποία, την επομένη των εκλογών να διαλύονται στα εξ ων συνετέθησαν. Μπορεί να παραμένει ο τίτλος, αλλά είναι… σφραγίδα.

Αυτοί που προεκλογικά υπόσχονταν ότι θα είναι δίπλα στον πολίτη και θα δίνουν καθημερινές μάχες χάνονται, για να επανεμφανιστούν μετά από χρόνια, είτε με το ίδιο, είτε με άλλα ψηφοδέλτια, και να ζητήσουν πάλι την ψήφο μας.

Έχουμε δει όμως και άλλους να «είναι εκεί» και μετά την ήττα τους, να δίνουν τις μάχες μέσα και έξω από το δημοτικό συμβούλιο και, κυρίως να εξακολουθούν να λειτουργούν ως παράταξη.

Αυτούς μπορούμε να τους εμπιστευτούμε περισσότερο. Μαζί με όλα τα άλλα κριτήρια που θα βάλουμε, λοιπόν, ας είναι και αυτό της διαρκούς παρουσίας στα δημόσια πράγματα. Κάτι καλό θα βγάλει.
 Εδώ και… αύριο!

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

190507 ΦΙΛΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τι άλλο συνέβη;
                 
Κατά τη διάρκεια της απουσίας μας εννοώ. Νομίζω ότι ένα από τα γεγονότα που σημάδεψαν την επικαιρότητα των ημερών, και που μας απασχολούν ακόμη, ήταν η συμπεριφορά του κυρίου (τρόπος τού λέγειν) Πολάκη.

Θυμάμαι σας το είπα και άλλη φορά, με το εν λόγω πρόσωπο αποφεύγω συστηματικά να ασχοληθώ, διότι πιστεύω πως αντιπροσωπεύει το πιο χαρακτηριστικό δείγμα εκείνου που λέει ο λαός μας «απ’ όπου και να τον πιάσεις λερώνεσαι».

Προσοχή, για να μην παρεξηγηθώ. Δεν μ’ ενδιαφέρει αν είναι καλός γιατρός. Δεν μ’ ενδιαφέρει ακόμη και αν κάνει καλά τη δουλειά του στο πόστο που του ανέθεσε ο πρωθυπουργός. Για μένα ένας πολιτικός (πρέπει να) είναι κάτι άλλο.

Ο πολιτικός είναι, κατά το Ευαγγέλιο, «πόλις επάνω όρους κειμένη». Τη βλέπουν όλοι από παντού, δεν μπορεί να κρυφτεί. Πόσω μάλλον σήμερα, που η ζωή όλων μας παρακολουθείται στενά.

Ένας πολιτικός επομένως, διδάσκει, όπως ακριβώς και ένας δάσκαλος. Πρωτίστως με τη στάση του και δευτερευόντως με αυτά που λέει (ή γράφει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως είναι η μόδα).

Τι διδάσκει όμως ο Παύλος Πολάκης; Θα το πω όσο πιο απλά γίνεται, για να το καταλάβει και ο ίδιος, γιατί έχω την εντύπωση πως διαθέτει ένα δίκτυο που παρακολουθεί οτιδήποτε γράφεται ή λέγεται για την αφεντιά του:

Διδάσκει πως ηθικό είναι… να μην κλέβεις το δημόσιο. Μόνον αυτό! Οτιδήποτε άλλο κάνεις ή πεις, δικαιολογείται, για να μην πω καθαγιάζεται, από το γεγονός ότι εσύ υπήρξες ακέραιος, δεν άπλωσες χέρι στο ταμείο.

Αν μάλιστα μπορείς να υποστηρίξεις πως δίνεις τη μάχη για να πιαστούν και να τιμωρηθούν όσοι το έπραξαν, τότε δεν χρειάζεται καμιά απολύτως άλλα απόδειξη της ηθικής σου ανωτερότητας. Είσαι σούπερ! 

Από εκεί και πέρα, είσαι ελεύθερος να λες και να κάνεις οτιδήποτε (και με οποιονδήποτε τρόπο) όντας βέβαιος πως «τους έχεις όλους», πως τίποτε δεν σε κουνά από το βάθρο (κάνει ρίμα με τον βόθρο) σου.

Κι αν κάποιος βρεθεί να σου αντιγυρίσει μια κουβέντα; Κι αν κάποιος επιχειρήσει να σου ασκήσει κριτική, όπως επιβάλλεται απέναντι σε δημόσιο πρόσωπο που κατέχει αξίωμα; Κι αν κάποιος τολμήσει…

Το άλλο πουλάκι:
Δεν θα τολμήσει!

Αν το κάνει, κακό του κεφαλιού του. Τον πήρε και τον σήκωσε. Αφήστε που κινδυνεύει να βρεθεί και μερικά μέτρα κάτω από τη γη. Συμβολικά έτσι; Ο λόγος που το λέει. Δεν πιστεύω να παίρνει κανείς στα σοβαρά τέτοιες κουβέντες!

Το λιγότερο όμως που έχει να πάθει είναι να κατηγορηθεί για ιδιοτέλεια. Πως ο λόγος που επιτίθεται στον υφυπουργό είναι επειδή έχει ταχθεί με τα συμφέροντα εναντίον των οποίων εκείνος μάχεται νυχθημερόν.

Για να το πω απλά, ο Πολάκης τού χαλάει τη δουλειά και γι’ αυτό του επιτίθεται, μήπως και μπορέσει ή να τον κάνει να καταθέσει τα όπλα, ή να αναγκάσει τον πρωθυπουργό να τον απομακρύνει από το συγκεκριμένο πόστο.

Αν το καλοσκεφτείτε, μια τέτοια «γραμμή άμυνας», δηλαδή επίθεσης κατά πάντων, είναι πολύ έξυπνη. Στην πραγματικότητα αποτελεί μια προειδοποίηση προς τον Αλέξη Τσίπρα, μη τυχόν και πειράξει τον αψύ Σφακιανό.

Είδατε τι έγινε με τον Φίλη; Τα έβαλε με την Εκκλησία, ο Τσίπρας τον απομάκρυνε και όλοι είπαν το προφανές, ότι προτίμησε να τα έχει καλά με τον Αρχιεπίσκοπο, παρά με τον υπουργό που ο ίδιος είχε τοποθετήσει.

Αν λοιπόν, απομακρύνει τον Πολάκη, ο οποίος τα έχει βάλει όχι μόνο με τα οργανωμένα συμφέροντα που λυμαίνονταν την Υγεία, αλλά και με τα συστημικά Μέσα και τα βοθροκάναλα, τι να υποθέσει κανείς;

Ότι ο πρωθυπουργός προτιμά να τα έχει καλά με όλους αυτούς; Είναι ποτέ δυνατόν; Γι’ αυτό και προσπαθεί να τον υπερασπιστεί μέχρι τέλους, έστω κι αν ξέρει πως η συνολική του εικόνα κάνει κακό στην παράταξη.

Η απομάκρυνσή του θα κάνει μεγαλύτερο. Εξάλλου, ο Πολάκης ανήκει σε εκείνους τους ανθρώπους για τους οποίους, αν είναι να έχεις παρτίδες μαζί τους, καλύτερα να τους έχεις με το μέρος σου, παρά απέναντι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Είναι όμως και φίλοι!

Δεν ξέρω αν αυτό λέει τίποτε σ’ εσάς για το ποιόν του Αλέξη Τσίπρα, σε μένα πάντως λέει το γνωστό: ότι οι φιλίες που επιλέγει κάποιος χαρακτηρίζουν και τον ίδιο. Υπάρχουν όμως φιλίες στην πολιτική;

Κάποιοι απαντούν αρνητικά. Υποστηρίζουν πως στην πολιτική οι ανθρώπινες σχέσεις, όπως και κάθε τι άλλο, «σημαδεύονται» από το συμφέρον. Που μπορεί να είναι κομματικό, γενικώς, δεν παύει όμως να είναι και προσωπικό.

Δεν θα συμφωνήσω. Θέλω να πιστεύω ότι και οι πολιτικοί, τουλάχιστον πολλοί από αυτούς, είναι «άνθρωποι», ότι εξακολουθούν, δηλαδή, να έχουν και άλλα κίνητρα, να σκέφτονται και πέρα από τις ψήφους. 

Αυτό δεν απαλλάσσει, απεναντίας κάνει μεγαλύτερη την ευθύνη του Αλέξη Τσίπρα για την επιλογή του να έχει ως φίλο κάποιον άνθρωπο σαν τον Παύλο Πολάκη. Που δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει αν είναι καλός γιατρός.

Ούτε ακόμη και αν κάνει καλά τη δουλειά του στο πόστο που του ανέθεσε. Έχει ευθύνη γι’ αυτό που… αποπνέει ο φίλος του, για τον τρόπο με τον οποίο φέρεται δημοσίως, για το ήθος, το άλλο ήθος εκείνο που δεν εξαντλείται στην τιμιότητα.

Για να μην το πάω και παραπέρα. Ένας σωστός φίλος βλέπει πότε η παρουσία του δίπλα σου δημιουργεί προβλήματα και με τρόπο απομακρύνεται από το κάδρο. Δεν παύει να είναι φίλος, αλλά το κάνει πιο διακριτικά.

Θα μου πείτε τώρα ότι περιμένω καλλιγραφία…
Και θα έχετε δίκιο.
 Φιλικά, αλλά αυστηρά!

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

190319 ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Κληρονομικώ δικαιώματι!

Τι ωραίες αυτές οι Δοτικές και ας μην τις αναγνωρίζει ο αυτόματος διορθωτής. Τι ξέρει αυτός; Ευτυχώς εμείς είμαστε του προφορικού λόγου, όπου δεν υπάρχουν εκείνες οι ενοχλητικές κόκκινες υπογραμμίσεις.

Βεβαίως έτσι μας ξεφεύγουν κάποια λάθη, όμως τα έχει αυτά η… προφορικότητα. Όταν συζητάς, μπορεί καμιά φορά να δίνεις μεγαλύτερη σημασία στο τι θα πεις και όχι στο πώς ακριβώς θα το πεις.

Κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι αυτά τα δύο δεν διαχωρίζονται· και δεν θα έχουν άδικο. Ας αφήσουμε όμως αυτή την κουβέντα για άλλη φορά. Εδώ ολόκληροι πρωθυπουργοί και κάνουν λαθάκια…

Λέγαμε, λοιπόν, για όλα εκείνα που μπορεί να κληρονομήσει κάποιος από τους γονείς του και που δεν είναι ασήμαντα πράγματα. Ασχέτως αν καμιά φορά δεν μπορεί να αντέξει το βάρος της κληρονομιάς.

Θα έχετε ακούσει ότι, στις μέρες μας, όλο και περισσότεροι προβαίνουν σε αποποίηση κληρονομιάς, αφού είναι πολλά εκείνα που θα πρέπει να πληρώσουν για να πάρουν κάτι αμφιβόλου αξίας.

Αν δηλαδή κληρονομήσεις ένα ακίνητο, το οποίο και θα πρέπει να επισκευαστεί για να πουληθεί, και θα σε επιβαρύνει με τον ΕΝΦΙΑ, και, κυρίως, θα πρέπει να καταβάλης έναν μεγάλο φόρο κληρονομιάς…

Τότε το αφήνεις να πάει στην ευχή της Παναγιάς και βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που δεν το κληρονόμησες καμιά δεκαριά χρόνια νωρίτερα. Γι’ αυτό, το καλύτερο που μπορεί να σου αφήσει κάποιος είναι τα μετρητά.

Και μάλιστα στο χέρι! Δηλαδή να τα βρεις σε καμιά βαλίτσα, ή σε κανένα συρτάρι, εκεί που πας να ξεσκαλίσεις (για να πετάξεις) όλα τα παλιά «κιτάπια» που ο εκλιπών κρατούσε φυλαγμένα.

Βεβαίως υπάρχει και η άλλη δυνατότητα. Να κληρονομήσεις ένα «καλό όνομα», πράγμα που δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο, ούτε έχει μόνο συναισθηματική αξία. Βεβαίως εδώ τίθεται ένα θέμα… σεξισμού.

(Είναι πολύ της μόδας πίσω από κάθε τι να βλέπουμε διάφορα τέτοια μη πολιτικώς ορθά πράγματα, και εγώ δεν θα είμαι εκείνος που θα αποτελέσει εξαίρεση. Διότι το όνομα το κληρονομείς από τον πατέρα σου.)

Το άλλο πουλάκι:
Γιατί από τον πατέρα, μόνο;

Έλα, ντε! Φαντάζεστε να κατέβαινε ο άλλος στην πολιτική με επίθετο… Τσαντ; Ή επίθετο Γιαννούκος; Ποιος θα τον ψήφιζε; Ποιος θυμάται ότι αυτά είναι τα επίθετα της Μαργαρίτας και της Μαρίκας αντίστοιχα;

Ενώ… Παπανδρέου; Ενώ… Μητσοτάκης; Εκλέγεσαι χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, και μπορείς να φτάσεις μέχρι πρωθυπουργός. Εδώ ο άλλος έγινε τέτοιος μόνο και μόνο επειδή τον έλεγαν Καραμανλή!

Παρένθεση: Και μετά από την αποδεδειγμένη ανικανότητά του, την παροιμιώδη βαρεμάρα του και την εκνευριστική σιωπή του, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που δηλώνουν «καραμανλικοί» και τον θεωρούν ελπίδα για το μέλλον!

Το καλό όνομα, λοιπόν, δεν είναι αμελητέο πράγμα. Ανοίγει πόρτες. Από τη στιγμή όμως που θα μπεις μέσα, θα πρέπει με κάποιον τρόπο να αποδείξεις ότι το φέρεις επάξια, ότι κάτι πήρες και από… τη χάρη. 

Εδώ όμως γίνεται μια παρεξήγηση. Διότι πολλοί θεωρούν πως, μαζί με το όνομα κληροδοτούνται και όλα τα χαρίσματα που είχε ο γονιός. Κάτι ανάλογο που συμβαίνει με εμάς και τους ενδόξους προγόνους μας, δηλαδή.

Όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Η πολιτική οξυδέρκεια του πατέρα, το μουσικό ή το συγγραφικό ταλέντο, οι αθλητικές ικανότητες, η εντιμότητα ή η ηθική ακεραιότητα, είναι πράγματα που δεν κληροδοτούνται. 

Θα πρέπει ο κάθε κληρονόμος του ονόματος να αποδείξει ότι διαθέτει και τις χάρες. Διαφορετικά, καλύτερα να προβεί σε… αποποίηση κληρονομιάς, αφού ο γονιός του δεν μπορεί να πάρει πίσω το όνομα που του άφησε.

Εμείς, αντί να τα σκεφτόμαστε όλα αυτά, φτάσαμε στο σημείο να πιστεύουμε ότι μπορεί να κληροδοτηθεί ακόμη και η… αριστεροσύνη! Και μάλιστα η κληρονομιά αυτή να είναι αρκετή για να πάρεις μια θέση!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Νεποτισμός.

Αν ανοίξουμε έναν παλιό και καλό «Δημητράκο», θα διαβάσουμε ότι ο «νεπωτισμός» είναι η τάσις τής εν τη καταλήψει ανωτέρων θέσεων και αξιωμάτων προτιμήσεως των συγγενών και ευνοουμένων υπό των ισχυρών προσώπων.

Για όσους προτιμούν το πιο σύγχρονο ΛΚΝ του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη, νεποτισμός είναι η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που δίνει σε κάποιον η θέση που κατέχει, για να εξασφαλίσει σε συγγενείς[…]

Βλέπουμε ότι ο Δημητράκος είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Διότι ο συγγενής μπορεί να προτιμηθεί ακόμη και αν το «ισχυρό πρόσωπο», αυτός που «κατέχει μια θέση», δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή.

Όταν δηλαδή δεν είναι ο πατέρας σου αυτός που σου εξασφαλίζει μια καλή θέση, αλλά… το όνομα που εκείνος σου κληροδότησε. Το οποίο, μαζί με σένα, το εκμεταλλεύονται και εκείνοι που σου προσφέρουν τη θέση.

Με το αζημίωτο. Διότι η δική σου προτίμηση μπορεί να φέρει σε εκείνους ψήφους, ή να τους δώσει επίσης λίγη από τη λάμψη που έχει το όνομά σου. Έτσι πάνε αυτά τα πράγματα· κάτι δίνεις και κάτι παίρνεις.

Το περίεργο είναι ότι σ’ αυτήν τη συναλλαγή υπεισέρχεται και μια τρίτη παράμετρος, που είναι ο απλός πολίτης, εκείνος που θα τη δικαιώσει ή θα την αφοπλίσει, θα τη θέσει εκτός λειτουργίας. 

Όλοι λέμε ότι ο πολίτης είναι ο τελικός κριτής. Αν ο ίδιος όμως δεν αποδεχθεί αυτόν τον ρόλο, τότε τζάμπα κουβέντα κάνουμε. Οι κληρονόμοι θα τα παίρνουν όλα… όχι με την αξία τους, αλλά με ξένες πλάτες.
Το κακό με το όνομα είναι ότι δεν μοιράζεται. 
Το κληρονομούν όλοι!





Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

190305 ΣΧΕΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πώς πρέπει να είναι μια ερωτική σχέση;

Είπαμε χθες ότι σας χρωστάμε κάτι. Να διατυπώσουμε ξεκάθαρα και τη δική μας άποψη για το κύριο χαρακτηριστικό που πρέπει να διακρίνει μια ερωτική σχέση, ώστε αυτή να είναι αποδεκτή.

Από ποιον αποδεκτή; Από εμάς, φυσικά. Αφού γι’ αυτό ακριβώς μιλάμε. Ο καθένας έχει τα δικά του κριτήρια και, εννοείται, η πολιτεία βάζει τα δικά της, που φροντίζει, μέσω των νόμων και των δικαστηρίων, να τηρούνται.

Κάθε ερωτική σχέση, λοιπόν, οφείλει να είναι ισότιμη. Και όχι σχέση… κυριαρχική, ή για να δανειστούμε ένα όρο του Γκράμσι, σχέση ηγεμονίας. Το τι ακριβώς σημαίνει αυτό θα το εξηγήσουμε αμέσως.

Τα δύο (ή περισσότερα) μέλη που συμμετέχουν σε μια τέτοια σχέση να είναι πάνω κάτω «ισοδύναμα». Και να διαθέτουν την ωριμότητα να καταλαβαίνουν πολύ καλά τι (θέλουν να) κάνουν. Αυτό σηκώνει παραπέρα εξήγηση.

Μια σχέση στην οποία ο ένας είναι ώριμος, με γνώση και εμπειρίες από τη ζωή, πιθανότατα με σημαντική μόρφωση, ενώ ο άλλος είναι άβγαλτος, νέος ίσως στη ηλικία και χωρίς αντίστοιχες παραστάσεις, δεν είναι σχέση ισότιμη.

Είναι βέβαιο ότι εκείνος που έχει το πάνω χέρι είναι ο μεγαλύτερος και μπορεί πολύ εύκολα να γίνει υπερβολικά χειριστικός, παρασύροντας τον άλλο σε δρόμους που ίσως δεν θα ήθελε να ακολουθήσει.

Ένας καθηγητής, για παράδειγμα, μπορεί πολύ εύκολα να «θαμπώσει» μια μαθήτρια στην οποία κάνει ιδιαίτερο μάθημα, να τη γοητεύσει με την όλη προσωπικότητά του, και να συνάψει μαζί της μια ερωτική σχέση.

Ανεξαρτήτως τού τι προβλέπει ο νόμος, αυτή είναι μια σχέση ανέντιμη, ακριβώς επειδή δεν βασίζεται στη ισότιμη συμμετοχή των δύο μερών. Βλέπετε, δεν έφερα ακραίο παράδειγμα, αλλά κάποιο από την καθημερινότητά μας.

Ακόμη και αν η μαθήτρια έχει την ηλικία ώστε να θεωρείται νομικά ενήλικη, αυτό δεν αναιρεί το ανέντιμο της χειρονομίας από πλευράς του καθηγητή. Ειδικά όταν αυτή η σχέση δεν είναι η μοναδική που έχει συνάψει.

(Βλέπετε, για την αντίστροφη περίπτωση, καθηγήτριας με μαθητή, δεν μιλάω καθόλου, γιατί τα κοινωνικά στερεότυπα που υπάρχουν θα την πάνε αλλού τη συζήτηση και δεν το θέλω. Καλύτερα να παραμείνουμε σε πιο… κλασικές περιπτώσεις.)

Το άλλο πουλάκι:
Η ηλικία είναι μία παράμετρος.

Και για να το καταλάβουμε καλύτερα, δυο νέοι, ανήλικοι κατά τον νόμο, που συνάπτουν μια ερωτική σχέση, συμμετέχουν σ’ αυτήν (σχεδόν πάντα) ισότιμα. Επομένως η σχέση τους δεν έχει κάτι το επιλήψιμο.

Μπορεί να θεωρούμε ότι είναι ανώριμοι, ότι δεν βρίσκονται ακόμη σε θέση να διαχειριστούν σωστά τα συναισθήματά τους ή/και τις ορμές τους, όμως αυτό ισχύει και για τους δύο το ίδιο. Κανείς δεν… ηγεμονεύει.

Θυμάμαι μια περίπτωση, σε έναν γάμο, όταν ο κουμπάρος του ζευγαριού ρώτησε τη νύφη τι δώρο θα ήθελε να της πάρει και εκείνη απάντησε «ένα ποδήλατο»! Ήταν, βλέπετε, μόλις δεκατριών ετών.

Γνώρισε κάποιον μεγαλύτερο, τον ερωτεύτηκε, έμεινε έγκυος και αποφασίστηκε ο γάμος. Αυτό ο νόμος δεν το απαγορεύει και οι οικείοι, μαζί με τους συγγενείς και τους φίλους το… χειροκρότησαν στην εκκλησία.

Δεν παύει όμως να είναι, κατά την άποψή μας, μια σχέση τρομερά άνιση και, ως εκ τούτου, ανέντιμη, πέρα από το γεγονός ότι μπορεί να έχει ευτυχέστερη συνέχεια από άλλες όπου η συμμετοχή του ζευγαριού μπορεί να είναι ισότιμη.

Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν σε μια ερωτική σχέση υπάρχει και… οικονομική ανισότητα. Μιλάμε για δυο διαφορετικές περιπτώσεις. Η πρώτη, όπου ο ένας είναι πολύ πλούσιος και (καλο)συντηρεί τον άλλο με τα λεφτά του δεν μας ενδιαφέρει εδώ.

Πιθανότατα ο δεύτερος θα βρίσκεται πάντα σε μια μειονεκτική θέση, πράγμα καθόλου καλό για τη σχέση, όμως, από τη στιγμή που ήταν ώριμος και το επέλεξε γνωρίζοντας τον… κίνδυνο, εμάς δεν μας πέφτει λόγος.

Τι γίνεται όμως στη περίπτωση που το χρήμα τού ενός εξαγοράζει απλώς τις ερωτικές υπηρεσίες του άλλου; Μπορούμε τότε να μιλήσουμε για ισοτιμία ή το πράγμα είναι από εξ ορισμού σχέση εξουσίας;

Νομίζω ότι και πάλι παίζει ρόλο η ωριμότητα, αλλά και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέχονται οι ερωτικές υπηρεσίες του δεύτερου… συμβαλλόμενου. Αν είναι ενήλικας και έτσι αποφάσισε ο ίδιος, κανένα πρόβλημα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μιλάμε για… εμπορική συναλλαγή.

Ο ένας, έχοντας σώας τας φρένας και εν πλήρει συνειδήσει, πουλάει τις ερωτικές του υπηρεσίες και ο άλλος τις αγοράζει πληρώνοντας το αντίτιμο. Αυτό και τέλος. Και οι δυο γνωρίζουν επακριβώς τι δίνουν και τι παίρνουν.

Η κατάσταση όμως αλλάζει, όταν οι ερωτικές υπηρεσίες προσφέρονται όχι οικειοθελώς, αλλά επειδή το άτομο που τις προσφέρει είναι υποχρεωμένο, για διάφορους λόγους, να το κάνει. Όταν, για να το πω πιο σωστά, είναι εξαναγκασμένο.

Τότε το πράγμα χαλάει και εκείνος που πληρώνει για να αγοράσει τέτοιου είδους υπηρεσίες φέρει μεγάλη ευθύνη. Πόσο μεγάλη; Αυτό το κρίνει ο νόμος, συνεκτιμώντας και άλλες παραμέτρους.

Για εμάς όμως, μια και δεν μιλάμε σήμερα με οδηγό το τι προβλέπεται νομικά, αλλά το πώς κρίνουμε εμείς τις ερωτικές σχέσεις, μια τέτοια συνεύρεση είναι απαράδεκτη. Και εκείνος που πληρώνει για να την έχει το ίδιο.

Κλείνουμε την κουβέντα ξέροντας πολύ καλά ότι γενικεύσαμε επικίνδυνα, μια και σε κάθε είδους σχέση υπάρχουν χιλιάδες ειδικές περιπτώσεις. Ελπίζουμε όμως να έγινε κατανοητό αυτό που θέλαμε να πούμε.

Ίσως, με άλλη ευκαιρία, πούμε περισσότερα και με πιο αναλυτικό τρόπο.


«Να ξέρουμε τι δίνουμε, τι γράφουμε», που λέει κι ο Ζίκος!


Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

190304 ΑΝΑΡΜΟΣΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Αλληλεγγύη!

Πρόκειται για ένα ευγενές συναίσθημα και, ως εκ τούτου, πρέπει να εκτιμούμε εκείνους που το διαθέτουν. Μόνο που η αλληλεγγύη δεν είναι κάτι που μπορεί να το διαθέτεις σε… απόλυτο βαθμό.

Όπως, ας πούμε η ευγένεια, την οποία μπορείς να εκφράζεις σε κάθε περίπτωση. Η αλληλεγγύη απευθύνεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα, μεμονωμένα ή σύνολα, τα οποία πλήττονται, ή περνούν μια δύσκολη «φάση».

Η αλληλεγγύη μοιάζει όμως με την ευγένεια σε κάτι άλλο. Μπορεί να μη σου… βγαίνουν φυσικά, αλλά να αισθάνεσαι υποχρεωμένος να φανείς αλληλέγγυος ή ευγενής, επειδή κάτι τέτοιο επιτάσσει η πολιτική ορθότητα.

Γίνεται, ας πούμε, μια τρομοκρατική επίθεση σε κάποια εφημερίδα την οποία εσύ ποτέ δεν διάβαζες, με την οποία μπορεί και να διαφωνούσες ριζικά, όμως βγαίνεις και δηλώνεις την αλληλεγγύη σου στους ανθρώπους της.

Συναντάς σε δημόσια εκδήλωση κάποιο πρόσωπο τον οποίο δεν εκτιμάς καθόλου, καθώς όμως είσαι υποχρεωμένος να το χαιρετήσεις, φέρεσαι ευγενικά, δίνεις το χέρι σου, λες ένα «πώς είστε» και πας παρακάτω.

Υπάρχουν πάλι περιπτώσεις που αισθάνεσαι υποχρεωμένος να σταθείς στο πλάι κάποιου που περνάει δύσκολες στιγμές, απλώς επειδή είναι δικός σου άνθρωπος, ακόμη και αν για τις δυσκολίες έχει ευθύνη ο ίδιος.

Συμπαραστέκεσαι τον φίλο σου που σε όλη την εξεταστική «πετούσε αετό» και δεν πέρασε κανένα μάθημα, ακόμη κι αν ξέρεις πως αποκλειστικά υπεύθυνος γι’ αυτό είναι ο ίδιος και κανένας άλλος.

Λυπάσαι όταν μαθαίνεις πως έκλεισε η επιχείρηση ενός γνωστού σου, έστω και αν έβλεπες καλά ότι με τον τρόπο με τον οποίο τη λειτουργούσε ήταν μαθηματικώς βέβαιο πως πάει για λουκέτο.

Όλα αυτά είναι ανθρώπινες και απολύτως κατανοητές αντιδράσεις· έτσι λειτουργούμε και έτσι πρέπει να λειτουργούμε, αφού δεν είμαστε μηχανές, ούτε καν ζυγαριές για να μετράμε το κάθε τι αντικειμενικά.

Το ερώτημα είναι τι γίνεται αν ένας δικός μας άνθρωπος βρεθεί σε μια δύσκολη θέση, τέτοια όμως που αποδεικνύει ότι, τελικά, δεν ήταν (μόνο) αυτός που νομίζαμε, αλλά και κάτι άλλο, πολύ κακό.

Το άλλο πουλάκι:
Τότε υπάρχει θέμα.

Πώς να σταθείς στο πλευρό κάποιου που… πουλούσε ναρκωτικά σε παιδιά, που είχε ερωτικές σχέσεις με ανήλικους, που εκμεταλλεύονταν θύματα trafficking, που διακινούσε παράνομα μετανάστες…

(Η σειρά δεν είναι αξιολογική, αλλά τυχαία. Θα μπορούσε ο καθένας να προσθέσει ένα σωρό άλλες πράξεις που τις θεωρεί αποτρόπαιες. Πιστεύω πάντως ότι καταλάβατε το θέμα που τίθεται εδώ.)

Τι γίνεται όταν αυτός ο κάποιος είναι δικός σου άνθρωπος; Έχεις δικαίωμα να του κρατήσεις το χέρι, χωρίς να θεωρηθεί ότι εγκρίνεις τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ή έχει καταδικαστεί;

Δεν λέω, οι επαγγελματίες, δηλαδή οι δικηγόροι, έχουν υποχρέωση να το κάνουν. Εμείς, οι απλοί θεατές της υπόθεσης, μπορούμε να πούμε έναν λόγο συμπάθειας, ή θα μας πάρει κι εμάς η μπάλα του αναθέματος;

Από την άλλη, τι σημαίνει «δικός μας άνθρωπος»; Μέλος της οικογένειάς μας; Συνεργάτης στη δουλειά; Συνάδελφος γενικώς; Συμπολίτης; Γείτονας; Κάποιος που ανήκει στο ίδιο κόμμα; Στην ίδια «θύρα»; Στην ίδια ενορία;

Επιπλέον. Αν κάποιος κατηγορηθεί ή/και κριθεί ένοχος για μια ειδεχθή πράξη, σημαίνει ότι όλα τα μέλη της οικογένειας, όλος ο επαγγελματικός ο κλάδος, ολόκληρη η πόλη… είναι υπεύθυνοι, γιατί όχι και συνένοχοι;

Και, για να μην θεωρηθούν τέτοιοι, θα πρέπει πρώτα εκείνοι, οι κοντινοί του άνθρωποι, να σύρουν τον χορό του αναθέματος, του δημόσιου διασυρμού, της διαπόμπευσης; Κι αν δεν το κάνουν, τι θα υποθέσουμε;

Ότι εγκρίνουν τις δικές του πράξεις; Ότι «και αυτοί «ίδιοι είναι»; Φλυαρώ, το καταλαβαίνω, και ξαναλέω τα ίδια πράγματα, όμως βλέπω ότι, αν και αυτονόητα κάποια, τα προσπερνούμε με μεγάλη ευκολία.

Το ζήσαμε έντονα αυτές τις μέρες με την υπόθεση του Νίκου Γεωργιάδη, όταν η αμηχανία των «δικών του» εκλήφθηκε ως ένοχη σιωπή, ενώ η κατακραυγή θεωρήθηκε απόδειξη αμέμπτου ηθικής. Τέτοια υποκρισία!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τον άλλον έπεσαν να τον φάνε!

Επειδή βγήκε με ένα μακροσκελές και εμπεριστατωμένο κείμενο να πει… τι λέει ο νόμος! Να ξέρουμε για ποιο πράγμα μιλάμε! Κάθεται ο άνθρωπος και γράφει χίλιες οκτακόσιες λέξεις για να εξηγήσει μια ουσιώδη νομική διαφορά…

Και ο άλλος με ένα τουίτ τού λέει «είσαι εμετικός» και… καθάρισε.
Η λογική (λέμε, τώρα) είναι απλή: Δεν έσπευσες να ρίξεις πέτρες, άρα είσαι ίδιος. Το κόμμα του δεν μίλησε, επομένως τον καλύπτει.

Για να μην πω ότι οι περισσότεροι εκεί πέρα μέσα δεν διαφέρουν -ως προς την ποιότητα του χαρακτήρος- με τον εκάστοτε κακούργο.  Έτσι εξηγούνται και οι πανηγυρισμοί, κάθε φορά που αποκαλύπτεται ότι ένα πολιτικό πρόσωπο είχε… λερωμένη τη φωλιά του.

Και αρχίζουν οι γενικεύσεις, αρχίζουν οι αναγωγές, ξεθάβεται το παρελθόν, γίνονται συμψηφισμοί, μόνο και μόνο για να αποδείξουμε ότι, κάθε στέλεχος είναι προϊόν αποκλειστικά του πολιτικού χώρου στον οποίο ανήκει.

Επομένως, «αυτός ο χώρος τέτοιους βγάζει». Αυτό εμμέσως, αλλά σαφέστατα, το (από)δέχονται και τα ίδια τα κόμματα, αφού προσπαθούν να σφυρίξουν αδιάφορα, έτσι ώστε να προκληθεί όσο το δυνατόν μικρότερη ζημιά σ’ αυτά.

Είδατε όμως; Με το ένα και με το άλλο, δεν σας είπαμε τη δική μας άποψη για τις ανθρώπινες ερωτικές σχέσεις, τι θεωρούμε αποδεκτό και τι έγκλημα, και, φυσικά, πόσο μας ενοχλεί η υποκρισία πίσω από όλα αυτά.

Κι αύριο όμως μέρα είναι.
 Δικός μας άνθρωπος!
Για τον Αντύπα λέω.