ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΓΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΓΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

190415 ΖΗΜΙΩΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πού θα πάμε έτσι;

Ακούγεται από όλο και περισσότερες μεριές, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η επόμενη κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας θα πορευτεί με εκδικητικές διώξεις εναντίον των πολιτικών της αντιπάλων, αυτών που κυβερνούν σήμερα.

Με βάση αυτό το δεδομένο, πράγματι «η Novartis αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους». Με βάση, δηλαδή, τις πληγές που θα αφήσει στην ελληνική κοινωνία.

(Για να μην παρεξηγηθούμε και θεωρηθούμε ντιπ ανιστόρητοι, η ελληνική κοινωνία έχει πληγωθεί από μεγάλους διχασμούς, εκείνοι όμως δεν είχαν ως βάση τους ένα πολιτικό-οικονομικό σκάνδαλο.)

Υπάρχει σκάνδαλο Novartis; Θα ήταν αστείο να υποστηρίξει κανείς το αντίθετο. Η υπόθεση αυτή έχει αναδειχθεί, με βάση έρευνες που διεξήχθησαν παγκοσμίως, ως τεράστιο σκάνδαλο με χιλιάδες εμπλεκόμενους.

Σχεδόν παντού όμως, η εμπλοκή αφορούσε γιατρούς, φαρμακοποιούς, ντίλερς, μεσάζοντες και διάφορους άλλους ανθρώπους που έχουν καθημερινή σχέση με την εμπορία και τη διακίνηση των φαρμάκων.

Στη χώρα μας η έρευνα εστίασε σε πολιτικά πρόσωπα και έτσι το σκάνδαλο πήρε διαφορετικό χρώμα, αφού συνδέθηκε με την γενικότερη πολιτική γύρω από την υγεία και κυρίως τη φαρμακευτική δαπάνη.

Ωστόσο, εγώ βλέπω τεράστιες ευθύνες και στον τρόπο με τον οποίο τα Μέσα χειρίστηκαν το θέμα. Το οποίο πέρασε στην κοινωνία ως στοιχείο αντιπαράθεσης ανάμεσα στους «καθαρούς» και τους «λερωμένους» πολιτικούς.

Για παράδειγμα, όλοι μάθαμε την περίφημη ρήση του κ. Παπαγελόπουλου που ανέφερα προηγουμένως, δήλωση που έκανε πέρσι τον Φεβρουάριο. Πόσοι όμως γνωρίζουμε τη συνέχειά της που έγινε τον Μάιο;

«Ακόμη και στην πυρά να με βάλετε, ακόμα και να με σταυρώσετε το επαναλαμβάνω: το σκάνδαλο της Novartis είναι το μεγαλύτερο. Όμως το επαναλαμβάνω: δεν αναφέρομαι σε πολιτικά πρόσωπα».

Το άλλο πουλάκι:
Το επαναλαμβάνει!

Και το… ξαναεπαναλαμβάνει! Πόσοι όμως από εμάς σταθήκαμε στο «δεν αναφέρομαι σε πολιτικά πρόσωπα»; Οι περισσότεροι λειτουργήσαμε με τον τρόπο που λειτούργησαν και οι (κουκουλοφόροι) «μάρτυρες» της υπόθεσης:

Με τόσες μίζες να χορεύουν γύρω, είναι δυνατόν να μην τα πήραν και εκείνοι που είχαν το βάρος της υπογραφής για την υγεία; Εξάλλου, όταν έτσι σκέφτονται και λειτουργούν κοτζάμ υπουργοί, τι θα κάναμε εμείς οι απλοί πολίτες;

Έπειτα, αυτή η προσέγγιση στο σκάνδαλο Novartis στάθηκε πολύ βολική, αφού ήρθε να δικαιώσει έναν ακόμη μύθο στον οποίο επενδύσαμε όλα αυτά τα χρόνια: Οι μίζες έφεραν τη χρεοκοπία!

Άκουσα ο ίδιος, δημοσιογράφο, υποψήφιο με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, να υποστηρίζει ότι το σκάνδαλο αυτό μπορεί να ζημίωσε το ελληνικό κράτος και 23 δισ., κάτι που δήλωσε πρώτος ο υπουργός Δημήτρης Τζανακόπουλος. 

Αυτό, όταν τα συνολικά έσοδα της εταιρείας στη χώρα μας κυμαίνονται μεταξύ 300 και 400 εκατομμυρίων ευρώ. Τα συνολικά έσοδα! Δεν είναι καθόλου λίγα, πώς μπορεί όμως να μας έβαλαν μέσα τόσα δισ.;

Θα έπρεπε, δηλαδή, το ελληνικό κράτος, για να «ζημιωθεί» όσο υπολογίζουν κάποιοι στην κυβέρνηση, να πλήρωνε τη Novartis επί εβδομήντα πέντε χρόνια, χωρίς να αγοράζει κανένα απολύτως φάρμακο από αυτήν!

Το ερώτημα όμως επιμένει: Υπάρχει σκάνδαλο Novartis; Η δική μου απάντηση είναι δεν γνωρίζω (αφού δεν θεωρώ σωστό να πω τι υποψιάζομαι ή τι «μου φαίνεται») αλλά περιμένω τη δικαιοσύνη να αποφανθεί.

Πολλοί όμως βιάζονται και, αν δεν φοβόμουν μήπως κατηγορηθώ από τους πολιτικά ορθούς, θα έλεγα το παλιό και πετυχημένο «σαν τη χήρα στο κρεβάτι». Όμως δεν το λέω. Θέλουν να κρυφτούν, αλλά η χαρά δεν τους αφήνει.

Με τη νοοτροπία αυτή όμως φτάσαμε να ακούγονται τόσα πολλά ονόματα πολιτικών που «τα πήραν» (συγγνώμη, αλλά έτσι το αντιλαμβάνεται ο ανυποψίαστος πολίτης), τα οποία στη συνέχεια να απαλλάσσονται.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και να μένει η λάσπη.

Αλλά και η σκέψη «δεν μπορεί, κάτι είχαν κάνει, όμως κατάφεραν και τα κουκούλωσαν». Ό,τι δηλαδή τους δίνει τώρα το δικαίωμα να λένε και οι ίδιοι «δεν θα ησυχάσω αν δεν κλείσω στη φυλακή όσους με συκοφάντησαν».

Πού θα πάμε όμως έτσι; Τι θα γίνει η πολιτική ζωή του τόπου; Θα καταντήσει μια αρένα στην οποία θα αλληλοσφάζονται κατήγοροι με κατηγορούμενους, και μάλιστα ανταλλάσσοντας ρόλους με κάθε αλλαγή κυβέρνησης;

Πόσα χρόνια πίσω θα γυρίσουμε; Και τι είναι αυτό που μπορεί να σταματήσει αυτόν τον κατήφορο, που μόνο δεινά μπορεί να φέρει στον τόπο; Φοβάμαι πως η απαντήσεις είναι πολλά και τίποτε.

Θα με συγχωρέσετε όμως που θα πω ότι την ευθύνη σ’ αυτό το πισωγύρισμα την έχει η σημερινή κυβέρνηση, η οποία πήρε την εξουσία, αλλά και πολιτεύτηκε, υψώνοντας το λάβαρο της κάθαρσης από το «σάπιο παλιό πολιτικό σύστημα».

Και μπορεί η ηθική αυτή σταυροφορία να μην… έφτασε ποτέ στους Αγίους Τόπους, να μην αξιώθηκε να πάρει το Άγιο Δισκοπότηρο ή το Τίμιο Ξύλο της αληθινής πίστης, κατάφερε όμως να λεηλατήσει ό,τι συνάντησε στο πέρασμά της.

Τόσες και τόσες μάχες, από τις περίφημες λίστες, μέχρι τη σημερινή Novartis, δεν έφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Προκάλεσαν όμως την αντίδραση από την άλλη πλευρά και τώρα η συνέχεια θα είναι τραγική.

Διότι, έτσι και ξαμοληθούν κάτι Γεωργιάδηδες και τίποτα Βενιζέλοι και πουν να ζητήσουν ευθύνες από όσους πρωτοστάτησαν στη δημιουργία αυτού του κλίματος, άντε να δούμε ποιος θα τους συγκρατήσει.

Και πού θα φτάσει η πολιτική ζωή του τόπου.
 Κουκουλοφόροι μάρτυρες 
και μασκοφόροι εκδικητές!

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

190226 ΑΛΚΟΟΛΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Σας πειράζει το ποτό;

Μόλις ακούσατε ένα χαρακτηριστικό δείγμα ανόητης ερώτησης. Δηλαδή ερώτησης που δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να τίθεται. Για να καταλάβετε, ανήκει στην ίδια κατηγορία με τις ερωτήσεις «ήρθες;» ή «εδώ είσαι;»

Τέτοιου είδους ερωτήσεις δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα, για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι η απάντηση σ’ αυτές είναι τόσο προφανής που δεν αξίζει να μπει στον κόπο ο ερωτώμενος να την δώσει.

Φυσικά και ήρθα, αφού είμαι μπροστά σου και μου υποβάλλεις την ερώτηση. Φυσικά και με πειράζει το ποτό, αφού δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην τον πειράζει. (Ακόμη κι αν δεν το παραδέχεται ο ίδιος˙ κρατήστε το αυτό.)

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι, ακριβώς εξαιτίας της δεδομένης απάντησης, εκείνος που ρωτά θέλει στην πραγματικότητα να μάθει κάτι άλλο. Και εδώ θα επικαλεστώ τον σοφό γκρινιάρη του ελληνικού κινηματογράφου, τον Ορέστη Μακρή.

«Και τότε, αφού θέλεις να πεις κάτι άλλο, γιατί λες αυτό που λες και δεν λες κατευθείαν εκείνο το άλλο, να ησυχάσουμε». Θυμίζω, από μνήμης, τη σκηνή στην παραλία, όπου η σύζυγός του θέλει να μάθει τι σκέφτεται για το μέλλον των κοριτσιών τους.

Με την ερώτηση «ήρθες», για παράδειγμα, ο ερωτών θέλει, προφανώς να μάθει για ποιο λόγο ο άλλος ήρθε… κιόλας, ενώ θα έπρεπε να αργήσει ακόμη. Με το «εδώ είσαι;» στην πραγματικότητα ρωτά πώς κι έτσι βρίσκεσαι εδώ και όχι κάπου αλλού.

Όταν, λοιπόν, ρωτάμε κάποιον αν τον πειράζει το ποτό, εννοούμε αν αντέχει, αν το σηκώνει κατά κάποιον τρόπο, το αλκοόλ, ή με το πρώτο ποτηράκι γίνεται… γκολ (για να κάνω και μια αποτυχημένη ρίμα).

Θα σας θυμίσω και πάλι μια σκηνή από τον αθάνατο παλιό ελληνικό κινηματογράφο, πάντα από μνήμης. Λέει ο Ντίνος Ηλιόπουλος: «Πίνω. Κι όταν πίνω γίνομαι άλλος άνθρωπος. Και μετά θέλει να πιει κι εκείνος…»

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η πανέξυπνη αυτή ατάκα είναι μια από τις πολλές αποδείξεις πως η τέχνη αντιγράφει τη ζωή. Ή μήπως συμβαίνει το ανάποδο; Τέλος πάντων, θα σας πω πού το πάω και θα καταλάβετε.

«Ο πιο γρήγορος τρόπος για να ξεχάσεις ότι σε κοιτούν συνεχώς είναι να μεθύσεις πολύ. Και όταν μεθάς, σκέφτεσαι τώρα με κοιτούν επειδή είμαι πολύ μεθυσμένος, οπότε πρέπει να πιω περισσότερο για να τους αγνοήσω».

Το άλλο πουλάκι:
Τον πείραξε το ποτό.

Ο λόγος για τον 29χρονο (πλέον) ηθοποιό Ντάνιελ Ράντκλιφ και, για όσους δεν συγκρατούν ονόματα, εκείνον που ενσάρκωσε τον Χάρι Πότερ. (Όνομα είναι και αυτό, αλλά, αν δεν το ξέρετε, παρατήστε τα.)

Αυτός λοιπόν, από όταν ήταν ακόμη έφηβος, ξεκίνησε να πίνει, διότι είχε, λέει, μια τέτοια εικόνα για τον σπουδαίο ηθοποιό και προσπάθησε να ανταποκριθεί σ’ αυτήν. Έπινε, μετά φοβόταν πως γίνεται στόχος…

Και έπινε ακόμη περισσότερο για να ξεφύγει από αυτή την εικόνα που πίστευε ότι δίνει στον κόσμο. Φαύλος κύκλος στον οποίο μπήκε νεότατος και είδε κι έπαθε για να βγει. Όμως φαίνεται ότι τελικά τα κατάφερε.

Το ερώτημα είναι τι είναι αυτό που κάνει ανθρώπους που τα έχουν όλα να αισθάνονται την ανάγκη να καταφύγουν στο ποτό. Και η απάντηση, φυσικά, είναι προφανής: απλώς… δεν τα έχουν όλα!

Τους λείπουν πράγματα που φαίνεται είναι πολύ ουσιαστικά, τόσο που προσπαθούν να τα υποκαταστήσουν με το ποτό (σε άλλες περιπτώσεις με τα ναρκωτικά) χωρίς, φυσικά, να τα καταφέρνουν.

Αυτή όμως είναι μια εντελώς επιφανειακή ανάλυση, που θα ταίριαζε σε οποιοδήποτε κουτσομπολίστικο περιοδικό, από αυτά που ασχολούνται με τις ζωές σπουδαίων ανθρώπων, ή που νομίζει το περιοδικό ότι είναι σπουδαίοι.

Για να συλλάβουμε το θέμα στην πραγματική του διάσταση, θα πρέπει να το δούμε συνολικότερα. Διότι είναι πολύ γενικευμένο το φαινόμενο νέων παιδιών να πίνουν πέρα από το φυσιολογικό.

Όπου ως φυσιολογικό ορίζουμε τον αριθμό εκείνον των ποτών που μπορεί να σηκώσει ένα συνηθισμένο κεφάλι, ένα συνηθισμένο συκώτι και ένα συνηθισμένο… πορτοφόλι. Επειδή το ποτό είναι και ένα ακριβό… άθλημα.

Διότι, όταν μιλάμε για νέους που πίνουν με το παραπάνω, δεν εννοούμε περιπτώσεις περιθωριακών αλκοολικών που αγοράζουν ένα φτηνό μπουκάλι τελευταίας ποιότητας και το πίνουν κάτω από μια γέφυρα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ή γύρω από ένα βαρέλι σκουπίδια που καίγονται.

Μιλάμε για παιδιά με πολλές σπουδές, με καλές δουλειές, όσο καλές μπορούν να θεωρούνται πλέον οι δουλειές που έχουν σήμερα οι (μορφωμένοι) νέοι, με έντονη κοινωνική ζωή, από καλά σπίτια…

Σύμφωνα με πληροφορίες «από μέσα», δεν είναι λίγα τα παιδιά αυτά που προτιμούν ουίσκι των 20 ευρώ -το ποτήρι παρακαλώ, για να μην μπερδευόμαστε- και πίνουν πολλά περισσότερα από ένα.

Θα ξέρετε φαντάζομαι ότι υπάρχουν πλέον και στη χώρα μας εξειδικευμένα ουίσκι μπαρ, όπου μπορεί να πιει κανείς ό,τι (ουίσκι) τραβάει η όρεξή του. Και, εννοείται, ό,τι αντέχει η τσέπη του.

Όπου το ουίσκι δεν σερβίρεται ούτε με πάγο, ούτε με νερό (φυσικά ούτε και με σόδα) αλλά με… πέτρες, whiskey stones, που μπαίνουν παγωμένες στο ποτήρι για να ρίχνουν τη θερμοκρασία, χωρία να αλλοιώνουν τη γεύση.

Έτσι, φίλοι μου, απολαμβάνουν το ποτό τους πολλοί σύγχρονοι νέοι, θυμίζοντας σ’ εμάς τους παλαιότερους κάποιες ένδοξες μέρες, όταν τα ουίσκι γίνονταν καύσιμη ύλη για να ζεσταίνονται οι τραγουδίστριες της πίστας.

Ο καθένας και οι τρόποι του.
 «Πίνου, για να ξιχνώ τουν πόνου»!

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

190222 ΛΟΓΙΚΟΤΑΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Λογικόν!

Δεν ξέρω αν υφίσταται ακόμη το μάθημα, όμως εμείς, σε κάποια τάξη του Λυκείου, είχαμε και μάθημα Λογικής. Προσοχή, το λέω εξ αρχής: Δεν σημαίνει ότι αναπτύξαμε τη λογική μας με το συγκεκριμένο μάθημα.

Διότι, από τα λίγα που «μάθαμε», εκείνο που έμεινε στους περισσότερους (απ’ ό,τι βλέπω συχνά και στο διαδίκτυο) είναι ο αστυνόμος - μπουζούκι, καθότι και οι δύο είναι όργανα (τα προς τρίτον ίσα…)

Εξάλλου, αν το μάθημα, έτσι όπως γινόταν είχε κανένα πρακτικό όφελος, κανένα ορατό αποτέλεσμα στη καθημερινή σχέση μας με τη λογική, σήμερα δεν θα υπήρχε ανάγκη να συζητάμε για αυτό το θέμα.

Θα σας πω πώς εννοώ εγώ την ένταξη της Λογικής στα Αναλυτικά Προγράμματα της Εκπαίδευσης, όχι μόνο του Λυκείου, αλλά από το Δημοτικό ακόμη, και μετά μου λέτε αν συμφωνείτε ή όχι.

Θα αναφερθώ και πάλι σε εκείνον τον παλιό δάσκαλο για τον οποίο σας έχω μιλήσει πολλές φορές. Μου έλεγε, λοιπόν, πως του τύχαινε συχνά οι μαθητές του να γνωρίζουν την απάντηση, αλλά να μη σηκώνουν το χέρι τους.

Όταν ρώτησε έναν από αυτούς γιατί το κάνει, πήρε μια απρόσμενη απάντηση: «Επειδή, κύριε, δεν θα σας είναι αρκετό αυτό που θα απαντήσω, ακόμα κι αν είναι σωστό, και θα με ρωτήσετε… γιατί».

«Πραγματικά», συνέχισε ο δάσκαλος, «είχα τη συνήθεια να ρωτάω τα παιδιά “γιατί το λες αυτό”, έτσι ώστε να τα βάζω στη διαδικασία να σκεφτούν και να αιτιολογήσουν την απάντησή τους, ακόμη και αν ήταν λανθασμένη».

Αυτό, ναι. Είναι μάθημα Λογικής. Να διδασκόμαστε από μικροί πως ό,τι λέμε θα πρέπει να το αιτιολογούμε και μάλιστα με επιχειρήματα ισχυρά, όχι τού τύπου, έτσι νομίζω, ή έτσι κάπου άκουσα.

Αλλά και οι συμμαθητές μας, οι μετέπειτα συμπολίτες μας, να εξασκηθούν ώστε να μπορούν να ξεχωρίσουν ένα ισχυρό επιχείρημα από μια απλή άποψη, ή, ακόμη χειρότερο, από μια καμουφλαρισμένη επιθυμία.

Το άλλο πουλάκι:
Διότι κι αυτό το βλέπουμε.

Ισχυριζόμαστε πολλές φορές ότι τα πράγματα είναι έτσι όπως θα θέλαμε ή θα μας άρεσε να ήταν, και αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα. («Δεν υπάρχει περίπτωση να αρνηθούν οι Ευρωπαίοι εταίροι».)

Το ότι πολλοί ενήλικες δεν έχουν ξεφύγει από τον τρόπο σκέψης των παιδιών είναι κάτι που το συναντάμε καθημερινά γύρω μας. Κι ας μην αντιλαμβανόμαστε συχνά ότι συμβαίνει. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα.

Κλασικός τρόπος αντίδρασης των παιδιών είναι, όταν δέχονται παρατήρηση για κάτι κακό που κάνουν, να λένε «το ίδιο έκανε και ο Κωστάκης». Είναι το επιχείρημα που πιστεύουν ότι δικαιολογεί την πράξη τους.

Ε, ακριβώς την ίδια αντίδραση έχουν και πολλοί ενήλικες, είτε τους γράφει το τροχονόμος («μόνον εγώ έτρεχα;») είτε τους γίνεται έλεγχος για τους όρους με τους οποίους πήραν κάποιο δάνειο («να ελέγξετε και τους άλλους»).

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά καθώς διάβαζα πάλι ένα άρθρο σχετικά με τους μεγάλους κινδύνους στους οποίου εκθέτει τα μέλη του, δυστυχώς όμως και άλλους πολίτες, το λεγόμενο Αντιεμβολιαστικό Κίνημα.

Θα μάθατε ότι στις ΗΠΑ, υπάρχουν παιδιά που προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη κατά των γονιών τους και ζητούν να μάθουν αν υπάρχει νομικός τρόπος να εμβολιαστούν, παρά τη θέληση εκείνων.

Το κείμενο συνοδευόταν από σχόλια αναγνωστών, μεταξύ των οποίων ένας, πρώτος πρώτος, έσπευσε να εκθέσει το μεγάλο του (λογικό!) επιχείρημα. «Δεν βλέπετε πόσοι θάνατοι προέρχονται από τα τροχαία;

Από ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις, από την παχυσαρκία, από τα ναρκωτικά, από ληστείες μετά φόνου; Γιατί δεν λέτε τίποτε εσείς οι δημοσιογράφοι για όλα αυτά; Το αντιεμβολιαστικό κίνημα σας πείραξε;»

Όπως είναι φυσικό, έπεσαν επάνω του άλλοι σχολιαστές για να του αποδείξουν ότι (πέραν του γεγονότος ότι όλα αυτά απασχολούν επίσης κατά καιρούς τον Τύπο) αυτό που επικαλείται δεν είναι λογικό επιχείρημα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μάταιος κόπος!

Ο άνθρωπος επέμενε να απαντά στον καθένα ξεχωριστά, υποστηρίζοντας πως αυτός θωρακίζει την υγεία του με άθληση, καλή διατροφή και… προσευχή («με την ευρεία έννοια», όπως έσπευσε να διευκρινίσει).

Αναρωτήθηκα, λοιπόν, τι κάνεις με αυτούς τους ανθρώπους. Τους οποίους συναντάμε ολοένα και πιο συχνά γύρω μας, είτε στις καθημερινές σχέσεις, είτε στις διαδικτυακές μας συναναστροφές.

Μπαίνεις στον κόπο να αντιπαρατεθείς μαζί τους, από τη στιγμή που γνωρίζεις ότι πρόκειται για κεφάλια αγύριστα; Από την άλλη όμως, αν το αφήσεις να περάσει έτσι, οι απόψεις τους θα κυκλοφορούν παντού χωρίς αντίλογο.

Θα εξοικειωθούμε με επιχειρήματα του τύπου «αφού πεθαίνουν τόσοι από τροχαία, καλά κάνουν κάποιοι και αντιτίθενται στον εμβολιασμό» και μπορεί να αρχίσουν να μας φαίνονται λογικά.

Όπως συνηθίσαμε στην ανορθογραφία και δεν μας ενοχλεί(;), όπως συνηθίσαμε στους μουτζουρωμένους τοίχους και δεν μας κάνουν εντύπωση, όπως θεωρούμε φυσιολογικό το παρκάρισμα στα πεζοδρόμια, το κάπνισμα σε κοινόχρηστους χώρους…

Με τον ίδιο τρόπο εμποτίζεται και η σκέψη μας, καθημερινά, καθώς ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ανάπτυξη παράλογων επιχειρημάτων. Τι κάνουμε; Τα αφήνουμε ασχολίαστα; Απαντάμε όπου και όταν μπορούμε;

Ή ακολουθούμε την ίδια τακτική με όσα στραβά κι ανάποδα ανέφερα πριν; Προστατεύουμε τον εαυτό μας αποφεύγοντάς τα, ενώ θαυμάζουμε όσους χαλκέντερους τολμούν να ασχοληθούν με αυτά.
Μάταιος κόπος!

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

181108 ΖΗΛΙΑΡΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Διαβάζω από το διαδίκτυο:

«Προφανώς και ο νόμος ισχύει για όλους και, πολύ περισσότερο, ισχύει για τους αντιδημάρχους. Μπορεί τον Φόρη να τον αγαπώ ιδιαίτερα και να τον θεωρώ ικανότατο, αλλά αυτό που έκανε ήταν μεγάλο ατόπημα.

Είχα όντως πει ότι, αν βρεθεί δικός μου αντιδήμαρχος να καπνίζει, θα τον παραιτήσω. Μιλούσαμε για μέσα στο Δημαρχείο όμως, όχι γενικώς. Αν και δεν είναι λιγότερο… βαρύ το ότι αναγκάστηκε να πληρώσει το πρόστιμο των 600 ευρώ του καταστηματάρχη, όπως και το δικό του των 50 ως καπνιστή.

Έπρεπε να το είχε σκεφτεί νωρίτερα. Αυτό που προσπαθούμε είναι να περάσουμε μια πολιτική που θα είναι προς όφελος της πόλης και της υγείας μας. Εξάλλου το ποσό του προστίμου πάει στην εφορία και όχι στο ταμείο του Δήμου.

Συνεχίζουμε τους ελέγχους και, όσο πάμε προς το Μύλο των Ξωτικών, θα τους εντατικοποιήσουμε˙ θα κάνουμε ό,τι προβλέπει ο νόμος.

Οι καταστηματάρχες γκρινιάζουν ότι πάμε στοχοποιημένα προς αυτούς, όμως πάμε γιατί έχουμε καταγγελίες από τους δημότες, οι οποίοι διεκδικούνε τα δικαιώματά τους. Το 90% των περιπτώσεων που γράψαμε είναι μετά από καταγγελίες πολιτών, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης».

Ο Φόρης που ακούσατε είναι ο αντιδήμαρχος Οικονομικών Φόρης Ρόμπος, του Δήμου Τρικκαίων, ο οποίος εντοπίστηκε να καπνίζει σε κλειστό χώρο. Το πρόστιμο που του επιβλήθηκε το επέβαλε Δήμαρχος, Δημήτρης Παπαστεργίου.

Έχετε να πείτε τίποτε; Μείνατε άφωνοι; Και μη φανταστείτε πως υπάρχει καμιά κόντρα ανάμεσα στους δυο τοπικούς άρχοντες, εν όψει των επερχόμενων αυτοδιοικητικών εκλογών˙ κάθε άλλο, ακούσατε τα καλά λόγια του Δημάρχου.

Εκείνο όμως που κάνει μεγαλύτερη εντύπωση στην είδηση-δήλωσή του σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό είναι άλλο. Προσωπικά επεσήμανα δύο σημεία που αξίζει να τα συζητήσουμε. Το πρώτο έχει να κάνει με τη στάση των πολιτών.

Όπως ακούσατε, οι πολίτες καταγγέλλουν παραβάσεις του αντικαπνιστικού νόμου, «κυρίως από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Δεν μπορώ να σκεφτώ πώς ακριβώς γίνεται αυτό, αλλά μπορώ να φανταστώ.

Όπως κάνουν οι περισσότεροι «ζωντανή μετάδοση» από ένα κέντρο διασκέδασης και ανεβάζουν βίντεο με την ορχήστρα να παίζει και τους θαμώνες να τραγουδούν ή να χορεύουν, έτσι μπορεί να ανεβάσουν και σκηνές… καπνίσματος.

Το άλλο πουλάκι:
Επιτρέπεται;

Ρωτάω, διότι μπορεί να εμπίπτει στον νόμο περί προσωπικών δεδομένων. Θα μου πείτε, τώρα θα τον σκεφτούν; Όταν ανεβάζουν όποιον βρίσκεται γύρω τους, χωρίς να τον ρωτήσουν, μόνο και μόνο επειδή τον παίρνει το… πλάνο τους, γιατί δεν το σκέφτονται;

Εσείς πάντως, για καλό και για κακό, αν σκοπεύετε να στείλετε ένα βίντεο με θαμώνες που καπνίζουν, καλό είναι να μην φαίνονται τα πρόσωπά τους. Όχι τίποτε άλλο δηλαδή, μην πάτε για καλό και βρείτε και κανέναν μπελά.

Το ζήτημα είναι πού το στέλνεις ένα τέτοιο βίντεο. Διότι, στα Τρίκαλα, φαίνεται ότι υπάρχουν κάποιοι υπάλληλοι του Δήμου που το βλέπουν και επιλαμβάνονται. Αποτελεί άλλωστε αδιάσειστη παράβαση του νόμου και δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά.

Αλήθεια, καλό δεν θα ήταν να υπάρχει μια τέτοια δυνατότητα παντού; Βέβαια η αποτύπωση μιας «πραγματικότητας» με βίντεο ή φωτογραφία μπορεί να απέχει από την αλήθεια –έχω προσωπική πείρα- όμως εδώ μιλάμε για κάτι προφανές.

Ή καπνίζουν σε ένα μαγαζί ή δεν καπνίζουν. Γιατί να κάθεσαι να γίνεσαι κακός με τους άλλους ή με τον ιδιοκτήτη; Στέλνεις, σε ζωντανή μετάδοση, ένα βιντεάκι και αφήνεις την αρμόδια υπηρεσία να κάνει τη δουλειά της.

Και μόνο που θα γινόταν γνωστό ότι υπάρχει μια τέτοια δυνατότητα, το τοπίο θα άλλαζε άρδην. Ακόμη και οι υπηρεσίες του Δήμου θα έκαναν σωστά τη δουλειά τους, όπως λένε ότι θέλουν να την κάνουν, αλλά δεν έχουν… τον τρόπο.

Είπαμε όμως και για ένα δεύτερο σημείο στην είδηση που διαβάσαμε. Μας αφορά και αυτό ως πόλη, επειδή υπάρχει ένα σημείο ανταγωνισμού ανάμεσα σ’ εμάς και στα Τρίκαλα. Μιλάμε για τις χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το είπε ο Δήμαρχος:

Όχι ο δικός μας, των Τρικκαίων: «Συνεχίζουμε τους ελέγχους και, όσο πάμε προς το Μύλο των Ξωτικών, θα τους εντατικοποιήσουμε˙ θα κάνουμε ό,τι προβλέπει ο νόμος». Αυτοί εντάξει. Εμείς τι θα κάνουμε;

Ξέρουμε από άλλες χρονιές ότι η Ονειρούπολη είναι μια πάρα πολύ καλή δικαιολογία για να μην εφαρμόζεται ο αντικαπνιστικός νόμος. Ότι τάχα «τώρα περιμένουμε να δουλέψουν λίγο τα μαγαζιά, μην διώξουμε τον κόσμο».

Τα Τρίκαλα μας λένε, και σ’ αυτόν τον τομέα, ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Οι επισκέπτες καθόλου δεν ματαιώνουν την άφιξη, ούτε επισπεύδουν τον χρόνο αναχώρησής τους, επειδή βλέπουν ότι δεν επιτρέπεται το κάπνισμα σε ταβέρνες και καφετέριες.

Εξάλλου, έρχονται με τα παιδιά τους! Το είπαμε˙ πρόκειται για φτηνή δικαιολογία, προκειμένου να μην εφαρμοστεί ο νόμος, διότι, πολύ απλά, δεν θέλουμε να τον εφαρμόσουμε. Δεν είναι τυχαίο όμως ότι τα Τρίκαλα είναι μία εντελώς διαφορετική πόλη.

Είχαμε την ευκαιρία να την επισκεφθούμε πρόσφατα σε μια εκδρομή και ήταν κοινή διαπίστωση όλων των εκδρομέων: Πώς είναι η Δράμα; Καμία σχέση! Αυτό δεν χρειάζεται να το… παρατηρήσεις. Κραυγάζει!

Γι’ αυτό και τα τόσα βραβεία που παίρνει. Δεν συνεχίζω, διότι βρισκόμαστε και σε προεκλογική περίοδο και μπορεί κάποιοι να θεωρήσουν ότι κάνω εύκολη αντιπολίτευση στη δημοτική αρχή. Εξάλλου και για την πόλη μας οι επισκέπτες λένε καλά λόγια.

Επισκέπτες είναι αυτοί…
 Φούμαρα!

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

181022 ΑΚΑΠΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ένα ευχάριστο νέο!

Πόσο καιρό έχετε να ακούσετε ευχάριστα νέα; Και, όταν λέω νέα, δεν εννοώ να μάθετε ότι ένας γνωστός διορίστηκε, ότι παντρεύτηκε κάποιος, ότι το παιδί ενός συναδέλφου πέρασε στο Πανεπιστήμιο, ή ότι γέννησε η γυναίκα ενός φίλου.

Εννοώ νέα που να μας ενδιαφέρουν γενικότερα, ως χώρα, κι όχι μόνον έναν μικρό κύκλο ανθρώπων. Και μην μου πείτε για τις επιτυχίες των ελληνικών ομάδων, γιατί αυτές δεν αποτελούν πλέον ειδήσεις.

Αστειεύομαι! Θα σας πω εγώ ένα καλό νέο που έμαθα και θέλω μετά να το σχολιάσουμε μαζί. Έμαθα, λοιπόν, ότι οι νέοι από 16 μέχρι 24 ετών, δεν καπνίζουν πλέον όπως παλαιότερα, αλλά πολύ λιγότερο.

Θα μου πείτε είναι φυσικό, αφού παλαιότερα αυτοί οι νέοι ήταν μικρά παιδιά ή και νήπια, όμως σας πληροφορώ ότι η σχετική έρευνα, χωρίς να το λέει ξεκάθαρα, υπονοεί σαφώς ότι μιλάει για νέους προηγούμενων χρόνων.

Σήμερα, στις ηλικίες που αναφέραμε προηγουμένως, καπνίζει σε καθημερινή βάση ΜΟΝΟ το  12,7%, ενώ περιστασιακά κάνουν από ένα τσιγαράκι το 8,1%. Και αυτό θεωρείται μεγάλη επιτυχία της σχετικής καμπανιάς.

Δηλαδή από τα παιδιά αυτής της ηλικίας (παιδιά είναι και οι 24άρηδες) τα περισσότερα κατόρθωσαν να αποφύγουν τον πειρασμό του καπνίσματος, κυρίως χάρη στην αντικαπνιστική δουλειά που έγινε μέσα στα Σχολεία.

Αν ισχύει κάτι τέτοιο, θεωρώ πως αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό έργο που έχει παραχθεί από την ελληνική εκπαίδευση. Φοβάμαι όμως πως δεν είναι αυτός ο λόγος που οι νέοι αποφεύγουν να καπνίσουν.

Για να το κατανοήσουμε ας δούμε μερικά ακόμη στατιστικά στοιχεία: «Στο σύνολο του πληθυσμού άνω των 16 ετών, συστηματικοί καπνιστές είναι το 25,8%, –ποσοστό που είναι στον μέσον όρο των χωρών της Ε.Ε.– ενώ περιστασιακά καπνίζει το 7,1%.

Το 2009, σε αντίστοιχη έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, συστηματικός καπνιστής δήλωνε το 31,9% των Ελλήνων και περιστασιακός το 6%». Βλέπετε; Άρα υπάρχει μια τάση στην κοινωνία που δεν έχει να κάνει με την εκπαίδευση.

Αν μάλιστα δεχτούμε πως, στις σχολικές ηλικίες, στις οποίες οι περισσότεροι ξεκινούν το κάπνισμα, οι συναναστροφές και οι επιρροές βρίσκονται στο σχολικό περιβάλλον, τότε το Σχολείο μάλλον κακό κάνει, παρά καλό.

Το άλλο πουλάκι:
Τι έγινε, λοιπόν;

Δεν αποκλείεται πράγματι να λειτούργησε η σχετικά καμπάνια και ο αριθμός των καπνιστών να μειώνεται ολοένα. Καθόλου απίθανο να λειτούργησε και η καθημερινή μας πλέον επαφή με ασθενείς θύματα του καπνίσματος.

Πιστεύω όμως ότι υπάρχει και μία παράμετρος που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, και αυτή είναι το κόστος που πληρώνει ένας καπνιστής. Κόστος απαγορευτικό πολλές φορές, ιδίως σε εποχές κρίσης που ζούμε.

Με μετριοπαθείς υπολογισμούς, κάποιος που καπνίζει ένα περίπου πακέτο την ημέρα, θέλει περισσότερα από 1.200 ευρώ το χρόνο, μόνο για τσιγάρα. Αν μιλάμε για αντρόγυνο, το ποσό διπλασιάζεται, χρήματα τα οποία σε ελάχιστους περισσεύουν!

Θυμάμαι πάντοτε την κουβέντα ενός φίλου καπνιστή (πέθανε νέος από καρκίνο) ο οποίος έλεγε «αν σου πουν πήγαινε να δώσεις τον Ιανουάριο χίλια ευρώ και θα καπνίζεις όλο το χρόνο, όσο θέλεις, δωρεάν, θα πεις είστε τρελοί.

Κάθε μέρα όμως πηγαίνεις και τα δίνεις λίγα λίγα στο περίπτερο, χωρίς να σκέφτεσαι το συνολικό κόστος». Έτσι είναι. Όταν εγώ όμως μιλάω για τις επιπτώσεις της κρίσης στο κάπνισμα δεν εννοώ μόνο την τιμή του πακέτου.

Εξάλλου, υπάρχουν πολλές έρευνες που δείχνουν ότι το ποσοστό των καπνιστών είναι πολύ μεγαλύτερο στα φτωχότερα και πλέον αμόρφωτα στρώματα, είτε μιλάμε για διαφορετικές χώρες, είτε για μία συγκεκριμένη.

Το κάπνισμα όμως, καλώς ή κακώς, έχει συνδεθεί σε πολλούς ανθρώπους με την έξοδό τους. Το τσιγάρο συνοδεύει τον καφέ ή το ποτό που θα πιούν με μια συντροφιά, όταν θα βγουν από το σπίτι τους.

Ε, αυτές οι έξοδοι έχουν περιοριστεί αφάνταστα, εξαιτίας της κρίσης. Δεν λέω, και τώρα βλέπεις γεμάτα μαγαζιά, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε και πόσο συχνά βγαίναμε έξω, πριν από μια δεκαετία.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Όταν επιτρεπόταν και το κάπνισμα!

Όχι ότι τώρα απαγορεύεται δηλαδή, αλλά να, κάπου κάπου, υπάρχει και κανένα μαγαζί, ο σοβαρός και υπεύθυνος ιδιοκτήτης του οποίου αποφασίζει να τηρήσει τον αντικαπνιστικό νόμο και να μην επιτρέπει το κάπνισμα.

Δεν το λέω εγώ, η στατιστική το λέει: «Το 96% των Ελλήνων δηλώνουν ότι έχουν βρεθεί τον τελευταίο χρόνο σε χώρους όπου καπνίζουν, παρά το γεγονός ότι απαγορεύεται». Λέει όμως και κάτι άλλο που έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Τρεις στους τέσσερις Έλληνες δηλώνουν θυμωμένοι που ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται. Το ακούσατε; Να το ξαναπώ; Τρεις στους τέσσερις, 74,2%! Όχι απλώς ενοχλημένοι, αλλά θυμωμένοι. Και το ερώτημα είναι τι κάνουν.

Διότι, αν θυμώνεις και απλώς το λες στην Στατιστική Υπηρεσία για να το καταγράψει, είναι κάτι, αλλά… τίποτε. Αν διαμαρτύρεσαι αρμοδίως, τότε κάτι μπορεί να γίνει. Όπως οι συμπολίτες μας που συγκέντρωσαν υπογραφές.

Και τις επέδωσαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας, προκειμένου αυτός να διερευνήσει αν υπάρχουν ευθύνες για την μη εφαρμογή του νόμου. Δεν μας λέει όμως το ρεπορτάζ («η Καθημερινή» 7/10/18) σε ποιο σημείο βρίσκεται η έρευνα.

Φαντάζομαι τώρα που έρχεται η εποχή να κλειστούμε και πάλι εντός, και να αρχίσουμε να μαλώνουμε μεταξύ μας και με τους ιδιοκτήτες των μαγαζιών, όλο και κάτι θα γίνει.
 Περιμένοντας το κρύο!



Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

181003 ΟΠΙΣΘΟΒΑΡΕΣ


Το ένα πουλάκι:
Μπροστά σε ερωτήματα…

Δεν είναι λίγες οι φορές που εμείς, οι άνθρωποι που θέλουμε να έχουμε δημόσιο λόγο, που μας αρέσει, δηλαδή, να συζητάμε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας ανοιχτά, δεν είναι λίγες οι φορές που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ερωτήματα.

Ερωτήματα του τύπου «έχουμε, βέβαια, το δικαίωμα να εκφράζουμε τις απολύτως προσωπικές μας προτιμήσεις, σε ποιο βαθμό όμως μπορούμε να αναφερόμαστε σε προσωπικά ζητήματα ή εμπειρίες που ζήσαμε οι ίδιοι;»

Ερωτήματα όπως «υπάρχουν συγκεκριμένα θέματα του κοινού μας βίου που μπορούν να μας απασχολούν ή έχουμε το ελεύθερο να μιλάμε για οποιοδήποτε θέμα, ακόμη κι αν αυτό θεωρείται… περιθωριακό;»

Και, για να συνθέσουμε τα δύο αυτά ερωτήματα, «είναι υποχρεωμένος ένας σχολιαστής να ακολουθεί την επικρατούσα ατζέντα, αναφερόμενος σε ότι (βλέπει να) απασχολεί την κοινωνία, ή μπορεί και να… ξεφεύγει;»

Παρ’ όλο που συζητάμε καθημερινά μαζί σας, σχεδόν είκοσι χρόνια, και τα ερωτήματα αυτά έχουν απαντηθεί «εν τοις πράγμασι», ωστόσο δε έχουν πάψει να μας απασχολούν σοβαρά και να τα βρίσκουμε κάθε τόσο μπροστά μας.

Το πρώτο το απαντήσαμε τη Δευτέρα και, εν μέρει, χθες. Ναι, πιστεύουμε ότι δεν είναι κακό να φέρνει κανείς στη συζήτηση και προσωπικές του ιστορίες, στον βαθμό που κρίνει ότι έχουν γενικότερο ενδιαφέρον.

Ότι δεν τις λέει, δηλαδή, απλώς για να πρωταγωνιστήσει κι αυτός σε μια  δημόσια κουβέντα, αλλά επειδή έτσι δίνεται η αφορμή να θιγούν ζητήματα που απασχολούν περισσότερους στην καθημερινότητά μας.

Κατά τα άλλα, υπάρχει ένα σοβαρό θέμα με το ποια είναι, από ποιους και με ποιον τρόπο τίθεται η καθημερινή ατζέντα της επικαιρότητας. Γιατί θα πρέπει η γκάμα των θεμάτων που συζητάμε να προέρχεται από ένα συγκεκριμένο… χρωματολόγιο;

Πρώτα πρώτα, αν παρακολουθούμε αποκλειστικά την τρέχουσα ειδησεογραφία, και μάλιστα εκείνη των μεγάλων τίτλων, είναι βέβαιο ότι θα μας ξεφύγουν ένα σωρό μικρά αλλά ουσιαστικά ζητήματα.

Έπειτα, γιατί, βρε αδελφέ, να μην έχουμε κι εμείς το δικαίωμα να συζητήσουμε και κάτι άλλο, χαμηλότερου επιπέδου, να κάνουμε κι εμείς μια φορά μια κουβέντα λιγότερο σοβαρή, μια κουβέντα του… κwλου;

Το άλλο πουλάκι:
Μπι μπι ελ!

BBL, για να το πούμε όπως ακριβώς προφέρεται, και αποτελεί τη νέα μόδα της εποχής. (Για να είναι νέα μόδα, θα είναι της εποχής -τι άλλο;- αλλά μας ξεφεύγουν κι εμάς κάτι νόστιμα ώρες ώρες.)

Τα τρία γράμματα του αγγλικού αλφαβήτου προέρχονται από τα αρχικά των λέξεων Brazilian Buttock Lift, που σημαίνει βραζιλιάνικο ανασήκωμα των γλουτών. Ή, αν προτιμάτε, επέμβαση στους γλουτούς ώστε αυτοί να γίνουν… βραζιλιάνικοι.

Είδατε που, όταν λέγαμε για «κουβέντα του… κwλου», κυριολεκτούσαμε; Τώρα, το πώς ακριβώς είναι οι βραζιλιάνικοι γλουτοί δεν ξέρω, φαντάζομαι όμως ότι όλοι έχουμε μια κάποια ιδέα, κυρίως χάρη στο καρναβάλι.

Το γιατί είναι επίσης στη μόδα και τόσο επιθυμητοί από τις κυρίες που απευθύνονται στους πλαστικούς χειρουργούς μπορούμε να το μαντέψουμε, ιδίως εμείς που ζούμε σε περιοχές με έντονο το ποντιακό στοιχείο.

Οι γιατροί που έρχονται αντιμέτωποι με τέτοιες «περιπτώσεις» υποστηρίζουν πως οι αιτίες τής απουσίας των βραζιλιάνικων γλουτών είναι από τη μια ο νόμος της βαρύτητας και από την άλλη οι συνεχείς δίαιτες.

Οι οποίες μπορεί να έχουν ως επιθυμητό αποτέλεσμα την απώλεια βάρους, τα κιλά όμως έχουν ένα χούι. Ακόμη κι όταν καταφέρουμε να τα διώξουμε, δεν φεύγουν από εκεί που θέλουμε εμείς.

Έχουν έναν δικό τους, αυτόνομο τρόπο να αποφασίζουν από ποια σημεία θα φύγουν πρώτα και από ποια στη συνέχεια. Σημεία που, κατά διαβολική σύμπτωση, είναι τα αντίθετα από εκείνα που σχεδιάζαμε εμείς.

Πέρα όμως από τα παραπάνω, πιστεύω πως καθοριστικό ρόλο στο να έρθει στη μόδα το BBL παίζουν και οι νέες τηλεοπτικές εκπομπές με επίδοξα μοντέλα. Εκείνο το… «γυρίστε τώρα και από την άλλη μεριά», που λένε οι κριτές.

Διότι μπορεί το τάργκετ γκρουπ, το κοινό στο οποίο στοχεύουν αυτές οι εκπομπές να είναι κάτι γεροξεκούτηδες που ξερογλείφονται και ανεβάζουν τα νούμερα τηλεθέασης, τις βλέπουν όμως και πολλές γυναίκες.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ό,τι βλέπεις το θέλεις!

Είναι το χαρακτηριστικό του ανώριμου και του ανασφαλούς ανθρώπου. Και μπορεί να λέει η Λίνα Νικολακοπούλου πως «δεν γιατρεύονται με φράγκα οι ανασφάλειες», όποιος όμως τα έχει, είναι σίγουρο ότι θα το επιχειρήσει.

Το κακό είναι ότι το επιχειρούν και εκείνοι που δεν τα έχουν κι έτσι γεμίσαμε από πανάκριβα κινητά τηλέφωνα, των οποίων οι ιδιοκτήτες χρησιμοποιούν συνήθως μόνο… την εμφάνιση και το όνομα του κατασκευαστή.

Ε, και, όταν το σώμα και η εμφάνιση είναι το κύριο «κόνσεπτ» σε τόσο πολλές τηλεοπτικές εκπομπές, πολύ θέλει μια γυναίκα (για τη γυναικεία εμφάνιση μιλούν, μην μας πουν και σεξιστές) να μπει στον πειρασμό να μοιάσει στα μοντέλα;

Και αφού τώρα είναι στη μόδα τα βραζιλιάνικα οπίσθια, τρέχουν στους χειρουργούς οι οποίοι θα τους αφαιρέσουν λίπος από άλλα σημεία του σώματός τους και θα το προσθέσουν στους γλουτούς.

Θα μου πείτε, καλά, η τηλεόραση δεν παρουσιάζει και γυναίκες του πνεύματος, της επιστήμης και της τέχνης; Γιατί (και) εκείνες να μην αποτελούν πρότυπα, αλλά μόνον όσες θέλουν να κάνουν καριέρα με την εμφάνισή τους;

Μη με ρωτάτε, είναι μια πονεμένη ιστορία. Καλύτερα να μιλήσουμε γι’ αυτά αύριο.
 Πρότυπα και πρωτότυπα!

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2018

180607 ΘΕΡΙΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το καλοκαίρι είναι εδώ!

Μας το υπενθυμίζει ο καιρός, οι υπερβολικές για την εποχή ζέστες, τα μπάνια που για πολλούς άρχισαν πριν από την ώρα τους… Μας το υπενθυμίζουν οι γιορτές των συλλόγων γονέων που αποχαιρετούν τη σχολική χρονιά.

Εμένα ήρθε να μου το θυμίσει και κάτι άλλο. Μια συνέντευξη που διάβασα στο διαδίκτυο. Η συνέντευξη ενός 93χρονου νέου, του συγγραφέα Αντρέα Καμιλέρι, δημιουργού του αστυνόμου Μονταλμπάνο.

Με τον Μονταλμπάνο πέρασα τα είκοσι τελευταία καλοκαίρια, δεκαεννέα για την ακρίβεια, από το 1999 που διάβασα «Το σχήμα του νερού», το πρώτο βιβλίο του Καμιλέρι που έπεσε στα χέρια μου. 

Τον αγάπησα από την πρώτη σελίδα. Έκτοτε διάβαζα από τους πρώτους οτιδήποτε δικό του κυκλοφορούσε στα ελληνικά. Είχαμε βλέπετε και το βιβλιοπωλείο να μας ενημερώνει αυθημερόν για όποια έκδοση μας ενδιέφερε.

Τα τελευταία χρόνια πιθανότατα να μου ξέφυγε κάτι, αφήστε που έχω αγοράσει αρκετά δυο φορές, εξαιτίας του διαφορετικού εξώφυλλου νεότερης έκδοσης και της αδυναμίας μου να θυμηθώ από τον τίτλο τι έχω διαβάσει.

(Βλέπετε, συμπληρώθηκαν κιόλας τρία χρόνια από το 2015, τέτοιες μέρες, όταν περνούσαμε για τελευταία φορά το κατώφλι του Ειρμού, για να αποχαιρετήσουμε για πάντα έναν τόσο σημαντικό για την πόλη μας χώρο.)

Καλοκαίρια (και όχι μόνο) με τον Σάλβο Μονταλμπάνο, έναν αστυνόμο της διπλανής πόρτας, έναν «καλό άνθρωπο», όπως τον οραματίστηκε ο δημιουργός του, ο οποίος τον έπλασε σε ηλικία εξήντα πέντε περίπου ετών.

Είναι εντυπωσιακό πώς ένας άνθρωπος, σε ηλικία που οι άλλοι έχουν βαρεθεί να τρώνε τη σύνταξή τους, αποφασίζει να ασχοληθεί με τη συγγραφή και γίνεται ένα παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο.

Με 103 βιβλία στο ενεργητικό του, με μεταφράσεις σε περισσότερες από 40 γλώσσες, με πάνω από 35 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως! Με πολύ επιτυχημένη μεταφορά στην οθόνη κάποιων από τα έργα του…

Το άλλο πουλάκι:
Σήμερα στα 93 του χρόνια…

Έδωσε, όπως είπαμε, μια συνέντευξη στην οποία μιλά για το έργο και τη ζωή του, κυρίως όμως για τον εντυπωσιακό τρόπο με τον οποίο (δεν) βλέπει τον κόσμο, αφού τα τελευταία χρόνια τυφλώθηκε.

«Υπάρχει φως, πολύ φως. Και προσπαθώ να το κρατήσω. Προσπαθώ κυρίως να διατηρήσω τα χρώματα. Στην πραγματικότητα τα όνειρά μου είναι γεμάτα χρώματα, υπάρχουν παντού χρώματα, έχω όμορφα όνειρα όπως ποτέ πριν.

Το σώμα είναι ένα απίστευτο πράγμα. Μόλις άρχισα να χάνω την όρασή μου, οι άλλες αισθήσεις άρχισαν να ανακτούν τη ζωτικότητα. Καπνίζω όλη μου τη ζωή και αναπόφευκτα οι γεύσεις μου και η οσμή έχουν καταστραφεί από τον καπνό.

Λοιπόν, πιστέψτε με: αφού είμαι τυφλός, έχω ανακτήσει την αίσθηση της όσφρησης, τη γεύση, την αφή. Όλες οι αισθήσεις μου έχουν ενεργοποιηθεί για να βοηθήσουν την άλλη που έχασα.

Και ασκώ ό, τι μπορώ, προσπαθώ να θυμηθώ και να διορθώσω στο μυαλό μου πίνακες και εικόνες που αγαπώ… η ασχήμια έχει εξαφανιστεί. Σε όλες τις αισθήσεις. Αυτό που έχω αφήσει είναι η ομορφιά.

Ξέρετε το μόνο πράγμα που μου λείπει; Η γυναικεία ομορφιά. Μου λείπει η ομορφιά των γυναικών. Για να μπορέσω να την δω, να αναδημιουργήσω μέσα από τη γυναικεία ομορφιά».
Αυτά, μεταξύ άλλων, λέει στη συνέντευξή του.

Και μας κάνει να αναρωτιόμαστε. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια αγάπη για τη ζωή σε έναν τυφλό άνθρωπο τόσο μεγάλης ηλικίας; Ακόμη γράφει και σας πληροφορώ ότι το κάνει καλύτερα από πριν.

«Η επιθυμία για δουλειά είναι αυτή που με κρατάει στη ζωή, είναι το ελιξίριο της νεότητός μου», δηλώνει πρόσφατα ένα άλλος αειθαλής, ο δικός μας Κώστας Βουτσάς, ο οποίος σχεδιάζει ένα σωρό νέες συνεργασίες για το επόμενο διάστημα.

Η επιθυμία για δουλειά! Σε μια χώρα όπου το να βγεις στη σύνταξη όσο το δυνατόν πιο νέος αποτελεί, ακόμη και σήμερα, τον απόλυτο… επαγγελματικό στόχο των περισσοτέρων ανθρώπων.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και ύστερα θα κάααααθεσαι!

Δεν λέω, είναι κι αυτό μια αξία. Να σε πληρώνουν, νέο άνθρωπο, για να μην κάνεις τίποτε, να περνάς τη μέρα σου μεταξύ καναπέ και καφετέριας, σχολιάζοντας με άλλους άεργους την επικαιρότητα.

Στην καλύτερη περίπτωση να βγαίνεις έναν ημερήσιο περίπατο θεωρώντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο γυμνάζεσαι και έτσι θα επιτύχεις καλύτερη και μεγαλύτερη σε διάρκεια ζωή, δηλαδή κι άλλα χρόνια γνήσιας, καθαρής αργομισθίας.

Και από την άλλη βλέπεις κάτι παππούδες που δεν το βάζουν κάτω με τίποτε. Που συνεχώς καταγίνονται με κάτι, είτε πρόκειται για χειρωνακτική εργασία, είτε για συγγραφή κάποιου πονήματος.

Που έχουν σχέδια για το μέλλον. Που δεν τους φτάνει ο χρόνος να ολοκληρώσουν όλα όσα έχουν κατά νου. Που το μόνο τους παράπονο είναι οι αργοί τους, πλέον, ρυθμοί, που δεν τους επιτρέπουν να… τρέξουν τις δουλειές με τις οποίες καταπιάνονται.

Αυτούς πρέπει να βλέπουμε. Όλοι εμείς που είμαστε ακόμη υγιείς και εργαζόμαστε. Όσο κι αν η δουλειά μας κάποιες φορές μας στενοχωρεί, όσο κι αν έρχονται στιγμές που αγανακτούμε και παραπονιόμαστε…

Το ελιξίριο της νεότητος! Η δημιουργία μέσα από τη γυναικεία ομορφιά! Η αγάπη για τη ζωή, τη μοναδική και ανεπανάληπτη, την τόσο πολύτιμη για να την αφήνεις να κυλά χωρίς νόημα, χωρίς στόχους.

Εντάξει, τα καλοκαίρια μπορείς να χαλαρώνεις λίγο.
Μόνο λίγο όμως!
 Θέρος, έρως!
Για ζωή!