ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΤΗΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΤΗΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

190408 ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τοποθέτηση προϊόντος!

Πρέπει να προσέχουμε τι λέμε, σε τι αναφερόμαστε, πώς μιλάμε για κάποια πράγματα, διότι μπορεί, χωρίς να το καταλάβουμε, να διαφημίσουμε προϊόντα και να θεωρηθεί ότι τα προωθούμε με «μαύρους» τρόπους.

Όταν λες «τρία έψιλον», το μυαλό του άλλου πάει κατ’ ευθείαν σε γνωστή εταιρεία. Πού να ξέρει ότι τα τρία έψιλον αποτελούν για σένα κριτήρια επιλογής των συνεργατών σου; Πρέπει να το ξεκαθαρίσεις.

Και εμείς; Που θέλουμε να σχολιάσουμε αυτό το γεγονός; Δεν είμαστε κι εμείς υποχρεωμένοι να αναφέρουμε εξ αρχής ότι δεν διαφημίζουμε τίποτε, αλλά μιλάμε, στην πραγματικότητα, για… αξιολόγηση;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, αφού έχουμε πολλά να πούμε σήμερα και μπορεί να μην μας φτάσει η ώρα. Επιλέγει, λέει, ο κύριος Μπόλαρης τους συνεργάτες του με βάση τρία κριτήρια.

Πολύ καλά κάνει και, μέχρι εδώ, με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Μόνο που πρέπει να εντοπίσω την πρώτη αντίφαση. Όταν βάζεις κριτήρια επιλογής, δεν κάνεις κάποιου είδους αξιολόγηση; Κάνεις.

Καλό είναι όμως να το έχεις στον νου σου και να μιλάς ξεκάθαρα, όταν γίνεται λόγος για αξιολόγηση στο Δημόσιο. Διότι ο καθένας, είτε ως προϊστάμενος, είτε ως πολίτης, θα ήθελε ο υπάλληλος με τον οποίο συναλλάσσεται να πληροί κάποιες προϋποθέσεις.

Όταν όμως δηλώνεις κατά της αξιολόγησης, μπορεί ο άλλος να μην διαθέτει κανένα από τα τρία έψιλον, από τα πέντε ζήτα ή από τα εφτά ρο που εσύ θέτεις, αλλά να είσαι υποχρεωμένος να τον υποστείς.

Αυτό είναι το ένα. Περνάμε τώρα στο δεύτερο. Το ένα από τα τρία έψιλον είναι η «επιστημοσύνη». (Τα άλλα δύο είναι η εργατικότητα και η εξυπνάδα, όμως καλύτερα να μην ασχοληθούμε σήμερα με αυτά.)

Τι είναι η επιστημοσύνη; Πρόκειται, μας λέει η Πύλη για την ελληνική γλώσσα (ΛΚΝ), για την «ιδιότητα του επιστήμονα καθώς και το σύνολο των επιστημονικών γνώσεων που αυτός έχει».

Το άλλο πουλάκι:
Δεν βγάλαμε άκρη.

Διότι θα πρέπει τώρα να βρούμε ποιος ακριβώς είναι επιστήμονας και τι χαρακτηριστικά έχει. Ας παραμείνουμε στο ίδιο λεξικό. Επιστήμονας είναι αυτός που: α. έχει σπουδάσει σε ανώτατη σχολή και έχει πάρει το σχετικό πτυχίο.

Εδώ τίθεται όπως καταλαβαίνετε, ένα ζήτημα. Τι γίνεται με τις ανώτερες σχολές που έγιναν με μια υπουργική υπογραφή ανώτατες; Οπωσδήποτε πάντως δεν μπορεί να λογίζεται επιστήμονας κάποιος με απολυτήριο Λυκείου.

Πάμε να δούμε και το β. αυτός που γνωρίζει σε βάθος το αντικείμενο μιας επιστήμης και με την εργασία του (έρευνα, δημοσιεύσεις κ.λπ.) συμβάλλει στην ανάπτυξή της. Εδώ τίθεται ένα δεύτερο ζήτημα.

Μπορούν οι φωτογραφίες που ανεβάζει κάποιος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να θεωρηθούν «δημοσιεύσεις»; Συμβάλλει με τη δημοσίευση τέτοιων φωτογραφιών στη ανάπτυξη κάποιου πράγματος;

Πάμε όμως και στο γ. ως υπερβολικός χαρακτηρισμός, για κάποιον που γνωρίζει καλά ορισμένο αντικείμενο ή ασκεί σωστά ορισμένη δραστηριότητα. Μπορούμε, για παράδειγμα, να πούμε ότι ο Κώστας είναι επιστήμων στο τάβλι.

Εδώ τώρα το πράγμα μπερδεύεται ακόμη περισσότερο. Διότι το ποιος είναι επιστήμων και σε τι ακριβώς είναι πολύ δύσκολο να το συμφωνήσουμε. Αφήστε που ο καθένας μπορεί να έχει πολύ μεγάλη ιδέα για το… τάβλι που παίζει.

Όσο για την επιστημονική μέθοδο… εκεί είναι που γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα που επεσήμανα πρόσφατα και είναι από τον χώρο του κινηματογράφου, για να μην λέτε ότι σχολιάζω μόνο την πολιτική.

Γράφει ο άλλος σε ένα σάιτ για φίλους του σινεμά. «Είδα “το πράσινο βιβλίο”. Σιγά την ταινία. Ήταν αυτό φιλμ για Όσκαρ; Το… [μια άλλη ταινία] ήταν έξι με εφτά φορές καλύτερο. Και σιγά τον ηθοποιό που βραβεύτηκε».

Το ωραίο είναι πώς συνεχίζει: «Αυτή είναι η γνώμη μου. Και παρακαλώ όποιος έχει αντιρρήσεις και θέλει να με κράξει, να το κάνει με επιχειρήματα».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Επιστήμων ο άνθρωπος!

Μιλάμε για μια ταινία που απέσπασε τρία βραβεία Όσκαρ (και καλύτερης ταινίας) και περισσότερες από δέκα άλλες διεθνείς αναγνωρίσεις και βραβεύσεις. Που, αν την ψάξεις στο διαδίκτυο, σου λέει ότι άρεσε στο 94% των χρηστών.

Ο τύπος αυτός, λοιπόν, με ένα «σιγά την ταινία» και με ένα «η άλλη ήταν έξι με εφτά φορές (πώς τις μέτρησε;) καλύτερη», έκανε την… επιστημονική κριτική του και έχει το θράσος να ζητάει από άλλους επιχειρήματα.

Αυτό, φίλοι μου, είναι δυστυχώς ένα από τα πολλά παραδείγματα που παρατηρούμε καθημερινά γύρω μας. Δεν έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε επιχειρήματα και, αν θυμόσαστε το είχαμε επισημάνει και σε άλλη κουβέντα μας.

Όταν ακούμε ότι λείπει από τον δημόσιο λόγο αλλά και από τις ατομικές μας επιλογές η κοινή λογική, αυτό εννοούμε. Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει επιχείρημα, τεκμηρίωση μιας θέσης, ανάλυση των δεδομένων…

Στις επιλογές μας τον σημαντικότερο λόγο έχουν ο έντονος συναισθηματισμός και ο βολονταρισμός. Κρίνουμε με βάση συμπάθειες ή αντιπάθειες και πιστεύουμε ότι τα πράγματα θα αλλάξουν επειδή το θέλουμε πολύ, ή επειδή έτσι μας βολεύει.

Το κακό είναι ότι, μετά από όλα αυτά, δεν υπάρχει η δυνατότητα για στοιχειώδη αυτοκριτική. Αν δεν γίνει αυτό που περιμέναμε, φταίνε οι άλλοι που μας έχουν βάλει στο μάτι και μας καταδιώκουν επειδή…

Επειδή είμαστε καραμπουζουκλήδες! Το ότι εμείς επιλέγουμε συνεργάτες (ή αντιπροσώπους μας) με βάση την επιστημοσύνη που, προφανέστατα, οι εκλεκτοί μας δεν διαθέτουν, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο.
 Κοινός παραλογισμός!

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

190321 ΑΓΟΡΑΣΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Παγκόσμιο φαινόμενο!

Από μια μεριά είναι παρηγορητικό. Να ξέρεις ότι αυτό που ζούμε εμείς εδώ, στη μικρή μας χώρα, στην μικρότερη πόλη μας και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, δεν είναι μια τοπική ιδιαιτερότητα, αλλά «παγκόσμιο φαινόμενο».

Έτσι χαρακτήρισε ένας βραβευμένος δημοσιογράφος το σκάνδαλο που ξέσπασε στις ΗΠΑ με τους γονείς να χρησιμοποιούν αθέμιτα μέσα, προκειμένου το παιδί τους να φοιτήσει σε ένα καλό πανεπιστήμιο.

Παρακολουθούμε την υπόθεση, βλέπουμε την έκταση που πήρε το σκάνδαλο, όμως ποιος από εμάς θα τολμούσε να ρίξει τον λίθο του αναθέματος σε κάποιον από τους γονείς εκείνους;

Δηλαδή, ποιος, ενώ θα ήταν σε θέση να εξασφαλίσει μια βέβαιη και άνετη είσοδο του παιδιού του σε κάποιο από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου θα έλεγε, «άσ’ το να δοκιμάσει με τις δικές του δυνάμεις…

Και αν δεν πετύχει, δεν πειράζει». Ποιος, τη στιγμή που ξέρουμε ότι ούτε για το δίπλωμα οδήγησης αφήνουμε να δοκιμαστούν τα παιδιά μας, που αν δεν το πάρεις με την αξία σου κινδυνεύεις και να σκοτωθείς!

(Το να σκοτώσεις άλλους δεν μας απασχολεί, γι’ αυτό και δεν το ανέφερα. Ξέρουμε όμως τι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε έτσι και το παιδί μας πάθει μια γρατζουνιά. Γι’ αυτό μίλησα για το δίπλωμα οδήγησης.)

Παγκόσμιο φαινόμενο, λοιπόν! Υπάρχουν δηλαδή και αλλού γονείς που θα χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, προκειμένου να εξασφαλίσουν για τα παιδιά τους ένα καλύτερο μέλλον.

Γονείς που θα κάνουν από τα πιο μικρά -θα δικαιολογήσουν απουσίες στο Σχολείο, ενώ το παιδί τους ήταν στο ιδιαίτερο- μέχρι τα πιο μεγάλα -θα «αγοράσουν» μια θέση στο πανεπιστήμιο για το βλαστάρι τους.

Διαβάζουμε ότι «έναντι αδράς αμοιβής, o Σίνγκερ, εγκέφαλος του κυκλώματος, αναλάμβανε να κάνει τα πάντα για να αυξήσει τις πιθανότητες να τακτοποιηθεί το παιδί σου σε ένα ελίτ πανεπιστημιακό ίδρυμα.

Μεταξύ άλλων, να βάλει κάποιον άλλον να δώσει εξετάσεις στη θέση του (απαραίτητο ένα δείγμα του γραφικού του χαρακτήρα), ή να δωροδοκήσει στελέχη των προαναφερθέντων ιδρυμάτων.

Να “μαγειρέψει” τους βαθμούς του στα τεστ, ή να το παρουσιάσει ως σούπερ αστέρι σε κάποιο άθλημα (με ένα καλό phοtoshop σε ένα ψεύτικο αθλητικό προφίλ), ώστε να πετύχει μια αθλητική υποτροφία».

Το άλλο πουλάκι:
Ξεκινώντας από μικρά…

Κάποτε δεν υπήρχε το διαδίκτυο. Υπήρχαν κάποια βοηθήματα που μπορούσε να αγοράσει ο μαθητής (δηλαδή ο γονιός του) όμως δεν ήταν τόσο διαδεδομένα, ούτε τόσο εύχρηστα όσο σήμερα ο υπολογιστής.

Αργότερα έγιναν της μόδας τα «βιβλία του δασκάλου», που τα έβρισκαν όσοι γονείς είχαν καλές άκρες. Εκεί ο μαθητής (δηλαδή ο γονιός του) μπορούσε να δει τι θα ζητήσει ο δάσκαλος στο επόμενο μάθημα και να προετοιμαστεί κατάλληλα.

Σήμερα υπάρχει μια τεράστια ευκολία. Όλες οι ασκήσεις του βιβλίου λυμένες, όλες οι απαντήσεις των επαναληπτικών τεστ έτοιμες, με το πάτημα ενός κουμπιού. Τόσο που πολλοί δεν κάνουν τον κόπο να… αυτοσχεδιάσουν.

Να αλλάξουν κάτι, έτσι που να μην φαίνεται ότι η εργασία τους είναι πανομοιότυπη με όλων εκείνων που αντέγραψαν από το ίδιο σάιτ. Δεν τους ενδιαφέρει και φαίνεται ότι και οι εκπαιδευτικοί δεν δίνουν σημασία.

Έτσι, όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και οι απαιτήσεις γίνουν πιο πολλές, η… εκπαίδευση που παίρνουν στα μαθητικά τους χρόνια αποδεικνύεται πολύτιμη. Η αντιγραφή και αγορά έτοιμων εργασιών δίνει και παίρνει.

Εργασίες κάθε επιπέδου, για όλα τα γούστα και για όλα τα βαλάντια. Αρκεί να μην διαταραχθεί η αρχή της ήσσονος προσπάθειας, και, φυσικά, να μην χαθεί η ευκαιρία για ένα (ακόμη) καλό πτυχίο.

Αφήστε που οι έτοιμες δουλειές φτάνουν μέχρι τα βιογραφικά που, σε πολλές περιπτώσεις είναι σχεδόν ίδια. «Το 2007 το 5% όσων υπέβαλαν αίτηση στη Οξφόρδη και το Κέιμπριτζ, είχαν συμπληρώσει τις αιτήσεις τους με έτοιμο υλικό από το ιντερνέτ.

Από αυτούς, 234 υποψήφιοι, στην εξήγησή τους γιατί επέλεξαν να σπουδάσουν Χημεία, χρησιμοποίησαν το ίδιο ακριβώς παράδειγμα, ότι, όταν ήταν οκτώ ετών, έβαλαν φωτιά στην πιτζάμα τους».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Όλα(;) για το πτυχίο!

Το φαινόμενο είναι πολύ γνωστό, από την εποχή ακόμη της Αργοναυτικής Εκστρατείας, όμως το είδαμε σε όλο του το μεγαλείο στα χρόνια της… ποτοαπαγόρευσης. Όταν το διακύβευμα αξίζει και όταν η προσφορά είναι μικρότερη από τη ζήτηση…

Τότε ανθεί η παρανομία. Τότε εφευρίσκονται τρόποι να πάρεις αυτό που θέλεις και υπάρχουν πάντα πρόθυμοι να σε βοηθήσουν να το κάνεις, διά της πλαγίας οδού. Το θέμα είναι ότι εδώ μιλάμε για ένα «αγαθό».

Τέτοιο δεν (υποτίθεται ότι) είναι η μόρφωση; Ένα αγαθό, μάλιστα, που, όταν το αποκτάς (υποτίθεται ότι) γίνεσαι και καλύτερος άνθρωπος. Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν να χρησιμοποιείς παράνομους τρόπους για την απόκτησή του;

Το ερώτημα είναι λάθος, διότι χρησιμοποιεί εσφαλμένα δεδομένα. Όχι, η μόρφωση δεν είναι (πλέον) ένα αγαθό που σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Είναι ένα μέσον για να αποκτήσεις αναγνώριση, χρήμα και εξουσία.

Όσο καλύτερη είναι, ή θεωρείται, η μόρφωση που έχεις, τόσο μεγαλύτερη αναγνώριση σου προσφέρει, τόσο περισσότερο χρήμα και ευκολότερη πρόσβαση στην εξουσία. Τόσο, λοιπόν, πιο ακριβή είναι και η ταρίφα τής… πλάγιας οδού.

Ποιος είπε ότι ο κόσμος της γνώσης είναι ένας αγγελικά πλασμένος κόσμος;
 Ζηλεύουμε;

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019

190228 ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ο εγκέφαλος εκπαιδεύεται!

Θα μπορούσε να είναι μια απλή διαπίστωση, αφού είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος μαθαίνει να λειτουργεί και έτσι εξελίσσεται. Αυτό συμβαίνει είτε μιλάμε για τον εγκέφαλο ενός ανθρώπου, είτε για τον εγκέφαλο γενικά.

Εξάλλου, το γεγονός ότι ο εγκέφαλός μας έχει αυτή την ιδιότητα – ικανότητα είναι ο λόγος που έχουν αμφισβητηθεί τόσο πολύ και τα διάφορα τεστ νοημοσύνης. Απλούστατα, κάποιοι μπορούν να εκπαιδευτούν να τα λύνουν, άλλοι πάλι όχι.

Αν εγώ δηλαδή ασχοληθώ ειδικά και πιάσω να λύσω διάφορε τέτοια τεστ, είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα καταφέρνω καλύτερες επιδόσεις και ίσως φαίνομαι πιο ευφυής από άλλους που βλέπουν πρώτη φορά τέτοιο τεστ.

Δεν θα είμαι όμως! Θα έχω πιθανότατα αναπτύξει ένα πολύ συγκεκριμένο είδος ευφυΐας, αυτό τού να απαντάω στα σχετικά τεστ, ενώ μπορεί σε άλλα πράγματα νε μη «με κόβει», πράγμα που βλέπουμε να συμβαίνει καθημερινά.

Άνθρωποι που κατέχουν περγαμηνές αξιοσύνης σε έναν συγκεκριμένο τομές, όμως από εκεί και πέρα δεν μπορούν να ανταποκριθούν στοιχειωδώς σε κάποιες καθημερινές κοινωνικές δραστηριότητες.

Τέτοιοι τύποι γίνονται συχνά και αστείοι ήρωες σε κινηματογραφικές ταινίες, όπου παρουσιάζονται ως φευγάτοι επιστήμονες ή καθυστερημένες διάνοιες, που μπλέκουν σε τραγελαφικές περιπέτειες.

Ο εγκέφαλος εκπαιδεύεται. Αυτό το είπαμε. Όταν όμως ξεκινήσαμε την κουβέντα μας δεν θέλαμε να αναφερθούμε στον ανθρώπινο εγκέφαλο, αλλά σε έναν υπολογιστή, τεχνητό εγκέφαλο, ο οποίος φέρει το όνομα GPT2.

Καθόλου φαντασία δεν πρέπει να είχαν εκείνοι που του το έδωσαν, όμως, όπως είπαμε και πριν, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι «κεφάλια» στον τομέα τους. Θα καταλάβετε αμέσως, αρκεί να σας πω τι έκαναν με τον GPT2.

Δοκίμασαν να δουν αν μπορεί να γίνει συγγραφέας και, σωστά μαντέψατε, αυτός το κατάφερε. Του διάβασαν τις πρώτες σειρές από το «1984» του Όργουελ και ξεκίνησε να γράψει μια συνέχεια που αναφέρεται στο μέλλον.

Το άλλο πουλάκι:
Στο 2045!

Κατάλαβε δηλαδή από τις πρώτες δυο τρεις γραμμές ότι το βιβλίο αναφέρεται σε μια μελλοντική ιστορία και έτσι συνέχισε γράφοντας «το 2045 ήμουν δάσκαλος σε μια φτωχή περιοχή μιας αγροτικής επαρχίας της Κίνας…»

Οι δημιουργοί του το θεώρησαν τόσο σπουδαίο αυτό που αμέσως απαγόρευσαν τη δημοσίευση της έρευνας που οδήγησε στην κατασκευή του συγκεκριμένου εγκεφάλου. Δοκίμασαν μάλιστα και σε άλλο είδος γραφής.

Του διάβασαν ένα ρεπορτάζ για το Brexit και του ανέθεσαν να γράψει κάτι ανάλογο. Αυτός, αφού επεξεργάστηκε τα δεδομένα, έγραψε ένα απολύτως πιστευτό ρεπορτάζ για τα επόμενα βήματα της Τερέζα Μέι.

Το ρεπορτάζ μοιάζει απόλυτα αληθινό (αληθοφανές) ενώ δεν πρόκειται παρά για μια εκτίμηση που όμως, κι εδώ είναι το αξιοθαύμαστο, την έκανε ένας τεχνητός εγκέφαλος. Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;

Η απάντηση είναι σ’ αυτό που είπαμε από την αρχή. (Και αυτός) ο εγκέφαλος εκπαιδεύεται. Αυτά τα αξιοθαύμαστα που σας είπαμε ότι έγραψε δεν προέκυψαν από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ούτε, φυσικά, τα κατάφερε διαβάζοντας απλώς την αρχή ενός μελλοντολογικού μυθιστορήματος, ή κάποιου ρεπορτάζ διεθνών ειδήσεων. Εν μας επιτρέπεται η έκφραση, ο GPT2 έλιωσε στο διάβασμα!

Προκειμένου να τον εκπαιδεύσουν οι δημιουργοί του, του έδωσαν να διαβάσει 10 εκατομμύρια άρθρα, ποσότητα «ύλης» που ισοδυναμεί με 35.000 ογκωδέστατα βιβλία. Αυτός με τη σειρά του δεν τα διάβασε για να περνά η ώρα.

Προσπάθησε να αξιοποιήσει μια τεχνολογία που ονομάζεται deep learning, να μάθει δηλαδή να αναζητά τις βαθύτερες συνδέσεις ανάμεσα στα τμήματα της πληροφορίας και να εντοπίζει δομικές ομοιότητες ανάμεσα σε διαφορετικά είδη κειμένων.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, κατάφερε να αποκτήσει συνείδηση της διακειμενικότητας, έτσι ώστε να μπορεί αναλύει πολλά κείμενα και να συνθέτει νέα, χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες αλλά και το επίπεδο ύφους εκείνων.

Η αξιοθαύμαστη αυτή επιτυχία του θέτει εύλογα το ερώτημα αν η λογοτεχνία, και όχι μόνο αυτή, στο μέλλον θα γράφεται από υπολογιστές σαν τον GPT2. Μας υποχρεώνει όμως να σκεφτούμε και πάνω στη φύση της νοημοσύνης.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι είναι η νοημοσύνη;

Και πώς καλλιεργείται; Ερωτήματα που θα κληθούν να απαντήσουν οι επιστήμονες με βάση τα νέα δεδομένα που θα πάρουν από την πορεία και την εξέλιξη του GPT2. Και, φυσικά, άλλων όμοιων υπολογιστών που θα δημιουργηθούν στο μέλλον.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να μας φέρει και μπροστά σε ηθικά διλήμματα τού τύπου έχουμε το δικαίωμα να δημιουργούμε νοημοσύνη που πιθανόν θα εκπαιδεύεται να ξεπερνά ακόμη και εκείνη των δημιουργών της;

Και πόσο αυτόνομη μπορεί να γίνει μια τέτοια κατασκευή που θα σκέφτεται και θα αναλύει αυτόνομα, άρα θα μπορεί και να παίρνει αποφάσεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχο των κατασκευαστών της;

Ερωτήματα που σίγουρα θα κληθεί να απαντήσει η επιστήμη και όχι μόνον αυτή, αν δεν το έχει κάνει ήδη σε μεγάλο βαθμό. Εγώ όμως θα σταθώ σε κάτι άλλο πιο πεζό και, αν μου επιτρέπετε, πιο πρακτικό.

Ο GPT2 έκανε κάτι σπουδαίο, που όμως το γνωρίζουμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Κατόρθωσε να δημιουργήσει κάποια είδη κειμένων, αφού πρώτα «εκτέθηκε» σε χιλιάδες παρόμοια, τα μελέτησε και τα ανέλυσε.

Αυτό προσπαθούμε κι εμείς να πείσουμε τα παιδιά μας να κάνουν, αλλά συχνά ματαιοπονούμε. Αν το μόνο είδος με το οποίο έρχονται σε επαφή είναι το μήνυμα και η ανάρτηση στο κινητό, τότε ζήτω που καήκαμε!
 Το μέλλον είναι εδώ!



Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

190226 ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΙΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πρώτα τα ποντίκια! 

Δεν γνωρίζω αν είναι εξακριβωμένο, ή αν χρησιμοποιείται ως μεταφορά, με στοιχεία… παροιμιώδους έκφρασης, διότι είναι πολλά πράγματα που δεν τα καταλαβαίνω στη συγκεκριμένη φράση.

Πώς γίνεται να αντιλαμβάνονται τα ποντίκια, πριν από το πλήρωμα, ότι το καράβι βυθίζεται; Πώς ξέρουν, ας πούμε, ότι δεν κάνει απλώς νερά, δεν έχει πάρει κλίση, αλλά εξακολουθεί να πλέει και μπορεί να ρυμουλκηθεί;

Και, ας πούμε ότι δεν το αντιλαμβάνονται πρώτα (τα ποντίκια), αλλά αυτά πρώτα το εγκαταλείπουν, επειδή το πλήρωμα κάνει ακόμα προσπάθειες να αποτρέψει το ναυάγιο. Για ποιο λόγο το εγκαταλείπουν;

Φοβούνται μήπως παρασυρθούν μαζί του στον βυθό;  Και πώς γνωρίζουν τα ποντίκια ότι, όταν ένα καράβι κάνει νερά, εκείνο που θα ακολουθήσει είναι η βύθισή του; Έχουν προηγούμενη πείρα;

Ξέρουν Φυσική; Γνωρίζουν τον νόμο του Νεύτωνα ή την αρχή του Αρχιμήδη; Όπως βλέπετε υπάρχει ένα μυστήριο γύρω από αυτή τη συμπεριφορά των ποντικιών, το οποίο η επιστήμη οφείλει να διερευνήσει.

Όχι τίποτε άλλο, αλλά να ξέρουμε κι εμείς, όποτε αναφερόμαστε σ’ αυτή τη φράση, αν βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα ή πρόκειται για μια δοξασία, έναν ναυτικό θρύλο που ξέμεινε να χρησιμοποιείται χωρίς λόγο.

Και να χαρακτηρίζει ως «ποντίκια» εκείνους που εγκαταλείπουν μια συλλογική προσπάθεια, έναν χώρο δράσης, μια πολιτική παράταξη, όταν βλέπουν ότι τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα σχεδίαζαν.

Όταν δεν έχουν την υπομονή να περιμένουν τις καλύτερες μέρες, την ανάκαμψη, την αναστροφή του κακού κλίματος… Κυρίως όμως όταν εγκαταλείπουν τον επικεφαλής, τον «καπετάνιο», μόνο του.

Όπως βλέπετε, το φέρνω γύρω γύρω, γιατί θέλω να σχολιάσω το άσχημο κλίμα που δημιουργήθηκε στο Ποτάμι, μετά τις αποχωρήσεις βουλευτών και τη διάλυση της κοινοβουλευτικής ομάδας.

Το να τους κατηγορήσει κανείς χαρακτηρίζοντάς τους «ποντίκια που εγκαταλείπουν το πλοίο» είναι πολύ εύκολο, όμως, πιστεύω, και πολύ άδικο. Κι αυτό διότι το πλοίο είχε βυθιστεί πριν το καταλάβουν οι ίδιοι.

Το άλλο πουλάκι:
Για να μην τους αδικούμε…

Ας πούμε ότι εμείς το Ποτάμι το είδαμε από την αρχή ως μία έντιμη προσπάθεια και ποτέ δεν πιστέψαμε στις συκοφαντίες ότι δήθεν στήθηκε… από τον Μπόμπολα(!) προκειμένου να ανακόψει την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία.

Μας άρεσε επίσης το γεγονός ότι κατάφερε να συγκεντρώσει γύρω του αυτό που θα λέγαμε «φωνές της κοινής λογικής», κάτι που έλλειπε πολύ ή και τελείως από άλλα κόμματα τις μέρες που οργίαζε ο λαϊκισμός.

Τι δεν μας άρεσε; Το γεγονός ότι, ουσιαστικά ήταν κι αυτό ένα κόμμα αρχηγικό. Το κατανοούσαμε βεβαίως, αφού επρόκειτο ουσιαστικά για ένα ετερόκλητο πλήθος που συγκεντρώθηκε γύρω από τον Σταύρο Θεοδωράκη.

Όμως δεν μας άρεσε. Δεν πιστεύουμε ότι ένα σοβαρό κόμμα μπορεί να στηθεί «από πάνω». Μπορεί να δημιουργηθεί μόνον όταν έρχεται να καλύψει κάποια υπαρκτή ανάγκη της κοινωνίας.

Βεβαίως, για να μην αντιφάσκουμε, η φωνή της λογικής και το να ακουστούν δυσάρεστες αλήθειες, αντίθετα στις λαϊκιστικές κραυγές, ήταν μια ανάγκη της εποχής, όμως αρκούσε μόνο για το ξεκίνημα.

Στη συνέχεια έπρεπε να βρεθούν άλλα χαρακτηριστικά που θα δώσουν το πολιτικό στίγμα του κόμματος, το οποίο έμοιαζε με ελεύθερο σκοπευτή που κυνηγούσε ευκαιρίες, καμιά φορά απλώς για να δηλώσει τη… διαφορετικότητά του.

Μια διαφορετικότητα όμως που κανείς δε ξέρει αν έφτανε μέχρι τα απλά στελέχη και τους ψηφοφόρους των οποίων ο αρχικός ενθουσιασμός έδινε μέρα με την ημέρα τη θέση του στις επιφυλάξεις και τη γκρίνια.

Και φυσικά για την κατάσταση αυτή ευθύνεται η ηγεσία του κόμματος, δηλαδή ο Σταύρος Θεοδωράκης αυτοπροσώπως, αφού εκείνος επέλεξε να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του… πάσα αρχή και εξουσία εν αυτώ.

Δική του είναι και η ευθύνη για τα πήγαινε έλα τόσο στο Μέγαρο Μαξίμου, όσο και στο ΚΙΝΑΛ, του οποίου μάλιστα διεκδίκησε και την ηγεσία, λες και εκείνοι που πήγαν στο κόμμα του είχαν καμιά διάθεση να επιστρέψουν εκεί από όπου ξεκίνησαν.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ποιοι έφυγαν πρώτοι;

Σίγουρα όχι οι βουλευτές που εγκατέλειψαν το Ποτάμι με αφορμή την ψηφοφορία για τις Πρέσπες. Πρώτοι έφυγαν πολλοί φίλοι και ψηφοφόροι του κόμματος, γεγονός που καταγράφηκε και στις δημοσκοπήσεις.

Αυτό βέβαια καθόλου δεν αποτελεί δικαιολογία και για την επιλογή των βουλευτών να «την κάνουν» τη δεδομένη στιγμή. Έδειξαν και αυτοί το επίπεδο της πολιτικής ωριμότητας που, τελικά, διέκρινε τα υψηλά στελέχη του κόμματος.

Αυτό όμως φάνηκε κυρίως με όσα ακολούθησαν, τα οποία, με έναν εύστοχο πολιτικό όρο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως… ξεκατίνιασμα. Μαλλί με μαλλί πιάστηκαν «κυριολεκτικά» στα ΜΜΕ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Αφήστε το άλλο με τις αποκαλύψεις μαγνητοφωνημένων συζητήσεων από τις οποίες δεν κρατούνταν πρακτικά! Αλλά κρατήθηκαν μόνο εκείνα τα στιγμιότυπα που φανερώνουν πόσο δίκιο έχει στους ισχυρισμούς του εκείνος που… τα κράτησε.

Θλιβερά πράγματα! Και είναι κρίμα γιατί το Ποτάμι θα μπορούσε να έχει μια διαφορετική… ροή και να φανεί χρήσιμο στην πολιτική ζωή του τόπου. Αλλά και στον τόπο τον ίδιο, αφού αυτό είναι το τελικό ζητούμενο για κάθε κόμμα.

Τώρα την μόνη χρησιμότητα που προσέφερε είναι η επιβεβαίωση πως το πιο δύσκολο για κάποιον που θέλει να άρχει είναι να κατορθώσει να τιθασεύσει τον εαυτό του.
 Ισχύει και για ποταμόπλοιο!

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

190204 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Δεν είμαι συνταγματολόγος.

Σιγά το νέο, θα μου πείτε. Κανείς (σχεδόν) δεν είναι. Υπάρχουν ελάχιστοι τέτοιοι, σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, οπότε το αντικείμενό τους, δηλαδή το Σύνταγμα της χώρας, πρέπει να θεωρείται κάτι… εξωτικό.

Κάτι απλησίαστο για εμάς. Ωστόσο, το Σύνταγμα δεν μπορεί να είναι σαν ένα οποιοδήποτε άλλο επιστημονικό αντικείμενο, για το οποίο δικαιούνται να εκφέρουν γνώμη μόνον οι απολύτως ειδικοί.

Δεν είναι αστροφυσική. Ούτε καν ωκεανογραφία! Δεν είναι ιατρική, αν και σ’ αυτή ειδικεύονται ουκ ολίγοι, στην εποχή μας, χάρη στο google. Αν θα θέλαμε να βρούμε μια αντίστοιχη επιστήμη, θα λέγαμε ότι μοιάζει με την… ψυχολογία!

(Παρεμπιπτόντως, το έχω πει και άλλες φορές. Αυτές όλες που τις ονομάζουμε συλλήβδην «ανθρωπιστικές επιστήμες», δεν τις θεωρώ και τόσο… επιστήμες, και να με συγχωρούν όσοι τις έχουν σπουδάσει.

Επιστήμη είναι να στέλνεις από εδώ στον Πλούτωνα ένα διαστημόπλοιο και να ξέρεις ότι θα φτάσει μετά από χρόνια. Και να φτάνει! Στην ώρα του! Ή το να χτίζεις μια γέφυρα που να αντέχει όχι μόνο σε χιλιάδες οχήματα, αλλά και σε τρομακτικούς σεισμούς…)

Γιατί όμως είπαμε ότι η ενασχόληση με το Σύνταγμα, η… συνταγματολογία, αν μου επιτρέπεται ο όρος, μοιάζει κάπως με την ψυχολογία; Διότι έχουν κάποια κοινά στοιχεία. Το πρώτο είναι ότι αφορούν την καθημερινότητά μας.

Θα μου πείτε αυτό το κάνουν και ένα σωρό άλλες επιστήμες. Εδώ όμως υπάρχει μια διαφορά. Είναι σημαντικές για μας, χωρίς όμως αυτό να φαίνεται με την πρώτη ματιά, χωρίς να το κραυγάζουν.

Θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς πως δεν χρειάζονται καν, με δεδομένο ότι οι άνθρωποι υπήρχαν για χιλιάδες χρόνια, χωρίς να διαθέτουν ούτε συνταγματολόγους, ούτε ψυχολόγους. Και… δεν πάθαιναν και τίποτε.

Από την άλλη μοιάζουν και στο ότι ο καθένας μπορεί να ασχοληθεί «ερασιτεχνικά», είτε με το σύνταγμα είτα με την ψυχολογία, και να έχει άποψη. Αφήστε που μπορεί να «θεραπεύει» και προβλήματα!

Μπορεί να δίνει συμβουλές, σε συνταγματικά ζητήματα, αλλά και σε ζητήματα ψυχολογίας, και να αγγίζει ή να αναδεικνύει πτυχές που ακόμη και οι ειδικοί επιστήμονες δυσκολεύονται να προσεγγίσουν.

Το άλλο πουλάκι:
Κάτι μας είπες!

Όποιον να ρωτήσεις, ειδικά στη χώρα μας, θα σου πει ότι «ο καλύτερος ψυχολόγος είναι ο φίλος σου, που κάθεται και ακούει το πρόβλημά σου και σου δίνει λύσεις». Όσο για συνταγματολόγους…

Να, πάρε για παράδειγμα εμένα. Θέλεις να σου αναλύσω το θέμα με το οποίο ασχολήθηκε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας προχθές την Παρασκευή; Είναι ένα θέμα που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων.

Συζήτησε για το αν είναι αντισυνταγματική η κατάργηση των δώρων, Χριστουγέννων, Πάσχα, αδείας, που έπαιρναν οι δημόσιοι υπάλληλοι, στα ξένοιαστα χρόνια που ευδοκιμούσαν στην πατρίδα μας τα… λεφτόδεντρα.

Τα οποία δώρα, ως γνωστόν, κόπηκαν ακριβώς επειδή δεν υπήρχε κάποιος να τα πληρώνει. Όπως άλλωστε και ένα σωρό άλλα «μπερεκέτια», κάτι επιδόματα, κάτι πλαστές υπερωρίες και άλλα τέτοια εξωτικά.

Για να είμαστε ακριβείς, κόπηκαν διότι αυτό απαίτησαν εκείνοι που μας έδωσαν δανεικά, προκειμένου οι δημόσιοι υπάλληλοι να έχουν τους δώδεκα μισθούς τους, και να μην πληρώνονται με… κουπόνια.

Δανεικά τα οποία ελπίζουν ότι κάποια μέρα θα πάρουν πίσω! Αν, βέβαια, αυτό μπορεί να το κάνει το κράτος μας δίνοντας και δέκατο τρίτο και… δέκατο έβδομο μισθό, θεωρώ πως εκείνοι δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα.  

Αυτά είναι γνωστά. Νομίζω τα έχουν καταλάβει πλέον σχεδόν όλοι όσοι πίστευαν, τέτοιες μέρες πριν από τέσσερα χρόνια, ότι αρκεί ένας νόμος για να επιστρέψουμε στο ευαγγελικό «ψυχή μου, φάγε πίε και ευφραίνου».

Το σημερινό ερώτημα είναι άλλο: μπορεί το Σύνταγμα μιας χώρας, δηλαδή είναι δουλειά του, να λέει και να επιβάλλει πόσα χρήματα θα δίνει η κυβέρνηση στους δημοσίους υπαλλήλους της.

Διότι, αν δεχτούμε κάτι τέτοιο, τότε θα μπορούσαμε να κρίνουμε και ένα Σύνταγμα με… δημοσιονομικούς όρους. Καλύτερο θα ήταν εκείνο που θα επέβαλε μεγάλες αμοιβές και πλούσια «δώρα».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δεν είστε συνταγματολόγοι!

Ούτε κι εγώ είμαι, αλλά τουλάχιστον δεν μιλάω. Περιμένω. Κάνω τον σταυρό μου, κρατάω την αναπνοή μου και περιμένω. Σε λίγους μήνες, που το ΣτΕ θα εκδώσει την απόφασή του, θα ξέρουμε πόσο καλό Σύνταγμα έχουμε.

Εγώ άλλο δεν καταλαβαίνω. Πώς γίνεται μια παροχή, μια αμοιβή ή ένα επιμίσθιο, άλλοι να το δικαιούνται και άλλοι όχι˙ εννοώ από όσους κάνουν ακριβώς την ίδια εργασία. Ή όλοι πρέπει να το παίρνουν ή κανένας.

Εδώ παρατηρούμε να δίνεται μόνο σε εκείνους που προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη και το διεκδικούν. Δηλαδή σε όσους τα ακουμπάνε στα δικηγορικά γραφεία που ασχολούνται με τέτοιου είδους προσφυγές.

Κι επειδή ισχύει αυτό, οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να τα διεκδικήσουν και συλλογικά, μέσω των συνδικαλιστικών φορέων τους. Πρέπει ο καθένας να προσφύγει ατομικά. Δηλαδή να πληρώσει τον δικηγόρο μόνος του.

Αλλά και… να του κόψει μερτικό, σε περίπτωση που δικαιωθεί και πάρει αυτά που διεκδικεί. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να το καταλάβω και καλά θα έκαναν να ασχοληθούν κάποιοι που ξέρουν πέντε πράγματα παραπάνω.

Και να μας εξηγήσουν κι εμάς, που δεν είμαστε συνταγματολόγοι!
 Συνταγματικές αυξήσεις!

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

190109 ΚΑΙΡΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πότε κάνει κρύο στην Ελλάδα;

Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, ούτε αποσκοπεί σε έναν διακειμενικό διάλογο ανάμεσα στη στήλη μας και στο γνωστό τραγουδάκι των LocoMondo το οποίο υποστηρίζει ότι το κρύο είναι κάτι άγνωστο στη χώρα μας.

Εμείς θα διαφωνήσουμε και θα απαντήσουμε στο ερώτημα με παρρησία, όπως πρέπει να απαντούν όσοι ασχολούνται με τον δημόσιο λόγο σε κάθε ερώτημα που τίθεται και αφορά το κοινωνικό σύνολο.

(Χα! Η μεγαλοστομία είναι επίσης ένα από τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ο λόγος όσων σχολιάζουν τα δημόσια πράγματα, γι’ αυτό και εμείς είπαμε να μην ξεφύγουμε από αυτόν τον κανόνα.)

Στην Ελλάδα, λοιπόν, κάνει κρύο σε δύο περιπτώσεις, οι οποίες, όπως θα δείτε, δεν είναι άσχετες μεταξύ τους. Απεναντίας, η πρώτη, όπως θα σας τις παρουσιάσουμε, συνδέεται απολύτως με τη δεύτερη.

Το κρύο, δηλαδή, δεν είναι ένας αντικειμενικός παράγοντας, ένα μέγεθος που μπορεί να μετρηθεί και να αξιολογηθεί με κάποιο απλό θερμόμετρο, αλλά κάτι τελείως υποκειμενικό, όπως άλλωστε και η ζέστη.

Όταν λέμε υποκειμενικό δεν εννοούμε τον προσωπικό «δείκτη» που μπορεί να διαθέτει ο καθένας και να αισθάνεται μεγαλύτερο ή μικρότερο ψύχος. Εδώ μιλάμε για «υποκειμενικό» που όμως αφορά μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Ας ξαναθέσουμε όμως το ερώτημά μας.
-Πότε κάνει κρύο στην Ελλάδα;
-Στην Ελλάδα κάνει κρύο όταν το λένε στις ειδήσεις!

Σιγά το θέμα, θα μου πείτε. Λογικό είναι, όταν κάνει κρύο, πολύ κρύο, να γίνεται αναφορά γι’ αυτό και στα δελτία ειδήσεων. Όμως εγώ δεν εννοώ αυτό, αλλά μια διαδικασία αντίστροφη. Προηγείται η είδηση.

Και πάλι όμως θα μπορούσε κανείς να παρεξηγήσει και να πει πως έτσι είναι το σωστό. Γι’ αυτό υπάρχουν και οι μετεωρολογικές προβλέψεις, για να γνωρίζουμε τι πρόκειται να έρθει και να προετοιμαζόμαστε.

Όμως δεν μιλάμε ούτε γι’ αυτό. Στην Ελλάδα κάνει κρύο, παρά τις προγνώσεις των μετεωρολόγων, μόνον άμα το πουν στις ειδήσεις. Διότι, από τις προγνώσεις, τα δελτία μεταδίδουν μόνο τις πιο δυσοίωνες.

Το άλλο πουλάκι:
Πιάνουν τα άκρα.

Μπορεί, δηλαδή, σύμφωνα με τα μοντέλα των προγνώσεων, να πλησιάζει ένα κύμα ψύχους, πράγμα τελείως φυσιολογικό για τα μέσα του χειμώνα. Ακόμη όμως κι αν οι θερμοκρασίες αναμένονται κάπως πιο χαμηλές από τα συνηθισμένα…

Συνηθισμένο και αναμενόμενο είναι κι αυτό. Έρχονται όμως τα δελτία ειδήσεων, παίρνουν τη χαμηλότερη θερμοκρασία των προβλέψεων και δημιουργούν το κατάλληλο… κλίμα παγετού για όλη την επικράτεια.

«Στους μείον δεκαπέντε το θερμόμετρο»! Πράγμα που μπορεί να ισχύει για μια συγκεκριμένη περιοχή, πιθανότατα απομακρυσμένη και με ελάχιστους κατοίκους, οι οποίοι μάλιστα είναι συνηθισμένοι σε κάτι τέτοια.

Στην υπόλοιπη χώρα, στην Αθήνα, η θερμοκρασία μπορεί να μην κατέβει κάτω από το μηδέν, όμως οι κάτοικοί της που παρακολουθούν τα δελτία ειδήσεων παίρνουν την τρομάρα και στήνονται να δουν τι θα ακολουθήσει.

Βγαίνουν, λοιπόν, οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ και κατευθύνονται σε δυο τρία σημεία, πολύ γνωστά για το χιόνι που πέφτει συνήθως εκεί και για το κρύο που κάνει κάθε χειμώνα, και μας δίνουν τη… γενική εικόνα.

Για να καταλάβετε, σήμερα που για την πόλη μας προβλέπονται θερμοκρασίες από μείον πέντε, μέχρι έναν βαθμό, στην Αθήνα το θερμόμετρο θα δείξει μέχρι και έντεκα βαθμούς (11ο) Κελσίου!

Στη Φλώρινα η ανώτερη θα είναι μείον δύο και η χαμηλότερη μείον επτά, ενώ το βράδυ, που στην Αθήνα θα έχουν έντεκα βαθμούς, εκεί θα έχει μείον πέντε και θα χιονίζει. Κι έτσι ερχόμαστε στη δεύτερη περίπτωση που σας είπαμε στην αρχή.

-Πότε, άλλοτε, κάνει κρύο στην Ελλάδα;
-Στην Ελλάδα κάνει κρύο όταν κρυώνουν στην Αθήνα!
Γεγονός που γίνεται είδηση και μεταδίδεται από τα Μέσα σε ολόκληρη τη χώρα.

Άκουγα το πρωί της Δευτέρας, όταν η θερμοκρασία εδώ ήταν γύρω στους μείον τέσσερις βαθμούς, έναν ραδιοφωνικό παραγωγό να διαμαρτύρεται που στην Αγία Παρασκευή (της ΕΡΤ) είχε τρεις βαθμούς!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ελάτε, τώρα, να τα συνδυάσουμε…

Και να δούμε τι γίνεται όταν το κρύο, το πολύ κρύο, όχι μόνον δεν αφορά την Αθήνα, αλλά ούτε καν τους Έλληνες. Όταν εκείνοι που κρυώνουν είναι κάποιοι πρόσφυγες, σε κάποιους καταυλισμούς.

Μέσα σε σκηνές (όχι από εκείνες που χρησιμοποιούν όσοι ανεβαίνουν στο Ιμαλάια), που έχουν χαθεί στο χιόνι, όπου δεν μπορείς να επιβιώσεις παρά σαν ένα αγρίμι που μάλιστα μεταφέρθηκε σε ψυχρή περιοχή, μακριά από τον βιότοπό του.

Τότε θα βρεθούν κάποια ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία να μας θυμίσουν ότι η Λέσβος είναι πιο κοντά στη Νέα Υόρκη ή στο Βερολίνο, απ’ ό,τι στην Αθήνα (αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα).

Τότε το θέμα γίνεται -αν και όταν γίνεται- είδηση κι εδώ, μόνο και καθαρά για λόγους πολιτικής αντιπαράθεσης, καθόλου όμως από πραγματικό ενδιαφέρον για τους ανθρώπους που υποφέρουν στην παγωνιά.

Τότε θα θυμηθούμε τι έλεγε η σημερινή κυβέρνηση, όταν ήταν στην αντιπολίτευση, και τι έκανε η σημερινή αντιπολίτευση, όταν ήταν στην κυβέρνηση. Τότε θα μαλώσουμε, αλλά και θα ευαισθητοποιηθούμε…

Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
 Ψυχρό μέτωπο!

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

181102 ΜΑΤΙΑΣΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Η κυρά μας η μαμή».

Σαν πολύ δεν αναφερθήκαμε σε ταινίες του παλιού (καλού) ελληνικού κινηματογράφου, αυτές τις μέρες; Τι να γίνει όμως; Όσες διαδρομές κι αν κάνουμε στη ζωή μας, πρέπει πάντοτε να επιστρέφουμε στους… κλασικούς.

Μη γελάτε! Εντελώς σοβαρά δηλώνω πως θεωρώ τον Αλέκο Σακελλάριο, σεναριογράφο και σκηνοθέτη της ταινίας, έναν από τους κλασικούς των ελληνικών γραμμάτων, πολύ ανώτερο από άλλους «δήθεν» -ονόματα δεν λέμε.

Η ταινία βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1958, πριν από εξήντα ακριβώς χρόνια και περιγράφει τη ζωή ενός επιστήμονα, ενός συνταξιούχου γιατρού, σε μια επαρχιακή κωμόπολη, όπου βασιλεύουν οι δεισιδαιμονίες.

Και όπου λύνει και δένει η Γεωργία Βασιλειάδου, μαμή της περιοχής, η οποία όμως εκμεταλλεύεται (αν δεν την καλλιεργεί) την αφέλεια των κατοίκων και επιδίδεται σε… εναλλακτικές θεραπείες, όπως τα περίφημα ξεματιάσματα.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά καθώς διάβαζα για μια νέα έρευνα, πανευρωπαϊκή, που είδε το φως της δημοσιότητας και, μεταξύ άλλων, πολύ ενδιαφερόντων ευρημάτων, έδειξε τη σχέση των Ελλήνων με το «κακό μάτι».

Οι δύο στους τρεις συμπατριώτες μας πιστεύουν σ’ αυτό και έτσι δίνουν στην χώρα μας μακράν την πρώτη θέση σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Ακλουθούν η Λιθουανία, η Ουκρανία, Αρμενία και η Μολδαβία.

Δεν είναι τυχαίο που οι κάτοικοι των χωρών αυτών είναι στις πρώτες θέσεις εκείνων που πιστεύουν και στη μοίρα. Έτσι λοιπόν, η χώρα μας, με βάση τα συγκεκριμένα ευρήματα, εντάσσεται σε μια ιδιαίτερη ομάδα ευρωπαϊκών χωρών.

Ας αφήσουμε όμως τους άλλους στις πεποιθήσεις τους και ας κοιτάξουμε λίγο το δικό μας χάλι. Λέτε αυτή η πίστη στο «κακό μάτι» να συνδυάζεται με την άλλη πρωτιά, ότι δηλαδή έχουμε τον υψηλότερο πολιτισμό από όλους;

Διότι, όσοι πιστεύουν ότι πέφτουν θύματα ματιάσματος, παραδέχονται ευθέως ή έμμεσα ότι κάτι καλό είδαν επάνω τους οι άλλοι και «έμεινε το μάτι τους». Δεν έχει λογική να ματιάζεται κάποιος που δεν αξίζει τίποτε.

Διαβάζοντας για το μάτι σε κάπως πιο… ψαγμένα σάιτ, θα δεις ότι «πρόκειται για συσσωρευμένη αρνητική ενέργεια», η οποία επικάθεται γύρω σου κι έτσι σου συμβαίνουν διάφορα δυσάρεστα πράγματα, όπως το να νυστάζεις χωρίς λόγο.

Το άλλο πουλάκι:
«Πιστεύετε στο κακό μάτι;»

Η πιο ωραία απάντηση που άκουσα ήταν από τον υπαστυνόμο Ντίσερ, στη γνωστή πολύ επιτυχημένη, τηλεοπτική σειρά «Ντεντέκτιβ Μονκ»: «Όχι! Είμαι ζυγός και εμείς οι ζυγοί δεν είμαστε προληπτικοί»!

Φαίνεται όμως πως πιστεύουν πάρα πολλοί, και δεν χρειαζόταν η έρευνα για να μας το δείξει, θα αρκούσε να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας. Πόσους γνωστούς έχετε, για παράδειγμα, που γνωρίζουν να ξεματιάζουν;

Ή που γνωρίζουν κάποιον που γνωρίζει να ξεματιάζει, καθώς η τέχνη αυτή είναι τόσο μεγάλο και απόκρυφο μυστικό, που μόνο από τον ένα μυημένο στον άλλο μπορεί να παραδοθεί. Το βρίσκεις όμως και στο διαδίκτυο!

Εκείνοι, λοιπόν, που πιστεύουν στο κακό μάτι, στο γεγονός δηλαδή ότι μπορεί κάποιος να συγκεντρώσει μεγάλη ποσότητα αρνητικής ενέργειας και να την κάνει να επικαθίσει πάνω σου, πιστεύουν και στο ξεμάτιασμα.

Ότι κάποιος άλλος, ακόμη και από πολύ μακρινή απόσταση, ακόμη και τηλεφωνικά, μπορεί να διώξει αυτή την αρνητική ενέργεια και να επαναφέρει την ενεργειακή ισορροπία σε ένα θετικά για σένα ισοζύγιο.

Γίνεται; Βεβαίως και γίνεται θα σου απαντήσουν όλοι, και μάλιστα θα σου πουν ότι συνέβη τουλάχιστον μια φορά και στους ίδιους, «που δεν πίστευαν σε αυτά τα πράγματα», μέχρι που το είδαν με τα μάτια τους.

Όπως ακριβώς και οι ευυπόληπτοι κάτοικοι της Λεστινίτσας, που αποκάλυπταν ο ένας μετά τον άλλο στον γιατρό ότι οι ίδιοι δεν φοβούνται καθόλου το κακό μάτι, επειδή… φρόντισαν να προμηθευτούν και να κρεμάσουν άνω τους μια μπλε χάντρα.

Σκεφθείτε όμως∙ ο Αλέκος Σακελλάριος, τόσα χρόνια πριν, έκανε μια φιλότιμη προσπάθεια όχι απλώς να σατιρίσει το φαινόμενο αυτό, αλλά και να το απομυθοποιήσει, δείχνοντας ότι η κυρά μαμή εκμεταλλεύονταν συνειδητά την αφέλεια των χωρικών.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ξέρω τι θα με ρωτήσετε.

Αν πρέπει να διώξουμε από τη ζωή μας τέτοιες δεισιδαιμονίες μια για πάντα. Η απάντησή μου ίσως σας ξαφνιάσει λίγο, όμως θα έλεγα πως είναι καλό να τις κρατήσουμε, όχι βέβαια ως θεραπευτικές μεθόδους.

Αλλά ως στοιχεία ενός λαϊκού πολιτισμού που χάνεται ή αντικαθίσταται από νέες πρακτικές που χρησιμοποιούν απατεώνες με υπερσύγχρονα μέσα. Μπροστά σ’ αυτούς, η αθωότητα του ξεματιάσματος μοιάζει ρομαντική παράδοση.

Δεν είναι κακό να πεις στην παρέα σου πως ο έντονος πονοκέφαλός σου οφείλεται στο γεγονός ότι κάποιος ζήλεψε την ομορφιά ή την εξυπνάδα σου και… σε μάτιαξε. Ακόμη και να αφήσεις να σε ξεματιάσουν, έτσι και υπάρχει κάποιος γνώστης της τέχνης.

Αρκεί να ξέρεις και εσύ και οι υπόλοιποι της παρέας ότι γίνεται στο πλαίσιο ενός ευχάριστου συντροφικού πειράγματος, ενός αστεϊσμού, και όχι με τη σοβαρότητα που το επενδύουν οι φανατικοί υποστηρικτές του «φαινομένου».

Από την άλλη, αν κάποιος είναι πεπεισμένος ότι όλα αυτά ισχύουν στην πραγματικότητα, τι μπορείς να κάνεις για να τον πείσεις ότι δεν είναι έτσι; Απεναντίας, εκείνος μπορεί να σου φέρει δεκάδες παραδείγματα για να σου «αποδείξει» ότι έχει δίκιο.

Πάντως εγώ γνωρίζω αρκετούς υποστηρικτές του φαινομένου που, καλού κακού, μαζί με το περιποιημένο ξεμάτιασμα, παίρνουν κι ένα ισχυρό παυσίπονο, κάθε που τους πιάνει ένας δυνατός πονοκέφαλος από «κακό μάτι».
 Φτύστε τον κόρφο σας!