ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

190705 ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Σαν σήμερα…

Είναι κάπως άτυχος ο ΣΥΡΙΖΑ, διότι οι εκλογές της Κυριακής συμπίπτουν χρονικά με τα δραματικά γεγονότα αυτών των ημερών το 2015, όταν η περήφανη εξάμηνη διαπραγμάτευση κατάληγε στο δημοψήφισμα.

Με το κλείσιμο των τραπεζών να προηγείται, το ΟΧΙ να κυριαρχεί, τους οπαδούς του να στήνουν χορούς στο Σύνταγμα, αλλά αμέσως μετά τον Γιάνη Βαρουφάκη να αντικαθίσταται από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και η ρότα να αλλάζει.

Ο Αλέξης Τσίπρας να παίρνει παραμάσχαλα το ΟΧΙ, για να το πηγαίνει στις Βρυξέλες από όπου επιστρέφει με ένα ΝΑΙ (σε όλα) και έναν επιχείλιο έρπητα, γεγονότα που θα κάνουν τη σύζυγό του να κλαίει, έκτοτε, τέτοιες μέρες.

Όπως και να το κάνουμε, δεν είναι και οι ιδανικότερες μέρες για ένα κόμμα να πηγαίνει σε εκλογές, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός διάλεξε την ημερομηνία, οπότε δεν μπορεί να παραπονιέται ότι του έφταιξε κάποιος.

Ωστόσο θα ήταν άδικο, αν στη σκέψη των ψηφοφόρων κυριαρχούσαν τα γεγονότα εκείνων των ημερών και με βάση τα συναισθήματα που θα τους προκαλούσαν θα πήγαιναν να ρίξουν την ψήφο τους.

Διότι έτσι, και οι οπαδοί του ΝΑΙ, που αισθάνθηκαν ότι σύρθηκαν σε ένα δημοψήφισμα χωρίς νόημα, και εκείνοι του ΟΧΙ, που ένιωσαν ότι προδόθηκαν από την τελική έκβαση, θα είχαν λόγους να καταψηφίσουν τον Αλέξη Τσίπρα.

Όμως στις εκλογές δεν πρέπει να πηγαίνουμε με το βλέμμα στο παρελθόν, αλλά στραμμένο στο μέλλον. Ως εκ τούτου, τα συνθήματα τύπου «ο λαός δεν ξεχνά…» δεν θα πρέπει να είναι εκείνα που θα μας κατευθύνουν. Αφήστε που είναι σκέτη συντήρηση!

Ασφαλώς και είναι καλό να έχει μνήμη ο λαός. Αυτή όμως δεν πρέπει να είναι ο αποκλειστικός μας σύμβουλος, διότι η μνήμη έχει ένα σοβαρότατο ελάττωμα. Είναι τις περισσότερες φορές επιλεκτική.

Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι εκείνοι που καλούν τον λαό να… μην ξεχνά δεν τον αφήνουν να το κάνει γενικώς και αορίστως, αλλά του θυμίζουν και πολύ συγκεκριμένα πράγματα που πρέπει να θυμάται.

Να θυμάται ακριβώς εκείνα που χρειάζεται, ώστε να καταψηφίσει τους άλλους για κάτι που έκαναν ή δεν έκαναν στο παρελθόν, ακόμη και πολύ παλιά, αφού η επιλεκτική μνήμη έχει και το γνώρισμα να φτάνει μέχρι εκεί που θέλει.

Το άλλο πουλάκι:
Ας αφήσουμε, λοιπόν, το παρελθόν.

Εξάλλου, εμείς εδώ, σε όλο το διάστημα της κρίσης (αλλά και χρόνια πριν) τα λέγαμε καθημερινά. Λίγο πολύ, λοιπόν, είναι γνωστό το τι υποστηρίζαμε, τι είχε νόημα και αξία για μας, και τι θεωρούσαμε σωστό για τον τόπο.

Αυτά υπάρχουν και μπορεί, όποιος επιθυμεί και δεν τον βοηθά η μνήμη του, να ανατρέξει είτε στο αρχείο της εφημερίδας μας, είτε στο διαδίκτυο για να τα βρει. Το ζήτημα είναι ποιο κριτήριο θα βάλουμε για τη μεθαυριανή ψηφοφορία.

Είπαμε να ψηφίσουμε με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, έχοντας την εμπειρία όσων ζήσαμε και όσων μας οδήγησαν εδώ που είμαστε σήμερα. Ας κάνουμε, λοιπόν, μια αρχή μιλώντας πρώτα για τα πρόσωπα.

Ψηφίζουμε ανθρώπους που τους διακρίνει συνέχεια και συνέπεια λόγων και έργων, έτσι ώστε να μην διαψευστούμε αργότερα. Ανθρώπους που δεν βρέθηκαν ξαφνικά στην επικαιρότητα, επειδή χάιδεψαν αφτιά, λέγοντας ή κάνοντας κάτι παλαβό που εντυπωσίασε.

Σε τοπικό επίπεδο ψηφίζουμε ανθρώπους που τους ξέρουμε και μας ξέρουν. Που γνωρίζουμε ότι δεν μπήκαν στην πολιτική, ούτε επειδή έτσι φύσηξε ο άνεμος, ούτε επειδή πίστεψαν μια μέρα ότι ήρθε και η δική τους η σειρά.

Που έχουν επίγνωση ότι χρωστάνε στον τόπο και δεν τους χρωστά εκείνος, επειδή είναι πιο ικανοί, πιο μάγκες ή πιο έξυπνοι από τους υπόλοιπους. Ότι οι συμπολίτες τους τους τιμούν με την ψήφο τους και οφείλουν πίσω αυτή την τιμή.

Ανθρώπους που έχουν δική τους προσωπικότητα, δική τους άποψη διαμορφωμένη, αλλά είναι έτοιμοι και να τη συζητήσουν. Που έχουν τη διάθεση αλλά και την ικανότητα να εργαστούν, κυρίως όμως να συνεργαστούν για το καλό του τόπου.

Που δεν τους τραβάει το κόμμα από το μανίκι. Που είναι έτοιμοι να έρθουν σε ρήξη και μ’ αυτό, αν δουν ότι τους οδηγεί σε κάτι που είναι αντίθετο με τις αρχές και τις αξίες τους. Ανθρώπους έτοιμους να τα βροντήξουν, αν χρειαστεί.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το βλέμμα στο μέλλον…

Όχι υποχρεωτικά στο άμεσο, τι θα γίνει δηλαδή αν η Νέα Δημοκρατία (δεν) έχει αυτοδυναμία, ή αν το μετεκλογικό σκηνικό οδηγήσει σε επανάληψη των εκλογών με απλή (και ανόθευτη, όπως λέγαμε παλιά) αναλογική.

Καλό είναι να τα έχουμε και αυτά κατά νου, καλύτερο όμως το να έχουμε εμείς πρώτα ένα όραμα για τον τόπο και μετά να δούμε ποιο από τα κόμματα μπορεί να το υπηρετήσει καλύτερα. Πώς φανταζόμαστε το μέλλον της χώρας;

Σε τι σχολειά θέλουμε να πηγαίνουν τα παιδιά μας; Με τι δασκάλους; Τι είδους άνθρωποι να βγαίνουν από αυτά; Με τι εφόδια; Πώς να είναι τα πανεπιστήμια που θα σπουδάζουν; Τι να περιμένουν, όταν πάρουν το πτυχίο τους;

Πώς φανταζόμαστε τη λειτουργία της Δικαιοσύνης; Τι περιμένουμε από τη σχέση της με την πολιτική εξουσία; Τι σημαίνει για εμάς η διάκριση των εξουσιών; Πώς και πότε θέλουμε να εφαρμόζεται ο νόμος;

Τι ζητάμε από τα κρατικά ραδιοτηλεοπτικά Μέσα; Ποιος θέλουμε να είναι  ο ρόλος των ΜΜΕ γενικότερα και πώς να αντιμετωπίζουν την εξουσία; Πώς φανταζόμαστε την ελευθερία του Τύπου, αλλά και του διαδικτύου, σε μια δημοκρατία του μέλλοντος;

Ποιο ρόλο ονειρευόμαστε για τη χώρα μας, στον τοπικό, τον ευρωπαϊκό αλλά και τον παγκόσμιο χάρτη; Με τι κριτήρια να επιλέγουμε τους συμμάχους μας;

Δεν χρειάζεται να συνεχίσω, καταλάβατε, φαντάζομαι το πνεύμα. Σκεφθείτε τα, λοιπόν, διότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το άλλα να λέω και να κάνω στη ζωή μου και άλλα να ψηφίζω στις εκλογές.

Για ξεχαρμάνιασμα!
 Καλό βόλι!

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2019

190613 ΜΕΤΡΙΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το κακό της μετριοκρατίας!

Έχω την εντύπωση πως πάρα πολλοί άνθρωποι στη χώρα μας δεν έχουν καταλάβει πόσο μεγάλο κακό δημιουργεί η επικράτηση, κατ’ άλλους επίπλευση, των κακών και των μετρίων, στον δημόσιο βίο και τις δημόσιες θέσεις.

Πιστεύουν πως το μόνο κακό που κάνει η τοποθέτηση ενός ανάξιου διευθυντή, για παράδειγμα, σε κάποιο πόστο, είναι ότι η δουλειά δεν θα τρέξει όσο πρέπει, δεν θα έλθουν τα αποτελέσματα που θα είχαμε, αν στη θέση βρισκόταν κάποιος άξιος.

Είναι και αυτό. Ασφαλώς, το να βρίσκεται σε θέση ευθύνης κάποιος που έχει ως μόνο προσόν τις προσωπικές ή κομματικές του γνωριμίες, έχει άμεσα επίπτωση στον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσει η υπηρεσία του.

Όμως το κακό αποτέλεσμα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Υπάρχει περίπτωση, και το βλέπουμε συχνά, η αξιοσύνη και η εργατικότητα των υφισταμένων του να αποσβέσουν τις όποιες αδυναμίες του ίδιου.

Αν μάλιστα μιλάμε για πραγματικά φιλότιμους και άξιους υφιστάμενους, τότε μπορεί και να πεισμώσουν, να βάλουν τα δυνατά τους, έτσι που το τελικό αποτέλεσμα να είναι καλύτερο και από το αν τη θέση κατείχε κάποιος περισσότερο άξιος.

Βέβαια τα παραδείγματα δεν είναι πολλά. Συνήθως ο ακατάλληλος προϊστάμενος δεν είναι σε θέση να εμπνεύσει τους υφισταμένους του (ούτε με την ακαταλληλότητά του) κι έτσι το παραγόμενο έργο είναι ελλειμματικό.

Ξαναλέω όμως. Ακόμη κι έτσι να συμβαίνει, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι αυτό. Ξέρετε πού το εντοπίζω εγώ; Στο ότι δημιουργείται σιγά σιγά η εντύπωση ότι όλοι είναι ικανοί για όλα, ότι δεν χρειάζονται καν οι άξιοι.

Βλέποντας τους μέτριους και τους κακούς να καταλαμβάνουν θέσεις, και, κυρίως λόγω της παντελούς απουσίας αξιολόγησης, να μην λογοδοτούν πουθενά, εύκολα μπορεί να πει ο καθένας «γιατί όχι κι εγώ».

Αφού τα καταφέρνει αυτός, αφού αυτός μπορεί και επιπλέει σε ένα απαιτητικό πόστο, γιατί να μην διεκδικήσω κι εγώ την ίδια ή κάποια παρόμοια θέση. Στο κάτω κάτω πόσο χειρότερος μπορεί να είμαι.

Αυτό, λοιπόν, είναι ένα θέμα με τεράστιες επιπτώσεις στη ζωή όλων μας. Γι’ αυτό και η αξιοκρατία θα πρέπει να θεωρείται πρώτιστος στόχος, από όλους εκείνους που κόπτονται για το καλό του τόπου και της χώρας.

Το άλλο πουλάκι:
Αλήθεια, πώς αισθάνονται;

Πώς νιώθει κάποιος που αναλαμβάνει ένα πόστο, ενώ το διεκδικούσε κάποιος άλλος, εμφανέστατα ικανότερος από τον ίδιο; Τι λέει μέσα του όταν σκέφτεται ότι πήρε τη θέση με μέσον και αδίκησε τον άλλο διεκδικητή;

Η μήπως, η (πέραν κάθε έννοιας αξιοκρατίας) τοποθέτησή του αυτή δημιουργεί και στον ίδιο την ψευδαίσθηση ότι, τελικά, αξίζει περισσότερο απ’ ό,τι και ο ίδιος πίστευε για τον εαυτό του; Ότι, αφού τον έβαλαν εκεί, θα τα καταφέρει.

Μπορεί. Πάντοτε όμως έχω την απορία πώς αντικρίζει τον ριγμένο διεκδικητή της θέσης, που μπορεί να είναι και συνάδελφός του, που μπορεί τώρα να τον έχει υφιστάμενο, να πρέπει να του δίνει οδηγίες και εντολές…

Θα μου πείτε, τα τελευταία χρόνια, τέτοιου είδους φαινόμενα έχουν κάπως περιοριστεί. Στα προσόντα που απαιτούνται έχουν μπει κάποια αντικειμενικά, μετρίσιμα κριτήρια και ο καθένας τοποθετείται με βάση ΚΑΙ αυτά.

Φοβάμαι πως η εξέλιξη αυτή έκανε το θέμα απλώς πιο περίπλοκο. Διότι κάποτε η αδικία ήταν προφανής και ο αδικημένος είχε τουλάχιστον το… ηθικό πλεονέκτημα (πόσο κακοποιήθηκε αυτή η έννοια;) ότι όλοι βλέπουν πώς έχασε τη θέση.

Τώρα μπορεί ο άλλος, ο ανάξιος, να παρουσιάσει ένα σωρό «μόρια», ένα σωρό μετρήσιμα κριτήρια, τα οποία όμως επίσης συγκέντρωσε είτε με πλάγιους τρόπους, είτε παρατώντας τη δουλειά του και κυνηγώντας αυτά.

Έτσι, σε οποιαδήποτε ένσταση για την άδικη τοποθέτησή του, αφού οι περισσότεροι γνωρίζουν πόσο «άδειο μύδι» είναι, αυτός μπορεί να προβάλει ως επιχείρημα τα τόσα «προσόντα» που διέθετε για τη θέση.

Ωραία! Μπορεί όμως το ίδιο επιχείρημα να το προβάλλει και στον ίδιο του τον εαυτό; Μπορεί να μην καταλαβαίνει πως κατάλαβε τη θέση χάρη σε άλλου είδους προσόντα κι όχι στην πραγματική του αξία;

Εδώ έρχεται να επιβεβαιωθεί η βλάβη που σας είπαμε στην αρχή. Αυτό το… «αφού τόσοι άλλοι, και τόσο χειρότεροι από εμένα, γιατί όχι κι εγώ», που οδηγεί σε ολοένα και χειρότερες επιλογές, επιβλαβείς για το σύνολο της κοινωνίας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Διότι έχει και άλλες προεκτάσεις.

Σιγά σιγά διαμορφώνεται μια… «συνωμοσία των αχρήστων» ή των εντελώς ανίκανων, οι οποίοι όχι μόνο καταλαμβάνουν θέσεις οι ίδιοι, αλλά προσπαθούν να κόψουν τα φτερά και όλων εκείνων που πραγματικά αξίζουν.

Δεν τους θέλουν στα πόδια τους! Τους θεωρούν επικίνδυνους (για τους ίδιους;) και προσπαθούν με χίλιους δυο τρόπους να τους απομακρύνουν από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων, να τους θέσουν στο περιθώριο.

Τους συκοφαντούν, ανακαλύπτουν και προσπαθούν να αναδείξουν διάφορα «στραβά κι ανάποδα» του χαρακτήρα τους, διαδίδουν οτιδήποτε μπορεί να βλάψει την εικόνα τους και στήνουν συνεχώς εμπόδια στον δρόμο τους.

Το αποτέλεσμα είναι ή να πιάσει κάποιο από τα κόλπα και να αμαυρωθεί πραγματικά η εικόνα των άξιων «αντιπάλων» τους, ή, το πιο πιθανό, να απογοητευθούν εκείνοι από τη λάσπη και την απαξίωσή που δέχονται και να επιστρέψουν στο σπίτι τους.

Ας τα έχουμε όλα αυτά υπόψη μας και τώρα που θα δούμε να σχηματίζονται τα ψηφοδέλτια των κομμάτων, εν όψει των βουλευτικών εκλογών. Μη ρωτάμε μετά από πού ξεφύτρωσαν αυτοί οι υποψήφιοι.
 Κόψε όποιο στάχυ ξεχωρίζει!

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

190612 ΑΝΤΙΓΡΑΜΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Αντιγράφετε;

Αν αντιγράφετε, προσέξτε, διότι φαίνεται πως οι καλές μέρες τελειώνουν. Σε λίγο θα είναι πολύ εύκολο στον καθηγητή και το σχολείο σας να διαπιστώσει αν μια εργασία είναι από… τα χεράκια σας ή όχι.

Φυσικά, στα Πανεπιστήμια, υπάρχει ήδη σύστημα ελέγχου αντιγραμμένων εργασιών. Η χρήση του γενικεύτηκε, αν δεν κάνω λάθος, τον τελευταίο χρόνο, μετά από ένα «κρούσμα» που είχαμε σχολιάσει και εδώ.

Όταν καμιά εκατοστή φοιτητές είχαν δώσει στον καθηγητή τους την ίδια ακριβώς εργασία. Δεν θυμάμαι αν σας είχαμε μιλήσει τότε για έναν συμφοιτητή μας, που έφερε το τιμητικό όνομα «ο Συρραφάκος».

Είχε ένα μοναδικό χάρισμα να παίρνει αποσπάσματα από δεξιά κι αριστερά και να παρουσιάζει ένα τελικό σύνολο, τόσο ομοιογενές, που δύσκολα θα αντιλαμβανόταν κάποιος ότι ήταν αποτέλεσμα συρραφής.

Δεν ξέρω πώς θα τα κατάφερνε με τις δυνατότητες ελέγχου που δίνει η σημερινή τεχνολογία. Αυτό ακριβώς όμως θέλουμε να σχολιάσουμε, τώρα που βρισκόμαστε και σε περίοδο εξετάσεων και εξεταστική περίοδο.

Υπάρχει το Turnitin. Αυτό είναι ένα σύστημα, (αντιγράφω) «ακόμα ένα εργαλείο υπεράσπισης της αξίας των πτυχίων, διπλωμάτων και τίτλων, που ελέγχει τις εργασίες που υποβάλλονται για περιπτώσεις ακούσιας ή εκούσιας λογοκλοπής».

Ακούσια λογοκλοπή! Μπορεί δηλαδή εσύ να χρησιμοποιήσεις κάτι από μια ξένη εργασία, αναφέροντας μάλιστα την πηγή, όμως εκείνα τα οποία πήρες δεν ήταν της… πηγής, αλλά κλεμμένα από αλλού, χωρίς αυτό να αναφέρεται.

Βεβαίως, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι, χάρη στο διαδίκτυο, από το δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο, όλοι καταφεύγουν σε έτοιμες λύσεις.

Κάποτε υπήρχαν τα λυσάρια, βιβλία δηλαδή, γραμμένα σύμφωνα με τα αντίστοιχα σχολικά (ενίοτε πριν από αυτά!) όπου μπορούσε να βρει κανείς τις λύσεις των ασκήσεων ή και εργασίες για κάποια μαθήματα.

Η δυσκολία, εκτός από την αγορά αυτών των ειδικών βιβλίων, ήταν στο ότι ο μαθητής έπρεπε να αντιγράψει στο τετράδιό του τις απαντήσεις. Όπως και κάτι που θα έβρισκε, για παράδειγμα, σε κάποια εγκυκλοπαίδεια.

Το άλλο πουλάκι:
Δεν είχε «κόπι πάστε»!

Σήμερα ο μαθητής έχει στη διάθεσή του τεράστιο αριθμό ιστοσελίδων που περιέχουν λύσεις, εργασίες και ό,τι άλλο μπορεί να χρειαστεί, προκειμένου αυτός να παρουσιαστεί στην τάξη του σαν εργατικός και επιμελής.

Τι γίνεται όμως, αν θέλει να παρουσιάσει μια εργασία ως έργο των χειρών του; Για το πανεπιστήμιο είπαμε τι πρέπει να προσέχει. Στο Δημοτικό όμως, και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δεν υπήρχε αντίστοιχο εργαλείο.

Δημιούργησαν ένα οι Δανοί. Στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης ανέπτυξαν ένα λογισμικό, τον Ghostwriter, που μπορεί να βρει αν μια εργασία εκπονήθηκε από τον συγκεκριμένο μαθητή ή είναι προϊόν αντιγραφής.

Επειδή θεωρείται πολύ διαδεδομένο οι μαθητές να μην γράφουν μόνοι τους τις εργασίες τους, αλλά να τις αναθέτουν σε κάποιον συγγραφέα – φάντασμα, ο Ghostwriter είναι αυτός που θα συλλαμβάνει τους παραβάτες.

Πώς το καταφέρνει; Εντοπίζει διαφορές στο στυλ γραφής, συγκρίνοντας την πρόσφατη εργασία ενός μαθητή με προηγούμενες εργασίες του. Το πρόγραμμα εξετάζει το μήκος των λέξεων, τη δομή των προτάσεων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτές χρησιμοποιούνται. 

Καταλαβαίνει δηλαδή το… γλωσσικό ύφος κάθε μαθητή και μπορεί να σου πει αν μια νέα εργασία του ταιριάζει με αυτό, ή έχει στοιχεία παρμένα από αλλού, που δεν συμφωνούν με όσα δείγματα έχει δώσει μέχρι στιγμής.

Έχει ενδιαφέρον να ακούσουμε τι λένε οι ερευνητές που ανέπτυξαν το συγκεκριμένο πρόγραμμα: «Πιστεύουμε ότι είναι ρεαλιστικό να αναμένει κάποιος πως τα λύκεια θα αρχίσουν να χρησιμοποιούν κάποια στιγμή το πρόγραμμα.

Πριν όμως το πράξουν, χρειάζεται να γίνει μια συζήτηση ηθικού περιεχομένου σχετικά με το πώς θα πρέπει να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη τεχνολογία. Οποιοδήποτε αποτέλεσμα εξάγεται από το πρόγραμμα δεν θα πρέπει να θεωρείται οριστικό.

Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με άλλες παραμέτρους, ώστε να εξαχθεί κάποιο ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με το αν κάποιος μαθητής έχει “κλέψει” ή όχι στην εργασία του».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει;

Ακόμη κι αν το σύστημα έχει αξιοπιστία 90%, άντε να πεις κουβέντα σε κάποιον μαθητή που είσαι βέβαιος ότι η εργασία δεν είναι δική του. Αφήστε που από την πρώτη μέρα θα λειτουργήσουν τα… αντίδοτα στο σύστημα.

Για παράδειγμα, αν αντιγράφεις σταθερά από τον ίδιο συγγραφέα, είναι δύσκολο στο σύστημα να εντοπίσει διαφορές ύφους ανάμεσα στις εργασίες σου και να χτυπήσει καμπανάκι. Σταθερότητα πηγών, λοιπόν.

Επίσης μπορείς να βάζεις μέσα σε κάθε εργασία κάποια χαρακτηριστικά στοιχεία, εκφράσεις που να θεωρούνται δικές σου, ακόμη και λάθη που κάνεις συχνά, ώστε να μπερδεύεται το σύστημα και να πιστεύει ότι είσαι εσύ ο συγγραφέας.

Όπως καταλαβαίνετε, δεν μασάμε. Εδώ έστησαν ολόκληρη πλατφόρμα ενοικίασης ακινήτων, όπου δεν μπορείς να γράψεις αριθμητικά ψηφία, για να μην επικοινωνεί τηλεφωνικά απευθείας ο ενοικιαστής με τον ιδιοκτήτη.

Και την άλλη μέρα άρχισαν να στέλνονται τα τηλεφωνικά νούμερα «έξι, εννιά… κ.λπ.» Αν μπλοκάρουν και αυτές τις λέξεις, θα επικοινωνούμε με… χτυπήματα στον «τοίχο», όπως έκαναν οι κρατούμενοι στις φυλακές.

Το θέμα είναι άλλο. Μπορούμε να πείσουμε τα παιδιά (και τους γονείς τους) ότι το να κάνεις μια πρωτότυπη εργασία έχει πρωτίστως οφέλη για σένα τον ίδιο; Αν δεν το καταφέρουμε αυτό, ό,τι μέτρα και να πάρουμε…
 Ο κλέψας του κλέψαντος!

Σάββατο 25 Μαΐου 2019

190524 ΑΤΟΠΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ποιους ΔΕΝ θα ψηφίσω…

Είμαι βέβαιος πως κι εσείς έχετε, σ’ αυτές τις εκλογές, το ίδιο μεγάλο πρόβλημα με μένα. Δυσκολεύεστε αφάνταστα να αποφασίσετε ποιους θα ψηφίσετε. Βεβαίως, αυτό, για πολλούς δεν είναι νέο πρόβλημα.

Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση υπάρχουν οι λεγόμενοι αναποφάσιστοι, ορισμένοι από τους οποίους ακόμη και μέσα στο παραβάν δεν ξέρουν ποιο ψηφοδέλτιο να βάλουν στον φάκελο, ή ποιον να σταυρώσουν.

Τώρα όμως δεν μιλάμε γι’ αυτές τις περιπτώσεις. Μιλάμε για το φαινόμενο να έχουμε όλοι, σε πάρα πολλούς διαφορετικούς συνδυασμούς, ένα σωρό υποψήφιους, όλους… υποψήφιους για «σταύρωμα».

Φίλους, καλούς συναδέλφους, επαγγελματικούς συνεργάτες, συνοδοιπόρους σε κοινούς αγώνες, γείτονες, παλιούς (και νεότερους) ερωτικούς συντρόφους, κοντινούς ή πιο μακρινούς συγγενείς…

Η σειρά δεν είναι αξιολογική και θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερη. Ας τη συμπληρώσει ο καθένας μόνος του. Το ζήτημα είναι ότι όλοι αυτοί μας φέρνουν σε πολύ δύσκολη κατάσταση.

Όχι επειδή γίνονται φορτικοί και ζητούν επιτακτικά την ψήφο μας. Στο κάτω κάτω αυτή είναι η δουλειά του κάθε υποψηφίου. Εγώ παίρνω την καλύτερη περίπτωση που από μόνοι μας δεν ξέρουμε ποιον να πρωτοδιαλέξουμε.

Είτε επειδή είναι πολλοί και δεν μας φτάνουν οι σταυροί που δικαιούμαστε να βάλουμε, είτε επειδή βρίσκονται σε διαφορετικά ψηφοδέλτια και δεν μπορούμε να τα βάλουμε όλα στον φάκελο, χωρίς να ακυρωθεί.

Δεν ξέρω τι κάνετε εσείς, εμείς πάντως προβληματιστήκαμε πολύ σοβαρά με το θέμα. Ήρθε μάλιστα να το κάνει δυσκολότερο η ερώτηση ενός φίλου, ο οποίος ψηφίζει σε άλλον δήμο και μπορεί να το παίζει άνετος:

«Καλά, δεν σας καταλαβαίνω! Είσαστε κάθε μέρα μαζί, περνάτε τόσες ώρες στο ίδιο καφενείο, κάνετε παρέα από παλιά και ακόμη προβληματίζεστε αν θα τον ψηφίσετε ή όχι;» Βέβαια πήρε μια καλή απάντηση:

«Αυτός, όταν ήταν να κατέβει υποψήφιος, δεν ήρθε να ρωτήσει τη γνώμη μας, να μας ανακοινώσει τη σκέψη του και να μας ρωτήσει αν θα τον στηρίξουμε. Επομένως είμαστε κι εμείς ελεύθεροι να… μην τον ψηφίσουμε».

Το άλλο πουλάκι:
Δοκιμασμένη μέθοδος!

Η «εις άτοπον απαγωγή»! Αντί να κάθεσαι να βρεις ποιος είναι ο σωστός δρόμος, είναι ίσως πιο εύκολο να αναγνωρίσεις τους λάθος και να τους αποκλείσεις. Έτσι που στο τέλος θα είσαι λιγότερο μπερδεμένος.

Ελάτε, λοιπόν, να δούμε ποιους ΔΕΝ θα ψηφίσουμε, ώστε να περιορίσουμε τον κατάλογο των (δικών) μας υποψηφίων και να μπορέσουμε να καταλήξουμε πιο εύκολα σε εκείνους που τελικά θα «σταυρώσουμε»:

Δεν θα ψηφίσουμε τους γνωστούς, δηλαδή τους αναγνωρίσιμους. Εκείνους που μπήκαν σε κάποιοι ψηφοδέλτιο μόνο και μόνο επειδή οι ψηφοφόροι τούς ξέρουν από κάπου, οπουδήποτε πέραν της πολιτικής.

Δεν θα ψηφίσουμε τους όμορφους. Διότι υπάρχει και αυτή η ομάδα υποψηφίων. Που δεν έχουν να παρουσιάσουν τίποτε περισσότερο από την εμφάνισή τους, ωστόσο βρίσκουν πολύ εύκολα θέση στα ψηφοδέλτια.

Δεν θα ψηφίσουμε τους νέους. Η νιότη από μόνη της δεν είναι προσόν, αν δεν συνδυάζεται με όλα εκείνα που πρέπει να συνοδεύουν έναν νέο. Εννοώ τη νεανική ορμή, την όρεξη για δουλειά, τις φρέσκες ιδέες…

Δεν θα ψηφίσουμε τους παλιούς. Υπάρχουν άνθρωποι που όση εμπειρία και αν μαζέψουν δεν παύουν να είναι ανίκανοι. «Οδηγώ τριάντα χρόνια επαγγελματικά», λέει ο άλλος, και τον βλέπεις ότι είναι επικίνδυνος.

Δεν θα ψηφίσουμε τους έντιμους. Όχι ότι η εντιμότητα δεν είναι ένα σημαντικό προσόν για άνθρωπο που χειρίζεται δημόσια πράγματα, είναι απαραίτητη, αλλά πολλές φορές αυτή δεν είναι παρά… καμουφλαρισμένη δειλία.

Δεν θα ψηφίσουμε τους ανένταχτους. Οι οποίοι συχνά δεν είναι παρά… ελευθέρας βοσκής. Και το αν βρίσκονται στο συγκεκριμένο ψηφοδέλτιο οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπόρεσαν να είναι κάπου αλλού.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Θέλετε κι άλλους;

Νομίζουμε ότι έχει περιοριστεί ήδη πολύ ο κατάλογος. Επειδή όμως πιστεύουμε ότι υπάρχει τεράστιος κίνδυνος να παρεξηγηθούμε, έχοντας αποκλείσει σχεδόν τους πάντες, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα.

Όταν λέμε ότι δεν θα ψηφίσουμε υποψηφίους των παραπάνω κατηγοριών εννοείται πως… εννοούμε όλους εκείνους που δεν έχουν να επιδείξουν κανένα άλλο προσόν πέρα από τα συγκεκριμένα.

Το πρόσωπό τους, ή τη νιότη τους, ή την εμπειρία τους, ή την εντιμότητα, ή την κομματική τους ουδετερότητα… αυτά οπωσδήποτε θα ληφθούν υπόψη, μόνο όμως εφόσον συνοδεύονται και από άλλα γνωρίσματα.

Τέτοια είναι η ειλικρινής διάθεση για προσφορά, η βούληση για συνεργασία, η ανιδιοτελής αγάπη για τον τόπο, οι επίδειξη τολμηρών ιδεών, η ικανότητα να αποπεράτωσης ενός έργου, η υψηλή αισθητική, το καλό χιούμορ…

Ο κατάλογος είναι ενδεικτικός και κάθε ψηφοφόρος μπορεί να τον συμπληρώσει με δικά του κριτήρια. Έτσι θα δει ότι περιορίζεται αισθητά ο αριθμός των υποψηφίων που διεκδικούν την ψήφο του.

Και ξέρετε κάτι; Καλά θα κάνει να κοινοποιήσει αυτά του τα κριτήρια, πράγμα που, αν το κάνουμε όλοι, θα ξέρουν και οι υποψήφιοι τι ζητούμε από αυτούς, όπως κι εμείς ξέρουμε πολύ καλά τι θέλουν από εμάς.

Να τους το δώσουμε, αλλά όχι αβασάνιστα. Όχι στον βρόντο. Μια ψήφο έχουμε, ας την «πουλήσουμε» ακριβά. Για το καλό του τόπου.

Εκλογικά μέτρα και… σταθμά!



Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

190418 ΕΥΚΟΛΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Λειτουργικά αναλφάβητος.

«Λειτουργικά αναλφάβητος ονομάζεται ο άνθρωπος που ενώ έχει αποφοιτήσει από τη βασική -ίσως και από τη μέση- εκπαίδευση, δεν μπορεί να κατανοήσει και να επιλύσει απλά προβλήματα της καθημερινότητας.

Δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί και να αναπτύξει λογικά επιχειρήματα. Δεν καταφέρνει να αρθρώσει σωστά τις όποιες σκέψεις του και να τις αντιστοιχήσει με την αντικειμενική πραγματικότητα.

Ο λειτουργικά αναλφάβητος, εν ολίγοις, αδυνατεί να φέρει αβοήθητος εις πέρας τις κοινωνικές του συναλλαγές. Να αναγνωρίσει και να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του». Αυτά σας τα διαβάζω από παλαιότερο άρθρο του Χρήστου Χωμενίδη.

Που συνεχίζει: «Σύμφωνα με τις στατιστικές, οι λειτουργικά αναλφάβητοι στην Ελλάδα προσέγγιζαν το 2008 το 4% του πληθυσμού. Επιτρέψτε μου να χαρακτηρίσω το νούμερο εξόφθαλμα επιεικές.

Όποιος κυκλοφορεί στην αγορά, όποιος διαβάζει έρευνες της κοινής γνώμης, όποιος μπαίνει έστω τα social media […] γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι το ποσοστό των συμπολιτών μας που αποτυγχάνει να πορευτεί με την πυξίδα της λογικής […] είναι υπερπολλαπλάσιο». 

Το διάβασα και αλλού, καθώς προσπαθούσα να διασταυρώσω απόψεις για το νέο «Πολυνομοσχέδιο για την Εκπαίδευση», η συζήτηση του οποίου ξεκίνησε σήμερα στη Βουλή και αναμένεται να ψηφιστεί Μεγάλη Δευτέρα.

Το ποσοστό, λέει, των λειτουργικά αναλφάβητων μαθητών του Λυκείου αγγίζει (αν δεν ξεπερνά, το 20% (με ή χωρίς θαυμαστικά). Ποιος το λέει; «Έγκυρες έρευνες». Και μας το μεταφέρει καλός γνώστης του χώρου.

Με το Πολυνομοσχέδιο, προβλέπεται αυτοί οι μαθητές να έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε κάποια ομάδα σχολών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης («Πανεπιστήμια» θα είναι όλες) που τώρα δεν έχουν την απαιτούμενη ζήτηση.

Απαιτούμενη… για να λειτουργήσουν. Βεβαίως, εδώ τίθεται ένα μεγάλο ερώτημα. Τι νόημα έχει να συντηρούνται σχολές στις οποίες δεν θέλει να φοιτήσει κανείς; Το ερώτημα παρακάμπτεται διά του Πολυνομοσχεδίου:

Εμείς θα βρούμε ανθρώπους που να θέλουν! Ποιοι είναι αυτοί; Να, ας πούμε το ποσοστό αυτό των λειτουργικά αναλφάβητων, οι οποίοι δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να αξιοποιήσουν βασικές γνώσεις του Λυκείου.

Το άλλο πουλάκι:
Πώς (θα) περνούν τις τάξεις;

Στο ίδιο Πολυνομοσχέδιο προβλέπεται ότι για να περάσεις πρέπει να βγάλεις μέσο όρο βαθμολογίας 9,5 (χωρίς να υπολογίζεται ο βαθμός της Γυμναστικής). Ξέρετε, φαντάζομαι, τι έξυπνη εφεύρεση είναι ο μέσος όρος.

Αν σε κάποια μαθήματα έχεις βαθμό 12 ή 13, πράγμα εφικτό και για λειτουργικά αναλφάβητους, μπορείς σε άλλα να έχεις 5 ή 6 και να περνάς τις τάξεις, χωρίς να συμβαίνει τίποτε. Αν όμως, παρ’ ελπίδα, δεν πιάσεις το 9,5…

Τότε (θα) δίνεις επαναληπτικές εξετάσεις σε εκείνα τα μαθήματα στα οποία ο βαθμός σου είναι κάτω από 9,5. Και ο βαθμός που θα παίρνεις θα είναι ο βαθμός ολόκληρης της χρονιάς (δεν θα συμψηφίζεται με τα προηγούμενα).

Όταν λέμε εξετάσεις, μη φανταστείτε… Προφορικά στα περισσότερα μαθήματα και γραπτά μόνο σε εκείνα της ομάδας Α. (Ή Β. Δεν έχει σημασία, αφού δεν ξέρουμε ακόμη ποια μαθήματα θα είναι σε κάθε ομάδα!)

Αυτοί, λοιπόν, δηλαδή τέτοιοι μαθητές, θα μπαίνουν με το απολυτήριο του Λυκείου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου θα… Αλήθεια, τι θα κάνουν στις σχολές στις οποίες θα περνούν; Θα αγωνίζονται να πάρουν πτυχίο;

Το ξέρω ότι κάποια παιδιά ωριμάζουν αργά. Και μπορεί να τους έρθει η διάθεση για μάθηση σε μεγαλύτερη ηλικία. Είναι δυνατόν όμως να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας σχολής, χωρίς να διαθέτουν το απαραίτητο υπόβαθρο;

Εκτός και αν η σχολή γίνει… Λύκειο, και δίνει τα πτυχία όπως ακριβώς και το Λύκειο μοιράζει τα απολυτήρια. Αυτό θέλουμε; Ή, δηλαδή, να ξοδεύει ο νέος άσκοπα τα χρόνια και τα λεφτά των γονιών του…

Ή να πάρει ένα πτυχίο που δεν θα έχει κανένα απολύτως πραγματικό αντίκρισμα; Για να κάνει με αυτό τι; Να διακριθεί στην ελεύθερη αγορά; Ή να διοριστεί κάποια στιγμή στο Δημόσιο;

Προς το παρόν, ας ψηφίσει αυτός και η οικογένειά του τους καλούς αυτούς ανθρώπους που του κρατάν ανοιχτούς τους ορίζοντες και, μέχρι να βγει στην παραγωγή, βλέπουμε. Α, ναι! Ας τους ψηφίσουν και οι άλλοι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι θα πει ποιοι άλλοι;

Όλοι εκείνοι που έχουν λόγους να θέλουν να παραμένουν σε λειτουργία οι σχολές στις οποίες δεν επιθυμεί και δεν μπορεί να φοιτήσει κανείς από τους σημερινούς απόφοιτους του Λυκείου.

Το περίφημο διδακτικό-επιστημονικό προσωπικό, αλλά και οι (περίφημες επίσης) τοπικές κοινωνίες, για χάρη των οποίων κοροϊδεύουμε, χρόνια τώρα, εαυτούς και αλλήλους, πιστεύοντας πως έχουμε «εξακτινωμένα Πανεπιστήμια».

Ξέρω. Για όλα αυτά υπάρχει σοβαρός αντίλογος. «Η ταξική παιδεία που αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες» (και η ανάγκη αυτή να αρθεί), καθώς και «το δικαίωμα στη μόρφωση όλων των παιδιών».

Θα συμφωνήσω. Υπάρχει όμως κανείς που να υποστηρίζει σοβαρά ότι με τέτοιου είδους μέτρα μπορεί να συμβεί κάτι από τα ζητούμενα; Ότι, το να ρίχνουμε απλώς το επίπεδο των απαιτήσεων όλο και πιο χαμηλά, συμβάλλει σε κάτι τέτοιο;

Είναι σαν να κάνουμε και ένα ακόμη πρωτάθλημα μπάσκετ, όπου τα καλάθια θα βρίσκονται σε ύψος 2,30 μέτρων, στο οποίο θα αγωνίζονται παίκτες με ύψος μέχρι 1,70 και η πρωταθλήτρια ομάδα… θα μπορεί να παίξει στο ΝΒΑ.

Διότι έτσι θα αρθεί ο κοινωνικός αποκλεισμός που δημιουργεί η διαφορά ύψους! Αντί να δώσουμε την ευκαιρία σε αυτούς τους αθλητές να διακριθούν σε άλλα αθλήματα, ή σε άλλους τομείς, πιο κατάλληλους για το φιζίκ τους.

(Το ξέρω ότι δεν είναι πετυχημένο το παράδειγμα, αλλά είπα μήπως και καταλάβουν κάποιοι.)
 Όλοι μέσα!

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

190328 ΚΑΛΟΦΑΓΩΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Υπάρχει ανθρωποφαγία;

Αν ρωτήσουμε τους ανθρωπολόγους, θα μας πουν πως το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο στις πρωτόγονες φυλές. Στη δική μας μυθολογία χαρακτηρίζει «τέρατα», όπως ο Μινώταυρος ή ο Κύκλωπας.

Υπάρχουν όμως αναφορές σε αρκετούς αρχαίους συγγραφείς για περιπτώσεις λαών που είχαν αυτή τη συνήθεια. Ακόμη και στην Παλαιά Διαθήκη συναντάμε χωρία στα οποία περιγράφονται σκηνές ανθρωποφαγίας.

Τέλος πάντων, αυτά είναι, λίγο πολύ, γνωστά. Και μόνο κάποια από τα ταφικά έθιμα να δει κανείς, εκείνα που έφτασαν μέχρι τις μέρες μας από τα πανάρχαια χρόνια, καταλαβαίνει πολλά σχετικά με την έκταση του φαινομένου.

Δεν θα μείνουμε όμως σ’ αυτό. Δεν σκοπεύουμε να σας μιλήσουμε τις μορφές που είχε η ανθρωποφαγία, είτε ως καθημερινή πρακτική, είτε ως περιστασιακή, εξ ανάγκης, λειτουργία. Εμείς θα μιλήσουμε μεταφορικά.

Διότι σήμερα βλέπουμε να χρησιμοποιείται πολύ τακτικά η λέξη, προκειμένου να περιγράψει φαινόμενα μαζικής επίθεσης σε κάποιον, μέσω των δυνατοτήτων που μας παρέχει το διαδίκτυο.

Όταν δηλαδή χρησιμοποιούνται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να προβληθούν επικριτικές απόψεις για τα λόγια, τη στάση ή τη συμπεριφορά κάποιου προσώπου, που αποκτά με αυτόν τον τρόπο μεγάλη αρνητική δημοσιότητα.

Τότε, από ορισμένους πιο ευαίσθητους σε τέτοιου είδους φαινόμενα, γίνεται λόγος περί «ανθρωποφαγίας». Κάτι που χαρακτηρίζεται με αρνητικό πρόσημο και συνιστάται η αποφυγή του στο μέλλον.

Πραγματικά, είναι πολύ άσχημο να επιτίθενται σε κάποιον άνθρωπο όλες οι φυλές του διαδικτύου, όταν μάλιστα αυτός βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση και δεν έχει τη δυνατότητα να απαντήσει.

Μόνο που τη λειτουργία αυτή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης τη θυμόμαστε κάθε φορά που θεωρούμε ότι εκδηλώνονται αρνητικά φαινόμενα. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς ένα μέσο α λα καρτ.

Δηλαδή εσύ μπορείς να το χρησιμοποιείς όπως θέλεις, εκείνο που δεν μπορείς είναι να απαιτείς και από τους άλλους να κάνουν το ίδιο με σένα. Ιδίως όταν είσαι μέλος αυτής της ομάδας.

Το άλλο πουλάκι:
Θα σας πω μιαν ιστορία.

Κάποτε, όταν γινόταν μεγάλη φασαρία γύρω από την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, επισκέφτηκε κάποιο σχολείο ένας Σχολικός Σύμβουλος, στο πλαίσιο των τακτικών και προγραμματισμένων επισκέψεών του.

Συγκεντρώθηκε όλο το προσωπικό στο γραφείο και εκεί ο σύμβουλος μίλησε και είπε πολύ καλά λόγια για το σχολείο και τους δασκάλους του. Τον άκουσαν όλοι με εμφανή ικανοποίηση, όταν όμως έφυγε, πήρε τον λόγο ο Διευθυντής.

«Συνάδελφοι, τι έγινε; Δεν είδα να αντιδρά κανένας στην αξιολόγηση που έκανε προηγουμένως ο Σχολικός Σύμβουλος. Γιατί; Επειδή είπε καλά λόγια για το σχολείο μας; Εμείς είμαστε εναντίον μόνο τής… αρνητικής αξιολόγησης;

Αν μας έκανε μια παρατήρηση, αν έλεγε κάτι άσχημο για τη δουλειά μας, θα φωνάζαμε τώρα όλοι εδώ για… “τον άσχετο, που με μια επίσκεψη, και χωρίς να έχει εικόνα τού τι προσφέρουμε μέσα στην τάξη, κάνει αξιολογήσεις”.

Τώρα όμως που ακούσαμε τα θετικά σχόλια, κανείς δεν σκέφτηκε να τον σταματήσει και να διαμαρτυρηθεί λέγοντας “κύριε σύμβουλε, σας παρακαλούμε μη συνεχίζετε, διότι αυτό που κάνετε είναι αξιολόγηση στην οποία εμείς είμαστε αντίθετοι”».

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα οποία μάλιστα κάποιοι χρησιμοποιούν χωρίς μέτρο. Και ποια είναι, παρακαλώ, η χρησιμότητά τους; Να (εκ)θέτεις σε κοινή θέα τον εαυτό σου.

Δηλαδή τις σκέψεις σου, τις δραστηριότητές σου, τα ενδιαφέροντά σου, πράγματα που σου έκαναν εντύπωση, αγαπημένες σου εικόνες, τραγούδια ή βίντεο. Εκτίθεσαι, περιμένοντας τις αντιδράσεις των άλλων.

Τις θετικές αντιδράσεις. Μόνο. Και αυτοί τις προσφέρουν πλουσιοπάροχα, διότι… τι σόι «φίλοι» θα ήταν διαφορετικά. Στο κάτω κάτω ένα «λάικ» δεν κοστίζει και τίποτε. Αφήστε που δημιουργεί υποχρέωση ανταπόδοσης.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Κι όταν κάτι δεν αρέσει;

Σπανίως μπαίνει κάποιος στον κόπο να σου το πει. Γιατί να σου χαλάσει την καρδιά; Το πολύ πολύ, αν διαφωνεί μαζί σου συχνά, να σε διαγράψει από «φίλο» και κάπου εκεί να τελειώσει η ιστορία (σας).

Έτσι δημιουργείται στον κάθε χρήστη η ψευδαίσθηση της συνολικής αποδοχής του από τους άλλους. Οι αναρτήσεις μου παίρνουν «λάικ», άρα αρέσω (παιδί μου, αρέσω)! Υπάρχουν όμως φορές που κάτι ξεπερνάει τα όρια.

Και τότε αρχίζει η αρνητική κριτική, η οποία, εξαιτίας ακριβώς της φύσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, λειτουργεί και σαν αλυσιδωτή αντίδραση. Κι έτσι φτάνω στο σημείο να μιλάω για «ανθρωποφαγία».

Ποιος; Εγώ που επιζητούσα ακριβώς αυτή τη λειτουργία του μέσου. Που ζούσα στον ψηφιακό κόσμο μόνο και μόνο για να απολαμβάνω τη δυνατότητα μαζικών, όσο πιο μαζικών γίνεται, αντιδράσεων σε ό,τι κάνω.

Θετικών αντιδράσεων, όμως! Διότι οι αρνητικές αποτελούν… «ανθρωποφαγία»! Είναι σαν να λες «θέλω να παίζω ποδόσφαιρο, αλλά όχι και να μου έρθει καμιά γερή μπαλιά στο πρόσωπο και μου χαλάσει την εικόνα».

Δυστυχώς, όμως, φίλοι μου, αυτό το παιχνίδι έχει κι αυτές τις πλευρές. Για την έκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λέω. Κι όταν αποφασίσω να το παίξω, πρέπει να είμαι προετοιμασμένος και για την στραβοκλωτσιά που θα φάω.

Το να διαμαρτύρονται, λοιπόν, όσοι μάλιστα ξανοίγονται στα βαθιά του διαδικτύου, όταν γυρίσει ο αέρας και σηκωθεί κύμα, είναι τουλάχιστον ανόητο. Ωστόσο, εμείς και πάλι τους συμπονούμε.

Όπως βλέπετε, δεν είπαμε ούτε ένα όνομα!
 Βόλτα στα βαθιά!

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

181129 ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Όλα για το πτυχίο!

Ποιο πτυχίο όμως; Υπάρχουν πτυχία και «πτυχία», άλλα που αποκτήθηκαν με κόπο και ιδρώτα και άλλα που στάλθηκαν στο σπίτι τού… πτυχιούχου, για να μην μιλήσουμε για εκείνα που εκτυπώθηκαν στον εκτυπωτή του.

Από τα λίγα περιστατικά που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, αλλά και από όσα κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα, με βάση τις εμπειρίες του καθενός, μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε ότι… γίνεται χαμός.

Αυτός ο χαμός είναι που οδήγησε και πολλούς να υποστηρίξουν πως, «εδώ κυκλοφορούν καθηγητάδες με πλαστά διδακτορικά, χειρουργοί με πτυχίο δι’ αλληλογραφίας, και εσείς σκαλώσατε σε ένα πλαστό απολυτήριο δημοτικού;»

Γι’ αυτό το τελευταίο μιλήσαμε χθες. Σήμερα ελάτε να δούμε λίγο τι γίνεται με τους επιστήμονες που απέκτησαν την ιδιότητά τους αυτή διά της πλαγίας οδού. Θα σας πω μια ιστορία παλιά, από τα τέλη της δεκαετίας τού 1990.

Συζητούσα με μία μητέρα δύο παιδιών. Το μικρότερο, το κορίτσι, προετοιμαζόταν για να δώσει εξετάσεις να περάσει στο Αμερικάνικο Κολέγιο με υποτροφία. (Δεν τα κατάφερε –άσχετο.) Ο αδελφός της ήταν καλός και είχε περάσει πρώτος.

Όταν αποφοίτησε -μου διηγόταν η μητέρα- στόχευε στην ιατρική, όμως δεν τα κατάφερε. Επειδή ήταν πολύ καλός, σκέφτηκαν οι γονείς του να τον στείλουν σε μια ιατρική σχολή στη Ρουμανία˙ έτσι και έκαναν.

Η μητέρα αποφάσισε να επισκεφτεί το παιδί της μετά το Πάσχα, με το λεωφορείο που έκανε τότε καθημερινά δρομολόγιο από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν γεμάτο μητέρες φοιτητών. Γνωρίστηκε με κάποιες στη διαδρομή.

Από τις κουβέντες τους όμως παρατήρησε ότι όλες, μα όλες, πρόσεχαν πολύ τις τσάντες τους, επειδή κουβαλούσαν μαζί τους πολλά χρήματα. Και αναρωτήθηκε, αφελώς, η γυναίκα: Τι τα κάνουν τόσα λεφτά;

Θυμάμαι τα λόγια της: «Τα δίδακτρα τα πληρώναμε από την αρχή του έτους˙ το ίδιο και το ενοίκιο. Τα χρήματα των παιδιών τα στέλναμε κάθε μήνα μέσω τραπέζης. Τι τα χρειαζόταν τόσα μετρητά, και μάλιστα σε σκληρό συνάλλαγμα;

Κατάλαβα ότι τα ήθελαν για να πληρώσουν τους καθηγητές και να περάσουν τα παιδιά τους τα μαθήματα. Μόλις το εξακρίβωσα, έφερα το παιδί πίσω στην Ελλάδα και τώρα δουλεύει στη βιοτεχνία του πατέρα του.

Γι’ αυτό, όποιος σου πει ότι πήρε το πτυχίο του από πανεπιστήμιο του εξωτερικού, ειδικά της Ανατολικής Ευρώπης, να τον στείλεις σε μένα», ολοκλήρωσε την κουβέντα της η αγανακτισμένη και, ομολογώ, υπερβολική μητέρα.

Το άλλο πουλάκι:
Υπερβολική, αλλά…

Πώς γίνεται ένα παιδί που, μέχρι τα δεκαεπτά του χρόνια, ήταν ένας πολύ κακός μαθητής, να πηγαίνει ξαφνικά σε μια ξένη χώρα και να «διαπρέπει στις σπουδές του», ενώ δεν έχει μάθει καλά καλά τη γλώσσα;

Πώς γίνεται πτυχιούχοι από ξενόγλωσσα πανεπιστήμια να μην μπορούν να αλλάξουν δυο κουβέντες στη γλώσσα στην οποία (υποτίθεται ότι) σπούδασαν μια επιστήμη; Θα θυμόσαστε βέβαια και κάποιους που είχαν πτυχία εξωτερικού, χωρίς να έχουν… διαβατήρια!

Ήταν τα ένδοξα χρόνια, όταν οι νταλικέρηδες που περνούσαν από τη Γιουγκοσλαβία μπορούσαν, αν ήθελαν, σε κάθε δρομολόγιο, να περάσουν και μερικά μαθήματα, όχι μόνο οι ίδιοι, αλλά και δικοί τους που παρέμεναν στην Ελλάδα.

Έτσι αποκτήθηκαν όχι λίγα πτυχία. Όμως και σήμερα, ακόμη και στη χώρα μας, υπάρχει μια βιομηχανία, κυρίως μεταπτυχιακών τίτλων, η οποία ήρθε να καλύψει τις ανάγκες ζήτησης της «αγοράς».

Τίτλοι που αποκτούνται με συνοπτικές διαδικασίες, εξ αποστάσεως, ή με μαθήματα που οι μεταπτυχιακοί φοιτητές παρακολουθούν πέντε και δέκα μαζί, σε ένα σαββατοκύριακο. Πέντε και δέκα… μαθήματα μαζί, όχι φοιτητές!

Πάρε κόσμε! Από τη στιγμή που ένας μεταπτυχιακός τίτλος μετράει για τον διορισμό και την επαγγελματική εξέλιξη του κατόχου του, υπάρχει τεράστια ζήτηση˙ ο καθένας προσπαθεί να βρεθεί λίγο πιο μπροστά από τους άλλους.

Κάπως έτσι όμως έχει χαθεί όχι μόνο το νόημα των σπουδών, αλλά και η αξία ακόμη και των πτυχίων, ή των τίτλων εκείνων -και δεν είναι λίγοι- που αποκτούνται πράγματι με πολύ προσπάθεια και μέσα σε «κανονικές συνθήκες»

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ό,τι να ‘ναι!

Υπάρχουν περιπτώσεις που ο μεταπτυχιακός τίτλος «μετράει», δηλαδή μοριοδοτείται ή πληρώνεται παραπάνω, ακόμη κι αν είναι τελείως άσχετος με το αντικείμενο στο οποίο εργάζεται ο κάτοχός του.

Αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου είναι το να επιδιώκει ο άλλος την απόκτηση ενός μεταπτυχιακού, όχι για να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις και να γίνει καλύτερος στη δουλειά του, αλλά για να πάρει κάποια επιπλέον «μόρια».

Ως εκ τούτου, ψάχνει και βρίσκει ένα μεταπτυχιακό ό,τι να ‘ναι, που η «φοίτηση» να τον βολεύει σε σχέση με τις άλλες ασχολίες του, να μην είναι πολύ ακριβό και να μπορέσει να το αποκτήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Βλέποντας αυτή τη ζήτηση η «αγορά», προσαρμόστηκε αμέσως και έτσι μπορεί κανείς σήμερα να βρει πραγματικές «ευκαιρίες» για την απόκτηση ενός μεταπτυχιακού στα μέτρα του. Χωρίς κόπο, χωρίς χρόνο, με σχετικά λίγα χρήματα.

Κάπως έτσι έχουν κτιστεί πολλές καριέρες στον δημόσιο τομέα. Από τα κάθε είδους υπουργεία, μέχρι την τελευταία υπηρεσία, θα δει κανείς να γίνονται στελέχη άνθρωποι εγνωσμένης... ανικανότητας, με πολλά πτυχία όμως στο βιογραφικό τους.

Έτσι όμως αδικούνται οι πραγματικά άξιοι, που δεν θέλουν να μπουν σε τέτοια διαδικασία. Το περίεργο είναι ότι αυτό το γνωρίζουν όλοι, το κατακρίνουν οι περισσότεροι, όμως κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να κάνει κάτι για να αλλάξει.

Λέτε να φταίει το γεγονός ότι «είναι πολλά τα λεφτά»;
 Με το κιλό!