ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

190702 ΑΚΥΚΛΟΦΟΡΗΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Και τι πάθαμε;

Ενώ οι μέρες περνούν –μπήκαμε στον Ιούλιο- και οι εκλογές είναι μια ανάσα μακριά, εγώ θα μείνω πιστός στο κλίμα των ημερών. Ποιο είναι αυτό; Να μην ασχολείται σχεδόν κανείς με την αναμέτρηση της Κυριακής.

Θεωρώντας, λοιπόν, ότι δεν έχουμε και τόσα πολλά να πούμε -τι να προσθέσουμε μετά από τόσα που σας λέμε, χρόνια τώρα;- θα ασχοληθούμε σήμερα με κάτι άλλο που παρατηρήσαμε τις προηγούμενες μέρες. 

Ας κάνουμε όμως μια εισαγωγή, που απαντά στο «και τι πάθαμε», με το οποίο ξεκινήσαμε την κουβέντα μας. Έχετε προσέξει ότι πολλές φορές είμαστε απόλυτοι σε κάποια θέματα, μέχρι η ζωή να μας αναγκάσει να κάνουμε πίσω;

Σου λέει ο άλλος, για παράδειγμα, «εμένα μου είναι αδύνατον να κόψω το τσιγάρο». Όταν όμως του χτυπήσει την πόρτα κάποιο έμφραγμα, όχι μόνο το κόβει, αλλά… απορεί που υπάρχουν άνθρωποι που καπνίζουν.

Το ίδιο και ο ευτραφής εκείνος καλοφαγάς που δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του να κάνει οποιαδήποτε μορφή δίαιτας, διότι δεν είναι δυνατόν να στερηθεί κάποια, έστω και μία, από τις αγαπημένες του λιχουδιές.

Όταν όμως δει τα σκούρα (συνήθως με τη μορφή ιατρικών εξετάσεων) τότε να δείτε πώς κόβει μια χαρά όλα όσα δίνουν γεύση και νοστιμιά στο φαγητό, περιοριζόμενος στο να τρώει κυρίως ανάλατα χορταρικά.

Ή εκείνη η μητέρα που θεωρεί ότι, αν αφήσει, έστω για μέρα, μόνους στο σπίτι τον σύζυγο και τα παιδιά της, το σπίτι θα βουλιάξει. Θα μείνουν νηστικοί, άπλυτοι, θα αρρωστήσουν, ενώ στο σπίτι θα εμφανιστούν άγρια θηρία.

Έρχεται τότε κάτι που την υποχρεώνει να τους εγκαταλείψει όχι για μία ή δύο μέρες, αλλά για εβδομάδες. Και βλέπει πως τίποτε από όσα φοβόταν δεν συνέβη. Απεναντίας, πέρασαν και μια χαρά χωρίς εκείνη.

Μπορούμε να αναφέρουμε πάρα πολλά τέτοια παραδείγματα. Για τον καταστηματάρχη που πιστεύει ότι, αν απουσιάσει μια ώρα από το μαγαζί του, οι υπάλληλοι θα τα κάνουν θάλασσα και δεν θα ξαναπατήσει πελάτης.

Όταν αναγκάζεται να απουσιάσει, βλέπει ότι η δουλειά κύλησε πολύ καλύτερα, ενώ οι πελάτες έμειναν ιδιαίτερα ευχαριστημένοι από τους υπαλλήλους του, οι οποίοι, απόντος του αφεντικού, πήραν πρωτοβουλίες και έδειξαν άλλο πρόσωπο.

Το άλλο πουλάκι:
Έτσι είναι!

Συχνά η ζωή σε υποχρεώνει να κάνεις πράγματα που τα θεωρούσες απίθανα. Αυτό όμως δεν είναι το ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ερώτημα γιατί δεν τα κάνεις μόνος σου, πριν αναγκαστείς από τις συνθήκες.

Και να ξανατονίσουμε ότι μιλάμε για εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποδεικνύεται ότι όχι απλώς δεν ήταν δύσκολο να αποφασίσεις τις αλλαγές, αλλά και ότι αυτές αποδείχθηκαν ιδιαιτέρως αποτελεσματικές και ευεργετικές.

Με ποια αφορμή όμως σας τα λέμε όλα αυτά; Θα προσέξατε –όλοι το πρόσεξαν- ότι την προηγουμένη εβδομάδα έκλεισε για κάποιες μέρες η κυκλοφορία (των οχημάτων) στο κέντρο της πόλης.

Στο κλείσιμο αυτό οδηγηθήκαμε ύστερα από τα προβλήματα που δημιούργησαν οι έντονες βροχοπτώσεις στα φρεάτια και συγκεκριμένα σε εκείνα μπροστά στο παλιό Δημαρχείο. έπρεπε να πραγματοποιηθούν εργασίες συντήρησης.

Για να εγκατασταθεί, λοιπόν, το συνεργείο και να μπορέσει να εκτελέσει τις εργασίες, έκλεισε από τα οχήματα όλο το κέντρο της πόλης. Και το ερώτημα τίθεται πλέον επί του πραγματικού: Και τι πάθαμε;

Ξέρω. Θα μου πείτε ότι ταλαιπωρήθηκαν οι οδηγοί που ήθελαν να περάσουν από το κέντρο, ειδικά εκείνοι που δεν ήξεραν ότι ήταν κλειστό και έφταναν ξαφνικά μπροστά στο πρόβλημα χωρία καμιά προετοιμασία.

Ταλαιπωρήθηκαν επίσης και κάποιοι ταξιτζήδες που αναγκάστηκαν να μπουν σε στενά από τα οποία, σε διαφορετική περίπτωση, δεν περνούσαν ούτε… με σφαίρες. Ναι αυτό είναι αλήθεια, όμως δεν είναι πρόβλημα.

Όλα αυτά εμφανίστηκαν επειδή το κλείσιμο του κέντρου προέκυψε ξαφνικά, χωρίς κάποια προηγούμενη πρόβλεψη και αντίστοιχη ρύθμιση για το πώς θα μπορούσαν να κινηθούν εναλλακτικά οι οδηγοί.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτά… βολεύονται εύκολα.

Αν δώσεις σε κάποιους ειδικούς να σου σχεδιάσουν έναν διαφορετικό τρόπο κυκλοφορίας, θα δεις ότι δεν είναι πρόβλημα. Εξάλλου, κάτι τέτοιο έχει συμβεί σε πάρα πολλές πόλεις, και της χώρας μας.

Το ζητούμενο είναι να αλλάξουμε αντίληψη. Διότι, όταν εμείς λέμε κυκλοφορία, και μάλιστα κυκλοφορία στο κέντρο της πόλης, εννοούμε κυκλοφορία… οχημάτων. Κακώς! Διότι στις πόλεις (θα έπρεπε να) κυκλοφορούν κυρίως πεζοί.

Αυτές τις μέρες, λοιπόν, που ήταν ελεύθεροι να κυκλοφορήσουν στους δρόμους του κέντρου, η εικόνα του πραγματικά άλλαξε. Έβλεπες ένα διαφορετικό ρυθμό να κυριαρχεί και να αυτό είχε απήχηση στην ψυχολογία των πολιτών.

Και των (πολλών) καταστηματαρχών. Οι οποίοι, σε κουβέντες που είχαμε μαζί τους, έδειχναν ενθουσιασμένοι που δεν υπήρχε αυτή η συνεχής και ενοχλητική ροή οχημάτων μπροστά από τα μαγαζιά τους.

Ενοχλητική και μόνο με τον συνεχή θόρυβο, τη σκόνη, τα κορναρίσματα, τις εξατμίσεις, τα παράνομα παρκαρίσματα, τα μαλώματα των οδηγών ή τα σφυρίγματα των τροχονόμων όταν το κακό παραγινόταν.

Είδαμε, λοιπόν, ότι, όχι μόνο δεν πάθαμε και τίποτα σπουδαίο, όπως κάποιοι φοβούνται ότι θα συμβεί, αλλά τα περάσαμε μια χαρά. Κάτι εξάλλου που το έχουμε δει και σε άλλες περιπτώσεις, γιορτών, εκδηλώσεων κ.λπ.

Μήπως είναι καιρός να εξετάσουμε μια πιο μόνιμη τέτοια κατάσταση;
 Ούτε κυκλοφορώ, ούτε οπλοφορώ!

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019

190208 ΑΞΕΣΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Σκηνές αλλοφροσύνης.

Πέρασε μια εβδομάδα, όμως αποφάσισα να σας διηγηθώ το περιστατικό επειδή, όπως θα ακούσετε, συνδέεται με κάποιο άλλο πιο πρόσφατο. Βρέθηκα το περασμένο Σάββατο στη Θεσσαλονίκη.

Όπως συνηθίζω, τέλειωσα τις δουλειές μου πολύ πρωί, πριν καλά καλά ανοίξει η αγορά και ξεχυθεί το πλήθος στους δρόμους. Ευτυχώς, αυτά που ήθελα να αγοράσω ήταν από κάτι μαγαζάκια στην πλατεία Άθωνος.

Εννοώ δεν ήταν από τα γνωστά εμπορικά καταστήματα του κέντρου που ανοίγουν… με το πάσο τους, ίσως επειδή κλείνουν και πολύ αργά. Εκείνη τη μέρα λειτουργούσε και μια Έκθεση για αγρότες.

Που πάει να πει ότι υπήρχαν στην πόλη πάρα πολλοί επισκέπτες, πέρα από το συνηθισμένο πλήθος που καταφτάσαμε από την επαρχία, Σάββατο, ημέρα εκπτώσεων, όταν ο καιρός άνοιξε μετά από πολλές βροχές!

Τα λέω αυτά για να σας μεταφέρω το κλίμα που επικράτησε όταν, γύρω στο μεσημέρι, ξεχύθηκαν όλοι αυτοί στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, αναζητώντας ο καθένας τον προσωπικό του… χώρο.

Ωστόσο η κίνηση ήταν αδικαιολόγητα εκνευριστική. Τον (επιπλέον) λόγο τον πληροφορηθήκαμε όταν κάναμε το λάθος να μπούμε σε κάποιο αστικό, για να… ακινητοποιηθούμε μπροστά στην παλιά Φιλοσοφική.

Από τον ασύρματο, το κέντρο ενημέρωνα όλα τα αστικά ότι κάπου γινόταν μια πορεία και συμβούλευε τους οδηγούς να ακολουθούν εναλλακτικές διαδρομές, προκειμένου να μην πέσουν στο μπλοκάρισμα.

Βλέποντας πως το αστικό δεν έλεγε να κουνήσει και πως οι πεζοί μας προσπερνούσαν και έφευγαν, κατεβήκαμε στην πρώτη στάση και συνεχίσαμε με τα πόδια. Ώρα αργότερα ανηφορίσαμε προς τις Σαράντα Εκκλησιές, αυτή τη φορά με τα πόδια.

Βρισκόμασταν μπροστά στη Έκθεση και θέλαμε να διασχίσουμε την Εγνατία προς τη Θεολογική. Μαζί μας ένας αγρότης, οικογενειάρχης (προς το παρόν δεν χρειάζεται άλλη περιγραφή) με τη σύζυγο και τα παιδιά του.

Έβγαινε από την Έκθεση -τα παιδιά κρατούσαν και κάτι διαφημιστικά μπαλόνια- και περίμενε στο φανάρι για να διασχίσει κι αυτός την Εγνατία. Τη στιγμή εκείνη είδαμε και την πορεία να κατευθύνεται προς την Καμάρα.

Το άλλο πουλάκι:
Χάος!

Προηγουμένως όμως να σας πω ότι, όταν λέμε πορεία, μη φανταστείτε κανένα μέγα πλήθος! Μια «παρέα» ανθρώπων. Είκοσι; Τριάντα; Σίγουρα λιγότεροι από πενήντα. Διαδήλωναν για κάτι με μια ντουντούκα και ένα πανό.

Δεν κατάλαβα για τι ακριβώς, όμως νομίζω πως δεν έχει και καμιά σημασία. Ας πούμε ότι ήταν για το πιο σημαντικό θέμα της ανθρωπότητας. Είναι δυνατόν τριάντα άνθρωποι να ταλαιπωρούν μια… πόλη;

Θα μπορούσαν να σταθούν σε ένα κεντρικό σημείο, σε κάποια πλατεία ή σε ένα φαρδύ πεζοδρόμιο, και να στήσουν το πανό τους, να φωνάξουν τα συνθήματά τους, να μοιράσουν «υλικό» στους περαστικούς.

Για ποιο λόγο θα έπρεπε να κάνουν πορεία και να ταλαιπωρήσουν χιλιάδες οδηγούς και πεζούς, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το δυσβάσταχτο κυκλοφοριακό της πόλης; Τι είδους κακία είναι αυτή που βγάζουν;

Ποτέ δεν μου άρεσαν οι ψυχαναλυτικού τύπου ερμηνείες, όμως φαντάζομαι πως και αυτοί θα ήθελαν να απολαύσουν το ηλιόλουστο σαββατιάτικο πρωινό, κάνοντας βόλτες στην αγορά, ή πίνοντας καφέ με φίλους.

Επειδή όμως το κόμμα, η οργάνωση, το σωματείο, ακόμη και το αίσθημα κάποιας υψηλής αποστολής δεν τους επιτρέπουν να το κάνουν, αποφασίζουν να εκδικηθούν μ’ αυτόν τον τρόπο όλους τους υπόλοιπους.

Ας επανέλθουμε όμως στη διασταύρωση της πλατείας Συντριβανίου. Ένα τεράστιο διπλό αστικό, κινούμενο επί της Εγνατίας, έχει εγκλωβιστεί από τα άλλα αυτοκίνητα και τα φανάρια και κλείνει κάθετα την Εθνικής Αμύνης.

Χάος. Κάποια στιγμή προχωρούν λίγο τα υπόλοιπα αυτοκίνητα και κινείται και αυτό διστακτικά, για να ξεμπλοκάρει τη διασταύρωση. Τότε όμως έχει ανάψει το πράσινο για τους πεζούς και ο οικογενειάρχης της ιστορίας μας θέλει να περάσει απέναντι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Βάζει τις φωνές στον οδηγό.

Εκείνος κάτι του απαντά απολογούμενος, όμως ο πεζός, έχοντας ήδη περάσει με την οικογένειά του μπροστά από το αστικό, στέκεται στο ανοιχτό παράθυρο του οδηγού και του φωνάζει: «Καλά σας κάνουν μετά και σας σπάζουν τα τζάμια».

«Πόσο ζώον είσαι», απαντά ήρεμα ο οδηγός και ξεκινά να φύγει, επειδή έχει ανοίξει κάπως ο δρόμος μπροστά του. Ο άλλος δεν περίμενε τέτοια απάντηση. Έμοιαζε κεραυνόπληκτος. Αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να του δώσει μια…

Κυριολεκτικά έξω φρενών, περισσότερο από το γεγονός ότι δεν είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει όπως θα ήθελε, γυρίζει την τελευταία στιγμή και ρίχνει στον οδηγό από το ανοιχτό παράθυρο… ένα φτύσιμο.

Αμέσως, καμαρωτός και περήφανος, εξηγεί στα παιδιά του, αλλά και σε εμάς που παρακολουθήσαμε εμβρόντητοι, ότι οι διαβάσεις είναι ιερές και οι οδηγοί πρέπει να σέβονται τους πεζούς που θέλουν να περάσουν.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου θύμισε έντονα τον σύντροφο Πολάκη. Μπορεί να ήταν και το φιζίκ. Ψηλός κι αυτός, καμαρωτός, λεβεντόκορμος, μουστακαλής, έτοιμος να… χώσει δυο μέτρα κάτω από τη γη όποιον τα βάλει μαζί του.

Με μια άξεστη, απολίτιστη συμπεριφορά, που τον κάνει να νιώθει πολύ περήφανος. Ίσως επειδή οι άνθρωποι που συναναστρέφεται την θαυμάζουν. Για την οποία όμως νιώθει και κάποτε την ανάγκη να «απολογηθεί».

Ίσως το κάνει μιλώντας στα παιδιά του και στους γύρω. Ίσως χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ούτως ή άλλως όμως, η «απολογία» θα είναι πάντα ένα «κατηγορώ».

Και μια ακόμη επίθεση!
 Άλλα φαινόμενα της κρίσης!


Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

190110 ΚΡΑΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πού είναι το κράτος;

Είναι αλήθεια ότι στη διάρκεια της πρόσφατης κακοκαιρίας (των πρόσφατων κακοκαιριών) η οποία κρατά ακόμη, δεν ακούσαμε πολλές φορές την παραπάνω ερώτηση. Αυτό μπορεί να σημαίνει δύο εντελώς αντίθετα μεταξύ τους πράγματα.

Ας κάνουμε όμως εδώ μια μικρή παρένθεση για να πούμε λίγα λόγια περί «κακοκαιρίας». Οι χαμηλές θερμοκρασίες και το χιόνι του χειμώνα, εκτός από φυσιολογικά φαινόμενα, είναι και πολλαπλώς ευεργετικά.

Θυμίζω τους παλιούς που έλεγαν ότι, «για να πάει καλά η σοδιά της χρονιάς, πρέπει, όταν βγάζει ο παπάς τον Σταυρό από το νερό, τα Θεοφάνεια, αυτό να παγώσει πάνω του». Το κρύο σκότωνε όλα τα… ζιζάνια.

Θυμίζω ακόμη πως το χιόνι, καθώς θα λιώσει αργά και το νερό θα εισχωρήσει στους υδροφόρους ορίζοντες, είναι αυτό που θα ποτίσει τον κάμπο και θα μας δροσίσει κατά την περίοδο του καλοκαιριού.

Παρ’ όλα αυτά εμείς, οι άνθρωποι του σήμερα και των πόλεων, εξακολουθούμε να μιλάμε για «κακοκαιρία» επειδή είμαστε καλομαθημένοι, ή, αν προτιμάτε, κακομαθμένοι˙ πρόκειται ακριβώς για το ίδιο.

Δεν θέλουμε να βγούμε από την ευκολία και τη βολή μας ούτε κατ’ ελάχιστο. Για να βάλουμε αλυσίδες στα οχήματα ούτε που το συζητώ. Ακόμη και το να ξύσουμε την πρωινή παγωνιά από τα τζάμια μας είναι ανυπόφορο.

Δεν μιλώ για να καθαρίσουμε το πεζοδρόμιο (και τον δρόμο, γιατί όχι;) μπροστά από το σπίτι ή το κατάστημά μας. Γι’ αυτά είναι «το κράτος», το οποίο όμως στην πρόσφατη «κακοκαιρία» (είπαμε, «κακοκαιρίες») δεν το επικαλεστήκαμε όπως άλλοτε.

Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Ή ότι το κράτος ήταν (είναι) πράγματι εκεί, όταν το χρειαζόμαστε, μάλιστα πριν καν του το ζητήσουμε, ή ότι έπαψαν πλέον οι πολίτες αυτής της χώρας να ελπίζουν σε βοήθεια από τον κρατικό μηχανισμό.

Διαλέγετε και παίρνετε!
Προσέξτε όμως, διότι μπορεί να συμβαίνει και το ένα και το άλλο. Κάτι που πρακτικά μοιάζει αδύνατον, αφού μόνο στον μικρόκοσμο των στοιχειωδών σωματιδίων μπορεί κάτι να είναι απόν και παρόν συγχρόνως.

Στον δικό μας κόσμο, των αστοιχείωτων ατόμων, ή θα είσαι ή δεν θα είσαι εκεί που σε χρειάζονται. Ή μήπως κάνω λάθος; Τώρα που το σκέφτομαι υπάρχουν και περιπτώσεις που παρενέβη το κράτος, αλλά ήταν σαν να μην το έκανε.

Γιατί έκανε μια τρύπα στο νερό! Υπάρχουν άλλες πάλι που έμεινε επιδεικτικά απόν, όμως αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει, αφού, έτσι και επιχειρούσε να επέμβει, μόνο να χειροτερέψει την κατάσταση ήταν ικανό.

Το άλλο πουλάκι:
Ας δούμε μια περίπτωση.

Όχι επειδή απαιτούσε τίποτε ειδικούς και δύσκολους χειρισμούς από πλευράς κρατικού μηχανισμού, αλλά επειδή ήταν πράγματι μια χαρακτηριστική περίπτωση που το κράτος… φυτρώνει εκεί που δεν το σπέρνουν.

Μιλώ για την επέμβαση του υπουργού κυρίου Σπίρτζη (κατόπιν παρέμβασης γνωστού δημοσιογράφου, όπως λέγεται) και την απόφασή του να στείλει αεροσκάφος να παραλάβει «ατυχήσαντες» επιβάτες από την Τιμισοάρα της Ρουμανίας.

Είναι γνωστή σε όλους ο ιστορία και δεν αναφέρουμε ονόματα, αφού πιστεύουμε ότι και η κακή διαφήμιση είναι κι αυτή διαφήμιση, κατά το περίφημο «δεν έχει σημασία τι λένε για σένα, αρκεί να λένε σωστά το όνομά σου».

Ο σημαντικότερος λόγος που το κάνουμε όμως είναι ότι, με αφορμή αυτό το περιστατικό, θα θέλαμε να αναφερθούμε γενικότερα στις αρμοδιότητες του «κράτους» και υπό ποιες προϋποθέσεις αυτό πρέπει να επεμβαίνει.

Διότι εδώ έχουμε μια συγκεκριμένη επιλογή που έκαναν κάποιοι καταναλωτές. Προτίμησαν ένα «προϊόν», πολύ φημισμένο για τις χαμηλές τιμές του, εξίσου όμως γνωστό για τις ανύπαρκτες παροχές του.

Δεν ήταν υποχρεωμένοι να το επιλέξουν, έβαλαν κάτω τα υπέρ και τα κατά, συνυπολόγισαν και το ρίσκο (ή τουλάχιστον όφειλαν να το συνυπολογίσουν) και προχώρησαν. Ε, έφταιξε λίγο και ο καιρός και… έπεσαν (700 χιλιόμετρα) έξω.

Φανταστείτε ότι αγοράζεις ένα φτηνό ηλεκτρονικό παιχνίδι ή κινητό τηλέφωνο, από γνωστή παραγωγό χώρα, και επειδή το βγάζεις να το χρησιμοποιήσεις στο πολύ κρύο, αυτό χαλάει αμέσως. Τι θα κάνεις; Θα ζητήσεις από το κράτος να σου το αντικαταστήσει;

Ή θα πεις «έκανα μια επιλογή, έχασα τα λεφτά μου, έχασα και το παιχνίδι ή το τηλέφωνό μου τώρα που το χρειαζόμουνα, άλλη φορά θα προσέχω τι αγοράζω»; Θα μου πείτε άλλο αυτό και άλλο η ταλαιπωρία τόσων ανθρώπων.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το κράτος οφείλει να βοηθά τους πολίτες!

Βεβαίως. Και στις χώρες που είναι πολύ προχωρημένες σε τέτοιου είδους ζητήματα, ας πούμε στα κράτη των Άλπεων, η βοήθεια είναι εκεί, την αισθάνεσαι δίπλα σου, πετά συνεχώς πάνω από το κεφάλι σου καθώς ορειβατείς.

Αρκεί να κάνεις ένα νεύμα και καταφθάνει αμέσως να σου δώσει ό,τι χρειαστείς, ή να σε μεταφέρει σε ασφαλές σημείο. Με μια μικρή, αλλά ουσιώδη διαφορά, σε σχέση με τη συνήθη πρακτική που βλέπουμε στη χώρα μας.

Το κόστος τής όλης επιχείρησης επιβαρύνει εσένα τον ίδιο! Το πληρώνεις είτε απ’ ευθείας (εννοείται με τις διευκολύνσεις και τις δόσεις που προβλέπονται) είτε μέσω της ασφάλειας που έχεις.

Πάντως σε καμιά περίπτωση δεν επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή τους υπόλοιπους πολίτες. Επομένως δεν δίνει και σε κανέναν πολιτικό την ευκαιρία να το παίξει «λαρτζ» με τα λεφτά των άλλων.

Βλέπετε όμως αυτοί είναι κουτόφραγκοι και δεν έχουν ανεπτυγμένο το αίσθημα της κοινωνικής πρόνοιας που έχουμε εμείς οι χουβαρντάδες (με τα λεφτά άλλων).
 Κράτος μητέρα!

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018

181119 ΤΖΑΜΠΑΤΖΙΔΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τα τζάμπα ΔΕΝ πέθανε!

Θυμόσαστε το Ενιαίο Μισθολόγιο; Υποτίθεται ότι θα ήταν ένας τρόπος υπολογισμού των μισθών, ο οποίος θα ίσχυε για όλους όσοι αμείβονται από το Δημόσιο. Πόσο απλός; Τόσο που να μπορείς να υπολογίσεις τον μισθό σου αμέσως.

Φανταστείτε ένα σύστημα στο οποίο βάζεις μόνο μερικές παραμέτρους. Τι είδους μόρφωση έχεις και πόσα χρόνια υπηρεσίας. Άντε, αν έχεις και ανήλικα παιδιά για τα οποία δικαιούσαι κάποιο οικογενειακό επίδομα.

Αυτά και τίποτε άλλο. Το σύστημα θα σου βγάζει αμέσως τον μισθό σου, ασχέτως σε ποιον τομέα του δημοσίου εργάζεσαι. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορείς να υπολογίζεις τις αμοιβές οποιουδήποτε γνωστού σου εργάζεται στο δημόσιο.

Το πρώτο που θα ρωτήσει κάποιος είναι αν συμφωνούμε ότι αυτό είναι ένα δίκαιο σύστημα αμοιβών. Αν δηλαδή το να παίρνουν όλοι τα ίδια χρήματα, με μόνο κριτήριο τις σπουδές και τα χρόνια υπηρεσίας είναι σωστό.

Η απάντηση είναι δύσκολη, διότι το ερώτημα είναι πονηρό. Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα τι ακριβώς θέλουμε να πούμε με αυτό και μετά μπορούμε να δώσουμε ο καθένας τη δική του απάντηση. Μιλάμε για… αξιολόγηση;

Αναφερόμαστε δηλαδή στη διαφοροποίηση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου ακριβώς κλάδου, με βάση την πραγματική προσφορά έργου, όπως αυτή μπορεί να εκτιμηθεί μέσα από μια διαδικασία αξιολόγησης;

Ή μιλάμε για εργαζόμενους σε διαφορετικούς τομείς, στους οποίους ο καθένας αμείβεται ανάλογα με την «σπουδαιότητα» του έργου που παρέχει και τις ιδιαιτερότητες που μπορεί να παρουσιάζει η εργασία του;

Στη δεύτερη περίπτωση δεν μιλάμε για Ενιαίο Μισθολόγιο, αλλά για ένα σύστημα όπως το γνωρίσαμε οι παλαιότεροι, όταν ο κάθε κλάδος, ανάλογα με την πίεση που μπορούσε να ασκήσει στην εκάστοτε κυβέρνηση, έπαιρνε αυξήσεις για τα μέλη του.

Αλλά και στην πρώτη περίπτωση, όπου εμπλέκεται μια μορφή αξιολόγησης και γίνεται αυτό που λέμε «σύνδεση του μισθού με την παραγωγικότητα», πάλι μπορούμε να κινηθούμε εντός του Ενιαίου Μισθολογίου.

Οι παραπάνω αμοιβές δεν θα είναι… επιδοματικού χαρακτήρα (ωραίο αυτό έτσι;) αλλά θα δίνονται με τη μορφή γρηγορότερης ένταξης στα ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια (ή την επαναφορά σε κατώτερα, αν μιλάμε για ποινές).

Το άλλο πουλάκι:
Δεν είναι αυτό το θέμα μας!

Εμείς εδώ μιλάμε για την επιστροφή στην παλιά καλή μέθοδο που ονομαζόταν «κάτω από το τραπέζι», όταν δηλαδή ο κάθε υπουργός καταστρατηγούσε το Ενιαίο Μισθολόγιο, δίνοντας στους δικούς του υπαλλήλους κάτι «έξτρα».

Το οποίο έπρεπε να είναι σε τέτοια μορφή, ώστε να μην το πάρουν είδηση οι υπόλοιποι υπάλληλοι (αν είναι δυνατόν!) και αρχίσουν κι εκείνοι τις διεκδικήσεις με απεργίες και κάθε είδους κινητοποιήσεις.

Κάπως έτσι το περίφημο Ενιαίο Μισθολόγιο έγινε δαντέλλα και φτάσαμε να δίνονται σε εργαζομένους της χώρας τα πιο απίθανα επιδόματα, χώρια οι διάφορες ευεργετικές διατάξεις, όταν δηλαδή το κράτος πλήρωνε ένα σωρό έξοδα κάποιων υπαλλήλων.

Από «οδοιπορικά» και παιδικές κατασκηνώσεις, μέχρι επιδόματα βιβλιοθήκης, πλασματικές υπερωρίες και ελεύθερη μετακίνηση με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς! Είδατε; Φτάσαμε στο επίμαχο σημείο. Αυτό ακριβώς θα θέλαμε να σχολιάσουμε.

Την υπόσχεση της υπουργού Προστασίας του Πολίτη πως οι ένστολοι θα μπορούν να μετακινούνται δωρεάν με το Μετρό, τα λεωφορεία και τα υπόλοιπα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (ή Μετακίνησης, αναλόγως πώς ερμηνεύεις το τρίτο Μ).

Παρατήρηση πρώτη: Οι πολιτικοί, οι κάθε είδους πολιτικοί, είναι εξαιρετικά χουβαρντάδες και πολύ… λαρτζ, κατά το κοινώς λεγόμενον, όταν πρόκειται για τα λεφτά των άλλων και ειδικότερα για δημόσιο χρήμα.

Απεναντίας, όταν πρόκειται να βάλουν το χέρι στη δική τους τσέπη, τους βλέπουμε αρκετά «σφικτούς», πράγμα που εξηγείται από το γεγονός ότι έχουν συνηθίσει να τους παρέχονται όλα τζάμπα, ή να λογίζονται ως «έξοδα παραστάσεων»! 

Η κυρία Γεροβασίλη, λοιπόν, μπορεί να κάνει το κομμάτι της, χωρίς να της κοστίζει τίποτε. Απεναντίας! Στο κάτω κάτω, το λεωφορείο πάει που πάει στον προορισμό του, τι θα πάθει αν έχει και κάποιον ένστολο επάνω, χωρίς εισιτήριο;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Παρατήρηση δεύτερη:

Υποτίθεται ότι αυτού του είδους η πολιτική, των παροχών κάτω από το τραπέζι, ήταν πρακτική τού λεγόμενου «παλιού» πολιτικού συστήματος, το οποίο η Πρώτη Φορά Αριστερά (μαζί με ολίγη Ακροδεξιά) ήρθε να ανατρέψει.

Αλλά, θα μου πείτε, τι ζητάω κι εγώ τώρα, καλλιγραφίες από… Ας το αφήσουμε εδώ. Εξάλλου δεν είναι και το πρώτο σημείο στο οποίο η κυβέρνηση έδειξε πως είναι μια από τα ίδια με τους προηγούμενους -ενίοτε πολύ χειρότερη.

Εγώ θα σταθώ σε εκείνο το «πάγιο αίτημα των συνδικαλιστικών ενώσεων» των ενστόλων, το οποίο, υποτίθεται, ήρθε να ικανοποιήσει η κυρία Γεροβασίλη. Δηλαδή οι άνθρωποι αυτοί ζητούσαν (από) ανέκαθεν να μην πληρώνουν στα ΜΜΜ;

Με ποιο δικαιολογητικό; Ότι δεν αμείβονται όσο καλά θα έπρεπε; Μα αυτό το ξέρουμε και τους το αναγνωρίζουμε, όμως το ίδιο ισχύει για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων. Γιατί αυτοί να εξαιρούνται;

Επιπλέον, όταν υποτίθεται ότι καταβάλλουν μια πολύ μεγάλη προσπάθεια να αποδείξουν ότι βρίσκονται δίπλα στον πολίτη και όχι απέναντί του, πώς νομίζουν ότι θα συμβάλει σ’ αυτό η εικόνα του «τζαμπατζή» ένστολου;

Ο οποίος θα επιβιβάζεται στο λεωφορείο και, ενώ όλοι οι άλλοι θα πληρώνουν το εισιτήριό τους, αυτός θα περνά δείχνοντας απλώς την υπηρεσιακή του ταυτότητα; Αυτή την εικόνα θέλουν για τα μέλη τους οι συνδικαλιστικές τους ενώσεις;

Κρίμα, πολύ κρίμα!
 Περάστε, κόσμε!

Τρίτη 15 Μαΐου 2018

180515 ΠΑΡΑΔΡΟΜΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Κατόπιν παραγγελίας…

Όπως γνωρίζετε πολύ καλά, στον χώρο της τέχνης, στον οποίο κινούμαστε και εμείς τα τρία πουλάκια (ΧΑ!) δεν είναι καθόλου σπάνιο να δημιουργούνται έργα κατόπιν παραγγελίας. Ίσα ίσα που θεωρείται πολύ συχνό φαινόμενο.

Σας θυμίζω ότι τόσο οι μεγάλοι ζωγράφοι, όσο και οι πολύ σπουδαίοι συνθέτες παρουσίασαν και άφησαν ως παγκόσμια κληρονομιά μερικά από τα διασημότερα έργα τους, επειδή αυτά παραγγέλθηκαν από πελάτες. 

Εντελώς πρόχειρα, θυμάμαι το αριστούργημα του Ελ Γκρέκο «η κηδεία του κόμη Οργκάθ», παραγγελία του εφημέριου της εκκλησίας του Σάντο Τομέ, για να κοσμήσει το παρεκκλήσιο της Παρθένου.

Η περίφημη Μόνα Λίζα, ήταν παραγγελία του συζύγου της, Φραντζέσκο ντε Τζοκόντο, ασχέτως αν ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι δεν παρέδωσε ποτέ τον πίνακα στον παραγγελιοδότη. Το γεγονός παραμένει.

Να θυμίσω ότι και ο δικός μας Γιάννης Τσαρούχης μάς άφησε ένα από τα πολλά έργα του που παριστάνουν ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού, το πορτραίτο του διάσημου γκολτζή Υβ Τριαντάφυλλου, κατόπιν παραγγελίας από τον ίδιο τον Γουλανδρή.

Να μην σας κουράσω άλλο. Θέλω να πω ότι δεν είναι καθόλου υποτιμητικό να δημιουργεί κάποιος όχι μόνο τη στιγμή που η έμπνευση τού χτυπάει την πόρτα, αλλά αφού την προσκαλέσει ο ίδιος ή του τη… στείλει κάποιος άλλος.

Παρ’ όλα αυτά, εμείς δεν συνηθίζουμε να «εργαζόμαστε» μ’ αυτό τον τρόπο. Όχι απλώς επειδή αυτό που κάνουμε δεν είναι εργασία. Κυρίως επειδή, έτσι κι αλλιώς, πηγή έμπνευσης της κουβέντας μας είναι η παρέα.

Αν έχουμε συζητήσει κάτι, αν μας απασχόλησε και πήρε χώρο στις καθημερινές μας συναναστροφές, μπορεί να μεταφερθεί και εδώ, στη δική μας κουβέντα, για να το ακούσουν περισσότεροι.

Ως εκ τούτου, το να μας λέει κάποιος φίλος «πες κάτι και για το τάδε θέμα», δεν έχει νόημα, ούτε αξία, αφού το καλύτερο θα ήταν να το συζητήσουμε πρώτα μαζί και να δούμε αν έχει ενδιαφέρον να πάει και παραπέρα.

Το άλλο πουλάκι:
Δεν έχουμε αυταπάτες…

Υπάρχουν κάποιοι φίλοι που πιστεύουν ότι, αν πούμε κάτι δημοσίως, αν δηλαδή κάνουμε μια παρατήρηση ή μια υπόδειξη και την ακούσουν οι αρμόδιοι, θα σπεύσουν να την ακολουθήσουν. Δεν είναι έτσι.

Μακάρι να ήταν! Μακάρι να περνούσε η γνώμη μας και να υπήρχαν υπεύθυνοι ή αρμόδιοι για τα αντίστοιχα θέματα που θα λάβαιναν σοβαρά υπόψη τους τα λόγια μας. Δεν έχουμε τέτοιες ψευδαισθήσεις.

Αφήστε που θα ήταν τεράστια και η ευθύνη μας, πράγμα που δεν θα το θέλαμε με τίποτα. Γι’ αυτό εμείς μια απλή κουβέντα κάνουμε, μόνο και μόνο επειδή πιστεύουμε ότι αυτό είναι μια πολιτική πράξη.

Μεγάλη εισαγωγή και δεν θα μας μείνει χρόνος για να αναφερθούμε στο θέμα μας. Έρχεται, λοιπόν, ένας καλός φίλος και μας ρωτάει. Γιατί δεν λέτε κάτι γι’ αυτό το χάλι, τον δρόμο προς την Αμφίπολη;

Καταλαβαίνετε, τώρα, πού πάει όλη η εισαγωγή με τα προηγούμενα; Τέλος πάντων, του υποσχεθήκαμε ότι στην πρώτη ευκαιρία κάτι θα πούμε, πράγμα τελείως περιττό, αφού την κατάσταση τη ζουν όλοι.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα δεδομένα που είχαμε μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα, το θέμα είχε δρομολογηθεί. Οι αποφάσεις είχαν παρθεί και δεν είχε κανένα νόημα να προσθέσει κανείς κάτι περισσότερο.

Την προηγούμενη εβδομάδα κάτι άλλαξε. Το θέμα το ανακίνησε ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας του νομού μας, κύριος Κυριαζίδης, από την προσωπική σελίδα τού οποίου διαβάζουμε τα παρακάτω ενδιαφέροντα:

«Σας ευχαριστώ για την επιστολή σας σχετικά με την ολοκλήρωση του οδικού άξονα EOI2 (Ε61) Σερρών - Δράμας - Καβάλας. Ο εν λόγω οδικός άξονας ανήκει στο εκτεταμένο δίκτυο του Διευρωπαϊκού Δικτύου Μεταφορών (ΔΕΔ-Μ).

Το εκτεταμένο δίκτυο πρέπει να ολοκληρωθεί έως το 2050 σε αντίθεση με το κεντρικό δίκτυο, το οποίο πρέπει να ολοκληρωθεί έως το 2030 […]

Όσον αφορά τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία, κατά την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού (2014-2020) δεν προβλέπεται κανένα έργο μεταξύ Σερρών και Δράμας/Καβάλας ούτε στο εθνικό ούτε στα περιφερειακά επιχειρησιακά προγράμματα.

Αυτό αντικατοπτρίζει επίσης τις επιλογές που έγιναν από τις ελληνικές αρχές. Εάν πιστεύετε ότι αυτό χρήζει περαιτέρω εξέτασης, θα σας συνιστούσα να έλθετε σε επαφή με τις ελληνικές αρχές για να συζητήσετε περαιτέρω το θέμα».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ποιος τα λέει αυτά;

Τα λέει η κυρία Βιολέτα Μπουλκ, Ευρωπαία Επίτροπος Μεταφορών, απαντώντας σε επιστολή του βουλευτή. Και εμείς τα βλέπουμε και αναρωτιόμαστε για άλλη μια φορά ποιος μας δουλεύει περισσότερο.

Πάντως αυτό είναι μια καλή ευκαιρία να σας πούμε και την ταπεινή μας γνώμη: Δεν πιστεύουμε ότι ο δρόμος προς την Αμφίπολη πρέπει να είναι κανένας σπουδαίος αυτοκινητόδρομος.

Αν ο υπάρχων είχε έναν κατάλληλο τάπητα και τις απαραίτητες διαγραμμίσεις, μια χαρά αρκούσε για την κίνηση που έχει. Η κυκλοφορία δεν είναι μεγάλη, απλώς ο δρόμος είναι σε άθλια και πολύ επικίνδυνη κατάσταση.

Όπως και εκείνος προς τις Σέρρες. Εμείς όμως τι κάνουμε; Περιμένοντας τις εντάξεις τις μελέτες και τις χρηματοδοτήσεις (που δεν έρχονται ποτέ) αφήνουμε τους δρόμους αυτούς να ρημάζουν και να σκοτώνουν κόσμο.

Μήπως τώρα, που, όπως φαίνεται, προς το παρόν φάγαμε πόρτα, να το ξανασκεφτούμε το θέμα και να σχεδιάσουμε κάτι πιο εύκολο, πιο οικονομικό, όμως απείρως καλύτερο από το χάλι που έχουμε σήμερα;
 Έχουμε δρόμο…


Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

170315 ΜΜΜΑΖΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Θα θέλατε να μετακινείστε ελεύθερα;

Όχι να… κινείστε, αλλά να μετακινείστε, να παίρνετε ένα Μέσο Μαζικής Μεταφοράς και να πηγαίνετε στον προορισμό σας, χωρίς να χρειάζεται να έχετε εισιτήριο, ή κάρτα απεριορίστων διαδρομών, ή οτιδήποτε άλλο που για να το αποκτήσεις πληρώνεις.

Επιπλέον, να έχετε αυτό το προνόμιο, χωρίς να ανήκετε σε κάποια προνομιούχο ή ευπαθή ομάδα, όντας δηλαδή ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Μάλιστα, στην πραγματικότητα να μην επρόκειτο καν για προνόμιο, αφού θα ίσχυε για όλους.

Δηλαδή όχι μόνον εσείς, αλλά και οι συγγενείς, οι φίλοι, οι γνωστοί σας, όλοι οι άνθρωποι που ζουν στον ευλογημένο αυτό τόπο να έχουν τη δυνατότητα να πηγαίνουν όπου τραβάει η όρεξή τους, εντελώς δωρεάν. Θα θέλατε;

Σας βλέπω να χαμογελάτε πονηρά. Είστε εντελώς βέβαιοι ότι πρόκειται για ερώτηση - παγίδα, αφού στη συνέχεια θα σας ζητήσω να καταβάλετε κάποιο άλλο αντίτιμο, να «πληρώσετε» με έναν διαφορετικό τρόπο.

Ξέρετε γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι έχετε γαλουχηθεί με έναν τρόπο που σας έχει αλλοτριώσει και βλέπετε τα πράγματα μέσα από ένα παραμορφωτικό πρίσμα που θέλει τους ανθρώπους ομήρους συναλλαγών.

Πιστεύετε πως τίποτε δεν υπάρχει «τζάμπα», πως, ακόμη κι αυτό που φαίνεται να παρέχεται δωρεάν, κάποιοι, με κάποιον τρόπο, το πληρώνουν. Επομένως -λέτε εσείς- δεν τίθεται θέμα απαλλαγής από τα βάρη, αλλά σωστής κατανομής τους. Κι αυτό είναι ένα θέμα πολιτικό.

Υπάρχουν όμως και άλλες απόψεις; Είστε έτοιμοι να τις ακούσετε και να τις συζητήσετε; Δείτε, για παράδειγμα, τι υποστηρίζουν κάποιες «συλλογικότητες» και μετά, αν έχετε όρεξη, το συζητάμε.

«ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ/ΟΛΕΣ
Η μετακίνηση μας με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, όπως και η υγεία, η εκπαίδευση, η στέγαση, αποτελούν βασικές κοινωνικές ανάγκες πάνω στις οποίες τα τελευταία χρόνια αναδύεται ξεκάθαρα η οξυμένη επίθεση των εκάστοτε κυβερνήσεων και αφεντικών.

Οι μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, η αύξηση των τιμών σε ρεύμα και είδη πρώτης ανάγκης (όπως και στο εισιτήριο) αποτέλεσαν πτυχές της ίδιας πολιτικής του ελληνικού κράτους για την “εξυγίανση των ελλειμμάτων και την καταπολέμηση του δημοσίου χρέους”, δηλαδή για να χρεώσουν την χασούρα της κρίσης τους στα μυαλά και τις τσέπες μας.

Στις συνθήκες αυτές, χιλιάδες άνθρωποι κάνουν την επιλογή να χρησιμοποιούν τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς χωρίς εισιτήριο, γιατί πολύ απλά δεν έχουν να πληρώσουν για τη μετακίνηση τους ή και γιατί αρνούνται συνειδητά την συνθήκη που θέλει νοσοκομεία, σχολεία, αστικές συγκοινωνίες, ΔΕΗ κλπ, να λειτουργούν σαν αυτοτελείς κερδοσκοπικές επιχειρήσεις.

Ένα δόγμα που υπηρέτησαν πιστά όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις και συνεχίζει με ανάλογη επιτυχία η τωρινή. Για εμάς είναι προφανές ότι τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς δεν μπορούν να γίνονται αντικείμενο εμπορευματοποίησης».

Το άλλο πουλάκι:
Τι λέτε;

Πώς σας φαίνεται η «επιλογή» που έκαναν… χιλιάδες άνθρωποι; Αν δεν συμφωνείτε μαζί τους πάντως, να ξέρετε ότι δεν είστε οι μόνοι. Υπάρχουν και άλλοι που το κάνουν και μάλιστα έχουν βαλθεί να τους θέτουν εμπόδια στην ελευθερία τους αυτή:

«Όλοι όσοι χρησιμοποιούμε τα ΜΜΜ βιώνουμε την βίαιη και τρομοκρατική συμπεριφορά των ελεγκτών στην προσπάθεια τους να κόψουν πρόστιμα. Καινούρια μέτρα προβλέπονται από το υπουργείο μεταφορών, για να καταπολεμηθούν οι ολοένα αυξημένες αρνήσεις πληρωμών που λαμβάνουν χώρα.

Νέες μορφές ελέγχου και επιτήρησης όπως μπάρες εισόδου σε λεωφορεία και μετρό, τοποθέτηση καμερών στο εσωτερικό των συρμών, ειδικό σώμα ελεγκτών αστικών μεταφορών το οποίο θα συνεργάζεται με την αστυνομία και…

Εφαρμογή ηλεκτρονικού εισιτηρίου-κάρτας (με καταγραφή προσωπικών στοιχείων και ενδεχόμενο αποκλεισμού ατόμων από τη χρήση των ΜΜΜ) σε μια προσπάθεια να σπάσουν την αλληλεγγύη που έχει αναπτυχθεί μεταξύ των επιβατών με την ανταλλαγή των εισιτήριων». 

(Εννοείται πως, στο πλαίσιο σεβασμού των κάθε είδους ιδιαιτεροτήτων, διατηρούμε την ορθογραφία και τη σύνταξη του πρωτοτύπου: Του εισιτηρίου, αλλά των εισιτήριων. Τα έχουν αυτά κείμενα που γράφονται από συλλογικότητες, ο καθένας έχει τη δική του, σεβαστή, γραμματική και ορθογραφία.)

Ελεγκτές, λοιπόν, που προσπαθούν να κόψουν πρόστιμα και ηλεκτρονικό εισιτήριο-κάρτα, επειδή δεν ασπάζονται την άποψη πως… «Η χρήση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς αποτελεί μια καθημερινή βασική ανάγκη στην οποία θα πρέπει να έχουν όλοι ελεύθερη πρόσβαση». 

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Κράτος και κοινωνία!

Φαίνεται πως, στην κοσμοαντίληψη αυτών των «συλλογικοτήτων», υπάρχει μια βασική, μια θεμελιώδης αντίθεση, μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Η κοινωνία, από τη μια, προφανώς από μόνη της, με τις δικές της δυνάμεις, παράγει και δημιουργεί αγαθά.

Το κράτος, από την άλλη, το οποίο εκπροσωπεί τα συμφέροντα των «αφεντικών», έρχεται να αποσπάσει αυτά τα αγαθά από την κοινωνία, να τα εκμεταλλευτεί βάζοντας τα μέλη της να πληρώνουν για κάτι που τους ανήκει, και να κερδίζει για λογαριασμό των «αφεντικών».

Η κοσμοαντίληψη αυτή, βέβαια, παραβλέπει κάποια βασικά δεδομένα, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι, στη χώρα μας, είμαστε σχεδόν όλοι «αφεντικά», αν στους εμπόρους και τους αυτοαπασχολούμενους προσθέσεις τους υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα -αυτοί κι αν είναι αφεντικά!- και τους συνταξιούχους.

Ωστόσο, οι συγκεκριμένες «συλλογικότητες» μας καλούν «να υπερασπιστούμε τις βασικές μας ανάγκες απέναντι στη συνεχιζόμενη επίθεση κράτους και αφεντικών και να αυτοοργανώσουμε τη συλλογική μας αντίσταση μέσα από κοινότητες αγώνα και αλληλεγγύης». 

Με ποιο τρόπο; Για το συγκεκριμένο πρόβλημα, «σχηματίζουμε ομάδες που βολεύουν τις διαδρομές μας και πηγαίνουμε όσο το δυνατόν πιο μαζικά στον προορισμό μας χωρίς να πληρώνουμε εισιτήριο». 

Για τα άλλα αγαθά, σκεφτόμαστε και πράττουμε αναλόγως. Την ιδέα πάντως την πιάσατε. Δεν πληρώνουμε ποτέ για κάτι που (πιστεύουμε ότι) πρέπει να είναι δωρεάν.
Ας πληρώσουν αυτοί!
 Και μάγκες και… τζάμπα!

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

170306 ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Γιατί πληρώνουμε πρόστιμα;

Παρ’ όλο που πέρασε μια εβδομάδα και -δυστυχώς- μεσολάβησε και δεύτερο (ίσως και άλλα που εμείς δεν τα μάθαμε) δυστύχημα, η σχετική συζήτηση εξακολουθεί να κρατεί καλά. Δεν πειράζει όμως, αυτό είναι προτιμότερο.

Πάντοτε ήμασταν της άποψης πως, στον δημόσιο διάλογο, δεν είναι σωστό να παρεμβαίνεις όταν «κολλάει το σίδερο», δηλαδή στη… βράση. Καλύτερα να περιμένεις να κατακάτσουν λίγο τα πράγματα, να αφήνεις να φεύγουν οι πρώτες σκέψεις, χωρίς να τις κοινοποιείς.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτερες ανοησίες λέγονται «εν θερμώ», μόνο που τώρα, με τα ηλεκτρονικά Μέσα μου έχουμε στη διάθεσή μας, αυτές και κυκλοφορούν αμέσως σε τεράστιο ακροατήριο και μένουν, χωρίς να έχεις τη δυνατότητα να τις πάρεις πίσω.

Βέβαια, ο πολύς κόσμος δεν νοιάζεται για κάτι τέτοιες λεπτομέρειες. Είναι όλοι εκείνοι που σχολιάζουν, απλώς για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, να δηλώσουν παρόντες στο μεγάλο καφενείο του διαδικτύου.

Εσείς όμως, αγαπητοί μας φίλοι, και εμείς, που τα λέμε καθημερινά τόσα χρόνια τώρα, κουβεντιάζουμε γιατί πραγματικά μάς ενδιαφέρει να ανταλλάξουμε απόψεις, ψύχραιμες απόψεις, μπας και ανοίξουν λίγο οι ορίζοντές μας.

Δεν συζητάμε για να βγάλουμε το άχτι μας, για να… ξεχαρμανιάσουμε, αλλά για να κατασταλάξουμε πρώτα οι ίδιοι σε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη, την οποία και πάλι είμαστε έτοιμοι να ανασκευάσουμε, αν ακούσουμε έναν σοβαρό και τεκμηριωμένο αντίλογο.

Μετά από τόσες μέρες, λοιπόν, έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε και να συζητήσουμε λίγο πάνω στον διάλογο που προέκυψε σχετικά με τα… ταξικά διαφοροποιημένα πρόστιμα. Με το να μην πληρώνουμε δηλαδή όλοι το ίδιο για μια τροχαία παράβαση, αλλά αυτό να εξαρτάται από την οικονομική μας επιφάνια.

Πρώτα πρώτα να πούμε ότι αυτό «συμβαίνει και εις Παρισίους», δηλαδή δεν είναι μια έμπνευση της στιγμής, αλλά κάτι που έχει ήδη καθιερωθεί σε πολλές χώρες του κόσμου. Προσοχή, δεν μιλάμε για διαφορετική ποινή σε περίπτωση πρόκλησης δυστυχήματος, απλώς για διαφορετικό ύψος προστίμου.

Οι περισσότεροι στάθηκαν στα τεχνικά ζητήματα του θέματος. Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζει ο τροχονόμος την οικονομική κατάσταση του παραβάτη, ώστε να του επιβάλλει και το ανάλογο πρόστιμο.

Το άλλο πουλάκι:
Αυτό όμως είναι κάτι που λύνεται.

Αν θέλει κανείς να σταθεί στο θέμα, θα μπορούσε να αναρωτηθεί πως είναι δυνατόν να γνωρίζει την… πραγματική οικονομική κατάσταση του παραβάτη. Διότι, φίλοι μου, αυτό είναι ένα τεράστιο θέμα, από το οποίο ξεκινούν πολλά δεινά στη χώρα μας.

Από την εποχή που ήμασταν ακόμη φοιτητές, είχαμε αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος, όταν βλέπαμε γνωστά μας πλουσιόπαιδα, παιδιά ελεύθερων επαγγελματιών με τεράστια περιουσία, να μένουν στις φοιτητικές εστίες, ενώ παιδιά μισθωτών έπρεπε να νοικιάζουν έξω.

Δυστυχώς, ακόμη και μετά από τόσα χρόνια, δεν στάθηκε δυνατόν να υπάρξει μια σωστή βάση δεδομένων, ώστε η φοροδοτική ικανότητα του καθενός να ανταποκρίνεται στοιχειωδώς στα πραγματικά του οικονομικά δεδομένα.

Και όλοι ξέρουμε ότι, όταν ξεκινάς από λάθος βάση, είναι βέβαιο ότι θα καταλήξεις σε λάθος αποτέλεσμα. Λάθος που, στη συγκεκριμένη περίπτωση ταυτίζεται με μια σημαντική κοινωνική αδικία. Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα μας.

Ποιος είναι ο λόγος που οι παραβάτες πληρώνουν πρόστιμα; Υποτίθεται ότι αυτό γίνεται προκειμένου να συμμορφώνονται και να μην διαπράττουν ξανά τις ίδιες παραβάσεις. Ή και αποτρεπτικά, να φοβούνται δηλαδή ότι μια οδηγική «εξυπνάδα» μπορεί να τους βγει ξινή.

Αν πράγματι ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε θα είχε νόημα η κλιμακωτή διαβάθμιση των προστίμων, ανάλογα, ας πούμε, με το ημερομίσθιο του παραβάτη, όπως για παράδειγμα ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Διότι, διαφορετικά θα σκεφτείς την πιθανότητα να σε γράψουν, όταν το πρόστιμο… σε τσούζει. Σκεφθείτε δηλαδή η κλήση για παράνομη στάθμευση να ήταν… μισό ευρώ. Θα σκεφτόσουν ποτέ να ψάξεις για «νόμιμη» θέση;

Δυστυχώς όμως, στη χώρα μας, έχουμε και ένα ακόμη δεδομένο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας. Τα πρόστιμα επιβάλλονται μόνο, το ξαναλέω, μόνο για εισπρακτικούς λόγους. Δεν τους ενδιαφέρει καθόλου η «γνώση και συμμόρφωση». Μακάρι να το ξανακάνεις, για να σε γράψουν πάλι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Από πού φαίνεται αυτό;

Πρώτα πρώτα από το γεγονός ότι σε γράφουν χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος, και όταν είναι βέβαιο ότι την ίδια, ή τέτοιου είδους, παράβαση θα την ξαναέκανες, όπως θα την έκανε και οποιοσδήποτε άλλος οδηγός, εκτός… και αν του έκαναν σήμα από απέναντι ότι υπάρχει μπλόκο της τροχαίας.

Καταλαβαίνετε όλοι πολύ καλά τι εννοώ, διότι είμαι βέβαιος ότι σας έχει τύχει κι εσάς. Έχετε δει, ας πούμε, να υπάρχει έλεγχος όχι σε περιοχές «υψηλού κινδύνου», αλλά εκεί όπου είναι πολύ πιθανόν να γίνει μια παράβαση, ακόμη και ασήμαντη.

Σ’ αυτές δηλαδή που… βολεύει να στηθεί το μπλόκο και να πέσουν εύκολα τα «θύματα» σε παράβαση. Σε μια τεράστια ευθεία, εκτός, ουσιαστικά, κατοικημένης περιοχής, όπου κάποιοι έχουν κτίσει δίπλα στον δρόμο και το όριο ταχύτητα κατεβαίνει -ξαφνικά- στα πενήντα.

Το ότι τα μέτρα έχουν καθαρά εισπρακτικό και όχι αποτρεπτικό χαρακτήρα φαίνεται και από το γεγονός ότι ο έλεγχος των οδηγών είναι καθαρά θέμα τύχης. Μπορεί να παρανομήσεις εκατό φορές και να μην σε δει κανείς, ενώ ο άλλος να έχει την ατυχία να ελεγχθεί τη μία και μοναδική φορά που θα το κάνει.

Όταν όμως το θέμα αφήνεται αποκλειστικά στην τύχη, τότε λειτουργεί η ψυχολογία του «παίκτη», που πιστεύει ότι αυτός δεν πρόκειται να χάσει ποτέ, ή τουλάχιστον να ξαναχάσει στο ίδιο παιχνίδι.

Δεν τελειώσαμε όμως με το θέμα, υπάρχει πολύ ψωμί ακόμη.
Διαβαθμισμένες αδικίες!

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

170221 ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Ακήρυχτος πόλεμος!

Έτσι έχει χαρακτηριστεί αυτό που συμβαίνει ανάμεσα σε διάφορες «ομάδες» και στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς στην Αθήνα, το τελευταίο διάστημα. Σπασμένα ακυρωτικά μηχανήματα, κατεστραμμένες εγκαταστάσεις, καμένα οχήματα…

Βέβαια, ένας πόλεμος έχει απώλειες και από τις δυο πλευρές, όμως εδώ φαίνεται πως κάποιοι απολαμβάνουν ένα είδος ασυλίας, την απροθυμία ή απλώς την ανικανότητα της άλλης πλευράς να επιβάλει τον νόμο.

Οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς του θύματα και τις καταστροφές που προκαλούν ένα είδος άμυνας απέναντι στην επίθεση που δέχονται. Διαβάζω από μια ανακοίνωσή τους:

«Οι ήδη πετσοκομμένοι μισθοί και τα επιδόματα-ψίχουλα, οι απανωτοί φόροι και οι αυξημένες τιμές στα ράφια, η συνολικότερη καταλήστευσή μας σε επίπεδο καθημερινής διαβίωσης, δεν μας επιτρέπει να υποστούμε και "άλλα βάρη", και "άλλες θυσίες"…»

Εννοούν το εισιτήριο για τη μετακίνησή τους με τα ΜΜΜ. Η οποία πρέπει, κατ’ αυτούς, να γίνεται εντελώς δωρεάν. Το ζήτημα δεν είναι νέο. Εμάς μας είχε απασχολήσει πριν από πέντε χρόνια, όταν συζητούσαμε για «κινήματα», όπως το «δεν πληρώνω». 

Τι λέγαμε τότε;
«Ποιος πληρώνει τη νύφη;
Εάν, δηλαδή, συμφωνήσουμε ότι υπάρχει μια νύφη που πρέπει να πληρωθεί. Διαφορετικά κάνουμε το κορόιδο και αλλάζουμε συζήτηση. Ποιος είναι όμως αυτός που πρέπει την πληρώσει;

Θα με ρωτήσετε γιατί ρωτάω. Ρωτάω γιατί το πράγμα έχει παρεξηγηθεί από πολλούς, οι οποίοι “δεν πληρώνουν”, χωρίς όμως τα αναρωτιούνται ποιος, τελικά, πληρώνει.

Ας πάρουμε δυο παραδείγματα. Αυτά των αστικών συγκοινωνιών και των διοδίων. Κι ας ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι όλοι θα επιθυμούσαμε μια κοινωνία, όπου ο πολίτης κυκλοφορεί ελεύθερα και ανέξοδα, είτε χρησιμοποιεί τις συγκοινωνίες, είτε μετακινείται με το αυτοκίνητό του.

Όμως όλοι, επίσης, θα θέλαμε να υπάρχουν και συγκοινωνίες και αυτοκινητόδρομοι και μάλιστα όσο το δυνατόν καλύτερης ποιότητας. Από εδώ αρχίζει το θέμα της πληρωμής της… νύφης που λέγαμε.

Διότι η δημιουργία υποδομών και η συντήρησή τους απαιτεί τεράστια έξοδα που κάπως πρέπει να πληρώνονται. Μέχρι στιγμής έχουν βρεθεί δυο τρόποι και ο συνδυασμός αυτών.

Δηλαδή, είτε να πληρώνονται απ’ ευθείας από το κράτος (να τα πληρώνουν όλοι οι φορολογούμενοι), είτε από όσους τα χρησιμοποιούν (μέσω εισιτηρίων, διοδίων, τελών κυκλοφορίας κ.λπ.), είτε με τον συνδυασμό των δύο αυτών πηγών χρηματοδότησης.

Στον συλλογισμό μας θα πρέπει επίσης να προσθέσουμε την εξής, αυτονόητη μεν αλλά όχι κοινώς αποδεκτή, παρατήρηση. Όσο περισσότερα πληρώνει η μία πηγή, τόσο λιγότερα δίνει η άλλη.

Φτάσαμε, λοιπόν, στο ερώτημα: Τι είναι πιο δίκαιο; Να πληρώσουν για τα μέσα συγκοινωνιών και τους δρόμους εκείνοι που τα χρησιμοποιούν ή όλοι οι φορολογούμενοι;

Δηλαδή, για να το κάνω πιο πρακτικό, το Μετρό της Αθήνας και την Εγνατία οδό είναι σωστό να τα πληρώνει ο κάτοικος της Δράμας, ο οποίος μάλιστα δεν διαθέτει και αυτοκίνητο;»

Το άλλο πουλάκι:
«Δεν είναι τόσο απλό το θέμα», έλεγα εγώ.

«Διότι μπορεί και ο κάτοικος της Αθήνας, ο οποίος μάλιστα δεν έχει παιδιά να σε ρωτήσει “γιατί να πληρώνω εγώ το Μουσικό Σχολείο της Δράμας;” Άρα, σου λέει, ας πληρώνουμε όλοι τους φόρους μας και το κράτος ας κατανέμει τις δαπάνες όπου χρειάζονται.

Ωραίο κι αυτό και δεν θα υπήρχε ίσως κανένα πρόβλημα, αν πράγματι όλοι πληρώναμε τους φόρους μας. Και μάλιστα αν το φορολογικό σύστημα ήταν τόσο δίκαιο, που ο καθένας πλήρωνε ανάλογα με τα εισοδήματά του.

Τότε θα μπορούσαμε να λέμε όλοι “δεν πληρώνω”, εννοώντας πως οι φόροι θα μπορούν να αυξάνονται τόσο, ώστε να κυκλοφορούμε ή να εξυπηρετούμαστε παντού εντελώς “δωρεάν”.

Γιατί, με το “δεν πληρώνω” προκύπτουν και άλλα θέματα. Εσύ δεν πληρώνεις στο αστικό. Ο άλλος δεν πληρώνει στα διόδια. Εγώ δεν θέλω να πληρώνω… –κάτι θα σκεφτώ. Ο κάτοικος της Θάσου δεν θέλει να πληρώνει το καράβι. […] Και πάει λέγοντας.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, έχουμε ως κοινωνία επιλέξει ένα μεικτό σύστημα πληρωμής της… νύφης. Ας πούμε, δίνουμε όλοι δημοτικά τέλη, αλλά πληρώνουμε και το νερό, ανάλογα με την κατανάλωση που κάνουμε. Αυτό θεωρείται πιο δίκαιο και πιο… οικονομικό.

Διότι, αν τα πάντα πληρώνονταν μόνο από τους φόρους ή τα δημοτικά τέλη, ποιος θα με εμπόδιζε να αφήνω όλα τα φώτα αναμμένα μέρα νύχτα, ή να πλένω το αυτοκίνητό μου με το λάστιχο πρωί βράδυ;

Όποιος χρησιμοποιεί, [να] πληρώνει!
Αυτή είναι μια δίκαιη αντιμετώπιση κι έτσι θα έπρεπε να το δούμε. Αυτός που χρησιμοποιεί τις συγκοινωνίες να πληρώνει το εισιτήριό του, ο άλλος του χρησιμοποιεί τους δρόμους να πληρώνει τέλη και διόδια, όπως ακριβώς πληρώνουμε για το νερό, το ρεύμα και τη θέρμανση του σπιτιού μας».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εγώ προέβλεψα και το μέλλον!

Το «δεν πληρώνω», έλεγα, «εκτός τού ότι μεταφέρει τα βάρη στους άλλους, καλλιεργεί και ένα νέο ήθος, έναν νέο τρόπο συμπεριφοράς που πιθανότατα να οδηγήσει σε μελλοντικές περιπέτειες.

Πότε; Όταν ο καθένας θα αποφασίζει μόνος του ποια από τις δημόσιες υπηρεσίες και παροχές θα πληρώνει και ποια όχι. Και τότε θα τρέχουμε όλοι!»

Οι μελλοντικές περιπέτειες είναι εδώ!
Τις βλέπουμε στο πεδίο μάχης των ΜΜΜ της Αθήνας. Πολλά από τα «παιδιά» που μάχονται (με το μυαλό τους) εκεί ήταν πριν από τέσσερα πέντε χρόνια πραγματικά παιδιά. Που γοητεύτηκαν από τις «ιδέες» και τους «αγώνες» των… «δεν πληρώνω».

Και τώρα την πληρώνουμε όλοι μαζί!

 Το μπάχαλο μέσα μας!