ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

190709 ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Καλό καλοκαίρι!

Αυτό ήταν το μήνυμα που λάβαμε εμείς από την κάλπη. Κατά τα άλλα; Δεν θυμόμαστε άλλη εκλογική αναμέτρηση που να ήταν όλοι ευχαριστημένοι, δηλαδή νικητές. Όλοι εκείνοι που μπήκαν στη Βουλή, εννοείται.

Διότι όσοι έμειναν απ’ έξω έχουν λόγους να θεωρούν πως τους αδίκησε το εκλογικό σώμα –και το εκλογικό σύστημα, φυσικά. Και θα ήθελα, στο σημείο αυτό, να κάνω μια υπενθύμιση, με βάση κάτι που παρατήρησα τη βραδιά των αποτελεσμάτων.

Όλοι, μα όλοι, πανηγύρισαν –και καλά έκαναν- το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή έμεινε εκτός κοινοβουλίου. Δεν άκουσα κανέναν να τονίζει ότι αυτό οφείλεται (εκτός από το ποσοστό που έλαβε) και στο ότι δεν ισχύει (ακόμη) η απλή αναλογική.

Ας το σκεφτούν σοβαρά, όταν και αν θα ξανασυζητηθεί ο εκλογικός νόμος. Διότι είναι και κάποιου τύπου υποκρισία να λες ότι θέλεις και το ένα και το άλλο. Και απλή αναλογική και τη Χρυσή Αυγή εκτός.

Σκεφθείτε λίγο πώς θα ήταν ο χάρτης των εδρών, αν είχαμε τώρα απλή αναλογική. Δεν είναι δύσκολο. Πολύ χοντρικά, πάρτε το ποσοστό τού καθενός και πολλαπλασιάστε το με το 3 για να δείτε πόσους βουλευτές θα έβγαζε.

Η Νέα Δημοκρατία θα είχε 120 έδρες, ο ΣΥΡΙΖΑ 94, το ΚΙΝΑΛ 27 και τα άλλα κόμματα που μπήκαν στη βουλή θα έπαιρναν όσες πήραν και τώρα. Οι υπόλοιπες έδρες θα πήγαιναν στα κόμματα που έμειναν εκτός.

Θα έμπαιναν δηλαδή στη βουλή άλλα έξι κόμματα, με πρώτη και καλύτερη τη Χρυσή Αυγή, τα οποία θα είχαν από έναν μέχρι εννέα βουλευτές. Και άντε μετά να βγάλεις άκρη με όλους αυτούς, για να κυβερνηθεί ο τόπος.

Και μην μου πείτε για την «κουλτούρα συνεργασίας» που θα καλλιεργούνταν με αυτόν τον τρόπο, διότι την είδαμε την κουλτούρα αυτή στην προηγούμενη βουλή και θα την απολαύσουμε σε όλο της το μεγαλείο στους Δήμους.

Παίρνουμε, λοιπόν, το μήνυμά μας και την κάνουμε για πιο θερινούς ρυθμούς, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον καθένα. Για εμάς σημαίνει φυγή από την καθημερινότητα, αλλαγή παραστάσεων και ενδιαφερόντων.

Το άλλο πουλάκι:
Όλοι νικητές!

Ναι, γιατί ο καθένας έβαλε τον πήχη σε διαφορετικό ύψος, ανάλογα με τα προσόντα και τις δυνατότητές του. Πώς είναι οι μαθητές που όλοι γράφουν καλά και περνούν στο τέλος σε κάποιο πανεπιστήμιο;

Οι μόνοι που «αποτυγχάνουν» είναι όσοι έχουν θέσει πολύ υψηλούς στόχους και δεν καταφέρνουν να τους φτάσουν. Όμως οι πολιτικοί δεν είναι μαθητές Λυκείου, ξέρουν πώς να μην διαψεύδονται.

Αποτυγχάνουν επίσης και κάτι τελείως χαβαλέδες, οι οποίοι κατεβαίνουν στις εξετάσεις και στις εκλογές από διαστροφή, για να ταλαιπωρούνται οι ίδιοι και να ταλαιπωρούν τους αξιολογητές, εκείνους που θα τους κρίνουν.

Ας τους αφήσουμε όμως όλους αυτούς και ας έρθουμε στο κυρίως σώμα των ψηφοφόρων, οι οποίοι, κατά την άποψή μας, ήταν χωρισμένοι σε δυο μεγάλες ομάδες. Που είχαν, όπως θα δείτε, έναν παρόμοιο τρόπο σκέψης.

Οι ψηφοφόροι αυτοί, είτε από τη μια πλευρά, είτε από την άλλη, βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, αφού πήγαν στις κάλπες με αρνητική διάθεση και με μισή καρδιά. Εκεί έκαναν ό,τι τους φώτισε ο Θεός.

Ο κύριος όγκος αυτών των ψηφοφόρων ήθελε μια «πολιτική αλλαγή». Ήθελε, δηλαδή να πάμε σε έναν διαφορετικό τρόπο από αυτόν με τον οποίο κυβερνήθηκε η χώρα τα τελευταία τέσσερα (και μισό) χρόνια.

Από το σημείο αυτό όμως άρχιζαν και τα δύσκολα. Διότι υπήρχε, ας πούμε μια ομάδα που έλεγε «θέλω να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ, θέλω να μειωθεί η εκλογική του δύναμη, αλλά εγώ δεξιά δεν ψηφίζω με τίποτα».

Τι εναλλακτικές διεξόδους είχαν και πόσοι τις ακολούθησαν; Το δείχνει το εκλογικό αποτέλεσμα και θα το δείξουν και οι ποιοτικές αναλύσεις που θα ακολουθήσουν. Υπήρχε όμως και μια δεύτερη ομάδα.

Αυτή ήταν πιο αποφασισμένοι: «Προκειμένου να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ, ψηφίζω και δεξιά, πράγμα που δεν έκανα ποτέ στη ζωή μου». Φαίνεται πως δεν ήταν λίγοι που αποφάσισαν και έκαναν το βήμα.

Βεβαίως, για να διευκολυνθεί η μετάβαση (το τρανζίσιον, που λένε και στον αθλητισμό) προσπάθησαν να πείσουν τον εαυτό τους πως αυτή η δεξιά είναι άλλη, της «λογικής», της «κανονικότητας», ή πως δεν υφίσταται πλέον το σχήμα αριστερά δεξιά.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπήρξαν, βέβαια, και οι άλλοι.

Εκείνοι που σκέφτηκαν «μπορεί να μην μου καλοαρέσει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά, προκειμένου να μην έρθει η δεξιά, θα κλείσω τα μάτια (και τα αφτιά, και τη μύτη…) και θα τον ψηφίσω». Αυτοί μάλλον την έψαξαν και λίγο διαφορετικά.

Προσπάθησαν να βρουν «διαφορετικές φωνές» μέσα στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ και να τις επιλέξουν (αλλά και να τις στηρίξουν προεκλογικά), έτσι ώστε να δώσουν καλύτερα το μήνυμα που ήθελαν.

Δεν ήταν καθόλου κακή σκέψη. Φαντάζομαι πως μέσα από μια τέτοια διαδικασία εξελέγη και ο «δικός μας» Θεόφιλος Ξανθόπουλος. Ναι, «δικός μας». Σκεφθείτε μόνο ότι του είχαμε παραχωρήσει τη θέση μας στην τελευταία σελίδα των ΧΡΟΝΙΚΩΝ.

Αστειεύομαι. Πάντως είναι γεγονός ότι υποψήφιοι όπως ο Θεόφιλος, όχι μόνο συγκράτησαν ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ που διαφορετικά θα αναζητούσαν αλλού την τύχη τους, αλλά έφεραν στην κάλπη του και νέους. Του ευχόμαστε τα καλύτερα.

Και μ’ αυτές τις σκέψεις σάς αποχαιρετούμε, αφού κάπου εδώ ολοκληρώθηκε η εικοστή, ναι η εικοστή, περίοδος που ήμασταν καθημερινά μαζί, στα εύκολα και στα δύσκολα.

Κάτι τελειώνει, κάτι άλλο ξεκινά, ποιος ξέρει τι θα μας φέρει αυτό το όμορφο παραμύθι που λέγεται (πολιτική) Ζωή!
 Πάμε για άλλα!

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

190704 ΞΕΝΕΡΩΤΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Δεν μου αρέσουν αυτές οι εκλογές.

Μου θυμίζουν λίγο τους αγώνες του «Κόπα Αμέρικα», που μαθαίνουμε το αποτέλεσμα και το σκορ ενός παιχνιδιού που έγινε αργά τη νύχτα, και την άλλη μέρα στηνόμαστε (που δεν στηνόμαστε) να το δούμε στις τηλεοράσεις.

Ποιο το ενδιαφέρον μιας εκλογικής αναμέτρησης, όταν όλοι ξέρουν ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Θα μου πείτε αυτό, σε έναν βαθμό, συνέβαινε και άλλες φορές, ιδίως μετά την εμφάνιση των δημοσκοπήσεων.

Ναι, αλλά είδατε πώς το είπαμε; Σε έναν βαθμό. Αυτό το πράγμα, με την «επίσημη δημοσκόπηση», όπως χαρακτήρισε τις ευρωεκλογές, έναν μήνα πριν, ο ίδιος ο πρωθυπουργός, πρώτη φορά συμβαίνει.

Λογικό είναι, δοθέντων και όλων των υπολοίπων συνθηκών, να πει ο άλλος «και γιατί να πάω να ψηφίσω;» και να αφήσει τους υπόλοιπους, εμάς δηλαδή, να διαμορφώσουμε το ακριβές τελικό αποτέλεσμα.

Ποιες όμως είναι οι υπόλοιπες συνθήκες; Πρώτα το καλοκαίρι. Δεν έχουν ξαναγίνει, απ’ όσο τουλάχιστον θυμάμαι εγώ, εκλογές μέσα στην περίοδο που πολύ εύστοχα χαρακτηρίστηκε ως εκείνη κατά την οποία γίνονται «τα μπάνια του λαού».

Ο άλλος έχει άδεια. Έχει προγραμματίσει τις διακοπές του, έκλεισε μεταφορικά μέσα, τόπο διαμονής, μέχρι και ξαπλώστρα, και θα τα ακυρώσει όλα για να πάει να ψηφίσει, και μάλιστα στις συγκεκριμένες εκλογές;

Έπειτα είναι η θερινή περίοδος που έχει ξεκινήσει για όλα εκείνα τα μέρη της χώρας που περιμένουν να ζήσουν από τον τουρισμό. Ξέρετε, για παράδειγμα, πόσοι μετακινούνται κάθε τέτοια εποχή σε άλλες περιοχές;

Είτε επειδή έχουν επιχειρήσεις εκεί οι ίδιοι, είτε για να εργαστούν ως εποχιακοί σε επιχειρήσεις άλλων, χιλιάδες Έλληνες μεταναστεύουν σε τουριστικές περιοχές, όπου δεν ισχύουν όχι άδειες, ούτε αργίες.

Με ποιο τρόπο, ακόμη και να το θελήσουν όλοι αυτοί, θα μπορέσουν να απουσιάσουν από τις δουλειές τους, προκειμένου να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα; Στο κάτω κάτω έστειλαν το μήνυμά τους πολύ πρόσφατα.

Μια άλλη περίπτωση είναι όλοι εκείνοι που λογαριάζουν πολύ σοβαρά τα έξοδα της μετακίνησης, προκειμένου να μεταβούν στα μέρη όπου ψηφίζουν. Με δεδομένο ότι θα χρειαστούν χρήματα και για τη μετακίνηση των διακοπών.

Ε, αν πρόκειται να διαλέξεις μεταξύ των δύο περιπτώσεων για να ξοδέψεις σε βενζίνες και διόδια (ναι, αυτά που ήταν να καταργούνταν) πόσοι λέτε εσείς θα προτιμήσουν να το κάνουν, δείχνοντας την ευαισθησία τους ως πολίτες;

Το άλλο πουλάκι:
Συν τους εκ πεποιθήσεως!

Δηλαδή όλους εκείνους που ποτέ ή σπανίως μπαίνουν στη διαδικασία να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα. (Πολλοί από τους οποίους όμως, για να μην κάνουμε και στατιστικά λάθη, βρίσκονται στις προηγούμενες περιπτώσεις.)

Οι έρευνες δείχνουν ότι οι περισσότεροι από όσους δηλώνουν ότι δεν θα πάνε να ψηφίσουν (ή ότι σκέφτονται να μην πάνε) είναι νέοι άνθρωποι. Αν μας λέει κάτι ΚΑΙ αυτό, για τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουμε τα παιδιά μας.

Διότι η ανευθυνότητα μέσα στην οποία τα αναθρέφουμε, δηλαδή το να μην αναλαμβάνουν ευθύνες, ούτε καν τις συνέπειες των πράξεών τους, παρά να περιμένουν οι άλλοι να αποφασίσουν γι’ αυτά, έχει πολλά επακόλουθα.

Ας μην απορούμε, λοιπόν, που τώρα δεν τους ενδιαφέρει να… πάρουν θέση, να επιλέξουν με την ψήφο τους ακόμη και εκείνο που θεωρούν λιγότερο κακό, και όχι να αφήσουν τις τύχες του τόπου στην κρίση άλλων.

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω, οι εκλογές αυτές έχουν πράγματι κάτι το καθόλου ελκυστικό, ακόμη και για εμάς που δεν διανοούμαστε να μην ψηφίσουμε, έστω κι αν θα υποχρεωθούμε να διανύσουμε εκατοντάδες χιλιόμετρα για να το πράξουμε.

Αφού ο νικητής θεωρείται δεδομένος από όλους, το ενδιαφέρον περιορίζεται στο να δούμε τι θα κάνουν οι άλλοι. Και μάλιστα όχι οι θεωρούμενοι πρωταγωνιστές, αλλά τα περίφημα αουτσάιντερ, όπως ο Βαρουφάκης και ο Βελόπουλος.

Από το πώς θα πάνε αυτοί οι δύο, λένε οι ειδικοί, κρίνεται η αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας και ο αριθμός των βουλευτών που θα έχει το καθένα από τα υπόλοιπα κόμματα στη νέα Βουλή που θα προκύψει.

Ο Γιάνης (με ένα νι, πάντα) Βαρουφάκης και ο Κυριάκος Βελόπουλος. Δεν είμαστε για γέλια και για κλάματα; Που είναι να απορείς όχι μόνο που υπάρχουν άνθρωποι που θα τους ψηφίσουν, αλλά και κάποιοι που κατεβαίνουν μαζί τους ως υποψήφιοι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δηλαδή, τι περιμένουν;

Δεν τους αρέσει κανένα από τα υπόλοιπα, «συστημικά» κόμματα (μέσα, τώρα πια, και ο ΣΥΡΙΖΑ) που κατέστρεψαν τη χώρα και θέλουν να τα τιμωρήσουν; Ωραία, γιατί δεν ψάχνουν να βρουν, τουλάχιστον, κάποιο… λιγότερο γελοίο.

Δηλαδή περιμένουν από τον Βαρουφάκη ή/και τον Βελόπουλο να μπουν στη βουλή και με τις θέσεις και τις προτάσεις τους να συμβάλουν ώστε η χώρα να μπει σε έναν δρόμο σύνεσης, σοβαρότητας και υπεύθυνης λειτουργίας;

Από την άλλη, βεβαίως, υπάρχουν και οι πιστοί τής… ομοιοπαθητικής! Αφήστε τους, λένε, να εκπροσωπηθούν στη βουλή, όπου θα χρειαστεί να πάρουν θέση σε υπαρκτά προβλήματα και έτσι θα απομυθοποιηθούν.

Με συγχωρείτε, αλλά αυτό δεν το θεωρώ υπεύθυνη πολιτική στάση. Αν είναι να βγάζουμε ένα ένα όλα τα νούμερα στο κλαρί, προκειμένου να πειστούν, εκείνοι που δεν έχουν πειστεί ακόμη, ότι πρόκειται για φαιδρά πρόσωπα, τότε δεν κάνουμε δουλειά.

Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι «η πολιτική είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στους πολιτικούς», δεν σημαίνει πως μπορούμε να επιλέγουμε τις χειρότερες των περιπτώσεων, εξευτελίζοντας εαυτούς και αλλήλους.
 Άντε, να δούμε και τις… διακοπές μας!

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

190626 ΚΑΡΙΕΡΙΣΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πολιτική και ΜΜΕ.

Παρακολουθήσαμε την προηγούμενη εβδομάδα στην αυλή του κτηρίου «Κυριάκος Δοματζόγλου», δύο εξαιρετικές ταινίες που μας έρχονται από παλιά είναι όμως τρομερά επίκαιρες. Όσο επίκαιρη είναι η πολιτική.

Να πούμε εδώ ότι αυτές οι καλοκαιρινές (που λέει ο λόγος, μέχρι στιγμής) προβολές που κάνει η Οικολογική Κίνηση είναι μια «όαση» στα μεγάλα καλοκαιρινά βράδια όσων μένουν στην πόλη από επιλογή ή όχι.

Μας αρέσει που κινούνται στο παλιό πνεύμα του θερινού σινεμά, όπου προβάλλονταν ταινίες περασμένων εποχών, πάντα αξιόλογες, τις οποίες μπορεί να έχουμε δει, τις ξαναβλέπεις όμως ευχαρίστως κάτω από τα άστρα.

Όσο για τις νεότερες παραγωγές, αυτές μπορούν να περιμένουν τη σειρά τους, να… παλιώσουν, κάποιες να γίνουν κλασικές, και, αν είμαστε γεροί και η Οικολογική Κίνηση έχει ζωή, να τις απολαύσουμε μετά από χρόνια.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, παρακολουθήσαμε τις ταινίες «ο κύριος Σμιθ πάει στην Ουάσιγκτον» (1939) και «πολίτης Κέιν» (1941), ταινίες ενταγμένες στο αφιέρωμα «πολιτική και εκλογές στη μεγάλη οθόνη».

Και στις δύο κυριαρχεί η σχέση της πολιτικής με τα εκδοτικά συμφέροντα και ο ρόλος που μπορούν να παίξουν αυτά στην άνοδο και την πτώση όχι μόνο πολιτικών προσώπων, αλλά και ολόκληρων «ιδεολογιών».

Στον «κύριο Σμιθ…» ήταν εντυπωσιακός επίσης ο τρόπος με τον οποίο ο νεαρός αθώος, επαρχιώτης πολιτικός προσεγγίζει τους χώρους στους οποίους έζησαν και έδρασαν οι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες της χώρας του.

Το δέος και η συγκίνηση που αισθανόταν μπροστά στα αγάλματά τους, διαβάζοντας τα λόγια τους ή βλέποντας τα έδρανα όπου καθόταν, σε ένα από τα οποία θα καθίσει και ο ίδιος. Και λες έτσι θα έπρεπε να είναι.

Πόσοι, ας πούμε, από τους νέους, συχνά όχι αφελείς αλλά θρασύτατους βουλευτές μας, έχουν συναίσθηση του χώρου στον οποίο βρίσκονται και του βήματος από το οποίο καλούνται να αγορεύσουν;

Πόσοι γνωρίζουν ποιοι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες (και ποιες γυναίκες) έχουν μιλήσει πριν από αυτούς εκεί και τι σημαντικότατες συζητήσεις έχουν διεξαχθεί, συζητήσεις που έκριναν την πορεία αυτής της χώρας;

Το άλλο πουλάκι:
Τέλος πάντων.

Δεν μπορούν να έχουν όλοι την αίσθηση του χώρου στον οποίο βρίσκονται και της Ιστορίας του, όπως είχε ο Κολοκοτρώνης (ποιος; ο Κολοκοτρώνης!) κατά την περίφημη εκείνη ομιλία του στην Πνύκα.

Λέμε κρίμα και προχωράμε στη σχέση της πολιτικής με τα ΜΜΕ, καθώς και στην κουβέντα που ξεκίνησε για τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό δημοσιογράφων που βρίσκονται στα ψηφοδέλτια των κομμάτων, αυτές τις εκλογές.

Αυτό συνέβαινε και παλαιότερα, λένε κάποιοι, και μάλιστα ο Παύλος Τσίμας στα ΝΕΑ μάς θύμισε ότι ακόμη και ο Τσόρτσιλ (όπως και πολλοί άλλοι σημαντικοί πολιτικοί) ξεκίνησαν ως δημοσιογράφοι ή σχολιαστές σε εφημερίδες.

Δεν είναι το ίδιο. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι ο δημοσιογράφος σήμερα δεν είναι εκείνος που ήταν παλαιότερα, κυρίως επειδή έχει αλλάξει η φύση των Μέσων Ενημέρωσης. Στις εφημερίδες ελάχιστοι σε γνωρίζουν.

Μπορεί να είναι χιλιάδες εκείνοι που σε διαβάζουν, που παρακολουθούν τη σκέψη και τις ιδέες σου, όμως πολύ λίγοι ξέρουν πώς είσαι… στο πρόσωπο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για έναν δημοσιογράφο που πάει για πολιτικός.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συντριπτική πλειονότητα των δημοσιογράφων που κατεβαίνουν ως υποψήφιοι σε κόμματα είναι άνθρωποι της τηλεόρασης ή/και του ραδιοφώνου, όπου ο δημοσιογραφικός λόγος δεν περνά από την βάσανο του γραπτού κειμένου.

Κάποτε διδάσκονταν στα σχολεία κείμενα από εφημερίδες, κάποτε, για να φτάσεις να δεις δημοσιευμένο ένα κείμενό σου έπρεπε να θητεύσεις για χρόνια γράφοντας… τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία.

Σήμερα παίρνεις ένα μικρόφωνο και, αν σε βοηθάει και η εμφάνισή σου, αν έχεις και άλλες άκρες, βρίσκεις δουλειά σε κάποιο από τα τόσα ηλεκτρονικά, όπως τα λένε, ΜΜΕ. Μπορεί να μη χρειαστεί να γράψεις μια λέξη!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και πας και για βουλευτής.

Πράγμα που σημαίνει ότι έχεις σχέσεις στενότερες με κάποιο κόμμα ή/και με τον αρχηγό του, κάτι που παλαιότερα θεωρείτο πολύ κακό, για κάποιον δημοσιογράφο που ήθελε να τον παίρνουν στα σοβαρά.

«Οι οικονομικά και πολιτικά ισχυροί μπορεί να επιδιώκουν επαφές με κάποιον δημοσιογράφο, για να θεωρείται όμως καλός πρέπει να τον φοβούνται, όχι να έχουν φιλίες μαζί του», έλεγαν και είχαν δίκιο.

Βεβαίως, ο δημοσιογράφος μπορεί να έχει πολιτική άποψη και μάλιστα, έχουμε πει πολλές φορές ότι είναι προτιμότερο αυτή να είναι ξεκάθαρη. Αυτό όμως είναι άλλο και άλλο το να υπηρετεί αρχές και θέσεις κάποιου κόμματος.

Κάτι που το βλέπουμε ολοένα και πιο συχνά στις μέρες μας. Δημοσιογράφοι να είναι… βασιλικότεροι του βασιλέως και να αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για το κόμμα το οποίο –δεν είναι υπερβολή- υπηρετούν.

Για να φτάσουν μια μέρα να κατέβουν και υποψήφιοι μαζί του. Ακυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα μεγάλο μέρος της προηγούμενης δουλειάς τους. Και υποθηκεύοντας τη μελλοντική, αν επιστρέψουν ποτέ στη δημοσιογραφία.

Διότι ποιος θα πάρει στα σοβαρά, εκτός από τους ομοϊδεάτες ενταγμένους στο κόμμα, εννοείται, έναν δημοσιογράφο που πάει και γίνεται, αν τον ψηφίσουν οι πολίτες, βουλευτής; Πώς θα κρίνει αυτός την εξουσία;

Από την άλλη είναι πολλοί κι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι τέτοιοι δημοσιογράφοι είναι καλό να την κάνουν από το επάγγελμα, γιατί έτσι αυτό καθαρίζει κάπως. Κι ας πηγαίνουν να δοκιμαστούν εκεί που πραγματικά ανήκουν.
 Στο καλό και να… μη μας γράφετε!

Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

190621 ΟΜΙΛΗΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Το παιδί μίλησε!»

Πόσοι από εσάς θυμόσαστε την παλιά εκείνη διαφήμιση που βλέπαμε στις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις μας; Συγκρίνοντας την εποχή εκείνη με το σήμερα, αναρωτιέται κανείς πόσο αθώα ήταν τα χρόνια που ζήσαμε.

Ή μήπως ήμασταν εμείς πολύ αθώοι; Τέλος πάντων. Επειδή βλέπω ότι πολλοί θυμήθηκαν (ή κάνουν ότι θυμήθηκαν) τη διαφήμιση, θα σας κάνω ένα τεστ επαλήθευσης, ρωτώντας όπως κι εκείνη: «Και τι είπε;»

Εδώ σας θέλω! Είπε… «ΠΡΟ-ΠΟ», για να γυρίσουμε εξήντα χρόνια περίπου πίσω, όταν Μάρτιο του 1959 κυκλοφορούσε το πρώτο δελτίο, με δώδεκα αγώνες, δέκα με ελληνικές και δύο με ιταλικές ομάδες.

Όχι, εκείνο το δελτίο δεν το θυμάμαι· το βρήκα στο διαδίκτυο. Ανάμεσα μάλιστα στις αναμετρήσεις που επέλεξε ο ΟΠΑΠ και θα προβλημάτιζαν τον «παίκτη» ήταν και ο αγώνας Παναιγιάλειος-Δόξα Δράμας.

Μπορείτε να φανταστείτε με ποιον τρόπο εξαπλώθηκε η μόδα, και στη συνέχεια η μανία, με το ΠΡΟ-ΠΟ. Μεταξύ άλλων και μέσα από πολλές «μαύρες» διαφημίσεις, που τις βλέπουμε ακόμη και σήμερα σε κινηματογραφικές ταινίες της εποχής.

Στο γαλατάδικο, για παράδειγμα, του Κώστα Χατζηχρήστου, στο (λαός και) Κολωνάκι, μπορούσε κανείς όχι μόνο να αγοράσει φρέσκα γαλακτοκομικά προϊόντα, (βερεσέ, και να τον φεσώσει αναλόγως) αλλά να συμπληρώσει και ένα δελτίο ΠΡΟ-ΠΟ.

Ή την Σαπφώ Νοταρά να λέει με την χαρακτηριστική φωνή της «δύο ΠΡΟ-ΠΟ να καταλήγουν στο δεκατρία». Και στην ερώτηση του πράκτορα «θέλετε να γεμίσετε δυο δελτία, μαντάμ;» να απαντά «θέλω να γεμίσω λεφτά»!

Η διαφήμιση με το παιδί που μίλησε και είπε ΠΡΟ-ΠΟ μάς ήρθε πολύ αργότερα, και την θυμηθήκαμε παίρνοντας αφορμή από την επικαιρότητα των ημερών. Μαζί όμως θυμηθήκαμε και ένα ανέκδοτο:

Μια οικογένεια είχε δυο δίδυμα, από τα οποία, καθώς περνούσαν τα χρόνια, το ένα άρχισε να μιλάει κανονικά, το άλλο όμως όχι. Δεν έλεγε κουβέντα. Η μητέρα του, πολύ μοντέρνα, απευθύνθηκε στο φέισμπουκ στις «ελληνίδες μανούλες».

Ανάμεσα στις πολλές παρηγοριές που έλαβε, και τα άλλα τόσα γιατροσόφια, ξεχώρισε μια συμβουλή που σκέφτηκε να την υλοποιήσει αμέσως. «Θα σηκώσεις το παιδί μεσάνυχτα και θα πας να το βουτήξεις στην Αγία Βαρβάρα».

Πράγματι, η μητέρα σηκώνει το παιδί και, μισοκοιμισμένο, το παίρνει αγκαλιά, φτάνει στην Αγία Βαρβάρα, και το ρίχνει στα κρύα νερά. «Ααα, μαμά είσαι ηλίθια», φωνάζει το παιδί και η μητέρα, τρελή από την χαρά της, σπεύδει να το πει σε όλους.

Κάνει αμέσως κοινοποίηση στις «ελληνίδες μανούλες», για να εισπράξει στη στιγμή εκατοντάδες «λάικ». Παίρνει το τηλέφωνο, πρώτα, και το παιδί, ύστερα, και τρέχει στο σπίτι, όπου την περιμένει ο σύζυγος.

«Γιώργο, το γιατρικό έπιασε, το παιδί μίλησε».
«Αλήθεια; Και τι είπε;»
«Είπε, μαμά είσαι ηλίθια».
«Και πολύ καλά σου είπε, αφού πήρες το παιδί που μιλάει».

Το άλλο πουλάκι:
Το παιδί θα μιλήσει!

Αυτό είναι το γεγονός των ημερών, που μας έφερε στη σκέψη όλα τα παραπάνω. Όχι μόνον επειδή θα μιλήσει –αυτό τουλάχιστον περιμένουμε όλοι- αλλά επειδή πρόκειται και για το συγκεκριμένο «παιδί».

Καταλάβατε, φαντάζομαι, ότι αναφέρομαι στον Κώστα Καραμανλή, ο οποίος, σύμφωνα με την ειδησεογραφία, «πρόκειται να σπάσει την σιωπή του, ύστερα από δέκα χρόνια». Σας διαβάζω, για να μην μεταφέρω ανακρίβειες:

«Την Τετάρτη, 26 Ιουνίου, ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής θα βρεθεί στη Θεσσαλονίκη ενόψει της παρουσίασης από την Διοικούσα Επιτροπή των υποψήφιων βουλευτών του κόμματος στην Α΄ και Β΄ ομώνυμη εκλογική Περιφέρεια, σε ειδική εκδήλωση στο Βελλίδειο Συνεδριακό Κέντρο. 

Κατά τις πληροφορίες, ο Κώστας Καραμανλής, για πρώτη φορά, θα ανέβει στο βήμα και θα κάνει δημόσια παρέμβαση με ομιλία, απευθύνοντας κάλεσμα στήριξης για τις εκλογές τής 7ης Ιουλίου. 

Στις προηγούμενες προεκλογικές αναμετρήσεις, περιοριζόταν είτε σε γραπτή δήλωση στήριξης, είτε σε δήλωση σε τηλεοπτικά κανάλια. Ο πρώην πρωθυπουργός αναμένεται να μιλήσει και να ζητήσει από τους πολίτες να στηρίξουν τη Νέα Δημοκρατία, τονίζοντας πως είναι ανάγκη να υπάρξει μια ισχυρή κυβέρνηση μετά τις εθνικές εκλογές». 

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το φαντάζεστε;

Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είναι ο Έλληνας που έβγαλε τα πιο ξεκούραστα λεφτά, τα τελευταία χρόνια. Είναι (τον κάνανε κάποιοι) βουλευτής και δεν έχει βγάλει μιλιά, να πάρει θέση για κάποιο από τα θέματα που απασχολούν τον τόπο.

Μου αρέσει που υπάρχουν πολίτες οι οποίοι θεωρούν τους εαυτούς τους «καραμανλικούς» και εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός αποτελεί μια εφεδρεία, την πιο χρυσή εφεδρεία της χώρας. 

Υποτίθεται ότι οι εφεδρείες υπάρχουν για να χρησιμοποιούνται όταν η κατάσταση χειροτερεύει, όταν εκείνοι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή δεν επαρκούν για να αποτρέψουν τον κίνδυνο και… να γυρίσουν το ματς.

Εδώ όμως έχουμε μια «χρυσή» εφεδρεία, η οποία περιμένει να καθαρίσει ο αγώνας για να ριχτεί στη μάχη. Να γίνει η θάλασσα γιαούρτι, για να πιάσει κι αυτός το κουτάλι και να δώσει τη δική του μάχη.

Τι να πεις; Σ’ αυτόν τον τόπο υπάρχουν πολλοί που έκαναν καριέρα με το όνομά τους. Πιστεύω ότι η συγκεκριμένη περίπτωση είναι η πιο κραυγαλέα, και όχι μόνο γιατί δεν ήταν απευθείας απόγονος -μιλάμε για ανιψιό.

Είναι η πιο κραυγαλέα επειδή όσο ανίκανος αποδείχθηκε, τόσο περισσότερο ορκισμένοι είναι οι θαυμαστές και οι ακόλουθοί του, οι οποίοι εξακολουθούν να τον κρατούν στην επικαιρότητα, χωρίς ο ίδιος να κουνήσει το δαχτυλάκι του.

Και μόνο να σκεφτείς ότι γίνεται είδηση το γεγονός πως ΘΑ μιλήσει σε μια εβδομάδα…
 Δεν τον λες και φαφλατά!

Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

190614 ΑΣΩΤΟΙ


Το ένα πουλάκι:
Δεν έχουμε ίδια «δικαιώματα»!

Μπορεί αυτό να ακούγεται παράδοξο ή αιρετικό, αφού ζούμε σε δημοκρατικό πολίτευμα, όμως ξέρετε πολύ καλά ότι και σ’ αυτό υπάρχουν διαφοροποιήσεις ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών.

Μη φοβόσαστε, δεν έχω καμιά διάθεση να κάνω Αγωγή του Πολίτη και μάλιστα σε ανθρώπους που, μέσα από τη μακροχρόνια καθημερινή μας σχέση, έχω διαπιστώσει ότι κάποια πράγματα τα κατέχουν πολύ καλύτερα από εμένα.

Θέλω απλώς να επισημάνω μια λεπτομέρεια που βλέπω ότι διαφεύγει από κάποιους. Ξεκινώ, λοιπόν, με το θεμελιώδες ερώτημα που μπορεί να εκληφθεί και ως ρητορικό: Έχουμε δικαίωμα να αλλάζουμε απόψεις;

Φυσικά και μάλιστα αυτό είναι μια λειτουργία απαραίτητη για τη… λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Διότι αυτός υποτίθεται πως είναι και ο λόγος που υπάρχει ο διάλογος, η κατάθεση και αντιπαράθεση απόψεων.

Αν είναι να κουβεντιάζουμε, να μαλώνουμε και ο καθένας στο τέλος να παραμένει αμετακίνητος από την αρχική του θέση, τότε καλύτερα να μην μιλάμε καθόλου. Υπάρχει όμως, ξέρετε, και αυτό το φαινόμενο.

Ένα είδος οπαδοποίησης (συγχωρήστε μου τον όρο) των πολιτών, οι οποίοι βλέπουν ότι ο άλλος έχει περισσότερα επιχειρήματα, πολλές φορές μπορεί να συμφωνούν και ότι έχει δίκιο, όμως δεν λένε να συνταχθούν με την άποψή του.

Εξ ου και η «οπαδοποίηση». Όπως ο οπαδός βλέπει ότι οι άλλοι παίζουν καλύτερα, βλέπει ότι η δική του ομάδα είναι για τα ανάθεμα, αν όμως κουβεντιάσεις μαζί του, θα σου βρει χίλιους λόγους που έπρεπε αυτή να είναι νικήτρια.

Στην πολιτική δεν (θα έπρεπε να) ισχύει κάτι τέτοιο. Μάλιστα ένας φίλος συνήθιζε να μπαίνει σε πολιτικές συζητήσεις με αυτόν τον όρο, ένα είδος στοιχήματος: «Αν σε πείσω, θα αλλάξεις άποψη· δεν θα μου πεις μετά από μια εβδομάδα πάλι τα ίδια».

Βασικό στοιχείο, λοιπόν της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι το να αλλάζουν οι πολίτες άποψη και θέση, να αλλάζουν και εκλογικές προτιμήσεις, ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία.

Το άλλο πουλάκι:
Μπορούν να λένε και «φτου»;

Βεβαίως! Και για όσους δεν ξέρουν τι σημαίνει αυτό, να τους πω ότι, όταν μικρά παιδιά, συνήθως στο παιχνίδι, κάναμε μια επιλογή και μετά το μετανιώναμε και θέλαμε να αλλάξουμε, λέγαμε απλώς «φτου» και… όλα καλά.

Μπορούν, λοιπόν, δηλαδή έχουν κάθε δικαίωμα οι πολίτες να λένε «φτου». Να πηγαίνουν με κάποιο κόμμα και, όταν δουν ότι αυτό δεν ήταν όπως το περίμεναν, ότι δεν έκανε αυτά για τα οποία το ψήφισαν, να αλλάζουν.

Καμιά φορά κόβοντας (συμβολικά πάντα) και το χέρι που το ψήφισε. Κάπως έτσι παρακολουθήσαμε τα τελευταία χρόνια και τη γέννηση, αλλά και τον θάνατο ορισμένων νέων κομμάτων, «της κρίσης», όπως ονομάστηκαν.

Μπορούν οι πολίτες να επιστρέφουν και στο κόμμα από το οποίο είχαν ξεκινήσει, πριν πάνε να δοκιμάσουν κάτι νέο ή κάτι διαφορετικό; Βεβαιότατα. Εδώ ο άλλος επιστρέφει στη σύζυγο που παράτησε για μια περιπέτεια, στο κόμμα δεν θα επιστρέψει;

Με δεδομένο ότι η δεξαμενή των ψηφοφόρων είναι συγκεκριμένη, αν εξαιρέσουμε τους νέους ή όσους φεύγουν για πάντα, έτσι εξηγούνται και οι αυξομειώσεις στα ποσοστά των κομμάτων, καθώς και η εναλλαγή τους στην εξουσία.

Αυτό όμως το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη, κάποιοι δεν το έχουν, δεν είναι σωστό να το έχουν κι ας μην το ξέρουν. «Γνώμη μου», που λένε διάφοροι σχολιαστές και στο διαδίκτυο, και θα εξηγήσω πώς το εννοώ.

Δεν το έχουν τα στελέχη των κομμάτων. Και με τον όρο αυτόν εννοώ όλους εκείνους που δεν είναι απλοί ψηφοφόροι, αλλά έχουν περάσει από κομματικές θέσεις, είτε εκλεγμένοι, είτε έπειτα από επιλογή του αρχηγού.

Όταν, λοιπόν, είσαι στέλεχος έχεις κι εσύ το δικαίωμα, όπως κάθε πολίτης, να αποφασίσεις κάποια στιγμή και να φύγεις από το κόμμα σου για ένα άλλο. Όταν γίνεται κάτι τέτοιο, συνήθως, στο νέο κόμμα σε περιμένει επίσης μια θέση στελέχους.

Εκεί, λοιπόν, που θα πας, δεν είναι καθόλου απίθανο κάποια στιγμή να μετανιώσεις. Συνήθως συμβαίνει όταν το νέο αυτό κόμμα πάψει να «περπατάει», αλλά αυτό μπορεί να είναι και σύμπτωση. Τότε σκέφτεσαι να γυρίσεις πίσω.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δεν έχεις το δικαίωμα!

Τότε θα πας σπίτι σου. Μπορείς να γυρίσεις ως απλός ψηφοφόρος, εννοώ να ψηφίζεις το παλιό σου κόμμα, χωρίς να χρειάζεται να δώσεις σε κανέναν εξηγήσεις. Ως στέλεχος όμως δεν είναι σωστό να επιστρέψεις.

Ήσουν σ’ αυτό, έφυγες για κάποιους λόγους, πήγες αλλού επειδή σου φάνηκε καλύτερα, απογοητεύτηκες κι από εκεί, ε, τώρα τράβα στο σπίτι σου! Θα μου πείτε μα αυτό συμβαίνει κατά κόρον. Ε, αυτό ακριβώς κατακρίνω.

Και, άντε, εσύ ζητάς να επιστρέψεις στο παλιό σου κόμμα. Αυτοί γιατί σε δέχονται; Τόσο απαραίτητος είσαι; Τόσο μεγάλη ανάγκη έχουν τη βοήθειά σου; Ή τόσο πολύ έχουν επηρεαστεί από την παραβολή του Ασώτου;

Καταλαβαίνετε πού το πάω. Έχουν αρχίσει ήδη και τις επόμενες μέρες θα δούμε κι άλλες τέτοιου είδους κινήσεις και επιστροφές στην φιλόξενη αγκαλιά του παλιού κόμματος. Μιλάω πάντα για τα στελέχη και τους πρώην βουλευτές.

Οι οποίοι, κι αυτό είναι που κάνει την κυρίως διαφορά με τους απλούς ψηφοφόρους, όσο καιρό ήταν στο κόμμα που τους φιλοξενούσε, έλεγαν κι έκαναν (ή ανέχονταν να λέγονται και να γίνονται) ένα σωρό κατά του παλιού τους κόμματος.

Στο οποίο τώρα ζητούν να επιστρέψουν! Και εκείνοι θα τους δεχτούν! Καταλαβαίνω βέβαια γιατί το κάνουν, όμως το θεωρώ τελείως λάθος. Μήπως, τελικά, πρέπει να πουν τη γνώμη τους και οι ψηφοφόροι;

Για να τους βάλουν όλους στη θέση τους!
 Μετανιωμένοι, τάχα!

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

190611 ΑΝΕΜΕΛΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Βαίνομεν προς εκλογάς!

Είναι η φράση κλειδί που κινητοποιούσε τον Θανασάκη τον Πολιτευόμενο, στην ομώνυμη κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου, ένα έργο που έχει ακόμη μια απίστευτη επικαιρότητα και ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις.

Ειδικά στο σημείο των ανθρώπων που δεν έχουν εργαστεί ποτέ στη ζωή τους και έχουν «όραμα» να σώσουν τη χώρα. Ή των αποτυχημένων πολιτικών που η παράταξη τούς τάζει θέσεις μετά την επικράτησή της.

Για να μην πω για τους άλλους, που μεταπηδούν από το ένα κόμμα στο διπλανό, καμιά φορά και στο… απέναντι, επειδή εκεί πιστεύουν ότι βρίσκεται πλέον το πολιτικό τους μέλλον, για το καλό, πάντα, του τόπου.

Το πιο χαρακτηριστικό όμως, που το είδαμε και τις προηγούμενες μέρες, είναι η παντελής απουσία επαφής ορισμένων πολιτικών με την πραγματικότητα. Οι οποίοι, αν δεν μας δουλεύουν χοντρά, έπεσαν από τα σύννεφα!

Με το εκλογικό αποτέλεσμα και την παταγώδη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο στις ευρωεκλογές, όσο και σε εκείνες της τοπικής και περιφερειακής εκπροσώπησης. Πώς να εμπιστευθείς τις τύχες του τόπου σε τέτοιους ανθρώπους;

Δεν ζουν στην καθημερινότητα; Δεν συνομιλούν με άλλους, πέρα από τους κομματικούς ακόλουθους; Δεν διαβάζουν, δεν βλέπουν τίποτε άλλο, εκτός από τα Μέσα που τους λιβανίζουν μέρα νύχτα;

Είναι αλήθεια ότι είχαμε χρόνια να κάνουμε εκλογές, ώστε να υπάρχει μια πραγματική απεικόνιση των προτιμήσεων του εκλογικού σώματος. Τις δημοσκοπήσεις δεν μπορείς να τις έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη.

Όταν όμως βλέπεις τι γίνεται στα συνδικαλιστικά πράγματα, όπου τα κυβερνητικά ψηφοδέλτια, αν υπάρχουν(!), εξαφανίζονται. Όταν βλέπεις ότι δεν μπορείς να βρεις υποψηφίους για τον τελευταίο δήμο της χώρας…

Όταν εγώ προσωπικά γνωρίζω ένα σωρό δεξιούς πολίτες, οι οποίοι ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ μόνο και μόνο επειδή πίστεψαν ή ήλπισαν ότι θα καταργήσει τον ΕΝΦΙΑ. Τότε πού βασίζεις την τόση σου αισιοδοξία για το εκλογικό αποτέλεσμα;

Δεν είδαν τι γίνεται… δίπλα τους; Δεν κατάλαβαν ότι ακόμη και μέσα στη βουλή η πλειοψηφία που έχουν είναι εικονική; Ότι στηρίζεται στις μεταγραφές των πιο… ασπόνδυλων βουλευτών του κοινοβουλίου;

Ότι ακόμη και οι δικοί τους βουλευτές, αν είχαν στοιχειώδη συνέπεια, τουλάχιστον με όσα μας έλεγαν πριν εκλεγούν ή με την «αριστερή» τους συνείδηση (διότι έχουν, καθώς φαίνεται, και μια άλλη) θα έπρεπε να είχαν φύγει από καιρό;

Κι όμως. Μια κυβέρνηση και ένας πρωθυπουργός που στηρίζουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε τέτοιους συσχετισμούς, πίστευαν ότι έχουν στην κοινωνία το μεγάλο μέρος του κόσμου μαζί τους!

Το άλλο πουλάκι:
Βαίνομεν προς εκλογάς!

Αν με ρωτήσετε, πολύ κακώς πράττουμε. Οι εκλογές θα έπρεπε να γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια, χωρίς εξαιρέσεις, εκτός και αν εκπέσει ή παραιτηθεί η κυβέρνηση. Τα υπόλοιπα είναι όλα εκ του πονηρού.

Διότι, έχοντας αποκτήσει την κακιά συνήθεια να κάνουμε εκλογές όποτε μας καπνίσει, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε ως χώρα. Βρισκόμαστε πάντοτε σε προεκλογική περίοδο, με ό,τι σημαίνει κάτι τέτοιο.

Αφήστε που, από την επομένη μιας εκλογικής αναμέτρησης, η αντιπολίτευση βγαίνει στο κλαρί και… ζητάει εκλογές! Δεν επιτρέπει στην κυβέρνηση να σχεδιάσει ή να υλοποιήσει το παραμικρό από το πρόγραμμά της.

Οι εκλογές, επομένως, έπρεπε να γίνουν τον Οκτώβριο. Βεβαίως εδώ είχαμε μια ιδιάζουσα περίπτωση. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ζώντας μέσα στην πλάνη, όπως περιγράψαμε προηγουμένως, έβαλε ένα «στοίχημα».

Δήλωσε ότι οι ευρωεκλογές θα ήταν μια απόδειξη της αποδοχής ή της απόρριψης του κυβερνητικού έργου και ότι μια σημαντική ήττα θα ήταν λόγος για να πάμε σε εθνικές εκλογές. Δηλαδή για να παραιτηθεί η κυβέρνηση.

Αυτή επομένως θα έπρεπε να είναι και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί. Παραίτηση της κυβέρνησης, δηλαδή πάγωμα όλων των ενεργειών, πλην εκείνων που οδηγούν τη χώρα σε μια ομαλή εκλογική αναμέτρηση.

Ο πρωθυπουργός προτίμησε να ακολουθήσει μια πιο βολική για την κυβέρνησή του διαδρομή, δίνοντας την ευκαιρία για κάποια «βολέματα» της τελευταίας στιγμής, μέχρι που… άκουσε χοντρό κράξιμο.

Στην αρχή από την αντιπολίτευση που δεν ήθελε την παράταση των εργασιών της βουλής και τη βροχή τροπολογιών που αναμένονταν. (Βροχή, μόνο. Διότι «οι άλλοι» είχαν καταιγίδες! Δεν είμαστε όμως ίδιοι.)

Στη συνέχεια άκουσε κράξιμο και από ορισμένους δικούς του βουλευτές, στους οποίους δεν δόθηκε η ευκαιρία να περάσουν τις δικές τους τροπολογίες, απαραίτητες για μια καλύτερη θέση στην εκλογική αφετηρία της περιφέρειάς τους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Η βουλή έκλεισε.

Κάθισα και παρακολούθησα την τελευταία ομιλία του σπουδαίου κοινοβουλευτικού άνδρα Ευάγγελου Βενιζέλου και… ντράπηκα. Ντράπηκα διότι δεν υπήρχαν στη αίθουσα δύο από τους «συντρόφους» του να παρακολουθήσουν.

Η δικαιολογία ότι το ΚΙΝΑΛ απείχε από τις διαδικασίες είναι αστεία. Θα έπρεπε να μπουν στη αίθουσα όταν μιλούσε ο Βενιζέλος και μετά ας αποχωρούσαν. Η στάση τους μόνο φτήνια δείχνει και τίποτε άλλο.

Σου λέει «να παρακολουθήσουμε, αλλά τι θα πει; Καθώς είναι η αποχαιρετιστήρια ομιλία του, θα πρέπει να τον χειροκροτήσουμε. Αν όμως πει κάτι εναντίον της προέδρου και των αποφάσεων της ομάδας της;»

Ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά χαρίσματα είναι η γενναιοψυχία. Προς αντιπάλους, πόσω μάλλον προς… συνοδοιπόρους. Προς ανθρώπους με αναγνωρισμένη αξία, ασχέτως τις όποιες αδυναμίες χαρακτήρα.

Ποιος την έχασε;
 Η χειρότερη βουλή που θυμάμαι!

190610 ΜΗΤΡΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Όλα εξηγούνται!

Μιλούσα με φίλους που υπηρετούν στη εκπαίδευση και μου έλεγαν για κάτι παράξενο και εντελώς παρανοϊκό που συνέβη, λίγες μόνο εβδομάδες πριν από τις εκλογές. Κάποιοι εκπαιδευτικοί πήραν μετάταξη!

Μερικοί το πάλευαν χρόνια. Είτε επειδή είχαν διοριστεί πολύ μακριά και δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να έρθουν κάποτε στην πόλη τους, είτε επειδή είδαν ότι η τάξη δεν τους πάει και τόσο πολύ, είτε για άλλους λόγους…

Αποφάσισαν να ζητήσουν να μεταταγούν σε άλλη υπηρεσία του δημοσίου, χαλαλίζοντας μάλιστα και όλα εκείνα τα προνόμια σχετικά με το ωράριο και τις διακοπές που έχουν οι εκπαιδευτικοί.

Το όνειρό τους έγινε πραγματικότητα λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές (αυτό το είπαμε και πριν), μόνο που έπρεπε να υλοποιηθεί χωρίς αναβολή. Οι εκπαιδευτικοί αυτοί έφυγαν, αφήνοντας τη δουλειά τους στη μέση.

Έπρεπε δηλαδή, για το διάστημα μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς, να βρεθεί κάποιος να τους αντικαταστήσει και να αναλάβει όλα τα καθήκοντα που εκείνοι είχαν. Δεν μπορούσαν να περιμένουν έναν μήνα;

Ακόμη καλύτερα, θα μπορούσαν να πάνε στη νέα τους θέση από 1η Σεπτεμβρίου, για να απολαύσουν και ένα τελευταίο καλοκαίρι με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού, πριν περιοριστούν στις νέες τους άδειες.

Αστειεύομαι! Το πρόβλημα έχει να κάνει καθαρά με τους μαθητές, που υποχρεώθηκαν να αλλάξουν δασκάλους, λίγο πριν λήξει η χρονιά. Και αναρωτιόταν ένας φίλος: «Κανείς δεν τα σκέφτηκε αυτά τα παιδιά;»

Φαίνεται πως αυτά όμως ήταν απλές… παράπλευρες απώλειες. Για άλλους χτυπούσε η καμπάνα. Άλλοι βιάζονταν να βολευτούν, πριν συμβεί καμιά στραβή και δεν μπορέσουν να τακτοποιηθούν στη θέση που είχαν βάλει στο μάτι.

«Και ήρθε στο φως η υπόθεση με την κόρη της κυρίας Χριστοδουλοπούλου, για να μάθουμε κι εμείς ποιον να βρίζουμε», είπε ο φίλος εκπαιδευτικός που τον συνάντησα και πάλι προχθές στον δρόμο.

Το άλλο πουλάκι:
Κάτι μας ξεφεύγει!

Η Χριστοδουλοπούλου κόρη (Μάχη-Στεφανία Δρίτσα είναι το όνομά της, αλλά φοβάμαι ότι θα σας μπέρδευα αν αναφερόμουν με αυτό) έχει, σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας της, πολλά τυπικά προσόντα.

Ένα κορίτσι με τόσες σπουδές και αντίστοιχα προσόντα, αντί να ανοίξει τα φτερά της και να αναζητήσει μια καριέρα στην ελεύθερη αγορά, προτιμά τη σιγουριά του δημοσίου. Δίνει στον ΑΣΕΠ για να διοριστεί στα ΕΛΤΑ.

Διαγράφει, δηλαδή, την πορεία των περισσοτέρων νέων σ’ αυτόν τον τόπο, που οι γονείς τους παιδεύονται και ξοδεύονται για να τους εφοδιάσουν με όσο το δυνατόν περισσότερα τυπικά προσόντα…

Για να τους δουν μια μέρα δημοσίους υπαλλήλους, να απολαμβάνουν τη σιγουριά της μονιμότητας και τους ήρεμους ρυθμούς που επικρατούν στις περισσότερες υπηρεσίες όπου, αν δεν το έχεις από μόνος σου, κανείς δεν σε πιέζει να κοπιάσεις.

Και τα προσόντα; Άσ’ τα να ξεκουράζονται κι αυτά. Μάλιστα, όπως ομολόγησε η μητέρα Χριστοδουλοπούλου για την κόρη της, της πρότειναν να γίνει διευθύντρια σε κάποιο υποκατάστημα των ΕΛΤΑ, αλλά δεν δέχτηκε.

Παρέμενε, λοιπόν, μια απλή υπάλληλος, η οποία, με τόσα προσόντα, αισθανόταν… σαν ένα τάνκερ στη λίμνη των Ιωαννίνων, για να χρησιμοποιήσω μια παλιά, εύστοχη έκφραση. Και αποφάσισε να πάει κάπου όπου θα τα αξιοποιήσει.

«Δεν ρίχνω», σκέφτηκε, «μια αίτηση για απόσπαση στη Βουλή των Ελλήνων; Ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Μπορεί, αν είμαι τυχερή και αποσπαστώ, να ψηφιστεί σε καναδυό μήνες καμιά διάταξη που θα επιτρέπει και την μετάταξή μου εκεί».

Έτσι το είπε και έτσι έγινε! Πώς να το κάνουμε; Μερικοί άνθρωποι έχουν το κοκαλάκι της νυχτερίδας. (Και άλλοι μπάρμπα στην Κορώνη.) Έγινε όμως μια στραβή και κάποιοι δημοσιογράφοι ρώτησαν τη μητέρα της για το θέμα.

Ε, είναι γνωστό ότι η κυρία Χριστοδουλοπούλου (συγγνώμη που το επαναλαμβάνω, αλλά το «κυρία Τασία» που λένε κάποιοι μου φαίνεται υποτιμητικό) δεν μασάει τα λόγια της, ούτε κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της.

Παραδέχτηκε όμως το λάθος της και ζήτησε συγγνώμη (από τους συντρόφους της). Για να αυτοτιμωρηθεί μάλιστα, αποφάσισε να μην είναι υποψήφια στις επερχόμενες εκλογές. Ίσως σκέφτεται και να κλειστεί σε μοναστήρι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εγώ δεν κατάλαβα.

Για ποιο λόγο ζήτησε συγγνώμη (από το κόμμα και τους συντρόφους της); Επειδή προσπάθησε κι αυτή να βολέψει το παιδί της, «χωρίς να επιβαρύνει οικονομικά το δημόσιο», όπως θα έκανε κάθε μάνα;

Ή επειδή πιάστηκε με τη γίδα στην πλάτη και έγινε έτσι η αιτία να εκτεθεί ένα, κατά τα άλλα, απολύτως ηθικό σύνολο ανθρώπων; Αν ισχύει το πρώτο, πολύ φοβάμαι ότι κάπως αργά το σκέφτηκε.

Αν πάλι ισχύει το δεύτερο, φοβάμαι ότι τους κοροϊδεύει, τους τρολάρει, όπως είναι η έκφραση της εποχής. Όσο για την μη κάθοδό της στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, εγώ θα της έλεγα να το ξανασκεφτεί.

Τέτοιες αποφάσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται εν θερμώ. Ας κατέβει να ζητήσει την ψήφο του ελληνικού λαού, για να δούμε τι θα πάρει. Να δώσει έτσι το δικαίωμα και στους συντρόφους της να εκτιμήσουν τη στάση της.

Τι λέμε, Θεέ μου! Φτάσαμε να σχολιάζουμε ένα τόσο δα ρουσφετάκι, όταν ξέρουμε ότι «οι άλλοι έκαναν, κυριολεκτικά, όργια». Και είμαστε έτοιμοι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, να τους δώσουμε το δικαίωμα να κάνουν και άλλα.

Ενώ ξέρουμε ότι στην πολιτική υπάρχει η σύγκριση!
 Αμάρτησα για το παιδί μου!