ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

190408 ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τοποθέτηση προϊόντος!

Πρέπει να προσέχουμε τι λέμε, σε τι αναφερόμαστε, πώς μιλάμε για κάποια πράγματα, διότι μπορεί, χωρίς να το καταλάβουμε, να διαφημίσουμε προϊόντα και να θεωρηθεί ότι τα προωθούμε με «μαύρους» τρόπους.

Όταν λες «τρία έψιλον», το μυαλό του άλλου πάει κατ’ ευθείαν σε γνωστή εταιρεία. Πού να ξέρει ότι τα τρία έψιλον αποτελούν για σένα κριτήρια επιλογής των συνεργατών σου; Πρέπει να το ξεκαθαρίσεις.

Και εμείς; Που θέλουμε να σχολιάσουμε αυτό το γεγονός; Δεν είμαστε κι εμείς υποχρεωμένοι να αναφέρουμε εξ αρχής ότι δεν διαφημίζουμε τίποτε, αλλά μιλάμε, στην πραγματικότητα, για… αξιολόγηση;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, αφού έχουμε πολλά να πούμε σήμερα και μπορεί να μην μας φτάσει η ώρα. Επιλέγει, λέει, ο κύριος Μπόλαρης τους συνεργάτες του με βάση τρία κριτήρια.

Πολύ καλά κάνει και, μέχρι εδώ, με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Μόνο που πρέπει να εντοπίσω την πρώτη αντίφαση. Όταν βάζεις κριτήρια επιλογής, δεν κάνεις κάποιου είδους αξιολόγηση; Κάνεις.

Καλό είναι όμως να το έχεις στον νου σου και να μιλάς ξεκάθαρα, όταν γίνεται λόγος για αξιολόγηση στο Δημόσιο. Διότι ο καθένας, είτε ως προϊστάμενος, είτε ως πολίτης, θα ήθελε ο υπάλληλος με τον οποίο συναλλάσσεται να πληροί κάποιες προϋποθέσεις.

Όταν όμως δηλώνεις κατά της αξιολόγησης, μπορεί ο άλλος να μην διαθέτει κανένα από τα τρία έψιλον, από τα πέντε ζήτα ή από τα εφτά ρο που εσύ θέτεις, αλλά να είσαι υποχρεωμένος να τον υποστείς.

Αυτό είναι το ένα. Περνάμε τώρα στο δεύτερο. Το ένα από τα τρία έψιλον είναι η «επιστημοσύνη». (Τα άλλα δύο είναι η εργατικότητα και η εξυπνάδα, όμως καλύτερα να μην ασχοληθούμε σήμερα με αυτά.)

Τι είναι η επιστημοσύνη; Πρόκειται, μας λέει η Πύλη για την ελληνική γλώσσα (ΛΚΝ), για την «ιδιότητα του επιστήμονα καθώς και το σύνολο των επιστημονικών γνώσεων που αυτός έχει».

Το άλλο πουλάκι:
Δεν βγάλαμε άκρη.

Διότι θα πρέπει τώρα να βρούμε ποιος ακριβώς είναι επιστήμονας και τι χαρακτηριστικά έχει. Ας παραμείνουμε στο ίδιο λεξικό. Επιστήμονας είναι αυτός που: α. έχει σπουδάσει σε ανώτατη σχολή και έχει πάρει το σχετικό πτυχίο.

Εδώ τίθεται όπως καταλαβαίνετε, ένα ζήτημα. Τι γίνεται με τις ανώτερες σχολές που έγιναν με μια υπουργική υπογραφή ανώτατες; Οπωσδήποτε πάντως δεν μπορεί να λογίζεται επιστήμονας κάποιος με απολυτήριο Λυκείου.

Πάμε να δούμε και το β. αυτός που γνωρίζει σε βάθος το αντικείμενο μιας επιστήμης και με την εργασία του (έρευνα, δημοσιεύσεις κ.λπ.) συμβάλλει στην ανάπτυξή της. Εδώ τίθεται ένα δεύτερο ζήτημα.

Μπορούν οι φωτογραφίες που ανεβάζει κάποιος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να θεωρηθούν «δημοσιεύσεις»; Συμβάλλει με τη δημοσίευση τέτοιων φωτογραφιών στη ανάπτυξη κάποιου πράγματος;

Πάμε όμως και στο γ. ως υπερβολικός χαρακτηρισμός, για κάποιον που γνωρίζει καλά ορισμένο αντικείμενο ή ασκεί σωστά ορισμένη δραστηριότητα. Μπορούμε, για παράδειγμα, να πούμε ότι ο Κώστας είναι επιστήμων στο τάβλι.

Εδώ τώρα το πράγμα μπερδεύεται ακόμη περισσότερο. Διότι το ποιος είναι επιστήμων και σε τι ακριβώς είναι πολύ δύσκολο να το συμφωνήσουμε. Αφήστε που ο καθένας μπορεί να έχει πολύ μεγάλη ιδέα για το… τάβλι που παίζει.

Όσο για την επιστημονική μέθοδο… εκεί είναι που γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα που επεσήμανα πρόσφατα και είναι από τον χώρο του κινηματογράφου, για να μην λέτε ότι σχολιάζω μόνο την πολιτική.

Γράφει ο άλλος σε ένα σάιτ για φίλους του σινεμά. «Είδα “το πράσινο βιβλίο”. Σιγά την ταινία. Ήταν αυτό φιλμ για Όσκαρ; Το… [μια άλλη ταινία] ήταν έξι με εφτά φορές καλύτερο. Και σιγά τον ηθοποιό που βραβεύτηκε».

Το ωραίο είναι πώς συνεχίζει: «Αυτή είναι η γνώμη μου. Και παρακαλώ όποιος έχει αντιρρήσεις και θέλει να με κράξει, να το κάνει με επιχειρήματα».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Επιστήμων ο άνθρωπος!

Μιλάμε για μια ταινία που απέσπασε τρία βραβεία Όσκαρ (και καλύτερης ταινίας) και περισσότερες από δέκα άλλες διεθνείς αναγνωρίσεις και βραβεύσεις. Που, αν την ψάξεις στο διαδίκτυο, σου λέει ότι άρεσε στο 94% των χρηστών.

Ο τύπος αυτός, λοιπόν, με ένα «σιγά την ταινία» και με ένα «η άλλη ήταν έξι με εφτά φορές (πώς τις μέτρησε;) καλύτερη», έκανε την… επιστημονική κριτική του και έχει το θράσος να ζητάει από άλλους επιχειρήματα.

Αυτό, φίλοι μου, είναι δυστυχώς ένα από τα πολλά παραδείγματα που παρατηρούμε καθημερινά γύρω μας. Δεν έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε επιχειρήματα και, αν θυμόσαστε το είχαμε επισημάνει και σε άλλη κουβέντα μας.

Όταν ακούμε ότι λείπει από τον δημόσιο λόγο αλλά και από τις ατομικές μας επιλογές η κοινή λογική, αυτό εννοούμε. Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει επιχείρημα, τεκμηρίωση μιας θέσης, ανάλυση των δεδομένων…

Στις επιλογές μας τον σημαντικότερο λόγο έχουν ο έντονος συναισθηματισμός και ο βολονταρισμός. Κρίνουμε με βάση συμπάθειες ή αντιπάθειες και πιστεύουμε ότι τα πράγματα θα αλλάξουν επειδή το θέλουμε πολύ, ή επειδή έτσι μας βολεύει.

Το κακό είναι ότι, μετά από όλα αυτά, δεν υπάρχει η δυνατότητα για στοιχειώδη αυτοκριτική. Αν δεν γίνει αυτό που περιμέναμε, φταίνε οι άλλοι που μας έχουν βάλει στο μάτι και μας καταδιώκουν επειδή…

Επειδή είμαστε καραμπουζουκλήδες! Το ότι εμείς επιλέγουμε συνεργάτες (ή αντιπροσώπους μας) με βάση την επιστημοσύνη που, προφανέστατα, οι εκλεκτοί μας δεν διαθέτουν, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο.
 Κοινός παραλογισμός!

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

190319 ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Κληρονομικώ δικαιώματι!

Τι ωραίες αυτές οι Δοτικές και ας μην τις αναγνωρίζει ο αυτόματος διορθωτής. Τι ξέρει αυτός; Ευτυχώς εμείς είμαστε του προφορικού λόγου, όπου δεν υπάρχουν εκείνες οι ενοχλητικές κόκκινες υπογραμμίσεις.

Βεβαίως έτσι μας ξεφεύγουν κάποια λάθη, όμως τα έχει αυτά η… προφορικότητα. Όταν συζητάς, μπορεί καμιά φορά να δίνεις μεγαλύτερη σημασία στο τι θα πεις και όχι στο πώς ακριβώς θα το πεις.

Κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι αυτά τα δύο δεν διαχωρίζονται· και δεν θα έχουν άδικο. Ας αφήσουμε όμως αυτή την κουβέντα για άλλη φορά. Εδώ ολόκληροι πρωθυπουργοί και κάνουν λαθάκια…

Λέγαμε, λοιπόν, για όλα εκείνα που μπορεί να κληρονομήσει κάποιος από τους γονείς του και που δεν είναι ασήμαντα πράγματα. Ασχέτως αν καμιά φορά δεν μπορεί να αντέξει το βάρος της κληρονομιάς.

Θα έχετε ακούσει ότι, στις μέρες μας, όλο και περισσότεροι προβαίνουν σε αποποίηση κληρονομιάς, αφού είναι πολλά εκείνα που θα πρέπει να πληρώσουν για να πάρουν κάτι αμφιβόλου αξίας.

Αν δηλαδή κληρονομήσεις ένα ακίνητο, το οποίο και θα πρέπει να επισκευαστεί για να πουληθεί, και θα σε επιβαρύνει με τον ΕΝΦΙΑ, και, κυρίως, θα πρέπει να καταβάλης έναν μεγάλο φόρο κληρονομιάς…

Τότε το αφήνεις να πάει στην ευχή της Παναγιάς και βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που δεν το κληρονόμησες καμιά δεκαριά χρόνια νωρίτερα. Γι’ αυτό, το καλύτερο που μπορεί να σου αφήσει κάποιος είναι τα μετρητά.

Και μάλιστα στο χέρι! Δηλαδή να τα βρεις σε καμιά βαλίτσα, ή σε κανένα συρτάρι, εκεί που πας να ξεσκαλίσεις (για να πετάξεις) όλα τα παλιά «κιτάπια» που ο εκλιπών κρατούσε φυλαγμένα.

Βεβαίως υπάρχει και η άλλη δυνατότητα. Να κληρονομήσεις ένα «καλό όνομα», πράγμα που δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο, ούτε έχει μόνο συναισθηματική αξία. Βεβαίως εδώ τίθεται ένα θέμα… σεξισμού.

(Είναι πολύ της μόδας πίσω από κάθε τι να βλέπουμε διάφορα τέτοια μη πολιτικώς ορθά πράγματα, και εγώ δεν θα είμαι εκείνος που θα αποτελέσει εξαίρεση. Διότι το όνομα το κληρονομείς από τον πατέρα σου.)

Το άλλο πουλάκι:
Γιατί από τον πατέρα, μόνο;

Έλα, ντε! Φαντάζεστε να κατέβαινε ο άλλος στην πολιτική με επίθετο… Τσαντ; Ή επίθετο Γιαννούκος; Ποιος θα τον ψήφιζε; Ποιος θυμάται ότι αυτά είναι τα επίθετα της Μαργαρίτας και της Μαρίκας αντίστοιχα;

Ενώ… Παπανδρέου; Ενώ… Μητσοτάκης; Εκλέγεσαι χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, και μπορείς να φτάσεις μέχρι πρωθυπουργός. Εδώ ο άλλος έγινε τέτοιος μόνο και μόνο επειδή τον έλεγαν Καραμανλή!

Παρένθεση: Και μετά από την αποδεδειγμένη ανικανότητά του, την παροιμιώδη βαρεμάρα του και την εκνευριστική σιωπή του, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που δηλώνουν «καραμανλικοί» και τον θεωρούν ελπίδα για το μέλλον!

Το καλό όνομα, λοιπόν, δεν είναι αμελητέο πράγμα. Ανοίγει πόρτες. Από τη στιγμή όμως που θα μπεις μέσα, θα πρέπει με κάποιον τρόπο να αποδείξεις ότι το φέρεις επάξια, ότι κάτι πήρες και από… τη χάρη. 

Εδώ όμως γίνεται μια παρεξήγηση. Διότι πολλοί θεωρούν πως, μαζί με το όνομα κληροδοτούνται και όλα τα χαρίσματα που είχε ο γονιός. Κάτι ανάλογο που συμβαίνει με εμάς και τους ενδόξους προγόνους μας, δηλαδή.

Όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Η πολιτική οξυδέρκεια του πατέρα, το μουσικό ή το συγγραφικό ταλέντο, οι αθλητικές ικανότητες, η εντιμότητα ή η ηθική ακεραιότητα, είναι πράγματα που δεν κληροδοτούνται. 

Θα πρέπει ο κάθε κληρονόμος του ονόματος να αποδείξει ότι διαθέτει και τις χάρες. Διαφορετικά, καλύτερα να προβεί σε… αποποίηση κληρονομιάς, αφού ο γονιός του δεν μπορεί να πάρει πίσω το όνομα που του άφησε.

Εμείς, αντί να τα σκεφτόμαστε όλα αυτά, φτάσαμε στο σημείο να πιστεύουμε ότι μπορεί να κληροδοτηθεί ακόμη και η… αριστεροσύνη! Και μάλιστα η κληρονομιά αυτή να είναι αρκετή για να πάρεις μια θέση!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Νεποτισμός.

Αν ανοίξουμε έναν παλιό και καλό «Δημητράκο», θα διαβάσουμε ότι ο «νεπωτισμός» είναι η τάσις τής εν τη καταλήψει ανωτέρων θέσεων και αξιωμάτων προτιμήσεως των συγγενών και ευνοουμένων υπό των ισχυρών προσώπων.

Για όσους προτιμούν το πιο σύγχρονο ΛΚΝ του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη, νεποτισμός είναι η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που δίνει σε κάποιον η θέση που κατέχει, για να εξασφαλίσει σε συγγενείς[…]

Βλέπουμε ότι ο Δημητράκος είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Διότι ο συγγενής μπορεί να προτιμηθεί ακόμη και αν το «ισχυρό πρόσωπο», αυτός που «κατέχει μια θέση», δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή.

Όταν δηλαδή δεν είναι ο πατέρας σου αυτός που σου εξασφαλίζει μια καλή θέση, αλλά… το όνομα που εκείνος σου κληροδότησε. Το οποίο, μαζί με σένα, το εκμεταλλεύονται και εκείνοι που σου προσφέρουν τη θέση.

Με το αζημίωτο. Διότι η δική σου προτίμηση μπορεί να φέρει σε εκείνους ψήφους, ή να τους δώσει επίσης λίγη από τη λάμψη που έχει το όνομά σου. Έτσι πάνε αυτά τα πράγματα· κάτι δίνεις και κάτι παίρνεις.

Το περίεργο είναι ότι σ’ αυτήν τη συναλλαγή υπεισέρχεται και μια τρίτη παράμετρος, που είναι ο απλός πολίτης, εκείνος που θα τη δικαιώσει ή θα την αφοπλίσει, θα τη θέσει εκτός λειτουργίας. 

Όλοι λέμε ότι ο πολίτης είναι ο τελικός κριτής. Αν ο ίδιος όμως δεν αποδεχθεί αυτόν τον ρόλο, τότε τζάμπα κουβέντα κάνουμε. Οι κληρονόμοι θα τα παίρνουν όλα… όχι με την αξία τους, αλλά με ξένες πλάτες.
Το κακό με το όνομα είναι ότι δεν μοιράζεται. 
Το κληρονομούν όλοι!





Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

190318 ΟΛΙΓΑΡΚΕΣ


Το ένα πουλάκι:
Υπάρχουν συνώνυμα;

Οι απόψεις διίστανται. Άλλοι υποστηρίζουν πως υπάρχουν και άλλοι πως όχι. Οι πρώτοι δέχονται ότι μπορείς να αντικαταστήσεις μια λέξη με κάποια άλλη, χωρίς να αλλάξει καθόλου το νόημα.

Οι δεύτεροι υποστηρίζουν πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Πάντοτε θα υπάρχουν, έστω πολύ λεπτές, αποχρώσεις που θα αποδίδονται καλύτερα με τη μία ή με την άλλη λέξη. Ιδιαίτερα αν τις δούμε μέσα σ’ ένα κείμενο. 

Τότε, εκτός από τη διαφορά στο νόημα, μπορεί να διαφοροποιείται και ο ρυθμός, ακόμη και ο ήχος που θέλει να μας δώσει ο συντάκτης του κειμένου και αυτό το βλέπουμε περισσότερο στη λογοτεχνία, στην ποίηση…

Ας μην μπούμε όμως σε τόσο βαθιά νερά. Ας μείνουμε στο διαφορετικό νόημα που μπορεί να έχουν δύο συνώνυμα και το οποίο μπορεί να είναι δυσδιάκριτο, τόσο που ακόμη και ένας πρωθυπουργός να το μπερδεύει.

Θα ακούσατε φαντάζομαι όλοι την περίφημη, πλέον φράση του Αλέξη Τσίπρα για την «ολιγαρκή αφθονία» και είμαι βέβαιος ότι θα εντυπωσιαστήκατε κι εσείς από τον ολόσωστο τρόπο που απέδωσε τη Γενική: της ολιγαρκούς.

«Μπορούμε να ονειρευόμαστε και να αγωνιζόμαστε για μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία. Για έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός και που μπορεί να γίνει πράξη από δυνάμεις σταθερά προσανατολισμένες στη κοινωνική πρόοδο και σε ένα νέο μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης και ολιγαρκούς αφθονίας».

Όταν τα λόγια του αυτά προκάλεσαν την αντίδραση – απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο Αλέξης Τσίπρας επανήλθε και με ένα διδακτικό ύφος έδωσε, σαν καθηγητής πανεπιστημίου, και… τη βιβλιογραφία της αναφοράς του.

Ας θυμηθούμε τον διάλογο: «Ο κ. Τσίπρας, επιβεβαιώνοντας το θαυμασμό του για τα αποτυχημένα σοσιαλιστικά μοντέλα της Λατινικής Αμερικής, μας είπε πως ονειρεύεται μια “ολιγαρκή αφθονία” στη χώρα μας.

Προφανώς επιφυλάσσει το “ολιγαρκής” για τους Έλληνες και το “αφθονία” για τον ίδιο και την παρέα του», ήταν το… τιτίβισμα στο τουίτερ (τον μοντέρνο τρόπο να κάνεις πολιτική!) από τον Μητσοτάκη.

«Επειδή ο κύριος Mητσοτάκης, ίσως έχει ακούσει μόνο για τον Χάγιεκ και τον Φρίντμαν, του συστήνω να ρίξει μια ματιά στο έργο του Γάλλου φιλόσοφου και οικονομολόγου, Σερζ Λατούς, ώστε να κατανοήσει τι είναι η έννοια της ολιγαρκούς αφθονίας», απάντησε ο κ. Τσίπρας.

Το άλλο πουλάκι:
Εμείς ρίξαμε!

Κι όχι μόνον τώρα, μετά την… παραπομπή του πρωθυπουργού, αλλά αρκετά νωρίτερα, όταν έφτασε και στη χώρα μας αυτή η συζήτηση σχετικά με την «αποανάπτυξη». Ξέραμε δηλαδή το βιβλίο στο οποίο έγινε η παραπομπή:

Σερζ Λατούς, Προς μια κοινωνία της λιτής αφθονίας. Παρανοήσεις και διαμάχες γύρω από την αποανάπτυξη, μετάφραση Βασίλης Παπακριβόπουλος, Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2013

Όπως βλέπετε, φίλοι μου, ο συγγραφέας και, προφανέστατα, ο μεταφραστής, δεν μιλούν για «ολιγαρκή», αλλά για «λιτή» αφθονία. Για εκείνους που πιστεύουν ότι οι δύο λέξεις είναι συνώνυμες, υπάρχουν και τα λεξικά.

(Παλιός καλός και πάντοτε έγκυρος) Δημητράκος: λιτός, απλούς απέριττος και επί προσώπων ολιγαρκής. Από την ανάγνωση αυτού του λήμματος θέλω να κρατήσετε εκείνο το «επί προσώπων», που κάνει και τη διαφορά.

Ας πάμε και στο ΛΚΝ του Ιδρύματος Μανόλης Τριανταφυλλίδης: ολιγαρκής (για πρόσωπα) που αρκείται σε λίγα, που δεν απαιτεί πολλά ή πολύτιμα αγαθά. Βλέπουμε κι εδώ ότι υπάρχει μια διευκρίνιση.

Για πρόσωπα! Μόνο! Η αφθονία, όσο κι αν την έχουμε… θεοποιήσει, δεν είναι πρόσωπο. Η αφθονία μπορεί να είναι και λιτή, όπως πολύ σωστά το θέτουν ο συγγραφέας και ο μεταφραστής, αλλά όχι ολιγαρκής.

Θα ήμασταν οι τελευταίοι που θα επιπλήτταμε κάποιον για ένα γλωσσικό λάθος. Όλοι κάνουμε τέτοια καθημερινά, και εμείς, που είμαστε και πολυλογάδες, περισσότερα από άλλους. Όταν όμως επανέρχεσαι…

Τότε σημαίνει πως δεν πρόκειται για ένα απλό λάθος, αλλά για καθαρή… άγνοια. Σιγά το νέο, θα μου πείτε. Για μένα όμως το πιο σοβαρό δεν είναι η άγνοια, αλλά η απουσία έγνοιας, να μη σε νοιάζει αν μιλάς σωστά.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τις εστί πλούσιος;

Δεν ξέρω αν ο Αλέξης Τσίπρας έχει διαβάσει τη Λωξάντρα της Μαρίας Ιορδανίδου, εκεί πάντως η ηρωίδα έδινε μια καταπληκτική απάντηση, την οποία μας τη θυμίζει συχνά ο καλός φίλος Κώστας.

Τις εστί πλούσιος; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος! Αν είσαι ταμαχιάρης, αν δεν μπορείς να χορτάσεις με τίποτε, δεν πρόκειται ποτέ να αισθανθείς πλούσιος. Απεναντίας, αν σου αρκούν αυτά που έχεις…

Αυτή, πάνω κάτω, είναι και η φιλοσοφία της λιτής ανάπτυξης, της αποανάπτυξης. Να περιορίσεις τις ανάγκες σου σε εκείνα που είναι πράγματι σημαντικά και να φροντίσεις να τα αποκτήσεις με ήπιους τρόπους.

Αυτό δεν σημαίνει πως σε κάποιους τομείς της ζωής σου δεν πρέπει να έχεις υψηλές απαιτήσεις και να ζητάς πάντοτε το καλύτερο. Μόνο που αυτοί οι τομείς δεν έχουν να κάνουν με υλικά αγαθά.

Εμείς όμως δίνουμε σημασία κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, σ’ αυτά, ενώ για τα υπόλοιπα λέμε το γνωστό «δε βαριέσαι». Πάψαμε να είμαστε απαιτητικοί ακόμη και… από τον εαυτό μας.

Για τους άρχοντές μας, δεν το συζητώ. Εκεί κι αν υπάρχει… «ολιγαρκής αφθονία»,  που θα έλεγε και ο πρωθυπουργός. Μπορεί η φράση να μη βγάζει νόημα, αλλά καταλαβαίνετε πολύ καλά τι θέλω να πω.

Καιρός όμως να αλλάξουμε. Ολιγαρκείς εκεί που πρέπει και απαιτητικοί σε όλα τα υπόλοιπα. Σε όσα μπορούν να δώσουν πραγματική ποιότητα στη ζωή μας. Ξέρετε εσείς…
 Ολίγιστος!

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

190306 ΣΥΝΘΕΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το πρόβλημα με τις συνθέσεις.

Δεν εννοώ τις μουσικές συνθέσεις, έχουν και αυτές τα προβλήματά τους, όμως δεν είναι της ώρας να τα συζητήσουμε. Θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά γι’ αυτά. Τώρα αλλού θέλω να εστιάσω.

Υπάρχουν δύο ειδών συνθέσεις και για να μην μπερδευτούμε, ας τις πάρουμε με τη σειρά. Το πρώτο είδος θα το παρομοιάσουμε με ένα μπουκέτο από λουλούδια διαφόρων ειδών. Δύο ή περισσότερων, δεν έχει σημασία.

Αυτά μπορούμε να τα «συνθέσουμε» και να τα παρουσιάσουμε ως μια ανθοδέσμη, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Κάποιος ειδικός μπορεί να σκεφτεί πολλούς ευφάνταστους τέτοιους. Εμείς πάλι όχι.

Ποιο είναι το μυστικό.; Στην ανθοδέσμη αυτή, κάθε λουλούδι κρατάει την δική του προσωπικότητα. Την εμφάνιση, το χρώμα και το άρωμά του. Μέσα όμως στο σύνολο αυτά υποχωρούν και εμφανίζεται κάτι νέο.

Μπορείς, αν θέλεις να προσθέσεις ή να αφαιρέσεις λουλούδια από κάποιο είδος ή από ένα χρώμα, και τότε το σύνολο αλλάζει, η ανθοδέσμη γίνεται τελείως διαφορετική. Αν, πάλι, δεν σου άρεσε, μπορείς να τα ξεχωρίσεις τελείως.

Το δεύτερο είδος σύνθεσης μπορούμε να το δούμε σαν ένα κοκτέιλ από διαφορετικά ποτά. Εδώ το πράγμα αλλάζει εντελώς. Το νέο ποτό που προκύπτει από τη μείξη δεν έχει τα χαρακτηριστικά κανενός από τα προηγούμενα.

Μπορεί στο βάθος να θυμίζει λίγο το ένα ή το άλλο ποτό που αναμείξαμε, όμως ούτε το άρωμα, ούτε η γεύση, ούτε φυσικά το χρώμα κάποιου κυριαρχεί. Αν μιλάμε για κοκτέιλ, έτσι; Και όχι για ουίσκι με σόδα, ή βότκα με πορτοκαλάδα.

Το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι, από τη στιγμή που θα αναμειχθούν τα ποτά, είναι αδύνατον να τα ξεχωρίσεις και πάλι. Ό,τι νέο προσθέσεις αυτό θα σου δώσει κάτι διαφορετικό από εκείνο που είχες μέχρι τότε.

Αν δεν πετύχει η μείξη, είναι πολύ δύσκολο να διορθώσεις το τελικό αποτέλεσμα κάνοντας διαρκώς νέες προσθήκες. Καλύτερα να το πετάξεις και να προσπαθήσεις κάτι νέο από την αρχή, παρά να ματαιοπονείς με «μπαλώματα».

Αυτά τα δύο είδη συνθέσεων αντικατοπτρίζονται και στις σύνθετες λέξεις που υπάρχουν στη γλώσσα μας. Κάποιες αντιστοιχούν στο πρώτο είδος και κάποιες στο δεύτερο. Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Το άλλο πουλάκι:
Κεντροαριστερός (πόλος)!

Ας ξεκινήσουμε από το είδος της σύνθετης λέξης. Εμφανισιακά, αλλά και νοηματικά (μη βιάζεστε, θα καταλάβετε πού το πάω) μοιάζει με το αλατοπίπερο, δηλαδή μιλάμε για μια «παρατακτική σύνθετη λέξη».

Τα δύο συνθετικά της συμμετέχουν ισότιμα και ισοδύναμα. Δεν είναι όπως το γαλανομάτης (κτητικό σύνθετο) ή όπως το βιβλιοφάγος (αντικειμενικό σύνθετο). Ασφαλώς δεν είναι και όπως το κρυφοκοιτάζω (προσδιοριστικό σύνθετο).

Τα παρατακτικά σύνθετα όμως, αλλιώς και παρατακτικά ζευγαρωτά, διακρίνονται και αυτά σε δυο κατηγορίες, όπως τις συνθέσεις που αναφέραμε προηγουμένως. Για να γίνει κατανοητό, ας δώσουμε και πάλι ένα παράδειγμα.

Ο βορειοδυτικός άνεμος (μαΐστρος για τους θαλασσινούς) είναι ένας άνεμος που φυσά από μια κατεύθυνση ανάμεσα στον βορρά και τη δύση. Αν γυρίσει λίγο έτσι, μπορεί να γίνει βόρειος ή δυτικός.

Η καμηλοπάρδαλη όμως, είναι ένα ζώο τελείως διαφορετικό και από την καμήλα και από τη λεοπάρδαλη. Τα χαρακτηριστικά της, εμφάνιση, τόπος που ζει, συνήθειες κ.λπ. δεν έχουν σχέση με τα άλλα δύο ζώα.

Δεν ξέρω πόσο πετυχημένα είναι τα παραδείγματα που προσπαθώ να δώσω, όμως ας έρθουμε στην κεντροαριστερά για να δούμε ακριβώς τι θέλω να πω. Η κεντροαριστερά είναι περισσότερο… καμηλοπάρδαλη.

Δηλαδή δεν πρόκειται για μια συνένωση ή συνεύρεση (πολιτική έτσι;) κάποιων αριστερών με κάποιους κεντρώους. Είτε μιλάμε για ανθρώπους είτε μιλάμε για ιδέες. Δεν παίρνω λίγο από εδώ και λίγο από εκεί να κάνω ένα… μπουκέτο.

Στο οποίο, αναλόγως την περίσταση και τα διαθέσιμα άνθη, μπορώ να προσθέτω ή να αφαιρώ (ανθρώπους και ιδέες) και να βλέπω πού με πάνε κάθε φορά οι… δημοσκοπήσεις. Αυτό δεν είναι κεντροαριστερά.

Δυστυχώς όμως, μια τέτοιου είδους κεντροαριστερά φαίνεται να επιδιώκει η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ. Είμαστε εμείς αριστεροί, να πάρουμε και κάποιους κεντρώους και να κάνουμε τον μεγάλο κεντροαριστερό πόλο.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Από τον οποίο θα κρατήσουμε το «μεγάλο».

Δηλαδή το καλύτερο δυνατό εκλογικό αποτέλεσμα. Διότι, αν θέλουμε να μιλήσουμε με πραγματικούς όρους, ακόμη και αυτού του είδους η σύνθεση, το μπουκέτο, δεν μπορεί να είναι εφικτή.

Θα έπρεπε να κάτσουμε και να δούμε πόσο αριστερή είναι η κυβέρνηση (και ο ΣΥΡΙΖΑ), όχι σε θέσεις και διακηρύξεις, ούτε σε προθέσεις και στόχους, αλλά σε εφαρμοσμένη πολιτική, αφού τώρα πια ξέρουμε.

Έχουμε δει όλα τα μέτρα που ψήφισε στη Βουλή, έχουμε δει όλους τους χειρισμούς της σε σχέση με τη στήριξη των θεσμών, τον σεβασμό στη διάκριση των εξουσιών, την ευαισθησία στα ανθρώπινα δικαιώματα…

Έχουμε δει πώς αντιμετωπίζει τη διαφορετική έκφραση, πώς αντιλαμβάνεται τις ίσες ευκαιρίες, πώς αξιολογεί το ηθικό πλεονέκτημα, πώς προβάλλει τη δική της αισθητική αντίληψη για τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας.

Μια κεντροαριστερά, λοιπόν, που είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τη συνεύρεση ή το αριθμητικό (εκλογικά) άθροισμα κάποιων κεντρώων με κάποιους αριστερούς, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί από ανθρώπους που δεν την αντιλαμβάνονται έτσι.

Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε μια κεντροαριστερά… αλατοπίπερο ή ρυζόγαλο. Διότι κάποιος πρέπει να είναι το κέντρο και κάποιος η αριστερά. Άντε να τους βρεις!
 Σαν να λέμε γατόσκυλο!

Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

190301 ΓΟΝΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Σκηνές από ένα μέλλον…

Όχι και τόσο μακρινό, όσο φαντάζεται κάποιος. Αν σκεφτεί ότι για ορισμένους είναι ήδη παρόν… Ωστόσο θα σας καλέσω «να το κάνετε εικόνα» (για να δείξω ότι ξέρω να χρησιμοποιώ και εκφράσεις της μόδας).

Δίνει κάποιος επώνυμος συνέντευξη και η ερώτηση είναι σχετική με την καταγωγή του. Τότε εκείνος απαντά: «Από την πλευρά τού υπ’ αριθμόν ένα γονιού μου, είμαι Θρακιώτης. Κρατάω όμως και από την Κρήτη.

Από την οποία ήρθαν οι γονείς τού υπ’ αριθμόν δύο γονιού μου. Βέβαια, και του υπ’ αριθμόν ένα παππού μου ο υπ’ αριθμόν δύο γονιός ένα ήταν Μικρασιάτης˙ μόνο ο υπ’ αριθμόν ένα ήταν Κρητικός, οπότε… τρέχα γύρευε».

Το «τρέχα γύρευε» αυτό, που μας έρχεται από το μέλλον, πάει στην πολυσύνθετη καταγωγή του ανθρώπου που έδωσε τη συνέντευξη. Υπάρχει όμως, όπως καταλαβαίνετε, και ένα άλλο τρέχα γύρευε.

Είναι αυτό που έχει να κάνει με την αντικατάσταση των λέξεων πατέρας και μητέρα, παππούς και γιαγιά, με… αύξοντες αριθμούς, όπως επιβάλλει η πολιτική ορθότητα, και ο νόμος, πλέον, στη Γαλλία.

Όπου, προκειμένου να μην έρχονται σε δύσκολη θέση τα παιδιά των οποίων οι γονείς είναι του ίδιου φύλου, αυτά  (δηλαδή όλα τα παιδιά) δεν θα δηλώνουν όνομα πατέρα και όνομα μητέρας, αλλά γονιού υπ’ αριθμόν ένα και δύο.

Στο σημείο αυτό, και πριν συνεχίσω, δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό να ρωτήσω και γιατί να σταματάμε στο δύο; Αν αύριο τρεις ή τέσσερις άνθρωποι ανεξαρτήτως φύλου, θέλουν να συστήσουν οικογένεια και να «αποκτήσουν» ένα παιδί;

Πώς γίνεται με τις θρησκείες εκείνες που ένας σύζυγος έχει πολλές συζύγους, διαφορετικού από του δικού του φύλου (για την ώρα); Γιατί να μην μπορεί να γίνει το ίδιο και με ανθρώπους του ιδίου φύλου;

Άρα, δεν είναι καθόλου απίθανο, στο εγγύς μέλλον, να δούμε οικογένειες πολλών γονέων τού ιδίου φύλου. Και τότε να είστε βέβαιοι ότι θα χρειαστούμε αριθμούς ≥2 (για να σας θυμίσω και τα μαθηματικά του Σχολείου) προκειμένου να τους απαριθμήσουμε.

Ας αφήσουμε όμως τα μελλοντικά σενάρια, έστω και αν δεν φαίνομαι πολύ μακρινά, και ας έρθουμε στο εκεί και τώρα, όπου «εκεί» είναι η Γαλλία. Να είτε βέβαιοι όμως ότι η μόδα θα έρθει και εδώ.

Το άλλο πουλάκι:
Καταλαβαίνω ότι υπάρχει πρόβλημα.

Όταν έχεις δυο γονείς που ο ένας λέγεται Πολ και ο άλλος Αντουάν, ή Κατρίν η μία και Ιζαμπέλ η άλλη, πώς είναι δυνατόν να συμπληρώσεις σωστά τα κουτάκια που να λένε «όνομα πατέρα» και «όνομα μητέρας»;

Σας ρωτάω όμως. Λύνεται το πρόβλημα αυτό αντικαθιστώντας τα συγκεκριμένα κουτάκια με άλλα που θα γράφουν όνομα γονέα νο 1 και νο 2 αντίστοιχα; Είδατε που κι εγώ την πάτησα; Γιατί είπα «αντίστοιχα»;

Για ποιο λόγο το νο 1να αντιστοιχεί στον πατέρα και όχι στη μητέρα; Η αρίθμηση, είτε μας αρέσει είτε όχι, δίνει την έννοια της… τακτικότητας. Γιατί να είναι η Κατρίν το νο 1 και όχι η Ιζαμπέλ.

Πιστεύω πως υπάρχει λύση, τη θεωρώ πολύ απλή, και απορώ μάλιστα πως δεν πέρασε από τον νου του γάλλου νομοθέτη. Δεν χρειάζεται να υπάρχουν δύο κουτάκια για συμπλήρωση, αλλά μόνο ένα.

Το οποίο, εννοείται, να χωρά δύο (ή και περισσότερα, για το μέλλον) ονόματα. Θα αναγράφει δε, πολύ απλά, «ονόματα γονέων». Και εκεί ο καθένας μπορεί να γράφει τα ονόματα των γονιών του… συνδεδεμένα!

Εννοώ με τον συμπλεκτικό σύνδεσμο «και» ανάμεσα, προς αποφυγήν άλλων παρεξηγήσεων. Διότι μπορεί κάποιος από τους γονιούς να έχει περισσότερα από ένα ονόματα. Ας κάνουμε ένα παράδειγμα στον πίνακα:

Όταν στο τετραγωνάκι «ονόματα γονέων» ενός… συνηθισμένου παιδιού γράφει Αλέξανδρος Νικηφόρος και Μαρία, σημαίνει πως ο ένας γονιός (ο πατέρας στο παράδειγμά μας) λέγεται Αλέξανδρος Νικηφόρος, ενώ η μητέρα (πάντα στο παράδειγμα) Μαρία.

Αν (άλλο παράδειγμα) γράφει Ειρήνη και Ελπίδα σημαίνει πως ο ένας γονιός… Όπα! Είδατε που κι εδώ υπάρχει πρόβλημα; Μπορούμε να πούμε «η μία γονιός»; Δεν μπορούμε. Για την ώρα, έτσι;

Τέλος πάντων, έξυπνοι άνθρωποι είστε, φαντάζομαι καταλάβατε την πρόταση με τα δύο (ή περισσότερα, στο μέλλον) ονόματα, στο ίδιο τετραγωνάκι, και τον συμπλεκτικό σύνδεσμο «και» ανάμεσά τους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ποιος πληρώνει τις επιλογές μας;

Για να το δούμε γενικότερα, φίλοι μου, η ζωή μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αλυσίδα από επιλογές. Όσο είμαστε μικροί τις κάνουν άλλοι για εμάς και όταν ενηλικιωθούμε αποφασίζουμε, υποτίθεται, μόνοι μας.

Κάθε επιλογή, από το πώς θα ντυθούμε και το πώς θα μιλήσουμε σε μια δημόσια εμφάνισή μας, μέχρι το ποιο επάγγελμα θα ακολουθήσουμε και τι είδους οικογένεια θα κάνουμε, αν θα κάνουμε, έχει ένα κόστος.

Κόστος, για να μην παρεξηγούμαστε, σημαίνει και αποδοχή, κοινωνική επιβράβευση, καταξίωση, αλλά και αποδοκιμασία, ειρωνικά σχόλια και πιθανώς χλεύη. Αυτό καλούμαστε να το απολαύσουμε ή να το πληρώσουμε οι ίδιοι.

Αν εγώ, στο όνομα της έκφρασης μια ιδιαιτερότητας, πηγαίνω παντού ξιπόλητος, δεν μπορώ να απαιτήσω και από τους άλλους να κάνουν το ίδιο, για να μην υφίσταμαι κοινωνική απομόνωση και αισθάνομαι μειονεκτικά.

Βεβαίως και η πολιτεία πρέπει να φροντίζει ώστε οι διαφορετικότητες να γίνονται αποδεκτές, (δεν μπορεί να με αναγκάσει να φοράω παπούτσια), χωρίς όμως να υποχρεώνει τους πολλούς να πληρώνουν το κόστος.

Το αν ένα παιδί, που οι γονείς του λέγονται Στέφανος και Βασίλης, θα αντιμετωπίσει δυσκολίες στο Σχολείο, είναι κάτι που πρέπει, πρωτίστως, να απασχολήσει τον Στέφανο και τον Βασίλη.

Και μετά, φυσικά, όλους εμάς.
 Να δεις που δίνουμε και λύσεις!

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

190211 ΓΛΩΣΣΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Να ανησυχείτε!

Όταν ακούτε ότι υπάρχει «παγκόσμια μέρα» για τον «εορτασμό» κάποιου πράγματος, τότε να ξέρετε ότι κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτό. Ότι, αν δεν κινδυνεύει άμεσα, τουλάχιστον βρίσκεται σε… σοβαρή κρίση.

Δείτε για παράδειγμα τις διάφορες παγκόσμιες ημέρες για περιβαλλοντικά ζητήματα, για ασθένειες, για ευπαθείς ομάδες, για προβλήματα που αξίζουν την προσοχή μας, όμως εμείς την έχουμε στραμμένη αλλού. 

Ναι, θα πει κάποιος, υπάρχουν όμως και παγκόσμιες ημέρες για το θέατρο, τη μουσική… Θα του απαντούσαμε ότι και αυτά δεν μπορούν να περηφανεύονται ότι διάγουν τις καλύτερες στιγμές της ιστορίας τους.

Σε κάθε περίπτωση, μια παγκόσμια ημέρα μάς λέει ότι χρειάζεται να σκύψουμε πάνω από το αντικείμενο εορτασμού και να δούμε τι ανάγκες έχει και πώς μπορούμε να βοηθήσουμε ώστε να γίνει καλύτερο.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν αισθανθήκαμε και πολύ όμορφα όταν, ανοίγοντας τον υπολογιστή προχθές το Σάββατο, θυμηθήκαμε ότι γιορτάζεται η Διεθνής Ημέρα για την Ελληνική Γλώσσα.

Γιατί επιλέχθηκε η 9η Φεβρουαρίου; Διότι (πόσοι, άραγε χρήστες της ελληνικής γλώσσας το θυμόμαστε αυτό;) είναι η μέρα που πέθανε ο Διονύσιος Σολωμός, ο αποκαλούμενος και «εθνικός μας ποιητής».

Η καθιέρωση της ημέρας ελληνικής γλώσσας είναι, φαντάζομαι, μια καλή ευκαιρία να γνωρίσουν ακόμη περισσότεροι ότι ο Σολωμός δεν ονομάστηκε εθνικός ποιητής επειδή έγραψε τον «ύμνο προς την Ελευθερία».

Όπως ακριβώς και ο Νικόλαος Μάντζαρος δεν είναι ο εθνικός μας συνθέτης. (Αν υπάρχει κάποιος τέτοιος, θα έλεγα ότι μάλλον είναι ο Βασίλης Τσιτσλανης˙ άσχετο.) Ο Σολωμός θεωρείται εθνικός ποιητής για άλλους λόγους.

Ένας από αυτούς είναι η σχέση του με τη γλώσσα του λαού, την οποία οφείλει να χρησιμοποιεί και να καλλιεργεί ένας ποιητής, σε αντίθεση με εκείνη που χρησιμοποιούσαν οι «σοφολογιότατοι» της εποχής του.

Το άλλο πουλάκι:
Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη ημέρα!

Η οποία, όμως, δεν είναι και τόσο παγκόσμια ή διεθνής, όσο λέει το όνομά της. Θα λέγαμε ότι τείνει προς τα εκεί, ότι το να γίνει μια τέτοια μέρα είναι ο ευγενής πόθος εκείνων που την εμπνεύστηκαν.

Συγκεκριμένα, η ημέρα αυτή… πήρε ΦΕΚ με κοινή απόφαση των υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών και Παιδείας, μόλις στις 24 Απριλίου του 2017. Μιλάμε, δηλαδή, για πολύ πρόσφατη υπόθεση.

Είναι η δεύτερη χρονιά φέτος που τη γιορτάζουμε και γι’ αυτό ίσως δεν έχει λάβει ακόμη την αίγλη που θα περίμενε κάποιος. Αφήστε που εκκρεμεί η αναγνώρισή της από τους διεθνείς οργανισμούς.

Διότι, μπορεί εμείς να την ονομάσαμε «διεθνή» ημέρα, αυτό όμως, όπως καταλαβαίνετε, δεν αρκεί ώστε να αναγνωριστεί ως τέτοια. Θα πρέπει να το πει και κανένας ΟΗΕ και καμιά ΟΥΝΕΣΚΟ, κάτι πιο… παγκόσμιο τέλος πάντων.

Τη δύσκολη δουλειά να «ψήσει» αυτούς τους οργανισμούς ανέλαβε, σύμφωνα με την απόφαση που αναφέραμε πριν, το υπουργείο Εξωτερικών. Και, αν κρίνουμε από άλλες πρόσφατες επιτυχίες του…

Αξίζει μάλιστα εδώ, για να καταλάβουμε πόσο είναι το πραγματικό ενδιαφέρον των ελληνικών φορέων για τη γλώσσα μας, να πούμε ότι η πρωτοβουλία για την καθιέρωση μιας τέτοιας ημέρας δεν είναι… ελληνική.

Δηλαδή ελληνική είναι, όχι όμως ελλαδική. Προέρχεται από την Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων της Ιταλίας, οι οποίοι είχαν την ιδέα και υπέβαλαν την πρόταση για την ημέρα αυτή. Ύστερα ανέλαβαν οι δικοί μας.

Όπως όμως είπαμε στην αρχή, το φαινόμενο είναι ανησυχητικό, αφού η καθιέρωση της ημέρας για την ελληνική γλώσσα το μόνο που κάνει είναι να επισημοποιεί την άποψη ότι αυτή κινδυνεύει.

Προσέξτε! Μακριά από εμάς απόψεις τού τύπου «η γλώσσα μας δεν χρησιμοποιείται όπως παλιά και δέχεται συνεχώς νέους όρους και επιδράσεις από την αγγλική (αμερικάνικη), άρα κινδυνεύει να χαθεί».

Εμείς πιστεύουμε ότι ο γλώσσα μας, όντας ένας ζωντανός οργανισμός, κακοποιείται και υποφέρει από εμάς τους χρήστες της. Γιατί; Κυρίως διότι δεν μας ενδιαφέρει να τη χρησιμοποιήσουμε σωστά.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Φάνηκε η γύμνια μας!

Όσο οι άνθρωποι δεν γράφαμε, αλλά επικοινωνούσαμε κυρίως -αν όχι αποκλειστικά- προφορικά, δεν ήταν εμφανές το πόσο λάθος χρησιμοποιούμε τη γλώσσα μας. Από τη στιγμή που πιάσαμε το πληκτρολόγιο…

Διότι, συν τοις άλλοις, τα γραπτά όχι απλώς μένουν, αλλά μπορούν να μεταφέρονται αυτούσια μέσω των κοινοποιήσεων. Έτσι τα εκφραστικά, τα συντακτικά και τα ορθογραφικά μας λάθη κάνουν τον γύρο του διαδικτύου.

Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι, για την συντριπτική πλειονότητα των χρηστών της γλώσσας, η εικόνα ενός κειμένου τους δεν τους ενδιαφέρει καθόλου. Διότι, άλλο να κάνεις λάθη –όλοι κάνουμε- και άλλο να… καμαρώνεις γι’ αυτά.

Θυμάμαι που μας έλεγαν οι δάσκαλοι στο Σχολείο να μάθουμε καλή ορθογραφία, διότι, αν θα χρειαστεί να γράψουμε κάτι, να μην ντρεπόμαστε για τα λάθη μας. Ε, εμείς κρατήσαμε μόνο αυτό το τελευταίο.

Και όχι μόνον δεν ντρεπόμαστε, αλλά γιορτάζουμε και τη Διεθνή Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, χωρίς να σκεφτούμε ότι ένας τέτοιος εορτασμός θα απαιτούσε, πρωτίστως, το ενδιαφέρον μας για όσο το δυνατόν πιο σωστή χρήση της.

Κατά τα άλλα, καμαρώνουμε που η ελληνική γλώσσα, κατά τον καθηγητή Μπαμπινιώτη «μιλιέται αδιάλειπτα εδώ και 40 αιώνες, ενώ επί 28 αιώνες γράφεται με την ίδια γραφή και το ίδιο ελληνικό αλφάβητο και επί 24 αιώνες γράφεται με την ίδια ορθογραφία».

Ποια ορθογραφία, κύριε καθηγητά;
Άλλη μια μέρα δίχως σκοπό!

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

190108 ΣΠΑΤΑΛΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ρε, λέτε να είχε δίκιο;

Για τον πρωθυπουργό μας λέω. Ο οποίος, βέβαια, σπανίως έχει δίκιο, κι αυτό, όταν συμβαίνει, το βλέπουμε να έρχεται κατόπιν εορτής, όταν τελειώνουν οι αυταπάτες, οι εξυπνακισμοί και τα ψευτονταηλίκια.

Δεν θέλω να αναφερθώ σε χαρακτηριστικά παραδείγματα, είναι γνωστά αυτά, αρκεί να δει κανείς και να σκεφτεί την επίσκεψη της κυρίας Μέρκελ, αυτές τις μέρες, στη χώρα μας. Ας μη ξεφεύγουμε όμως από το θέμα μας.

Θεωρώ ότι ο Αλέξης Τσίπρας είχε δίκιο στην περίφημη εκείνη συζήτησή του με γυναίκα από τα «καμένα», κατά τη «μυστική» και μυστικοπαθή επίσκεψή του στο Μάτι, ανήμερα της απεργίας στα ΜΜΕ.

Τότε που της είπε «και να έπαιρνες δύο χιλιάδες ευρώ, δεν θα γινόταν τίποτα, θα τα σκόρπαγες αυτά τα χρήματα, θα τα χάλαγες». Έρχεται, λοιπόν, να αποδειχθεί, για άλλη μια φορά, πως ο πρωθυπουργός είχε δίκιο.

Προσέξτε, γιατί διαβλέπω έναν κίνδυνο να μπερδευτούμε, γι’ αυτό ας το ξαναπιάσουμε από την αρχή. Δεν αποδεικνύεται ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει δίκιο για άλλη μια φορά. Όχι! Αυτό το ξεκαθαρίσαμε από την αρχή.

Αποδεικνύεται και πάλι, όπως συνέβη πολλές φορές στο παρελθόν, ότι έχει δίκιο… στη συγκεκριμένη εκτίμησή του: Τα λεφτά τρώγονται, ξοδεύονται, αν θέλετε σπαταλιούνται, χωρίς να καταλάβεις ότι πέρασαν από τα χέρια σου.

Παρεμπιπτόντως: Όσο κι αν του δίνω δίκιο για τη συγκεκριμένη ρήση του, θεωρώ απαράδεκτο το γεγονός ένας πρωθυπουργός να απευθύνεται σε πολίτη της χώρας του, οποιονδήποτε πολίτη, στον Ενικό.

Μπορεί να ακούσετε διάφορα, ότι η χρήση του Πληθυντικού είναι μια ξενόφερτη συνήθεια και δεν συνηθίζονταν στη δική μας γλώσσα, όμως, καλώς η κακώς, έχει συνδεθεί με την ευγένεια και τον σεβασμό προς το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεσαι.

Μεταφέρω από το πολύ ενδιαφέρον «συνΙστολόγιο – αναΜόρφωση»: «Ο πληθυντικός ευγενείας, ακόμη κι αν μας επιβλήθηκε από τους φραγκολεβαντίνους του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, διατηρήθηκε και επιβάλλεται σήμερα όχι για λόγους ιστορικούς αλλά για λόγους επικοινωνιακούς (δηλαδή δεν μπορεί να καταργηθεί ούτε γι’ αστείο!).

Αποτελεί μάλιστα ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο της γλωσσικής μας επικοινωνίας. Μπορούμε να παραιτηθούμε από αυτό κάποτε και ανάλογα με την περίσταση, σε ορισμένες περιπτώσεις η χρήση του ενδέχεται και να είναι εντελώς ακατάλληλη/γελοία, αλλά σε κάθε περίπτωση παραμένει η μόνη μας αρχική επιλογή.

Ο γλωσσικώς ορθόδοξος και δήθεν «ελληνικότερος» ενικός δεν μπορεί να βρει έδαφος πραγμάτωσης στην νεοελληνική επικοινωνιακή πραγματικότητα: Γιατί δεν είναι ούτε «νεο-ελληνικώς έγκυρος» ούτε και επικοινωνιακώς εύστοχος. Και κυρίως, γιατί δεν είναι… ευγενής!»

Το άλλο πουλάκι:
Το καταλάβατε;

Μπορούμε τώρα να επανέλθουμε. Πώς πάτε από χρήμα αυτές τις μέρες; Για να μην το κάνουμε πολύ προσωπικό, ελάτε να ρωτήσουμε την αγορά. Αυτή ξέρει πολύ καλά τι λεφτά υπάρχουν στις τσέπες μας.

Για παράδειγμα, το κατάλαβε πρώτη και καλύτερη, όταν, λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, έπεσαν μαζεμένα, και αρκετά πριν την ώρα τους, συντάξεις και μισθοί και επιδόματα και βοηθήματα και διάφορα αναδρομικά!

Καλά και άγια όλα αυτά, όμως έπρεπε να συνοδεύονται με μια πολύ έντονη προειδοποίηση: «ΠΡΟΣΟΧΗ! Τώρα θα ξαναπιάσετε λεφτά στα χέρια σας, όσοι πιάσετε, στο τέλος Ιανουαρίου!» Όχι ότι θα άλλαζε δηλαδή τίποτε…

Διότι, πάνω κάτω, το ίδιο σενάριο διαδραματίζεται, χρόνια τώρα, με μισθωτούς και συνταξιούχους και κανείς δεν φαίνεται να διδάσκεται κάτι από αυτό. Εξ ου και η «δικαίωση» του πρωθυπουργού και της εκτίμησής του περί σπατάλης.

Βέβαια, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, εμείς οι παλιοί μισθωτοί και συνταξιούχοι –αλλά όχι μόνον αυτοί- είμαστε και κάπως κακομαθημένοι, από την εποχή (αλήθεια, πόσο μακρινή μας φαίνεται!) που γέμιζαν οι τσέπες μας με τα «δώρα».

Οι περισσότεροι μάλιστα είχαμε βάλει τέτοιες μέρες και την εξόφληση άλλων λογαριασμών, κάτι ασφάλειες αυτοκινήτου, κάτι κάρτες, κάτι δανεικά και τώρα που περιοριζόμαστε απλώς στον μισθό μας, τα Χριστούγεννα περνούν δύσκολα.

Διότι, κακά τα ψέματα, χρονιάρες μέρες, όλο και κάτι παραπάνω θα προκύψει. Λίγο τα δώρα, λίγο τα κάλαντα των παιδιών, λίγο το εορταστικό τραπέζι, καμία επίσκεψη, καμιά έξοδος, καμιά βόλτα…

Έτσι, με τη λογική «ας πάει και το παλιάμπελο», φτάνουμε τις πρώτες μέρες του νέου έτους «ταπί και ψύχραιμοι». Ειδικά ψύχραιμοι, όταν ο καιρός είναι όπως των τελευταίων ημερών και η ανάγκη για θέρμανση αυξάνεται…

Θεωρώ πως οικονομικά, για μισθωτούς και συνταξιούχους, ο Ιανουάριος είναι ο πιο δύσκολος και πιο… μακρύς μήνας του έτους. Κι αυτό γιατί… και δύο και τρία χιλιάρικα να μας έδιναν θα τα ξοδεύαμε, θα τα σπαταλάγαμε.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ενώ αν δεν τα είχαμε…

Εννοώ αν μας έδιναν μισθούς και συντάξεις κανονικά, στο τέλος του Δεκεμβρίου, και τα διάφορα επιδόματα αν δίνονταν μετά τις γιορτές, μέσα στις παγωνιές του Γενάρη, αυτός θα ήταν πολύ πιο εύκολος.

Το κακό είναι ότι τώρα ξεκινούν και οι εκπτώσεις, η αγορά περιμένει να «αναθερμανθεί», δηλαδή να μας πάρει και τα ρέστα, τα οποία όμως δεν υπάρχουν. Θα βλέπουμε τις χαμηλές τιμές και τις προσφορές και θα μένουμε με την όρεξη.

Μέχρι να αποκτήσουμε κι εμείς τη σοφία που είχαν οι γονείς μας, άνθρωποι που μεγάλωσαν σε πραγματικά δύσκολα χρόνια, και ήξεραν να διαχειρίζονται συνετά τα χρήματά τους.
Μέχρι τότε, θα δικαιώνεται ο Αλέξης Τσίπρας.

Είπαμε˙ στη συγκεκριμένη εκτίμησή του.
 Παγωνιά!