ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

190408 ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τοποθέτηση προϊόντος!

Πρέπει να προσέχουμε τι λέμε, σε τι αναφερόμαστε, πώς μιλάμε για κάποια πράγματα, διότι μπορεί, χωρίς να το καταλάβουμε, να διαφημίσουμε προϊόντα και να θεωρηθεί ότι τα προωθούμε με «μαύρους» τρόπους.

Όταν λες «τρία έψιλον», το μυαλό του άλλου πάει κατ’ ευθείαν σε γνωστή εταιρεία. Πού να ξέρει ότι τα τρία έψιλον αποτελούν για σένα κριτήρια επιλογής των συνεργατών σου; Πρέπει να το ξεκαθαρίσεις.

Και εμείς; Που θέλουμε να σχολιάσουμε αυτό το γεγονός; Δεν είμαστε κι εμείς υποχρεωμένοι να αναφέρουμε εξ αρχής ότι δεν διαφημίζουμε τίποτε, αλλά μιλάμε, στην πραγματικότητα, για… αξιολόγηση;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, αφού έχουμε πολλά να πούμε σήμερα και μπορεί να μην μας φτάσει η ώρα. Επιλέγει, λέει, ο κύριος Μπόλαρης τους συνεργάτες του με βάση τρία κριτήρια.

Πολύ καλά κάνει και, μέχρι εδώ, με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Μόνο που πρέπει να εντοπίσω την πρώτη αντίφαση. Όταν βάζεις κριτήρια επιλογής, δεν κάνεις κάποιου είδους αξιολόγηση; Κάνεις.

Καλό είναι όμως να το έχεις στον νου σου και να μιλάς ξεκάθαρα, όταν γίνεται λόγος για αξιολόγηση στο Δημόσιο. Διότι ο καθένας, είτε ως προϊστάμενος, είτε ως πολίτης, θα ήθελε ο υπάλληλος με τον οποίο συναλλάσσεται να πληροί κάποιες προϋποθέσεις.

Όταν όμως δηλώνεις κατά της αξιολόγησης, μπορεί ο άλλος να μην διαθέτει κανένα από τα τρία έψιλον, από τα πέντε ζήτα ή από τα εφτά ρο που εσύ θέτεις, αλλά να είσαι υποχρεωμένος να τον υποστείς.

Αυτό είναι το ένα. Περνάμε τώρα στο δεύτερο. Το ένα από τα τρία έψιλον είναι η «επιστημοσύνη». (Τα άλλα δύο είναι η εργατικότητα και η εξυπνάδα, όμως καλύτερα να μην ασχοληθούμε σήμερα με αυτά.)

Τι είναι η επιστημοσύνη; Πρόκειται, μας λέει η Πύλη για την ελληνική γλώσσα (ΛΚΝ), για την «ιδιότητα του επιστήμονα καθώς και το σύνολο των επιστημονικών γνώσεων που αυτός έχει».

Το άλλο πουλάκι:
Δεν βγάλαμε άκρη.

Διότι θα πρέπει τώρα να βρούμε ποιος ακριβώς είναι επιστήμονας και τι χαρακτηριστικά έχει. Ας παραμείνουμε στο ίδιο λεξικό. Επιστήμονας είναι αυτός που: α. έχει σπουδάσει σε ανώτατη σχολή και έχει πάρει το σχετικό πτυχίο.

Εδώ τίθεται όπως καταλαβαίνετε, ένα ζήτημα. Τι γίνεται με τις ανώτερες σχολές που έγιναν με μια υπουργική υπογραφή ανώτατες; Οπωσδήποτε πάντως δεν μπορεί να λογίζεται επιστήμονας κάποιος με απολυτήριο Λυκείου.

Πάμε να δούμε και το β. αυτός που γνωρίζει σε βάθος το αντικείμενο μιας επιστήμης και με την εργασία του (έρευνα, δημοσιεύσεις κ.λπ.) συμβάλλει στην ανάπτυξή της. Εδώ τίθεται ένα δεύτερο ζήτημα.

Μπορούν οι φωτογραφίες που ανεβάζει κάποιος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να θεωρηθούν «δημοσιεύσεις»; Συμβάλλει με τη δημοσίευση τέτοιων φωτογραφιών στη ανάπτυξη κάποιου πράγματος;

Πάμε όμως και στο γ. ως υπερβολικός χαρακτηρισμός, για κάποιον που γνωρίζει καλά ορισμένο αντικείμενο ή ασκεί σωστά ορισμένη δραστηριότητα. Μπορούμε, για παράδειγμα, να πούμε ότι ο Κώστας είναι επιστήμων στο τάβλι.

Εδώ τώρα το πράγμα μπερδεύεται ακόμη περισσότερο. Διότι το ποιος είναι επιστήμων και σε τι ακριβώς είναι πολύ δύσκολο να το συμφωνήσουμε. Αφήστε που ο καθένας μπορεί να έχει πολύ μεγάλη ιδέα για το… τάβλι που παίζει.

Όσο για την επιστημονική μέθοδο… εκεί είναι που γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα που επεσήμανα πρόσφατα και είναι από τον χώρο του κινηματογράφου, για να μην λέτε ότι σχολιάζω μόνο την πολιτική.

Γράφει ο άλλος σε ένα σάιτ για φίλους του σινεμά. «Είδα “το πράσινο βιβλίο”. Σιγά την ταινία. Ήταν αυτό φιλμ για Όσκαρ; Το… [μια άλλη ταινία] ήταν έξι με εφτά φορές καλύτερο. Και σιγά τον ηθοποιό που βραβεύτηκε».

Το ωραίο είναι πώς συνεχίζει: «Αυτή είναι η γνώμη μου. Και παρακαλώ όποιος έχει αντιρρήσεις και θέλει να με κράξει, να το κάνει με επιχειρήματα».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Επιστήμων ο άνθρωπος!

Μιλάμε για μια ταινία που απέσπασε τρία βραβεία Όσκαρ (και καλύτερης ταινίας) και περισσότερες από δέκα άλλες διεθνείς αναγνωρίσεις και βραβεύσεις. Που, αν την ψάξεις στο διαδίκτυο, σου λέει ότι άρεσε στο 94% των χρηστών.

Ο τύπος αυτός, λοιπόν, με ένα «σιγά την ταινία» και με ένα «η άλλη ήταν έξι με εφτά φορές (πώς τις μέτρησε;) καλύτερη», έκανε την… επιστημονική κριτική του και έχει το θράσος να ζητάει από άλλους επιχειρήματα.

Αυτό, φίλοι μου, είναι δυστυχώς ένα από τα πολλά παραδείγματα που παρατηρούμε καθημερινά γύρω μας. Δεν έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε επιχειρήματα και, αν θυμόσαστε το είχαμε επισημάνει και σε άλλη κουβέντα μας.

Όταν ακούμε ότι λείπει από τον δημόσιο λόγο αλλά και από τις ατομικές μας επιλογές η κοινή λογική, αυτό εννοούμε. Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει επιχείρημα, τεκμηρίωση μιας θέσης, ανάλυση των δεδομένων…

Στις επιλογές μας τον σημαντικότερο λόγο έχουν ο έντονος συναισθηματισμός και ο βολονταρισμός. Κρίνουμε με βάση συμπάθειες ή αντιπάθειες και πιστεύουμε ότι τα πράγματα θα αλλάξουν επειδή το θέλουμε πολύ, ή επειδή έτσι μας βολεύει.

Το κακό είναι ότι, μετά από όλα αυτά, δεν υπάρχει η δυνατότητα για στοιχειώδη αυτοκριτική. Αν δεν γίνει αυτό που περιμέναμε, φταίνε οι άλλοι που μας έχουν βάλει στο μάτι και μας καταδιώκουν επειδή…

Επειδή είμαστε καραμπουζουκλήδες! Το ότι εμείς επιλέγουμε συνεργάτες (ή αντιπροσώπους μας) με βάση την επιστημοσύνη που, προφανέστατα, οι εκλεκτοί μας δεν διαθέτουν, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο.
 Κοινός παραλογισμός!

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

190307 ΚΩΜΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ποιους ενοχλεί ο Αρκάς;

Είμαι στη δυσάρεστη θέση να σας πω ότι γνωρίζω τον Αρκά από το «Σιγά τ’ αυγά» και τα «Χοντρά Κόλπα». Δυσάρεστη, εννοώ, ηλικιακά, αφού ο γνωστός άγνωστος κωμικογράφος πρωτοπαρουσίασε τις ιστορίες του στις αρχές τα δεκαετίας το 1980.

Μείναμε τότε όλοι κατάπληκτοι από το έξυπνο, αυτοσαρκαστικό χιούμορ τού αποτυχημένου ερωτικά Κόκκορα, σε αντίθεση με το κυνικό και… παχύδερμο Γουρούνι, που το ήθελαν όλες για το κορμί του. 

Περιττό να πω πως όλοι στην παρέα ταυτιζόμασταν με τον Κόκκορα, ακόμη κι εκείνοι που είχαν (κάποιες) ερωτικές σχέσεις, αφού οι επιδόσεις του Γουρουνιού αποτελούσαν πρότυπο για κάθε πικραμένο εραστή.

Έκτοτε συνεχίσαμε να τον παρακολουθούμε με ενδιαφέρον σε όλες τις δουλειές του, τις οποίες αγοράζαμε πλέον σε λευκώματα, καθώς, συχνά, οι αρχικές δημοσιεύσεις γινόταν σε έντυπα που  δεν προτιμούσαμε.

Κοινό γνώρισμα όλου του έργου του το υψηλής ευφυΐας χιούμορ, ο απίστευτος κυνισμός των ηρώων του, κυρίως όμως ο αυτοσαρκασμός, ο οποίος βάζει τον αναγνώστη σε ένα ενδιαφέρον παιχνίδι αυτογνωσίας.

Στον υπέροχο θίασο των «τεράτων» που μας παρουσίασε, από το πανέξυπνο ποντίκι της φυλακής και το θρασύτατο σπουργίτι που ειρωνεύεται τον πατέρα του, μέχρι τη «σκύλα γάτα» Λουκρητία και τα πειραματόζωα…

Αναγνωρίσαμε όλοι, λίγο πολύ, καταστάσεις δικές μας, καθημερινές, παρατραβηγμένες όσο απαιτεί η εύστροφη σάτιρα, δεικτικές τόσο που να μας «νευριάζουν», χωρίς όμως να μας αφήνουν περιθώρια να διαφωνήσουμε.

Στους δε πιο… ανθρώπινους χαρακτήρες του, από τους αγγέλους του Παραδείσου και τις καταπιεσμένες κομμώτριες, μέχρι τον Προφήτη και τους μήνες, έστησε κυριολεκτικά απέναντί μας έναν καθρέφτη.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Αρκάς δεν παριστάνει ότι είναι ο καθρέφτης. Αυτός σού δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται μονίμως στην ίδια πλευρά με σένα, τον αναγνώστη, και καθρεφτίζεται στο ίδιο το δημιούργημά του.

Δεν ξέρω πόσοι από τους αναγνώστες του, εκείνους που τον γνώρισαν χάρη στο διαδίκτυο, συμμερίζονται αυτές τις απόψεις, αφού η νέα αυτή τεχνολογία έχει μια (να ήταν μόνο μια!) αδυναμία.

Το άλλο πουλάκι:
Είναι τζάμπα!

Όταν πληρώνεις για να αγοράσεις ένα βιβλίο, ένα λεύκωμα κόμιξ εν προκειμένω, ξέρεις πολύ καλά πού δίνεις τα χρήματά σου. Ξέρεις τι θα διαβάσεις και, σε γενικές γραμμές, συμφωνείς με το περιεχόμενο.

Όταν όμως αυτό σου προσφέρεται τζάμπα και, εξίσου σημαντικό, αποσπασματικά, τότε εμπλέκεσαι σε μια ιστορία που μπορεί να μην είναι του γούστου σου, αλλά τη βλέπεις συνεχώς μπροστά σου.

Αυτό, είναι φυσικό, να σε εκνευρίζει. Ειδικά όταν στόχος της σάτιρας των εικονογραφημένων αυτών ιστοριών είναι η κυβέρνηση που ψήφισες και ο πρωθυπουργός της καρδιάς σου. Τότε επιτίθεσαι στον δημιουργό τους για…

Αλήθεια, τι είναι αυτό που ενοχλεί όσους επιτέθηκαν στον Αρκά; Αναρωτιούνται για ποιο λόγο δεν έκανε πολιτική σάτιρα μέχρι σήμερα, αλλά θυμήθηκε να την κάνει τώρα, για να χτυπήσει αυτή την κυβέρνηση. Ε, και;

Αφήνω το γεγονός ότι δόθηκε μια απάντηση επ’ αυτού (το πράγμα έχει φτάσει στα άκρα με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση) όμως ακόμη κι αν δεν υπάρχει καμιά «δικαιολογία», τι σημαίνει αυτό;

Ότι ο Αρκάς, για να χτυπάει μόνο την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, είναι σίγουρα… νεοφιλελεύθερος δεξιός, άρα οτιδήποτε έχει δημιουργήσει μέχρι σήμερα είναι για πέταμα, αφού υπηρετεί τον συντηρητισμό;

Ας πούμε ότι είναι πράγματι έτσι. Ότι αύριο το πρωί αποκαλύπτεται το πραγματικό όνομα του Αρκά και μαθαίνουμε ότι (τι να πω;) κατεβαίνει υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό τι αλλάζει για το έργο του;

Θέλετε να το πάω παραπέρα; Αποκαλύπτεται και ότι εργάζεται ως έμμισθος υπάλληλος στο γραφείο του Κυριάκου Μητσοτάκη και δημιουργεί τα κόμιξ του κατόπιν παραγγελίας. Αυτό τι σημαίνει για την ποιότητα του έργου του;

Κατ’ αρχάς, εκείνοι που του επιτίθενται νομίσω ότι είναι οι τελευταίοι που πρέπει να κατακρίνουν τη στρατευμένη τέχνη. Πέρα όμως από τη στράτευση, θα έπρεπε να κρίνουν καθ’ αυτό το έργο του δημιουργού. 

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μπορεί να μην τους αρέσει.

Δικαίωμά τους. Όπως σ’ εμάς δεν αρέσουν τα (πολιτικά) αστεία με τις γριές που κάνουν το κοινό του Λαζόπουλου να ξεκαρδίζεται. Δεν αναρωτηθήκαμε όμως ποτέ γιατί δεν χτυπάει την εξουσία τώρα πια!

Κακά τα ψέματα, φίλοι μου. Ο Αρκάς μοιάζει με εκείνους τους παίκτες που τους βρίζεις επειδή βάζουν κάτι γκολάρες στην ομάδα σου και την έχουν κάνει αυτό που στο ποδόσφαιρο αποκαλούν «πελάτη» τους.

Τους βρίζεις, αλλά κατά βάθος αναγνωρίζεις ότι είναι παικταράδες, ότι μέσα στο γήπεδο «βγάζουν μάτια» και πολύ θα ήθελες να τους έχεις στη δική σου ομάδα. Δεν τους έχεις όμως και αυτό είναι που σε νευριάζει περισσότερο.

Ο Αρκάς είναι ένας τέτοιος σπουδαίος παίκτης. Η δουλειά του είναι αξιοζήλευτη, αποτελεί κόσμημα στο είδος της. Στο κάτω κάτω λέει με τον δικό του μοναδικό τρόπο πράγματα που προσπαθούν να πουν τόσοι άλλοι Έλληνες.

Και δεν τα καταφέρνουν. Ή, αν το κάνουν, δεν έχουν την απήχηση που έχουν τα σκίτσα του Αρκά. Διότι το ίδιο καυστικοί για την κυβέρνηση μπορεί να είναι και άλλοι, όμως τα λένε με εκτενέστατα κείμενα.

Ποιος κάθεται να διαβάσει εκατοντάδες λέξεις; Μια εικόνα όμως και έναν σύντομο διάλογο όλοι τα βλέπουν. Αν σε όλα αυτά διακρίνατε μια ζήλεια, πολύ σωστά τη διακρίνατε.
Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά;


Άσε που σου τη δίνει και η καλά κρυμμένη ανωνυμία!


Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

190225 ΦΩΝΑΚΛΑΔΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Αυτοί μας εκπροσωπούν;»

Το ερώτημα του φίλου τριγύριζε στο μυαλό μου όλο το βράδυ του Σαββάτου. Όπως και τα λόγια τού άλλου: «Μου φώναζαν “παλιογουρούνι, θα σε κάνουμε σαπούνι”˙ χρόνια είχα να ακούσω κάτι τέτοιο».

Τους συνάντησα και τους δύο το βράδυ του Σαββάτου στη θεατρική παράσταση «ο ξεπεσμένος δερβίσης υπό την βασιλικήν δρυν» και, ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες. Σκέφτηκα να σας μιλήσω για όσα μου είπανε.

Η Παρασκευή ήταν μια πολύ δύσκολη μέρα για μένα. Έχοντας μόνο μία ώρα ελεύθερο χρόνο, 7 με 8 το απόγευμα, σκέφτηκα να απολαύσω ένα καυτό κακάο και πετάχτηκα μέχρι την πλατεία, σε αγαπημένο στέκι.

Ξαφνικά, φωνές, ντουντούκες, «Μακεδονία ξακουστή», «ξυπνήστε, ρε», «όλοι στην πλατεία, για τη Μακεδονία», μου χάλασαν την ησυχία. Καθώς τέλειωνε και η ώρα μου σηκώθηκα να φύγω.

Τώρα ξέρω τι θα σκεφτούν κάποιοι. Εδώ πουλήθηκε κοτζάμ Μακεδονία, και αυτός λυπάται που δεν μπόρεσε να απολαύσει το κακάο του όπως ήθελε. Να σας πω όμως κι εγώ ότι μου τη δίνει αφάνταστα να μου φωνάζει ο άλλος «ξύπνα, ρε».

Ότι και καλά, εκείνος είναι ξύπνιος κι εγώ κοιμισμένος, ότι γνωρίζει πολύ καλύτερα από τον καθένα όχι μόνο ποια είναι τα προβλήματα, αλλά και πώς να διεκδικήσει τη λύση που αυτός έχει στο κεφάλι του.

Δεν λέω˙ μπορεί η δική του οπτική να είναι η σωστότερη. Αυτή όμως η νοοτροπία να θεωρείς τον εαυτό σου σαΐνι, ενώ όλοι οι άλλοι τρώνε κουτόχορτο, είναι από μόνη της επικίνδυνη. Τέλος πάντων…

Ήταν από εκεί και ο δρόμος μου, έτσι και πέρασα από τη συγκέντρωση. Το καλό είναι ότι εδώ είμαστε μικρή πόλη, γνωριζόμαστε μεταξύ μας, κι έτσι δεν χρειαζόμαστε κανένα Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων να μας πει τι συμβαίνει δίπλα μας.

Βλέποντας το μικρό (πολύ μικρό) πλήθος των συγκεντρωμένων αναρωτήθηκα ποιοι οργάνωσαν και πώς συντόνισαν αυτή τη διαμαρτυρία, και, κυρίως, πώς αναλαμβάνουν την ευθύνη να εκπροσωπήσουν τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών που διαφωνούν με τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Εδώ συναντήθηκε η σκέψη μου με το ερώτημα του πρώτου φίλου, αν και εκείνος, όπως μου είπε, μιλούσε περισσότερο για το ποιόν κάποιων «πρωτεργατών» που είδε στους συγκεντρωμένους, τους οποίους γνωρίζει και προσωπικά.

Το άλλο πουλάκι:
«Αυτοί μας εκπροσωπούν;»

Την άλλη μέρα είδα κι εγώ στο διαδίκτυο βίντεο με τις φωνές έξω από το Επιμελητήριο και κατάλαβα ότι η όλη συγκέντρωση αποσκοπούσε στο κράξιμο του υπουργού Τσακαλώτου που μιλούσε εκεί.

Για να πούμε και το άλλο, ρε παιδιά, είναι θλιβερή εικόνα να έρχεται υπουργός εν ενεργεία στην πόλη και να μιλά σε μικρή, κλειστή αίθουσα, σε αυστηρά περιορισμένο αριθμό στελεχών και φίλων του κυβερνώντος κόμματος.

Αυτοί ούτε να ενημερωθούν χρειάζονται, ούτε να πειστούν για όσα θέλει να τους πει ο υπουργός. Αφήστε που θα είναι εκεί και όταν αυτός -όπως και άλλοι πολλοί πριν- πιθανόν να βρίσκεται κάπου αλλού.

Παρ’ όλα αυτά, στην ομιλία βρέθηκε («για το χατίρι μια παλιά αγάπης», που τραγούδησε και ο Μιχάλης Μενιδιάτης, αν και εγώ προτιμώ την ερμηνεία της Πίτσας Παπαδοπούλου) και ο δεύτερος φίλος για τον οποίο σας μίλησα.

Αυτός που άκουσε από απόσταση αναπνοής τα περί «γουρουνιού» και «σαπουνιού», κουβέντες που δικαιολογημένα ξύπνησαν μέσα του μνήμες από άλλες εποχές. Τα «άκουσα» κι εγώ από την ασφαλή απόσταση του διαδικτύου.

Αν μπει κανείς να διαβάσει τα σχόλια που συνοδεύουν τις αναρτήσεις για την (αντι)συγκέντρωση διαμαρτυρίας στη Δράμα, τον πιάνει απελπισία. Άνθρωποι τόσο ένθερμοι πατριώτες που είναι έτοιμοι…

Να κρεμάσουν τους προδότες που πούλησαν τη Μακεδονία. Και που κάποιοι υπόσχονται ότι θα το κάνουν, όταν πάψει να τους προστατεύει (τους προδότες, ντε) ο νόμος και τα ΜΑΤ. Όταν δεν θα μπορούν να κρύβονται…

Μέχρι τότε όμως, κρύβονται οι ίδιοι (οι πατριώτες, ντε) στην ανωνυμία τού διαδικτύου, ή σε εκείνη τού (μικρού) πλήθους, μέσα από το οποίο μπορούν να βρίζουν και να απειλούν άλλους πολίτες, επειδή πήγαν σε μια ομιλία.  

Αφήστε που οι περισσότεροι κατηγορούν τους πολιτικούς (τους προδότες, ντε) ότι δεν τολμούν να κυκλοφορήσουν χωρίς ισχυρή παρουσία της Αστυνομίας. Και το ερώτημα προκύπτει αβίαστα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δηλαδή, τι θα κάνετε, ρε παιδιά;

Έτσι και δεν υπήρχε η Αστυνομία έξω από το Επιμελητήριο για να σας σταματήσει, ως πού θα φτάνατε; Θα μπαίνατε μέσα και… τι; Θα λιντσάρατε τον ομιλητή και τους παρευρισκομένους;

Το ερώτημα, λοιπόν, επανέρχεται; Αυτοί οι άνθρωποι εκπροσωπούν το μέγα πλήθος των πολιτών που δεν συμφωνούν με τους χειρισμούς της κυβέρνησης στο «μακεδονικό»; Γι’ αυτό μας καλούν να «ξυπνήσουμε»;

Για να αρχίσουμε κι εμείς να φωνάζουμε και να απειλούμε συμπολίτες μας ότι «θα τους κάνουμε σαπούνι»; Για να βρίζουμε και να καταριόμαστε τους πολιτικούς έτσι ώστε «να μην τολμούν να περπατήσουν στο δρόμο»;

Λυπάμαι, αλλά εγώ δεν θα ακολουθήσω. Όπως δεν ακολούθησα και τους διαφόρων ειδών «αγανακτισμένους», όταν και μεταξύ εκείνων υπήρχαν κάποιοι που πολύ κακώς τους αποκαλούμε θερμοκέφαλους.

Και λυπάμαι που θα στενοχωρήσω τον καλό φίλο που μου έκανε τη σχετική παρατήρηση, αλλά θα το επαναλάβω. Εμείς τα λέγαμε και τότε. Τέτοιου είδους αντιδράσεις μόνο σε σκοτεινούς δρόμους μπορούν να μας οδηγήσουν.

Αυτοί όμως τότε μιλούσαν για «ιερή αγανάκτηση» και για «αιτιολογημένη βία».
Να τώρα…
 Τουλάχιστον… αφρόλουτρο!

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

190219 ΜΙΚΡΟΚΟΜΜΑΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Μικροκομματικό όφελος!

Ακούμε πολύ συχνά –το ακούσαμε και πρόσφατα, με τη συζήτηση στη Βουλή για την αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος- το ένα κόμμα να κατηγορεί τα άλλα για προσπάθεια να αποκομίσουν μικροκομματικά οφέλη.

Για να ξεκινήσουμε την κουβέντα, εγώ δεν μπορώ να δω καμιά διαφορά ανάμεσα στο μικροκομματικό όφελος και στο μεγάλο κομματικό όφελος (δεν έχω υπόψη μου κάποια αντίστοιχη σύνθετη λέξη).

Ούτε καν με το απλό κομματικό όφελος, εκείνο δηλαδή που δεν είναι ούτε μεγάλο, ούτε μικρό, είναι το… συνηθισμένο. Για να σοβαρέψουμε όμως την κουβέντα, θα σας πω τι μου θυμίζει η όλη ιστορία.

Ήταν μια από τις πιο πετυχημένες γελοιογραφίες που έχω δει. Δυστυχώς, δεν θυμάμαι τον δημιουργό της, πρέπει όμως να τη διάβασα στην Αυγή, τότε ακόμη που η εφημερίδα σέβονταν τον εαυτό της και την ιστορία της.

Ήταν τα χρόνια που το χρηματιστήριο είχε πάρει την κατρακύλα και οι «επενδυτές» έχαναν καθημερινά χρήματα, υποτίθεται, στην αρχή, από τα κερδισμένα, όμως κανείς δεν έλεγε να φύγει ακόμη από το κόλπο.

Όλοι ήλπιζαν ότι κάτι θα γίνει και οι μετοχές, τουλάχιστον εκείνες στις οποίες είχαν επενδύσει οι ίδιοι, θα ξαναπάρουν τα πάνω τους, ώστε να μπορέσουν να ρεφάρουν. Τότε, λοιπόν, δημοσιεύτηκε η συγκεκριμένη γελοιογραφία.

Δυο «επενδυτές» συζητούν και λέει ο πρώτος: «Κάθε φορά που οι κερδοσκόποι κάνουν τα παιχνίδια τους, την πληρώνουμε εμείς οι… ψυχομανάκηδες». «Τι εννοείς;» τον ρωτάει απορημένος ο άλλος.

«Να, όλους εμάς που παίζουμε στο χρηματιστήριο για… την ψυχή της μάνας μας»!
Καταλάβατε τι σχέση έχει αυτή η αστεία ιστορία με το θέμα του μικροκομματισμού που συζητάμε σήμερα;

Κατηγορεί το ένα κόμμα τα άλλα ότι σκέφτονται και κινούνται με γνώμονα το κομματικό τους συμφέρον, λες και υπάρχει κάποιος άλλος λόγος για τον οποίο ένα κόμμα μπορεί να σκεφτεί ή να κάνει οτιδήποτε.

Για να μην παρεξηγηθώ, πρέπει να τονίσω ότι υπάρχει μια πολύ καλή δικαιολογία για τη στάση αυτή των κομμάτων. Στα μάτια των μελών τους, το κομματικό όφελος ταυτίζεται περίπου με το εθνικό.

Το άλλο πουλάκι:
Τι συμφέρει στη χώρα;

Μα, φυσικά, να κυβερνούμε εμείς, δηλαδή το κόμμα μας. Αυτός δεν είναι ο λόγος ύπαρξής του; Να κατακτήσει μια μέρα την εξουσία, για να εφαρμόσει το πρόγραμμά του που είναι το καλύτερο για τη χώρα;

Επομένως, ό,τι είναι καλό για το κόμμα, είναι καλό και για τη χώρα! Όταν κοιτάζουμε το μικροκομματικό μας συμφέρον, στην πραγματικότητα δεν κάνουμε άλλο από το να παλεύουμε για το συμφέρον της χώρας.

Λογικό φαίνεται. Είναι όμως έτσι; Διότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου προδήλως το συμφέρον ενός κόμματος δεν ταυτίζεται με εκείνο των πολιτών ή γενικότερα της χώρας. Και αυτό είναι εμφανές διά γυμνού οφθαλμού.

Βλέπουμε, για παράδειγμα, κάποιο κόμμα να παίρνει μια αντιπολιτευτική θέση, όχι επειδή διαφωνεί επί της ουσίας, αλλά απλώς και μόνο για να διαχωρίσει τη θέση του από εκείνη της κυβέρνησης.

Άλλες πάλι φορές βλέπουμε ένα κόμμα να λέει σήμερα κάτι και αύριο το ακριβώς αντίθετο. Τότε δικαίως αναρωτιέσαι σε ποια από τις δυο περιπτώσεις αγωνίζεται για το καλό της χώρας και σε ποια για το κομματικό.

Και, αν αυτό είναι λιγότερο ορατό στην τακτική των μικρών κομμάτων, γίνεται απολύτως ξεκάθαρο, όταν κάποιο κόμμα κατακτά την εξουσία και πρέπει όχι πλέον μόνο να λέει, αλλά και να εφαρμόζει τις ιδέες του.

Στα λεγόμενα, λοιπόν, κόμματα εξουσίας (και η ιστορία της κρίσης μάς έδειξε ότι, εν δυνάμει, όλα είναι τέτοια) βγάζει μάτι η προσπάθειά τους να κάνουν κάτι όχι για να βελτιωθεί η ζωή των πολιτών, αλλά για να κερδίσουν ψήφους.

Δικαίως βέβαια, θα αναρωτηθεί κάποιος καλόπιστος. Καλά, αν βελτιωθεί η ζωή, το βιοτικό επίπεδο και η καθημερινότητα των πολιτών, αυτό δεν θα φέρει και ψήφους στο κόμμα; Η απάντηση είναι σαφής: Όχι απαραίτητα!

Για πολλούς λόγους. Ο ένας είναι ότι οι πολίτες ποτέ δεν είναι αρκετά ικανοποιημένοι. Ο δεύτερος ότι συχνά εστιάζουν μόνο στα στραβά και ξεχνούν κάτι καλό. Ένας τρίτος ότι κάτι που είναι καλό για τους πολίτες δεν είναι απαραίτητα και για τη χώρα!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπάρχουν και άλλοι λόγοι.

Για παράδειγμα, επειδή υπάρχει (;) μια πίτα που πρέπει να μοιραστεί, κάτι που παίρνει ο ένας πιθανόν να το χάνει κάποιος άλλος. Γεγονός που μας επαναφέρει στο κεντρικό σημείο της συζήτησής μας.

Μπορεί ένα κόμμα να είναι εξίσου καλό ή συμφέρον για… όλους τους πολίτες; Αυτό το ερώτημα είναι κάτι που οι περισσότεροι τείνουν να το ξεχνούν. Κάποιοι δεν το κρύβουν και το λένε ανοιχτά.

Εμείς, λένε, αγωνιζόμαστε για τα πλατιά λαϊκά στρώματα, αυτά μας ενδιαφέρουν. (Το ζητούμενο είναι, βέβαια, να το αντιλαμβάνονται και αυτά και να ανταποδίδουν το ενδιαφέρον. Συνήθως δεν το κάνουν.)

Άλλοι δηλώνουν πως η πολιτική τους ευνοεί την δημιουργία πλούτου -γενικώς- από τον οποίο μπορούν να ωφεληθούν όλοι. Όχι εξίσου βέβαια, ο καθένας ανάλογα με τα προσόντα και την εργατικότητά του.

Υπάρχουν και άλλοι που υπόσχονται πως τον όποιο πλούτο θα τον μοιράσουν πιο δίκαια, ανάλογα με τις ανάγκες των πολιτών. Μόνο που δεν κάνουν σαφές με ποιον τρόπο ακριβώς αυτός θα παραχθεί.

Είδατε; Ξεκινήσαμε να μιλάμε για μικροκομματικό όφελος κα φτάσαμε στις διαφορές των κομμάτων, τα οποία όμως έχουν κάτι κοινό που τα ενώνει. Τι εννοείτε ποιο εννοούμε; Αφού σας το είπαμε!
 Μικρό, αλλά θαυματουργό.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

190218 ΜΠΟΛΙΒΑΡΙΑΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Βενεζουέλα ώρα μηδέν!

Το βράδυ του Αγίου Βαλεντίνου (καθένας και τα βίτσια του) κάθισα να δω μια δημοσιογραφική εκπομπή στο κρατικό κανάλι. Ο γνωστός δημοσιογράφος της ΕΡΤ Πάνος Χαρίτος βρισκόταν σε αποστολή στη Βενεζουέλα.

Μια Βενεζουέλα «με δύο Προέδρους και πολλές και διαφορετικές κρίσεις», όπως είπε. Συνομιλητής του ένας έλληνας καθηγητής Πανεπιστημίου στο Καράκας και πολιτικός αναλυτής, που βρίσκεται στη χώρα από το 2012.

Για να σας πω την αλήθεια, στην αρχή ήμουν πολύ δύσπιστος. Θεωρούσα βέβαιο πως η εκπομπή θα παρουσιάσει μια εικόνα κάπως πιο ειδυλλιακή (βλέπετε τι διακριτικά το λέω;) από ό,τι ισχύει στην πραγματικότητα.

Στο να σχηματίσω αυτή την εικόνα, πέρα από την γνωστή προκατάληψη απέναντι στην ΕΡΤ και τους κομματικούς δημοσιογράφους της, βοήθησε και η εισαγωγή που έκανε ο παρουσιαστής.

«Είχα μια άλλη εικόνα, όπως και πολλοί κάτοικοι της Ελλάδας», είπε, «και, όταν έφτασα εδώ… προσγειώθηκα σε μια διαφορετική πραγματικότητα». Τι εικόνα μπορεί να είχε, πέρα από την τραγική που παρουσιάζουν τα διεθνή Μέσα;

Επομένως, σκέφτηκα εγώ ο καχύποπτος, αυτός θέλει να μας πει τώρα ότι όλα όσα βλέπουμε τα τελευταία χρόνια είναι μια άθλια προπαγάνδα και πως εκείνο το οποίο ισχύει στην πραγματικότητα είναι διαφορετικό.

Τέλος πάντων, η δυσπιστία μου έφυγε μόλις άρχισε η συνέντευξη και ο καθηγητής προχώρησε σε μια κατατοπιστική ανάλυση σχετικά με αυτό το δίπολο εξουσίας που υπάρχει σήμερα στη Βενεζουέλα.

Δεν θέλω να σας κουράσω με αυτά τα θεσμικά, διότι εκείνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν, όταν η κουβέντα έφτασε στην οικονομία της χώρας, η τραγική εικόνα που παρουσιάστηκε και από τους δύο συνομιλητές.

Ειδικά ο καθηγητής, τουλάχιστον στο διάστημα που παρακολούθησα εγώ, ήταν καταπέλτης. Λέω στο διάστημα που παρακολούθησα διότι, πραγματικά, δεν άντεξα να ακούσω περισσότερα.

Ήταν βλέπετε και περασμένη η ώρα. Έψαξα όμως και βρήκα την εκπομπή και έτσι θα σας παρουσιάσω, με λίγα λόγια, τα κεντρικά της σημεία. Για να καταλάβετε, η σύγκριση γινόταν με την πείνα στην κατοχική Ελλάδα!

Το άλλο πουλάκι:
Το είπαν πολλές φορές.

Βέβαια, δεν πεθαίνει ο κόσμος στους δρόμους όπως τον χειμώνα του ’41, τόνισαν, αλλά η έλλειψη τροφίμων είναι τέτοια που δικαιολογεί από κάθε άποψη τον ορισμό της ανθρωπιστικής κρίσης.

Οι άνθρωποι έχασαν δέκα με δεκαπέντε κιλά τα τελευταία δύο χρόνια, όχι για λόγους υγείας, όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε, αλλά επειδή δεν υπάρχουν τρόφιμα στην αγορά. Και, αν υπάρχουν κάποια, δεν μπορούν να τα αγοράσουν.

Ψάχνουν βέβαια στα σκουπίδια, αλλά το ότι δεν πεθαίνουν από την πείνα οφείλεται στο ότι το κράτος μοιράζει κάποια τρόφιμα, μια φορά το μήνα ή σε κάποιες περιπτώσεις κάθε έξι εβδομάδες!

Το παρανοϊκό της ιστορίας είναι πως το πρόβλημα της πείνας θεωρείται ανύπαρκτο για τον Μαδούρο. Έξω από τα σύνορα της χώρας υπάρχουν κονβόι με μεγάλη ανθρωπιστική και επισιτιστική βοήθεια που… περιμένει.

Περιμένει την άδεια της κυβέρνησης για να εισέλθει στη χώρα και να ανακουφίσει τους πολίτες. Όμως ο Μαδούρο δεν το επιτρέπει, διότι θεωρεί πως κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με παραδοχή ότι η χώρα έχει ανάγκη.

Τι άλλο θυμάμαι; Α, ναι ότι «το νόμισμα έχει χάσει το 99,99% της αξίας του», πράγμα που επίσης μας παραπέμπει στη δική μας κατοχή και τα πληθωριστικά νομίσματα που κυκλοφορούσαν επί Τσολάκογλου.

Κάθε μία εβδομάδα διπλασιάζονται οι τιμές των προϊόντων, ενώ οι μισθοί, για όσους μπορούν να βρουν εργασία, είναι στα 8 με 9 ευρώ τον μήνα. Το είπαν σε ευρώ για να το καταλάβουμε κι εμείς καλύτερα.

Ο ίδιος ο δημοσιογράφος τόνισε ότι του έκανε εντύπωση πως η δουλειά των υπαλλήλων στα σούπερ μάρκετ δεν είναι να τροφοδοτούν τα ράφια με προϊόντα, αλλά να αλλάζουν τις τιμές, όπου αυτά υπάρχουν.

Μέσα στην ίδια μέρα μπορούν να αλλάξουν -δηλαδή να ανέβουν, για να εξηγούμαστε έτσι;- πολλές φορές οι τιμές των προϊόντων και οι υπάλληλοι δεν κάνουν άλλο από το να τις αλλάζουν στα ράφια.

Όπως τόνισε ο καθηγητής, τρόφιμα υπάρχουν και μάλιστα άφθονα για κάποιους. «Αλλά μήπως και στην Αθήνα της κατοχής, δεν υπήρχαν κάποιοι που καλοπερνούσαν και δεν τους έλλειπε τίποτα;» συμπλήρωσε.

Φαντάζεστε πού έχουν μπλέξει οι άνθρωποι; Όσοι μπορούν να μεταναστεύσουν το κάνουν χωρίς δεύτερη συζήτηση. Τρία εκατομμύρια κάτοικοι, το 10% της χώρας, έχουν φύγει για άλλου τα τελευταία χρόνια.

Αυτό βέβαια καθόλου δεν φαίνεται να ενοχλεί τον Μαδούρο, διότι, προφανώς, τους θεωρεί αντιπολιτευόμενους, οπότε καλά κάνουν και του αδειάζουν τη γωνιά. Στο τέλος μπορεί να μείνει μόνο με τους φανατικά δικούς του.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπάρχουν, λέτε, τέτοιοι;

Υπάρχουν, αλλά ακόμη και στις φτωχογειτονιές, όπου το κυβερνών κόμμα του Μαδούρο έχει, παραδοσιακά, μεγάλη δύναμη, άρχισαν να εμφανίζονται κάποιες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις.

Τον στηρίζει βέβαια ο Στρατός, στον οποίο έχει παραχωρήσει πολλά προνόμια. Όταν λέμε Στρατός στη Βενεζουέλα να θυμόμαστε ότι αυτός ελέγχει και όλη την οικονομία της χώρας, πέρα από την παραγωγή πετρελαίου.

Όπως σας είπα στην αρχή, υπήρχε στην εκπομπή και δεύτερος συνομιλητής του κυρίου Χαρίτου, ο σκηνοθέτης του Εθνικού Θεάτρου του Καράκας, Κώστας Παλαμίδης. Πιστέψτε με όμως καλύτερα να παραμείνουμε σε αυτά.
 Του Αγίου Φραγκίσκου…

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019

190208 ΑΞΕΣΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Σκηνές αλλοφροσύνης.

Πέρασε μια εβδομάδα, όμως αποφάσισα να σας διηγηθώ το περιστατικό επειδή, όπως θα ακούσετε, συνδέεται με κάποιο άλλο πιο πρόσφατο. Βρέθηκα το περασμένο Σάββατο στη Θεσσαλονίκη.

Όπως συνηθίζω, τέλειωσα τις δουλειές μου πολύ πρωί, πριν καλά καλά ανοίξει η αγορά και ξεχυθεί το πλήθος στους δρόμους. Ευτυχώς, αυτά που ήθελα να αγοράσω ήταν από κάτι μαγαζάκια στην πλατεία Άθωνος.

Εννοώ δεν ήταν από τα γνωστά εμπορικά καταστήματα του κέντρου που ανοίγουν… με το πάσο τους, ίσως επειδή κλείνουν και πολύ αργά. Εκείνη τη μέρα λειτουργούσε και μια Έκθεση για αγρότες.

Που πάει να πει ότι υπήρχαν στην πόλη πάρα πολλοί επισκέπτες, πέρα από το συνηθισμένο πλήθος που καταφτάσαμε από την επαρχία, Σάββατο, ημέρα εκπτώσεων, όταν ο καιρός άνοιξε μετά από πολλές βροχές!

Τα λέω αυτά για να σας μεταφέρω το κλίμα που επικράτησε όταν, γύρω στο μεσημέρι, ξεχύθηκαν όλοι αυτοί στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, αναζητώντας ο καθένας τον προσωπικό του… χώρο.

Ωστόσο η κίνηση ήταν αδικαιολόγητα εκνευριστική. Τον (επιπλέον) λόγο τον πληροφορηθήκαμε όταν κάναμε το λάθος να μπούμε σε κάποιο αστικό, για να… ακινητοποιηθούμε μπροστά στην παλιά Φιλοσοφική.

Από τον ασύρματο, το κέντρο ενημέρωνα όλα τα αστικά ότι κάπου γινόταν μια πορεία και συμβούλευε τους οδηγούς να ακολουθούν εναλλακτικές διαδρομές, προκειμένου να μην πέσουν στο μπλοκάρισμα.

Βλέποντας πως το αστικό δεν έλεγε να κουνήσει και πως οι πεζοί μας προσπερνούσαν και έφευγαν, κατεβήκαμε στην πρώτη στάση και συνεχίσαμε με τα πόδια. Ώρα αργότερα ανηφορίσαμε προς τις Σαράντα Εκκλησιές, αυτή τη φορά με τα πόδια.

Βρισκόμασταν μπροστά στη Έκθεση και θέλαμε να διασχίσουμε την Εγνατία προς τη Θεολογική. Μαζί μας ένας αγρότης, οικογενειάρχης (προς το παρόν δεν χρειάζεται άλλη περιγραφή) με τη σύζυγο και τα παιδιά του.

Έβγαινε από την Έκθεση -τα παιδιά κρατούσαν και κάτι διαφημιστικά μπαλόνια- και περίμενε στο φανάρι για να διασχίσει κι αυτός την Εγνατία. Τη στιγμή εκείνη είδαμε και την πορεία να κατευθύνεται προς την Καμάρα.

Το άλλο πουλάκι:
Χάος!

Προηγουμένως όμως να σας πω ότι, όταν λέμε πορεία, μη φανταστείτε κανένα μέγα πλήθος! Μια «παρέα» ανθρώπων. Είκοσι; Τριάντα; Σίγουρα λιγότεροι από πενήντα. Διαδήλωναν για κάτι με μια ντουντούκα και ένα πανό.

Δεν κατάλαβα για τι ακριβώς, όμως νομίζω πως δεν έχει και καμιά σημασία. Ας πούμε ότι ήταν για το πιο σημαντικό θέμα της ανθρωπότητας. Είναι δυνατόν τριάντα άνθρωποι να ταλαιπωρούν μια… πόλη;

Θα μπορούσαν να σταθούν σε ένα κεντρικό σημείο, σε κάποια πλατεία ή σε ένα φαρδύ πεζοδρόμιο, και να στήσουν το πανό τους, να φωνάξουν τα συνθήματά τους, να μοιράσουν «υλικό» στους περαστικούς.

Για ποιο λόγο θα έπρεπε να κάνουν πορεία και να ταλαιπωρήσουν χιλιάδες οδηγούς και πεζούς, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το δυσβάσταχτο κυκλοφοριακό της πόλης; Τι είδους κακία είναι αυτή που βγάζουν;

Ποτέ δεν μου άρεσαν οι ψυχαναλυτικού τύπου ερμηνείες, όμως φαντάζομαι πως και αυτοί θα ήθελαν να απολαύσουν το ηλιόλουστο σαββατιάτικο πρωινό, κάνοντας βόλτες στην αγορά, ή πίνοντας καφέ με φίλους.

Επειδή όμως το κόμμα, η οργάνωση, το σωματείο, ακόμη και το αίσθημα κάποιας υψηλής αποστολής δεν τους επιτρέπουν να το κάνουν, αποφασίζουν να εκδικηθούν μ’ αυτόν τον τρόπο όλους τους υπόλοιπους.

Ας επανέλθουμε όμως στη διασταύρωση της πλατείας Συντριβανίου. Ένα τεράστιο διπλό αστικό, κινούμενο επί της Εγνατίας, έχει εγκλωβιστεί από τα άλλα αυτοκίνητα και τα φανάρια και κλείνει κάθετα την Εθνικής Αμύνης.

Χάος. Κάποια στιγμή προχωρούν λίγο τα υπόλοιπα αυτοκίνητα και κινείται και αυτό διστακτικά, για να ξεμπλοκάρει τη διασταύρωση. Τότε όμως έχει ανάψει το πράσινο για τους πεζούς και ο οικογενειάρχης της ιστορίας μας θέλει να περάσει απέναντι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Βάζει τις φωνές στον οδηγό.

Εκείνος κάτι του απαντά απολογούμενος, όμως ο πεζός, έχοντας ήδη περάσει με την οικογένειά του μπροστά από το αστικό, στέκεται στο ανοιχτό παράθυρο του οδηγού και του φωνάζει: «Καλά σας κάνουν μετά και σας σπάζουν τα τζάμια».

«Πόσο ζώον είσαι», απαντά ήρεμα ο οδηγός και ξεκινά να φύγει, επειδή έχει ανοίξει κάπως ο δρόμος μπροστά του. Ο άλλος δεν περίμενε τέτοια απάντηση. Έμοιαζε κεραυνόπληκτος. Αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να του δώσει μια…

Κυριολεκτικά έξω φρενών, περισσότερο από το γεγονός ότι δεν είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει όπως θα ήθελε, γυρίζει την τελευταία στιγμή και ρίχνει στον οδηγό από το ανοιχτό παράθυρο… ένα φτύσιμο.

Αμέσως, καμαρωτός και περήφανος, εξηγεί στα παιδιά του, αλλά και σε εμάς που παρακολουθήσαμε εμβρόντητοι, ότι οι διαβάσεις είναι ιερές και οι οδηγοί πρέπει να σέβονται τους πεζούς που θέλουν να περάσουν.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου θύμισε έντονα τον σύντροφο Πολάκη. Μπορεί να ήταν και το φιζίκ. Ψηλός κι αυτός, καμαρωτός, λεβεντόκορμος, μουστακαλής, έτοιμος να… χώσει δυο μέτρα κάτω από τη γη όποιον τα βάλει μαζί του.

Με μια άξεστη, απολίτιστη συμπεριφορά, που τον κάνει να νιώθει πολύ περήφανος. Ίσως επειδή οι άνθρωποι που συναναστρέφεται την θαυμάζουν. Για την οποία όμως νιώθει και κάποτε την ανάγκη να «απολογηθεί».

Ίσως το κάνει μιλώντας στα παιδιά του και στους γύρω. Ίσως χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ούτως ή άλλως όμως, η «απολογία» θα είναι πάντα ένα «κατηγορώ».

Και μια ακόμη επίθεση!
 Άλλα φαινόμενα της κρίσης!


Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019

190131 ΦΘΙΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πόσο μακριά βλέπουμε;

Αυτό είναι ένα ερώτημα – κλειδί για πάρα πολλά θέματα, έχει όμως ιδιαίτερη σημασία για το θέμα που συζητάμε από χθες, για τις ανάγκες που υπάρχουν στα Σχολεία σε εκπαιδευτικούς. Για ποια Σχολεία;

Δεύτερο ερώτημα, το οποίο μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από το πρώτο, μπορεί όμως και σε συνδυασμό. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να βάλουμε τα πράγματα στη σειρά. Σήμερα υπάρχουν πολλά Σχολεία με ελάχιστα παιδιά.

Για να μην μιλάμε μόνο για τη Δράμα, μπορείτε να κάνετε μια βόλτα από εκεί, ή απλώς να ρωτήσετε για τα Σχολεία… στα χωριά του Παγγαίου. Θα δείτε να λειτουργούν ως εξαθέσια με αριθμό μαθητών, που καθόλου δεν δικαιολογεί κάτι τέτοιο.

Το ίδιο βέβαια παρατηρείται σε πάρα πολλές περιοχές. Δυο και τρία Σχολεία, σε γειτονικά ή και ακόμη στο ίδιο χωριό, με συνολικό αριθμό μαθητών που μετά βίας θα δικαιολογούσε ένα «κανονικό» εξαθέσιο.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Συμβαίνει για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι γνωστός από παλιά. Κανείς πολιτικός δεν θέλει, στη διάρκεια της θητείας του, να κλείσει το Σχολείο ενός χωριού και οι μαθητές να μεταφέρονται σε διπλανό, μεγαλύτερο.

Αυτό, παρ’ όλο που έχει αποδειχθεί ότι, εκτός από τα λειτουργικά έξοδα που περιορίζονται αισθητά, η μετακίνηση σε ένα μεγαλύτερο Σχολείο, κάνει καλό και στους ίδιους τους μαθητές, που είναι και το ζητούμενο. Ή δεν είναι;

Εδώ όμως δεν μιλάμε για μικρά Σχολεία, μιλάμε για Σχολεία με λίγους μαθητές! Πώς γίνεται αυτό; Γίνεται με δεδομένο ότι υπάρχουν πολλοί δάσκαλοι που, πρακτικά, περισσεύουν. Το είδαμε και το αναλύσαμε χθες.

Έτσι, αν το Σχολείο κλείσει, δεν θα ξέρουν τι να τους κάνουν! Ο νόμος προβλέπει ακόμη και την (υποχρεωτική) μετακίνηση σε άλλους νομούς, όμως το φαινόμενο είναι γενικό. Υπεράριθμοι υπάρχουν σχεδόν παντού.

Έτσι μπορείτε να δείτε Σχολεία με τάξεις που έχουν οκτώ, ή πέντε, ή και λιγότερους μαθητές, συνολικά καμιά πενηνταριά παιδιά, να λειτουργούν ως εξαθέσια, δηλαδή να χρειάζονται πάνω από δώδεκα εκπαιδευτικούς!

Η αιτία του φαινομένου είναι γνωστή σε όλους, όμως κάνουμε πως δεν τη βλέπουμε: δεν υπάρχουν παιδιά! Τα χωριά ερημώνουν από κατοίκους, αρχής γενομένης από τη μείωση του μαθητικού δυναμικού.

Από τη μια η υπογεννητικότητα, η οποία, στα χρόνια της κρίσης γίνεται εντονότερη. Από την άλλη η φυγή, η επιστροφή στις χώρες τους, πολλών νέων ανθρώπων, που εργαζόταν κυρίως στην ύπαιθρο και έστελναν τα παιδιά τους στα Σχολεία.

Το άλλο πουλάκι:
Πάλι η κρίση δηλαδή.

Και να σκεφτεί κανείς πως δεν έχουμε δει ακόμη το σύνολο των επιπτώσεων στον συγκεκριμένο τομέα. Σκεφθείτε ότι φέτος γράφτηκαν στην Πρώτη τάξη του Δημοτικού τα παιδάκια που γεννήθηκαν το 2012.

Τα επόμενα χρόνια η κατάσταση χειροτέρεψε, οι γεννήσεις μειώθηκαν κι άλλο. Αυτά τα παιδιά θα ενταχθούν όλα στο εκπαιδευτικό σύστημα τα χρόνια που έρχονται. Γι’ αυτό και το αρχικό μας ερώτημα. Πόσο μακριά βλέπουμε;

Διαβάζω στο τύπο: Σύμφωνα με τη νέα μελέτη του ΙΟΒΕ το 2035 ο αριθμός των σχολικών μονάδων ενδέχεται να μειωθεί έως 10,7 χιλ. από 15,5 χιλ. που ήταν το 2008 (μείωση κατά 30,8% ή 4,8 χιλ. σχολικές μονάδες).

Σωρευτικά, έως το 2035, ο αριθμός μαθητών στα σχολεία υπολογίζεται ότι θα έχει μειωθεί κατά 423.000! Τότε, ο συνολικός αριθμός μαθητών στα σχολεία θα είναι 1.050.000, έναντι 1.480.000 που ήταν το 2008.

Η ποσοστιαία μείωση θα είναι 29,2%. Οι δε απόφοιτοι Λυκείου που διεκδικούν την εισαγωγή τους στην ανώτατη εκπαίδευση από 71,8 χιλ. (2008) θα μειωθούν σε 54,2 χιλ. το 2035 (-24,5% ή 17,6 χιλ. λιγότεροι).

Έτσι, σύμφωνα με το ινστιτούτο, το 2035 θα χρειάζονται 70.000 έως 100.000 λιγότεροι εκπαιδευτικοί σε σύγκριση με το 2008! Αυτά, τη στιγμή που ο κλάδος των εκπαιδευτικών έχει ως κυρίαρχο αίτημα χιλιάδες διορισμούς!

Και η κυβέρνηση τι κάνει; Από τη μια τους κλείνει το μάτι και υπόσχεται, ή αφήνει πονηρά να εννοηθεί, ότι θα ικανοποιήσει το αίτημα. Είναι, βλέπετε, χιλιάδες (ψηφοφόροι) και αυτοί που περιμένουν να διοριστούν.

Από την άλλη αυξάνει τα τμήματα των σχολών εκείνων των οποίων οι απόφοιτοι δεν έχουν σχεδόν καμιά άλλη επαγγελματική προοπτική από το να διοριστούν και εργαστούν ως εκπαιδευτικοί σε Σχολεία.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Περάστε κόσμε!

Φέτος, σε τέτοιου είδους σχολές, οι οποίες διαθέτουν ήδη καμιά εκατοστή τμήματα, θα εισαχθούν πάνω από 17.000 πρωτοετείς. Ακόμη δηλαδή κι αν κάνει το υπουργείο τους 15.000 διορισμούς που υπόσχεται, το πράγμα οδηγείται σε αδιέξοδο.

Διότι όλοι αυτοί, μαζί με τους χιλιάδες πτυχιούχους που υπάρχουν ήδη, θα θέλουν να εργαστούν στα Σχολεία, τα οποία, όπως δείχνουν οι μελέτες, θα έχουν ολοένα και λιγότερους μαθητές.

Επιπλέον, με βάση τις προβλέψεις του νέου ασφαλιστικού συστήματος, από το 2022, όλοι οι εκπαιδευτικοί θα συνταξιοδοτούνται πλέον σε ηλικία 67 ετών, ή με τη συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης και του 62ου έτους της ηλικίας τους.

Αφήστε που με τις συντάξεις που ισχύουν (και που πιθανόν να μειωθούν κι άλλο) κανείς δεν θα θέλει να φύγει από την υπηρεσία. Ήδη στα Σχολεία μιλάμε για εκπαιδευτικούς με μεγάλο μέσο όρο ηλικίας.

Τι μας λένε όλα αυτά; Μας λένε κάτι πολύ απλό. Ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να σκύψουν με πολύ σοβαρότητα και υπευθυνότητα στο ζήτημα και, με βάση τους αριθμούς και την προοπτική, να πάρουν αποφάσεις.

Που μπορεί να είναι και δυσάρεστες. Τι λέτε; Θα το κάνουν; Ιδιαίτερα φέτος που είναι και (προ)εκλογική χρονιά;
 Φυλλορροούμε…