ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

190626 ΚΑΡΙΕΡΙΣΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πολιτική και ΜΜΕ.

Παρακολουθήσαμε την προηγούμενη εβδομάδα στην αυλή του κτηρίου «Κυριάκος Δοματζόγλου», δύο εξαιρετικές ταινίες που μας έρχονται από παλιά είναι όμως τρομερά επίκαιρες. Όσο επίκαιρη είναι η πολιτική.

Να πούμε εδώ ότι αυτές οι καλοκαιρινές (που λέει ο λόγος, μέχρι στιγμής) προβολές που κάνει η Οικολογική Κίνηση είναι μια «όαση» στα μεγάλα καλοκαιρινά βράδια όσων μένουν στην πόλη από επιλογή ή όχι.

Μας αρέσει που κινούνται στο παλιό πνεύμα του θερινού σινεμά, όπου προβάλλονταν ταινίες περασμένων εποχών, πάντα αξιόλογες, τις οποίες μπορεί να έχουμε δει, τις ξαναβλέπεις όμως ευχαρίστως κάτω από τα άστρα.

Όσο για τις νεότερες παραγωγές, αυτές μπορούν να περιμένουν τη σειρά τους, να… παλιώσουν, κάποιες να γίνουν κλασικές, και, αν είμαστε γεροί και η Οικολογική Κίνηση έχει ζωή, να τις απολαύσουμε μετά από χρόνια.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, παρακολουθήσαμε τις ταινίες «ο κύριος Σμιθ πάει στην Ουάσιγκτον» (1939) και «πολίτης Κέιν» (1941), ταινίες ενταγμένες στο αφιέρωμα «πολιτική και εκλογές στη μεγάλη οθόνη».

Και στις δύο κυριαρχεί η σχέση της πολιτικής με τα εκδοτικά συμφέροντα και ο ρόλος που μπορούν να παίξουν αυτά στην άνοδο και την πτώση όχι μόνο πολιτικών προσώπων, αλλά και ολόκληρων «ιδεολογιών».

Στον «κύριο Σμιθ…» ήταν εντυπωσιακός επίσης ο τρόπος με τον οποίο ο νεαρός αθώος, επαρχιώτης πολιτικός προσεγγίζει τους χώρους στους οποίους έζησαν και έδρασαν οι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες της χώρας του.

Το δέος και η συγκίνηση που αισθανόταν μπροστά στα αγάλματά τους, διαβάζοντας τα λόγια τους ή βλέποντας τα έδρανα όπου καθόταν, σε ένα από τα οποία θα καθίσει και ο ίδιος. Και λες έτσι θα έπρεπε να είναι.

Πόσοι, ας πούμε, από τους νέους, συχνά όχι αφελείς αλλά θρασύτατους βουλευτές μας, έχουν συναίσθηση του χώρου στον οποίο βρίσκονται και του βήματος από το οποίο καλούνται να αγορεύσουν;

Πόσοι γνωρίζουν ποιοι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες (και ποιες γυναίκες) έχουν μιλήσει πριν από αυτούς εκεί και τι σημαντικότατες συζητήσεις έχουν διεξαχθεί, συζητήσεις που έκριναν την πορεία αυτής της χώρας;

Το άλλο πουλάκι:
Τέλος πάντων.

Δεν μπορούν να έχουν όλοι την αίσθηση του χώρου στον οποίο βρίσκονται και της Ιστορίας του, όπως είχε ο Κολοκοτρώνης (ποιος; ο Κολοκοτρώνης!) κατά την περίφημη εκείνη ομιλία του στην Πνύκα.

Λέμε κρίμα και προχωράμε στη σχέση της πολιτικής με τα ΜΜΕ, καθώς και στην κουβέντα που ξεκίνησε για τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό δημοσιογράφων που βρίσκονται στα ψηφοδέλτια των κομμάτων, αυτές τις εκλογές.

Αυτό συνέβαινε και παλαιότερα, λένε κάποιοι, και μάλιστα ο Παύλος Τσίμας στα ΝΕΑ μάς θύμισε ότι ακόμη και ο Τσόρτσιλ (όπως και πολλοί άλλοι σημαντικοί πολιτικοί) ξεκίνησαν ως δημοσιογράφοι ή σχολιαστές σε εφημερίδες.

Δεν είναι το ίδιο. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι ο δημοσιογράφος σήμερα δεν είναι εκείνος που ήταν παλαιότερα, κυρίως επειδή έχει αλλάξει η φύση των Μέσων Ενημέρωσης. Στις εφημερίδες ελάχιστοι σε γνωρίζουν.

Μπορεί να είναι χιλιάδες εκείνοι που σε διαβάζουν, που παρακολουθούν τη σκέψη και τις ιδέες σου, όμως πολύ λίγοι ξέρουν πώς είσαι… στο πρόσωπο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για έναν δημοσιογράφο που πάει για πολιτικός.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συντριπτική πλειονότητα των δημοσιογράφων που κατεβαίνουν ως υποψήφιοι σε κόμματα είναι άνθρωποι της τηλεόρασης ή/και του ραδιοφώνου, όπου ο δημοσιογραφικός λόγος δεν περνά από την βάσανο του γραπτού κειμένου.

Κάποτε διδάσκονταν στα σχολεία κείμενα από εφημερίδες, κάποτε, για να φτάσεις να δεις δημοσιευμένο ένα κείμενό σου έπρεπε να θητεύσεις για χρόνια γράφοντας… τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία.

Σήμερα παίρνεις ένα μικρόφωνο και, αν σε βοηθάει και η εμφάνισή σου, αν έχεις και άλλες άκρες, βρίσκεις δουλειά σε κάποιο από τα τόσα ηλεκτρονικά, όπως τα λένε, ΜΜΕ. Μπορεί να μη χρειαστεί να γράψεις μια λέξη!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και πας και για βουλευτής.

Πράγμα που σημαίνει ότι έχεις σχέσεις στενότερες με κάποιο κόμμα ή/και με τον αρχηγό του, κάτι που παλαιότερα θεωρείτο πολύ κακό, για κάποιον δημοσιογράφο που ήθελε να τον παίρνουν στα σοβαρά.

«Οι οικονομικά και πολιτικά ισχυροί μπορεί να επιδιώκουν επαφές με κάποιον δημοσιογράφο, για να θεωρείται όμως καλός πρέπει να τον φοβούνται, όχι να έχουν φιλίες μαζί του», έλεγαν και είχαν δίκιο.

Βεβαίως, ο δημοσιογράφος μπορεί να έχει πολιτική άποψη και μάλιστα, έχουμε πει πολλές φορές ότι είναι προτιμότερο αυτή να είναι ξεκάθαρη. Αυτό όμως είναι άλλο και άλλο το να υπηρετεί αρχές και θέσεις κάποιου κόμματος.

Κάτι που το βλέπουμε ολοένα και πιο συχνά στις μέρες μας. Δημοσιογράφοι να είναι… βασιλικότεροι του βασιλέως και να αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για το κόμμα το οποίο –δεν είναι υπερβολή- υπηρετούν.

Για να φτάσουν μια μέρα να κατέβουν και υποψήφιοι μαζί του. Ακυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα μεγάλο μέρος της προηγούμενης δουλειάς τους. Και υποθηκεύοντας τη μελλοντική, αν επιστρέψουν ποτέ στη δημοσιογραφία.

Διότι ποιος θα πάρει στα σοβαρά, εκτός από τους ομοϊδεάτες ενταγμένους στο κόμμα, εννοείται, έναν δημοσιογράφο που πάει και γίνεται, αν τον ψηφίσουν οι πολίτες, βουλευτής; Πώς θα κρίνει αυτός την εξουσία;

Από την άλλη είναι πολλοί κι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι τέτοιοι δημοσιογράφοι είναι καλό να την κάνουν από το επάγγελμα, γιατί έτσι αυτό καθαρίζει κάπως. Κι ας πηγαίνουν να δοκιμαστούν εκεί που πραγματικά ανήκουν.
 Στο καλό και να… μη μας γράφετε!

Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

190621 ΟΜΙΛΗΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Το παιδί μίλησε!»

Πόσοι από εσάς θυμόσαστε την παλιά εκείνη διαφήμιση που βλέπαμε στις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις μας; Συγκρίνοντας την εποχή εκείνη με το σήμερα, αναρωτιέται κανείς πόσο αθώα ήταν τα χρόνια που ζήσαμε.

Ή μήπως ήμασταν εμείς πολύ αθώοι; Τέλος πάντων. Επειδή βλέπω ότι πολλοί θυμήθηκαν (ή κάνουν ότι θυμήθηκαν) τη διαφήμιση, θα σας κάνω ένα τεστ επαλήθευσης, ρωτώντας όπως κι εκείνη: «Και τι είπε;»

Εδώ σας θέλω! Είπε… «ΠΡΟ-ΠΟ», για να γυρίσουμε εξήντα χρόνια περίπου πίσω, όταν Μάρτιο του 1959 κυκλοφορούσε το πρώτο δελτίο, με δώδεκα αγώνες, δέκα με ελληνικές και δύο με ιταλικές ομάδες.

Όχι, εκείνο το δελτίο δεν το θυμάμαι· το βρήκα στο διαδίκτυο. Ανάμεσα μάλιστα στις αναμετρήσεις που επέλεξε ο ΟΠΑΠ και θα προβλημάτιζαν τον «παίκτη» ήταν και ο αγώνας Παναιγιάλειος-Δόξα Δράμας.

Μπορείτε να φανταστείτε με ποιον τρόπο εξαπλώθηκε η μόδα, και στη συνέχεια η μανία, με το ΠΡΟ-ΠΟ. Μεταξύ άλλων και μέσα από πολλές «μαύρες» διαφημίσεις, που τις βλέπουμε ακόμη και σήμερα σε κινηματογραφικές ταινίες της εποχής.

Στο γαλατάδικο, για παράδειγμα, του Κώστα Χατζηχρήστου, στο (λαός και) Κολωνάκι, μπορούσε κανείς όχι μόνο να αγοράσει φρέσκα γαλακτοκομικά προϊόντα, (βερεσέ, και να τον φεσώσει αναλόγως) αλλά να συμπληρώσει και ένα δελτίο ΠΡΟ-ΠΟ.

Ή την Σαπφώ Νοταρά να λέει με την χαρακτηριστική φωνή της «δύο ΠΡΟ-ΠΟ να καταλήγουν στο δεκατρία». Και στην ερώτηση του πράκτορα «θέλετε να γεμίσετε δυο δελτία, μαντάμ;» να απαντά «θέλω να γεμίσω λεφτά»!

Η διαφήμιση με το παιδί που μίλησε και είπε ΠΡΟ-ΠΟ μάς ήρθε πολύ αργότερα, και την θυμηθήκαμε παίρνοντας αφορμή από την επικαιρότητα των ημερών. Μαζί όμως θυμηθήκαμε και ένα ανέκδοτο:

Μια οικογένεια είχε δυο δίδυμα, από τα οποία, καθώς περνούσαν τα χρόνια, το ένα άρχισε να μιλάει κανονικά, το άλλο όμως όχι. Δεν έλεγε κουβέντα. Η μητέρα του, πολύ μοντέρνα, απευθύνθηκε στο φέισμπουκ στις «ελληνίδες μανούλες».

Ανάμεσα στις πολλές παρηγοριές που έλαβε, και τα άλλα τόσα γιατροσόφια, ξεχώρισε μια συμβουλή που σκέφτηκε να την υλοποιήσει αμέσως. «Θα σηκώσεις το παιδί μεσάνυχτα και θα πας να το βουτήξεις στην Αγία Βαρβάρα».

Πράγματι, η μητέρα σηκώνει το παιδί και, μισοκοιμισμένο, το παίρνει αγκαλιά, φτάνει στην Αγία Βαρβάρα, και το ρίχνει στα κρύα νερά. «Ααα, μαμά είσαι ηλίθια», φωνάζει το παιδί και η μητέρα, τρελή από την χαρά της, σπεύδει να το πει σε όλους.

Κάνει αμέσως κοινοποίηση στις «ελληνίδες μανούλες», για να εισπράξει στη στιγμή εκατοντάδες «λάικ». Παίρνει το τηλέφωνο, πρώτα, και το παιδί, ύστερα, και τρέχει στο σπίτι, όπου την περιμένει ο σύζυγος.

«Γιώργο, το γιατρικό έπιασε, το παιδί μίλησε».
«Αλήθεια; Και τι είπε;»
«Είπε, μαμά είσαι ηλίθια».
«Και πολύ καλά σου είπε, αφού πήρες το παιδί που μιλάει».

Το άλλο πουλάκι:
Το παιδί θα μιλήσει!

Αυτό είναι το γεγονός των ημερών, που μας έφερε στη σκέψη όλα τα παραπάνω. Όχι μόνον επειδή θα μιλήσει –αυτό τουλάχιστον περιμένουμε όλοι- αλλά επειδή πρόκειται και για το συγκεκριμένο «παιδί».

Καταλάβατε, φαντάζομαι, ότι αναφέρομαι στον Κώστα Καραμανλή, ο οποίος, σύμφωνα με την ειδησεογραφία, «πρόκειται να σπάσει την σιωπή του, ύστερα από δέκα χρόνια». Σας διαβάζω, για να μην μεταφέρω ανακρίβειες:

«Την Τετάρτη, 26 Ιουνίου, ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής θα βρεθεί στη Θεσσαλονίκη ενόψει της παρουσίασης από την Διοικούσα Επιτροπή των υποψήφιων βουλευτών του κόμματος στην Α΄ και Β΄ ομώνυμη εκλογική Περιφέρεια, σε ειδική εκδήλωση στο Βελλίδειο Συνεδριακό Κέντρο. 

Κατά τις πληροφορίες, ο Κώστας Καραμανλής, για πρώτη φορά, θα ανέβει στο βήμα και θα κάνει δημόσια παρέμβαση με ομιλία, απευθύνοντας κάλεσμα στήριξης για τις εκλογές τής 7ης Ιουλίου. 

Στις προηγούμενες προεκλογικές αναμετρήσεις, περιοριζόταν είτε σε γραπτή δήλωση στήριξης, είτε σε δήλωση σε τηλεοπτικά κανάλια. Ο πρώην πρωθυπουργός αναμένεται να μιλήσει και να ζητήσει από τους πολίτες να στηρίξουν τη Νέα Δημοκρατία, τονίζοντας πως είναι ανάγκη να υπάρξει μια ισχυρή κυβέρνηση μετά τις εθνικές εκλογές». 

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το φαντάζεστε;

Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είναι ο Έλληνας που έβγαλε τα πιο ξεκούραστα λεφτά, τα τελευταία χρόνια. Είναι (τον κάνανε κάποιοι) βουλευτής και δεν έχει βγάλει μιλιά, να πάρει θέση για κάποιο από τα θέματα που απασχολούν τον τόπο.

Μου αρέσει που υπάρχουν πολίτες οι οποίοι θεωρούν τους εαυτούς τους «καραμανλικούς» και εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός αποτελεί μια εφεδρεία, την πιο χρυσή εφεδρεία της χώρας. 

Υποτίθεται ότι οι εφεδρείες υπάρχουν για να χρησιμοποιούνται όταν η κατάσταση χειροτερεύει, όταν εκείνοι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή δεν επαρκούν για να αποτρέψουν τον κίνδυνο και… να γυρίσουν το ματς.

Εδώ όμως έχουμε μια «χρυσή» εφεδρεία, η οποία περιμένει να καθαρίσει ο αγώνας για να ριχτεί στη μάχη. Να γίνει η θάλασσα γιαούρτι, για να πιάσει κι αυτός το κουτάλι και να δώσει τη δική του μάχη.

Τι να πεις; Σ’ αυτόν τον τόπο υπάρχουν πολλοί που έκαναν καριέρα με το όνομά τους. Πιστεύω ότι η συγκεκριμένη περίπτωση είναι η πιο κραυγαλέα, και όχι μόνο γιατί δεν ήταν απευθείας απόγονος -μιλάμε για ανιψιό.

Είναι η πιο κραυγαλέα επειδή όσο ανίκανος αποδείχθηκε, τόσο περισσότερο ορκισμένοι είναι οι θαυμαστές και οι ακόλουθοί του, οι οποίοι εξακολουθούν να τον κρατούν στην επικαιρότητα, χωρίς ο ίδιος να κουνήσει το δαχτυλάκι του.

Και μόνο να σκεφτείς ότι γίνεται είδηση το γεγονός πως ΘΑ μιλήσει σε μια εβδομάδα…
 Δεν τον λες και φαφλατά!

Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

190515 ΣΧΟΛ(Ι)ΑΣΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Οι καιροί αλλάζουν…

Πριν από όχι και πολλά χρόνια, αν ήθελε κάποιος να σχολιάσει μια δήλωση του Πρωθυπουργού ή άλλου πολιτικού προσώπου, έπρεπε να στηθεί στο δελτίο ειδήσεων του ραδιοφώνου ή της τηλεόρασης.

Εκεί θα άκουγε συνήθως όχι ολόκληρη τη δήλωση, αλλά κάποιο χαρακτηριστικό απόσπασμα, το οποίο έπρεπε να απομνημονεύσει ή να ηχογραφήσει, προκειμένου να το έχει στη διάθεσή του όπως ειπώθηκε.

Σε διαφορετική περίπτωση, έπρεπε να περιμένει την επόμενη μέρα, να αγοράσει κάποια εφημερίδα που θα φιλοξενούσε τη συγκεκριμένη δήλωση, ολόκληρη ή αποσπάσματά της, για να μπορέσει να τη σχολιάσει.

Ποιος όμως ενδιαφερόταν να σχολιάσει τη δήλωση ενός πολιτικού προσώπου; Συνήθως άλλος πολιτικός, ή άνθρωποι του Τύπου. Οι υπόλοιποι μπορούσαμε να το κάνουμε στις κουβέντες των καφενείων ή των αμφιθεάτρων.

Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά, αλλά, συγχρόνως, και πολύ πιο περίπλοκα! Στο διαδίκτυο μπορεί να βρει κανείς όχι μόνο τις πρόσφατες, αλλά και παλαιότερες δηλώσεις κάθε… πικραμένου.

Μπορεί να τις βρει σε ό,τι μορφή θέλει, το κυριότερο όμως είναι ότι μπορεί να τις σχολιάσει την ίδια στιγμή, είτε εκεί που τις βρήκε, είτε σε κάποιο άλλο «δικό του» Μέσο, ώστε τα σχόλιά του να είναι διαθέσιμα σε όλο τον κόσμο.

Μ’ αυτόν τον τρόπο συγκεντρώνονται σχόλια επί σχολίων, ένας τεράστιος όγκος κάθε λογής απόψεων, οι οποίες όμως, αν τις αναλύσει κάποιος, θα δει ότι δεν διαφέρουν και τόσο πολύ μεταξύ τους.

Κατ’ αρχάς χωρίζονται σε δυο μεγάλες ομάδες. Σε εκείνες που κατακρίνουν και σε εκείνες που βλέπουν θετικά την αρχική δήλωση του πολιτικού προσώπου. Επιπλέον όμως έχουν ακόμη κάτι κοινό.

Και οι μεν και οι δε εστιάζουν σε κάποιο σημείο των δηλώσεων, κάτι που μπορεί να είναι λίγο ασαφές, που μπορεί να παρερμηνευτεί ή που φανερώνει σκέψεις κρυφές του πολιτικού, οι οποίες του ξέφυγαν κατά λάθος.

Έτσι τουλάχιστον δηλώνει ή αφήνει να εννοηθεί το επικοινωνιακό επιτελείο των αντιπάλων του, το οποίο δίνει και το εναρκτήριο λάκτισμα για να ξεκινήσει η διαδικτυακή κλοτσοπατινάδα των πολλών σχολιαστών.

Το άλλο πουλάκι:
Δεν καταλαβαίνουν;

Ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν; Όπως θα δούμε στη συνέχεια, και το ένα και το άλλο είναι εξίσου δηλητηριώδη για την πολιτική ζωή του τόπου, όπως και επικίνδυνα γι’ αυτό που λέμε δημοκρατία.

Διότι, είτε κάποιος δεν είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσει τις δηλώσεις ενός πολιτικού, είτε τις αποκωδικοποιεί μια χαρά, αλλά επίτηδες διαστρεβλώνει το νόημά τους, είναι ένας πολίτης που βλάπτει τον τόπο.

Θα έλεγα μάλιστα ότι στην πρώτη περίπτωση είναι λιγότερο επικίνδυνος. Πρόκειται για έναν άνθρωπο αγαθών ίσως προθέσεων, που όμως δυσκολεύεται να κατανοήσει σε βάθος κάθε πτυχή μιας πολιτικής τοποθέτησης.

Σας έχουμε πει κι άλλη φορά για τους λειτουργικά αναλφάβητους. Για τους ανθρώπους που μπορεί να έχουν βγάλει και Σχολεία, όμως η σχέση τους με τη γλώσσα και τον λόγο, ειδικά ορισμένες μορφές του, δεν είναι… άριστη.

Το κακό με αυτούς τους ανθρώπους είναι ότι δεν έχουν επίγνωση των αδυναμιών τους και θέλουν, όπως όλοι οι υπόλοιποι, να πάρουν μέρος στην πολιτική αντιπαράθεση, σχολιάζοντας τις δηλώσεις πολιτικών προσώπων.

(Αφήνω τις πιο… βαριές περιπτώσεις, όπου τέτοιων δυνατοτήτων άνθρωποι θέλουν να είναι  -και συχνά είναι- υποψήφιοι και ζητούν την ψήφο μας. Για να μην πω ότι κάποιοι τίθενται και επικεφαλής δικού τους ψηφοδελτίου.)

Σοβαρότερο όμως είναι το πρόβλημα με εκείνους που έχουν την ικανότητα όχι απλώς να αποκωδικοποιήσουν μια δήλωση, αλλά και να κατανοήσουν πολύ καλά εκείνο το οποίο… παρερμηνεύουν επίτηδες.

Αυτοί θα πιαστούν από μια φράση, θα την ερμηνεύσουν όπως τους βολεύει, και θα σηκώσουν τον κόσμο καταγγέλλοντας τον πολιτικό που την είπε, ότι δήθεν εννοεί κάτι που δεν τολμά να το πει φανερά, αλλά το κάνει με υπονοούμενα.

Τα οποία μόνο οι ίδιοι πιάνουν στον αέρα. Θεωρούν όμως υποχρέωσή τους να ενημερώσουν όλους τους άλλους πολίτες για το τι ακριβώς είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του ο πολιτικός που έκανε τη συγκεκριμένη δήλωση.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Θέλετε παραδείγματα;

Είναι δυνατόν, οποιοσδήποτε πολιτικός, ακόμη κι αν το πιστεύει –που δεν γίνεται να το πιστεύει-, να βγει και να δηλώσει πως «θέλει οι εργαζόμενοι να δουλεύουν επτά ημέρες την εβδομάδα»;

(Το ότι υπάρχουν επιχειρήσεις, για παράδειγμα στο τουρισμό, αλλά και σε υπηρεσίες υγείας ή ασφάλειας που είναι ανοιχτές επτά ημέρες την εβδομάδα, είκοσι τέσσερις ώρες τη μέρα,  δεν νομίζω να αποτελεί είδηση.)

Είναι δυνατόν, επειδή κάποιος αρχηγός βρίσκει στην ιδεολογία του κόμματός του κοινά σημεία με τον Χριστιανισμό να τον κατηγορείς ότι «θεωρεί τον εαυτό του Μεσσία», αλλά δεν το λέει ευθέως, εσύ όμως το καταλαβαίνεις και μας το… επικοινωνείς;

Δεν θέλω να υπερασπιστώ τους πολιτικούς. Είναι αλήθεια ότι έχουν ρίξει το επίπεδο του διαλόγου πάρα πολύ χαμηλά, τόσο με τις ιδέες και τις θέσεις που εκφράζουν, κυρίως όμως με το ύφος που χρησιμοποιούν.

Θα πρέπει όμως να αναλογιστούμε και τις δικές μας ευθύνες, όταν δεν αρκούμαστε στην κριτική όσων πράγματι ακούμε, αλλά πάμε να βγάλουμε από τη μύγα ξύγκι, διαστρεβλώνοντας τις δηλώσεις τους και «καταλαβαίνοντας» ό,τι μας βολεύει.

Αν οι πολιτικοί μας δεν στέκονται στο ύψος των περιστάσεων, ας το κάνουμε εμείς. Ας τους δείξουμε ότι εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι μια υγιής αντιπαράθεση θέσεων, μέσα σε πολιτισμένο κλίμα.
 Το ψάρι βρωμάει και από την ουρά!

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

190509 ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τελευταίο το πιο σημαντικό!
                 
Έτσι πάει. Τα σημαντικά πρέπει να τα λες ή πρώτα ή τελευταία. Το καλύτερο, συνήθως, είναι να τα αφήνεις για το τέλος, προκειμένου να μην μειωθεί περισσότερο η αξία των υπολοίπων. Έχουμε και λέμε, λοιπόν.

Αν ήταν κάτι που ξεχωρίσαμε πραγματικά, τις μέρες που «ξεκουραζόμασταν», αυτό ήταν μια τηλεοπτική εκπομπή. Καταλάβατε ποια εννοώ. Μιλώ για την έρευνα του Αλέξη Παπαχελά σχετικά με τις περσινές φωτιές στο Μάτι.

Η έρευνα αυτή έκανε δυο πολύ σημαντικά πράγματα. Το πρώτο ήταν ότι μας ξαναθύμισε τη μεγάλη καταστροφή και την εκατόμβη θυμάτων εκείνων των ημερών. Αυτό είναι σπουδαίο, επειδή εμείς οι άνθρωποι έχουμε την τάση να ξεχνάμε.

Και δεν εννοώ να θυμόμαστε τα θύματα, όπως το κάνουν οι δικοί τους άνθρωποι˙ αυτό είναι αδύνατο. Σημασία όμως έχει να μην ξεχνάμε τους λόγους, τα αίτια που οδήγησαν σε μια καταστροφή.

Και να παίρνουμε όλα εκείνα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσουμε, στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού, να επαναληφθεί. Αυτό, βέβαια, είναι κυρίως δουλειά όσων έχουν επωμιστεί την ευθύνη της προστασίας.

Κι εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο σημαντικό που έκανε η δημοσιογραφική έρευνα που παρακολουθήσαμε την περασμένη εβδομάδα. Διότι δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε και τις ευθύνες εκείνων που χειρίστηκαν την κατάσταση.

Αλήθεια, τι σημαίνει ευθύνη; Τι νόημα έχει να λέει κάποιος ότι υπηρετεί σε μια θέση ευθύνης και μάλιστα να λαμβάνει και το επίδομα που συνήθως τη συνοδεύει; Εννοώ, πώς μεταφράζεται σε πράξη κάτι τέτοιο;

Διότι στη χώρα μας παρακολουθούμε το εξής παράδοξο. Όλοι είναι υπεύθυνοι, στον βαθμό που παιανίζει μια μπάντα και ένα άγημα αποδίδει τιμές στο διάβα τους. Όταν όμως τα πράγματα γίνονται δύσκολα…

Τότε οι υπεύθυνοι ψάχνουν να βρουν σε ποιον να ρίξουν τις ευθύνες (τους). Και άλλοτε φταίει ο κακός μας ο καιρός, άλλοτε τα ίδια τα θύματα (που συμπεριφέρθηκαν ανεύθυνα!) άλλοτε πάλι επρόκειτο απλώς για μια κακή στιγμή.

Αυτά τα παρακολουθούμε δεκαετίες τώρα. Όπως δεκαετιών είναι και το τεράστιο πρόβλημα της ανοργανωσιάς, της ανετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού και της παντελούς έλλειψης συντονισμού.

Το άλλο πουλάκι:
Αυτά να τα λέμε!

Όμως στην έρευνα του Αλέξη Παπαχελά αποκαλύφθηκε κάτι νέο. Ή, αν θέλετε, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, μπορεί να συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις, δεν είχαμε όμως αντίστοιχες αποκαλύψεις.

Εδώ είδαμε ανθρώπους να στήνουν ένα ολόκληρο επικοινωνιακό σκηνικό προκειμένου να δείξουν στον κόσμο πόσο πολύ έτρεξαν, κοπίασαν και πάλεψαν για την υπόθεση. Στην πραγματικότητα προκειμένου να μειώσουν τις επιπτώσεις.

Ποιες επιπτώσεις; Εκείνες που θα είχε η αποκάλυψη της πραγματικής εικόνας από την πρώτη στιγμή. Διότι είχαν εικόνα και αυτό πλέον είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Κι όμως παρίσταναν…

Αλήθεια, τι παρίσταναν; Ότι συντονίζουν μια επιχείρηση της οποίας είχαν χάσει κάθε έλεγχο; Ότι ενημερωνόταν, ενώ στην πραγματικότητα μας «ενημέρωναν», λέγοντας ψέματα ή κρύβοντας την αλήθεια; (Τι διαφορά έχει;)

Ότι αγωνίζονται για τις ζωές και τις περιουσίες των κατοίκων, για να κάνουν ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για τους πολίτες, ενώ το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν πώς θα διασώσουν την εικόνα τους;

Μ’ αρέσει που, τότε ακόμη, κάποιοι μιλούσαν για ανάληψη ευθυνών και δηλώσεις παραιτήσεων. Μ’ αρέσει περισσότερο που μερικοί επιμένουν να το ζητούν ακόμη και τώρα. Από ποιους; Από τα ανθρωπάκια που είδαμε στην έρευνα του Παπαχελά.

Από εκείνους που, την ώρα που είχαν ενημερωθεί για δεκάδες νεκρούς (και όλοι αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει σε περιπτώσεις κρίσεων δεκάδες από «πρώτες εκτιμήσεις») διάλεξαν να παίξουν ρόλους μπροστά στις κάμερες.

Το ερώτημα βέβαια είναι άλλο και είναι πολύ σοβαρό: Δεν πρέπει να διερευνηθεί αν όλοι αυτοί οι «υπεύθυνοι», ειδικά οι μάχιμοι που μπορούσαν να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό, αντί να σπαταλούν πολύτιμο χρόνο μπροστά στις κάμερες…

Έπρεπε να βρίσκονται εκεί που πραγματικά χρειάζονταν αποφάσεις; Και κυρίως να διερευνηθεί αν τότε θα είχαμε έστω και ένα θύμα λιγότερο; Διότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι όλο αυτό το θέατρο δεν στοίχισε επιπλέον ζωές.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Να διερευνηθεί… από ποιους;

Καταλαβαίνετε τώρα, φίλοι μου, για ποιο λόγο η εκάστοτε εξουσία (αλλά η παρούσα πιστεύω περισσότερο από κάθε άλλη που γνωρίσαμε μέχρι σήμερα) φροντίζει να έχει του χεριού της τη δικαστική εξουσία;

Διότι, πέρα από τη δυνατότητα να εξασφαλίσει ένα καλό «κυνήγι» των πολιτικών αντιπάλων της («θα κερδίσουμε τις εκλογές, αν βάλουμε κάποιους στη φυλακή») το σίγουρο είναι ότι εξασφαλίζει τα νώτα της, έτσι και γίνει καμιά στραβή.

Καταλαβαίνετε ακόμη για ποιο λόγο η εκάστοτε εξουσία (αλλά αυτή εδώ –θα χρησιμοποιήσω μια έκφραση του συρμού- «το τερμάτισε») επιχειρεί να ελέγξει και τον Τύπο; Διότι κάτι τέτοιες έρευνες είναι καλό να μη βγαίνουν στον αέρα.

Τουλάχιστον όχι «είκοσι μέρες πριν από τις εκλογές, με συγκεκριμένο τρόπο και συγκεκριμένη προσέγγιση», όπως σχολιάστηκε από επίσημα χείλη του ΣΥΡΙΖΑ. Κάποια άλλη στιγμή, με κάποιον άλλο τρόπο, ίσως…

Καταλάβατε ακόμη για ποιο λόγο (όλοι αλλά τούτοι εδώ… μην τα ξαναλέμε) πασχίζουν να έχουν δικούς τους ανθρώπους επικεφαλής των ενστόλων, ασχέτως αν για να το καταφέρουν παρακάμπτουν άλλους πολύ πιο άξιους;

Επειδή μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστούν κομπάρσους για μια παράσταση στην οποία θα πρωταγωνιστούν, αλλά και θα σκηνοθετούν οι ίδιοι. Κομπάρσους που καλό θα είναι να μη ξεφεύγουν από το κείμενο και τον ρόλο.
 Παρασκήνιο!

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

190322 ΑΠΑΤΗΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ή παπάς, παπάς…

Η σοφή, όπως όλες, παροιμία θέλει να πει ότι δεν γίνεται να κάνεις δυο δουλειές και να τις κάνεις εξίσου καλά. Θα τσαλαβουτάς πότε στη μια και πότε στην άλλη και το αποτέλεσμα θα είναι τραγικό και για τις δύο.

Βέβαια ο χρόνος και ο τόπος στον οποίο αναφέρονταν εκείνες οι παροιμίες ήταν εντελώς διαφορετικοί από το εδώ και τώρα που ζούμε εμείς σήμερα. Μιλάμε για αγροτικές κοινωνίες και αντίστοιχες οικονομίες.

Τότε δεν υπήρχαν τα φαινόμενα των «απασχολήσιμων» και των «ευέλικτων μορφών εργασίας», ούτε ήταν συχνό το να κάνει κάποιος κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνο που σπούδασε, ή να αλλάζει πολλά επαγγέλματα κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Επιπλέον, οι οικονομικές απολαβές που σου προσέφερε το επάγγελμά σου έφταναν για να ζήσεις αξιοπρεπώς την οικογένειά σου. Μπορεί και οι άνθρωποι να ήταν πιο ολιγαρκείς, σπανίως έβλεπες όμως κάποιον να κάνει δυο και τρεις δουλειές.

Σήμερα μπορείς να είσαι συγχρόνως και «παπάς» και ζευγάς» και «κουρέας» και «καφετζής»… Χρησιμοποιώ, όπως βλέπετε, παραδείγματα επαγγελμάτων της εποχής στην οποία αναφέρεται η παροιμία με την οποία ξεκίνησα.

Και το κάνω διότι θέλω να επανέλθω σ’ αυτήν και να πω ότι και σήμερα υπάρχουν επαγγέλματα τα οποία θεωρώ ότι δεν μπορείς, δεν είναι σωστό, να τα κάνεις συγχρόνως. Είναι δηλαδή επαγγέλματα… ασύμβατα.

Προσοχή! Το ασύμβατα δεν το λέω με τη νομική έννοια του όρου, ότι υπάρχει δηλαδή κάποιο ασυμβίβαστο, όπως στα «επαγγέλματα» του βουλευτή και του υποψήφιου ευρωβουλευτή (λέμε, τώρα). Μιλάω από… ηθικής σκοπιάς.

Για να έρθω σ’ αυτό που κυρίως θέλω να σχολιάσω, θεωρώ ότι δεν μπορείς να είσαι και δημοσιογράφος και υποψήφιος βουλευτής, ή δημοτικός σύμβουλος με κάποιο κόμμα ή κάποια δημοτική παράταξη.

Αυτό, ακόμη και αν παραιτηθείς από τη δημοσιογραφική σου ιδιότητα, προκειμένου να… εκτεθείς. Και ξέρετε γιατί; Διότι πιστεύω ότι η δημοσιογραφία θα σε ακολουθεί παντού και πάντοτε.

Δεν είναι όπως τα άλλα επαγγέλματα που μπορεί σήμερα να είσαι αυτό, αύριο να το παρατάς για να κάνεις κάτι άλλο και μετά να επανέρχεσαι. Μια φορά δημοσιογράφος, για πάντα δημοσιογράφος!

Το άλλο πουλάκι:
Υπάρχει και κάτι ακόμη.

Όταν αφήνεις τη δημοσιογραφία για την πολιτική, ιδίως αν είσαι ένας δημοσιογράφος με απήχηση στο κοινό, είναι σαν να ομολογείς δυο πράγματα. Πρώτον, ότι τόσο καιρό ασκούσες το επάγγελμά σου μέσα από γυαλιά.

Κομματικά ή παραταξιακά. Και δεύτερον, ότι όλα όσα έγραφες ή έλεγες δεν ήταν παρά μια προεργασία, μια προλείανση του εδάφους, για να παρατήσεις τη δημοσιογραφία και να μεταπηδήσεις στην πολιτική.

(Βλέπετε, δεν σχολιάζω καθόλου την περίπτωση να εξυπηρετείς αφελώς τα συμφέροντα κάποιου κόμματος ή ενός υποψηφίου δημάρχου, οι οποίοι σε βλέπουν απλώς σαν ένα άλλο αναγνωρίσιμο πρόσωπο, έναν ηθοποιό ή αθλητή.)

Μέσα από γυαλιά… Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση, για να μην φανούμε ασυνεπείς, μια και πολλές φορές, σε αυτές τις κουβέντες μας, έχουμε υποστηρίξει ότι αυτό που λέμε «αντικειμενική δημοσιογραφία» απλώς δεν υπάρχει.

Δεν είναι δυνατόν κάποιος να μιλά ή να γράφει «αντικειμενικά», δηλαδή χωρίς να περνούν τα κείμενά του από το προσωπικό του φίλτρο. Θα έπρεπε να είναι ρομπότ, να μην έχει δικές του σκέψεις ή συναισθήματα.

Ακόμη και το ποιες ειδήσεις θα επιλέξεις να παρουσιάσεις, ακόμη και η σειρά με την οποία θα το κάνεις, εμπεριέχουν στοιχεία υποκειμενισμού. Δεν μιλώ καν για τον σχολιασμό αυτών των ειδήσεων.

«Και τότε», θα αναρωτηθεί κάποιος, «γιατί επιλέγουμε να παρακολουθούμε τον άλφα κι όχι τον βήτα δημοσιογράφο, να βλέπουμε και να διαβάζουμε τους συγκεκριμένους και όχι κάποιους άλλους σχολιαστές;»

Οι λόγοι που το κάνουμε δεν έχουν να κάνουν με αντικειμενικότητα, αλλά με… ένα σωρό άλλα, πολύ πιο σημαντικά γνωρίσματα. Η νηφαλιότητα, η ψυχραιμία, η οξυδέρκεια, η τόλμη, η συνέπεια…

Ο σεβασμός της απέναντι γνώμης, η χρήση ισχυρών επιχειρημάτων και αξιόπιστων πηγών, η σαφήνεια των απόψεων, όμως και άλλα πιο… λογοτεχνικά, όπως η σωστή χρήση της γλώσσας, το ύφος του λόγου, ο ρυθμός …

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτά και άλλα πολλά.

Όταν, λοιπόν, δούμε έναν δημοσιογράφο να παρατάει τη δημοσιογραφία για την πολιτική, μας κυριεύουν περίεργα συναισθήματα. Και, αν μεν ήταν κάποιος που δεν εκτιμούσαμε, λέμε περίπου «αναμενόμενο ήταν» και προσπερνάμε.

Όταν όμως πρόκειται για κάποιον με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε παραπάνω, τότε αισθανόμαστε κάπως σαν… απατημένοι εραστές. Και να μην σας πω ότι ευχόμαστε και να «φάει μαύρο στις εκλογές»!

Κακεντρέχεια, θα μου πείτε. Όποιος όμως ζητάει από τον απατημένο, δηλαδή τον με πληγωμένο εγωισμό άνθρωπο, να φερθεί με ανωτερότητα, ειδικά τις πρώτες ώρες που το πράγμα είναι ζεστό, νομίζω ότι ματαιοπονεί.

Αυτός αισθάνεται σαν τον Νίκο Σταυρίδη στα «κίτρινα γάντια». Ο οποίος βλέπει τη γυναίκα του, τη Μάρω Κοντού, με τη βαλίτσα στο χέρι, και νομίζει ότι είναι έτοιμη να τον παρατήσει για τον Μίμη Φωτόπουλο.

Όπως δηλαδή βλέπουμε κι εμείς κάποιους δημοσιογράφους να παρατούν τη σχέση μας, σχέση που χτίστηκε επί χρόνια, για να μεταπηδήσουν στην πολιτική. Φιλοσοφεί, τότε, ο Νίκος Σταυρίδης περί έρωτος, «τσιτάροντας» Βολταίρο.

Και καταλήγει ρωτώντας: «Αλλά είναι έρως; Ή επιπολαιότης, για την οποία μια μέρα θα μετανιώσεις και θα ξεπέσεις και θα δυστυχήσεις;

Αλλά κι αν δυστυχήσεις, την πόρτα μου έλα να χτυπήσεις. Αττίκ, μουστάκια!»
 Και καλή τύχη όπου κι αν πας!

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2019

190314 ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Από τι σχολεία βγαίνουν;

Εκπλήσσομαι κάθε φορά που συναντώ νέους ανθρώπους να μην γνωρίζουν πράγματα που θα έπρεπε κανείς να τα ξέρει από τα παιδικά του ακόμη χρόνια. Δεν μιλάω για τίποτε απίστευτες γνώσεις.

Θα μου πείτε αυτό το πράγμα δεν έχει ένα αντικειμενικό μέτρο. Η απάντηση που γνωρίζεις θεωρείται εξ ορισμού εύκολη. (Δηλαδή, για να ακριβολογούμε, εύκολη είναι η ερώτηση που απαιτεί τη συγκεκριμένη απάντηση.)

Αντίθετα, αν σε ρωτήσουν κάτι που δεν το γνωρίζεις, θεωρείς ότι σου έκαναν την πιο δύσκολη ερώτηση του κόσμου. Κι ας το ξέρουν όλοι οι υπόλοιποι της παρέας. Είπαμε, δεν είναι κάτι που μπορείς να το κρίνεις αντικειμενικά.

Ένα «μέτρο» θα ήταν το πόσοι άνθρωποι γνωρίζουν τη συγκεκριμένη απάντηση. Αυτό όμως δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε… ειδικές ερωτήσεις. Για παράδειγμα, ποδοσφαιριστής που τον ξέρει όλος ο αντρικός πληθυσμός, πιθανόν να είναι άγνωστος σε ένα κορίτσι.

Αντίστοιχα, κάτι που μπορεί να είναι γνωστό σε όλες τις γυναίκες, ίσως βρεθούν άντρες που δεν το έχουν ακουστά. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει με κάθε είδους θέματα που ενδιαφέρουν ένα ειδικό κοινό. 

Πολλοί παρακολουθούν τη σύγχρονη μουσική σκηνή, άλλοι όχι. Υπάρχουν γνώστες γύρω από κινηματογραφικά θέματα και άλλοι που δεν έχουν ιδέα γι’ αυτά. Ακόμη και με την πολιτική υπάρχουν τελείως άσχετοι.

Γι’ αυτό, το μόνο κριτήριο που θα μπορούσε να βάλει κανείς είναι το αν μιλάμε για μια γνώση που την παίρνουμε από το σχολείο και μάλιστα όχι σε κάποιο από τα δύσκολα μαθήματα, όπως Μαθηματικά ή Χημεία.

Για να μην μακρηγορούμε όμως, θα σας δώσω ένα παράδειγμα τού τι θεωρώ εγώ εύκολη ερώτηση. Και μάλιστα, όπως θα δείτε στη συνέχεια, όχι μόνο εγώ αλλά και πολύς ακόμη κόσμος.

Τι γνωρίζετε για την Ελβετία; Προσέξτε! Η ερώτηση ζητά να πείτε καναδυό από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της χώρας, έτσι ώστε κάποιος να καταλάβει ότι αναφερόμαστε σ’ αυτήν και όχι σε κάποια άλλη.

Δεν θέλουμε δηλαδή να ξέρετε την έκταση, ούτε τον πληθυσμό της, ούτε καν ότι συνορεύει με το Λιχτενστάιν, ότι είναι χωρισμένη σε καντόνα και είναι η πατρίδα του Ρουσσώ, του Έρμαν Έσσε, του Πάουλ Κλέε…

Το άλλο πουλάκι:
Ρουκ Ζουκ!

Στο γνωστό αυτό τηλεοπτικό παιχνίδι (το οποίο εγώ δεν παρακολουθώ, αλλά αυτό έχει να κάνει με τις ειδικές γνώσεις που είπαμε πριν) μια παίκτρια έπρεπε να περιγράψει στις συμπαίκτριές της την Ελβετία.

Έπρεπε δηλαδή να τους πει κάποια χαρακτηριστικά, ώστε εκείνες να καταλάβουν ότι αναφέρεται σ’ αυτή τη χώρα και να πουν το όνομά της. Ξεκίνησε λέγοντας στην παρουσιάστρια πως δεν έχει πάει ποτέ εκεί.

«Μόνο μέχρι τη Θεσσαλονίκη έχω πάει», είπε, πράγμα όμως που δείχνει ότι ήξερε πως η Ελβετία είναι κάπου βόρεια! Στη συνέχεια αποκάλυψε ότι δεν γνώριζε τίποτε απολύτως για το μέρος αυτό.

«Αν ήταν το Σύνταγμα, θα μπορούσα να πω τσολιάδες» ανέφερε χαρακτηριστικά, «όμως για την Ελβετία… Τι έχει εκεί;» ρώτησε την παρουσιάστρια, η οποία βέβαια της είπε ότι δεν επιτρέπεται να βοηθήσει.

Η καημένη (η παρουσιάστρια) περίμενε, όπως αποκαλύφθηκε στο τέλος, να έχει ακούσει η παίκτρια κάτι για… «τις σοκολάτες της Ελβετίας, για τα ρολόγια, ή το άλλο, ότι εκεί έχουν πολλά λεφτά».

Βεβαίως, αν είχε διαβάσει το «Αστερίξ στη χώρα των Ελβετών», θα μπορούσε να πει πολλά περισσότερα, όπως για παράδειγμα ότι εκεί φυτρώνει το Εντελβάις, το λουλούδι που χρειαζόταν ο Πανοραμίξ για να φτιάξει ένα γιατρικό.

Επίσης ότι εκεί γίνονται τα περίφημα ελβετικά τυριά, τα οποία μάλιστα οι Ρωμαίοι τα χρησιμοποιούσαν ως φοντύ, στα περίφημα όργιά τους. Ακόμη ότι οι Ελβετοί ήταν μανιακοί με την καθαριότητα.

Ότι, θέλοντας να κρύψουν τους Γαλάτες φίλους τους, τους κλειδώνουν σε μια θυρίδα. Ο Οβελίξ την σπάζει για να βγουν, και ο τραπεζίτης αναγκάζεται να πει στους Ρωμαίους ότι μπήκαν ληστές, δυσφημώντας έτσι το τραπεζικό τους σύστημα.

Επίσης ότι εκεί διεξάγονται πολλά συνέδρια, ή ότι στις βουνοπλαγιές τραγουδούν τα γιόντελ, πράγμα που θυμίζει τα τραγούδια του Κακοφωνίξ. Επίσης περιποιούνται τα τραύματα ακόμη και εκείνων που δέρνουν οι ίδιοι.

Και έτσι γίνεται αναφορά στον Ερυθρό Σταυρό. Όπως υπάρχουν αναφορές στην ορειβασία (στον Οβελίξ η χώρα φάνηκε «επίπεδη», επειδή κοιμόταν όταν ανέβηκαν στα βουνά) και στον Γουλιέλμο Τέλλο.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Από τι σχολεία βγαίνουν;

Ακόμη όμως και αν απουσίαζες στο συγκεκριμένο μάθημα, είναι δυνατόν νέος άνθρωπος να μην έχεις ακούσει τίποτε για την Ελβετία; Η συγκεκριμένη παίκτρια λέει στη φίλη της τη λέξη «Ρώμη»!

Και μετά την καλεί να πει χώρες, μπας και πετύχει κατά λάθος την Ελβετία. Όταν εκείνη τη ρωτάει αν υπάρχει κάτι χαρακτηριστικό εκεί, η αγεωγράφητη παίκτρια απαντά: «Ξέρω κι εγώ; Γόνδολες;»

Έμπλεξε την Ελβετία με τη Βενετία! Βεβαίως, το απίστευτο με αυτά τα παιδιά είναι το θράσος τους, γιατί έχω δει αντίστοιχα και σε άλλα παιχνίδια γνώσεων. Δεν ξέρουν απολύτως τίποτε! Και όμως πηγαίνουν να παίξουν!

Φαίνεται πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα μπορεί να μην προσφέρει γνώσεις, σίγουρα όμως τονώνει την αυτοπεποίθηση των μαθητών που περνούν από… τα χέρια του. Εκτός αν τους κάνει τόσο άσχετους…

Που ούτε μπορούν να διανοηθούν πόσο αγράμματοι είναι!
 Σουγιάς!

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

190307 ΚΩΜΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ποιους ενοχλεί ο Αρκάς;

Είμαι στη δυσάρεστη θέση να σας πω ότι γνωρίζω τον Αρκά από το «Σιγά τ’ αυγά» και τα «Χοντρά Κόλπα». Δυσάρεστη, εννοώ, ηλικιακά, αφού ο γνωστός άγνωστος κωμικογράφος πρωτοπαρουσίασε τις ιστορίες του στις αρχές τα δεκαετίας το 1980.

Μείναμε τότε όλοι κατάπληκτοι από το έξυπνο, αυτοσαρκαστικό χιούμορ τού αποτυχημένου ερωτικά Κόκκορα, σε αντίθεση με το κυνικό και… παχύδερμο Γουρούνι, που το ήθελαν όλες για το κορμί του. 

Περιττό να πω πως όλοι στην παρέα ταυτιζόμασταν με τον Κόκκορα, ακόμη κι εκείνοι που είχαν (κάποιες) ερωτικές σχέσεις, αφού οι επιδόσεις του Γουρουνιού αποτελούσαν πρότυπο για κάθε πικραμένο εραστή.

Έκτοτε συνεχίσαμε να τον παρακολουθούμε με ενδιαφέρον σε όλες τις δουλειές του, τις οποίες αγοράζαμε πλέον σε λευκώματα, καθώς, συχνά, οι αρχικές δημοσιεύσεις γινόταν σε έντυπα που  δεν προτιμούσαμε.

Κοινό γνώρισμα όλου του έργου του το υψηλής ευφυΐας χιούμορ, ο απίστευτος κυνισμός των ηρώων του, κυρίως όμως ο αυτοσαρκασμός, ο οποίος βάζει τον αναγνώστη σε ένα ενδιαφέρον παιχνίδι αυτογνωσίας.

Στον υπέροχο θίασο των «τεράτων» που μας παρουσίασε, από το πανέξυπνο ποντίκι της φυλακής και το θρασύτατο σπουργίτι που ειρωνεύεται τον πατέρα του, μέχρι τη «σκύλα γάτα» Λουκρητία και τα πειραματόζωα…

Αναγνωρίσαμε όλοι, λίγο πολύ, καταστάσεις δικές μας, καθημερινές, παρατραβηγμένες όσο απαιτεί η εύστροφη σάτιρα, δεικτικές τόσο που να μας «νευριάζουν», χωρίς όμως να μας αφήνουν περιθώρια να διαφωνήσουμε.

Στους δε πιο… ανθρώπινους χαρακτήρες του, από τους αγγέλους του Παραδείσου και τις καταπιεσμένες κομμώτριες, μέχρι τον Προφήτη και τους μήνες, έστησε κυριολεκτικά απέναντί μας έναν καθρέφτη.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Αρκάς δεν παριστάνει ότι είναι ο καθρέφτης. Αυτός σού δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται μονίμως στην ίδια πλευρά με σένα, τον αναγνώστη, και καθρεφτίζεται στο ίδιο το δημιούργημά του.

Δεν ξέρω πόσοι από τους αναγνώστες του, εκείνους που τον γνώρισαν χάρη στο διαδίκτυο, συμμερίζονται αυτές τις απόψεις, αφού η νέα αυτή τεχνολογία έχει μια (να ήταν μόνο μια!) αδυναμία.

Το άλλο πουλάκι:
Είναι τζάμπα!

Όταν πληρώνεις για να αγοράσεις ένα βιβλίο, ένα λεύκωμα κόμιξ εν προκειμένω, ξέρεις πολύ καλά πού δίνεις τα χρήματά σου. Ξέρεις τι θα διαβάσεις και, σε γενικές γραμμές, συμφωνείς με το περιεχόμενο.

Όταν όμως αυτό σου προσφέρεται τζάμπα και, εξίσου σημαντικό, αποσπασματικά, τότε εμπλέκεσαι σε μια ιστορία που μπορεί να μην είναι του γούστου σου, αλλά τη βλέπεις συνεχώς μπροστά σου.

Αυτό, είναι φυσικό, να σε εκνευρίζει. Ειδικά όταν στόχος της σάτιρας των εικονογραφημένων αυτών ιστοριών είναι η κυβέρνηση που ψήφισες και ο πρωθυπουργός της καρδιάς σου. Τότε επιτίθεσαι στον δημιουργό τους για…

Αλήθεια, τι είναι αυτό που ενοχλεί όσους επιτέθηκαν στον Αρκά; Αναρωτιούνται για ποιο λόγο δεν έκανε πολιτική σάτιρα μέχρι σήμερα, αλλά θυμήθηκε να την κάνει τώρα, για να χτυπήσει αυτή την κυβέρνηση. Ε, και;

Αφήνω το γεγονός ότι δόθηκε μια απάντηση επ’ αυτού (το πράγμα έχει φτάσει στα άκρα με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση) όμως ακόμη κι αν δεν υπάρχει καμιά «δικαιολογία», τι σημαίνει αυτό;

Ότι ο Αρκάς, για να χτυπάει μόνο την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, είναι σίγουρα… νεοφιλελεύθερος δεξιός, άρα οτιδήποτε έχει δημιουργήσει μέχρι σήμερα είναι για πέταμα, αφού υπηρετεί τον συντηρητισμό;

Ας πούμε ότι είναι πράγματι έτσι. Ότι αύριο το πρωί αποκαλύπτεται το πραγματικό όνομα του Αρκά και μαθαίνουμε ότι (τι να πω;) κατεβαίνει υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό τι αλλάζει για το έργο του;

Θέλετε να το πάω παραπέρα; Αποκαλύπτεται και ότι εργάζεται ως έμμισθος υπάλληλος στο γραφείο του Κυριάκου Μητσοτάκη και δημιουργεί τα κόμιξ του κατόπιν παραγγελίας. Αυτό τι σημαίνει για την ποιότητα του έργου του;

Κατ’ αρχάς, εκείνοι που του επιτίθενται νομίσω ότι είναι οι τελευταίοι που πρέπει να κατακρίνουν τη στρατευμένη τέχνη. Πέρα όμως από τη στράτευση, θα έπρεπε να κρίνουν καθ’ αυτό το έργο του δημιουργού. 

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μπορεί να μην τους αρέσει.

Δικαίωμά τους. Όπως σ’ εμάς δεν αρέσουν τα (πολιτικά) αστεία με τις γριές που κάνουν το κοινό του Λαζόπουλου να ξεκαρδίζεται. Δεν αναρωτηθήκαμε όμως ποτέ γιατί δεν χτυπάει την εξουσία τώρα πια!

Κακά τα ψέματα, φίλοι μου. Ο Αρκάς μοιάζει με εκείνους τους παίκτες που τους βρίζεις επειδή βάζουν κάτι γκολάρες στην ομάδα σου και την έχουν κάνει αυτό που στο ποδόσφαιρο αποκαλούν «πελάτη» τους.

Τους βρίζεις, αλλά κατά βάθος αναγνωρίζεις ότι είναι παικταράδες, ότι μέσα στο γήπεδο «βγάζουν μάτια» και πολύ θα ήθελες να τους έχεις στη δική σου ομάδα. Δεν τους έχεις όμως και αυτό είναι που σε νευριάζει περισσότερο.

Ο Αρκάς είναι ένας τέτοιος σπουδαίος παίκτης. Η δουλειά του είναι αξιοζήλευτη, αποτελεί κόσμημα στο είδος της. Στο κάτω κάτω λέει με τον δικό του μοναδικό τρόπο πράγματα που προσπαθούν να πουν τόσοι άλλοι Έλληνες.

Και δεν τα καταφέρνουν. Ή, αν το κάνουν, δεν έχουν την απήχηση που έχουν τα σκίτσα του Αρκά. Διότι το ίδιο καυστικοί για την κυβέρνηση μπορεί να είναι και άλλοι, όμως τα λένε με εκτενέστατα κείμενα.

Ποιος κάθεται να διαβάσει εκατοντάδες λέξεις; Μια εικόνα όμως και έναν σύντομο διάλογο όλοι τα βλέπουν. Αν σε όλα αυτά διακρίνατε μια ζήλεια, πολύ σωστά τη διακρίνατε.
Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά;


Άσε που σου τη δίνει και η καλά κρυμμένη ανωνυμία!