ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

190327 ΚΩΔΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Απορώ και εξίσταμαι!

Ειλικρινά, όταν αποφάσισα να σας μιλήσω για… αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω σήμερα, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στον νου ήταν η παραπάνω φράση από τον γνωστό ύμνο που ακούγεται αυτές της μέρες στις εκκλησίες μας.

Βεβαίως πάνε μήνες που έφτασε στα χέρια μου και ο θαυμασμός και η… απορία προκλήθηκαν από την πρώτη ματιά, από το πρώτο ξεφύλλισμα, όμως μόλις πριν από λίγες μέρες βρήκα την ευκαιρία να σκύψω κάπως προσεκτικότερα πάνω του:

«Κώδικας Τσατάλτζας (Χωριστής Δράμας), 1842-1916, Εισαγωγή – διπλωματική μεταγραφή - υπομνηματισμός, Δράμα 2018».

Απορώ και εξίσταμαι!
Παρ’ όλο που έχω τη χαρά να γνωρίζω πολύ καλά τους δυο συγγραφείς, τον Δημήτρη Α. Πασχαλίδη και τον Χρίστο Π. Φαράκλα, και ήξερα -έτσι νόμιζα- τι μπορούμε να περιμένουμε από τα χέρια τους.

Απορώ και εξίσταμαι!
Αν και είχα τη δυνατότητα να παρακολουθώ από μια εξόχως προνομιακή θέση, αυτή της… φιλίας μας, τον μόχθο και την αγωνία τους για την έκδοση -επί τέλους- του «Κώδικα», τον οποίο δούλευαν επί χρόνια.

Απορώ και εξίσταμαι!
Διότι, ζώντας μια ζωή μέσα στα βιβλία, και περνώντας ένα μεγάλο μέρος της διαβάζοντας ή ξεφυλλίζοντάς τα, μπορώ να σας πω μετά λόγου γνώσεως ότι κάτι τέτοιο δεν έχω ξαναδεί. Και ίσως να μην δω ποτέ.

Πώς, λοιπόν, να συστήσεις σε τρίτους κάτι το οποίο δεν χωρά ο δικός σου νους; Πώς να μιλήσεις για κάτι, την «αξία» του οποίου μόνο να θαυμάσεις μπορείς, και καθόλου να εκτιμήσεις, μια και δεν έχεις μέτρο σύγκρισης;

Το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκα είναι αν έχουν άραγε επίγνωση, εκεί στον Δήμο και στην ΔΕΚΠΟΤΑ, τού τι είναι αυτό που παρέδωσαν στον επιστημονικό κόσμο και στο απλό αναγνωστικό κοινό της πόλης μας.

Φοβάμαι πως όχι, αν κρίνω από τις περιπέτειες και τα σαράντα κύματα από τα οποία πέρασε αυτή η έκδοση, καθώς και τις φορές τις οποίες έπεσαν σε τοίχους οι συγγραφείς, μέχρι να φτάσει το βιβλίο στο τυπογραφείο.

Είμαι βέβαιος πως όχι, αν κρίνω τόσο από την ποιότητα της έκδοσης (ικανοποιητική, αλλά δεν αντιστοιχεί καθόλου στο περιεχόμενο) όσο και από το τιράζ (400 αντίτυπα όλα όλα, που ένας θεός ξέρει πού και πώς διατέθηκαν).

Το άλλο πουλάκι:
Τι είναι ο Κώδικας της Τσατάλτζας;       

Βλέπετε; Εδώ υπάρχει ένα θέμα, καθώς θα πρέπει να διευκρινίσουμε αν μιλάμε για τον Κώδικα, το «τυπικό εκκλησιαστικό βιβλίο οικονομικού πρωτίστως χαρακτήρα», που βρέθηκε στον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου Χωριστής…

Ή αν μιλάμε για την επιμελημένη έκδοση αυτού του βιβλίου. Θα ξεκινήσω από το πρώτο, μια και το θεωρώ πιο εύκολο. Αυτόν τον Κώδικα μπορούμε να τον «ξεφυλλίσουμε» πλέον και εμείς!

Χάρη στην πολύ ωραία ιδέα που είχαν οι επιμελητές, και στην φωτογραφική αποτύπωσή του από τον επίσης γνωστό και μη εξαιρετέο Κώστα Βιδάκη, υπάρχει πλέον σε οπτικό δίσκο DVD, σελίδα προς σελίδα, τόσο σε φωτογραφικά αρχεία JPG, όσο και σε μορφή PDF.

Η αποτύπωση αυτή έχει πολλαπλή αξία. Πρώτα, επειδή μας φέρνει σε επαφή με ένα σπάνιο κείμενο και δίνει τη δυνατότητα στον απλό, με μεράκι, αναγνώστη να «βγάλει τα μάτια του» (και να πάρει μια ιδέα τού τι σημαίνει η μεταγραφή του).

Έπειτα, επειδή μπορεί να αξιοποιηθεί ως «δείγμα γραφής» από μαθητές και εκπαιδευτικούς, τόσο στο μάθημα της (τοπικής) Ιστορίας, όσο και σε εκείνο της Γλώσσας. Ας αφήσουμε όμως το πρωτότυπο και ας μιλήσουμε για τη διπλωματική μεταγραφή του.

Διότι, αν ο Κώδικας αποτελεί ένα πραγματικό χρυσορυχείο, εμείς έχουμε τη δυνατότητα να πάρουμε στα χέρια μας αληθινά κοσμήματα, λεπτοδουλεμένα με μεράκι και υπομονή από δυο άξιους τεχνίτες.

Και μάλιστα όχι αποσπασματικά, ανεξάρτητα το καθένα από τα υπόλοιπα, αλλά δεμένα όλα σε ένα μοναδικό σύνολο. Αν και τώρα που το σκέφτομαι δεν θα ήταν καθόλου κακή ιδέα και μια ξεχωριστή έκδοση… τευχιδίων από τον Κώδικα.

Μικρά, εύχρηστα βιβλιαράκια που θα μας πληροφορούν για τον ρόλο της Εκκλησίας, τη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης, την εκπαίδευση και τα Σχολεία, την καλλιέργεια και τη φορολογία του καπνού…

Για να μην σας πω πως ένας ικανός συγγραφέας, αξιοποιώντας τη δουλειά που έκαναν οι επιμελητές, θα μπορούσε να μας δώσει πολύ ενδιαφέρουσες «ιστορίες από τον Κώδικα της Τσατάλτζας», ως λογοτεχνικά αναγνώσματα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Βλέπετε;

Το πάμε γύρω γύρω. Είναι κι αυτό ένα τέχνασμα, όταν προσπαθείς να περιγράψεις κάτι που σε ξεπερνάει και αναρωτιέσαι… ποίον εγκώμιον προσαγάγω επάξιον;

Οι δύο άξιοι και ακούραστοι συγγραφείς – επιμελητές μάς έδωσαν ένα έργο τού οποίου η αξία θα μεγαλώνει συν τω χρόνω, καθώς οι μελλοντικοί ερευνητές θα έχουν στα χέρια τους μια πλήρως και ακριβέστατα «χαρτογραφημένη» πηγή.

Διότι μπορεί η εκτενέστατη Εισαγωγή -που πλησιάζει τις εκατό σελίδες και θα μπορούσε κάλλιστα να σταθεί ως ένα αυτόνομο ανάγνωσμα ακόμη και για το ευρύ κοινό- να μας δίνει ένα σωρό πληροφορίες για τον τόπο, την εποχή και τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται ο Κώδικας…

Όμως, επειδή ακριβώς δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με δυο λεπτολόγους που τους ενδιαφέρει η πληρότητα της εργασίας τους, το πιο σημαντικό στοιχείο της δουλειά τους είναι ότι φροντίζουν να ανοίξουν μονοπάτια και να δώσουν κατευθύνσεις.

Έτσι ώστε το μνημειώδες αυτό έργο τους να αποκτήσει τον πραγματικό ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε. Να γίνει ένα βιβλίο αναφοράς, χάρη στο οποίο θα φωτιστούν άγνωστες και ανεξερεύνητες πλευρές της Ιστορίας μας.

Γι’ αυτό τους χρωστάμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ».
 Μπράβο, και πάλι μπράβο!

Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

190315 ΑΝΤΑΛΛΑΞΙΜΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Αλλάζεις, ρε;»

Ποτέ μου δεν μάζευα «χαρτάκια». Μπορεί να ήταν οικονομικοί οι λόγοι –ποτέ δεν μας περίσσευαν χρήματα για τέτοιες πολυτέλειες. Μπορεί να ήταν και μια αποστροφή που είχα από μικρός για το… κουμάρι.

Το να παίζεις, δηλαδή, με τίμημα κάτι, χρήματα, ένα κέρασμα, τα «χαρτάκια» που θα πάρεις από τον αντίπαλο. Αντίθετα από άλλους, θεωρούσα ότι ένα τέτοιο στοίχημα αφαιρούσε από το παιχνίδι όλη τη χαρά.

Μόνο στα μπαλάκια και στο πινγκ πονγκ, όπου με τον Παύλο, αχώριστο φίλο από τα μαθητικά χρόνια κάναμε αχτύπητη δυάδα, παίζαμε (και σχεδόν πάντοτε κερδίζαμε) για το ποιος θα πληρώσει το παιχνίδι.

Τα «χαρτάκια» έκαναν θραύση σε όλο το Δημοτικό. Υπήρχαν φανατικοί τού είδους που έπαιζαν σε κάθε διάλειμμα «τάπα τούπα» ή «ντουβαράκι». Ήταν αξιοθαύμαστος ο τρόπος που είχαν βελτιώσει την τεχνική τους.

Στο «τάπα τούπα» θυμόταν απ’ έξω όλους τους αριθμούς που περνούσαν και με μια αλλαγή, βάζοντας ανάλογα πρώτο ή τελευταίο το χαρτάκι στη στοίβα που κέρδιζαν, κανόνιζαν να κερδίσουν και στην επόμενη σειρά.

Στο «ντουβαράκι» είχαν επινοήσει ασύλληπτους τρόπους, ώστε το χαρτάκι τους να κατευθύνεται εκεί ακριβώς που ήθελαν και να πλησιάζει κάποιο άλλο σε απόσταση πιθαμής, ώστε να το παίρνουν.

Ή να το καπακώνει, ώστε να μαζεύουν όλα τα χαρτάκια που ήταν στο έδαφος. Άλλοτε το χτυπούσαν με δύναμη στον τοίχο και το άφηναν απότομα και άλλοτε μόλις που το ακουμπούσαν σε μιαν άκρη…

Βεβαίως, αυτοί οι φανατικοί παίκτες μάζευαν «χαρτάκια» μόνο για το… καλό του αθλήματος. Δεν ήταν δηλαδή από εκείνους που προσπαθούσαν να συμπληρώσουν το άλμπουμ και να πάρουν το δώρο, συνήθως μια μπάλα.

Αυτοί, αν άλλαζαν «χαρτάκια», έδινα συνήθως ένα σπάνιο που είχαν κερδίσει, κάποιο που έλειπε από τη συλλογή ενός συλλέκτη, και έπαιρναν πολλά, ανάλογα με τη σπανιότητα εκείνου που έδιναν.

Το άλλο πουλάκι:
«Αλλάζεις, ρε;»

Για πότε γίνονταν οι συμφωνίες, για πότε ορίζονταν οι ισοτιμίες, δε ντους έπαιρνες είδηση. Φυσικά, και σ’ αυτόν τον τομέα των «αλλαγών» υπήρχαν μανούλες και κορόιδα. Κάποιοι μονίμως την πατούσαν.

Άλλοι κατέφευγαν σε πιο ειδικούς και ρωτούσαν τη γνώμη τους. Πόσα «χαρτάκια» να δώσουν για να πάρουν ένα συγκεκριμένο. Ή με πόσα μετρίας σπανιότητας αντιστοιχούσε κάποιο πολύ σπάνιο κομμάτι.

Οι αφελείς την πατούσαν. Την πατούσαν και όσοι κινούνταν από το συναίσθημα, δεν υπολόγιζαν δηλαδή την πραγματική «αξία» που είχαν τα χαρτάκια, έδινα όσα όσα για εκείνα της αγαπημένης τους ομάδας.

Είμαι βέβαιος ότι θα αναρωτιέστε πώς στο καλό μού ήρθαν τέτοιες νοσταλγικές εικόνες από το παρελθόν. Δεν θα το πιστέψετε, αλλά η αφορμή ήταν η είδηση για την ανταλλαγή γλυπτών με τα Σκόπια.

Σας δίνουμε ένα «Δρομέα», μας δίνετε έναν «Μεγαλέξανδρο»; Βεβαίως, μέχρι τη στιγμή που τα σκεφτόμουν όλα αυτά δεν είχε ξεκαθαρίσει ακόμη αν η είδηση ισχύει· ήταν ο λόγος του Βαρώτσου απέναντι σε εκείνον της υπουργού.

Γιατί να μην ισχύει όμως; Εγώ θα κάνω ένα φανταστικό σενάριο, και εσείς πείτε μου αν σας φαντάζει απίθανο. Αν και πιστεύω πως αυτή τη λέξη θα έπρεπε να την είχαμε βγάλει εδώ και καιρό από το πολιτικό μας λεξιλόγιο.

Τους φαντάζομαι, λοιπόν, σε μια σύσκεψη, να συζητούν το θέμα των δημοσκοπήσεων και των αντιδράσεων διαφόρων πολιτών, έπειτα από τη συμφωνία των Πρεσπών. Η εικόνα δεν είναι καλή, κάτι πρέπει να αλλάξει.

Βεβαίως, το να κάνεις προληπτικές προσαγωγές πολιτών είναι μια λύση, λύση όμως που μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε περιπτώσεις που κάποιο στέλεχος της κυβέρνησης επισκέπτεται μια περιοχή.

Δεν μπορείς να το εφαρμόσεις… την ημέρα των εκλογών! (Όσοι αναρωτιέστε «γιατί όχι;» δικαίως αναρωτιέστε, όμως δεν πέφτω στο επίπεδο να συζητήσω ένα τέτοιο ενδεχόμενο.) Άρα πρέπει να κάνεις κάτι άλλο.

Φαντάζομαι κάποιον να λέει «πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να δείξουμε στους πολίτες ότι ούτε ανθέλληνες είμαστε, ούτε, φυσικά, εχθροί της Μακεδονίας, όπως θέλουν να μας παρουσιάζουν ορισμένα Μέσα».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και τότε πέφτει η ιδέα!

«Να στήσουμε ένα θεόρατο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Αθήνα. Έτσι θα δείξουμε τα αισθήματα που τρέφουμε προς τον σπουδαίο αυτόν πρόγονό μας, αλλά και τους σύγχρονους συμπατριώτες του».

«Εννοείς, φαντάζομαι τους Έλληνες Μακεδόνες και όχι τους Βορειομακεδόνες», διευκρινίζει κάποιος. Και συμφωνεί με την πρόταση. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, μόνο που διαπιστώνουν μια αδυναμία στο σχέδιο.

«Πώς θα προλάβουμε, μέχρι τις εκλογές, να έχουμε έτοιμο το άγαλμα και να το στήσουμε στο βάθρο του;» Αυτό θεωρήθηκε μια αντικειμενική δυσκολία και άρχισε το μπρέιν στόρμινγκ για το ξεπέρασμά της.

Μπρέιν στόρμινγκ είναι ο καταιγισμός ιδεών, φοβάμαι όμως πως ο καταιγισμός είναι εξίσου άγνωστη λέξη. Τέλος πάντων. Το να στηθεί μια φωτογραφία της μακέτας, έως ότου ετοιμαστεί το άγαλμα, δεν κρίθηκε σωστό.

(Ούτε το να γίνουν κάποιες μετατροπές στον Κολοκοτρώνη, ώστε να μοιάζει με Μεγαλέξανδρο.)  Και τότε έπεσε η ιδέα: «Γιατί δεν φέρνουμε ένα έτοιμο;» Στην ερώτηση «και πού να τον βρούμε;» υπήρχε απάντηση.

Κάπως έτσι πρέπει να φτάσαμε στο «αλλάζετε, ρε» των παιδικών μας χρόνων. «Βαρώτσους» έχουμε και μπορούμε να φτιάξουμε και άλλους, εν καιρώ. Για Μεγαλέξανδρους καιγόμαστε.

Τι λέτε; Φανταστικό το σενάριο;
 Θα έπρεπε να πάρουμε τουλάχιστον δύο!

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

190201 ΔΕΣΜΕΥΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Δήμαρχος «Μακεδονομάχος»!

Το έχουμε πει πολλές φορές, το «μακεδονικό» είναι ένα ζήτημα πάνω στο οποίο χτίστηκαν και εξακολουθούν να χτίζονται πολιτικές καριέρες. Και όχι μόνον πολιτικές, αλλά τολμώ να πω και… δημοσιογραφικές!

Και, παρά την έγκριση της συμφωνίας από τη Βουλή, το θέμα δεν θα κλείσει. Τουλάχιστον μέχρι να γίνουν οι επόμενες εκλογές. Όχι μόνον οι εθνικές, αλλά και οι αυτοδιοικητικές, για δημάρχους και περιφερειάρχες.

Γι’ αυτές τις τελευταίες θέλουμε να σας μιλήσουμε σήμερα, καθώς και για τον ρόλο που μπορεί να παίξει η θέση τού κάθε υποψηφίου, δημάρχου ή δημοτικού συμβούλου (ας περιοριστούμε στον πρώτο βαθμό) στο… «μακεδονικό».

Υπάρχει κάτι που δυσκολεύονται πολλοί να το καταλάβουν. Διότι, κακά τα ψέματα, στο θέμα αυτό υπάρχει και μια συναισθηματική εμπλοκή. Και, όταν στην πολιτική εμπλέκονται τα συναισθήματα, μπερδεύεται το πράγμα.

Τι εννοώ: Εκείνο που πρέπει να καταλάβει ο κάθε πολίτης είναι ότι στο «μακεδονικό ζήτημα» η θέση του κάθε δημάρχου (συνακόλουθα και του κάθε υποψηφίου) έχει την ίδια ακριβώς βαρύτητα που έχει και η δική του.

Τίποτε περισσότερο, ή τίποτε λιγότερο δεν μπορεί να κάνει κάποιος τοπικός άρχοντας, από ό,τι και ο τελευταίος πολίτης αυτού του τόπου. Εντάξει, μπορεί να ανακηρύξει ανεπιθύμητους στον Δήμο του όσους δεν έχουν την ίδια με αυτόν γνώμη.

Όμως αυτό δεν είναι παρά μια ακόμη «παράσταση» από τις τόσες που έχουμε παρακολουθήσει αυτές τις μέρες (και θα παρακολουθήσουμε… μέχρις εξαντλήσεως των αποθεμάτων). Πρακτικά δεν σημαίνει τίποτε.

Δεν έχει, δηλαδή, καμιά επίπτωση στην καθημερινότητα των κατοίκων ενός δήμου, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, αυτήν την οποία εκλέχτηκε να υπηρετήσει ο κάθε δήμαρχος. Είτε είναι «Μακεδονομάχος» είτε όχι.

Επομένως, ουδόλως πρέπει να απασχολεί τους πολίτες η τοποθέτησή του στο συγκεκριμένο ζήτημα. Αν θέλετε να κάνω μια εξαίρεση, να πω ότι μπορεί να μετρά σαν κριτήριο στην απίθανη περίπτωση που δυο υποψήφιοι είναι ακριβώς ίδιοι!

Όταν δηλαδή ο πολίτης έχει κάνει τις συγκρίσεις του με βάση τα κριτήρια εκείνα που πρέπει να εκτιμώνται σε κάθε εκλογή δημάρχου, και βρήκε τους υποψήφιους… ισόπαλους. Τότε μπορεί να μετρήσει και η θέση τους στο «μακεδονικό».

Αυτό όμως, όπως καταλαβαίνετε, είναι μια εξαιρετικά σπάνια περίπτωση, γι’ αυτό κι εμείς προτείνουμε να μείνει εντελώς έξω από την αξιολογική μας (σας) κλίμακα το πόσο ένθερμος Μακεδόνας είναι ο κάθε υποψήφιος.

Το άλλο πουλάκι:
Μετρήστε κάτι άλλο!

Μετρήστε την τοποθέτηση κάθε υποψήφιου πάνω σε ζητήματα της αρμοδιότητάς του. Πάνω σε προβλήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει, αν οι πολίτες τον τιμήσουν με την ψήφο τους και εκλεγεί.

Και όταν λέμε τοποθέτηση δεν εννοούμε αυτό που ο κάθε υποψήφιος και η κάθε παράταξη ονομάζουν «πρόγραμμα». Αυτά είναι λόγια του αέρα, που όμως θεωρείται σχεδόν υποχρεωτικό να υπάρχουν προεκλογικά.

Μαθαίνω ότι συστήνονται ομάδες εργασίας για «τη σύνταξη του προγράμματος», ότι ορίζονται υπεύθυνοι κάθε παράταξης γι’ αυτό, και αναρωτιέμαι πόσες χαμένες ώρες εργασίας θα χρειαστούν για το… τίποτα.

Ελάχιστοι πολίτες θα κάνουν τον κόπο να ρίξουν μια ματιά, και κανείς δεν θα τα θυμάται την επομένη των εκλογών. Κάντε ένα τεστ στον εαυτό σας. Προσπαθήστε να θυμηθείτε το πρόγραμμα της παράταξης που ψηφίσατε την προηγούμενη φορά.

Γι’ αυτό σας λέω… Το πρόγραμμα δεν αποτελεί καμιά δέσμευση. Άλλου είδους δεσμεύσεις θεωρώ εγώ σημαντικές. Εκείνες που έχουν πρακτικό αποτέλεσμα αλλά, και συγχρόνως, σημαντικό πολιτικό κόστος.

Ποια είναι η θέση των υποψηφίων για την εφαρμογή του αντικαπνιστικού νόμου; Εννοώ την πιστή εφαρμογή και όχι τα καραγκιοζλίκια που βλέπουμε χρόνια τώρα. Μπορούν, τολμούν να την πουν στους πολίτες;

Διότι αυτό έχει ένα κόστος. Αλλά είναι και κάτι που αφορά την καθημερινότητα των πολιτών. Όπως αντίστοιχα και η θέση τους για την πεζοδρόμηση κεντρικών δρόμων της πόλης. Ή για την επιβολή προστίμων στους παραβάτες της καθαριότητας.

Πώς σκέφτεται δηλαδή ο υποψήφιος δήμαρχος να αντιμετωπίσει το έντονο φαινόμενο να βγάζει ο καθένας τα «σκουπίδια» του, ακόμη και έμποροι στο κέντρο της πόλης, όποτε τον βολεύει και να τα πετά όπου του κάνει κέφι. 

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτά θέλουμε να ακούσουμε. Όχι «θα αναβαθμίσουμε τον ρόλο του φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους», ή «θα δώσουμε ουσιαστικό περιεχόμενο στην Ονειρούπολη»… (Δεν συνεχίζω, γιατί δίνω τζάμπα ιδέες.)

Κάπου εδώ βρίσκω σημαντικό και τον ρόλο των τοπικών δημοσιογράφων. Ας αναλάβουν την πρωτοβουλία να θέσουν στους υποψήφιους τέτοιου είδους ερωτήματα, ώστε να προκαλέσουν συγκεκριμένες απαντήσεις – δεσμεύσεις.

Για να μην φανεί μάλιστα ότι μεροληπτούν, ας ετοιμάσουν μια λίστα με τέτοιου είδους ερωτήσεις, τις οποίες μπορούν να υποβάλουν σε όλους τους υποψήφιους, τώρα που αυτοί θα αρχίσουν να δίνουν συνεντεύξεις όπου σταθούν κι όπου βρεθούν.

Μπορούν ακόμη να τους στείλουν τον κατάλογο αυτόν και να ζητήσουν γραπτώς τις απαντήσεις τους, τις οποίες θα κοινοποιήσουν από τα έντυπά τους ή από τα δημοσιογραφικά σάιτ της πόλης μας.

Ξέρω τι σκέφτεστε. Και ποιος μας λέει ότι τέτοιου είδους τοποθετήσεις δεσμεύουν τους υποψήφιους να τις εφαρμόσουν όταν εκλεγούν. Εδώ ζούμε στην εποχή της κωλοτούμπας, η οποία μάλιστα συχνά επιβραβεύεται.

Συμφωνώ. Αλλά και μόνον που θα υποχρεωθούν να εκτεθούν, και μόνο που θα μπουν στη διαδικασία να σκεφτούν και να πάρουν θέση σε υπαρκτά προβλήματα, είναι ένα κέρδος για την πόλη.

Μεγαλύτερο από το να παριστάνουν τους «Μακεδονομάχους»!
 Πρακτικά πράγματα!

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019

190122 ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Πολιτική θρησκεία»!

Μ’ αυτόν τον όρο, διαβάζω, οι κοινωνικές επιστήμες ονομάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες συγκροτούνται ως πολιτικές κοινότητες, εκτός των άλλων, και με όρους συμβολικούς, που τις καθορίζουν και ως ηθικές κοινότητες.

Μια πολιτική κοινότητα, όταν αποκτήσει υπόσταση (και) ηθικής κοινότητας, όταν αρχίσει, δηλαδή, να αντιλαμβάνεται το (πολιτικά) σωστό και λάθος με όρους ιερού ή βέβηλου, τότε αποκτά «πολιτική θρησκεία».

Τότε μπορούμε να διακρίνουμε ομοιότητες με κάθε άλλη θρησκεία, από την ύπαρξη τελετουργιών, ακόμα και «θυσιών», μέχρι τη δημιουργία και λειτουργία ενός «ιερατείου», θέση στο οποίο βέβαια διεκδικούν πολλοί.

Θα καταλάβετε καλύτερα τι εννοούμε με κάποιο παράδειγμα στον πίνακα. Το αντλούμε από ένα άρθρο του καθηγητή Συγκριτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου κ. Μανούσου Μαραγκουδάκη.

Ο οποίος υποστηρίζει ότι στη χώρα μας, την οποία δεν λες και την πιο κανονική χώρα του κόσμου, έχουν εδραιωθεί δύο τέτοιες πολιτικές θρησκείες, σε αντίθεση με κάθε άλλο κράτος έθνος του… πολιτισμένου κόσμου.

Θα μπορούσαμε αυτές τις δύο πολιτικές θρησκείες να τις διακρίνουμε στο πέρασμα των δεκαετιών, περισσότερο εμφανείς όμως γίνονται μετά τον πόλεμο, τον εμφύλιο, και, κυρίως, στα χρόνια που ακολούθησαν.

Την πρώτη ο κύριος Μαραγκουδάκης την ονομάζει «εθνική πολιτική θρησκεία» και έχει ως επίκεντρό της τους μεγάλους εθνικούς αγώνες και τις ένδοξες σελίδες της ιστορίας μας. Μπορούμε να φανταστούμε το τελετουργικό της.

Το οποίο εστιάζεται κυρίως στις εθνικές επετείους, αλλά όχι μόνο τις «εθνικές». Με γιορτές, πατριωτικές ομιλίες, παρελάσεις, παραδοσιακούς χορούς, έχοντας ως ιερά βιβλία μόνο τις ηρωικές σελίδες της Ιστορίας.

Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, ως ιερά κείμενα χρησιμοποιούνται όλο και πιο συχνά και διάφορες «γραφές» γερόντων, οι οποίες εντοπίζονται σε ειδική μερίδα του Τύπου και σε συγκεκριμένα σάιτ του διαδικτύου.

Οι πιστοί αυτής της «εθνικής πολιτικής θρησκείας» δεν είναι άλλοι από τους πολίτες που τοποθετούνται στη λαϊκή δεξιά, εννοείται στην ακροδεξιά, αλλά και στον χώρο των εκκλησιαστικών οργανώσεων˙ κυρίως.

Το άλλο πουλάκι:
Ποια είναι η δεύτερη πολιτική θρησκεία;

Από την άλλη, λοιπόν, πλευρά έχουμε αυτήν που θα αποκαλούσαμε «λαϊκή πολιτική θρησκεία», η οποία έχει ως σημεία αναφοράς της τους μεγάλους λαϊκούς αγώνες, το ΕΑΜ, το Πολυτεχνείο… Το τελετουργικό της είναι επίσης πολύ γνωστό.

Περιλαμβάνει πορείες, συγκρούσεις με τα ΜΑΤ (όπως λεγόταν παλιά) καταλήψεις κτηρίων ή εργασιακών χώρων, απεργιακές κινητοποιήσεις κ.λπ. Καταλαβαίνετε, φαντάζομαι ποιοι είναι οι πιστοί αυτής της πολιτικής θρησκείας.

Πρόκειται για τη λεγόμενη Αριστερά. Με την ευρεία έννοια, καθώς μέσα της μπορούμε να εντάξουμε και τη διανόηση του τόπου, πολλούς πανεπιστημιακούς, ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων κ.λπ.

Τα ιερά τους βιβλία είναι οι πιο… απόκρυφες σελίδες της Ιστορίας, καθώς και τα κείμενα διάφορων «καταραμένων» συγγραφέων, όπως βέβαια και των θεωρητικών του μαρξισμού. Εννοείται και οι κομματικές εφημερίδες.

Για όσους από τους πιστούς της διαβάζουν. Διότι πολλοί έχουν μια επιδερμική, μια «δήθεν» σχέση με το διάβασμα, και τους αρέσει περισσότερο να τσαλαβουτάν εδώ κι εκεί και, ό,τι αρπάξουν. Τα υπόλοιπα στο καφενείο.

Το αξιοθαύμαστο είναι πως αυτές οι δύο πολιτικές θρησκείες συνυπήρχαν στη χώρα μας χωρίς να δημιουργούνται ιδιαίτερα προβλήματα. Βεβαίως, οι πιστοί τής μιας έβλεπαν πάντοτε υποτιμητικά εκείνους της άλλης.

Οι μεν θεωρούσαν τους δε συντηρητικούς (δίνοντας πάντοτε αρνητικό πρόσημο στη λέξη), ενώ εκείνοι χαρακτήριζαν τους πρώτους «κουλτουριάρηδες» (αυτή η λέξη κι αν έφτασε να έχει αρνητικό πρόσημο).

Φυσικά δεν έπαψαν ποτέ και οι πολιτικές συγκρούσεις. Πολλές φορές ιδιαίτερα έντονες. Με μοναδική ίσως εξαίρεση κάποια χρόνια του ΠαΣοΚ, όταν το λαϊκό συνυπήρξε κάπως πιο αρμονικά με το εθνικό στοιχείο.

Ωστόσο, εκεί που το κακό παράγινε, ήταν στα χρόνια της κρίσης, όταν φτάσαμε στο σημείο οι πιστοί των δύο αυτών πολιτικών θρησκειών να θεωρούν οι μεν τους δε προδότες και εκείνοι τους πρώτους φασίστες.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ας δώσουμε όμως τον λόγο στον κ. Μαραγκουδάκη:

«Οι οπαδοί του εθνικού αφηγήματος και της εθνικής πολιτικής θρησκείας κατηγορούνται για φασισμό, ενώ οι οπαδοί της λαϊκής πολιτικής θρησκείας, αυτοί που θέτουν “τα συμφέροντα των λαών πάνω από τους φασιστικούς εθνικισμούς”, κατηγορούνται για εθνική προδοσία.

Φυσικά δεν ισχύει κανένα από τα παραπάνω. Ή μάλλον, ως εκλογικεύσεις είναι το ίδιο κατανοητές και εύλογες στα πλαίσια αυτών των δύο αναγνωρισμένων από το κράτος και ενσωματωμένων στο εκπαιδευτικό σύστημα πολιτικών θρησκειών.

Γιατί στην Ελλάδα συμβαίνει κάτι πολύ ιδιάζον: ενώ τόσο ο Παύλος Μελάς και ο Μεγαλέξανδρος, όσο και το Πολυτεχνείο και οι αντι-ιμπεριαλιστικοί αγώνες των λαών έχουν χώρο στο εκπαιδευτικό μας σύστημα και τις δημόσιες τελετές, ουδείς σκέφθηκε ότι από ένα σημείο και μετά αυτά τα δύο συμβολικά συστήματα είναι αντιπαραθετικά και συγκρουσιακά.

Και ουδείς σκέφθηκε ότι όχι μόνον χρήζουν αναβάθμισης και ανανέωσης στα πλαίσια μιας σύγχρονης μετα-εθνικιστικής και μετα-σοσιαλιστικής εποχής, αλλά πάνω απ’ όλα χρήζουν σύνθεσης.

Μία σύνθεση που θα συνενώσει σύμβολα και πολίτες, επιτρέποντας έτσι την εννοιολογική σύνθεση του νοήματος της δημοκρατίας, ώστε αυτό να είναι κοινό για όλους μας, δεξιούς, αριστερούς και φιλελεύθερους».

Μετά από όλα αυτά, δεν μένει σε όσους σκεφτόμαστε πραγματικά την ανάγκη ύπαρξης μιας τέτοιας σύνθεσης, το να αναζητήσουμε και τρόπους να την πετύχουμε. Εδώ νομίζω θα παιχθεί ένα μεγάλο στοίχημα το επόμενο διάστημα.
 Θρησκευτικά, σήμερα!

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2018

181213 ΥΠΑΝΑΠΤΥΚΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Κάτι δεν κάνουμε καλά;

Διάβασα, αυτές τις μέρες, αναλύσεις επί αναλύσεων, που αναφέρονται στις εξεγέρσεις πολιτών στη Γαλλία και δείχνουν μια μεγάλη ανησυχία για το τι πρόκειται να συμβεί, αν δεν καταλαγιάσουν.

Ανησυχία ακόμη για το μέλλον της Ευρώπης, το οποίο κινδυνεύει από την έξαρση του λαϊκισμού και των σύγχρονων εθνικισμών, που βρίσκουν απήχηση στα δυσαρεστημένα κοινωνικά στρώματα που συνεχώς πληθαίνουν.

Κάποιοι λένε ότι φταίει η παγκοσμιοποίηση η οποία είτε θεωρείται αφ’ εαυτού της κάτι κακό, ένα «δαιμονικό φαινόμενο», είτε δεν μπόρεσε να περιορίσει τις αρνητικές συνέπειες που είχε η εμφάνισή της στο ιστορικό γίγνεσθαι.

Άλλοι υποστηρίζουν πως πηγή του κακού είναι η μετανάστευση πληθυσμών από φτωχότερες περιοχές του πλανήτη προς εκεί όπου υπάρχει ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, με δεδομένο ότι οι πληθυσμοί αυτοί προέρχονται από διαφορετικές κουλτούρες.

Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα από τη μια τη φτωχοποίηση και την απώλεια κεκτημένων για τους λαούς της Ευρώπης, και από την άλλη τη βίαιη αλλοίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς ενός εκάστου λαού.

Ως αντίδραση, λοιπόν, σ’ αυτόν τον κίνδυνο, προτείνονται από τα άκρα του πολιτικού φάσματος η περιχαράκωση στις εθνικές οικονομίες και τα εθνικά σύνορα, όπου ο πλούτος και οι αξίες θα ανήκουν μόνο στους γηγενείς.

Βεβαίως, υπάρχουν και άλλες αναλύσεις που μιλούν για την αποστασιοποίηση της άρχουσας τάξης από τα λαϊκά στρώματα, την εγκαθίδρυση διαφόρων ελίτ που λαμβάνουν αποφάσεις ερήμην των πολιτών.

Μιλούν για τους ευνοημένους της νέας τάξης πραγμάτων που όχι μόνον διαβιούν προκλητικά για τον μέσο πολίτη, αλλά επιδεικνύουν και μια περιφρόνηση για όλα όσα τον απασχολούν και τον φοβίζουν.

Αυτή η συμπεριφορά οδηγεί μεγάλο μέρος των λαϊκών στρωμάτων στο να ασπάζεται θεωρίες συνομωσίας και να φαντάζεται μυστικοπαθή ιερατεία που απεργάζονται την κατάκτηση του παγκόσμιου πλούτου και της πλανητικής εξουσίας.

Βρίσκει καταφύγιο, λοιπόν, με μεγάλη ευκολία, στους κόλπους λαϊκιστικών κομμάτων που εμφανίζονται δήθεν αντισυστημικά και έχουν ως στόχο την υπεράσπιση των πολιτών από όλους αυτούς τους κινδύνους.

Το άλλο πουλάκι:
Κυρίως όμως… αγανακτούν.

Εύκολος στόχος αυτής της αγανάκτησης είναι το «παλιό σύστημα», κάτι προφανέστατα αντιφατικό, αφού το παλιό δεν μπορεί να φταίει για τα νέα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης και της μετανάστευσης των λαών.

Οι αντίφαση όμως αυτή δεν φαίνεται να προβληματίζει τους κάθε είδους αγανακτισμένους, γεγονός που έρχεται να επιβεβαιώσει ότι, στην πραγματικότητα, δεν ξέρουν τι ακριβώς είναι αυτό που φταίει και τα πράγματα δεν πάνε όπως θα ήθελαν.

Αυτοί απλώς είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν οποιονδήποτε παρουσιάζεται ως «το νέο», κι ας είναι, όσον αφορά τον τρόπο σκέψεις, αλλά και την πρακτική, παλαιότερο από οτιδήποτε άλλο, αφού αρνείται να αλλάξει και να προσαρμοστεί.

Δεν ξέρουν τι τους φταίει! Στο σημείο αυτό ας σταθούμε για λίγο και ας συζητήσουμε αυτό το φαινόμενο, γιατί πιστεύω ότι η κουβέντα μας αυτή μπορεί να αναδείξει και τις όποιες, πραγματικές ευθύνες έχει «το παλιό».

Ανάπτυξη!
Θυμόσαστε ότι αυτή ήταν η λέξη – σύνθημα που επικράτησε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά παγκοσμίως; Όλοι μιλούσαν για ανάπτυξη, όλοι υπόσχονταν ανάπτυξη, όλοι περίμεναν την ανάπτυξη…

Η οποία ανάπτυξη είχε συνδεθεί στο μυαλό των περισσοτέρων με ένα συνεχώς βελτιούμενο βιοτικό επίπεδο˙ με τη δυνατότητα να αποκτούν ολοένα όχι μόνο καλύτερης ποιότητας, αλλά και περισσότερα υλικά αγαθά.

Πέρασαν μία ή δύο γενιές που, ενώ είχαν μεγαλώσει μέσα στον (ή μετά τον) πόλεμο, σε μεγάλη ένδεια, κατόρθωσαν να αποκτήσουν απίστευτα «πλούτη», που τους προσέφεραν ένα επίπεδο ζωής ασύλληπτο για απλούς ανθρώπους.

Σπίτια και αυτοκίνητα και ρούχα και ταξίδια και ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές που τους παρείχαν αδιανόητες ευκολίες και δυνατότητες, και όλα αυτά σε αριθμούς που έδειχναν όχι μόνον άνεση, αλλά και… απληστία.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μπορούσε να συνεχιστεί κάτι τέτοιο;

Αποδείχθηκε πως όχι, με δεδομένο τα πεπερασμένα όρια και τις αντοχές του πλανήτη, σε συνδυασμό με το αίτημα δισεκατομμυρίων ανθρώπων που ζούσαν (ζουν) αποκλεισμένοι, να αποκτήσουν και αυτοί ένα παρόμοιο επίπεδο ζωής.

Αν κάθε οικογένεια Ινδού ή Κινέζου, αποκτήσει (και αυτή) ένα αυτοκίνητο, ο πλανήτης θα καταρρεύσει. Το ίδιο θα συμβεί και αν θελήσει (δηλαδή μπορέσει) να κάνει ένα ταξίδι το χρόνο, ή και… μπάνιο κάθε μέρα!

Αυτά όμως είναι πολύ δύσκολο να τα αντιληφθεί ένας κάτοικος του αναπτυγμένου κόσμου, ακόμη και σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όταν δηλαδή φοράει ρούχα και χρησιμοποιεί συσκευές που προέρχονται αποκλειστικά από εκείνες τις χώρες.

Αυτός πίστεψε την υπόσχεση -και τώρα προβάλλει το αίτημα- για «ανάπτυξη», δηλαδή για την απόκτηση περισσότερων και καλύτερων υλικών αγαθών, υψηλότερου βιοτικού επιπέδου. Παραβλέποντας μια ακόμη ιστορική πραγματικότητα.

Ότι ο κόσμος αναπτύχτηκε, όχι όμως εκθετικά, ούτε καν γραμμικά, με πολλά πισωγυρίσματα, με πολλούς πολέμους, που υποχρέωναν, κάθε λίγες δεκαετίες, σε μια επανεκκίνηση την παγκόσμια οικονομία.

Τώρα όμως ζούμε μια πρωτοφανή σε διάρκεια ειρηνική περίοδο, με εξαιρέσεις περιορισμένες τοπικά συρράξεις. Οι οποίες επιτείνουν το αίτημα πληθυσμών του λεγόμενου τρίτου κόσμου για μια καλύτερη ζωή.

Αφήστε που οι περισσότεροι θεωρούν, όχι αδίκως, ότι ο αναπτυγμένος κόσμος τούς την οφείλει, αφού στήριξε μεγάλο μέρος αυτής της ανάπτυξής του στην εκμετάλλευση των δικών τους πλουτοπαραγωγικών πηγών.

Επομένως; Επομένως το πρόβλημα είναι αρκετά περίπλοκο για να περιμένουμε να το λύσουμε με τις εύκολες και απλοϊκές λύσεις που προτείνουν όσοι «χαίρονται» με τις εξεγέρσεις, ελπίζοντας σε πολιτικά οφέλη.
 Κουβάρι!

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2018

181130 ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Αγώνας των παιδιών;

Ή μήπως παιδικός αγώνας; Θυμάμαι πάντοτε αυτό που μου έλεγε ένας παλιός δάσκαλος, όταν επιχείρησε με τους μαθητές της τάξης του να εκδώσουν ένα έντυπο, μια εφημεριδούλα με δικά τους κείμενα.

Η συζήτηση που έγινε κατά τη διάρκεια του γλωσσικού μαθήματος ήταν αν θα αναγράφεται «μαθητική εφημερίδα της Ε΄ τάξης του Δημοτικού Σχολείου…» τάδε, ή «εφημερίδα των μαθητών της Ε΄ τάξης» κ.λπ.

Τα περισσότερα παιδιά δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη διαφορά. Μόνον ένα κοριτσάκι, που η μητρική του γλώσσα μάλιστα δεν ήταν τα ελληνικά, είπε το εξής αξιοσημείωτο, που ο δάσκαλος ανέφερε με θαυμασμό:

«Κύριε, μια αθλητική εφημερίδα μιλάει για θέματα αθλητισμού, αλλά μπορεί να τη γράφουν άνθρωποι που δεν αθλούνται. Ενώ μια εφημερίδα των αθλητών σημαίνει ότι τη γράφουν αθλητές. Τη δική μας εμείς τη γράφουμε, επομένως… εφημερίδα των μαθητών».

Με βάση, λοιπόν, την παραπάνω συζήτηση, μπορούμε να αναρωτηθούμε και πάλι. Οι καταλήψεις των Σχολείων είναι ένας αγώνας των παιδιών ή ένας παιδικός αγώνας; Που διεξάγεται από μαθητές, ή σε μαθητικό επίπεδο;

Το ενδιαφέρον είναι ότι η απάντηση που δίνουν κάποιοι εξαρτάται από το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτού του «αγώνα», δηλαδή των καταλήψεων, αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Όταν τα παιδιά αγωνίζονται για «καλύτερο Σχολείο» (πράγμα όμως που μπορεί να σημαίνει ακόμη και «θέλουμε να χρησιμοποιούμε κινητά και να έχουμε χώρους για κάπνισμα») τότε μιλάνε για ένα ακηδεμόνευτο μαθητικό κίνημα.

Τώρα που σε κάποια Σχολεία τα αιτήματα είναι σχετικά με την ονομασία των Σκοπίων και τη συμφωνία των Πρεσπών, βλέπουν από πίσω διάφορους υποβολείς, γεγονός που, φυσικά, αίρει το… ακηδεμόνευτο τού κινήματος.

Μάλιστα το έγκλημα θεωρείται από αυτούς ακόμη σοβαρότερο, από τη στιγμή που υποβολείς δεν είναι οι πρώτοι τυχόντες γονείς, αλλά οι «χρυσαυγίτες» και οι «εθνικιστές» και οι «φασίστες» γονείς, που ωθούν τα παιδιά τους να καταλάβουν τα Σχολεία.

Για να το δούμε ψύχραιμα το θέμα, πρέπει να θυμηθούμε ότι τέτοιου είδους μαθητικοί «αγώνες» έχουν μια ιστορία. Δεν είναι λίγες οι φορές που στο παρελθόν οι μαθητές βγήκαν στους δρόμους για ανάλογα θέματα.

Με αιτήματα… εξωσχολικά, αλλά και εθνικού περιεχομένου, για την Κύπρο, εναντίον της Τουρκίας ή των Άγγλων, υπέρ της Ένωσης, κατά της κυβέρνησης Καραμανλή.
Θα σας πούμε όμως και μια τοπική ιστορία.

Το άλλο πουλάκι:
Όλοι στον αγώνα.

Δεν θυμάμαι ποια χρονιά ακριβώς ήταν, πιθανότατα το 1974 ή το 1975, όταν πραγματοποιήθηκε στην πόλη μας ένα πανδραμινό συλλαλητήριο. Θυμάμαι όμως ότι τα Σχολεία έκλεισαν για τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή σ’ αυτό.

Εμείς, ο Χαράλαμπος, ο Γιώργος, ο Μάκης και άλλοι, παιδιά του Δημοτικού τότε, πήραμε δυναμικά μέρος στο συλλαλητήριο. Βρήκαμε ένα χαρτόνι, γράψαμε επάνω το σύνθημά μας και κατεβήκαμε στην πλατεία.

«Κάτω τα χέρια απ’ το βρακί μας»! Βλέπετε το συλλαλητήριο εκείνο γινόταν προκειμένου να πείσουμε την κυβέρνηση να χτίσει το εργοστάσιο της SOFTEX στη Δράμα και όχι στη γειτονική, ανεπτυγμένη Καβάλα.

Το σύνθημά μας άρεσε τόσο πολύ στον συγκεντρωμένο κόσμο που το υιοθέτησε και το φώναξε και έγινε ένα από τα συνθήματα του συλλαλητηρίου. Το ερώτημα είναι αν η διαμαρτυρία μας εκείνη ήταν… ακηδεμόνευτη.

Προφανώς όχι! Τα Σχολεία είχαν κλείσει με εντολή άνωθεν και εμείς ούτε που ξέραμε καλά καλά τι ήταν το εργοστάσιο που διεκδικούσαμε και τι μπορούσε να σημαίνει για την οικονομία του νομού μας.

Βρήκαμε ευκαιρία να χαρούμε το χάσιμο του μαθήματος και να διασκεδάσουμε. Δεν είναι κακό, το έχουμε ξαναπεί. Εκτός αν γίνεται συστηματικά, εθιμοτυπικά και… για την ετοιμότητα του λαϊκού (βλέπε μαθητικού) κινήματος.

Εξάλλου, το επόμενο παρόμοιο συλλαλητήριο, με μαθητική συμμετοχή, ήταν, μετά από δεκαπέντε χρόνια, εκείνο ενάντια στην εγκατάσταση των λιγνιτωρυχείων και τη λειτουργία θερμοηλεκτρικών εργοστασίων στον νομό μας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μία σου και μία μου.

Εμείς γι’ αυτό φωνάζουμε, χρόνια τώρα, αφήστε τα παιδιά να είναι παιδιά. Δεν είναι ανάγκη να τους κάνουμε συνειδητοποιημένους πολίτες που αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους, από τα δώδεκά τους χρόνια.

Και μάλιστα δείχνοντάς τους έναν εντελώς διαστρεβλωμένο τρόπο διεκδίκησης, με μια μορφή αγώνα, δηλαδή «επαναστατικής γυμναστικής», όπου μόνο να κερδίσεις έχεις (χαβαλέ και χάσιμο μαθημάτων) χωρίς να ρισκάρεις τίποτε.

Όταν όμως το κάνεις εσύ, θα το κάνει και ο άλλος και τότε είναι πολύ αργά για να διαμαρτυρηθείς. Το παιχνίδι έχει χαθεί και ο εχθρός (δηλαδή η δυνατότητα να άγονται και να φέρονται οι μαθητές) είναι κιόλας μέσα από τα τείχη.

Όσο για τα παιδιά, αν πραγματικά αγαπούν τη Μακεδονία και ενδιαφέρονται για την πατρίδα μας, έχω να τους προτείνω μια αληθινά επαναστατική μορφή αγώνα. Να προσπαθήσουν φέτος όλα να αριστεύσουν στην Ιστορία.

Και στη Γεωγραφία. Και να προγραμματίσουν τις εκδρομές τους σε σημαντικούς ιστορικούς και αρχαιολογικούς χώρους της μακεδονικής γης. Όπου θα προσπαθήσουν να καταλάβουν και να μάθουν όλα όσα τους δείξουν οι καθηγητές τους.

Να αριστεύσουν και στην Ελληνική Γλώσσα. Και να είναι βέβαια ότι, μ’ αυτόν τον τρόπο προετοιμάζονται για να αγωνιστούν στο μέλλον και να υπερασπιστούν πολύ καλύτερα όλα όσα θέλουν να υπερασπιστούν με τις καταλήψεις.

Οι οποίες σε λίγες μέρες θα τελειώσουν και θα επιστρέψουμε στον γλωσσικό και τον ιστορικό αναλφαβητισμό. Όλοι μας!
 Αγαπάς τη Μακεδονία;
Μάθε για τη Μακεδονία!

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018

181029 ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Λόγω της ημέρας…

Σκέφτομαι ότι οι επέτειοι μάς δίνουν μια μοναδική ευκαιρία να σκεφτούμε πάνω σε ζητήματα που απασχόλησαν τους ανθρώπους και παλαιότερα, όμως να το κάνουμε πάνω σε έναν πιο μοντέρνο «καμβά».

Το ευτύχημα θα ήταν να μπορούσαμε να αναστοχαστούμε και πάνω σε δικές μας σκέψεις και μ’ αυτό τον τρόπο να (ξανα)ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Ελάτε να το κάνουμε με την βοήθεια της τεχνολογίας.

Ας γυρίσουμε τον χρόνο, όπως τους δείκτες του ρολογιού μας πέντε χρόνια πίσω, κι ας θυμηθούμε τι συζητούσαμε μια τέτοια μέρα. Σας καλούσαμε τότε να… αλλάξουμε λίγο το ερώτημα.

Αντί να αναρωτηθούμε, όπως ο ποιητής, τι είναι η πατρίδα μας, ας αναρωτηθούμε τι είναι πατριωτισμός. Το ερώτημα θεωρείται κάτι παραπάνω από επίκαιρο, όχι μόνο λόγω της χθεσινής επετείου, αλλά και της γενικότερης πολιτικής κατάστασης.

Τι είναι πατριωτισμός, λοιπόν; Περιμένετε απάντηση; Τόσα χρόνια δεν έχετε καταλάβει πως, αν είναι κάτι που αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι, είναι οι έτοιμες απαντήσεις; Ερωτήσεις να σας υποβάλουμε όσες θέλετε. Απαντήσεις όμως…

Ένας πονηρός τρόπος για να αποφύγεις να δεις το ερώτημα κατά πρόσωπο είναι να το αντιστρέψεις, να το προσεγγίσεις από την αντίθετη πλευρά και να ορίσεις αυτό που θέλεις διά τής εις άτοπον…

Κι έτσι βεβαίως θα υποχρεωθείς να απαντήσεις σε κάποια ερωτήματα, αυτά όμως θεωρούνται πιο απλά ή ανώδυνα, ίσως επειδή είναι πολλά και μικρά.  Ας έρθουμε όμως στο συγκεκριμένο.

Αντί να σκεφτούμε τι είναι πατριωτισμός, ίσως ήταν προτιμότερο να αναρωτηθούμε τι δεν είναι πατριωτισμός κι έτσι πιθανόν να έχουμε και κάποια απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα. Πατριωτισμός, λοιπόν, δεν είναι οι παρελάσεις.

Ιδίως όταν γίνονται καθαρά εθιμοτυπικά, χωρίς αυτοί που συμμετέχουν κι εκείνοι που παρακολουθούν να έχουν την παραμικρή συναίσθηση του λόγου για τον οποίο λαμβάνουν χώρα όλα αυτά.

Αν οι πρόβες είναι ευκαιρία για «χάσιμο μαθήματος», αν η παρέλαση είναι επίδειξη μόδας-ντύσιμο, κούρεμα, βάψιμο κ.λπ. -και η παρακολούθηση ευκαιρία για χαβαλέ- γιουχάισμα, πειράγματα, στραγάλια…- τότε αυτή η παρέλαση δεν έχει σχέση με πατριωτισμό.

Αν πάω για να καμαρώσω και να φωτογραφίσω μόνο το δικό μου παιδί, αν παρακολουθώ τη σημαιοφόρο κι όχι τη σημαία, αν κατεβαίνω στην παρέλαση για να πιω καφέ φορώντας τα καλά μου, τότε μάλλον σε λάθος εκδήλωση πάω και σίγουρα όχι κινούμενος από αισθήματα πατριωτισμού.

Ας αφήσουμε όμως τις παρελάσεις κι ας δούμε λίγο την καθημερινότητα, αφού, ακόμη κι αν είναι «αυθεντικός», ο πατριωτισμός δεν μπορεί να μας διακατέχει δύο μέρες το χρόνο.

Το άλλο πουλάκι:
Δεν είναι ελληνοκεντρικός!

Δεν είμαι περισσότερο πατριώτης, όταν πιστεύω πως το σύμπαν κινείται γύρω από τη χώρα μου, είτε επειδή της χρωστά αιώνια ευγνωμοσύνη, είτε επειδή τη φθονεί και απεργάζεται σχέδια καταστροφής της.

Δεν είμαι περισσότερο πατριώτης, όταν μένω προσκολλημένος στο ένδοξο παρελθόν και τρέφω από αυτό την ματαιοδοξία μου. Όταν ξεχνώ πως το χθες, με τα επιτεύγματα του, ανήκει, εν πολλοίς, σε κάποιον παγκόσμιο πολιτισμό και πως αυτό που θα έπρεπε να με ενδιαφέρει είναι η σημερινή δική μου συμβολή στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Δεν είμαι περισσότερο πατριώτης, όταν αγνοώ ή κρύβω επιδεικτικά τα λάθη του παρελθόντος, τις αδυναμίες και τα πάθη της φυλής, όταν αρνούμαι να δω όλες τις πτυχές της ιστορίας μας και, κυρίως, να παραδειγματιστώ από αυτές και να αντλήσω συμπεράσματα για το παρόν και το μέλλον.

Δεν είμαι περισσότερο πατριώτης, όταν χωρίζω τους ανθρώπους σε δικούς μας και ξένους, ή όπως θα έλεγε και ο Bob Marley, όταν το χρώμα του δέρματος σημαίνει για μένα περισσότερα απ’ ό,τι το χρώμα των ματιών.

Δεν είμαι περισσότερο πατριώτης, όταν ξεχνώ πως αυτή η φυλή, για την οποία καμαρώνω και υπερηφανεύομαι, λειτούργησε κατ’ εξοχήν μέσα σε πλουραλιστικά και πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα, ότι ποτέ δεν κλείστηκε στο καβούκι της και ότι πάντοτε έβλεπε τους άλλους όχι με φόβο ή έχθρα, αλλά ως πηγή άντλησης γνώσεων και φορείς  προς ανταλλαγή βιωμάτων και επιτευγμάτων.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπάρχουν κι άλλα…

Πόσο πατριώτης είμαι όταν θεωρώ τον εαυτό μου ξεχωριστή περίπτωση, η οποία δικαιούται ιδιαίτερα προνομιακής μεταχείρισης; Όταν εγώ μόνον πρέπει να προηγούμαι στις ουρές, να εξυπηρετούμαι από κολλητούς, να τελειώνω τις δουλειές μου κατά προτεραιότητα, είτε με μέσον είτε μα λάδωμα;

Πόσο πατριώτης είμαι όταν, πιστεύω πως μόνο εγώ δικαιούμαι να μην πληρώνω φόρους, να χτίζω όπου και όσο γουστάρω, να παρκάρω όπου μου κάνει κέφι, να πετάω τα σκουπίδια μου όπου βρω, να πηγαίνω στη δουλειά μου όταν θυμηθώ και να δουλεύω μέχρι να βαρεθώ, να γράφω σε όποιον τοίχο μου αρέσει, να κλείνω τους δρόμους όποτε αγανακτώ, να υπακούω μόνο σε εκείνους τους νόμους που θεωρώ δίκαιους…

Πόσο πατριώτης είμαι, όταν έχω την απαίτηση μόνο το δικό μου παιδί να έχει το καλύτερο σχολείο, τους καλύτερους καθηγητές, να σπουδάζει όπου με βολεύει, να υπηρετήσει τη θητεία του δίπλα στο σπίτι του ή να μην υπηρετήσει καθόλου;

Πόσο πατριώτης είμαι, όταν τα περιμένω όλα από το κράτος ή τους άλλους, όταν ο ίδιος δεν έχω αφιερώσει ποτέ λίγο από τον χρόνο μου σε κάποιον κοινωφελή σκοπό, όταν δεν έχω κάνει τίποτε χωρίς να σκεφτώ το αντάλλαγμα, όταν θεωρώ πως όλοι και όλα είναι προορισμένα να εξυπηρετούν τη δική μου μεγαλειότητα;

Αλήθεια, τόσο πατριώτης είμαι;
Αλήθεια, τι είναι πατριωτισμός;
Το να κοιτάς πίσω ενίοτε, 
είναι σαν να κοιτάς μέσα σου.