ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΡΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΡΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

181015 ΒΑΣΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Αραβοχιπί!»

Είναι μερικά πράγματα που σου μένουν. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Θυμάμαι πολύ καλά πότε άκουσα για πρώτη φορά αυτή τη «λέξη». Και τη συγκράτησα. Παρ’ όλο που δεν μπορείς να πεις ότι την χρησιμοποιούμε τακτικά.

Την προηγούμενη εβδομάδα επανήλθε στη μνήμη μου συνειρμικά. Τι σου είναι το μυαλό! Παίζει παιχνίδια που δεν φαντάζεσαι. Μπορεί να ξεκινήσει από ένα σημείο και να φτάσει σε κάποιο άλλο τελείως άσχετο∙ φαινομενικά.

Το «αραβοχιπί» (ή μήπως το πιο σωστό θα ήταν αραβιοχιπί;) μου ήρθε στον νου καθώς άκουγα τον υπουργό Άμυνας να προτείνει στους φίλους μας Αμερικάνους να σκεφτούν το άνοιγμα και νέων βάσεων ανά τη χώρα. 

Θύμωσα μάλιστα, διότι, ακούγοντας τα ονόματα των πόλεων που πρότεινε (θέλω να ελπίζω ενδεικτικά) έμεινε και πάλι έξω η Δράμα. Και είπα: «Καλά, έξω από τα Πανεπιστήμια, έξω ΚΑΙ από τις βάσεις;»

Ποιοι; Εμείς; Που έχουμε τέτοια εμπειρία, αλλά και προϋπηρεσία στον αραβοχιπί; Κάπως έτσι, γύρισε ο νους μου στα παλιά, κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν, μαθητής του Λυκείου άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη.

Ήταν ένα πρωί Πέμπτης, ημέρα μεγάλης κίνησης στην αγορά της Δράμας λόγω του περίφημου παζαριού της, όταν γέμισε η πλατεία με κάτι «Αρειανούς», κάτι στρατιώτες ντυμένους και εξοπλισμένους πολύ περίεργα.

Όπως έγινε αργότερα γνωστό, επρόκειτο για στρατιώτες της γειτονικής αμερικάνικης Βάσης, οι οποίοι έκαναν, λέει, μιαν άσκηση «αραβοχιπί». Ρωτώντας μάθαμε ότι «λέξη» σχηματίζεται από τα αρχικά ΑΡΒΧΠ.

Που σημαίνουν Ατομικός ΡαδιοΒιοΧημικός Πόλεμος! Πού να ξέραμε εμείς τότε; Παιδιά ακόμη, το μόνο που γνωρίζαμε ήταν το σύνθημα «έξω οι βάσεις του θανάτου», το οποίο λέγαμε… εκτός τόπου και χρόνου.

Μπορεί να ήμασταν αρκετά «πολιτικοποιημένοι» για την ηλικία μας (τρόμαρα μας) όμως το σύνθημα αυτό το φωνάζαμε, εντελώς αυθόρμητα, όποτε βλέπαμε κάποιο κορίτσι «δικό μας», να φλερτάρει με αμερικάνο στρατιώτη.

Είπαμε να τους παραχωρήσουμε εθνικό έδαφος για τις βάσεις τους. Είπαμε να τρομάζουν τους ανυποψίαστους πολίτες με τις ασκήσεις τους, όχι όμως να μας… παίρνουν και τα καλύτερα κορίτσια μας!

Το άλλο πουλάκι:
Έξω οι βάσεις!

Μιλάμε για μια εποχή που ο κόσμος ήταν σαφώς διαχωρισμένος σε καλούς και κακούς. Κακοί ήταν πάντοτε οι –και φονιάδες των λαών αποκαλούμενοι- Αμερικάνοι. Όπως κακό ήταν οτιδήποτε προέρχονταν από εκεί.

Εκτός βέβαια από τη μουσική τους και το ΝΒΑ! Βέβαια, η μουσική που ακούγαμε εμείς ήταν μεν αμερικάνικη, όμως ήταν, υποτίθεται, κατά του συστήματος. Οπότε ήταν καλή. Δεν φτάναμε στο σημείο να το ψάξουμε λίγο περισσότερο.

Πόσο, ας πούμε, κατά του συστήματος μπορεί να είναι ένας ροκ σταρ, ο οποίος ζει σε υπερπολυτελείς σουίτες, μετακινείται με λίμο, ταξιδεύει με ιδιωτικά τζετ, και ανεβαίνει στη σκηνή για… να στηλιτεύσει τον αμερικάνικο τρόπο ζωής.

Όσο για το ΝΒΑ, το θεωρούσαμε πολύ καλό διότι αποτελούσε έναν σημαντικό μοχλό κοινωνικής ανέλιξης των μαύρων, οι οποίοι ήταν εξ’ ορισμού, μαζί με τους Ινδιάνους, οι καλοί Αμερικάνοι, από την εποχή ακόμη του μπαρμπα-Θωμά.

Αφήστε που μας χάριζε υπερθέμα, το οποίο το θεωρούσαμε δευτερεύον στοιχείο στις πολιτικές (ξανά τρομάρα μας) αναλύσεις μας. Διότι υπερθέαμα παρείχε και το αμερικάνικο σινεμά, όμως εμείς ούτε να το ακούσουμε.

Στα φανερά! Διότι, στα κρυφά βλέπαμε όλες τις μεγάλες επιτυχίες της εποχής και, αν μας έπαιρνε κανένα μάτι στη σκοτεινή αίθουσα, αρχίζαμε την αρνητική κριτική για το χαμηλό επίπεδο του αμερικάνικου κινηματογράφου.

Σε σχέση με τον ευρωπαϊκό νεορεαλισμό και, φυσικά, τη ρώσικη πρωτοπορία! Τα οποία προσπαθούσε να μιμηθεί και ο περίφημος «νέος ελληνικός κινηματογράφος», ο οποίος κατά τον σοφό Σαββόπουλο…

Οδήγησε «μια γενιά στα πιο βαθιά χασμουρητά». Έτσι ήταν, έπρεπε όμως να είσαι Νιόνιος για να τολμήσεις να το παραδεχτείς δημοσίως. Ή Τζιμάκος, που τραγούδησε το περίφημο «Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ένας κόσμος διχασμένος.

Όλα τα κακά προέρχονταν από την Αμερική, ιδίως τα όπλα της, τα οποία ήταν όλα επιθετικά, σε αντίθεση με τους καλούς σοβιετικούς πυραύλους, οι οποίοι ήταν κατασκευασμένοι μόνο για να αμύνονται!

Όπλα τα οποία στοιβάζονταν στις εν Ελλάδι κακές αμερικάνικες βάσεις, οι οποίες, ως γνωστόν, έφυγαν από τη χώρα χάρη στην περήφανη διαπραγμάτευση του Ανδρέα Παπανδρέου και τη «συμφωνία απομάκρυνσης» που εκείνος πέτυχε.

Για να έρθει τώρα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και να επαναφέρει το καθεστώς των (καλών, τώρα πια) βάσεων, με επίσημη πρόσκληση του υπουργού Άμυνας της χώρας. Ξέρω, θα μου πείτε ότι πρόκειται για προσωπικές του κινήσεις. 

Τις οποίες όμως καταπίνουν αμάσητες οι σύντροφοι του ΣΥΡΙΖΑ, μόνο και μόνο για να μην γίνουν εκλογές και έρθει ο κακός Μητσοτάκης και κόψει τις συντάξεις. Γι’ αυτό τα υπομένουν όλα, για το καλό των συνταξιούχων!

Καταλαβαίνετε, φαντάζομαι, φίλοι μου, ότι έχουμε χάσει τελείως το μέτρο. Ότι φτάσαμε σε έναν εντελώς μεταμοντέρνο δικομματισμό (θυμόσαστε επίσης πόσο κακό πράγμα ήταν αυτό;) με χαρακτηριστικά… σχιζοφρένειας.

Διότι, τι άλλο είναι η συνεργασία με την άκρα δεξιά, μόνο και μόνο για… να μην έρθει η δεξιά; Τι άλλο είναι η πρόσκληση από μια κυβέρνηση της Αριστεράς προς τους Αμερικάνους να ανοίξουν και νέες βάσεις στη χώρα;

Παρεμπιπτόντως, είναι αλήθεια ότι η φετινή πορεία θα ξεκινήσει από την αμερικάνικη Πρεσβεία και θα καταλήξει στο Πολυτεχνείο; Διότι πολύ ακούγεται!
 Πού ήσουν νιότη…

Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

180530 ΑΝΑΤΡΟΦΟΔΟΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Μου τη δίδει!»

Δεν θα ξεχάσω ποτέ έναν στρατιώτη, «στραβάδι» τότε, όπως όλοι μας στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων, που πήγαινε στον Επιλοχία και παραπονιόταν: «Μη με γράφεις στον πίνακα των τιμωρημένων…»

«Δεν γίνεται να μη σε γράψω», του απαντούσε εκείνος. «Αφού είσαι τιμωρημένος˙ δεν είσαι; Ε, πρέπει να υπάρχει το όνομά σου στον πίνακα. Αν εννοείς να σου χαρίσω την ποινή, να ξέρεις ότι αυτό δεν γίνεται».

«Δεν με πειράζει η κράτηση, το όνομά μου δεν θέλω να βλέπω στους τιμωρημένους˙ μου τη δίδει», απαντούσε εκείνος, καταφέρνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο και να μας κάνει να γελάσουμε, αλλά, όπως βλέπετε, και να μείνει αξέχαστος.

Τον θυμάμαι πολλές φορές. Όποτε «μου τη δίδει» κι εμένα κάτι αρνητικό που ακούω για τη δουλειά μου, για κάτι στραβό που έκανα ή είπα, για κάτι που δεν πάει καλά με την εμφάνισή μου…

Το περίεργο είναι ότι, τις περισσότερες φορές, ξέρω πολύ καλά ότι αυτός που μου κάνει την παρατήρηση έχει απόλυτο δίκιο, λέει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι, όμως εγώ δεν θέλω να τα ακούω˙ μου τη δίδει.

Το ακόμη πιο περίεργο είναι πως αυτοί που κάνουν τέτοιου είδους ειλικρινέστατες παρατηρήσεις είναι συνήθως οι καλύτεροι φίλοι. Άνθρωποι των οποίων η αγάπη και το νοιάξιμο πρέπει να θεωρούνται πράγματα δεδομένα.

Πράγματα που έχουν δοκιμαστεί μέσα στα χρόνια, σε πολύ δύσκολες συνθήκες, και δεν υπάρχει περίπτωση να πάψουν να υφίστανται, ό,τι και να συμβεί. Ε, λοιπόν, ακόμη και από αυτούς είναι δύσκολο να ακούς κουβέντες όπως…

«Τι έγινε, πουλάκι μου; Βάλαμε κιλά; Για, να προσέξουμε λιγάκι…», θα σου πει ο Σταύρος, χαϊδεύοντάς σε στην κοιλίτσα, την οποία βλέπεις κι εσύ πως αντιστέκεται πλέον σθεναρά και δεν υποχωρεί εύκολα, όπως άλλοτε.

Ωστόσο, θα ενοχληθείς. Και θα βρεις μια αστεία δικαιολογία για το «φούσκωμα» των τελευταίων ημερών, για το ότι το παράκανες αυτή την εβδομάδα με τια ταβέρνες, για το ότι ανέκαθεν, αυτή την εποχή βάζεις καναδυό κιλά τα οποία αργότερα χάνεις…

Το άλλο πουλάκι:
Το ξέρεις, δεν το ξέρεις;

Τα χρόνια πέρασαν και τα μαλλιά πέφτουν αφήνοντας εντελώς ακάλυπτο ένα μεγάλο μέρος της άλλοτε μακρύκομης κεφαλής. Το οποίο καθημερινά επεκτείνεται. Το βλέπεις στον καθρέφτη, δεν είσαι στραβός.

Όταν όμως ο εκ Θεσσαλονίκης αγαπητός φίλος Θωμάς σου είπε, «ρε συ, πόσο καιρό έχω να σε δω, σαν να αραίωσαν πολύ τα μαλλιά σου», τον κοίταξες λες και σου σκότωσε τον πατέρα, λες και σου έβρισε τη μάνα.

«Αυτό βρήκε να μου πει, πρώτο πρώτο», σκέφτηκες. Και ξέχασες ότι ο Θωμάς είναι εκείνος που θα επαινέσει, πριν απ’ όλους, κάτι αξιόλογο που θα δει από σένα. Που θα χαρεί περισσότερο από οποιονδήποτε, αν μάθει κάτι καλό δικό σου.

Υπάρχουν περιπτώσεις πιο δύσκολες. Όταν το αντικείμενο της κριτικής δεν είναι τόσο αναντίρρητα εμφανές, όταν δεν μπορείς να δεις με μια πρώτη ματιά ότι ο άλλος, ο φίλος που σου κάνει την παρατήρηση, έχει δίκιο.

«Μέχρι εδώ καλά το έγραψες», θα σου πει ο Ηλίας, «αυτή παράγραφος όμως είναι υπερβολική και προσπάθησε να την αλλάξεις˙ καλύτερα να την αφαιρέσεις εντελώς». Εσύ όμως τη θεωρείς σπουδαία και έτσι η παρατήρηση… σου τη δίδει.

Όπως βλέπετε δεν ανέφερα καθόλου περιπτώσεις όπου εκείνος που ασκεί την κριτική είναι κάποιος ξένος. Τότε ίσως τα πράγματα είναι πιο εύκολα, διότι μπορείς να του καταλογίσεις ένα σωρό κακές προθέσεις.

Μπορείς επίσης να καλέσεις σε βοήθεια τους δικούς σου ανθρώπους, οι οποίοι, μεταξύ των δύο, είναι αυτονόητο ότι θα υποστηρίξουν εσένα˙ γι’ αυτό είναι οι φίλοι! Αν μάλιστα τους πείσεις ότι η κριτική ακουμπά και εκείνους…

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ένα «κοίτα ποιος μιλάει» συνήθως είναι αρκετό. Δεν μπορεί, όλο και κάτι στραβό θα έχει κάνει στη ζωή του κι αυτός, πράγμα που αυτομάτως θέτει εκτός ισχύος όλα όσα υποστηρίζει.

Ας αφήσουμε όμως αυτή την απλή περίπτωση -δεν σας έχω για τα εύκολα- και ας επανέλθουμε στην άλλη, όπου αυτός που ασκεί κριτική είναι άνθρωπος που νοιάζεται για εμάς και, το σπουδαιότερο, λέει πράγματα που τα βλέπουμε κι εμείς.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Γιατί το παίρνουμε στραβά;

Τι είδους αμυντικός μηχανισμός είναι αυτός που μας κάνει όχι μόνο να ακούμε με βαριά καρδιά μια τέτοια αρνητική κριτική, αλλά και να «τυφλωνόμαστε» μπροστά σε γεγονότα που γνωρίζουμε πολύ καλά ότι είναι έτσι;

Δεν ξέρω. Δεν έχω απάντηση. Πιθανότατα να πηγάζει από την ανάγκη μας να είμαστε τέλειοι, αν όχι στην πραγματικότητα, τουλάχιστον να έχουμε μια τέλεια εικόνα προς τους άλλους. Τα αρνητικά τα κρύβουμε ακόμη και από τον εαυτό μας.

Κοιτάξτε λίγο τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουμε τον εαυτό μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κοντεύουμε να πιστέψουμε κι εμείς οι ίδιοι ότι είμαστε διαρκώς χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, με καλούς φίλους, σε κλίμα διασκέδασης…

Αν όμως ισχύει κάτι τέτοιο, αν η ανάγκη μας για μια αψεγάδιαστη εικόνα δεν μας αφήνει να δούμε ακόμη και όσα δείχνει ο καθρέφτης ή η ζυγαριά μας, τότε οι φίλοι εκείνοι που θα μας τα θυμίσουν καθίστανται ακόμη πιο πολύτιμοι.

Κι ας μας τη δίδει κάθε τους παρατήρηση!
 Πίσω στη θέση μας!

Τρίτη 24 Απριλίου 2018

180424 ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Έτσι είναι…

Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να παραφράσω τον τίτλο τού πολύ γνωστού έργου του Λουίτζι Πιραντέλο. Λέω λοιπόν πως «έτσι είναι, γιατί έτσι θα θέλατε». Ή μάλλον, «θα θέλαμε».

Διότι το φαινόμενο μας αφορά όλους. Μπορεί όχι όλους μαζί την ίδια στιγμή ή για την ίδια περίπτωση, αλλά είναι βέβαιο ότι κάποτε, με τον ένα ή άλλο τρόπο, θα την πατήσουμε. Θα πιστέψουμε αυτό που θα θέλαμε.

Κάνω μια μικρή παύση για να σας πω ένα σχετικό «μασάλι» που άκουγα από τον παππού που, πρόσφυγα από τη Θράκη: «Ρώτησαν κάποτε την αρκούδα που καταλαβαίνει τον καιρό, τι προβλέπει για τη χρονιά.

-Φέτος θα έχουμε πολλά αρκουδόμηλα, απάντησε εκείνη.
-Πώς το κατάλαβες; Τι σημάδια είδες και κάνεις αυτή την πρόβλεψη;
-Κανένα σημάδι˙ έτσι τραβάει η ψυχή μου!»

Πολύ συχνά, λοιπόν, κι εμείς βλέπουμε, ακούμε και καταλαβαίνουμε πράγματα με έναν συγκεκριμένο τρόπο, επειδή ακριβώς έτσι θα θέλαμε να είναι. Υπ’ αυτή την έννοια, οι «ψευδείς ειδήσεις» αποκτούν νέο νόημα.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως για λίγο στον Λουίτζι Πιραντέλο και το έργο του «Έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε)», το οποίο πρωτοπαίχτηκε στο θέατρο πριν από εκατό χρόνια, συγκεκριμένα στις 18 Ιουνίου του 1917, στο Μιλάνο.

«Νομίζω πως η ζωή είναι μία πολύ θλιβερή φάρσα. Γιατί έχουμε μέσα μας -χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε πώς, γιατί κι από πού- την ανάγκη να εξαπατούμε αδιάκοπα τον εαυτό μας, δημιουργώντας μία πραγματικότητα (μία για τον καθέναν και ποτέ την ίδια για όλους) που κάθε τόσο αποδεικνύεται ότι είναι μάταιη και φανταστική». 

Αυτά είναι κάποια από τα λόγια του νομπελίστα σικελού συγγραφέα Πιραντέλο από την εισαγωγή του έργου του. Τα οποία έρχονται να υπογραμμίσουν αυτό που πραγματεύεται το «έτσι είναι», τη σχετικότητα της αλήθειας.

Βλέπετε, τα χρόνια εκείνα, μπορεί τα «νέα» να διαδίδονταν με τη μορφή κουτσομπολιού, όμως μη φαντάζεστε ότι και σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ˙ το μέσο που χρησιμοποιούμε άλλαξε.

Το άλλο πουλάκι:
Έτσι είναι…

Είδα όλες τις προηγούμενες μέρες να κοινοποιείται στο φέισμπουκ μια είδηση με έντονο αντιπολεμικό, αλλά και αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα. Προσέχω πολύ καλά τις λέξεις που επιλέγω.

Όπως πρόσεξα και να μη βάλω σε εισαγωγικά τη λέξη είδηση. Η οποία ήταν ποια; «Η Κούβα στέλνει γιατρούς και φάρμακα στον πόλεμο στη Συρία. Τη στιγμή που οι άλλες χώρες στέλνουν βόμβες».

Η είδηση υπήρχε σε διάφορες παραλλαγές. Η ουσία ήταν μία: Την ώρα που η Δύση, ή το ΝΑΤΟ, ή χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Αγγλία (sic), η Τουρκία και το Ισραήλ στέλνουν βόμβες και πυραύλους…

Η Κούβα, το μικρό νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής, στέλνει 2.000 γιατρούς, 1.680 νοσηλευτές, 35 ιατρικά εργαστήρια, 2 τόνους φάρμακα και 25.000 εμβόλια, δείχνοντας έτσι ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι.

Η είδηση μάλιστα συνοδευόταν από φωτογραφία ανδρών και γυναικών, προφανώς γιατρών, οι οποίοι βρισκόταν σε ένα αμφιθέατρο έχοντας ο καθένας μπροστά του ένα μεγάλο χακί σάκο, έτοιμοι για την αποστολή τους.

Όπως καταλαβαίνετε, αυτή η είδηση, εκτός από ευχάριστη, είναι και πολιτικά φορτισμένη, διότι καταδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο το περίφημο ηθικό πλεονέκτημα ενός κόσμου σε αντίθεση με έναν άλλο.

Όταν οι κακοί αυτού του κόσμου κάνουν αποστολές δολοφονίας, κάποιοι άλλοι, οι καλοί, κάνουν αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας. Όπερ έδει δείξε! Αυτομάτως, ο αναγνώστης οφείλει να πάρει θέση με ποιους (θα ήθελε να) είναι.

Εννοείται πως εκείνος που κοινοποιεί την είδηση έχει ήδη ξεκαθαρίσει τη δική του θέση. Συγκαταλέγεται μεταξύ των φίλων της Ειρήνης, των εχθρών του πολέμου. Οι άλλοι ας φροντίσουν να κάνουν το ίδιο.

Με μια μικρή λεπτομέρεια. Η είδηση έκανε τον γύρο του διαδικτύου μόνο και μόνο επειδή πολλοί, πάρα πολλοί χρήστες, κάπως έτσι… θα θέλανε να είναι τα πράγματα. Ίσως και να μπορούσε˙ αλλά δεν ήτανε.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ήταν κατασκευασμένη!

Αυτό υποστηρίζουν και προσπάθησαν να αποδείξουν τα «hellinika hoaxes», μια ιστοσελίδα που ειδικεύεται στην αποκάλυψη ψευδών ειδήσεων που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο˙ έψαξαν και… δεν βρήκαν.

Σε κανένα Μέσο της Συρίας, ή της Κούβας, δεν υπάρχει η συγκεκριμένη είδηση της αποστολής ιατρικής βοήθειας από τη δεύτερη προς την πρώτη. Επίσης η φωτογραφία των γιατρών υπάρχει δημοσιευμένη από το 2014.

Και αναφέρεται σε άλλη περίπτωση, στην αποστολή γιατρών στην Αργεντινή, λόγων των τεράστιων αμοιβών που θα παίρνουν εκεί σε σχέση με την Κούβα. (Τις οποίες αμοιβές θα εισπράττει το κράτος και μόνο ένα μικρό μέρος οι ίδιοι.)

Επιπλέον, μια άλλη φωτογραφία, με την αποστολή φαρμακευτικού υλικού, η οποία συνόδευε τα σχετικά δημοσιεύματα ήταν από παλιότερη είδηση αποστολής φαρμάκων και εμβολίων στη Συρία.

Ξέρω ότι θα με ρωτήσετε «και γιατί να μην πιστέψω στην αρχική είδηση, αλλά να προτιμήσω τη διάψευσή της; Ποιος με βεβαιώνει ότι τα στοιχεία που αυτοί επικαλούνται είναι (περισσότερο) αληθινά;»

Απάντηση δεν υπάρχει. Το είπε ο Πιραντέλο και εμείς το παραφράσαμε. Τα πράγματα είναι έτσι, αν έτσι θα θέλαμε να είναι. Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει πως εμείς δεν θα θέλαμε να σταλεί βοήθεια από την Κούβα προς τη Συρία.

Όμως… φίλη μεν η Κούβα, φιλτάτη δε η αλήθεια!
 Βοήθεια ψέματα!

Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

180418 (ΑΝΤΙ)ΠΟΛΕΜΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Υπάρχουν δυο απόψεις.

Η μία είναι η πιο «φιλοπόλεμη» και η άλλη η πιο «φιλειρηνική». Είμαι βέβαιος ότι θα τις έχετε συναντήσει κι εσείς στις καθημερινές σας συναναστροφές και τις κουβέντες που κάνετε. Αν συζητάτε τέτοια θέματα.

Αστειεύομαι! Ξέρω καλά ότι όλοι όσοι παίρνουν μέρος στις καθημερινές μας συζητήσεις (κλείνουμε τα δεκαεννιά χρόνια σιγά σιγά) ενδιαφέρονται για τέτοια θέματα. Και όχι, ας πούμε, ΜΟΝΟ για άλλα.

Ποια είναι τα άλλα; Αυτά που η τηλεοπτική καθημερινότητα, ή εκείνη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης προσπαθούν να επιβάλουν. Σημειωτέον δε ότι οι δυο αυτές «πραγματικότητες» αλληλοτροφοδοτούνται.

Η μία συντηρεί την άλλη, δίνοντάς της θέματα για την καθημερινή της ατζέντα. Κι εμείς, αν δεν θέλουμε να κάνουμε τον κόπο να ψάξουμε λίγο περισσότερο, διαβάζοντας, ας πούμε, καμιά εφημερίδα ή κάποια επιλεγμένα σάιτ, ακολουθούμε την ατζέντα αυτή.

Ας επανέλθουμε στην κουβέντα μας, ξεκινώντας από την «φιλειρηνική» άποψη. Τι λέει αυτή; Ότι κακώς προετοιμαζόμαστε και ασχολούμαστε τόσο πολύ για την αναχαίτιση των… γειτονικών προκλήσεων.

«Τζάμπα ξοδεύουμε τόσα χρήματα. Τζάμπα απασχολούμε τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, χώρια που στην (μάταια) αυτή προσπάθεια κάποιοι δίνουν τη ζωή τους, πράγμα ανυπολόγιστης αξίας.

Αν τους αφήσουμε, δηλαδή, τι θα κάνουν; Θα πετάνε πάνω από την Ακρόπολη; Θα κάνουν μια βόλτα στο Αιγαίο, θα περάσουν και καναδυό φορές πάνω από κάποια νησιά και θα επιστρέψουν στις βάσεις τους.

Αφήστε που οι αψιμαχίες αυτές τους θρέφουν. Αν κάνουμε το κορόιδο (με δεδομένο ότι και τα δικά μας αεροσκάφη πραγματοποιούν παραβιάσεις) αυτοί μετά από λίγο θα βαρεθούν και θα δουν ότι δεν έχει νόημα αυτός ο ανταγωνισμός».

Προσπάθησα να σας μεταφέρω τα κυριότερα σημεία αυτής της άποψης. Όπως αντιλαμβάνεστε ξεκινά από μια… φιλοσοφική ιδέα ότι οι άνθρωποι γεννιόμαστε όλοι καλοί και οι συνθήκες μάς κάνουν κακούς.

Το άλλο πουλάκι:
Μπορεί να είναι και έτσι.

Όμως οι συνθήκες αυτές ούτε αυθύπαρκτες είναι, ούτε προκύπτουν˙ απλώς. Κάποιοι τις διαμορφώνουν και δεν είναι πάντοτε ούτε η πλουτοκρατία ούτε οι μεγάλοι κακοί αυτού του κόσμου.

Οι οποίοι, κατά την αφελή εκδοχή, βάζουν τους αθώους μικρούς να σκοτώνονται, προκειμένου να εξυπηρετούνται τα δικά τους συμφέροντα. Ο κόσμος δεν είναι καθόλου έτσι απλοϊκός, όσο τον θέλουν οι αναλύσεις αυτού του είδους.

Και οι μικροί έχουν τα δικά τους μικροσυμφέροντα, τα οποία προσπαθούν να εξυπηρετήσουν μέσα από συμμαχίες ή λυκοφιλίες με μεγαλύτερους. Και συχνά αυτά τα μικροσυμφέροντα εξυπηρετούνται από στρατηγικές έντασης. Ή και πολέμους.

Αφήστε που συχνά, σ’ αυτές τις μικρές «δυνάμεις» εμφανίζονται μεγαλομανείς ηγέτες που επιθυμούν για τον εαυτό τους τον ρόλο ενός περιφερειακού «πλανητάρχη», που θα καθορίζει τις τύχες όλων των γειτόνων του.

(Για να καταλάβετε, είναι σαν τις φαντασιώσεις που μπορεί να έχει ο κάθε φιλόδοξος πρόεδρος επαρχιακής ομάδας, που πιστεύει ότι πολύ απλά μπορεί να την κάνει Ολυμπιακό˙ σε πρώτη φάση. Αργότερα και ΡΕΑΛ.)

Μιλήσαμε όμως αρκετά για την «φιλειρηνική» άποψη και δεν είπαμε ακόμη τίποτε για την «φιλοπόλεμη». Η οποία λανσάρεται κι αυτή ως φιλειρηνική, με το σκεπτικό αν θέλεις ειρήνη, να προετοιμάζεσαι για πόλεμο.

Τι (περίπου) λέει; «Μεγάλες δαπάνες για εξοπλισμούς, συνεχής επαγρύπνηση με ασκήσεις και εκπαιδεύσεις των ενστόλων, απάντηση σε κάθε πρόκληση και, γιατί όχι, δικές μας προκλήσεις για… να τους φύγει η μαγκιά».

Ποιο είναι το μειονέκτημα αυτής της άποψης; Ότι ο ανταγωνισμός στους εξοπλισμούς δεν έχει «ταβάνι». Αν μπεις σ’ αυτό το παιχνίδι κινδυνεύεις να δουλεύεις μόνο για όπλα. Σκέψου αν είσαι μια χρεοκοπημένη χώρα!

Το κυριότερο; Κάθε τόσο θα θρηνείς θύματα, αφού το παιχνίδι με τα όπλα ποτέ δεν είναι χωρίς κινδύνους. Κάποιοι, με στατιστική ακρίβεια, θα δίνουν τη ζωή τους σ’ αυτόν τον ακήρυχτο πόλεμο.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πώς να βρεθεί ισορροπία;

Μα, φυσικά, θα την αναζητήσουν ώριμες και υπεύθυνες κυβερνήσεις, σε συνεργασία με έμπειρα και αξιόπιστα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Το μυστικό είναι η μέγιστη αξιοποίηση των πόρων.

Και των οικονομικών και, κυρίως, του ανθρώπινου δυναμικού. Εδώ υπάρχει ένα λεπτό σημείο. Ειδικά όσον αφορά τους ιπτάμενους των πολεμικών αεροσκαφών. Ένας τρόπος υπάρχει να παραμένουν αξιόμαχοι.

Να πετάνε όσο πιο συχνά γίνεται. Και μάλιστα όχι χωρίς λόγο, όχι στον γάμο του Καραγκιόζη, αλλά σε συνθήκες που είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά σε εκείνες που θα αντιμετωπίσουν σε έναν πόλεμο.

Φαύλος κύκλος; Δυστυχώς! Διότι, όσο περισσότερο εκπαιδεύονται τόσο αυξάνουν –στατιστικά πάντα- οι πιθανότητες να μη γυρίσουν από την τελευταία αποστολή τους. Αυτό σημαίνει και το… «οι άνθρωποι αυτοί παίζουν καθημερινά τη ζωή τους».

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το ηρωικό στοιχείο της «δουλειάς» τους. Ακόμη κι αν έχουν στη διάθεσή τους τον τελειότερο εξοπλισμό (τον έχουν;) ακόμη κι αν έχουν την πιο αξιόπιστη συντήρηση (ακούγεται ότι την έχουν!) και πάλι παίζουν καθημερινά με τον θάνατο.

Έτσι όπως το θέσαμε, μοιάζει να καταλήγουμε πως η χώρα ζει μια τραγωδία, με πρωταγωνιστές τους πιλότους της. (Ο τραγικός ήρωας δεν μπορεί να αποφύγει τη μοίρα του, είναι υποχρεωμένος να την αντιμετωπίσει.)

Ίσως! Ίσως ο Θεός, ή η μοίρα, που μας όρισαν να ζούμε σ’ αυτόν τον πανέμορφο τόπο (κοιτάξτε την άνοιξη γύρω σας) ίσως θέλησαν, για αντιστάθμισμα, να μας δώσουν και τζαναμπέτηδες γείτονες.

Όχι ότι κι εμείς είμαστε λουλούδια…

Έχεις γείτονα, έχεις Θεό.
(Τούρκικη παροιμία!)

Τρίτη 17 Απριλίου 2018

180417 ΚΑΤΑΚΑΜΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ας μην τα ξαναλέμε.

Τη γνώμη μου για τον κύριο Καμμένο την ξέρετε, όσοι τουλάχιστον παρακολουθείτε από κοντά τις καθημερινές μας κουβέντες, σ’ αυτή τη στήλη. Πρόκειται για την χειρότερη περίπτωση πολιτικού που θυμάμαι.

Για τον Πάνο Καμμένο  και για τους Ανεξάρτητους (μόνη μας εξάρτηση η εξουσία) Έλληνες έχουμε μιλήσει και παλαιότερα. Μάλιστα είναι και η μόνιμη απάντησή μου στο επιχείρημα «γιατί, οι άλλοι καλύτεροι ήταν;»

Από αυτούς οπωσδήποτε! Σας θυμίζω τι λέγαμε τον περασμένο Οκτώβριο, με αφορμή δηλώσεις του υπουργού και συγκυβερνήτη στα αγγλικά, μια γλώσσα που την παίζει στα δάχτυλα, αλλά όχι στη σκέψη και το στόμα:

«Θα έχετε παρατηρήσει ότι αποφεύγω να σχολιάσω τον κύριο Καμμένο και τα καμώματά του. Ο λόγος είναι προφανής∙ τα θεωρώ ανάξια σχολιασμού τον δε υπουργό ένα από τα χειρότερα πολιτικά όντα που έχει να επιδείξει ο τόπος.

Γιατί; Έτσι! Ξέρω ότι το σωστό είναι να αιτιολογεί κάποιος τους χαρακτηρισμούς του, όμως ακόμη και αυτός ο κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του. Διότι, αν μπεις σε τέτοια διαδικασία, έχεις ήδη αρχίσει να παίρνεις τον Καμμένο στα σοβαρά.

Θα μου πείτε δεν το κάνεις εσύ, όμως το κάνουν άλλοι και μάλιστα τον παίρνουν τόσο στα σοβαρά που φτάνουν στο σημείο να… τον ψηφίσουν. Πρόβλημά τους! Άλλοι πάλι τον κάνουν συγκυβερνήτη της χώρας… Πρόβλημά μας!»

Ένα πράγμα όμως που μας διακρίνει ως πουλάκια, είναι ότι δεν είμαστε ούτε δογματικά, ούτε απόλυτα. Ξέρουμε ότι κάθε κανόνας μπορεί να έχει τις εξαιρέσεις του, ειδικά όταν μιλάμε για… εξαιρετικές περιπτώσεις.

Και τώρα είναι μια τέτοια περίπτωση. Δεν αναφέρομαι μόνο στον θάνατο του πιλότου Γιώργου Μπαλταδώρου, αλλά στο γενικό κλίμα των σχέσεων που έχουν προκύψει με την Τουρκία και για το οποίο ο κύριος Καμμένος έχει τεράστια ευθύνη.

Όπως και όλη η κυβέρνηση. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Εσείς θα κάνατε ποτέ τον Πάνο Καμμένο… επιλοχία, θα του αναθέτατε δηλαδή την ευθύνη να διοικεί έστω και μερικούς ένστολους άνδρες;

Το άλλο πουλάκι:
Μην απαντάτε!

Αυτά είναι πονηρά ερωτήματα. Το ζήτημα δεν είναι τι θα κάναμε εμείς, αλλά τι κάνουμε τώρα που έχουμε τον κύριο υπουργό να… υπουργεύει μέσω δηλώσεων, πολλές από τις οποίες γίνονται στο τουίτερ.

Μάλιστα από έναν λογαριασμό που καμιά φορά χρησιμοποιούν και τα παιδιά του, οπότε εμείς, οι πιστοί του ακόλουθοι, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι αν διαβάζουμε σχόλιο δικό του ή κάποιου παιδιού.

Βλέπετε, δεν μας βοηθάει και το περιεχόμενο να καταλάβουμε τη διαφορά. Είτε επειδή τα παιδιά σχολιάζουν όπως ο πατέρας τους, είτε επειδή εκείνος σχολιάζει όπως τα παιδιά του. Πού να διακρίνεις, λοιπόν.

Και πώς να καταλογίσεις ευθύνες; Ας πούμε, πιστεύει κανείς ότι ΚΑΙ ο Πάνος Καμμένος έχει μερίδιο ευθύνης για την ένταση στις σχέσεις και τον πόλεμο νεύρων που διεξάγεται το τελευταίο διάστημα με την Τουρκία;

Δεν πιστεύω να το πιστεύει. Αν όμως, υποθετικά, υπάρχουν κάποιοι που του καταλογίζουν ευθύνη σ’ αυτόν τον τομέα και αν αυτοί οι κάποιοι είναι επιφορτισμένοι με το να διαχειρίζονται αυτή την ένταση;

Αν βλέπουν πως καθημερινά χρειάζεται να ρισκάρουν περισσότερο –τι πράγμα; τις ζωές τους- προκειμένου να σταθούν αντάξιοι των περήφανων δηλώσεων που κάνει ο υπουργός τους για εσωτερική κυρίως κατανάλωση;

Προσοχή! Δεν κατηγορώ τον κύριο Καμμένο για ηθική αυτουργία, μακριά από μένα τέτοιου είδους επικίνδυνες ακροβασίες. Λέω απλώς ότι, αν ήμουν στέλεχος των ενόπλων δυνάμεων, δεν θα διάβαζα με ιδιαίτερη ευχαρίστηση τα πολεμικά του ανακοινωθέντα.

Προσοχή και πάλι! Δεν εννοώ ότι οι ανακοινώσεις ενός υπουργού Εθνικής Άμυνας, ειδικά όταν απαντούν σε προκλήσεις της άλλης πλευράς,  δεν πρέπει να δείχνουν και τόλμη και αποφασιστικότητα.

Είδατε όμως εσείς κάτι τέτοιο στις παιδικές («Τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου;» «Που… νικήσαμε τους Τούρκους») δηλώσεις του υπουργού, κατάλληλες, το ξαναλέω, μόνο για εσωτερική κατανάλωση;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αφήστε την ανακοίνωση του θανάτου του πιλότου.

Ζηλεύοντας τη δόξα του Προέδρου Τραμπ, πήγε και ο Πάνος Καμμένος να εκφράσει τα προσωπικά (και όχι τα υπουργικά;) του συναισθήματα για τον θάνατο του Γιώργου Μπαλταδώρου μέσω τουίτερ!

Έσπευσε να προλάβει να κοινοποιήσει το (κακό) μαντάτο, λες και είναι ο τελευταίος χρήστης που διαγκωνίζεται για λίγη περισσότερη προβολή. Λες και θα έχαναν κάτι οι ακόλουθοι του Καμμένου, αν περίμεναν την επίσημη ανακοίνωση από το ΓΕΑ.

Αφήστε τα προβλήματα που δημιούργησε η… προβληματική διατύπωση ότι ο πιλότος μας «έπεσε μαχόμενος (sic) για την προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας».

Για όσους καταλαβαίνουν στοιχειωδώς ελληνικά, το «μαχόμενος» σημαίνει τουλάχιστον σε αερομαχία, έστω και «εικονική», διότι μόνον αυτόν τον τρόπο έχει να μάχεται ένας πιλότος. Αντιλαμβάνεστε το μέγεθος του ατοπήματος;

Διότι, μπορεί εμείς να το λέμε μεταξύ μας, όμως το… επιχείρημα «ε, Καμμένος είναι αυτός, μην τον παίρνετε και πολύ σοβαρά» δεν είναι δυνατόν να ισχύει για το επίπεδο ενός υπουργού Εθνικής Άμυνας οποιασδήποτε χώρας.

Σ’ αυτό το επίπεδο παίζει ρόλο ακόμη και το πού θα μπει ένα κόμμα. Οι βιασύνες, οι αφέλειες, ακόμη και οι συναισθηματικοί αυθορμητισμοί δεν επιτρέπονται. Εκτός αν μιλάμε για τη χώρα εκείνη που τη συγκυβερνούν ο Τσίπρας με τον Καμμένο.

(Και, ναι, οι άλλοι -ντρέπομαι που το λέω- ήταν καλύτεροι!)
 Τουίτ!

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

171102 ΕΞΕΧΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Δεν είναι χιούμορ!

Μακάρι να ήταν και ας εμπεριείχε και στοιχεία ρατσισμού, όπως εκείνη η συνηθισμένη πρακτική στην ελληνική επαρχία (και όχι μόνον εκεί) να καλούν στην παρέα κάποιον με νοητική στέρηση, για να «κάνουν πλάκα».

Πρακτική που τη γνωρίσαμε και στον Στρατό, καθώς εκεί είναι και το… περιβάλλον που συντελεί (ωραία δικαιολογία!) στο να εκδηλώσουν οι φαντάροι τα πιο βάρβαρα ένστικτά τους απέναντι σε «συναδέλφους» με προβλήματα.

Οι «πλάκες» και οι «καζούρες» λαμβάνουν εκεί ενίοτε διαστάσεις γνήσιων βασανιστηρίων, όπως συμβαίνει κάθε φορά που κάποιος άξεστος αποκτά εξουσία, έστω και αυτή την ασήμαντη του «παλιού», ή μπορεί να κρύβεται μέσα στο πλήθος ομοίων του.

Την βλέπουμε όμως και καθημερινά στην τηλεόραση, όταν σε εκπομπές «ταλέντων» προσκαλούνται άνθρωποι για τους οποίους μόνο το ΕΣΡ ή ο εισαγγελέας δεν αντιλαμβάνονται ότι πάσχουν νοητικά ή/και ψυχικά.

Και εκεί τους κάνουν «πλάκα». Για να διασκεδάσουν οι τηλεθεατές και να τα οικονομήσουν οι παρουσιαστές και τα κανάλια. Και να είναι όλοι ευχαριστημένοι με την ποιότητα του προγράμματος και το ήθος που αυτό αποπνέει.

Ποιο είναι το κοινό γνώρισμα ή το χαρακτηριστικό στοιχείο που έχουν αυτές οι «πλάκες»; Εδώ σας θέλω! Το έχετε σκεφτεί ποτέ; Θα σας πω πώς το βλέπω εγώ. Οι περισσότερες εκκινούν από την ιδέα που έχει το θύμα για τον εαυτό του.

Αν πιστεύει ότι είναι καλός ποδοσφαιριστής, ότι έχει επιτυχία στις γυναίκες, ότι διαθέτει καλή φωνή ή υποκριτικό ταλέντο, η καζούρα χτίζεται γύρω από αυτό το γνώρισμα. Και, συνήθως, περιλαμβάνει την αναγόρευση του θύματος σε «αστέρι» του είδους στο οποίο αυτό διακρίνεται.

Αφού προηγουμένως του ζητηθεί (ή το υποχρεώσουν διά της βίας) να κάνει επίδειξη των δυνατοτήτων του και να ξεδιπλώσει, παρουσία του «φανατικού» του κοινού, τις αρετές και τα χαρίσματα που διαθέτει.

(Θυμίζω πως μια ιστορική τέτοια συμπεριφορά του όχλου και των στρατιωτών ήταν η ανακήρυξη του Ιησού σε «Βασιλέα των Ιουδαίων», με όλο το σχετικό «τελετουργικό» που περιελάμβανε χλαμύδα, σκήπτρο και στέμμα.) 

Το άλλο πουλάκι:
Όμως, δεν είναι χιούμορ!

Δεν μπορεί κοτζάμ καθηγητές Πανεπιστημίου να φέρονται με τέτοιο τρόπο. Να καλούν δηλαδή κάποιον που δεν έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί την καζούρα που του κάνουν και να τον τιμούν.

Φανταστείτε στη δική σας παρέα, εκεί που συζητάτε και σχολιάζετε πολιτικές προσωπικότητες, να πει κάποιος ξαφνικά ότι «ο Καμμένος διακρίνεται για τον σεβασμό του στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα».

Ποια θα ήταν η αντίδραση της συντροφιάς; Αν το θεωρούσατε ως προσπάθεια να αστειευτεί, θα του λέγατε ότι το αστείο του είναι σαχλό. Αν πιστεύατε ότι το λέει σοβαρά, το πιο πιθανό είναι να σταματούσατε την κουβέντα μαζί του.

Άντε, το πολύ πολύ να του έλεγε κάποιος ότι το να σέβεται ένας πολιτικός άντρας (λέμε, τώρα) το κοινοβουλευτικό πολίτευμα είναι αυτονόητο, άρα δεν αποτελεί προσόν. Επομένως δεν αξίζει να το επικαλούμαστε.

Τι θα απαντούσατε όμως αν σας έλεγε ότι αυτό ακριβώς επικαλέστηκαν οι καθηγητές από το ΤΕΙ Θεσσαλονίκης, προκειμένου να αιτιολογήσουν την επιλογή και τη βράβευση του κυρίου Καμμένου;

Του ανθρώπου που ορισμένες ατάκες του στο κοινοβούλιο έχουν μείνει κλασικά δείγματα επίδειξης ψευτομαγκιάς, αγοραίας συμπεριφοράς και αλήτικης φρασεολογίας, η οποία μπορεί να παραπέμπει σε… λιμάνι, ποτέ όμως σε κοινοβούλιο;

Ναι! Κάλεσαν και τίμησαν -ποιον;- τον Καμμένο, ως «εξέχουσα προσωπικότητα». Και προκειμένου να μην μπερδευτεί κανείς από το «εξέχουσα», διευκρίνισαν ότι εννοούν «από εκείνες που μπορούν να γίνουν ηγέτες και να δώσουν προοπτική στη χώρα».

Είμαι βέβαιος πως, σε αντίθεση με άλλα «ταλέντα», ούτε ο ίδιος ο Καμμένος πιστεύει για τον εαυτό του κάτι τέτοιο. Και όμως, οι καθηγητάδες εκεί στο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης του το πέταξαν έτσι, χωρίς ντροπή, κατάμουτρα!

Τι είναι όμως αυτό που κάνει μορφωμένους, κατά τεκμήριο, ανθρώπους να φέρονται σαν τους τελευταίους φαντάρους που «σπάνε πλάκα» με τον μειωμένης αντίληψης συνάδελφό τους;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτοί ξέρουν!

Η ιστορική φράση που παραπέμπει στους «29 κατασκευαστές πλυντηρίων» μάς διαβεβαιώνει ότι οι αξιότιμοι καθηγητές δεν κάνουν τίποτε τυχαία. Όπως κάθε τους κίνηση, και η συγκεκριμένη κάπου αποβλέπει.

Αυτό μας εξήγησε φίλος ο οποίος είχε την τύχη να… εκτεθεί στην κρίση πανεπιστημιακών, προκειμένου να αξιολογηθεί για Σχολικός Σύμβουλος. Και διαπίστωσε ότι «καθηγητές πανεπιστημίου δέχονται να εμπλακούν σε παιχνίδια και να βαθμολογήσουν υποψηφίους σύμφωνα με υποδείξεις άλλων»!

Το μυστικό, λοιπόν, στο ερώτημα είναι η πανάρχαια πρακτική τού «δούναι – λαβείν». Ακούστε μόνο αυτό το μικρό απόσπασμα από την ομιλία του πρύτανη κατά την τελετή βράβευσης του κυρίου Καμμένου και θα καταλάβετε:

«Ο Πάνος Καμμένος έχει αποδείξει μέχρι τώρα έμπρακτα, μέσα από τους αγώνες που έχει κάνει για τη διαφάνεια, για την πρόοδο σε θέματα εθνικά, σε θέματα ορθοδοξίας, ότι γνωρίζει…»

Τι θα φανταζόσασταν ότι μπορεί να ακολουθεί μετά από αυτή την ασυνάρτητη εισαγωγή; Τι μπορεί να γνωρίζει κάποιος που αγωνίζεται για τη διαφάνεια σε θέματα ορθοδοξίας;  Ακούστε και θαυμάστε:

«Γνωρίζει να στηρίζει ιστορικά ιδρύματα. Και νομίζω ότι αυτό το πράγμα είναι ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος ο οποίος είναι καθαρός και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να προσφέρει στην κοινωνία…»

Το πιάσατε; Δεν μένει τώρα παρά να περιμένουμε να δούμε το είδος του… στηρίγματος.
 Ταλεντάρα!

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

171002 ΤΑΞΙ...ΚΟΝ-1

Το ένα πουλάκι:
Ελεύθερη οικονομία!

Δεν έχω καλή εικόνα για τους ταξιτζήδες. Μπορεί το φταίξιμο να είναι δικό μου, σίγουρα όμως μεγάλη ευθύνη έχουν κα οι ίδιοι. Όχι όλοι· προς Θεού. Όπως γίνεται όμως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, κοντά στο ξερό καίγεται και το χλωρό.

Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, η εμπειρία μου προέρχεται κυρίως από οδηγούς ταξί σε μεγάλες πόλεις, από τα χρόνια που σπούδαζα και ζούσα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ήταν τόσα τα «παθήματά» μου, που πήρα τότε κι έμαθα απ’ έξω τον κανονισμό, δηλαδή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις οδηγών και πελατών ταξί.

Ήξερα από πού πρέπει να παίρνουν και πού να αφήνουν τις αποσκευές σου, μέχρι πόση ώρα μπορείς να τους πεις να σε περιμένουν κάπου όταν σταματήσεις για μια δουλειά, τι γίνεται όταν μεταφέρεις κάποιο κλουβί -είχα τότε και τον Διονύση, ένα καναρίνι...

Υποχρεώθηκα να τα διαβάσω και να τα μάθω, επειδή είχα κουραστεί να μαλώνω. Κάθε φορά, λοιπόν, που ήξερα ότι έχω δίκιο, όταν ο οδηγός δεν ήταν εντάξει στις υποχρεώσεις του, του έλεγα να με πάει στην Τροχαία, για να λύσουμε τη διαφορά μας. Δεν πήγαμε ποτέ!

Θυμάμαι ένα πρωί που πήρα ταξί για να πάω από το σπίτι όπου έμενα στην Αθήνα, στο στρατόπεδο όπου υπηρετούσα· διαδρομή που την έκανα πολύ συχνά. Ο ταξιτζής, καταλαβαίνοντας πως είμαι ξένος, έκανε μια μεγάλη «βόλτα», και το ταξίμετρο έγραψε τουλάχιστον τα διπλά από το σύνηθες.

Όταν σταμάτησε μπροστά στην πύλη, του έκανα μια συμφωνία. «Θα ξαναπάμε πίσω και θα επιστρέψουμε, όμως από διαδρομή που θα σας υποδείξω εγώ. Αν το ταξίμετρο γράψει λιγότερα από όσο έγραψε τώρα, δεν θα πληρώσω τίποτε. Αν γράψει παραπάνω, θα πληρώσω και τις δύο κούρσες».

Με κοίταξε απορημένος. Δεν είπε τίποτα. Πήρε λεφτά που του πρότεινα, τα μισά από ό,τι έγραφε το ταξίμετρο και έφυγε χωρίς να πει κουβέντα. Να όμως που το ένα φέρνει το άλλο και θυμήθηκα άλλη μια ενδιαφέρουσα περίπτωση.

Τον καιρό εκείνο, είχα μια εβδομαδιαία ραδιοφωνική εκπομπή σε σταθμό που βρισκόταν έξω από την πόλη, κοντά στον Κορύλοβο. Για να φτάσει εκεί το ταξί έπρεπε να μπει και να κάνει λίγες εκατοντάδες μέτρα σε έναν καλοστρωμένο χωματόδρομο.

Κάποια φορά, ένας από τους ταξιτζήδες σταμάτησε στην άσφαλτο και μου ζήτησε να κατέβω, γιατί… «εγώ σε χωματόδρομο δεν μπαίνω». Του είπα πως είναι υποχρεωμένος και πως, εν πάση περιπτώσει, αυτό έπρεπε να μου το είχε πει όταν του έδωσα τον προορισμό της διαδρομής.

Ήταν ανένδοτος. Ζήτησε να τον πληρώσω και να φύγει. Κατέβηκα από το ταξί φορτωμένος δυο τσάντες με δίσκους (εποχή βινυλίου, μιλάμε τώρα!) και του είπα πως αρνούμαι να τον πληρώσω.

Του έδωσα τα στοιχεία μου, και του είπα πως, επειδή δεν είχα χρόνο εκείνη την ώρα να πάμε στην Τροχαία, λόγω της εκπομπής, μπορούσε να πάει ο ίδιος, να αναφέρει το συμβάν και να με περιμένει εκεί μετά από δύο ώρες. Έγινε άφαντος, εννοείται βρίζοντας χοντρά!

Το άλλο πουλάκι:
Ελεύθερη οικονομία!

Την ίδια εποχή, εγώ είχα έναν γνωστό ταξιτζή, πολύ καλό παιδί και καλός επαγγελματίας, που σύχναζε στο καφενείο που πηγαίναμε κι εμείς. Καλό παιδί, μόνο που ήταν… «δεξιός», πράγμα πολύ κακό για τα χρόνια εκείνα.

Όντας από μικρός στο μεροκάματο, δεν είχε τη δυνατότητα ούτε να διαβάσει, ούτε να «ζυμωθεί» με όλα εκείνα με τα οποία καταγινόμασταν εμείς στα φοιτητικά και τα νεανικά μας χρόνια.

Κάποτε, λοιπόν, σε μια από τις κουβέντες του καφενείου, ανέλαβα να του κάνω μερικά «απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας», για να θυμηθούμε και τον Γιάννη Νεγρεπόντη που με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη μας χάρισαν τον ιστορικό δίσκο.

Εσύ που είσαι δεξιός, πρέπει να είσαι και υπέρ της ελεύθερης οικονομίας, του είπα. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Δεν ήξερε, αν και κάτι σχετικό είχε ακούσει. Σημαίνει πως εκεί, στην πιάτσα των ταξί, δεν θα έπρεπε να ισχύει η «σειρά».

Θα έπρεπε να έρχομαι εγώ ο πελάτης και να διαλέγω όποιο αυτοκίνητο ή όποιον οδηγό μου κάνει κέφι. Επιπλέον, θα έπρεπε να μπορώ να «παζαρέψω». Πόσο θα πάρετε παιδιά να με πάτε μέχρι τους Κομνηνούς; Και να πάρω τον πιο φτηνό.

Του είπα ακόμη ότι οι άδειες θα πρέπει να είναι ελεύθερες και να μπορεί όποιος επιθυμεί να βγάλει ταξί. Ο φίλος επαναστάτησε. Διαφωνούσε με όλα. Εγώ του είπα πως είναι δικαίωμά του να διαφωνεί, όμως να ξέρει πως αυτά που υποστηρίζει δεν είναι… «δεξιά». Φέρνουν περισσότερο προς τον κομμουνισμό!

Έχω χρόνια να τον δω. Μαθαίνω ότι έχει ακόμα το ταξί και παλεύει να τα φέρει βόλτα. Δεν ξέρω αν τώρα, που «το επάγγελμα δεν έχει ψωμί παρά για λίγους που δουλεύουν με τηλέφωνα», όπως μου είπε προχθές ένα άλλος ταξιτζής, εκείνος, ένας καλός και άξιος επαγγελματίας, υποστηρίζει ακόμη τη λογική της… ουράς.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ή αν υποστηρίζει τον πρόεδρό τους.

Έναν αγράμματο (αυτό δεν είναι και μεγάλο πρόβλημα) και αγενέστατο (αυτό είναι τεράστιο) άνθρωπο, που εκπροσωπεί το χειρότερο είδος συνδικαλισμού που γνώρισε η χώρα και που –ω του θαύματος- τα βρήκε με την κυβέρνηση Τσίπρα.

Αυτόν που, βλέποντάς τον στην οθόνη να «μιλά», με έκανε να θυμηθώ πολλές από τις τραυματικές εμπειρίες που είχα με ταξιτζήδες και που κόντευα να ξεχάσω, ακούγοντας μάλιστα τα τελευταία χρόνια πως κάτι άλλαξε στο επάγγελμα.

Να όμως που τίποτε δεν αλλάζει έτσι εύκολα!
 «Ταρίφες»!

Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

170607 ΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΕΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Γιατί είναι τιμωρία;

Καθώς συζητούσαμε την ποινή που (δεν) επιβλήθηκε στους «καταληψίες μαθητές, μου ήρθε στον νου μια συζήτηση με τον Λοχαγό μου, όταν υπηρετούσα στον Στρατό. Προσπαθούσε να μας πει πόσο καλό πράγμα είναι η θητεία και τι κερδίζει ένας νέος υπηρετώντας την.

«Κύριε Λοχαγέ», του είπα, «αφού η θητεία είναι τόσο καλό πράγμα, γιατί, όταν κάνουμε ένα παράπτωμα, μας τιμωρείτε να υπηρετήσουμε περισσότερο; Έπρεπε να μας λέτε σου επιβάλλω πέντε μέρες… στέρηση θητείας».

Γιατί, λοιπόν, είναι (τόσο τρομερή) τιμωρία το να προσφέρεις κοινωνική εργασία σε μια υπηρεσία του Δήμου; Είναι τόσο κακό να εργάζεσαι στον Δήμο, που ισοδυναμεί με ποινή φυλάκισης; Ή μήπως οι υπάλληλοι του Δήμου είναι κάποιου είδους… κατάδικοι;

Πριν απαντήσουμε σ’ αυτό, να σας πω πως ένας από την παρέα υποστήριξε ότι η τιμωρία είναι αυστηρή και ανάρμοστη επειδή… «τα παιδιά θα στιγματιστούν».
«Γιατί, εσύ έπαθες τίποτα που στο Σχολείο σε είχαν ταράξει στις αποβολές και έχασες και χρονιά», του αντιγύρισε κάποιος.

«Μια χαρά πολίτης έγινες και πολύ καλός οικογενειάρχης, και απολαμβάνεις τον σεβασμό και την εκτίμηση των συμπολιτών σου, τόσο στον επαγγελματικό σου χώρο, όσο και στην κοινωνία γενικότερα.

Γιατί, δηλαδή, θα στιγματιστούν οι μαθητές, αν τους βάλουν να καθαρίσουν ένα πάρκο ή να φυτέψουν λουλούδια στα παρτέρια. Ή μήπως φαντάζεσαι ότι θα τους βάλουν να εργαστούν στην αποκομιδή των σκουπιδιών…»

Κάπως έτσι η κουβέντα πήγε στο αν είναι τελικά σωστό να επιβάλλεις σε κάποιον ως ποινή το να εργάζεται δίπλα σε έναν που κάνει κάποιο επάγγελμα για να ζήσει την οικογένειά του.

«Ναι, αλλά ο… κατάδικος δεν πληρώνεται», ισχυρίστηκε κάποιος.
Και πάλι όμως, υπάρχουν και εθελοντές που καθαρίζουν πάρκα ή κάνουν δενδροφυτεύσεις και είναι πολύ περήφανοι γι’ αυτή τη δράση τους. Γιατί, λοιπόν, να θεωρείται «στίγμα»;

Καταλήξαμε πως το στοιχείο τής ποινής έγκειται στο ότι η «κοινωνική εργασία» αυτή επιβάλλεται από κάποιο δικαστήριο. Εξάλλου κι εμείς έχουμε ξαναπεί πως η καλύτερη τιμωρία για τον νεαρό που μουντζουρώνει τον τοίχο κάποιου νοικοκύρη είναι η αποκατάσταση.

Να πάρει έναν κουβά μπογιά, βούρτσες και, μαζί με τους γονείς του, να αποκαταστήσουν τη ζημιά που προκάλεσε ο κανακάρης τους.
«Εσείς τι λέτε; Δυο τρεις τέτοιες ποινές να επιβληθούν, θα μειωθεί ή όχι το φαινόμενο;» ρώτησε κάποιος.

Το άλλο πουλάκι:
Θέλουμε όμως να μειωθεί;

Εδώ νομίζω ότι βρίσκεται το μυστικό όλης της συζήτησης γύρω από το θέμα. Διότι, οι περισσότεροι από εκείνους που αντέδρασαν στον χειρισμό του θέματος και στην επιβολή της ποινής το έκαναν γιατί δεν θεωρούν την «κατάληψη» κακό πράγμα.

Δεν είναι τυχαίο ότι εστίασαν στο γεγονός πως «δεν υπήρξαν καταστροφές στο σχολείο». Οι καταστροφές είναι κακό πράγμα, η «κατάληψη», αυτή καθεαυτή, όχι! Για να μην σας πω ότι δεν είναι λίγοι εκείνοι που τη θεωρούν και πράξη… θεάρεστη.

Ασφαλώς, πρώτος (μεταξύ ίσων) ανάμεσα σε όσους έχουν τέτοια αντίληψη για τις «καταλήψεις» είναι ο ίδιος ο υπουργός Παιδείας. Πώς θα μπορούσε διαφορετικά, όταν ο αρχηγός τού κόμματός του και πρωθυπουργός της χώρας είναι ένα… παιδί των «καταλήψεων»;

Καλό πράγμα, λοιπόν, οι «καταλήψεις». Προετοιμάζουν τους νέους για τους κοινωνικούς αγώνες που θα δώσουν στη ζωή τους και τους διδάσκουν τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλεται το «δίκαιο» μικρών και δυναμικών ομάδων.

Το πρώτο που πρέπει να συζητήσουμε είναι αν αυτός ο τρόπος μύησης στις κοινωνικές διεκδικήσεις είναι κατάλληλος για δεκατετράχρονους μαθητές. Όπως βλέπετε δεν εξετάζω καθόλου το περιεχόμενο των περίφημων «αιτημάτων». Όποια κι αν είναι…

Το δεύτερο που πρέπει να αναρωτηθούμε είναι αν, μαζί με των τρόπο διεκδίκησης, πρέπει να διδάσκονται και το «δίκιο του κάθε αγωνιζόμενου», ένα εθιμικό δίκαιο που παράγει το γενικευμένο φαινόμενο της ατιμωρησίας στην ελληνική κοινωνία.

Μήπως, δηλαδή, είναι πιο σωστό να «διδάσκονται» τα παιδιά μας ότι οι αγώνες έχουν κι ένα κόστος από την πλευρά των αγωνιζομένων και πως δεν γίνονται με το αζημίωτο; Μήπως να μαθαίνουν ότι αγωνίζομαι σημαίνει και… ρισκάρω, διαφορετικά είμαι «τζάμπα μάγκας»;

Καλώς ή κακώς, λοιπόν, οι «καταλήψεις» θεωρούνται από τον νόμο πράξεις παράνομες και, ως εκ τούτου, κολάσιμες. Ακόμη και με προσφορά κοινωνικής εργασίας, που, όπως είπαμε δεν στιγματίζει κανέναν.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αν ο υπουργός διαφωνεί…

Τότε υπάρχει ένας πολύ απλός και εύκολος τρόπος να αντιδράσει. Προφανώς όχι αυτός που επέλεξε ο ίδιος, δηλαδή να ζητά από τον Διευθυντή του Σχολείου να κάνει τα στραβά μάτια και από τη δικαιοσύνη να μην κάνει τη δουλειά της.

Μπορεί να εισηγηθεί στη Βουλή έναν νόμο που να εντάσσει τις «καταλήψεις», ως πολύτιμα «μαθήματα ζωής», στις νόμιμες μαθητικές δραστηριότητες και να επαινεί τόσο τους μαθητές που προχωρούν σε αυτές, όσο και τους εκπαιδευτικούς που τους ενθαρρύνουν.

Έτσι, κάπως έτσι, γίνεται στις δημοκρατίες. Μπορεί να εισηγηθεί και να περάσει από την Βουλή (και το Συμβούλιο της Επικρατείας που θα ελέγξει την συνταγματικότητα) έναν τέτοιο νόμο; Να του πω «μπράβο!»

Μέχρι όμως να γίνει κάτι τέτοιο, δεν έχει καμιά δουλειά να παρεμβαίνει στο έργο της Δικαιοσύνης, ούτε να κλείνει το μάτι στους μαθητές (που παρανομούν) και τους γονείς τους, ψάχνοντας για εκλογική πελατεία.

Ας αφήσουμε τα παιδιά να γίνουν πρώτα σωστοί μαθητές και για… «σωστοί πολίτες» έχουν καιρό μπροστά τους. Γιατί, βιάζοντας την φύση των πραγμάτων, χάνουμε τελικά και το ένα και το άλλο.
 «Στίγμα» το να… φυτεύεις λουλουδάκια;!