ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

190124 ΑΛΛΑΞΟΤΕΤΟΙΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ίσως…

Μ’ αυτή τη λέξη κλειδί «τελειώνει» το πολύ γνωστό τραγουδάκι (το υποκοριστικό δεν φανερώνει μειωμένη αξία –κάθε άλλο) του Λουκιανού Κηλαηδόνη «Πού βαδίζουμε κύριοι», το οποίο αναφέρεται στην ερωτική ζωή των νέων.

Θυμίζω ένα μικρό απόσπασμα:
Χώρισε ο Θωμάς με την Βαρβάρα
και ο Νίκος ο ψηλός με τη Φανή.
Τα 'φτιαξε ο Κωστάκης με τη Μάρα
και γνώρισε ο Δημήτρης τη Βιβή.

Και τα ‘φτιαξε η Έμυ με το φίλο του Αρτέμη
και τον πήρε από τη Μάνια που κολλούσε στον Τοτό
που φλερτάριζε τη Βάσω που τα είχε με τον Τάσο
πριν τον κάνει με την Ράνια τσακωτό.

Δεν σας θυμίζει τίποτε; Για προσπαθήστε να κάνετε μια αναγωγή στην πολιτική ζωή του τόπου και θα δείτε ότι το «πού βαδίζουμε, κύριοι» εκφράζει ακριβώς το σκηνικό που παρακολουθούμε, ιδιαίτερα τις τελευταίες μέρες.

Κάπως έτσι γίνονται τα πράγματα. Αλλαξο… τέτοιες. Έχει χαθεί η μπάλα και δεν ξέρουμε πλέον ποιος είναι με ποιον, ποιος και γιατί ψηφίζει και ποιος όχι, ποιος (δεν) έχει μετακινηθεί από τις αρχικές του θέσεις…

Υπάρχει και αυτό το καταραμένο διαδίκτυο να μας θυμίζει, σε καθημερινή βάση, τι έλεγε ο καθένας από αυτούς, πριν από λίγους μόνο μήνες, και αναρωτιέσαι αν έχει μείνει καθόλου… τσίπα σ’ αυτόν τον τόπο.

Ας επανέλθουμε όμως στο «ίσως» με το οποίο ξεκινήσαμε την κουβέντα μας. Θα παραφράσουμε λίγο τον τελευταίο στίχο του Λουκιανού, με την άδειά του, και θα κλείσουμε τη δική μας αναφορά λέγοντας «που ίσως να… τους ψήφισα κι εγώ».

Παιδιά, πείτε το, δεν είναι ντροπή. Εμείς τους ψηφίσαμε. Με τη δική μας εντολή βρίσκονται αυτοί οι κύριοι και οι κυρίες στη Βουλή και την κεντρική πολιτική σκηνή. Δεν έχει νόημα να σφυρίζουμε τώρα αδιάφορα.

Διότι βλέπω στις παρέες, αληθινές ή διαδικτυακές, όταν ανοίγει μια τέτοια συζήτηση, να διαμορφώνονται δυο τάσεις. Άλλοι μεν να κάνουν ότι δεν έχουν ιδέα για τον φόνο και άλλοι να θεωρούν υποχρέωσή τους να στηρίξουν τις επιλογές τους.

Το άλλο πουλάκι:
Την πατήσαμε!

Είναι πολύ απλό και όσο γρηγορότερα το παραδεχτούμε, τόσο το καλύτερο. Πιστέψαμε στο «νέο». Θελήσαμε να τιμωρήσουμε το «παλιό». Φάγαμε το παραμύθι πως στα μικρά κόμματα κατοικοεδρεύουν (αποκλειστικά) αγνοί άνθρωποι.

Είναι βλέπετε και αυτές οι ελληνικές ταινίες τού παλιού καλού κινηματογράφου, που δεν σταματούν να προβάλλονται καθημερινά από την τηλεόραση. Όπου ο φτωχός είναι πάντα καλός, ενώ ο πλούσιος…

Αφήστε που ο νέος είναι πάντοτε ωραίος, ενώ ο μεγάλος, τι μεγάλος, για σαραντάρηδες μιλούσαν, είναι πάντοτε αποκρουστικός. Ε, λίγο θέλει ο ψηφοφόρος να κάνει τις αναγωγές του σε αντίστοιχα κόμματα;

Κι έτσι, μια ωραία πρωία, αποφασίσαμε να τιμωρήσουμε τον κακό δικομματισμό, που μας καταδυνάστευε τόσα χρόνια, και να εμπιστευθούμε νέα πρόσωπα, μικρά κόμματα, ανθρώπους που δεν θα ήταν όπως οι «δεινόσαυροι».

Οι οποίοι όμως ξεχνάμε ότι στην πλειονότητά τους ήταν άκακοι, χορτοφάγοι γίγαντες, σε αντίθεση με τις ύαινες που μπορεί να είναι μικρόσωμες, αλλά δεν χαρίζουν. Ή τις κατσαρίδες που θα επιβιώσουν ακόμη κι αν χαθεί το (πολιτικό) σύμπαν.

Το θέμα, λοιπόν, είναι ότι όλους αυτούς εμείς τους δώσαμε αξία, εμείς τους στείλαμε εκεί που βρίσκονται και στο δικό μας χέρι είναι να διορθώσουμε την κατάσταση, όταν (και άμα) έρθει η ώρα.

Δυστυχώς όμως, αυτό που βλέπω από τις πολιτικές κουβέντες είναι πολύ αποκαρδιωτικό. Και δεν μιλώ μόνο για το πολύ απλοϊκό επιχείρημα «τέτοια είναι η κοινωνία, τέτοιοι είναι και οι εκπρόσωποί της».

Μιλώ για τις δύο τάσεις που προαναφέραμε. Άλλοι μεν να σφυρίζουν αδιάφορα, λες και δεν ήταν από τους πρώτους που έφαγαν το παραμύθι, και άλλοι να εμμένουν πεισματικά στις επιλογές τους, όταν ακόμη κι εκείνες έχουν αλλάξει ρότα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ο δικομματισμός!

Λες και περνάνε άσχημα (εννοώ… πολιτικά), λες και δεν έχουν δημοκρατία, στις χώρες όπου δύο μεγάλα κόμματα εναλλάσσονται επί χρόνια στην εξουσία, ενώ τα μικρότερα είναι πολιτικά ασήμαντα και κοινοβουλευτικά εξαφανισμένα.

Λες και είναι κορόιδα στη Βρετανία, για παράδειγμα, που, όταν ένας βουλευτής διαχωρίσει τη θέση από το κόμμα του, παραδίδει και τη βουλευτική έδρα. Και τότε γίνονται στην περιφέρειά του επαναληπτικές εκλογές, στις οποίες μπορεί να πάρει μέρος και ο ίδιος.

Εμείς εδώ έχουμε μπερδέψει έννοιες όπως κοινοβουλευτική ομάδα, επαναπροσδιορισμός μιας θέσης, κομματική πειθαρχία, ψήφος κατά συνείδηση… (Πού να τη βρεις; Όχι την ψήφο, τη συνείδηση!)

Το κακό είναι ότι ζούμε σε μικρό τόπο, ότι γνωριζόμαστε από την καλή και την ανάποδη, ότι βλεπόμαστε καθημερινά και, παρ’ όλα αυτά, δεν διστάζουμε να λέμε σήμερα το άλφα και αύριο το ωμέγα.

Δεν ντρεπόμαστε να υποστηρίζουμε κάτι και την επόμενη ώρα το αντίθετό του, επειδή αυτό επιτάσσει το πολιτικό μας συμφέρον, η προοπτική επανεκλογής μας, ή η παραμονή μας, για λίγο καιρό ακόμη, σε μια θέση.

Και, ξαναλέω, καλά αυτοί που αγωνίζονται για κάτι τέτοιο. Εμείς; Οι απλοί πολίτες και ψηφοφόροι; Για ποιο λόγο να στοιχιζόμαστε πίσω τους, ή να μην έχουμε το θάρρος και την τιμιότητα να παραδεχτούμε ότι κάναμε μια λάθος εκτίμηση;

Μήπως επειδή ετοιμαζόμαστε να την ξανακάνουμε;
 Πού βαδίζουμε;

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2019

180117 ΔΙΑΖΕΥΓΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Κάπως έτσι συμβαίνει…»

Αυτός ο στίχος, από το γνωστό τραγούδι του Γιώργου Νταλάρα, μου ήρθε καθώς σκεφτόμουν πως «η αγάπη πεθαίνει» όχι μόνον στην καθημερινή ζωή, αλλά και στην πολιτική. Πριν προχωρήσω όμως, ας κάνω μια παρένθεση.

Είπα «το τραγούδι του Γιώργου Νταλάρα», διαπράττοντας κι εγώ ένα πολύ παλιό και συνηθισμένο σφάλμα, να αποδίδουμε τα τραγούδια στους ερμηνευτές τους, επειδή (με) εκείνους (τα) γνωρίζουμε.

Το συγκεκριμένο τραγούδι το έγραψαν η Μάρω Μπιζάνη, τους στίχους, και ο Χρήστος Νικολόπουλος, τη μουσική, ενώ το ερμήνευσε, σε πρώτη εκτέλεση (και τολμώ να πω μοναδικά) ο Γιώργος Νταλάρας.

Εδώ πρέπει να κάνουμε κι έναν διαχωρισμό σχετικά με το ποιοι θεωρούνται δημιουργοί ενός τραγουδιού και το ποιοι έχουν τη δυνατότητα να εισπράττουν τα λεγόμενα «δικαιώματα», πράγμα που είναι τελείς διαφορετικό.

Το θέμα είναι, όπως είπαμε, πολύ παλιό και ιδιαίτερα πολύπλοκο. Έγινε δε ακόμη περισσότερο τέτοιο, από τη στιγμή που το τραγούδι «ψηφιοποιήθηκε», δηλαδή απλουστεύτηκε πολύ η αντιγραφή και η διακίνησή του.

Άρχισαν να εμπλέκονται και οι περίφημες εταιρείες πνευματικών δικαιωμάτων, δηλαδή οι δικηγόροι, οπότε καταλαβαίνετε πού πήγε το πράγμα. Είναι μια πονεμένη ιστορία, με την οποία θα ασχοληθούμε ίσως πιο αναλυτικά άλλοτε.

Εκείνο που πρέπει να κρατήσουμε για τώρα είναι πως δημιουργοί ενός τραγουδιού, ως έργου τέχνης, (πρέπει να) θεωρούνται ο στιχουργός και ο συνθέτης. Από εκεί και πέρα, για την «παραγωγή» του εμπλέκονται και άλλοι.

Ο ερμηνευτής, ο ενορχηστρωτής και, φυσικά, ο παραγωγός που θα έχει σημαντικότατο λόγο στην τελική «εικόνα» με την οποία θα φτάσει αυτό στο κοινό. Τι θα ήταν το Eleanor Rigby, χωρίς τον George Martin;

Ας κλείσουμε όμως τη μεγάλη παρένθεση που κάναμε και ας επιστρέψουμε στη στιγμή κατά την οποία… η αγάπη πεθαίνει και τότε υπάρχουν συνήθως δυο εκδοχές για τη συνέχεια της ιστορίας, με πολλές παραλλαγές τους.

Η πρώτη είναι να επέλθει ένας «βελούδινος» χωρισμός˙ οι δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν να πάρουν ξεχωριστούς δρόμους ήσυχα, πολιτισμένα, κρατώντας, εκτός από τις ωραίες αναμνήσεις και ό,τι άλλο τους έδωσε η σχέση τους.

Το άλλο πουλάκι:
Υπάρχει κι άλλος τρόπος.

Θα αναφέρω και πάλι ένα πολύ αγαπημένο τραγούδι, του Στέλιου Καζαντζίδη (συγγνώμη, είπαμε, του Άκη Πάνου είναι το τραγούδι, ο Καζαντζίδης το ερμήνευσε) που λέει «ίσως έγινε η αγάπη μίσος…»

Τότε, όπως χαρακτηριστικά καταλήγει και το ρεφρέν, τα πράγματα είναι τραγικά. Και γίνονται χειρότερα, όταν σε τέτοιους χωρισμούς εμπλέκονται και διάφοροι γνωστοί και φίλοι που θεωρούν υποχρέωσή τους να στηρίξουν τη «δική τους» πλευρά.

Τότε αρχίζουν και βγαίνουν στην επιφάνεια όλα τα στραβά κι ανάποδα που υπήρχαν κατά τη διάρκεια του κοινού βίου του ζευγαριού, ενώ ο καθένας, μαζί με τους δικούς του, θυμάται ό,τι χειρότερο είπε ή έκανε ο άλλος.

Θυμάται τα στραβά του χαρακτήρα του (του χαρακτήρα τού άλλου, εννοείται) θυμάται τις αδυναμίες ή τα πάθη του, θυμάται όλα όσα τράβηξε μαζί του κατά τα χρόνια του κοινού τους βίου.

Αν του μιλήσεις για εκείνα τα χρόνια θα αναρωτηθεί… πώς στραβώθηκε και πήγε κι έμπλεξε με έναν τέτοιο άνθρωπο, θα σου πει ότι τα χαράμισε με κάποιον που δεν του άξιζε, ότι έπρεπε να χωρίσει τότε που είχε τα πρώτα δείγματα…

Φυσικά, πέφτουν από δίπλα και οι πιο κοντινοί τού καθενός από τους δύο, οι «δικοί του άνθρωποι», οι οποίοι συνδαυλίζουν τη φωτιά και προξενούν τη μεγαλύτερη ζημιά. Από αυτούς ακούς και τα χειρότερα.

Τα «τέτοιος ήταν πάντα, τώρα θα τον μάθουμε;» και τα «εγώ του έλεγα από την αρχή του δικού μας να μην την πάρει» τελειωμό δεν έχουν. Κι ας ήταν αυτοί που το στόμα τους έσταζε μέλι πριν από τον χωρισμό.

Η κατάσταση παίρνει τέτοια τροπή που ένας ουδέτερος παρατηρητής, ένας δικαστής, ας πούμε, όταν φτάσει η υπόθεση στο ακροατήριο, απορεί πώς γίνεται κάποτε όλοι αυτοί οι άνθρωποι να αποτελούσαν μια παρέα, μια οικογένεια.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτά είναι τα συνηθισμένα.

Διότι, στην τέχνη, και στη ζωή που την αντιγράφει με άσχημο συνήθως τρόπο, έχουμε δει και περιπτώσεις γάμων από συμφέρων, όπως και διαζυγίων για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Ούτε έρωτες, ούτε τίποτα.

Σας τα λέω όλα αυτά διότι παρακολουθήσαμε και παρακολουθούμε ακόμη μια ιστορία τελείως διαφορετική από όσες γνωρίζουμε. Μοναδική θα έλεγα, αφού εμπεριέχει στοιχεία που δύσκολα θα ξαναδούμε.

Γάμος από συμφέρον, που κατέληξε σε έρωτα. Αγκαλιές και φιλιά ακόμη και μπροστά στο πλήθος. Βελούδινο διαζύγιο, αλλά από συμφέρον κι αυτό, αφού ο έρωτας εξακολουθεί να υπάρχει.

Ωστόσο έχουμε τον περίγυρο, τους πολύ κοντινούς ανθρώπους του ζευγαριού που, όσο αυτό συζούσε, έλεγαν τα καλύτερα λόγια και τώρα που αποφάσισαν να χωρίσουν (είπαμε, από συμφέρον) άρχισαν να κατηγορούν την άλλη πλευρά.

Έχουμε επίσης και τα παιδιά τα οποία, σε αντίθεση από ό,τι γίνεται συνήθως που αποφασίζει ο νόμος, αυτά επιλέγουν μόνα τους με ποιον από τους δύο θα πάνε. Και, φυσικά, επιλέγουν εκεί όπου θα περνούν καλύτερα.

Η ιστορία αυτή, μοναδική τη χαρακτηρίσαμε, σημάδεψε για τα καλά την (πολιτική) ζωή του τόπου. Δεν μένει παρά να βρεθούν κάποιοι άξιοι δημιουργοί να την κάνουν τραγούδι, για να σημαδέψει και την τέχνη.

Και να το έχουν τα παιδιά μας να το τραγουδούν, ώστε να μην ξεχαστεί εύκολα.
 Πες το με ένα τραγούδι!


Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

180625 ΓΡΑΒΑΤΩΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πόσα τραγούδια θυμάστε;

Εγώ αρκετά. Και είπα σήμερα, αντί άλλου σχολίου, να τα θυμηθούμε μαζί. Ελάτε, ας αρχίσουμε, για να προλάβουμε να πούμε όσο το δυνατόν περισσότερα. Για συντομία αναφέρω μόνο τον ερμηνευτή˙ εσείς ψάξτε, αν θέλετε, περισσότερο.

Θα ξεκινήσω -θα καταλάβετε γιατί- με ένα τραγούδι του Γιώργου Μητσάκη:

«Για θυμήσου, βρε Αλέξη,
τότε το τριανταέξι
μας στενεύαν οι γραβάτες
που ήτανε μεταξωτές
σαν να ήταν χτές».

Αλλά  και ο Στελλάρας τραγούδησε σχετικά:

«Κάποια γραβάτα μου ‘χες δωρίσει
για την γιορτή μου μία βραδιά
πάρτηνε πίσω γιατί είναι προδομένη
για μένα είναι διπλή θηλιά».

Να και η Στέλλα Χασκίλ σε ένα τραγούδι τού Περιστέρη:

«Κι αν είναι μάγκας, τι μ’ αυτό;
Εγώ τον αγαπάω.
Κι όταν μου λείψει μια βραδιά,
σαν ψάρι σπαρταράω.
Κι αν δεν φορά μεταξωτά
πουκάμισα, γραβάτα,
δεν δίνω δυάρα εγώ γι’ αυτά
μπρος τα γλυκά του νιάτα».

Θα τελειώσουμε το λαϊκό πρόγραμμα με Χοντρονάκο:

«Πάνε τα φράκα, τα κολλάρα κι οι γραβάτες
πάνε οι ρούμπες, τα ταγκό κι οι σερενάτες.
Τώρα ζεϊμπέκικο με κάποια πιτσιρίκα
και κάπου-κάπου και στη ζούλα καμιά τσίκα».

Το άλλο πουλάκι:
Πολλά τραγούδια είναι σατιρικά!

«Μην τονε βλέπεις έτσι εκείνο τον κοντό
το μπόι που του λείπει, το ‘χει σε μυαλό.
Είναι γάτα, είναι γάτα ο κοντός με τη γραβάτα.
(Ρίτα Σακελλαρίου)

«Ρε, Γιαννάκη, πονηρέ με τον κίτρινο μπερέ
έβγαλα ακαδημία και δραχμή δεν έχω μία.
Πού το βρήκες δηλαδή το κουρσάκι το λαδί
ραδιόφωνο κεραία, την κοπέλα την ωραία;
Το σκυλάκι το κανίς
ποιος το έκλεψε; Κανείς!
το ρολόι, τη γραβάτα
και της άγκυρας τη γάτα».
(Θέμης Ανδρεάδης)

«Μα εμείς το λησμονάμε
κι όλη μέρα συζητάμε.
Πού θα βγούμε πού θα πάμε
ποια γραβάτα θα φοράμε;
Ποια γυναίκα προτιμάμε;
Δόξα τω Θεώ, καλά περνάμε».
(Βιολάρης)

«Βάζω το καλό σακάκι και γραβάτα ακριβή.
Φάτσα μόστρα στο μπαράκι για πιοτό και λακριντί».
(Δάντης)

«Διστάζεις όταν το κόμπο της γραβάτας μου κοιτάζεις
Κομπιάζεις κι όλο δεν έχεις, ναι, δεν έχεις, τι να πεις.
Αρέσω, είτε τη μπλε μου, είτε τη ριγέ φορέσω.
Αρέσω, με την άλλη τη στενή την εμπριμέ».
(Βλάσης Μπονάτσος)

«Θα σου κλέψω το σακάκι, δυο γραβάτες θα φορώ
κι αν με ξαναπείς αλήτη πάλι εγώ σε συγχωρώ».
(Νικόλας Άσιμος)

Συχνά η γραβάτα συμβολίζει μικροαστισμό. Τραγούδια που επηρέασαν τον Αλέξη θα μπορούσαν να είναι:

«Εγώ δεν θέλω τον αρμόδιο να παίξω
ν’ αποφασίζω κεκλεισμένων των θυρών.
Είμαι απ’ αυτούς που πάντα μένουνε απ’ έξω
γιατί δεν έχω ούτε γραβάτα ούτε παπ’γιόν».
(Β. Παπακωνσταντίνου)

«Την εμπριμέ γραβάτα μου και του μπαμπά τ’ αμάξι
ή μια γυναίκα πλούσια γι’ αυτούς θα ‘ ταν εντάξει».
Active Member

Σε πνίγει η γραβάτα σου και η μικρή ζωή
το δάνειο που πήρες σ’ έχει πνίξει.
Κι η κόρη σου που βγήκε λιγάκι ζωηρή
κάνει τον κόμπο στον λαιμό, πιο δυνατά να σφίξει.
(Αλλέξανδρος Εμμανουηλίδης)

«Μέσα στα χίλια κυβικά σου
δεν έχει θέση η ψευτιά
ούτε η γραβάτα του κυρίου
που κρέμεται σ’ άδεια καρδιά».
(Κώστας Γανωτής)

«Και παίρνω τη γραβάτα σου
τη δένω στο λαιμό μου
που ό,τι ονειρεύτηκα δεν ήταν όνειρό μου».
Ραλλία Χριστίδου

«Κούρσες κοκτέιλ και γραβάτες
επίδοξοι αριστοκράτες
επένδυση πολυτελείας
και αποστάσεις ασφαλείας».
(Δημήτρης Παναγόπουλος)

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπάρχουν και άλλα πολλά!

Δεν μας παίρνει η ώρα˙ θα σας αποχαιρετήσουμε… καλοκαιρινά, με Νίκο Γκάτσο:

«Έτσι σ’ ένα πιθάρι βαθύ
το σταφύλι ξεραίνεται
και στο καμπαναριό μιας συκιάς
κιτρινίζει το μήλο.
Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
στην τέντα της κληματαριάς
το καλοκαίρι ανασαίνει».
 Σφιχτός ο κόμπος στον λαιμό!

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

180622 ΚΟΛΛΗΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το καλοκαίρι είναι εδώ!

Ή μήπως όχι; Δεν ξέρω τι κάνετε εσείς, μ’ εμένα πάντως συμβαίνει κάτι αλλόκοτο. Όταν έρχεται το χειμερινό ηλιοστάσιο, όταν δηλαδή έχουμε τη μεγαλύτερη νύχτα και οι μέρες αρχίζουν από την επομένη να μεγαλώνουν, θεωρώ ότι έρχεται πια το καλοκαίρι.

Από την άλλη, τώρα που είναι το θερινό ηλιοστάσιο και οι μέρες ξεκινούν σιγά σιγά να μικραίνουν, πιστεύω και πάλι ότι… έρχεται το καλοκαίρι. Ενώ θα έπρεπε να αισθάνομαι πως έρχεται ο χειμώνας.

Αυτό πρέπει να είναι μια ψυχολογικά ερμηνεύσιμη αντίδραση του μυαλού, που θέλει κάθε φορά να πηγαίνουμε προς το καλύτερο. Και επειδή δεν γίνεται να συμβαίνει αυτό πάντοτε, πιέζεται να δεχτεί ότι έτσι είναι.

Ίσως να φταίει και το γεγονός ότι οι δυο αυτές ημέρες, χειμερινό και θερινό ηλιοστάσιο, έχουν συνδεθεί, από τα σχολικά μας χρόνια, και με τις διακοπές, των Χριστουγέννων η πρώτη, τις καλοκαιρινές η δεύτερη.

Το κλείσιμο των σχολείων είναι πάντοτε ημέρα γιορτής και αυτό δείχνει πόσο καλά περνούν, παιδιά, εκπαιδευτικοί και γονείς, όταν αυτό λειτουργεί. Τώρα τελευταία δε, η μέρα αυτή είναι αφορμή και για ξεφάντωμα!

Ακούω παράπονα από ανθρώπους που ενοχλούνται από τις μουσικές που ακούγονται, καμιά φορά και πέρα από την ώρα κοινής ησυχίας, καθώς τα σχολεία που κλείνουν «γιορτάζουν» και όλοι το ρίχνουν έξω.

Έχει καθιερωθεί οι Σύλλογοι Γονέων να διοργανώνουν γιορτές αποφοίτησης, κατά τις οποίες ρέει άφθονη η… τσίκνα πάνω στις ψησταριές και τα σουβλάκια έχουν την τιμητική τους. Ενίοτε συνοδευόμενα από χορούς και τραγούδια.

Τώρα, υπάρχουν, όπως σας είπα, και κάποιοι που δυσανασχετούν, παραπονιούνται για την ένταση του ήχου, αλλά και για την ποιότητα της μουσικής, καθώς αυτή δεν είναι του εκλεπτυσμένου γούστου τους.

Γι’ αυτό ακριβώς το γούστο μας στη μουσική θα ήθελα να σας μιλήσω, καθώς γιορτάσαμε χθες και την παγκόσμια ημέρα αφιερωμένη σ’ αυτήν, η οποία παγκόσμια ημέρα είναι ένα… ευρωπαϊκό γεγονός, αλλά μην το ψάχνετε.  

Το άλλο πουλάκι:
Ακούτε καινούρια πράγματα;

Εννοώ από πότε έχετε να ακούσετε κάτι νέο στη μουσική που τράβηξε την προσοχή σας, που σας έκανε να θέλετε να το ξανακούσετε, που σας έμεινε για λίγο η μελωδία και τη σιγομουρμουρίσατε στο μπάνιο…

Ακόμη όμως κι αν συνέβη κάτι τέτοιο, μήπως το τραγούδι που ακούσατε δεν είναι στην πραγματικότητα και τόσο καινούριο, με την έννοια ότι είναι γραμμένο πάνω στις φόρμες της μουσικής που αγαπήσατε κάποτε;

Όταν ήσασταν εσείς νέοι!
Το λέω, διότι έρευνες έχουν δείξει πως, στην πραγματικότητα, από μια ηλικία και μετά αρνούμαστε να ακολουθήσουμε τις αλλαγές που συμβαίνουν στον χώρο της μουσικής.

Μένουμε, λέει η έρευνα, προσκολλημένοι σε όσα γνωρίσαμε και αγαπήσαμε όταν ήμασταν νέοι. Κάθε τι καινούριο περνάει και χάνεται, χωρίς να μας αφήνει τίποτε. Γυρίζουμε εμμονικά στα ίδια και τα ίδια.

Δεν ξέρω πόσο σοβαρή είναι αυτή η έρευνα, μπορούμε όμως να παρατηρήσουμε και εμπειρικά ότι δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. Δείτε τι γίνεται με τις τηλεοπτικές εκπομπές που παρουσιάζουν τραγούδια.

Επειδή το κοινό στο οποίο απευθύνονται, Σάββατο ή Παρασκευή βράδυ, δεν είναι η… νεολαία που βγαίνει από το σπίτι, θα έχετε παρατηρήσει ότι κάθε λίγο και λιγάκι το πρόγραμμα περιλαμβάνει… παλιά και αγαπημένα. 

Να τα ρεμπέτικα, να τα λαϊκά της δεκαετίας του 1960, το πολύ πολύ να κάνουν κι ένα βιαστικό πέρασμα από τα χρόνια του 1980, όμως, μέχρι εκεί. Ακόμα κι όταν παρουσιάζουν νέους καλλιτέχνες!

Αυτοί θα πουν καναδυό δικά τους τραγούδια και στη συνέχεια θα το ρίξουν στη γνωστή συνταγή «για να θυμούνται οι παλιότεροι και να γνωρίζουν οι νεότεροι»! Ό,τι δηλαδή γίνεται και στις καλοκαιρινές συναυλίες.

Όπου πάμε, κυρίως, για να ακούσουμε τα «δικά μας» τραγούδια, δηλαδή εκείνα με τα οποία μεγαλώσαμε. Που μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερα από εμάς, τα ακούγαμε όμως από το ραδιόφωνο μαζί με τους γονείς μας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δείτε τι γίνεται και στο φέισμπουκ.

Οι (διαδικτυακοί) φίλοι που θυμούνται κάθε τόσο να ανεβάσουν κανένα τραγουδάκι μάς θυμίζουν πάντοτε κάτι από τα παλιά. Τι γίνεται; Κανείς δεν έχει να προτείνει κάτι νέο; Ή μήπως έπαψαν πια να παράγονται αξιόλογα πράγματα;

Το είπαμε, το λέει η έρευνα. Το μυαλό μας, από μια ηλικία και μετά, δεν μπορεί, δεν έχει τη διάθεση θα λέγαμε, να γνωρίσει καινούρια πράγματα. Αυτά, όταν τα συναντάμε, από το ένα αφτί μπαίνουν και από το άλλο βγαίνουν.

Και αυτή πάλι η μόδα, να παίρνουν παλιά αγαπημένα τραγούδια και να τα «πειράζουν»; Το έκανε ένας, το έκανε κάποιος άλλος και τώρα έχει γίνει μόδα. Παιδιά, δεν στρώνεστε να γράψετε κανένα δικό σας τραγουδάκι;

Είμαστε που είμαστε εμείς οι μεγαλύτεροι κολλημένοι με το παρελθόν, αν έρχεστε κι εσείς οι νέοι και το αναμασάτε, ακόμη και με νέες (σε παλιές φόρμες κι αυτές) ερμηνείες, τότε τι θα απογίνουμε;

Ωστόσο, πιστεύω, αξίζει να ψάξουμε. Υπάρχουν σίγουρα πράγματα που συμβαίνουν εκεί έξω, απλώς δεν φτάνουν σ’ εμάς. Θα πρέπει να πάμε εμείς σ’ εκείνα. Βλέπετε, είναι και ο τρόπος με τον οποίο διαδίδεται πλέον η μουσική.

Ο οποίος είναι μακριά από τις δικές μας εμπειρίες. Ποιος κάθεται να ψάξει στο διαδίκτυο;
Ε, τώρα, το καλοκαίρι, που έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο, ας κάνουμε μια προσπάθεια.

Να θυμηθούμε πώς είναι να ανακαλύπτεις πράγματα, βρε αδελφέ!
 Νέοι για (μ)πάντα!

Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

180514 ΕΙΔΟΔΙΣΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Εισοδισμός!

Δεν ξέρω αν γνωρίζετε τον όρο˙ φοβάμαι ότι οι νέοι δεν τον έχουν καν ακουστά. Αυτό το συμπέρασμα για τους νέους το βγάζω από… τον διορθωτή του κειμενογράφου, ο οποίος, όπως και να το κάνουμε, δεν έχει τα χρόνια μας.

Αν του ζητήσεις, λοιπόν, να σου προτείνει εναλλακτικούς τρόπους γραφής της λέξης, αφού με την κόκκινη υπογράμμισή της δηλώνει ότι είναι λάθος γραμμένη, τότε μένεις έκπληκτος από τη… φαντασία του.

Σας διαβάζω τις εναλλακτικές γραφές-διατυπώσεις: Ευσεβισμός, Ιωδισμός, Διποδισμός, Εικονισμός και Σαδισμός! Φαντάζεται δηλαδή ο (νεότατος) διορθωτής ότι κάτι από αυτά ήθελα να πω κει είπα «εισοδισμός».

Ως εκ τούτου, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να μην καθυστερούμε άλλο˙ ας περάσουμε στην ερμηνεία της λέξης –επαναλαμβάνω, για τους νέους της συντροφιάς μας που δεν τη γνωρίζουν.

Όπως φαίνεται με μια πρώτη ματιά, προέρχεται από την είσοδο. Η οποία μας οδηγεί κάπου˙ από αυτήν μπαίνουμε στο εσωτερικό ενός κτηρίου, μιας αυλής, ενός χώρου, αλλά και μιας… οργάνωσης.  

Μ’ αυτό το τελευταίο έχει να κάνει ο εισοδισμός. Πρόκειται για μια πολιτική τακτική, η οποία έχει ως στόχο τη μετάλλαξη μιας ιδεολογικά συγγενούς πολιτικής ομάδας ή οργάνωσης προς τις κατευθύνσεις των εισοδιστών. Το μυστικό βρίσκεται στην ιδεολογική συγγένεια.

Δηλαδή, για να μιλήσουμε με παραδείγματα από την πολιτική καθημερινότητα, δεν είναι δυνατόν να σκεφτεί ποτέ μια αριστερή οργάνωση να εφαρμόσει την τακτική του εισοδισμού σε κάποια ακροδεξιά ομάδα.

Τι να αλλάξει εκεί και προς ποια κατεύθυνση; Αντιθέτως, θα μπορούσε να δοκιμάσει την τεχνική αυτή σε κάποιο εργατικό σωματείο, μια οικολογική κίνηση ή μια πολιτιστική ομάδα, τις οποίες θα έφερνε πιο κοντά στην ιδεολογία της.

Πρέπει να παρατηρήσουμε εδώ ότι οι εισοδιστές πιθανότατα δεν έχουν κανένα πραγματικό ενδιαφέρον για τα θέματα αυτών των ομάδων, αλλά δραστηριοποιούνται σ’ αυτές με μοναδικό στόχο να τις μεταλλάξουν, να τις φέρουν πιο κοντά στις δικές τους θέσεις.

Το άλλο πουλάκι:
Ή να… βγάλουν γκόμενα!

Στα φοιτητικά μας χρόνια, κατηγορούσαμε, ειρωνικά, για εισοδισμό διάφορους τύπους οι οποίοι ήταν σε θέση να μπουν σε οποιαδήποτε οργάνωση, μόνο και μόνο επειδή ανήκε εκεί μια κοπέλα που τους ενδιέφερε.

Μπορούσες να τους δεις τον ένα μήνα στην πιο ριζοσπαστική αναρχική ομάδα και τον επόμενο να συμμετέχουν σε μια χριστιανική παράταξη, επειδή έτσι θα βρίσκονταν πιο κοντά στο… κέντρο του ενδιαφέροντός τους.

Ας τους αφήσουμε όμως αυτούς και ας επικεντρωθούμε στον πραγματικό λόγο που μας έκανε να αναφερθούμε σήμερα σ’ αυτή την παλιά πολιτική τακτική˙ δεν είναι άλλος από την συμμετοχή της χώρας μας στη Γιουροβίζιον.

Εννοώ το φεστιβάλ τραγουδιού. Το οποίο τι είναι; Μια νεανική γιορτή, ένα πανηγύρι για παιδιά που θέλουν να ζήσουν ξένοιαστα και να διασκεδάσουν με κάτι εύπεπτο που δεν θα τους προβληματίσει ιδιαίτερα.

Ε, αυτό το πράγμα είτε το αποδέχεσαι και πας να λάβεις μέρος με τους όρους του, είτε το απορρίπτεις και κάθεσαι στο σπίτι σου. Το δεύτερο το καταλαβαίνουμε εύκολα. Τι σημαίνει όμως το πρώτο;

Σημαίνει «στήνεις» ένα τραγουδάκι σαν αυτά που θέλει το κοινό του συγκεκριμένου διαγωνισμού, δουλεύεις πάνω στα χορευτικά, στο στάιλινγκ, σε κάποια ψηφιακά εφέ, προμοτάρεις κατάλληλα και τη συμμετοχή σου…

Α, να μην το ξεχάσω! Πας μέχρι το Φανάρι για να πάρεις και την ευλογία του Οικουμενικού Πατριάρχη… Ο οποίος, αφού είναι οικουμενικός δεν κατάλαβα γιατί δεν τον… εκμεταλλεύονται και άλλοι Ορθόδοξοι.

Και πας λοιπόν στον διαγωνισμό να πάρεις όσο το δυνατόν περισσότερους βαθμούς, με δεδομένο και τον τρόπο με τον οποίο δίνονται αυτοί. Διότι όλοι καταλαβαίνουμε πως υπάρχουν «ομάδες χωρών».

Αυτά κάνεις, λοιπόν. Αυτό σημαίνει αποδέχομαι το πράγμα και πάω να παίξω με τους όρους του. Εκτός και αν είσαι εισοδιστής. Οπότε έχεις άλλους στόχους, όπως το να αλλάξεις τον διαγωνισμό… από μέσα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εμείς αυτό προσπαθήσαμε φέτος.

Διότι δεν μπορώ να φανταστώ πως πήγαμε στα σοβαρά μας να διεκδικήσουμε κάτι περισσότερο από αυτό που πήραμε, με τη συμμετοχή μας, έτσι όπως ήταν στημένο όλο το… πρότζεκτ (που λέμε και στο χωριό μας).

Πήγαμε να τους αλλάξουμε, όχι τα φώτα. Να τους δείξουμε ότι ένας άλλος μουσικός διαγωνισμός είναι εφικτός, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και το ίδιο πνεύμα που πήγαμε να αλλάξουμε την Ευρώπη.

Και μας πέταξαν έξω. Από τη Γιουροβίζιον με συνοπτικές, όσο πιο συνοπτικές γινόταν, διαδικασίες, από την Ευρώπη ευτυχώς όχι τόσο βεβιασμένα˙ μας έδωσαν τη δυνατότητα να το ξανασκεφτούμε.

Για 17 ώρες! Και εμείς το σκεφτήκαμε και είπαμε για άλλη μια φορά πως καλύτερα να προσπαθήσουμε να τους αλλάξουμε σιγά σιγά, όντας από μέσα. Και έτσι κάναμε τη μεγαλειώδη εκείνη κωλοτούμπα.

Ας επανέλθουμε όμως στην φετινή συμμετοχή μας, η οποία δεν ήταν του κόσμου τούτου, δηλαδή εκείνου. Ήταν για κάπου αλλού, για κάτι άλλο. Επομένως δεν χρειάζεται καθόλου να γκρινιάζουμε.

Ούτε να μιλάμε για αποτυχία. Εκτός αν θέλετε να συζητήσουμε με άλλους όρους. Δηλαδή να αναρωτηθούμε αν η συμμετοχή μας αυτή, αυτό το φετινό πρότζεκτ, ήταν κατάλληλο για… οπουδήποτε.

Αν αυτό είναι το καλύτερο τραγούδι που έχουμε να παρουσιάσουμε ως χώρα, όχι στη Γιουροβίζιον, αλλά ακόμη και σε εκείνον τον φανταστικό διαγωνισμό που είχαν στο κεφάλι τους όσοι το επέλεξαν.

Τι λέτε, αυτό ήταν;
Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σας!


Τρίτη 8 Μαΐου 2018

180508 ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Αμερικάνικος τρόπος ζωής…

Δεν ξέρω αν το θυμόσαστε οι μεγαλύτεροι, όμως, στα νιάτα μας, αυτό ήταν κάτι που όχι μόνον έπρεπε να το αποφύγουμε, αλλά ήμασταν υποχρεωμένοι και να το πολεμάμε σαν έναν από τους χειρότερους εχθρούς.

Δεν είναι τυχαίο ότι, με τη μεταπολίτευση στα ντουζένια της, ο Γιάννης Μαρκόπουλος τραγούδησε «κι όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαζικά και προ παντός αμερικάνικα». (Όλα μοιάζουν μαγικά, 1979.)

Τι ήταν όμως εκείνο που συνιστούσε τον «αμερικάνικο τρόπο ζωής»; Τι ήταν εκείνο που όσοι ήταν ενταγμένοι στις κομματικές νεολαίες, αλλά και όσοι τοποθετούσαν τον εαυτό τους στη Αριστερά γενικώς, έπρεπε να πολεμήσουν;

Το περιγράφει ο παραπάνω στίχος. Ήταν η… μαζικότητα. Δηλαδή ένας τρόπος παραγωγής και κατανάλωσης προϊόντων που δεν απευθυνόταν στο άτομο, στις ανάγκες τού καθενός, αλλά στο πλήθος, στη μάζα.

Ξεχνούσαμε τότε, ή δεν θέλαμε να δούμε, δυο βασικά στοιχεία του φαινομένου της μαζικότητας. Το πρώτο ήταν ότι ο τρόπος αυτός παραγωγής έκανε προσιτά στον πολύ κόσμο ένα σωρό (καταναλωτικά) αγαθά.

Εμείς θαυμάζαμε τους «Μοντέρνους Καιρούς» και δεν σκεφτόμασταν ότι με βάση, ας πούμε, αυτό το μοντέλο παραγωγής, που ξεκίνησε με το περίφημο μοντέλο «Τ» της Φορντ, το αυτοκίνητο έγινε το μέσο του μέσου Αμερικάνου.

Το δεύτερο πράγμα που ξεχνούσαμε, ή δεν θέλαμε να δούμε, είναι ότι βασισμένο στον μαζικό τρόπο παραγωγής ήταν και το σοβιετικό μοντέλο, όμως εκεί… «δεν υπήρχε η διαφήμιση να δημιουργεί ψεύτικες ανάγκες».

Εκεί η παραγωγή μπορεί να ήταν μαζική, όμως πολλές φορές δεν απευθύνονταν καν στην εσωτερική αγορά, με αποτέλεσμα ο εργάτης να μην μπορεί να αποκτήσει το προϊόν για την παραγωγή του οποίου μοχθούσε.

Κάποιοι όμως είχαμε από τότε μια διαφωνία με την… κυρίαρχη ιδεολογία. Για μας δεν ήταν η μαζικότητα που χαρακτήριζε τον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Ήταν η επικυριαρχία της ποσότητας, του μεγέθους, σε βάρος της ποιότητας.

Το άλλο πουλάκι:
Ήταν η λογική τού «Γκίνες»!

Η επιβράβευση του να κάνεις κάτι και αυτό να θεωρηθεί σπουδαίο, απλώς και μόνον επειδή ήταν πιο μεγάλο από άλλα. Από το πόσο μεγάλη πίτσα θα παρασκευάσεις, μέχρι του πόσα τσιγάρα θα καπνίσεις συγχρόνως.

Η λογική αυτή είχε επιπτώσεις και σε άλλους τομείς, όπου δεν μπορούσες να την επισημάνεις με την πρώτη. Ας πούμε αυτός ήταν ο λόγος που διαφωνούσαμε με τις εκπομπές τού Γιάννη Πετρίδη.

Γιατί θα έπρεπε να έχει τόσο μεγάλη σημασία το πόσες εβδομάδες έμεινε ένα τραγούδι στα τσαρτς; Είναι δείγμα της αξίας του; Αν σήμερα θυμόμαστε κάποια τραγούδια από εκείνη την εποχή είναι επειδή παρέμειναν στις πρώτες θέσεις για μεγάλο διάστημα;

Επίσης μας ενοχλούσε και η μεγάλη εμμονή στα στατιστικά των παικτών του ΝΒΑ στο μπάσκετ, κάτι που ήρθε στη χώρα μας πολύ αργότερα. (Σήμερα, γνωστός αθλητικός δημοσιογράφος της ΕΡΤ επιμένει τόσο σ’ αυτά που καταντάει… πρήχτης.)

Όταν επιμένεις τόσο στη λογική των αριθμών, χάνεις την ουσία. Κάτι άλλο είναι εκείνο που κάνει έναν παίκτη σπουδαίο στα μάτια των φιλάθλων και ένα τραγούδι να αγγίζει την ψυχή των ακροατών.

Η ποσότητα, το μέγεθος, τα καλά στατιστικά μπορεί να ενδιαφέρουν τους πωλητές και τους μαναντζαραίους, γιατί όμως θα έπρεπε να ενδιαφέρουν τους απλούς ανθρώπους; Τι σχέση έχει η ποιότητα με όλα αυτά;

Αυτή η λογική τού «αμερικάνικου τρόπου ζωής» έχει πλέον επικρατήσει παντού. Και μην πάει ο νους σας μόνον στον εμπορικό κόσμο. Δείτε τι γίνεται στις καθημερινές μας σχέσεις (να τις κάνει ο Θεός).

Καλύτερος «φίλος» είναι εκείνος που μας δίνει περισσότερα λάικ! Εννοείται ότι η ανάρτηση που θα αποσπάσει τα πιο πολλά είναι μια πετυχημένη τέτοια, ασχέτως αν πρόκειται για μια χαζομαρούλα.

Σκέφτομαι καμιά φορά πώς θα φαίνονται όλα αυτά που συζητάμε σήμερα σε αναγνώστες του μέλλοντος (σε μελλοντικούς αναγνώστες) όταν κανείς πλέον δεν θα έχει εμπειρία από τη ζωή πριν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Έχεις παράδειγμα.

Όπως ακριβώς φαίνεται ο «αμερικάνικος τρόπος ζωής» στους σημερινούς νέους, που έχουν ανατραφεί απολύτως με αυτή τη λογική, του μεγέθους, της ποσότητας, της στατιστικής υπεροχής.

Φαντάζεστε κανένα νέο παιδί να ενοχλείται με την είδηση που ενόχλησε εμάς; «Έπαρση της μεγαλύτερης ελληνικής σημαίας στην Αλεξανδρούπολη». (Όχι, παιδιά, δεν μας ενόχλησε επειδή ήταν στην Αλεξανδρούπολη!)

Για να το καταλάβετε, θα θέσω ένα απλό ερώτημα. Γιατί μια σημαία εξακοσίων τετραγωνικών έχει μεγαλύτερη αξία από μια άλλη μόλις δύο; Επειδή κοστίζουν περισσότερο το ύφασμα και η ραφή;

Τότε όμως δεν είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι η σημαία δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα κομμάτι ύφασμα; Το έχουν σκεφτεί αυτό οι «πατριώτες» που ηδονίζονται με το μέγεθός της;

Και δεν μπορούν να σκεφτούν ότι επειδή «τα ρεκόρ, είναι για να καταρρίπτονται», αύριο, που θα βρεθεί κάποιος άλλος πιο μερακλής, πιο «πατριώτης», η δική τους η σημαία δεν θα αξίζει απολύτως τίποτε;

(Είμαι βέβαιος ότι πολλοί θα έχουν αναρτήσει ήδη τη σχετική φωτογραφία και θα έχουν αποσπάσει αρκετά λάικ. Αυτή η… δευτερογενής επιτυχία δείχνει ότι ο αμερικάνικος τρόπος ζωής είναι εδώ για τα καλά.)

Αλήθεια, η δικιά μας, στον Κορύλοβο, πόσο μεγάλη είναι;
 Δεν μετριέται με το στρέμμα…

Παρασκευή 4 Μαΐου 2018

180504 ΣΗΜΕΡΙΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Ο καθρέφτης και το μαχαίρι»!

Πού το θυμήθηκα αυτό τώρα; Το έχουμε πει όμως πολλές φορές∙ οι συνειρμοί παίζουν παράξενα παιχνίδια. Θέλησα να το θυμηθώ; Μου ήρθε αυθόρμητα; Ήταν αποτέλεσμα όσων διάβασα τις μέρες που πέρασαν;

Δεν διάβασα και πολλά. Δεν είχα μεγάλη όρεξη να ασχοληθώ με τον θάνατο και την κηδεία ενός ανθρώπου, του Γιώργου Κουρή, τον οποίο, άλλωστε, ποτέ δεν είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση. Ούτε και σε… μη ιδιαίτερη.

Ήθελα όμως να πω κάτι, όχι για τον ίδιο, αλλά για το φαινόμενο που πήρε το όνομά του από ένα δημιούργημα του ανθρώπου αυτού. Τον «αυριανισμό». Διαβάζοντας όμως κάποιο σχόλιο, άφησα να περάσουν καναδυό μέρες.

Ένας σχολιαστής, που υπέγραφε ως «λαύρος αντι-αυριανιστής», έλεγε πως, σύμφωνα με τα έθιμα και τις παραδόσεις μας, δεν είναι σωστό να γράφουμε οτιδήποτε αρνητικό για έναν νεκρό, πριν από την ταφή του.

Αποφάσισα να το σεβαστώ, παρόλο που, όπως σας είπα, δεν έχω να πω τίποτε για τον άνθρωπο. Θα ήθελα να σας μιλήσω για τον τρόπο με τον οποίο έζησα εκείνη την εποχή, τότε που πρωτακούγαμε για «αυριανισμό».

Θυμάμαι τις συζητήσεις με φίλους. Με τους οποίους πολιτικά και κοινωνικά δεν μας χώριζε σχεδόν τίποτε. Η διαφορά μας -αυτό το συνειδητοποίησα αργότερα- ήταν… πολιτισμική∙ είχαμε διαφορετικά ακούσματα και διαφορετικές παραστάσεις. 

Εμείς είχαμε την τύχη να σπουδάσουμε και να ζήσουμε στην Αθήνα, όπου, και στραβός να ήσουνα, κάπως θα άνοιγε το μάτι σου. Οι φίλοι εκείνοι δεν έφυγαν ποτέ από τη Δράμα, στην οποία, τότε, το μόνο πολιτιστικό γεγονός που μπορούσες να παρακολουθήσεις ήταν κάποιες προβολές της Κινηματογραφικής Λέσχης.

Όσο για τα μουσικά ακούσματα… Οι πιο «ψαγμένοι» άκουγαν κάποιους πειρατικούς σταθμούς που έπαιζαν όλη μέρα λαϊκά τραγούδια της συμφοράς. Το ενδιαφέρον όμως ήταν πως, όντας μεγαλωμένοι στην ίδια γειτονιά, εξακολουθούσαμε να κάνουμε παρέα και να είμαστε φίλοι.

Η φιλία εκείνη, λοιπόν, δοκιμάστηκε πολύ έντονα, όταν ο «αυριανισμός» άρχισε να παίρνει τα πάνω του. Ξαφνικά κάποιοι από την παρέα άρχισαν να μιλούν με τα χειρότερα λόγια για τον Τσαρούχη και τον Χατζιδάκι.

Το άλλο πουλάκι:
Τους οποίους δεν γνώριζαν!

Για τον Χατζιδάκι μπορεί να ήξεραν δυο τρία πράγματα, όλο και έπαιζε το κρατικό ραδιόφωνο κάποια τραγούδια του, όμως αυτό δεν σημαίνει καθόλου «γνωρίζω το έργο ενός δημιουργού».

Για τον Τσαρούχη δεν είχαν ιδέα. Θυμάμαι ότι το μόνο που ήξερε γι’ αυτόν ένας φίλος είναι που τον είχε δει μια φορά στην τηλεόραση να χορεύει (να προσπαθεί να χορέψει) ζεϊμπέκικο, υποβασταζόμενος.

Κι όμως. Μέσω της «Αυριανής», ξεκινώντας από τον Μάνο Χατζιδάκι, απέκτησαν ξαφνικά γνώμη για όλους «εκείνους». Βλέπετε, δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τους δικούς τους χαρακτηρισμούς.

Μια γνώμη που, ούτε λίγο ούτε πολύ, έλεγε πως στην τέχνη προχωρούν, κυρίως (για να μην πω αποκλειστικά), όσοι «εκμεταλλεύονται» την ομοφυλοφιλία τους, ασχέτως αν διαθέτουν ταλέντο και εργάζονται πολύ σκληρά.

Αυτούς, λοιπόν, έπρεπε εμείς, τα υγιή στοιχεία αυτής της κοινωνίας, να τους… κράξουμε. Να αποκαλύψουμε τον εκμαυλιστικό τους ρόλο και να τους απομονώσουμε απαξιώνοντας το έργο τους.

(Αυτό το τελευταίο δεν χρειαζόταν να το προσπαθήσουν και πολύ, γιατί, όπως σας είπα, αν περίμενε το έργο των συγκεκριμένων δημιουργών να το γνωρίσουν και να το απαξιώσουν οι φίλοι μου…)

Αυτή, λοιπόν, ήταν η μία επίπτωση του «αυριανισμού» στην πεζή επαρχιώτικη καθημερινότητά μας, εκείνη την εποχή. Η άλλη είχε να κάνει με το κατ’ εξοχήν «αντικείμενο» αυτού του φαινομένου.  

Ή μήπως ήταν απλώς το «μέσο» που αυτός χρησιμοποίησε προκειμένου να εξαπλωθεί και να διαβρώσει την κοινωνία, στον βαθμό που συμφωνούμε ότι κάτι τέτοιο, όχι μόνο συνέβη, αλλά μας ακολουθεί μέχρι σήμερα.

Μιλώ για την εφημερίδα και τον δημόσιο λόγο που εκφέρεται μέσα από τις στήλες της∙ βλέπετε δεν τολμώ να χρησιμοποιήσω τον όρο δημοσιογραφία. Ήταν τότε, στα τέλη της δεκαετίας τού 1980, που κάναμε κι εμείς τα πρώτα βήματα στον χώρο.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
«Ο καθρέφτης και το μαχαίρι»!

Καταλάβατε τώρα πώς ήρθε στον νου μας ο τίτλος αυτής της πολύτιμης συλλογής τριάντα έξη κειμένων του Μάνου Χατζιδάκι, που είχαν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά ή είχαν ακουστεί από το ραδιόφωνο;

Ξεκινώντας δειλά δειλά να εκφέρουμε κι εμείς έναν δημόσιο λόγο, είδαμε να ανοίγονται μπροστά μας δυο δρόμοι. Ο ένας ήταν εκείνος της εξασφαλισμένης επιτυχίας∙ η Αυριανή πουλούσε τότε εκατοντάδες χιλιάδες φύλλα.

Δεν είχες παρά να ακολουθήσεις την σίγουρη συνταγή της. Κοιτάξτε γύρω σας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν και το έκαναν. «Παιδιά» της κοσμούν σήμερα πολλά από τα πιο εμπορικά Μέσα.

Ο άλλος είναι ένας πιο δύσκολος, καμιά φορά και μοναχικός δρόμος. Αν τον ακολουθήσεις, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάς πως το μέσο αυτό που αποφάσισες να χρησιμοποιήσεις είναι ένα μαχαίρι πολύ κοφτερό. Πληγώνει θανάσιμα.

Και, οπωσδήποτε, να μην παραλείπεις να ρίχνεις κάθε τόσο, κάθε μέρα αν είναι δυνατόν, μια ματιά στον καθρέφτη σου. Που δεν είναι άλλος από τα μάτια των πιστών φίλων και των ανθρώπων που σ’ αγαπούν.

Φυσικά, εμείς σταθήκαμε ιδιαίτερα ευλογημένοι. Γιατί, από τα πρώτα βήματά μας, είχαμε πλάι μας έναν έμπειρο οδηγό, που αποτέλεσε και έναν από τους πλέον πολύτιμους «καθρέφτες» στη ζωή μας.

Τον εκδότη μας, τον αλησμόνητο Νίκο Σιμόπουλο.
 Δυο πόρτες…