ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΛΛΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΛΛΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

190301 ΓΟΝΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Σκηνές από ένα μέλλον…

Όχι και τόσο μακρινό, όσο φαντάζεται κάποιος. Αν σκεφτεί ότι για ορισμένους είναι ήδη παρόν… Ωστόσο θα σας καλέσω «να το κάνετε εικόνα» (για να δείξω ότι ξέρω να χρησιμοποιώ και εκφράσεις της μόδας).

Δίνει κάποιος επώνυμος συνέντευξη και η ερώτηση είναι σχετική με την καταγωγή του. Τότε εκείνος απαντά: «Από την πλευρά τού υπ’ αριθμόν ένα γονιού μου, είμαι Θρακιώτης. Κρατάω όμως και από την Κρήτη.

Από την οποία ήρθαν οι γονείς τού υπ’ αριθμόν δύο γονιού μου. Βέβαια, και του υπ’ αριθμόν ένα παππού μου ο υπ’ αριθμόν δύο γονιός ένα ήταν Μικρασιάτης˙ μόνο ο υπ’ αριθμόν ένα ήταν Κρητικός, οπότε… τρέχα γύρευε».

Το «τρέχα γύρευε» αυτό, που μας έρχεται από το μέλλον, πάει στην πολυσύνθετη καταγωγή του ανθρώπου που έδωσε τη συνέντευξη. Υπάρχει όμως, όπως καταλαβαίνετε, και ένα άλλο τρέχα γύρευε.

Είναι αυτό που έχει να κάνει με την αντικατάσταση των λέξεων πατέρας και μητέρα, παππούς και γιαγιά, με… αύξοντες αριθμούς, όπως επιβάλλει η πολιτική ορθότητα, και ο νόμος, πλέον, στη Γαλλία.

Όπου, προκειμένου να μην έρχονται σε δύσκολη θέση τα παιδιά των οποίων οι γονείς είναι του ίδιου φύλου, αυτά  (δηλαδή όλα τα παιδιά) δεν θα δηλώνουν όνομα πατέρα και όνομα μητέρας, αλλά γονιού υπ’ αριθμόν ένα και δύο.

Στο σημείο αυτό, και πριν συνεχίσω, δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό να ρωτήσω και γιατί να σταματάμε στο δύο; Αν αύριο τρεις ή τέσσερις άνθρωποι ανεξαρτήτως φύλου, θέλουν να συστήσουν οικογένεια και να «αποκτήσουν» ένα παιδί;

Πώς γίνεται με τις θρησκείες εκείνες που ένας σύζυγος έχει πολλές συζύγους, διαφορετικού από του δικού του φύλου (για την ώρα); Γιατί να μην μπορεί να γίνει το ίδιο και με ανθρώπους του ιδίου φύλου;

Άρα, δεν είναι καθόλου απίθανο, στο εγγύς μέλλον, να δούμε οικογένειες πολλών γονέων τού ιδίου φύλου. Και τότε να είστε βέβαιοι ότι θα χρειαστούμε αριθμούς ≥2 (για να σας θυμίσω και τα μαθηματικά του Σχολείου) προκειμένου να τους απαριθμήσουμε.

Ας αφήσουμε όμως τα μελλοντικά σενάρια, έστω και αν δεν φαίνομαι πολύ μακρινά, και ας έρθουμε στο εκεί και τώρα, όπου «εκεί» είναι η Γαλλία. Να είτε βέβαιοι όμως ότι η μόδα θα έρθει και εδώ.

Το άλλο πουλάκι:
Καταλαβαίνω ότι υπάρχει πρόβλημα.

Όταν έχεις δυο γονείς που ο ένας λέγεται Πολ και ο άλλος Αντουάν, ή Κατρίν η μία και Ιζαμπέλ η άλλη, πώς είναι δυνατόν να συμπληρώσεις σωστά τα κουτάκια που να λένε «όνομα πατέρα» και «όνομα μητέρας»;

Σας ρωτάω όμως. Λύνεται το πρόβλημα αυτό αντικαθιστώντας τα συγκεκριμένα κουτάκια με άλλα που θα γράφουν όνομα γονέα νο 1 και νο 2 αντίστοιχα; Είδατε που κι εγώ την πάτησα; Γιατί είπα «αντίστοιχα»;

Για ποιο λόγο το νο 1να αντιστοιχεί στον πατέρα και όχι στη μητέρα; Η αρίθμηση, είτε μας αρέσει είτε όχι, δίνει την έννοια της… τακτικότητας. Γιατί να είναι η Κατρίν το νο 1 και όχι η Ιζαμπέλ.

Πιστεύω πως υπάρχει λύση, τη θεωρώ πολύ απλή, και απορώ μάλιστα πως δεν πέρασε από τον νου του γάλλου νομοθέτη. Δεν χρειάζεται να υπάρχουν δύο κουτάκια για συμπλήρωση, αλλά μόνο ένα.

Το οποίο, εννοείται, να χωρά δύο (ή και περισσότερα, για το μέλλον) ονόματα. Θα αναγράφει δε, πολύ απλά, «ονόματα γονέων». Και εκεί ο καθένας μπορεί να γράφει τα ονόματα των γονιών του… συνδεδεμένα!

Εννοώ με τον συμπλεκτικό σύνδεσμο «και» ανάμεσα, προς αποφυγήν άλλων παρεξηγήσεων. Διότι μπορεί κάποιος από τους γονιούς να έχει περισσότερα από ένα ονόματα. Ας κάνουμε ένα παράδειγμα στον πίνακα:

Όταν στο τετραγωνάκι «ονόματα γονέων» ενός… συνηθισμένου παιδιού γράφει Αλέξανδρος Νικηφόρος και Μαρία, σημαίνει πως ο ένας γονιός (ο πατέρας στο παράδειγμά μας) λέγεται Αλέξανδρος Νικηφόρος, ενώ η μητέρα (πάντα στο παράδειγμα) Μαρία.

Αν (άλλο παράδειγμα) γράφει Ειρήνη και Ελπίδα σημαίνει πως ο ένας γονιός… Όπα! Είδατε που κι εδώ υπάρχει πρόβλημα; Μπορούμε να πούμε «η μία γονιός»; Δεν μπορούμε. Για την ώρα, έτσι;

Τέλος πάντων, έξυπνοι άνθρωποι είστε, φαντάζομαι καταλάβατε την πρόταση με τα δύο (ή περισσότερα, στο μέλλον) ονόματα, στο ίδιο τετραγωνάκι, και τον συμπλεκτικό σύνδεσμο «και» ανάμεσά τους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ποιος πληρώνει τις επιλογές μας;

Για να το δούμε γενικότερα, φίλοι μου, η ζωή μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αλυσίδα από επιλογές. Όσο είμαστε μικροί τις κάνουν άλλοι για εμάς και όταν ενηλικιωθούμε αποφασίζουμε, υποτίθεται, μόνοι μας.

Κάθε επιλογή, από το πώς θα ντυθούμε και το πώς θα μιλήσουμε σε μια δημόσια εμφάνισή μας, μέχρι το ποιο επάγγελμα θα ακολουθήσουμε και τι είδους οικογένεια θα κάνουμε, αν θα κάνουμε, έχει ένα κόστος.

Κόστος, για να μην παρεξηγούμαστε, σημαίνει και αποδοχή, κοινωνική επιβράβευση, καταξίωση, αλλά και αποδοκιμασία, ειρωνικά σχόλια και πιθανώς χλεύη. Αυτό καλούμαστε να το απολαύσουμε ή να το πληρώσουμε οι ίδιοι.

Αν εγώ, στο όνομα της έκφρασης μια ιδιαιτερότητας, πηγαίνω παντού ξιπόλητος, δεν μπορώ να απαιτήσω και από τους άλλους να κάνουν το ίδιο, για να μην υφίσταμαι κοινωνική απομόνωση και αισθάνομαι μειονεκτικά.

Βεβαίως και η πολιτεία πρέπει να φροντίζει ώστε οι διαφορετικότητες να γίνονται αποδεκτές, (δεν μπορεί να με αναγκάσει να φοράω παπούτσια), χωρίς όμως να υποχρεώνει τους πολλούς να πληρώνουν το κόστος.

Το αν ένα παιδί, που οι γονείς του λέγονται Στέφανος και Βασίλης, θα αντιμετωπίσει δυσκολίες στο Σχολείο, είναι κάτι που πρέπει, πρωτίστως, να απασχολήσει τον Στέφανο και τον Βασίλη.

Και μετά, φυσικά, όλους εμάς.
 Να δεις που δίνουμε και λύσεις!

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019

190228 ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ο εγκέφαλος εκπαιδεύεται!

Θα μπορούσε να είναι μια απλή διαπίστωση, αφού είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος μαθαίνει να λειτουργεί και έτσι εξελίσσεται. Αυτό συμβαίνει είτε μιλάμε για τον εγκέφαλο ενός ανθρώπου, είτε για τον εγκέφαλο γενικά.

Εξάλλου, το γεγονός ότι ο εγκέφαλός μας έχει αυτή την ιδιότητα – ικανότητα είναι ο λόγος που έχουν αμφισβητηθεί τόσο πολύ και τα διάφορα τεστ νοημοσύνης. Απλούστατα, κάποιοι μπορούν να εκπαιδευτούν να τα λύνουν, άλλοι πάλι όχι.

Αν εγώ δηλαδή ασχοληθώ ειδικά και πιάσω να λύσω διάφορε τέτοια τεστ, είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα καταφέρνω καλύτερες επιδόσεις και ίσως φαίνομαι πιο ευφυής από άλλους που βλέπουν πρώτη φορά τέτοιο τεστ.

Δεν θα είμαι όμως! Θα έχω πιθανότατα αναπτύξει ένα πολύ συγκεκριμένο είδος ευφυΐας, αυτό τού να απαντάω στα σχετικά τεστ, ενώ μπορεί σε άλλα πράγματα νε μη «με κόβει», πράγμα που βλέπουμε να συμβαίνει καθημερινά.

Άνθρωποι που κατέχουν περγαμηνές αξιοσύνης σε έναν συγκεκριμένο τομές, όμως από εκεί και πέρα δεν μπορούν να ανταποκριθούν στοιχειωδώς σε κάποιες καθημερινές κοινωνικές δραστηριότητες.

Τέτοιοι τύποι γίνονται συχνά και αστείοι ήρωες σε κινηματογραφικές ταινίες, όπου παρουσιάζονται ως φευγάτοι επιστήμονες ή καθυστερημένες διάνοιες, που μπλέκουν σε τραγελαφικές περιπέτειες.

Ο εγκέφαλος εκπαιδεύεται. Αυτό το είπαμε. Όταν όμως ξεκινήσαμε την κουβέντα μας δεν θέλαμε να αναφερθούμε στον ανθρώπινο εγκέφαλο, αλλά σε έναν υπολογιστή, τεχνητό εγκέφαλο, ο οποίος φέρει το όνομα GPT2.

Καθόλου φαντασία δεν πρέπει να είχαν εκείνοι που του το έδωσαν, όμως, όπως είπαμε και πριν, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι «κεφάλια» στον τομέα τους. Θα καταλάβετε αμέσως, αρκεί να σας πω τι έκαναν με τον GPT2.

Δοκίμασαν να δουν αν μπορεί να γίνει συγγραφέας και, σωστά μαντέψατε, αυτός το κατάφερε. Του διάβασαν τις πρώτες σειρές από το «1984» του Όργουελ και ξεκίνησε να γράψει μια συνέχεια που αναφέρεται στο μέλλον.

Το άλλο πουλάκι:
Στο 2045!

Κατάλαβε δηλαδή από τις πρώτες δυο τρεις γραμμές ότι το βιβλίο αναφέρεται σε μια μελλοντική ιστορία και έτσι συνέχισε γράφοντας «το 2045 ήμουν δάσκαλος σε μια φτωχή περιοχή μιας αγροτικής επαρχίας της Κίνας…»

Οι δημιουργοί του το θεώρησαν τόσο σπουδαίο αυτό που αμέσως απαγόρευσαν τη δημοσίευση της έρευνας που οδήγησε στην κατασκευή του συγκεκριμένου εγκεφάλου. Δοκίμασαν μάλιστα και σε άλλο είδος γραφής.

Του διάβασαν ένα ρεπορτάζ για το Brexit και του ανέθεσαν να γράψει κάτι ανάλογο. Αυτός, αφού επεξεργάστηκε τα δεδομένα, έγραψε ένα απολύτως πιστευτό ρεπορτάζ για τα επόμενα βήματα της Τερέζα Μέι.

Το ρεπορτάζ μοιάζει απόλυτα αληθινό (αληθοφανές) ενώ δεν πρόκειται παρά για μια εκτίμηση που όμως, κι εδώ είναι το αξιοθαύμαστο, την έκανε ένας τεχνητός εγκέφαλος. Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;

Η απάντηση είναι σ’ αυτό που είπαμε από την αρχή. (Και αυτός) ο εγκέφαλος εκπαιδεύεται. Αυτά τα αξιοθαύμαστα που σας είπαμε ότι έγραψε δεν προέκυψαν από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ούτε, φυσικά, τα κατάφερε διαβάζοντας απλώς την αρχή ενός μελλοντολογικού μυθιστορήματος, ή κάποιου ρεπορτάζ διεθνών ειδήσεων. Εν μας επιτρέπεται η έκφραση, ο GPT2 έλιωσε στο διάβασμα!

Προκειμένου να τον εκπαιδεύσουν οι δημιουργοί του, του έδωσαν να διαβάσει 10 εκατομμύρια άρθρα, ποσότητα «ύλης» που ισοδυναμεί με 35.000 ογκωδέστατα βιβλία. Αυτός με τη σειρά του δεν τα διάβασε για να περνά η ώρα.

Προσπάθησε να αξιοποιήσει μια τεχνολογία που ονομάζεται deep learning, να μάθει δηλαδή να αναζητά τις βαθύτερες συνδέσεις ανάμεσα στα τμήματα της πληροφορίας και να εντοπίζει δομικές ομοιότητες ανάμεσα σε διαφορετικά είδη κειμένων.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, κατάφερε να αποκτήσει συνείδηση της διακειμενικότητας, έτσι ώστε να μπορεί αναλύει πολλά κείμενα και να συνθέτει νέα, χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες αλλά και το επίπεδο ύφους εκείνων.

Η αξιοθαύμαστη αυτή επιτυχία του θέτει εύλογα το ερώτημα αν η λογοτεχνία, και όχι μόνο αυτή, στο μέλλον θα γράφεται από υπολογιστές σαν τον GPT2. Μας υποχρεώνει όμως να σκεφτούμε και πάνω στη φύση της νοημοσύνης.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι είναι η νοημοσύνη;

Και πώς καλλιεργείται; Ερωτήματα που θα κληθούν να απαντήσουν οι επιστήμονες με βάση τα νέα δεδομένα που θα πάρουν από την πορεία και την εξέλιξη του GPT2. Και, φυσικά, άλλων όμοιων υπολογιστών που θα δημιουργηθούν στο μέλλον.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να μας φέρει και μπροστά σε ηθικά διλήμματα τού τύπου έχουμε το δικαίωμα να δημιουργούμε νοημοσύνη που πιθανόν θα εκπαιδεύεται να ξεπερνά ακόμη και εκείνη των δημιουργών της;

Και πόσο αυτόνομη μπορεί να γίνει μια τέτοια κατασκευή που θα σκέφτεται και θα αναλύει αυτόνομα, άρα θα μπορεί και να παίρνει αποφάσεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχο των κατασκευαστών της;

Ερωτήματα που σίγουρα θα κληθεί να απαντήσει η επιστήμη και όχι μόνον αυτή, αν δεν το έχει κάνει ήδη σε μεγάλο βαθμό. Εγώ όμως θα σταθώ σε κάτι άλλο πιο πεζό και, αν μου επιτρέπετε, πιο πρακτικό.

Ο GPT2 έκανε κάτι σπουδαίο, που όμως το γνωρίζουμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Κατόρθωσε να δημιουργήσει κάποια είδη κειμένων, αφού πρώτα «εκτέθηκε» σε χιλιάδες παρόμοια, τα μελέτησε και τα ανέλυσε.

Αυτό προσπαθούμε κι εμείς να πείσουμε τα παιδιά μας να κάνουν, αλλά συχνά ματαιοπονούμε. Αν το μόνο είδος με το οποίο έρχονται σε επαφή είναι το μήνυμα και η ανάρτηση στο κινητό, τότε ζήτω που καήκαμε!
 Το μέλλον είναι εδώ!



Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019

190131 ΦΘΙΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πόσο μακριά βλέπουμε;

Αυτό είναι ένα ερώτημα – κλειδί για πάρα πολλά θέματα, έχει όμως ιδιαίτερη σημασία για το θέμα που συζητάμε από χθες, για τις ανάγκες που υπάρχουν στα Σχολεία σε εκπαιδευτικούς. Για ποια Σχολεία;

Δεύτερο ερώτημα, το οποίο μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από το πρώτο, μπορεί όμως και σε συνδυασμό. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να βάλουμε τα πράγματα στη σειρά. Σήμερα υπάρχουν πολλά Σχολεία με ελάχιστα παιδιά.

Για να μην μιλάμε μόνο για τη Δράμα, μπορείτε να κάνετε μια βόλτα από εκεί, ή απλώς να ρωτήσετε για τα Σχολεία… στα χωριά του Παγγαίου. Θα δείτε να λειτουργούν ως εξαθέσια με αριθμό μαθητών, που καθόλου δεν δικαιολογεί κάτι τέτοιο.

Το ίδιο βέβαια παρατηρείται σε πάρα πολλές περιοχές. Δυο και τρία Σχολεία, σε γειτονικά ή και ακόμη στο ίδιο χωριό, με συνολικό αριθμό μαθητών που μετά βίας θα δικαιολογούσε ένα «κανονικό» εξαθέσιο.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Συμβαίνει για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι γνωστός από παλιά. Κανείς πολιτικός δεν θέλει, στη διάρκεια της θητείας του, να κλείσει το Σχολείο ενός χωριού και οι μαθητές να μεταφέρονται σε διπλανό, μεγαλύτερο.

Αυτό, παρ’ όλο που έχει αποδειχθεί ότι, εκτός από τα λειτουργικά έξοδα που περιορίζονται αισθητά, η μετακίνηση σε ένα μεγαλύτερο Σχολείο, κάνει καλό και στους ίδιους τους μαθητές, που είναι και το ζητούμενο. Ή δεν είναι;

Εδώ όμως δεν μιλάμε για μικρά Σχολεία, μιλάμε για Σχολεία με λίγους μαθητές! Πώς γίνεται αυτό; Γίνεται με δεδομένο ότι υπάρχουν πολλοί δάσκαλοι που, πρακτικά, περισσεύουν. Το είδαμε και το αναλύσαμε χθες.

Έτσι, αν το Σχολείο κλείσει, δεν θα ξέρουν τι να τους κάνουν! Ο νόμος προβλέπει ακόμη και την (υποχρεωτική) μετακίνηση σε άλλους νομούς, όμως το φαινόμενο είναι γενικό. Υπεράριθμοι υπάρχουν σχεδόν παντού.

Έτσι μπορείτε να δείτε Σχολεία με τάξεις που έχουν οκτώ, ή πέντε, ή και λιγότερους μαθητές, συνολικά καμιά πενηνταριά παιδιά, να λειτουργούν ως εξαθέσια, δηλαδή να χρειάζονται πάνω από δώδεκα εκπαιδευτικούς!

Η αιτία του φαινομένου είναι γνωστή σε όλους, όμως κάνουμε πως δεν τη βλέπουμε: δεν υπάρχουν παιδιά! Τα χωριά ερημώνουν από κατοίκους, αρχής γενομένης από τη μείωση του μαθητικού δυναμικού.

Από τη μια η υπογεννητικότητα, η οποία, στα χρόνια της κρίσης γίνεται εντονότερη. Από την άλλη η φυγή, η επιστροφή στις χώρες τους, πολλών νέων ανθρώπων, που εργαζόταν κυρίως στην ύπαιθρο και έστελναν τα παιδιά τους στα Σχολεία.

Το άλλο πουλάκι:
Πάλι η κρίση δηλαδή.

Και να σκεφτεί κανείς πως δεν έχουμε δει ακόμη το σύνολο των επιπτώσεων στον συγκεκριμένο τομέα. Σκεφθείτε ότι φέτος γράφτηκαν στην Πρώτη τάξη του Δημοτικού τα παιδάκια που γεννήθηκαν το 2012.

Τα επόμενα χρόνια η κατάσταση χειροτέρεψε, οι γεννήσεις μειώθηκαν κι άλλο. Αυτά τα παιδιά θα ενταχθούν όλα στο εκπαιδευτικό σύστημα τα χρόνια που έρχονται. Γι’ αυτό και το αρχικό μας ερώτημα. Πόσο μακριά βλέπουμε;

Διαβάζω στο τύπο: Σύμφωνα με τη νέα μελέτη του ΙΟΒΕ το 2035 ο αριθμός των σχολικών μονάδων ενδέχεται να μειωθεί έως 10,7 χιλ. από 15,5 χιλ. που ήταν το 2008 (μείωση κατά 30,8% ή 4,8 χιλ. σχολικές μονάδες).

Σωρευτικά, έως το 2035, ο αριθμός μαθητών στα σχολεία υπολογίζεται ότι θα έχει μειωθεί κατά 423.000! Τότε, ο συνολικός αριθμός μαθητών στα σχολεία θα είναι 1.050.000, έναντι 1.480.000 που ήταν το 2008.

Η ποσοστιαία μείωση θα είναι 29,2%. Οι δε απόφοιτοι Λυκείου που διεκδικούν την εισαγωγή τους στην ανώτατη εκπαίδευση από 71,8 χιλ. (2008) θα μειωθούν σε 54,2 χιλ. το 2035 (-24,5% ή 17,6 χιλ. λιγότεροι).

Έτσι, σύμφωνα με το ινστιτούτο, το 2035 θα χρειάζονται 70.000 έως 100.000 λιγότεροι εκπαιδευτικοί σε σύγκριση με το 2008! Αυτά, τη στιγμή που ο κλάδος των εκπαιδευτικών έχει ως κυρίαρχο αίτημα χιλιάδες διορισμούς!

Και η κυβέρνηση τι κάνει; Από τη μια τους κλείνει το μάτι και υπόσχεται, ή αφήνει πονηρά να εννοηθεί, ότι θα ικανοποιήσει το αίτημα. Είναι, βλέπετε, χιλιάδες (ψηφοφόροι) και αυτοί που περιμένουν να διοριστούν.

Από την άλλη αυξάνει τα τμήματα των σχολών εκείνων των οποίων οι απόφοιτοι δεν έχουν σχεδόν καμιά άλλη επαγγελματική προοπτική από το να διοριστούν και εργαστούν ως εκπαιδευτικοί σε Σχολεία.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Περάστε κόσμε!

Φέτος, σε τέτοιου είδους σχολές, οι οποίες διαθέτουν ήδη καμιά εκατοστή τμήματα, θα εισαχθούν πάνω από 17.000 πρωτοετείς. Ακόμη δηλαδή κι αν κάνει το υπουργείο τους 15.000 διορισμούς που υπόσχεται, το πράγμα οδηγείται σε αδιέξοδο.

Διότι όλοι αυτοί, μαζί με τους χιλιάδες πτυχιούχους που υπάρχουν ήδη, θα θέλουν να εργαστούν στα Σχολεία, τα οποία, όπως δείχνουν οι μελέτες, θα έχουν ολοένα και λιγότερους μαθητές.

Επιπλέον, με βάση τις προβλέψεις του νέου ασφαλιστικού συστήματος, από το 2022, όλοι οι εκπαιδευτικοί θα συνταξιοδοτούνται πλέον σε ηλικία 67 ετών, ή με τη συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης και του 62ου έτους της ηλικίας τους.

Αφήστε που με τις συντάξεις που ισχύουν (και που πιθανόν να μειωθούν κι άλλο) κανείς δεν θα θέλει να φύγει από την υπηρεσία. Ήδη στα Σχολεία μιλάμε για εκπαιδευτικούς με μεγάλο μέσο όρο ηλικίας.

Τι μας λένε όλα αυτά; Μας λένε κάτι πολύ απλό. Ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να σκύψουν με πολύ σοβαρότητα και υπευθυνότητα στο ζήτημα και, με βάση τους αριθμούς και την προοπτική, να πάρουν αποφάσεις.

Που μπορεί να είναι και δυσάρεστες. Τι λέτε; Θα το κάνουν; Ιδιαίτερα φέτος που είναι και (προ)εκλογική χρονιά;
 Φυλλορροούμε…

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018

181121 ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Αναθεώρηση!

Η λέξη από μόνη της, ειδικά αν την δούμε σαν ρήμα -αναθεωρώ-, σημαίνει ξανασκέφτομαι κάποια πράγματα, μέσα από άλλη οπτική, και αυτό, όπως όλοι ξέρετε, δεν είναι καθόλου κακό˙ απεναντίας!

Αν ανοίξουμε το λεξικού του Τριανταφυλλίδη θα διαβάσουμε: «αναθεωρώ [anaθeoró] -ούμαι: α. επανεξετάζω, ελέγχω κτ. για να διορθώσω σφάλματα ή για να συμπληρώσω παραλείψεις: Θα αναθεωρηθούν οι εκλογικοί κατάλογοι. 

β. τροποποιώ κτ. υπό το πρίσμα νέων δεδομένων ή ύστερα από επανεκτίμηση των δεδομένων: H βουλή αναθεώρησε ορισμένα άρθρα του συντάγματοςH κυβέρνηση θα αναθεωρήσει τους όρους της σύμβασης για την κατασκευή του υπόγειου σιδηροδρόμου». 

Σημαίνει όμως και κάτι επίσης πολύ σχετικό˙ σημαίνει: «μεταβάλλω: H πείρα της ζωής με υποχρέωσε να αναθεωρήσω πολλές από τις απόψεις μου». Όπως καταλαβαίνετε, όλα τα παραπάνω έχουν σχέση με τη συζήτηση των ημερών.

Γίνεται, λοιπόν, να αναθεωρήσουμε, δηλαδή να τροποποιήσουμε κάποια άρθρα του Συντάγματος, αν δεν αναθεωρήσουμε, δηλαδή δεν μεταβάλουμε κάποιες από τις απόψεις μας, κυρίως όπως αυτό επιβάλλεται από την ίδια τη ζωή;

Και το αντίστροφο; Αν η ζωή η ίδια και η καθημερινή πραγματικότητα μάς επιβάλλουν να αναθεωρήσουμε αντιλήψεις περασμένων ετών, έχει νόημα να επιμένουμε αυτό να μην εκφραστεί και σε μια αναθεώρηση του Συντάγματος;

Δεν θέλω να απλώσουμε την κουβέντα σε όλα τα προς αναθεώρηση άρθρα, ίσως το κάνουμε κάποια άλλη φορά. Ελάτε σήμερα να συζητήσουμε για το άρθρο 16 και το αίτημα για την ύπαρξη ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Ποιος διαφωνεί με την πρόταση «όλοι οι Έλληνες [θα] είναι ίσοι απέναντι στο αγαθό της γνώσης»; Φαντάζομαι κανείς. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν το ακούγατε αυτό από κάποιον που στέλνει τα παιδιά του σε ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο;

Ξεκαθαρίζω, για να μην παρεξηγηθώ. Καλά κάνει ο κάθε γονιός, εν προκειμένω ο πρωθυπουργός της χώρας, και επιλέγει για τα παιδιά του ό,τι θεωρεί καλύτερο. Το πρόβλημα ξεκινά όταν… επιλέγει και για τα παιδιά «του λαού».

Εκ της θέσεώς του, έτσι; Είπε, λοιπόν στη Βουλή: «Παιδεία άλλη για τους κληρονόμους και άλλη για τα παιδιά του λαού δεν θα επιτρέψουμε». Εννοούσε, φυσικά, ανώτατη εκπαίδευση, γιατί, για τις κατώτερες βαθμίδες, μια χαρά επιτρέπει.

Το άλλο πουλάκι:
Ποια είναι τα «παιδιά του λαού»;

Από τα λεγόμενα του πρωθυπουργού στη Βουλή, συνάγουμε ότι είναι εκείνα για τα οποία υπάρχουν και λειτουργούν τα κρατικά πανεπιστήμια στη χώρα μας. Ενώ «οι κληρονόμοι» εκείνοι στους οποίους (θα) απευθύνονται τα μη κρατικά.

Ελάτε όμως, με βάση όσα είπαμε προηγουμένως για την πραγματικότητα και τις αναθεωρήσεις που επιβάλλει, να δούμε αν ισχύει κάτι τέτοιο. Ξέρετε πόσα παιδιά σπουδάζουν σήμερα σε πανεπιστήμια του εξωτερικού;

Έψαξα και (δεν) βρήκα αριθμούς που κυμαίνονται από τριάντα επτά, μέχρι πενήντα χιλιάδες φοιτητές. Μάλλον εξαρτάται από το αν συμπεριλαμβάνονται και οι μεταπτυχιακές σπουδές. Ας μην σταθούμε όμως σ’ αυτό.

Ακόμα και οι πιο μετριοπαθείς υπολογισμοί μάς υποχρεώνουν να παραδεχτούμε ότι δεν μιλάμε για «κληρονόμους», ούτε καν για τα παιδιά όσων στέκονται ικανοποιητικά οικονομικά. Να το πω απλά, φεύγει όποιος μπορεί.

Είτε επειδή δεν πέρασε εδώ στη σχολή που θα επιθυμούσε, είτε επειδή επιθυμεί ένα καλύτερο επίπεδο σπουδών, είτε επειδή, σε κάποιες περιπτώσεις, απλώς συμφέρει. Αυτό το τελευταίο ας μην το αναλύσουμε τώρα.

Ας δούμε όμως πόσο υποκριτικό είναι να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στο γεγονός αυτό˙ ότι χιλιάδες παιδιά φεύγουν, μαζί με το συνάλλαγμά τους (μισό δισ. τον χρόνο) απλώς και μόνο επειδή εμείς «δεν θέλουμε παιδεία για τους κληρονόμους».

Επιπλέον, σχετικές εκθέσεις της Εθνικής Τράπεζας υποστηρίζουν πως η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, και η προσέλκυση φοιτητών ξένων χωρών σ’ αυτά, θα μπορούσε να ωφελήσει την εθνική οικονομία κατά 1,8 δισ. ετησίως.

Ας έρθουμε όμως σε κάτι πιο ουσιαστικό. Αφού επιμένουμε να έχουμε πανεπιστήμια (τελικά, μόνο) «για τα παιδιά του λαού», θα πρέπει και να συμφωνήσουμε αν αυτά τα πανεπιστήμια είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσαμε να τους εξασφαλίσουμε.

Εδώ οι απόψεις διίστανται. Κάποιοι θεωρούν ότι η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων θα συμπαρασύρει προς το καλύτερο και τα ήδη υπάρχοντα, ενώ άλλοι επιμένουν πως το μόνο που θα κάνει είναι να τα υποβαθμίσει.

(Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που υποστηρίζουν ότι τα πανεπιστήμιά μας λειτουργούν μια χαρά και πως όσοι μιλούν για προβλήματα απλώς τα συκοφαντούν, όμως, είπαμε, η πραγματικότητα δεν σου ζητά παρά να την κοιτάξεις κατάματα.)

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ας δούμε τι γίνεται αλλού.

Στην Κύπρο, για παράδειγμα, ακούγεται ότι τα κρατικά πανεπιστήμια ευνοήθηκαν από τον ανταγωνισμό (ευγενή άμιλλα το λένε οι ίδιοι) με τα ιδιωτικά. Εδώ λέτε να συμβεί ό,τι και με τα ιδιωτικά… ιατρικά κέντρα;

Αστειεύομαι. Το επίπεδο των παρεχόμενων κρατικών υπηρεσιών εξαρτάται κυρίως από το ίδιο το κράτος και τις δυνατότητες που αυτό έχει, καθώς και τις προτεραιότητες που θέτει. Ας μην υποκρινόμαστε ότι φταίει ο ανταγωνισμός.

Εξάλλου, όπως υποστηρίζει κι ένας καλός φίλος, όσες χώρες προόδευσαν πραγματικά, το έκαναν μέσα σε συνθήκες δημοκρατίας και ελεύθερου ανταγωνισμού. Όσες προσπάθησαν να προστατευτούν και να προστατέψουν τον λαό και τα παιδιά του…

Τρέχουν, τώρα, και δεν φτάνουν!
Για να είμαστε ακριβείς, αναθεωρούν πολλά από όσα υποστήριξαν και εφάρμοσαν στο παρελθόν. Σε αντίθεση με εμάς που αρνούμαστε να το κάνουμε. Και επιμένουμε.
 Αναθεωρήστε, αναθεωρήστε, κάτι θα μείνει.

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

180906 ΜΕΤΑΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟΝ-2


Το ένα πουλάκι:
Τι θα σήμαινε για μας «τέλος»;

Δεν προλάβαμε να το πούμε στην χθεσινή κουβέντα μας, γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε σήμερα. Πότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα μνημόνια τελείωσαν, ότι δηλαδή βγήκαμε από αυτή την περιπέτεια;

Όπως καταλαβαίνετε, τουλάχιστον εσείς, οι παλιοί φίλοι μας, το θέμα δεν είναι τεχνικό. Δεν πρόκειται δηλαδή απλώς για μια εικονική επιστροφή στην κανονικότητα, όπου ο δανεισμός θα γίνεται από τις αγορές και η επιτήρηση θα είναι πιο χαλαρή.

Προσωπικά, κι ας με πουν κάποιοι γερμανοτσολιά, δεν με ενοχλούσε και πολύ ούτε το γεγονός του δανεισμού από τους εταίρους -κάθε άλλο, με τα επιτόκια που βρίσκαμε- ούτε εκείνο της επιτήρησης από τους «θεσμούς».

Το είπαμε και χθες˙ δεν έχω καμιά απολύτως εμπιστοσύνη στον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές κυβερνήσεις θα διαχειριστούν (άκουγε διασπαθίσουν) το πανάκριβο χρήμα που θα παίρνουν από τις αγορές.

Όσο για τα μέτρα που μας επέβαλλαν οι δανειστές, τώρα ξέρουμε καλά ότι ήταν αναγκαστικές επιλογές, στον βαθμό που οι δικές μας, όλες οι «μνημονιακές» κυβερνήσεις, δεν είχαν το παραμικρό εθνικό σχέδιο.

Περιορίζονταν μόνο στη στείρα άρνηση, χωρίς καμιά εναλλακτική λύση, χωρίς αντιπρόταση για κάποιο σκληρό ή άδικο μέτρο, και στη δήθεν με πόνο ψυχής αναγκαστική εφαρμογή όσων μας επέβαλλαν οι κακοί ξένοι.

Αυτή είναι με δυο λόγια η στάση όλων, επαναλαμβάνω, των μνημονιακών κυβερνήσεων, με προεξάρχουσα την παρούσα, η οποία -τρομάρα της- είχε εναλλακτικό σχέδιο˙ το κλείσιμο των τραπεζών και την απειλή πως θα φύγουμε από την Ευρώπη.

Μέχρι που μας είπαν, διά στόματος Σόιμπλε, «πάρτε και αυτά τα δισεκατομμύρια μαζί σας και, φεύγοντας, κλείστε και την πόρτα». Και τότε κατέρρευσε όλο το αντιμνημονιακό παραμύθι, που στάθηκε όμως αρκετό να τους φέρει στην εξουσία.

Ένα πρώτο δείγμα, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε στην «έξοδο» θα ήταν να ακούσουμε τον πολιτικό κόσμο της χώρας να αναλαμβάνει την ευθύνη και να ζητά συγγνώμη για τη στάση που κράτησε στα δύσκολα χρόνια της κρίσης.

Μα, θα μου πείτε, δεν θα έπρεπε να προηγηθεί η συγγνώμη για το πώς οδηγηθήκαμε στην κρίση; Οπωσδήποτε, όμως το θεωρώ υπερβολικό να ζητήσουμε τώρα κάτι τέτοιο. Εξάλλου, μπορούμε να πούμε πως κάποιοι, κόμματα και πολιτικοί, πλήρωσαν αρκετά.

Το άλλο πουλάκι:
Πληρώσαμε κι εμείς!

Κάποιοι ίσως πολύ περισσότερα από όσα τους αναλογούσαν, όμως έτσι γίνεται πάντα. Το ζήτημα είναι τι πήραμε με αυτή την πληρωμή, τι μάθαμε, αν έπιασαν τόπο οι θυσίες που κάναμε…

Μάθαμε, ας πούμε, ποια ήταν η φύση των προβλημάτων που μας οδήγησαν στην χρεοκοπία, ή πιστεύουμε ακόμη ότι πρόκειται για ένα φέσι που μας άφησαν κάποια «λαμόγια» που καταχράστηκαν δημόσιο χρήμα;

Συνειδητοποιήσαμε την ευθύνη που έχει ο κάθε πολίτης στον τρόπο με τον οποίο διάγει τον δημόσιο βίο του και στις επιλογές των προσώπων που κάνει στις εκλογές, ή θεωρούμε αποκλειστικά υπεύθυνους όσους άσκησαν εξουσία;

Καταλάβαμε τι σημαίνει ζω -ως άτομο, ως οικογένεια, ως χώρα- ανάλογα με τις δυνατότητές μου, και τι σημαίνει δανείζομαι όταν είναι απολύτως απαραίτητο και τόσο που να μπορώ να εξυπηρετώ τα δάνειά μου;

Μάθαμε πως κανείς δεν σου χρωστά τίποτε επειδή είχες «ένδοξους προγόνους που έδωσαν τα φώτα στην ανθρωπότητα» και πως πρέπει κάθε στιγμή να κερδίζεις με την δική σου αξία την αναγνώριση και τον σεβασμό των άλλων;

Έχουμε συνειδητοποιήσει ποια είναι η θέση μας στον παγκόσμιο χάρτη, πού ανήκει η χώρα μας και τι μπορούμε να κερδίζουμε από, ή να συνεισφέρουμε σε, κάθε μας διεθνή σχέση; Ή πιστεύουμε ακόμη στα ρούβλια από τη Ρωσία και τα πετρέλαια από τη Βενεζουέλα;

Καταλάβαμε τι σήμαινε το χαρούμενο σποτ «πάμε νομισματοκοπείο» και τι το ηρωικό σύνθημα «με δραχμή αμέσως καλύτερα», ή έχουμε την εντύπωση πως θα μπορούσαμε να παίρνουμε μισθούς και συντάξεις σε ευρώ και να πληρώνουμε σε δραχμές;

Είδαμε τι μπορεί να καταφέρει ο λαϊκισμός και με πόση ευκολία μπορεί να φέρει στην εξουσία εκείνους που τον υπηρετούν, ακόμη και αν τότε τους υποχρεώνει να έρθουν αντιμέτωποι με τα λόγια και τις υποσχέσεις τους;

Τέλος, μάθαμε πως η πραγματικότητα μπορεί όχι απλώς να αγνοεί και να ξεπερνά, αλλά και να συντρίβει τους ρομαντισμούς, τα όμορφα λόγια και, κυρίως, τις ιδεοληψίες και τις αναλύσεις των καφενείων;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και κάτι ακόμα!

Μάθαμε πως, τελικά, ο καθένας δεν είναι αυτό που δηλώνει, αλλά αυτό που δείχνουν οι πράξεις του, κυρίως όταν καλείται να διαχειριστεί κρίσιμες καταστάσεις; Ότι πρέπει να ορίσουμε και πάλι κάποιες έννοιες, αν θέλουμε να συνεννοούμαστε;

Συνειδητοποιήσαμε ότι ούτε οι παλιοί πολιτικοί διαχωρισμοί, ούτε οι παραδοσιακές αναλύσεις και μορφές διεκδίκησης αρκούν για να ερμηνεύσουν και να αλλάξουν τη σύνθετη σημερινή πραγματικότητα;

Είναι πολλά ακόμη, ας αρκεστούμε όμως σ’ αυτά. Και ας αναρωτηθούμε αν μπορεί να υπάρξει πραγματική έξοδος από την κρίση αν πρώτα δεν απαντήσουμε θετικά, όχι όλοι, τουλάχιστον η μεγάλη πλειονότητα.

Τα μνημόνια μπορεί να τελείωσαν˙ το είπε ο Πρωθυπουργός. Αυτό όμως δεν σημαίνει απολύτως τίποτε για τη δυνατότητα της χώρας να γιατρέψει τις πληγές της και να σταθεί στα πόδια της.

(Δεν λέω «και πάλι», διότι φοβάμαι πως κάποιοι θα το εκλάβουν «όπως πριν».)
Αυτό το δύσκολο έργο μόνο όλοι μαζί μπορούμε να το αναλάβουμε. Το ερώτημα είναι με ποια ηγεσία.
Τελειώσαμε και μείναμε μονάχοι
όλα κι αν τα δώσαμε!



Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018

180905 ΜΕΤΑΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟΝ-1


Το ένα πουλάκι:
Εσείς που βρισκόσασταν;

Μιλώ για την ιστορική ημέρα κατά την οποία η χώρα βγήκε από τα μνημόνια. Μπορείτε να θυμηθείτε πού ακριβώς ήσασταν και τι κάνατε; Δεν το ρωτάω στην τύχη, έχει πολύ μεγάλη σημασία.

Λένε πως τη στιγμή που συμβαίνουν σπουδαία γεγονότα, γεγονότα που σημαδεύουν την πορεία της ανθρωπότητας ή μιας χώρας, ο καθένας μπορεί να θυμηθεί πού ακριβώς βρισκόταν. Είναι όντως έτσι;

Δεν είμαι απολύτως βέβαιος. Και, αν ισχύει κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν ισχύει για γεγονότα που συμβαίνουν προγραμματισμένα. Όλοι ξέρουμε τι κάναμε την ημέρα του τελικού του Ευρωμπάσκετ το 1987.

Είχαμε αφήσει κάθε άλλη ασχολία μας και ήμασταν στημένοι μπροστά σε μια τηλεόραση· πιθανότατα να θυμάται ο καθένας σε ποια ακριβώς τηλεόραση ή με ποιους παρέα είδε τον τελικό.

Αυτό όμως ήταν κάτι προγραμματισμένο. Αξίζει να δοκιμάσετε να δείτε αν θυμόσαστε πού βρισκόσασταν όταν ανακοινώθηκε η επίθεση στους δίδυμους πύργους. Ή όταν μάθατε τον θάνατο κάποιου αγαπημένου σας σταρ.

Εγώ, ας πούμε, θυμάμαι πολύ καλά τη μέρα που έμαθα τον θάνατο του Μπομπ Μάρλεϊ, όχι όμως τη δολοφονία του Τζων Λένον, παρ’ όλο που η δεύτερη ήταν εντελώς αιφνίδιο γεγονός. Συμβαίνουν αυτά…

Το ερώτημα είναι άλλο. Αν ισχύει τελικά αυτό, αν δηλαδή οι άνθρωποι θυμόμαστε πού ήμασταν και τι κάναμε όταν συνέβαιναν κάποιοι κοσμοϊστορικά γεγονότα, ισχύει και το αντίστροφο;

Δηλαδή, το ότι μπορούμε να θυμηθούμε τη στιγμή που συνέβη κάποιο γεγονός, αυτό το καθιστά αυτομάτως σπουδαίο; Ας αφήσουμε αναπάντητο το ερώτημα, διότι αξία έχει να δώσει ο καθένας τη δική του απάντηση.

Εμείς, μια φορά, τη μέρα που η χώρα έβγαινε από τα μνημόνια βρισκόμασταν στους Καλαρρύτες. Για όσους γνωρίζουν το χωριό αυτό δεν χρειάζονται περισσότερα λόγια. Για εκείνους πάλι που το αγνοούν κάθε παραπέρα πληροφορία θα ήταν χωρίς νόημα.

Να σας πω την αλήθεια, δεν είδα και μεγάλη διαφορά με την πολυαναμενόμενη ημέρα τής εξόδου. Είναι αλήθεια ότι δεν περίμενα και πολλά, όμως κάτι ελαφρύ πίστευα ότι θα το νιώσω. Τίποτε! Η έξοδος ήρθε και πέρασε χωρίς να με αγγίξει.

Το άλλο πουλάκι:
Δεν έκατσε και η φάση!

Αλλιώς τα περίμενε και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Βλέπετε όμως τα δυσάρεστα γεγονότα που προηγήθηκαν δεν τον άφησαν να το γιορτάσει όπως το φανταζόταν. Ας πούμε απουσίαζαν εντελώς οι ζουρνάδες! 

Τι στο καλό; Αρκεί μια σεμνή και ταπεινή ανακοίνωση, ακόμη κι αν γίνεται από την συμβολική Ιθάκη, να αναδείξει τη σημασία ενός τέτοιου γεγονότος; Μίλησα όμως για συμβολισμό και θα ήθελα να σταθώ λίγο περισσότερο σ’ αυτό.

Μου τι δίνουν οι συμβολισμοί, ιδιαίτερα εκείνοι που τονίζουν επικοινωνιακά κάτι. Μοιάζουν δηλαδή με ένα φτηνό αντικείμενο που πάμε να το παρουσιάσουμε σε ένα εντυπωσιακό περιτύλιγμα για να του δώσουμε αξία.

Ή μου θυμίζει ειδήσεις (εκφωνημένες από συγκεκριμένα κανάλια) τού τύπου «η αρμόδια υπουργός ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση σκέφτεται να εξετάσει σοβαρά στο μέλλον το θέμα της πιθανής αύξησης του κατώτατου μισθού»!

Ένα πραγματικά σπουδαίο γεγονός, του οποίου τη σημασία μπορεί να αντιληφθεί ο κάθε πολίτης, δεν χρειάζεται συμβολισμούς. Λειτουργεί από μόνο του. Αρκεί, λοιπόν, να το ανακοινώσει κάποιος με έναν απλό τρόπο.

Το διάγγελμα, δηλαδή, του Πρωθυπουργού για το τέλος των μνημονίων θα μπορούσε να γίνει και από το γραφείο του. Δεν ήταν καθόλου απαραίτητο να επενδυθεί με ομηρικούς ή καβαφικούς συμβολισμούς.

Οι πολίτες, όσο κι αν δεν διαθέτουν πάντα το απαραίτητο κριτήριο, καταλαβαίνουν και χωρίς αυτούς, αν υπάρχει κάτι να καταλάβουν. Αν δηλαδή δουν κάποια σημαντική διαφοροποίηση στην καθημερινότητά τους.

Διότι, σε τελική ανάλυση, το τέλος των μνημονίων μπορεί να είναι ένα εθνικό γεγονός, το τι ακριβώς σημαίνει όμως για τον καθένα το καταλαβαίνει (ο καθένας) μόνος του. Και αναλόγως εκτιμά τη σπουδαιότητά του.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι λέμε εμείς;

Το τι σημαίνει για εμάς σας το είπαμε ακόμη από τον Μάιο: Ρωτούσαμε τότε, παίρνοντας μέρος στη συζήτηση για το αν η έξοδος από τα μνημόνια θα είναι καθαρή ή όχι:

«Θέλουμε μια “καθαρή έξοδο”; Πριν απαντήσουμε, ας ορίσουμε πώς ακριβώς την εννοούμε, προκειμένου να είμαστε βέβαιοι ότι μιλάμε για το ίδιο πράγμα. Απ’ ό,τι έχω καταλάβει, πρόκειται για έξοδο στις αγορές χωρίς περιορισμούς.

Δηλαδή χωρίς να υπάρχει κάποιος πάνω από το κεφάλι μας, που να μας λέει πόσα θα δανειστούμε και, το κυριότερο, τι θα κάνουμε μ’ αυτά τα λεφτά. Αυτό θα το ορίζει αποκλειστικά η κυβέρνηση.

Η εκάστοτε κυβέρνηση. Ας το τονίσουμε αυτό, γιατί, έτσι όπως ξεκίνησε η κουβέντα μας, μπορεί να θεωρήσουν κάποιοι ότι πάμε να αντιπολιτευτούμε την παρούσα. Όχι! Ό,τι πούμε ισχύει για οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση.

Έτσι, τουλάχιστον, όπως τις έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα. Πού, λοιπόν, εστιάζεται ο φόβος μας, έτσι και (τους) δοθεί η δυνατότητα να αποφασίζουν τι θα κάνουν με τα χρήματα που θα δανείζονται από τις αγορές;

Ακριβώς εκεί. Στο ότι θα μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Και ξέρουμε πολύ καλά τι θέλουν, και η παρούσα κυβέρνηση και οποιαδήποτε άλλη. Θέλουν να… επανεκλεγούν. Αυτό και μόνον αυτό.

Που σημαίνει ότι το πανάκριβο δανεικό χρήμα θα κατευθύνεται μόνον εκεί από όπου υπάρχει πιθανότητα να έρθουν, άμεσα, ψήφοι. Σε διορισμούς (ημετέρων), σε επιδόματα και αυξήσεις, γενικά σε οτιδήποτε αντιπαραγωγικό.

Ποιος μας διαβεβαιώνει ότι όλα αυτά θα συμβούν και πάλι;»
Ρητορικό το ερώτημα, μην απαντάτε.
Όξω!

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018

180620 ΣΥΜΦΩΝΙΚΟΝ-2


Το ένα πουλάκι:
Τι λέγαμε χθες;

«Σ’ αυτό το νέο πλαίσιο, και χωρίς να κάνει κανείς συγκρίσεις με το παρελθόν, πρέπει να δει και να πει αν έχουμε μια καλή συμφωνία. Αν όχι, να υποδείξει πώς αυτή θα ήταν καλύτερη και, κυρίως, με ποιο τρόπο θα επιτυγχάνονταν».

Γι’ αυτά θέλω να μιλήσουμε σήμερα. Πρώτα πρώτα για το νέο πλαίσιο, το οποίο είναι πολύ πιο ευνοϊκό απ’ ό,τι παλαιότερα, και όσον αφορά τις εξωτερικές συνθήκες και όσο εκείνες του εσωτερικού της χώρας.

Η παρούσα κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας (ΔτΒΜ, στο εξής και για συντομία και για να μη… βγάζει μάτι το όνομα) δεν έχει καμιά σχέση με τις προηγούμενες και, κυρίως, με εκείνη του Γκρούεφσκι.

Ας μη ξεχνάμε ότι, πριν καλά καλά αναλάβει την εξουσία, εκδηλώθηκε εναντίον της απόπειρα πραξικοπήματος, το οποίο απεφεύχθη και χάρη στην παρέμβαση δυτικών χωρών. (Ναι, εκείνων που σχεδιάζουν την καταστροφή της δικής μας χώρας!)

Το γεγονός αυτό έκανε τον πρωθυπουργό Ζόραν Ζάεφ να δει πολύ καθαρά πως το μέλλον της κυβέρνησής του ήταν στην αγκαλιά των ευρωατλαντικών οργανισμών, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να βρεθεί λύση με την Ελλάδα.

Από εκεί που δεν το περιμέναμε, δηλαδή, ούτε εμείς ως χώρα, ούτε, πολύ περισσότερο, η παρούσα κυβέρνηση, ανοίχτηκε μια προοπτική επίλυσης των διαφορών μας, με πραγματικά ευνοϊκούς όρους.

Είπαμε όμως πως η συγκυρία ήταν ευνοϊκή και στο εσωτερικό της χώρας. Είναι αλήθεια ότι υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη πολλές φωνές που «δεν συζητούν σύνθετη ονομασία, ούτε επιθετικό προσδιορισμό».

Από την άλλη όμως μια μεγάλη μερίδα του (πολιτικού) κόσμου είχε δει πιο ρεαλιστικά το θέμα και η σύνθετη ονομασία θεωρήθηκε ως κάτι από το οποίο έπρεπε να συμφωνήσουμε για να πάμε παραπέρα.

Το πιο ευνοϊκό σημείο όμως για μια συμφωνία ήταν ότι στην κυβέρνηση, πλάι στον πρωθυπουργό, καθόταν ο Πάνος Καμμένος, ο οποίος δεν ήταν διατεθειμένος να χάσει αυτή τη θέση.

(Συγγνώμη για τον παρελθοντικό χρόνο, έτσι μου βγήκε μιλώντας˙ όλα ισχύουν απολύτως και στον Ενεστώτα. Και στον Μέλλοντα θα έλεγα, μέχρι τη στιγμή που θα γίνουν εκλογές!)

Το άλλο πουλάκι:
Μια χαρά τού ήρθε του Αλέξη!

Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, του δόθηκε η ευκαιρία να μείνει στην Ιστορία ως ο πρωθυπουργός που έδωσε λύση σε ένα χρόνιο πρόβλημα και έγινε το αγαπημένο παιδί όλων όσοι επιθυμούσαν ένα τέλος στη διένεξη των δύο χωρών.

Εννοώ από ξένους ηγέτες και παράγοντες. Οι οποίοι δεν μπορούσαν βεβαίως να αδιαφορήσουν πλήρως για την ευαισθησία της Ελλάδας στο συγκεκριμένο θέμα, δεν κατανοούσαν όμως και την τόση εμμονή μας με το όνομα.

Επιπλέον όμως, και δυστυχώς, ο Αλέξης θεώρησε πως είχε στα χέρια του και μια μοναδική ευκαιρία να… ξεμπροστιάσει τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος βρέθηκε σε ένα πραγματικό δίλημμα.

Να φανεί συνεπής με τις θέσεις του (και την ιστορία του ονόματός του) αποδεχόμενος, έστω σε γενικές γραμμές, τη συμφωνία, ή να ταχθεί στο πλευρό ενός μεγάλου μέρους ψηφοφόρων που βγήκε… στα συλλαλητήρια.

Κάπως έτσι μάς προέκυψε το όνομα ΔτΒΜ, Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας. (Πρέπει να το συνηθίζουμε σιγά σιγά, και, μια και πετύχαμε το erga omnes, δεν μπορούμε να την ονομάζουμε αλλιώς μιλώντας μεταξύ μας -ή μήπως μπορούμε;)

Εδώ ας σταθούμε λίγο. Για να πούμε αυτό που αναρωτηθήκαμε χθες και σήμερα στη αρχή της κουβέντας μας. Με ποιον τρόπο αυτή, η όποια συμφωνία, θα μπορούσε να ήταν καλύτερη; Βλέπετε, δεν αποφεύγουμε τίποτε.

Καλύτερη, λοιπόν, θα μπορούσε να ήταν μια συμφωνία η οποία δεν θα γινόταν με τα μάτια στραμμένα στο εσωτερικό της χώρας και τις πολιτικές εξελίξεις που πιθανότατα θα προκύψουν.

Για να το καταλάβουμε καλύτερα, μια συμφωνία που δεν θα επαναλάμβανε τα λάθη που έγιναν με τα μνημόνια. Στην οποία, δηλαδή, θα πηγαίναμε εθνικά ομόψυχοι, ρεαλιστές και υπεύθυνοι απέναντι στις πράξεις μας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Βλέποντας τι έφταιξε.

Πώς φτάσαμε εδώ και τι εμπόδια έστησε η κάθε (πολιτική) πλευρά με τη στάση της, ώστε να μην χαθεί πολύτιμος χρόνος. Εξηγώντας από κοινού στους πολίτες ποιο είναι εφεξής το συμφέρον της χώρας.

Με σοβαρή και υπεύθυνη ενημέρωση όλων των πολιτικών δυνάμεων, τουλάχιστον εκείνων που στάθηκαν χωρίς ακρότητες στο θέμα. Με την προσπάθεια επίτευξης εθνικής συνεννόησης και κοινής στάσης στη διαπραγμάτευση.

Χωρίς διχαστικές απόψεις, χωρίς μικροπολιτικές οπτικές, χωρίς αλληλοκατηγορίες για εθνική μειοδοσία και προδοσίες. Μακριά από λαϊκισμούς, με αποφασιστική απομόνωση όσων προσπάθησαν να χτίσουν καριέρες ποντάροντας στον πατριωτισμό των πολιτών.

Μιαν συμφωνία που θα ερχόταν κάτω από τέτοιες προϋποθέσεις, όποια συμφωνία, τολμώ να πω, θα ήταν πολύ καλύτερη από τη συμφωνία που έχουμε σήμερα. Κι ας έχει αυτή αρκετά θετικά στοιχεία.

Θα ήταν καλύτερη, διότι δεν θα μας άφηνε για άλλη μια φορά διχασμένους, δεν θα υποδαύλιζε πάθη και μίση του παρελθόντος, δεν θα έδινε χώρο και βήμα σε ακραίους που… «χαίρονται στην αντάρα».

Θα το πω κι ας ακουστεί υπερβολικό: Είναι προτιμότερο για μια ομάδα να χάσει έναν αγώνα, παραμένοντας όμως ένα ενιαίο, δεμένο σύνολο, παρά να νικήσει πρόσκαιρα, χάνοντας τη συνοχή και την ομοψυχία, στοιχεία απαραίτητα για επόμενες «μάχες».

Πόσω μάλλον όταν δεν μιλάμε για ομάδες, αλλά για χώρες και συμφωνίες, όπου κανείς δεν μπορεί να χάσει ολοσχερώς, αν δεν το επιδιώξει ο ίδιος.
 Καλύτερα (δεν) γίνεται!