ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΓΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΓΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

190901 ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΝ


Εμείς οι δάσκαλοι, που θα πάμε αύριο στα σχολειά μας, αρκετοί με κατεβασμένα μούτρα, θα πρέπει να μην ξεχνάμε ότι είμαστε πολύ τυχεροί διότι:
α. έχουμε δουλειά, πράγμα καθόλου αυτονόητο για πολλούς συμπολίτες μας
β. η δουλειά αυτή πληρώνεται πολύ καλά, δεδομένων των συνθηκών, αφού άνθρωποι με περισσότερες σπουδές και προσόντα αμείβονται με κλάσμα του δικού μας μισθού
γ. η δουλειά μας μας επιτρέπει να έχουμε άφθονο ελεύθερο χρόνο για την οικογένεια, τους φίλους ή τον εαυτό μας
δ. ουσιαστικά δεν έχουμε κανέναν πάνω από το κεφάλι μας για να μας ελέγχει και να εξαρτιόμαστε από τις διαθέσεις και τις ιδιοτροπίες του, όπως πολλοί άλλοι εργαζόμενοι
ε. το σημαντικότερο, αν την κάνουμε με μεράκι, μπορεί να γίνει πολύ δημιουργική και να μας ανταμείψει με μοναδικό τρόπο
Υπάρχουν πολλά ακόμη, αλλά και αυτά είναι αρκετά για να ξεκινήσουμε με όρεξη και χαμόγελο.
ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2019

190613 ΜΕΤΡΙΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το κακό της μετριοκρατίας!

Έχω την εντύπωση πως πάρα πολλοί άνθρωποι στη χώρα μας δεν έχουν καταλάβει πόσο μεγάλο κακό δημιουργεί η επικράτηση, κατ’ άλλους επίπλευση, των κακών και των μετρίων, στον δημόσιο βίο και τις δημόσιες θέσεις.

Πιστεύουν πως το μόνο κακό που κάνει η τοποθέτηση ενός ανάξιου διευθυντή, για παράδειγμα, σε κάποιο πόστο, είναι ότι η δουλειά δεν θα τρέξει όσο πρέπει, δεν θα έλθουν τα αποτελέσματα που θα είχαμε, αν στη θέση βρισκόταν κάποιος άξιος.

Είναι και αυτό. Ασφαλώς, το να βρίσκεται σε θέση ευθύνης κάποιος που έχει ως μόνο προσόν τις προσωπικές ή κομματικές του γνωριμίες, έχει άμεσα επίπτωση στον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσει η υπηρεσία του.

Όμως το κακό αποτέλεσμα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Υπάρχει περίπτωση, και το βλέπουμε συχνά, η αξιοσύνη και η εργατικότητα των υφισταμένων του να αποσβέσουν τις όποιες αδυναμίες του ίδιου.

Αν μάλιστα μιλάμε για πραγματικά φιλότιμους και άξιους υφιστάμενους, τότε μπορεί και να πεισμώσουν, να βάλουν τα δυνατά τους, έτσι που το τελικό αποτέλεσμα να είναι καλύτερο και από το αν τη θέση κατείχε κάποιος περισσότερο άξιος.

Βέβαια τα παραδείγματα δεν είναι πολλά. Συνήθως ο ακατάλληλος προϊστάμενος δεν είναι σε θέση να εμπνεύσει τους υφισταμένους του (ούτε με την ακαταλληλότητά του) κι έτσι το παραγόμενο έργο είναι ελλειμματικό.

Ξαναλέω όμως. Ακόμη κι έτσι να συμβαίνει, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι αυτό. Ξέρετε πού το εντοπίζω εγώ; Στο ότι δημιουργείται σιγά σιγά η εντύπωση ότι όλοι είναι ικανοί για όλα, ότι δεν χρειάζονται καν οι άξιοι.

Βλέποντας τους μέτριους και τους κακούς να καταλαμβάνουν θέσεις, και, κυρίως λόγω της παντελούς απουσίας αξιολόγησης, να μην λογοδοτούν πουθενά, εύκολα μπορεί να πει ο καθένας «γιατί όχι κι εγώ».

Αφού τα καταφέρνει αυτός, αφού αυτός μπορεί και επιπλέει σε ένα απαιτητικό πόστο, γιατί να μην διεκδικήσω κι εγώ την ίδια ή κάποια παρόμοια θέση. Στο κάτω κάτω πόσο χειρότερος μπορεί να είμαι.

Αυτό, λοιπόν, είναι ένα θέμα με τεράστιες επιπτώσεις στη ζωή όλων μας. Γι’ αυτό και η αξιοκρατία θα πρέπει να θεωρείται πρώτιστος στόχος, από όλους εκείνους που κόπτονται για το καλό του τόπου και της χώρας.

Το άλλο πουλάκι:
Αλήθεια, πώς αισθάνονται;

Πώς νιώθει κάποιος που αναλαμβάνει ένα πόστο, ενώ το διεκδικούσε κάποιος άλλος, εμφανέστατα ικανότερος από τον ίδιο; Τι λέει μέσα του όταν σκέφτεται ότι πήρε τη θέση με μέσον και αδίκησε τον άλλο διεκδικητή;

Η μήπως, η (πέραν κάθε έννοιας αξιοκρατίας) τοποθέτησή του αυτή δημιουργεί και στον ίδιο την ψευδαίσθηση ότι, τελικά, αξίζει περισσότερο απ’ ό,τι και ο ίδιος πίστευε για τον εαυτό του; Ότι, αφού τον έβαλαν εκεί, θα τα καταφέρει.

Μπορεί. Πάντοτε όμως έχω την απορία πώς αντικρίζει τον ριγμένο διεκδικητή της θέσης, που μπορεί να είναι και συνάδελφός του, που μπορεί τώρα να τον έχει υφιστάμενο, να πρέπει να του δίνει οδηγίες και εντολές…

Θα μου πείτε, τα τελευταία χρόνια, τέτοιου είδους φαινόμενα έχουν κάπως περιοριστεί. Στα προσόντα που απαιτούνται έχουν μπει κάποια αντικειμενικά, μετρίσιμα κριτήρια και ο καθένας τοποθετείται με βάση ΚΑΙ αυτά.

Φοβάμαι πως η εξέλιξη αυτή έκανε το θέμα απλώς πιο περίπλοκο. Διότι κάποτε η αδικία ήταν προφανής και ο αδικημένος είχε τουλάχιστον το… ηθικό πλεονέκτημα (πόσο κακοποιήθηκε αυτή η έννοια;) ότι όλοι βλέπουν πώς έχασε τη θέση.

Τώρα μπορεί ο άλλος, ο ανάξιος, να παρουσιάσει ένα σωρό «μόρια», ένα σωρό μετρήσιμα κριτήρια, τα οποία όμως επίσης συγκέντρωσε είτε με πλάγιους τρόπους, είτε παρατώντας τη δουλειά του και κυνηγώντας αυτά.

Έτσι, σε οποιαδήποτε ένσταση για την άδικη τοποθέτησή του, αφού οι περισσότεροι γνωρίζουν πόσο «άδειο μύδι» είναι, αυτός μπορεί να προβάλει ως επιχείρημα τα τόσα «προσόντα» που διέθετε για τη θέση.

Ωραία! Μπορεί όμως το ίδιο επιχείρημα να το προβάλλει και στον ίδιο του τον εαυτό; Μπορεί να μην καταλαβαίνει πως κατάλαβε τη θέση χάρη σε άλλου είδους προσόντα κι όχι στην πραγματική του αξία;

Εδώ έρχεται να επιβεβαιωθεί η βλάβη που σας είπαμε στην αρχή. Αυτό το… «αφού τόσοι άλλοι, και τόσο χειρότεροι από εμένα, γιατί όχι κι εγώ», που οδηγεί σε ολοένα και χειρότερες επιλογές, επιβλαβείς για το σύνολο της κοινωνίας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Διότι έχει και άλλες προεκτάσεις.

Σιγά σιγά διαμορφώνεται μια… «συνωμοσία των αχρήστων» ή των εντελώς ανίκανων, οι οποίοι όχι μόνο καταλαμβάνουν θέσεις οι ίδιοι, αλλά προσπαθούν να κόψουν τα φτερά και όλων εκείνων που πραγματικά αξίζουν.

Δεν τους θέλουν στα πόδια τους! Τους θεωρούν επικίνδυνους (για τους ίδιους;) και προσπαθούν με χίλιους δυο τρόπους να τους απομακρύνουν από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων, να τους θέσουν στο περιθώριο.

Τους συκοφαντούν, ανακαλύπτουν και προσπαθούν να αναδείξουν διάφορα «στραβά κι ανάποδα» του χαρακτήρα τους, διαδίδουν οτιδήποτε μπορεί να βλάψει την εικόνα τους και στήνουν συνεχώς εμπόδια στον δρόμο τους.

Το αποτέλεσμα είναι ή να πιάσει κάποιο από τα κόλπα και να αμαυρωθεί πραγματικά η εικόνα των άξιων «αντιπάλων» τους, ή, το πιο πιθανό, να απογοητευθούν εκείνοι από τη λάσπη και την απαξίωσή που δέχονται και να επιστρέψουν στο σπίτι τους.

Ας τα έχουμε όλα αυτά υπόψη μας και τώρα που θα δούμε να σχηματίζονται τα ψηφοδέλτια των κομμάτων, εν όψει των βουλευτικών εκλογών. Μη ρωτάμε μετά από πού ξεφύτρωσαν αυτοί οι υποψήφιοι.
 Κόψε όποιο στάχυ ξεχωρίζει!

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

190610 ΜΗΤΡΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Όλα εξηγούνται!

Μιλούσα με φίλους που υπηρετούν στη εκπαίδευση και μου έλεγαν για κάτι παράξενο και εντελώς παρανοϊκό που συνέβη, λίγες μόνο εβδομάδες πριν από τις εκλογές. Κάποιοι εκπαιδευτικοί πήραν μετάταξη!

Μερικοί το πάλευαν χρόνια. Είτε επειδή είχαν διοριστεί πολύ μακριά και δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να έρθουν κάποτε στην πόλη τους, είτε επειδή είδαν ότι η τάξη δεν τους πάει και τόσο πολύ, είτε για άλλους λόγους…

Αποφάσισαν να ζητήσουν να μεταταγούν σε άλλη υπηρεσία του δημοσίου, χαλαλίζοντας μάλιστα και όλα εκείνα τα προνόμια σχετικά με το ωράριο και τις διακοπές που έχουν οι εκπαιδευτικοί.

Το όνειρό τους έγινε πραγματικότητα λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές (αυτό το είπαμε και πριν), μόνο που έπρεπε να υλοποιηθεί χωρίς αναβολή. Οι εκπαιδευτικοί αυτοί έφυγαν, αφήνοντας τη δουλειά τους στη μέση.

Έπρεπε δηλαδή, για το διάστημα μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς, να βρεθεί κάποιος να τους αντικαταστήσει και να αναλάβει όλα τα καθήκοντα που εκείνοι είχαν. Δεν μπορούσαν να περιμένουν έναν μήνα;

Ακόμη καλύτερα, θα μπορούσαν να πάνε στη νέα τους θέση από 1η Σεπτεμβρίου, για να απολαύσουν και ένα τελευταίο καλοκαίρι με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού, πριν περιοριστούν στις νέες τους άδειες.

Αστειεύομαι! Το πρόβλημα έχει να κάνει καθαρά με τους μαθητές, που υποχρεώθηκαν να αλλάξουν δασκάλους, λίγο πριν λήξει η χρονιά. Και αναρωτιόταν ένας φίλος: «Κανείς δεν τα σκέφτηκε αυτά τα παιδιά;»

Φαίνεται πως αυτά όμως ήταν απλές… παράπλευρες απώλειες. Για άλλους χτυπούσε η καμπάνα. Άλλοι βιάζονταν να βολευτούν, πριν συμβεί καμιά στραβή και δεν μπορέσουν να τακτοποιηθούν στη θέση που είχαν βάλει στο μάτι.

«Και ήρθε στο φως η υπόθεση με την κόρη της κυρίας Χριστοδουλοπούλου, για να μάθουμε κι εμείς ποιον να βρίζουμε», είπε ο φίλος εκπαιδευτικός που τον συνάντησα και πάλι προχθές στον δρόμο.

Το άλλο πουλάκι:
Κάτι μας ξεφεύγει!

Η Χριστοδουλοπούλου κόρη (Μάχη-Στεφανία Δρίτσα είναι το όνομά της, αλλά φοβάμαι ότι θα σας μπέρδευα αν αναφερόμουν με αυτό) έχει, σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας της, πολλά τυπικά προσόντα.

Ένα κορίτσι με τόσες σπουδές και αντίστοιχα προσόντα, αντί να ανοίξει τα φτερά της και να αναζητήσει μια καριέρα στην ελεύθερη αγορά, προτιμά τη σιγουριά του δημοσίου. Δίνει στον ΑΣΕΠ για να διοριστεί στα ΕΛΤΑ.

Διαγράφει, δηλαδή, την πορεία των περισσοτέρων νέων σ’ αυτόν τον τόπο, που οι γονείς τους παιδεύονται και ξοδεύονται για να τους εφοδιάσουν με όσο το δυνατόν περισσότερα τυπικά προσόντα…

Για να τους δουν μια μέρα δημοσίους υπαλλήλους, να απολαμβάνουν τη σιγουριά της μονιμότητας και τους ήρεμους ρυθμούς που επικρατούν στις περισσότερες υπηρεσίες όπου, αν δεν το έχεις από μόνος σου, κανείς δεν σε πιέζει να κοπιάσεις.

Και τα προσόντα; Άσ’ τα να ξεκουράζονται κι αυτά. Μάλιστα, όπως ομολόγησε η μητέρα Χριστοδουλοπούλου για την κόρη της, της πρότειναν να γίνει διευθύντρια σε κάποιο υποκατάστημα των ΕΛΤΑ, αλλά δεν δέχτηκε.

Παρέμενε, λοιπόν, μια απλή υπάλληλος, η οποία, με τόσα προσόντα, αισθανόταν… σαν ένα τάνκερ στη λίμνη των Ιωαννίνων, για να χρησιμοποιήσω μια παλιά, εύστοχη έκφραση. Και αποφάσισε να πάει κάπου όπου θα τα αξιοποιήσει.

«Δεν ρίχνω», σκέφτηκε, «μια αίτηση για απόσπαση στη Βουλή των Ελλήνων; Ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Μπορεί, αν είμαι τυχερή και αποσπαστώ, να ψηφιστεί σε καναδυό μήνες καμιά διάταξη που θα επιτρέπει και την μετάταξή μου εκεί».

Έτσι το είπε και έτσι έγινε! Πώς να το κάνουμε; Μερικοί άνθρωποι έχουν το κοκαλάκι της νυχτερίδας. (Και άλλοι μπάρμπα στην Κορώνη.) Έγινε όμως μια στραβή και κάποιοι δημοσιογράφοι ρώτησαν τη μητέρα της για το θέμα.

Ε, είναι γνωστό ότι η κυρία Χριστοδουλοπούλου (συγγνώμη που το επαναλαμβάνω, αλλά το «κυρία Τασία» που λένε κάποιοι μου φαίνεται υποτιμητικό) δεν μασάει τα λόγια της, ούτε κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της.

Παραδέχτηκε όμως το λάθος της και ζήτησε συγγνώμη (από τους συντρόφους της). Για να αυτοτιμωρηθεί μάλιστα, αποφάσισε να μην είναι υποψήφια στις επερχόμενες εκλογές. Ίσως σκέφτεται και να κλειστεί σε μοναστήρι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εγώ δεν κατάλαβα.

Για ποιο λόγο ζήτησε συγγνώμη (από το κόμμα και τους συντρόφους της); Επειδή προσπάθησε κι αυτή να βολέψει το παιδί της, «χωρίς να επιβαρύνει οικονομικά το δημόσιο», όπως θα έκανε κάθε μάνα;

Ή επειδή πιάστηκε με τη γίδα στην πλάτη και έγινε έτσι η αιτία να εκτεθεί ένα, κατά τα άλλα, απολύτως ηθικό σύνολο ανθρώπων; Αν ισχύει το πρώτο, πολύ φοβάμαι ότι κάπως αργά το σκέφτηκε.

Αν πάλι ισχύει το δεύτερο, φοβάμαι ότι τους κοροϊδεύει, τους τρολάρει, όπως είναι η έκφραση της εποχής. Όσο για την μη κάθοδό της στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, εγώ θα της έλεγα να το ξανασκεφτεί.

Τέτοιες αποφάσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται εν θερμώ. Ας κατέβει να ζητήσει την ψήφο του ελληνικού λαού, για να δούμε τι θα πάρει. Να δώσει έτσι το δικαίωμα και στους συντρόφους της να εκτιμήσουν τη στάση της.

Τι λέμε, Θεέ μου! Φτάσαμε να σχολιάζουμε ένα τόσο δα ρουσφετάκι, όταν ξέρουμε ότι «οι άλλοι έκαναν, κυριολεκτικά, όργια». Και είμαστε έτοιμοι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, να τους δώσουμε το δικαίωμα να κάνουν και άλλα.

Ενώ ξέρουμε ότι στην πολιτική υπάρχει η σύγκριση!
 Αμάρτησα για το παιδί μου!

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

190409 ΑΤΑΦΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τι γλυκό να σ’ αγαπούν!

Το τραγούδι συνεχίζεται όμως. Και να σου το λένε. Διότι, άμα σε αγαπούν κι εσύ δεν το ξέρεις, δεν σου το δίνουν να το καταλάβεις, τι νόημα έχει; Από την άλλη, υπάρχει και η αντίθετη εκδοχή.

Να σου το λένε, αλλά… να μην σε αγαπούν. Κι εσύ να ζεις με την εντύπωση. Δεν ξέρω ποιο από τα δυο είναι χειρότερο, πάντως γλυκό δεν είναι κανένα. Βλέπετε, αυτές οι ανθρώπινες σχέσεις δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου.

Θα παραξενευτείτε, αν σας πω με ποια αφορμή τα σκεφτόμουν όλα αυτά. Θα παραξενευτείτε διότι, φαινομενικά, δεν έχει καμιά σχέση με αγάπες και με λόγια γύρω από αυτές. Τα σκεφτόμουν με αφορμή… τον συνδικαλισμό.

Την προηγούμενη εβδομάδα είχαμε δυο συνδικαλιστικά χάπενινγκ, το ένα στην πόλη μας και το άλλο μακριά από εδώ, στη Ρόδο. Το ένα είχε μουσική και το άλλο ξύλο. Αν τα δούμε συνδυαστικά…

Θα αναρωτηθούμε τι γίνεται με τον συνδικαλισμό. Κάτι που εμείς εδώ το κάνουμε χρόνια βέβαια, όμως αυτός δεν παύει κάθε φορά να μας εκπλήσσει· δείχνοντας το χειρότερο πρόσωπό του.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Θυμάμαι έναν συνδικαλιστή να περηφανεύεται που οι συνάδελφοί του τον τιμούν με την ψήφο τους και εκλέγεται στο συνδικάτο με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους.

Τι γλυκό να σ’ αγαπούν! Κάθε φορά όμως που το συνδικάτο, δηλαδή αυτός, με δική του πρωτοβουλία, τους καλεί σε κάποια κινητοποίηση, ανταποκρίνονται τρεις και ο κούκος. Και πολλούς λέω!

Και δεν μιλάμε για κινητοποίηση «αγωνιστική», να κατέβουν δηλαδή σε καμιά πολυήμερη απεργία, ή σε καμιά πορεία όπου θα σταθούν απέναντι στα ΜΑΤ. Μιλάμε για κάλεσμα σε… μουσική συναυλία.

Και μάλιστα χωρίς καν εισιτήριο. Δεν ξέρω πώς το σκέφτεται ο εκλεκτός συνδικαλιστής, εγώ πάντως θα το έπαιρνα πολύ σοβαρά υπόψη μου. Και το πιο πιθανόν ήταν να αναθεωρήσω τις απόψεις μου περί (συνδικαλιστικής) αγάπης.

Το άλλο πουλάκι:
Και περί συνδικαλισμού γενικότερα!

Διότι, αν πρόκειται ο συνδικαλισμός να εξαντλείται στο να προσέρχονται οι εργαζόμενοι μια φορά στα δύο χρόνια (σε μέρα που πληρώνονται και δεν πάνε στη δουλειά, μια και μιλάμε για ΑΔΕΔΥ) και να ψηφίζουν…

Αλλά να μη συμμετέχουν σε καμιά άλλη εκδήλωση, να μην ακολουθούν εκείνους που οι ίδιοι ψήφισαν σε καμιά τους πρωτοβουλία, να τους εκθέτουν, βάζοντάς τους μπροστά και αφήνοντάς τους μόνους…

Τότε κάτι γίνεται λάθος. Και το ερώτημα απευθύνεται σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη είναι αν υπάρχει κανένας λόγος να εξακολουθεί να διατηρείται στη ζωή (όντας σε κώμα) ένας τέτοιος συνδικαλισμός.

Αυτό αφορά όλους τους εργαζόμενους. Η δεύτερη έχει να κάνει με τους συνδικαλιστές. Τι είναι αυτό που τους «υποχρεώνει» να εξακολουθούν να ασχολούνται με κάτι που δεν ενδιαφέρει κανέναν;

Παρακαλώ, μου είναι δύσκολο να δεχτώ απαντήσεις τού τύπου «το ενδιαφέρον τους για τα κοινά και η διάθεσή τους να προσφέρουν». Διότι, αν έχεις πραγματικά τέτοια διάθεση, υπάρχουν, δόξα τω Θεώ, πολλοί άλλοι τομείς.

Θα μπορούσα να δεχτώ, οριακά, την απάντηση πώς «αυτό έχουν μάθει και τους είναι δύσκολο να αλλάξουν». Και το κάνω διότι, διαφορετικά, θα πρέπει να δεχτούμε πως έχουν άλλα, πιο προσωπικά, κίνητρα.

Και μη φανταστείτε ότι εννοώ τίποτε πονηρό. Προς Θεού! Εννοώ αυτό που είπα στην αρχή. Πόσο γλυκό είναι να σ’ αγαπούν και να σου το λένε, να σου το δείχνουν με την ψήφο τους. Κι ας είναι όλο αυτό μια αυταπάτη.

Πάντως εγώ, έτσι και έβλεπα ότι η διάθεσή μου για προσφορά δεν βρίσκει στοιχειώδη ανταπόκριση από εκείνους στους οποίους απευθύνεται, θα πήγαινα στο σπίτι μου την άλλη μέρα. Κι ας έκλεινε το μαγαζί λόγω… απουσίας προσωπικού.

Πιαστήκαμε όμως με το ένα γεγονός και δεν μας έμεινε αρκετός χρόνος για το άλλο. Αλήθεια, εσείς καταλάβατε ποιος έχει δίκιο στην περίπτωση της ΓΕΣΕΕ και εκείνων που αμφισβητούν τη διοίκησή της και τις προθέσεις της;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ποιος να έχει δίκιο;

Όταν μεγάλοι άνθρωποι, που θέλουν να λένε ότι εκπροσωπούν και άλλους, πηγαίνουν κάπου μόνο και μόνο για να πιαστούν στα χέρια και να επιβάλουν με το ξύλο την άποψή τους, τότε πόσο δίκιο να έχουν;

Αυτό δεν είναι συνδικαλισμός. Είναι «οι συμμορίες της Νέας Υόρκης» του Μάρτιν Σκορτσέζε. Με τη διαφορά ότι εκεί υπήρχαν και κάποιοι που ακολουθούσαν. Ενώ ο συνδικαλισμός έφτασε να είναι κενός νοήματος.

Επειδή ακριβώς είναι κενός ανθρώπων. Και αντί εκείνοι που θέλουν να παρουσιάζονται ως ηγετικά στελέχη να αναρωτηθούν τι πρέπει να γίνει και να «ψαχτούν» μήπως αποτελούν μέρος του προβλήματος…

Αυτοί σκοτώνονται μεταξύ τους για το ποιος θα έχει τη σφραγίδα. Η οποία βέβαια μπορεί να μην σημαίνει πλέον απολύτως τίποτε για τους εργαζομένους, για τα ηγετικά στελέχη όμως φαίνεται ότι σημαίνει πάρα πολλά.

Δυστυχώς, φίλοι μου, αυτός είναι ο συνδικαλισμός σήμερα. Από τη μια (εντελώς) άδειες από εργαζόμενους πλατείες και από την άλλη τραμπουκισμοί και ξύλο για το ποιος τους εκπροσωπεί καλύτερα.

Υπάρχουν ιστορικές ευθύνες γι’ αυτό. Την μεγαλύτερη έχουν όσοι εμπνεύστηκαν και υλοποίησαν τον σφιχτό εναγκαλισμό της συνδικαλιστικής ηγεσίας με τις κυβερνήσεις. Και την προσπάθεια ελέγχου των συνδικάτων από τα κόμματα.

Τώρα είναι αργά για δάκρυα και η μόνη λύση που εγώ βλέπω είναι να ταφεί το πτώμα, μη τυχόν και κάποια στιγμή αναστηθεί.

Εκπρόσωποι στο… ξύλο!

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

190408 ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τοποθέτηση προϊόντος!

Πρέπει να προσέχουμε τι λέμε, σε τι αναφερόμαστε, πώς μιλάμε για κάποια πράγματα, διότι μπορεί, χωρίς να το καταλάβουμε, να διαφημίσουμε προϊόντα και να θεωρηθεί ότι τα προωθούμε με «μαύρους» τρόπους.

Όταν λες «τρία έψιλον», το μυαλό του άλλου πάει κατ’ ευθείαν σε γνωστή εταιρεία. Πού να ξέρει ότι τα τρία έψιλον αποτελούν για σένα κριτήρια επιλογής των συνεργατών σου; Πρέπει να το ξεκαθαρίσεις.

Και εμείς; Που θέλουμε να σχολιάσουμε αυτό το γεγονός; Δεν είμαστε κι εμείς υποχρεωμένοι να αναφέρουμε εξ αρχής ότι δεν διαφημίζουμε τίποτε, αλλά μιλάμε, στην πραγματικότητα, για… αξιολόγηση;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, αφού έχουμε πολλά να πούμε σήμερα και μπορεί να μην μας φτάσει η ώρα. Επιλέγει, λέει, ο κύριος Μπόλαρης τους συνεργάτες του με βάση τρία κριτήρια.

Πολύ καλά κάνει και, μέχρι εδώ, με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Μόνο που πρέπει να εντοπίσω την πρώτη αντίφαση. Όταν βάζεις κριτήρια επιλογής, δεν κάνεις κάποιου είδους αξιολόγηση; Κάνεις.

Καλό είναι όμως να το έχεις στον νου σου και να μιλάς ξεκάθαρα, όταν γίνεται λόγος για αξιολόγηση στο Δημόσιο. Διότι ο καθένας, είτε ως προϊστάμενος, είτε ως πολίτης, θα ήθελε ο υπάλληλος με τον οποίο συναλλάσσεται να πληροί κάποιες προϋποθέσεις.

Όταν όμως δηλώνεις κατά της αξιολόγησης, μπορεί ο άλλος να μην διαθέτει κανένα από τα τρία έψιλον, από τα πέντε ζήτα ή από τα εφτά ρο που εσύ θέτεις, αλλά να είσαι υποχρεωμένος να τον υποστείς.

Αυτό είναι το ένα. Περνάμε τώρα στο δεύτερο. Το ένα από τα τρία έψιλον είναι η «επιστημοσύνη». (Τα άλλα δύο είναι η εργατικότητα και η εξυπνάδα, όμως καλύτερα να μην ασχοληθούμε σήμερα με αυτά.)

Τι είναι η επιστημοσύνη; Πρόκειται, μας λέει η Πύλη για την ελληνική γλώσσα (ΛΚΝ), για την «ιδιότητα του επιστήμονα καθώς και το σύνολο των επιστημονικών γνώσεων που αυτός έχει».

Το άλλο πουλάκι:
Δεν βγάλαμε άκρη.

Διότι θα πρέπει τώρα να βρούμε ποιος ακριβώς είναι επιστήμονας και τι χαρακτηριστικά έχει. Ας παραμείνουμε στο ίδιο λεξικό. Επιστήμονας είναι αυτός που: α. έχει σπουδάσει σε ανώτατη σχολή και έχει πάρει το σχετικό πτυχίο.

Εδώ τίθεται όπως καταλαβαίνετε, ένα ζήτημα. Τι γίνεται με τις ανώτερες σχολές που έγιναν με μια υπουργική υπογραφή ανώτατες; Οπωσδήποτε πάντως δεν μπορεί να λογίζεται επιστήμονας κάποιος με απολυτήριο Λυκείου.

Πάμε να δούμε και το β. αυτός που γνωρίζει σε βάθος το αντικείμενο μιας επιστήμης και με την εργασία του (έρευνα, δημοσιεύσεις κ.λπ.) συμβάλλει στην ανάπτυξή της. Εδώ τίθεται ένα δεύτερο ζήτημα.

Μπορούν οι φωτογραφίες που ανεβάζει κάποιος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να θεωρηθούν «δημοσιεύσεις»; Συμβάλλει με τη δημοσίευση τέτοιων φωτογραφιών στη ανάπτυξη κάποιου πράγματος;

Πάμε όμως και στο γ. ως υπερβολικός χαρακτηρισμός, για κάποιον που γνωρίζει καλά ορισμένο αντικείμενο ή ασκεί σωστά ορισμένη δραστηριότητα. Μπορούμε, για παράδειγμα, να πούμε ότι ο Κώστας είναι επιστήμων στο τάβλι.

Εδώ τώρα το πράγμα μπερδεύεται ακόμη περισσότερο. Διότι το ποιος είναι επιστήμων και σε τι ακριβώς είναι πολύ δύσκολο να το συμφωνήσουμε. Αφήστε που ο καθένας μπορεί να έχει πολύ μεγάλη ιδέα για το… τάβλι που παίζει.

Όσο για την επιστημονική μέθοδο… εκεί είναι που γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα που επεσήμανα πρόσφατα και είναι από τον χώρο του κινηματογράφου, για να μην λέτε ότι σχολιάζω μόνο την πολιτική.

Γράφει ο άλλος σε ένα σάιτ για φίλους του σινεμά. «Είδα “το πράσινο βιβλίο”. Σιγά την ταινία. Ήταν αυτό φιλμ για Όσκαρ; Το… [μια άλλη ταινία] ήταν έξι με εφτά φορές καλύτερο. Και σιγά τον ηθοποιό που βραβεύτηκε».

Το ωραίο είναι πώς συνεχίζει: «Αυτή είναι η γνώμη μου. Και παρακαλώ όποιος έχει αντιρρήσεις και θέλει να με κράξει, να το κάνει με επιχειρήματα».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Επιστήμων ο άνθρωπος!

Μιλάμε για μια ταινία που απέσπασε τρία βραβεία Όσκαρ (και καλύτερης ταινίας) και περισσότερες από δέκα άλλες διεθνείς αναγνωρίσεις και βραβεύσεις. Που, αν την ψάξεις στο διαδίκτυο, σου λέει ότι άρεσε στο 94% των χρηστών.

Ο τύπος αυτός, λοιπόν, με ένα «σιγά την ταινία» και με ένα «η άλλη ήταν έξι με εφτά φορές (πώς τις μέτρησε;) καλύτερη», έκανε την… επιστημονική κριτική του και έχει το θράσος να ζητάει από άλλους επιχειρήματα.

Αυτό, φίλοι μου, είναι δυστυχώς ένα από τα πολλά παραδείγματα που παρατηρούμε καθημερινά γύρω μας. Δεν έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε επιχειρήματα και, αν θυμόσαστε το είχαμε επισημάνει και σε άλλη κουβέντα μας.

Όταν ακούμε ότι λείπει από τον δημόσιο λόγο αλλά και από τις ατομικές μας επιλογές η κοινή λογική, αυτό εννοούμε. Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει επιχείρημα, τεκμηρίωση μιας θέσης, ανάλυση των δεδομένων…

Στις επιλογές μας τον σημαντικότερο λόγο έχουν ο έντονος συναισθηματισμός και ο βολονταρισμός. Κρίνουμε με βάση συμπάθειες ή αντιπάθειες και πιστεύουμε ότι τα πράγματα θα αλλάξουν επειδή το θέλουμε πολύ, ή επειδή έτσι μας βολεύει.

Το κακό είναι ότι, μετά από όλα αυτά, δεν υπάρχει η δυνατότητα για στοιχειώδη αυτοκριτική. Αν δεν γίνει αυτό που περιμέναμε, φταίνε οι άλλοι που μας έχουν βάλει στο μάτι και μας καταδιώκουν επειδή…

Επειδή είμαστε καραμπουζουκλήδες! Το ότι εμείς επιλέγουμε συνεργάτες (ή αντιπροσώπους μας) με βάση την επιστημοσύνη που, προφανέστατα, οι εκλεκτοί μας δεν διαθέτουν, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο.
 Κοινός παραλογισμός!

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

190322 ΑΠΑΤΗΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ή παπάς, παπάς…

Η σοφή, όπως όλες, παροιμία θέλει να πει ότι δεν γίνεται να κάνεις δυο δουλειές και να τις κάνεις εξίσου καλά. Θα τσαλαβουτάς πότε στη μια και πότε στην άλλη και το αποτέλεσμα θα είναι τραγικό και για τις δύο.

Βέβαια ο χρόνος και ο τόπος στον οποίο αναφέρονταν εκείνες οι παροιμίες ήταν εντελώς διαφορετικοί από το εδώ και τώρα που ζούμε εμείς σήμερα. Μιλάμε για αγροτικές κοινωνίες και αντίστοιχες οικονομίες.

Τότε δεν υπήρχαν τα φαινόμενα των «απασχολήσιμων» και των «ευέλικτων μορφών εργασίας», ούτε ήταν συχνό το να κάνει κάποιος κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνο που σπούδασε, ή να αλλάζει πολλά επαγγέλματα κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Επιπλέον, οι οικονομικές απολαβές που σου προσέφερε το επάγγελμά σου έφταναν για να ζήσεις αξιοπρεπώς την οικογένειά σου. Μπορεί και οι άνθρωποι να ήταν πιο ολιγαρκείς, σπανίως έβλεπες όμως κάποιον να κάνει δυο και τρεις δουλειές.

Σήμερα μπορείς να είσαι συγχρόνως και «παπάς» και ζευγάς» και «κουρέας» και «καφετζής»… Χρησιμοποιώ, όπως βλέπετε, παραδείγματα επαγγελμάτων της εποχής στην οποία αναφέρεται η παροιμία με την οποία ξεκίνησα.

Και το κάνω διότι θέλω να επανέλθω σ’ αυτήν και να πω ότι και σήμερα υπάρχουν επαγγέλματα τα οποία θεωρώ ότι δεν μπορείς, δεν είναι σωστό, να τα κάνεις συγχρόνως. Είναι δηλαδή επαγγέλματα… ασύμβατα.

Προσοχή! Το ασύμβατα δεν το λέω με τη νομική έννοια του όρου, ότι υπάρχει δηλαδή κάποιο ασυμβίβαστο, όπως στα «επαγγέλματα» του βουλευτή και του υποψήφιου ευρωβουλευτή (λέμε, τώρα). Μιλάω από… ηθικής σκοπιάς.

Για να έρθω σ’ αυτό που κυρίως θέλω να σχολιάσω, θεωρώ ότι δεν μπορείς να είσαι και δημοσιογράφος και υποψήφιος βουλευτής, ή δημοτικός σύμβουλος με κάποιο κόμμα ή κάποια δημοτική παράταξη.

Αυτό, ακόμη και αν παραιτηθείς από τη δημοσιογραφική σου ιδιότητα, προκειμένου να… εκτεθείς. Και ξέρετε γιατί; Διότι πιστεύω ότι η δημοσιογραφία θα σε ακολουθεί παντού και πάντοτε.

Δεν είναι όπως τα άλλα επαγγέλματα που μπορεί σήμερα να είσαι αυτό, αύριο να το παρατάς για να κάνεις κάτι άλλο και μετά να επανέρχεσαι. Μια φορά δημοσιογράφος, για πάντα δημοσιογράφος!

Το άλλο πουλάκι:
Υπάρχει και κάτι ακόμη.

Όταν αφήνεις τη δημοσιογραφία για την πολιτική, ιδίως αν είσαι ένας δημοσιογράφος με απήχηση στο κοινό, είναι σαν να ομολογείς δυο πράγματα. Πρώτον, ότι τόσο καιρό ασκούσες το επάγγελμά σου μέσα από γυαλιά.

Κομματικά ή παραταξιακά. Και δεύτερον, ότι όλα όσα έγραφες ή έλεγες δεν ήταν παρά μια προεργασία, μια προλείανση του εδάφους, για να παρατήσεις τη δημοσιογραφία και να μεταπηδήσεις στην πολιτική.

(Βλέπετε, δεν σχολιάζω καθόλου την περίπτωση να εξυπηρετείς αφελώς τα συμφέροντα κάποιου κόμματος ή ενός υποψηφίου δημάρχου, οι οποίοι σε βλέπουν απλώς σαν ένα άλλο αναγνωρίσιμο πρόσωπο, έναν ηθοποιό ή αθλητή.)

Μέσα από γυαλιά… Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση, για να μην φανούμε ασυνεπείς, μια και πολλές φορές, σε αυτές τις κουβέντες μας, έχουμε υποστηρίξει ότι αυτό που λέμε «αντικειμενική δημοσιογραφία» απλώς δεν υπάρχει.

Δεν είναι δυνατόν κάποιος να μιλά ή να γράφει «αντικειμενικά», δηλαδή χωρίς να περνούν τα κείμενά του από το προσωπικό του φίλτρο. Θα έπρεπε να είναι ρομπότ, να μην έχει δικές του σκέψεις ή συναισθήματα.

Ακόμη και το ποιες ειδήσεις θα επιλέξεις να παρουσιάσεις, ακόμη και η σειρά με την οποία θα το κάνεις, εμπεριέχουν στοιχεία υποκειμενισμού. Δεν μιλώ καν για τον σχολιασμό αυτών των ειδήσεων.

«Και τότε», θα αναρωτηθεί κάποιος, «γιατί επιλέγουμε να παρακολουθούμε τον άλφα κι όχι τον βήτα δημοσιογράφο, να βλέπουμε και να διαβάζουμε τους συγκεκριμένους και όχι κάποιους άλλους σχολιαστές;»

Οι λόγοι που το κάνουμε δεν έχουν να κάνουν με αντικειμενικότητα, αλλά με… ένα σωρό άλλα, πολύ πιο σημαντικά γνωρίσματα. Η νηφαλιότητα, η ψυχραιμία, η οξυδέρκεια, η τόλμη, η συνέπεια…

Ο σεβασμός της απέναντι γνώμης, η χρήση ισχυρών επιχειρημάτων και αξιόπιστων πηγών, η σαφήνεια των απόψεων, όμως και άλλα πιο… λογοτεχνικά, όπως η σωστή χρήση της γλώσσας, το ύφος του λόγου, ο ρυθμός …

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτά και άλλα πολλά.

Όταν, λοιπόν, δούμε έναν δημοσιογράφο να παρατάει τη δημοσιογραφία για την πολιτική, μας κυριεύουν περίεργα συναισθήματα. Και, αν μεν ήταν κάποιος που δεν εκτιμούσαμε, λέμε περίπου «αναμενόμενο ήταν» και προσπερνάμε.

Όταν όμως πρόκειται για κάποιον με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε παραπάνω, τότε αισθανόμαστε κάπως σαν… απατημένοι εραστές. Και να μην σας πω ότι ευχόμαστε και να «φάει μαύρο στις εκλογές»!

Κακεντρέχεια, θα μου πείτε. Όποιος όμως ζητάει από τον απατημένο, δηλαδή τον με πληγωμένο εγωισμό άνθρωπο, να φερθεί με ανωτερότητα, ειδικά τις πρώτες ώρες που το πράγμα είναι ζεστό, νομίζω ότι ματαιοπονεί.

Αυτός αισθάνεται σαν τον Νίκο Σταυρίδη στα «κίτρινα γάντια». Ο οποίος βλέπει τη γυναίκα του, τη Μάρω Κοντού, με τη βαλίτσα στο χέρι, και νομίζει ότι είναι έτοιμη να τον παρατήσει για τον Μίμη Φωτόπουλο.

Όπως δηλαδή βλέπουμε κι εμείς κάποιους δημοσιογράφους να παρατούν τη σχέση μας, σχέση που χτίστηκε επί χρόνια, για να μεταπηδήσουν στην πολιτική. Φιλοσοφεί, τότε, ο Νίκος Σταυρίδης περί έρωτος, «τσιτάροντας» Βολταίρο.

Και καταλήγει ρωτώντας: «Αλλά είναι έρως; Ή επιπολαιότης, για την οποία μια μέρα θα μετανιώσεις και θα ξεπέσεις και θα δυστυχήσεις;

Αλλά κι αν δυστυχήσεις, την πόρτα μου έλα να χτυπήσεις. Αττίκ, μουστάκια!»
 Και καλή τύχη όπου κι αν πας!

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

190313 ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Αγαπάς την Ελλάδα;

Απόδειξη! Θυμόσαστε τη διαφημιστική καμπάνια που παρουσιάστηκε από τηλεοράσεις και ραδιόφωνα στις αρχές της δεκαετίας του 1990; Το κορόιδο, που δεν ζητούσε αποδείξεις, τραβούσε κουπί και οι φοροφυγάδες στη βάρκα γελούσαν.

Αυτή ήταν η μία. Υπήρχε και άλλη στην οποία πρωταγωνιστούσε ο έξυπνος που δεν έκοβε αποδείξεις, ενώ οι άλλοι (φορολογούμενοι) έσπρωχναν το αυτοκίνητό του τη στιγμή που αυτός άραζε στο τιμόνι.

Αφελείς, με τα σημερινά δεδομένα, ωστόσο αρκετά προχωρημένες ως σύλληψη. Έπρεπε να δείξουν στους πολίτες ότι η συνεπής φοροδοτική συμπεριφορά είναι, σε τελική ανάλυση, πατριωτική στάση.

Προχωρημένες, διότι, ακόμη και σήμερα, έπειτα από τη μεγάλη περιπέτεια που γνωρίσαμε και την εμπειρία που αποκομίσαμε, το να ζητά (ή να κόβει) κανείς απόδειξη δεν θεωρείται πατριωτισμός αλλά ανοησία.

Ακόμη δεν έχει βρεθεί τρόπος να ελέγχονται οι επαγγελματίες εκείνοι που προτείνουν στον πελάτη να του αφαιρέσουν ένα μικρό ποσό από την αμοιβή τους, προκειμένου να μην τους ζητήσει απόδειξη.

Ακόμη δεν έχουμε καταλάβει πως, αν το θέμα αφεθεί στην καλή διάθεση του πελάτη ή στην ευσυνειδησία του επαγγελματία, δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ τίποτα. Οι κοινωνικές σχέσεις και η οικονομική συναλλαγή θα είναι πάντοτε εκεί.

Και, άλλοτε από ντροπή, λόγω γνωριμίας ή για να μην χαλάσουμε τις καλές μας σχέσεις, άλλοτε από συμφέρον, επειδή και οι δυο θα έχουν ένα μικρό μεν αλλά άμεσο κέρδος, τα χρήματα θα αλλάζουν χέρια χωρίς αποδείξεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά τις προσπάθειες που έγιναν κατά καιρούς, και τα μέτρα που έλαβαν οι διάφορες κυβερνήσεις που πέρασαν από τον τόπο, το θέμα των αποδείξεων δεν έχει λυθεί ακόμη.

Κάποιος καχύποπτος θα έλεγε ότι δεν λύνεται επειδή κανείς δεν θέλει να λυθεί, επικαλούμενος μάλιστα αυτό που συμβαίνει σε άλλες χώρες, όπου η λήψη αυστηρών μέτρων μείωσε τις αντιστάσεις των επαγγελματιών.

Αυτό όμως είναι μια μεγάλη κουβέντα και δεν είναι επί του παρόντος. Εξάλλου, μπορεί σε εκείνες τις χώρες να μην έχουν άλλους τρόπους να αποδεικνύουν ότι αγαπάνε την πατρίδα τους. Ενώ εμείς…

Το άλλο πουλάκι:
Δόξα τω Θεώ!

Από παρελάσεις και εθνικές εορτές, μέχρι συλλαλητήρια και πολιτικές (αντι)συγκεντρώσεις διαθέτει το πατριωτικό ρεπερτόριό μας, αφήστε που μπορούμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να το παίξουμε ήρωες πραγματικοί.

Διαθέτουμε επίσης και το υπέρτατο όπλο της ψήφου μας, το οποίο με μεγάλη ευκολία το στρέφουμε εναντίον εκείνων που δεν τους θεωρούμε αρκετά πατριώτες. Δεν… πυροβολούμε πάντα, αλλά τουλάχιστον τους απειλούμε.

Δεν βλέπετε τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις στη βόρειο Ελλάδα, έπειτα από τη Συμφωνία των Πρεσπών; Δεν βλέπετε πώς υποδέχονται διάφοροι πατριώτες τα κυβερνητικά στελέχη που επισκέπτονται την περιοχή;

Ωστόσο, εκτός από αυτές τις «εκδηλώσεις πατριωτισμού», υπάρχουν και άλλοι δείκτες που θα μπορούσε κανείς να λάβει υπόψη του, αν θέλει να δει πραγματικά πόσο αγαπάμε τη χώρα μας.

Διάβαζα πρόσφατα για μια έρευνα που μιλούσε για τις ελληνικές επιχειρήσεις που υπάρχουν στη γειτονική Βουλγαρία, και ειδικότερα για τους τρόπους με τους οποίους αυτές στήνουν την έδρα τους εκεί.

Η έρευνα έγινε για λογαριασμό της εφημερίδας «Το Βήμα» και ανέδειξε πολλά ενδιαφέροντα και αστεία, αν επιτρέπεται να γελά κανείς με τέτοια θέματα, ζητήματα. Αναλύθηκαν στοιχεία για περισσότερες από 12.500 επιχειρήσεις!

Αυτά έδειξαν ότι οι Έλληνες έμποροι και επιχειρηματίες εξακολουθούν να λειτουργούν με τον δοκιμασμένο και πετυχημένο τρόπο με τον οποίο μεγαλούργησαν οικονομικά, από τον καιρό ακόμη της τουρκοκρατίας.

Τότε που δημιούργησαν ελληνικές παροικίες σε όλες τις μεγάλες πόλεις και τους εμπορικούς σταθμούς της Ευρώπης, έχοντας μάλιστα το μονοπώλιο σε πολλές δραστηριότητες, από τις οποίες αποκόμιζαν τεράστια κέρδη.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Των Ελλήνων οι κοινότητες...

Έτσι και τώρα, ο ένας πλάι στον άλλο. Η έρευνα για την οποία σας μιλήσαμε φανέρωσε εξήντα (αρ. 60) διευθύνσεις στις οποίες εδρεύουν περισσότερες από πέντε χιλιάδες (> 5.000) ελληνικές επιχειρήσεις!

Έξι από αυτές τις διευθύνσεις, σε Πετρίτσι, Σαντάνσκι και Σόφια, φιλοξενούν η καθεμιά από διακόσιες εταιρείες και πάνω. Και μιλάμε για κτήρια στα οποία με το ζόρι μπορούν να στεγαστούν καμιά δεκαριά γραφεία.

Τι μας λέει όλο αυτό το αστείο σκηνικό; Ότι στη Βουλγαρία, όπου το να στήσεις μια επιχείρηση είναι ζήτημα ωρών, έχουν βρει τον (φορολογικό) παράδεισό τους πολλοί έλληνες επιχειρηματίες.

«Το 2017, στο μικροσκόπιο της ΑΑΔΕ μπήκαν περίπου 70 επιχειρήσεις από τις οποίες περίπου το 70% είχε ιδρυθεί για να αποφύγουν το υψηλό φορολογικό συντελεστή της Ελλάδας, δηλώνοντας κέρδη μόνο στη Βουλγαρία».

Θυμίζουμε ότι εκεί φορολογούνται με 10% σε αντίθεση με τη χώρα μας, όπου ο αντίστοιχος συντελεστής είναι 29%. Επιπλέον οι επιστροφές φόρου πραγματοποιούνται κάθε τρίμηνο, ενώ ο φόρο μερισμάτων ανέρχεται στο 5%.

Εκεί, έτσι; Όπου, σύμφωνα με σχετικές διαφημίσεις, μπορεί κανείς να δημιουργήσει μια εταιρεία με 450 ευρώ, τα μίνιμουμ εταιρικά κεφάλαια που απαιτούνται είναι ένα (1) ευρώ, ενώ παρέχεται και δωρεάν διεύθυνση.

Καλός ο πατριωτισμός, δεν λέω, όμως το πράγμα σοβαρεύει όταν τον πληρώνει κανείς από την τσέπη του. Εξάλλου, το να έχεις μια εταιρεία στη Βουλγαρία δεν σε εμποδίζει να παίρνεις μέρος στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία!

Άλλο το ένα και άλλο το άλλο!
 Με απόδειξη ή χωρίς;

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

190212 ΣΟΒΑΡΟΦΑΝΕΣ


Το ένα πουλάκι:
Καιρός να σοβαρευτούμε!

Το πρόβλημα είναι ότι, όποτε λέμε αυτή τη φράση, εννοούμε ότι περιμένουμε από τους άλλους να σοβαρευτούν˙ εμείς το έχουμε κάνει ήδη, αν και είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν χάσαμε τη σοβαρότητά μας ούτε για μια στιγμή.

Πόσες φορές σας έχουμε μιλήσει για τις κινητοποιήσεις των αγροτών; Πόσες φορές δεν σταθήκαμε στον τρόπο με τον οποίο αυτές αντιμετωπίζονται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και τις αντίστοιχες αντιπολιτεύσεις.

Πριν από τρία ακριβώς χρόνια μιλούσαμε για τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που, όταν πέρασαν από την ριζοσπαστική αντιπολίτευση στην βολική και αναπαυτική κυβέρνηση, ανακάλυψαν ότι υπάρχουν «αγροτοπατέρες που κάνουν πάρτι».

Ότι υπάρχουν αγρότες που δεν δηλώνουν τα πραγματικά τους εισοδήματα, αγρότες που παίρνουν την επιδότηση και αφήνουν την παραγωγή στα δέντρα να σαπίζει, αγρότες που «ζύγιζαν πέτρες για να παίρνουν επιδοτήσεις»…

Αντίστοιχα, μιλούσαμε για ανθρώπους της αντιπολίτευσης, αλλά και των ΜΜΕ, που ανακάλυψαν ξαφνικά το δίκιο των αγροτών και τρέχουν στα μπλόκα για να κάνουν ή να πάρουν μια δήλωση που θα τους εντάξει στο… φιλοαγροτικό στρατόπεδο.

Κοιτάξτε τι διαβάσαμε φέτος σε φιλοκυβερνητική ιστοσελίδα, που μάλιστα αναπαράχθηκε αυτούσιο από τον κύριο Στέλιο Κούλογλου, ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, στον προσωπικό του λογαριασμό στο τουίτερ.

Τίτλος: «Σοβαρά, γνωρίζει κανείς τα αιτήματα των αγροτών;» Και το κείμενο που ακολουθεί: «Στην επικαιρότητα των ημερών βρίσκονται οι κινητοποιήσεις των αγροτών αν και η προσέγγιση κάθε τέτοια εποχή είναι περίπου μηχανική και ουδείς ασχολείται με τα αιτήματά τους.

Όμως, καθώς τα φορολογικά, ασφαλιστικά ή άλλα οικονομικά θέματα είναι όλα λυμένα -παρά την κρίση- πολλοί αναρωτιούνται για ποιο λόγο θα βρεθούν στους δρόμους; Χρειάζεται πράγματι αρκετή έρευνα για να εντοπίσει κάποιος ότι τα αιτήματα συνοψίζονται στη “μείωση του κόστους παραγωγής”.

Αν το αντιμετωπίσει χιουμοριστικά μοιάζει με κατάληψη Λυκείου επειδή το κυλικείο διαθέτει ακριβές τυρόπιτες, αν το αντιμετωπίσει ψύχραιμα μοιάζει το αγροτικό κίνημα να ζητά την κατάλυση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, που διαμορφώνει τις συνθήκες του ανταγωνισμού.

Τίποτε από τα δύο δεν συμβαίνει γιατί πολύ απλά, την πρώτη φορά που δεν υπάρχει κάποιο σοβαρό αίτημα για την κοινωνική ομάδα που επλήγη λιγότερο από την κρίση -ή και καθόλου- αυτή  κάνει επίδειξη κυνισμού και παρωχημένου πολιτικού εκβιασμού.

[…] Δεν έχει σημασία αν κάποιος αποτιμά θετικά ή αρνητικά το έργο της κυβέρνησης ή αν θεωρεί κομματικά κατευθυνόμενες τις οργανώσεις. Ο συνδικαλισμός οφείλει να διεκδικεί ακόμη και αν σιώπησε επιλεκτικά, τα χρόνια που διαλύθηκε το κοινωνικό κράτος, οι εργασιακές σχέσεις, το εισόδημα των Ελλήνων.

Όμως, αφού σοβαρεύτηκε αρκετά η χώρα, καιρός να σοβαρευτεί και ο συνδικαλισμός».

Το άλλο πουλάκι:
Από πού να το πιάσεις;

Από τη διαπίστωση ότι οι κινητοποιήσεις των αγροτών γίνονται ΠΛΕΟΝ εθιμοτυπικά; Από τη βεβαιότητα ότι όλα τους τα προβλήματα είναι ΠΛΕΟΝ λυμένα γι’ αυτό αναζητούν απεγνωσμένα μια δικαιολογία για να κλείσουν τους δρόμους;

Από το ότι το αίτημα για «μείωση του κόστους παραγωγής» είναι ασαφές, άρα γελοίο, σε αντίθεση με το ριζοσπαστικό «όλα τα κιλά όλα τα λεφτά»; Από την άποψη πως πρέπει να σεβόμαστε ΠΛΕΟΝ τις συνθήκες ανταγωνισμού;

Τις οποίες καθορίζει το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο θεωρείται ΠΛΕΟΝ δεδομένο και δεν έχει νόημα να το αντιπαλεύουμε; Ή από το γεγονός ότι η χώρα είναι ΠΛΕΟΝ σοβαρή και αυτό, εννοείται, είναι έργο της κυβέρνησης;

Καλώς τα παιδιά (και τον κύριο Κούλογλου)! Που, εύχομαι, να είναι και είμαστε όλοι εδώ και του χρόνου, όχι, εννοείται, από τις ίδιες θέσεις, για να ξανασυζητήσουμε τις κινητοποιήσεις των αγροτών.

Για τις οποίες, πριν από πάρα πολλά χρόνια, ναι, τότε που οι σοβαροί αγροτοσυνδικαλιστές ήταν τα χαϊδεμένα παιδιά όσων σήμερα βρίσκονται σε (φιλο)κυβερνητικά πόστα, εμείς σημειώναμε:

«Η ιστορία των αγροτικών κινητοποιήσεων είναι πλούσια, βασική όμως προϋπόθεση θεωρώ πως είναι η ουσιαστική οργάνωση των αγροτών σε συνεταιριστικούς και συνδικαλιστικούς φορείς.

Αυτή δηλαδή η ομοψυχία που βλέπουμε στις καταλήψεις των δρόμων, με τα χιλιάδες τρακτέρ παρατεταγμένα, θα είχε νόημα αν εκφραζόταν και από πιο ουσιαστικές “συμπράξεις”.

Δυστυχώς οι αγρότες κατάφεραν οι ίδιοι, όχι μόνο να διαλύσουν αλλά και να κατασυκοφαντήσουν τους συνεταιρισμούς τους, φορτώνοντάς τους με τεράστια οικονομικά και ηθικά σκάνδαλα. Με τις ευλογίες και της εκάστοτε πολιτείας.

Η οποία κάθε φορά χαϊδεύει όχι μόνο τα αφτιά αλλά και τις τσέπες των αγροτών, κάνοντας τα στραβά μάτια, ή συμμετέχοντας σε… απατεωνίες, εις βάρος των κουτόφραγκων».

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Να δούμε σοβαρά το πρόβλημα!

Λέγαμε αλλού: «Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στο ότι ο χώρος των αγροτών είναι τόσο ανομοιογενής που, για χάρη του βασιλικού ποτίζονται και οι γλάστρες, συνήθως μόνο αυτές.

Διότι, αγρότης είναι και ο μικροκαλλιεργητής, αγρότης και ο άλλος με μια τρακτεράρα που κοστίζει όσο δυο μαγαζιά σε κεντρικό εμπορικό δρόμο (αγορασμένη με δανεικά κι αγύριστα).

Αγρότης είναι και ο κάτοικος της υπαίθρου, αγρότης και ο αστός που καλλιεργεί δι’ αντιπροσώπων τα στρέμματα που του άφησε ο πατέρας του. Αγρότης εκείνος που ασχολείται αποκλειστικά με τη γη, αγρότης και ο δημόσιος υπάλληλος που την κοπανάει από το γραφείο με αναρρωτική για να μαζέψει τις ελιές.

Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί; Την επί χρόνια τακτική της πολιτείας να επιδοτεί υπαρκτές και ανύπαρκτες καλλιέργειες, να αποζημιώνει υπαρκτές και ανύπαρκτες καταστροφές, να χαρίζει υπαρκτά και ανύπαρκτα δάνεια».

Εμείς του χρόνο θα μπορούμε να υποστηρίζουμε και πάλι τα ίδια. Τι λέτε, θα μπορεί και ο κύριος Κούλογλου;

Σοβαρότης μηδέν!