ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

190409 ΑΤΑΦΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τι γλυκό να σ’ αγαπούν!

Το τραγούδι συνεχίζεται όμως. Και να σου το λένε. Διότι, άμα σε αγαπούν κι εσύ δεν το ξέρεις, δεν σου το δίνουν να το καταλάβεις, τι νόημα έχει; Από την άλλη, υπάρχει και η αντίθετη εκδοχή.

Να σου το λένε, αλλά… να μην σε αγαπούν. Κι εσύ να ζεις με την εντύπωση. Δεν ξέρω ποιο από τα δυο είναι χειρότερο, πάντως γλυκό δεν είναι κανένα. Βλέπετε, αυτές οι ανθρώπινες σχέσεις δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου.

Θα παραξενευτείτε, αν σας πω με ποια αφορμή τα σκεφτόμουν όλα αυτά. Θα παραξενευτείτε διότι, φαινομενικά, δεν έχει καμιά σχέση με αγάπες και με λόγια γύρω από αυτές. Τα σκεφτόμουν με αφορμή… τον συνδικαλισμό.

Την προηγούμενη εβδομάδα είχαμε δυο συνδικαλιστικά χάπενινγκ, το ένα στην πόλη μας και το άλλο μακριά από εδώ, στη Ρόδο. Το ένα είχε μουσική και το άλλο ξύλο. Αν τα δούμε συνδυαστικά…

Θα αναρωτηθούμε τι γίνεται με τον συνδικαλισμό. Κάτι που εμείς εδώ το κάνουμε χρόνια βέβαια, όμως αυτός δεν παύει κάθε φορά να μας εκπλήσσει· δείχνοντας το χειρότερο πρόσωπό του.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Θυμάμαι έναν συνδικαλιστή να περηφανεύεται που οι συνάδελφοί του τον τιμούν με την ψήφο τους και εκλέγεται στο συνδικάτο με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους.

Τι γλυκό να σ’ αγαπούν! Κάθε φορά όμως που το συνδικάτο, δηλαδή αυτός, με δική του πρωτοβουλία, τους καλεί σε κάποια κινητοποίηση, ανταποκρίνονται τρεις και ο κούκος. Και πολλούς λέω!

Και δεν μιλάμε για κινητοποίηση «αγωνιστική», να κατέβουν δηλαδή σε καμιά πολυήμερη απεργία, ή σε καμιά πορεία όπου θα σταθούν απέναντι στα ΜΑΤ. Μιλάμε για κάλεσμα σε… μουσική συναυλία.

Και μάλιστα χωρίς καν εισιτήριο. Δεν ξέρω πώς το σκέφτεται ο εκλεκτός συνδικαλιστής, εγώ πάντως θα το έπαιρνα πολύ σοβαρά υπόψη μου. Και το πιο πιθανόν ήταν να αναθεωρήσω τις απόψεις μου περί (συνδικαλιστικής) αγάπης.

Το άλλο πουλάκι:
Και περί συνδικαλισμού γενικότερα!

Διότι, αν πρόκειται ο συνδικαλισμός να εξαντλείται στο να προσέρχονται οι εργαζόμενοι μια φορά στα δύο χρόνια (σε μέρα που πληρώνονται και δεν πάνε στη δουλειά, μια και μιλάμε για ΑΔΕΔΥ) και να ψηφίζουν…

Αλλά να μη συμμετέχουν σε καμιά άλλη εκδήλωση, να μην ακολουθούν εκείνους που οι ίδιοι ψήφισαν σε καμιά τους πρωτοβουλία, να τους εκθέτουν, βάζοντάς τους μπροστά και αφήνοντάς τους μόνους…

Τότε κάτι γίνεται λάθος. Και το ερώτημα απευθύνεται σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη είναι αν υπάρχει κανένας λόγος να εξακολουθεί να διατηρείται στη ζωή (όντας σε κώμα) ένας τέτοιος συνδικαλισμός.

Αυτό αφορά όλους τους εργαζόμενους. Η δεύτερη έχει να κάνει με τους συνδικαλιστές. Τι είναι αυτό που τους «υποχρεώνει» να εξακολουθούν να ασχολούνται με κάτι που δεν ενδιαφέρει κανέναν;

Παρακαλώ, μου είναι δύσκολο να δεχτώ απαντήσεις τού τύπου «το ενδιαφέρον τους για τα κοινά και η διάθεσή τους να προσφέρουν». Διότι, αν έχεις πραγματικά τέτοια διάθεση, υπάρχουν, δόξα τω Θεώ, πολλοί άλλοι τομείς.

Θα μπορούσα να δεχτώ, οριακά, την απάντηση πώς «αυτό έχουν μάθει και τους είναι δύσκολο να αλλάξουν». Και το κάνω διότι, διαφορετικά, θα πρέπει να δεχτούμε πως έχουν άλλα, πιο προσωπικά, κίνητρα.

Και μη φανταστείτε ότι εννοώ τίποτε πονηρό. Προς Θεού! Εννοώ αυτό που είπα στην αρχή. Πόσο γλυκό είναι να σ’ αγαπούν και να σου το λένε, να σου το δείχνουν με την ψήφο τους. Κι ας είναι όλο αυτό μια αυταπάτη.

Πάντως εγώ, έτσι και έβλεπα ότι η διάθεσή μου για προσφορά δεν βρίσκει στοιχειώδη ανταπόκριση από εκείνους στους οποίους απευθύνεται, θα πήγαινα στο σπίτι μου την άλλη μέρα. Κι ας έκλεινε το μαγαζί λόγω… απουσίας προσωπικού.

Πιαστήκαμε όμως με το ένα γεγονός και δεν μας έμεινε αρκετός χρόνος για το άλλο. Αλήθεια, εσείς καταλάβατε ποιος έχει δίκιο στην περίπτωση της ΓΕΣΕΕ και εκείνων που αμφισβητούν τη διοίκησή της και τις προθέσεις της;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ποιος να έχει δίκιο;

Όταν μεγάλοι άνθρωποι, που θέλουν να λένε ότι εκπροσωπούν και άλλους, πηγαίνουν κάπου μόνο και μόνο για να πιαστούν στα χέρια και να επιβάλουν με το ξύλο την άποψή τους, τότε πόσο δίκιο να έχουν;

Αυτό δεν είναι συνδικαλισμός. Είναι «οι συμμορίες της Νέας Υόρκης» του Μάρτιν Σκορτσέζε. Με τη διαφορά ότι εκεί υπήρχαν και κάποιοι που ακολουθούσαν. Ενώ ο συνδικαλισμός έφτασε να είναι κενός νοήματος.

Επειδή ακριβώς είναι κενός ανθρώπων. Και αντί εκείνοι που θέλουν να παρουσιάζονται ως ηγετικά στελέχη να αναρωτηθούν τι πρέπει να γίνει και να «ψαχτούν» μήπως αποτελούν μέρος του προβλήματος…

Αυτοί σκοτώνονται μεταξύ τους για το ποιος θα έχει τη σφραγίδα. Η οποία βέβαια μπορεί να μην σημαίνει πλέον απολύτως τίποτε για τους εργαζομένους, για τα ηγετικά στελέχη όμως φαίνεται ότι σημαίνει πάρα πολλά.

Δυστυχώς, φίλοι μου, αυτός είναι ο συνδικαλισμός σήμερα. Από τη μια (εντελώς) άδειες από εργαζόμενους πλατείες και από την άλλη τραμπουκισμοί και ξύλο για το ποιος τους εκπροσωπεί καλύτερα.

Υπάρχουν ιστορικές ευθύνες γι’ αυτό. Την μεγαλύτερη έχουν όσοι εμπνεύστηκαν και υλοποίησαν τον σφιχτό εναγκαλισμό της συνδικαλιστικής ηγεσίας με τις κυβερνήσεις. Και την προσπάθεια ελέγχου των συνδικάτων από τα κόμματα.

Τώρα είναι αργά για δάκρυα και η μόνη λύση που εγώ βλέπω είναι να ταφεί το πτώμα, μη τυχόν και κάποια στιγμή αναστηθεί.

Εκπρόσωποι στο… ξύλο!

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

190320 ΑΜΦΙΠΛΕΥΡΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Από ποια πλευρά είσαι;

Δεν είναι λίγες οι φορές στη ζωή μας που καλούμαστε να επιλέξουμε πλευρά. Η επιλογή αυτή άλλοτε είναι ανώδυνη και άλλοτε έχει υψηλό κόστος. Μιλάμε για συναισθηματικό, γιατί αυτό μας ενδιαφέρει.

Η επιλογή αυτή είναι και ένα από τα αγαπημένα θέματα της τέχνης, τα οποία, αν τα καλοεξετάσουμε, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, όπως υποστήριζε κι ένας πολύ καλός φίλος. Να μερικά:

Ένας άνδρας αγαπά μια γυναίκα και κάτι στέκεται εμπόδιο στον έρωτά τους. Σκεφθείτε πόσα έργα, από το σπουδαίο δραματολόγιο, μέχρι τις πιο ανόητες κατασκευές, δεν βασίζονται σε αυτό το μοτίβο.

Το δεύτερο είναι λιγάκι πιο περίπλοκο. Υπάρχει μια παγιωμένη κατάσταση, μια ρουτίνα, μια πεζή καθημερινότητα, ώσπου εμφανίζεται κάποιος «καταλύτης» και τότε ανατρέπονται όλα όσα ξέραμε.

Ένα τρίτο είναι αυτό για το οποίο συζητάμε. Ο ήρωας ζει μια φυσιολογική, αντιηρωική ζωή, και κάποια στιγμή βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, αντιμετωπίζει ένα μεγάλο δίλημμα, πρέπει να πάρει μια απόφαση, να διαλέξει πλευρά…

Ας μην επεκταθούμε περισσότερο. Πιστεύω πως ο καθένας μπορεί να κάνει τις αναγωγές και να τοποθετήσει κάθε μυθιστόρημα, κάθε κινηματογραφική ταινία, κάθε θεατρικό έργο σε μια από αυτές τις κατηγορίες.

Συνήθως, βέβαια, παρακολουθούμε ένα συνδυασμό των παραπάνω περιπτώσεων. Η ερωτική ρουτίνα ενός ζευγαριού ταράζεται όταν εμφανίζεται ένας «καταλύτης», γίνονται αποκαλύψεις και τότε ο ήρωας, πρέπει να κάνει μια επιλογή.

Κάπως έτσι. Αυτό είναι το κουκούτσι, ο πυρήνας (σχεδόν) κάθε σπουδαίας ιστορίας, από την εποχή του Αδάμ και της Εύας, ή αν θέλετε, του Ομήρου μέχρι σήμερα. Όλα τα υπόλοιπα είναι η γαρνιτούρα.

Ειδικά όμως για την περίπτωση της επιλογής, έχουμε και σπουδαία ποιήματα και τραγούδια που μας θυμίζουν πόσο σημαντική είναι η στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου, όταν αυτός πρέπει να διαλέξει.

Να αποφασίσει αν θα πει το «μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι», όπως μας δίδαξε ο Κ. Π. Καβάφης, ή με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει, όπως τραγούδησε ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Το άλλο πουλάκι:
Για κάποιους είναι εύκολο.

Έχουν κάνει τις επιλογές τους εδώ και χρόνια και η μόνη δυσκολία τους βρίσκεται στο γεγονός ότι τώρα, που τα έφερε έτσι αυτή η άτιμη η τύχη, δεν μπορούν να τις υπερασπιστούν όπως θα ήθελαν.

Από ποιον να αρχίσω; Από τον ίδιο τον πρωθυπουργό; Θα σας θυμίσω έναν διάλογό του μέσα στη Βουλή, με τον Κώστα Τζαβάρα, κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας. Ο διάλογος, φυσικά, δεν καταγράφηκε στα πρακτικά.

Η συζήτηση ήταν για την κατάσταση στα Πανεπιστήμια, οπότε πετάχτηκε ο Τζαβάρας: «Τι είδους έρευνα γίνεται στα πανεπιστήμια; Το μόνο που γίνεται εκεί είναι να κατασκευάζουν μολότοφ».

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν το άφησε να πέσει κάτω και αποφάσισε να ρωτήσει ειρωνικά: «Και τι κακό έχουν οι μολότοφ;» Στην απάντηση που πήρε: «Τι κακό; Καίνε κόσμο», ανταπάντησε με το γνωστό του χιούμορ:

«Εξαρτάται σε ποια μεριά είσαι όταν πέφτουν οι μολότοφ. Εκεί που τις ρίχνουν ή εκεί που πέφτουν;» Τον διάλογο αυτόν τον θυμηθήκαμε και πάλι, μετά τη γνωστή δήλωση του επίσης γνωστού κυρίου Κυρίτση.

Την οποία δήλωσή του («δεν θυμάμαι κανέναν να έχει σκοτωθεί από μολότοφ») χαρακτήρισε ο ίδιος «λανθασμένη», καθώς, όπως… διόρθωσε αργότερα, αναφερόταν «στις συγκρούσεις που συχνά παρατηρούμε στο δρόμο, σε πολιτικές και αθλητικές εκδηλώσεις».

Να με συγχωρείτε πολύ, αλλά εγώ σε όλες αυτές τις… χαριτωμενιές και τα «λάθη» βλέπω να ταιριάζει απόλυτα η παροιμία εκείνη με τη γυναίκα που «θέλει να κρυφτεί, αλλά η χαρά δεν την αφήνει».

Μόνο που εδώ υλοποιείται αντεστραμμένη. Θέλουν να εκδηλωθούν, να φανερωθούν, αλλά μια άτιμη στενοχώρια, δηλαδή η απήχηση που θα έχουν τα λόγια τους στο ευρύ εκλογικό σώμα, δεν τους αφήνει.

Διότι είναι απολύτως εξακριβωμένο από ποια πλευρά προτιμούν να είναι όλοι εκείνοι της ριζοσπαστικής λεγόμενης Αριστεράς, όταν πέφτουν οι μολότοφ. Το να μην πέφτουν καθόλου ούτε που τους περνάει από τον νου.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτό είναι το θέμα.

Διότι, εκείνο, τελικά, που ήθελε να πει ο κύριος Κυρίτσης, καθώς η συζήτηση γινόταν για την αλλαγή του ποινικοί κώδικα, ήταν ότι οι μολότοφ δεν αποτελούν όπλο, και μάλιστα φονικό, αφού δεν σκότωσαν κανέναν.

Έτσι είναι; Δηλαδή ένα όπλο καθίσταται τέτοιο, και μάλιστα φονικό, μόνον αν σκοτώσει κάποιον; Δεν εξετάζουμε καθόλου τη δυνατότητα που έχει (ή δεν έχει) να σκοτώνει, αλλά μόνον αν αυτό έτυχε να συμβεί;

Πόσες φορές δεν έχουμε δει αστυνομικούς να αρπάζουν κυριολεκτικά φωτιά και να κινδυνεύουν να γίνουν… «ολοκαύτωμα, σαν τη μονή του Αρκαδίου», που έλεγε και ο άτυχος Ορέστης Μακρής…

Όταν μια μαθήτρια τού κόλλησε την εφημερίδα στο «ολοκαίνουριο προπέρσινο κουστούμι» του και της έβαλε φωτιά, έτσι που κόντεψε να τον «ψήσει σαν ρέγγα». Ξέρετε όμως ποιο είναι το πρόβλημα;

Ότι κάποιοι στην κυβέρνηση και στην ριζοσπαστική Αριστερά γενικότερα, αντιμετωπίζουν την κατάσταση όπως ακριβώς ο Γυμνασιάρχης σε εκείνη την ταινία: «Παιδιά είναι, βρε αδελφέ, τι θέλεις να σου κάνουν;»

Και ως τιμωρία τούς ζητούν να φέρουν «αντιγεγραμμένους εκατό στίχους». Όλοι όμως ξέρουμε ότι η κατάσταση βελτιώθηκε και τα κακομαθημένα κορίτσια έγιναν σωστές μαθήτριες, όταν άρχισαν να πέφτουν τα περίφημα χαστούκια.

Και να δικαιώνουν τον τίτλο της ταινίας. Μια και μιλάμε για τον ποινικό κώδικα…
 Από τον (σοσιαλιστικό) παράδεισο!

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

190307 ΚΩΜΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ποιους ενοχλεί ο Αρκάς;

Είμαι στη δυσάρεστη θέση να σας πω ότι γνωρίζω τον Αρκά από το «Σιγά τ’ αυγά» και τα «Χοντρά Κόλπα». Δυσάρεστη, εννοώ, ηλικιακά, αφού ο γνωστός άγνωστος κωμικογράφος πρωτοπαρουσίασε τις ιστορίες του στις αρχές τα δεκαετίας το 1980.

Μείναμε τότε όλοι κατάπληκτοι από το έξυπνο, αυτοσαρκαστικό χιούμορ τού αποτυχημένου ερωτικά Κόκκορα, σε αντίθεση με το κυνικό και… παχύδερμο Γουρούνι, που το ήθελαν όλες για το κορμί του. 

Περιττό να πω πως όλοι στην παρέα ταυτιζόμασταν με τον Κόκκορα, ακόμη κι εκείνοι που είχαν (κάποιες) ερωτικές σχέσεις, αφού οι επιδόσεις του Γουρουνιού αποτελούσαν πρότυπο για κάθε πικραμένο εραστή.

Έκτοτε συνεχίσαμε να τον παρακολουθούμε με ενδιαφέρον σε όλες τις δουλειές του, τις οποίες αγοράζαμε πλέον σε λευκώματα, καθώς, συχνά, οι αρχικές δημοσιεύσεις γινόταν σε έντυπα που  δεν προτιμούσαμε.

Κοινό γνώρισμα όλου του έργου του το υψηλής ευφυΐας χιούμορ, ο απίστευτος κυνισμός των ηρώων του, κυρίως όμως ο αυτοσαρκασμός, ο οποίος βάζει τον αναγνώστη σε ένα ενδιαφέρον παιχνίδι αυτογνωσίας.

Στον υπέροχο θίασο των «τεράτων» που μας παρουσίασε, από το πανέξυπνο ποντίκι της φυλακής και το θρασύτατο σπουργίτι που ειρωνεύεται τον πατέρα του, μέχρι τη «σκύλα γάτα» Λουκρητία και τα πειραματόζωα…

Αναγνωρίσαμε όλοι, λίγο πολύ, καταστάσεις δικές μας, καθημερινές, παρατραβηγμένες όσο απαιτεί η εύστροφη σάτιρα, δεικτικές τόσο που να μας «νευριάζουν», χωρίς όμως να μας αφήνουν περιθώρια να διαφωνήσουμε.

Στους δε πιο… ανθρώπινους χαρακτήρες του, από τους αγγέλους του Παραδείσου και τις καταπιεσμένες κομμώτριες, μέχρι τον Προφήτη και τους μήνες, έστησε κυριολεκτικά απέναντί μας έναν καθρέφτη.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Αρκάς δεν παριστάνει ότι είναι ο καθρέφτης. Αυτός σού δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται μονίμως στην ίδια πλευρά με σένα, τον αναγνώστη, και καθρεφτίζεται στο ίδιο το δημιούργημά του.

Δεν ξέρω πόσοι από τους αναγνώστες του, εκείνους που τον γνώρισαν χάρη στο διαδίκτυο, συμμερίζονται αυτές τις απόψεις, αφού η νέα αυτή τεχνολογία έχει μια (να ήταν μόνο μια!) αδυναμία.

Το άλλο πουλάκι:
Είναι τζάμπα!

Όταν πληρώνεις για να αγοράσεις ένα βιβλίο, ένα λεύκωμα κόμιξ εν προκειμένω, ξέρεις πολύ καλά πού δίνεις τα χρήματά σου. Ξέρεις τι θα διαβάσεις και, σε γενικές γραμμές, συμφωνείς με το περιεχόμενο.

Όταν όμως αυτό σου προσφέρεται τζάμπα και, εξίσου σημαντικό, αποσπασματικά, τότε εμπλέκεσαι σε μια ιστορία που μπορεί να μην είναι του γούστου σου, αλλά τη βλέπεις συνεχώς μπροστά σου.

Αυτό, είναι φυσικό, να σε εκνευρίζει. Ειδικά όταν στόχος της σάτιρας των εικονογραφημένων αυτών ιστοριών είναι η κυβέρνηση που ψήφισες και ο πρωθυπουργός της καρδιάς σου. Τότε επιτίθεσαι στον δημιουργό τους για…

Αλήθεια, τι είναι αυτό που ενοχλεί όσους επιτέθηκαν στον Αρκά; Αναρωτιούνται για ποιο λόγο δεν έκανε πολιτική σάτιρα μέχρι σήμερα, αλλά θυμήθηκε να την κάνει τώρα, για να χτυπήσει αυτή την κυβέρνηση. Ε, και;

Αφήνω το γεγονός ότι δόθηκε μια απάντηση επ’ αυτού (το πράγμα έχει φτάσει στα άκρα με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση) όμως ακόμη κι αν δεν υπάρχει καμιά «δικαιολογία», τι σημαίνει αυτό;

Ότι ο Αρκάς, για να χτυπάει μόνο την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, είναι σίγουρα… νεοφιλελεύθερος δεξιός, άρα οτιδήποτε έχει δημιουργήσει μέχρι σήμερα είναι για πέταμα, αφού υπηρετεί τον συντηρητισμό;

Ας πούμε ότι είναι πράγματι έτσι. Ότι αύριο το πρωί αποκαλύπτεται το πραγματικό όνομα του Αρκά και μαθαίνουμε ότι (τι να πω;) κατεβαίνει υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό τι αλλάζει για το έργο του;

Θέλετε να το πάω παραπέρα; Αποκαλύπτεται και ότι εργάζεται ως έμμισθος υπάλληλος στο γραφείο του Κυριάκου Μητσοτάκη και δημιουργεί τα κόμιξ του κατόπιν παραγγελίας. Αυτό τι σημαίνει για την ποιότητα του έργου του;

Κατ’ αρχάς, εκείνοι που του επιτίθενται νομίσω ότι είναι οι τελευταίοι που πρέπει να κατακρίνουν τη στρατευμένη τέχνη. Πέρα όμως από τη στράτευση, θα έπρεπε να κρίνουν καθ’ αυτό το έργο του δημιουργού. 

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μπορεί να μην τους αρέσει.

Δικαίωμά τους. Όπως σ’ εμάς δεν αρέσουν τα (πολιτικά) αστεία με τις γριές που κάνουν το κοινό του Λαζόπουλου να ξεκαρδίζεται. Δεν αναρωτηθήκαμε όμως ποτέ γιατί δεν χτυπάει την εξουσία τώρα πια!

Κακά τα ψέματα, φίλοι μου. Ο Αρκάς μοιάζει με εκείνους τους παίκτες που τους βρίζεις επειδή βάζουν κάτι γκολάρες στην ομάδα σου και την έχουν κάνει αυτό που στο ποδόσφαιρο αποκαλούν «πελάτη» τους.

Τους βρίζεις, αλλά κατά βάθος αναγνωρίζεις ότι είναι παικταράδες, ότι μέσα στο γήπεδο «βγάζουν μάτια» και πολύ θα ήθελες να τους έχεις στη δική σου ομάδα. Δεν τους έχεις όμως και αυτό είναι που σε νευριάζει περισσότερο.

Ο Αρκάς είναι ένας τέτοιος σπουδαίος παίκτης. Η δουλειά του είναι αξιοζήλευτη, αποτελεί κόσμημα στο είδος της. Στο κάτω κάτω λέει με τον δικό του μοναδικό τρόπο πράγματα που προσπαθούν να πουν τόσοι άλλοι Έλληνες.

Και δεν τα καταφέρνουν. Ή, αν το κάνουν, δεν έχουν την απήχηση που έχουν τα σκίτσα του Αρκά. Διότι το ίδιο καυστικοί για την κυβέρνηση μπορεί να είναι και άλλοι, όμως τα λένε με εκτενέστατα κείμενα.

Ποιος κάθεται να διαβάσει εκατοντάδες λέξεις; Μια εικόνα όμως και έναν σύντομο διάλογο όλοι τα βλέπουν. Αν σε όλα αυτά διακρίνατε μια ζήλεια, πολύ σωστά τη διακρίνατε.
Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά;


Άσε που σου τη δίνει και η καλά κρυμμένη ανωνυμία!


Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2019

190128 ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Αλλαγή σκηνικού.

Μια διαδικασία που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια θεατρικής παράστασης. Μιλάμε για το θέατρο διότι, παρ’ όλο που σκηνικά έχουμε και στον κινηματογράφο, εκεί οι αλλαγές δεν αποτελούν πρόβλημα.

Πώς γίνεται η αλλαγή σκηνικού στο θέατρο; Α, όπως ξέρετε δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος. Ο τρόπος αλλαγής υποβάλλεται από διάφορους παράγοντες, ενδογενείς ή/και εξωγενείς.

Πρώτα πρώτα, για να έχουμε αλλαγή σκηνικού, πρέπει να έχουμε… σκηνικά. Το λέω αυτό διότι, όπως ξέρετε όσοι παρακολουθείτε σύγχρονες παραστάσεις, υπάρχουν φορές που τα σκηνικά απλώς… εννοούνται.

Αλλά και να υπάρχουν, δεν σημαίνει ότι υποχρεωτικά πρέπει να αλλάξουν. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, είναι ανάγκη να μας μεταφέρει ο συγγραφέας του έργου σε δύο τουλάχιστον διαφορετικά σημεία, ή στο ίδιο, αφού έχει υποστεί αλλαγές.

Η αλλαγή σκηνικού εξαρτάται και από την αίθουσα στην οποία ανεβαίνει η παράσταση. Αν πρόκειται για μια κλασική θεατρική σκηνή, όπως αυτές που ΔΕΝ υπάρχουν στην πόλη μας, τότε χρησιμοποιείται η αυλαία.

«Πέφτει» η αυλαία, κλείνει η σκηνή, και παραμένει κλειστή όση ώρα χρειάζεται για την αλλαγή του σκηνικού, η οποία, παλαιότερα, γινόταν από προσωπικό που έκανε ακριβώς αυτή τη δουλειά. 

Σήμερα την κάνουν οι ηθοποιοί! Πώς το ξέρουμε, αφού γίνεται πίσω από την κλειστή αυλαία; Το καταλαβαίνουμε πολύ εύκολα, ιδιαίτερα όταν οι παραστάσεις ανεβαίνουν σε χώρους όπως αυτούς που διαθέτει η πόλη μας.

Όπου ΔΕΝ υπάρχει κανονική θεατρική σκηνή. Επομένως, οι αλλαγές σκηνικού που απαιτούνται, πραγματοποιούνται υποχρεωτικά μπροστά στα μάτια των θεατών. Είναι κι αυτό μέρος της θεατρικής σύμβασης.

Γιατί σας τα λέω όμως όλα αυτά; Επιτρέψτε μου, προκειμένου να απαντήσω, να παραβώ κι εγώ μια σύμβαση της καθημερινής μας κουβέντας και να σας αποκαλύψω ότι το κάνω για δύο λόγους.

Ο πρώτος (εδώ βρίσκεται η παράβαση της σύμβασης) είναι για… να κερδίσω χρόνο, αφού η συζήτηση αυτή πρέπει να έχει συγκεκριμένη έκταση. Ε, τι να κάνουμε, κάποτε αναγκαζόμαστε να μιλάμε παίζοντας καθυστέρηση.

Το άλλο πουλάκι:
Υπάρχει όμως και δεύτερος.

Πάντα υπάρχει, διαφορετικά θα μιλούσαμε κυριολεκτικά στον αέρα. Ο λόγος λοιπόν σήμερα είναι το κυριακάτικο πρωτοσέλιδο της ΑΥΓΗΣ, που γράφει επί λέξει «οι Πρέσπες αλλάζουν το πολιτικό σκηνικό».

Τι είπαμε; Για να αλλάξεις ένα σκηνικό, πρέπει, πρωτίστως, αυτό να… υπάρχει. Αν δεν υπάρχει, και εννοείται, πρέπει όλοι οι θεατές να το «βλέπουν» με τον ίδιο τρόπο. Αν ο ένας «βλέπει» καναπέ εκεί που ο άλλος «βλέπει» τραπέζι…

Τι μας λέει, λοιπόν, η ΑΥΓΗ, πέρα από την παραδοχή ότι οι Πρέσπες είχαν στόχο (και) την αλλαγή πολιτικού σκηνικού; «Το ζητούμενο για την Αριστερά είναι η πολιτική προσέγγιση με τον μεσαίο χώρο, με στόχο τη συγκρότηση ενός προοδευτικού πόλου».

Εδώ, λοιπόν, υπάρχει, ή επανεφευρίσκεται μια αριστερά, με άλφα μάλιστα κεφαλαίο, η οποία γειτονεύει με έναν μεσαίο χώρο (με μικρά) με τον οποίο θέλει να συγκροτήσει έναν πόλο προοδευτικό.

Το ερώτημα -αν πράγματι υπάρχει αυτό το «σκηνικό» και δεν είναι κάτι που το βλέπει μόνον ο συντάκτης της ΑΥΓΗΣ και κάποιοι άλλοι- είναι… γιατί τώρα; Γιατί μετά τις Πρέσπες; Τι είναι αυτό που άλλαξε και δημιουργεί το νέο «ζητούμενο»;

Μήπως είναι που έφυγαν τα ακροδεξιά βαρίδια, δηλαδή οι ΑΝΕΛ, από την κυβέρνηση; Και, αν πράγματι έφυγαν (αφού οι καλύτεροι έμειναν και θα επιβραβευτούν γι’ αυτό) γιατί η «Αριστερά» περίμενε τις Πρέσπες;

Γιατί δεν τους έδιωχνε νωρίτερα, ώστε να συγκροτήσει αυτόν τον «προοδευτικό πόλο» με όσους από τον «μεσαίο χώρο» μπορέσει να βρει πρόθυμους γι’ αυτή τη συγκρότηση; (Δεν ρωτώ γιατί αυτό δεν ήταν «ζητούμενο» από το 2015 ακόμη!)

Αν διαβάσεις παρακάτω, η καλή εφημερίδα κάνει μια προσπάθεια: «Γίνονται σαφείς οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη στρατηγική για δίκαιη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή και το σχέδιο για τη νεοφιλελεύθερη παλινόρθωση».

Αυτές οι διαχωριστικές γραμμές (προς τι ο πληθυντικός;) γίνονται σαφείς τώρα; Μετά τις Πρέσπες; Και από πού τεκμαίρεται ότι οι γραμμές αυτές χωρίζουν τη «στρατηγική» από το «σχέδιο» που περιγράφει η εφημερίδα;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Από πού πάει να ψαρέψει;

Διότι, αμέσως παρακάτω, μετά από μια αναφορά στη Νέα Δημοκρατία που «κινείται ως εκκρεμές ανάμεσα στην ακροδεξιά στροφή, που ακολούθησε στις Πρέσπες και την προσπάθεια οριοθέτησης απέναντι στην Ακροδεξιά»…

(με κεφαλαίο και αυτή) μιλάει για τον μεσαίο χώρο, στον οποίο υποτίθεται ότι απευθύνει το κάλεσμα για τη συγκρότηση του πόλου. Και τι λέει; «Σε έντονη περιδίνηση η Κεντροαριστερά.

Εγκλωβισμός στο αντι-ΣΥΡΙΖΑ σύνδρομο από το ΚΙΝ.ΑΛΛ., προσπάθεια επανεκκίνησης με ίσες αποστάσεις από το Ποτάμι». Αν όμως έτσι είναι τα πράγματα, τότε με ποιους θα γίνει η προσπάθεια προσέγγισης;

Φαντάζομαι, φίλοι μου, καταλάβατε πού πάει το πράγμα. Η εφημερίδα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της και τους αναγνώστες της για δύο πράγματα, τα οποία, αν ίσχυαν, δεν χρειαζόταν να πειστεί κανείς.

Το πρώτο είναι ότι έχουμε, πλέον, κυβέρνηση Αριστεράς. Το «πλέον» αναφέρεται στην απομάκρυνση των ΑΝΕΛ που, όσο να πεις, αποτελούσαν μια μικρή παραφωνία στο αριστερό προφίλ της κυβέρνησης.

Το δεύτερο είναι ότι αυτή η κυβέρνηση έχει μια στρατηγική για δίκαιη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή. Όπως ξέρετε η στρατηγική είναι κάτι που, εξ ορισμού, αναφέρεται στο μέλλον.

Δηλαδή στις εκλογές που έρχονται.
 Λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει τη γριά και θέλει!

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018

181211 ΧΤΥΠΗΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Αγάπη μου γλυκιά!

Ξεκινήσαμε χθες να λέμε πως το τραγούδι «όσο με μαλώνεις» του Βασίλη Τσιτσάνη ήρθε να εκφράσει την επικαιρότητα των ημερών. Πιο συγκεκριμένα της περασμένης εβδομάδας, που όμως συζητιέται ακόμη και τώρα.

Είπαμε για τον στίχο που λέει ότι «τώρα είν’ αργά» και σήμερα θα μιλήσουμε για έναν άλλο, ο οποίος θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ποιο ακριβώς είναι το θέμα μας: «Πλήγωσέ με, πλήγωσέ με…»

Και επειδή μπορεί κάποιοι να υποστηρίξουν πως το τραγούδι μιλάει για ψυχικά τραύματα, θα σας θυμίσω κι ένα άλλο, πάλι του Τσιτσάνη, στο οποίο απολαύσαμε το βράδυ του Σαββάτου τη Μαριάνθη Κεφάλα που τίμησε την πόλη μας:

«Μ’ ένα χαστούκι σου ήρθα να σ’ αγαπήσω»!
Το θέμα μας, λοιπόν, είναι η βία, όχι γενικά και αφηρημένα, αλλά εκείνη που εμφανίζεται ανάμεσα σε ένα ζευγάρι.

Με πιο συχνό καταμερισμό ρόλων εκείνον του θύτη για τον άντρα και του θύματος για τη γυναίκα. Όχι ότι δεν υπάρχει και το αντίστροφο, όμως θεωρώ ότι τα ποσοστά είναι συντριπτικά υπέρ τής πρώτης περίπτωσης.

Εξάλλου, τραγική, τραγικότατη προέκταση του φαινομένου είναι η δολοφονία της φοιτήτριας στη Ρόδο. Δεν είναι λίγες οι φορές που αυτού του είδους η βία οδηγεί στον θάνατο του θύματος. Δεν χρειάζεται όμως να φτάσουμε εκεί…

Εννοώ δε είναι ανάγκη να υπάρξει μια τόσο τραγική κατάληξη για να στηλιτεύουμε το φαινόμενο. Το οποίο μας έρχεται από πολύ μακριά, από τα χρόνια των σπηλαίων, όμως το «απολαύσαμε» και στη νεότερη εποχή.

Όχι μόνο μέσα από τα τραγούδια! Να σας θυμίσω ένα άλλο πολύ γνωστό; Η Σοφία Βέμπο τραγούδησε στο «χαστούκι», των Παπαδόπουλου – Τραϊφόρου «χτύπα με ακόμα μια φορά / αφού το κέφι σου το θέλει».

Κάτι τέτοια τραγούδια όμως, μαζί με τις ταινίες για τις οποίες θα μιλήσουμε στη συνέχεια, απενοχοποιούσαν μια συμπεριφορά που έφτανε να φαίνεται… «φυσιολογική» στα μάτια όχι μόνο του θύτη, αλλά και σε εκείνα του θύματος.

Κι έτσι βλέπουμε να δέχεται αδιαμαρτύρητα τη βία -εντάξει, ενίοτε με κάποιο παράπονο- αλλά και να τρέφει αισθήματα που χρήζουν ψυχιατρικής παρακολούθησης απέναντι στον βίαιο άντρα που σηκώνει το χέρι του.

Το άλλο πουλάκι:
Μιλάμε για άλλες εποχές;

Για να το εξετάσουμε λίγο. Πράγματι, σε χρόνια όχι πολύ μακρινά από σήμερα, το ξύλο θεωρούνταν και μια… παιδαγωγική μέθοδος, βασισμένη στις θεωρίες του συμπεριφορισμού και των εξαρτημένων αντανακλαστικών!

Ένα χτύπημα στο χέρι του παιδιού, τη στιγμή που αυτό πάει να ακουμπήσει κάτι καυτό, το γλιτώνει όχι μόνο από μια χειρότερη «βλάβη» εκείνη τη στιγμή, αλλά το παραδειγματίζει και για παρόμοιες απροσεξίες στο μέλλον.

Η ανάμνηση του πόνου, δηλαδή, αποτρέπει τον άνθρωπο από το να επαναλαμβάνει τα ίδια σφάλματα˙ κι έτσι τον κάνει καλύτερο, τον βοηθά, άρα του κάνει καλό. Αυτό, μέχρι να ανακαλύψουμε ότι η χρήση βίας δεν είναι κάτι απλό.

Ότι ένα χτύπημα, ένα χαστούκι, είναι κάτι πολύ πιο βαθύ από τον στιγμιαίο πόνο που πιθανώς επιφέρει. Και πως οι επιπτώσεις του είναι πολύ περισσότερες από τη στιγμιαία αποτροπή ενός μεγαλύτερου κακού.

Αυτό, παρ’ όλο που οι ψυχολόγοι και οι παιδαγωγοί το διατύπωσαν πολύ νωρίς, συνέχισε να υπάρχει ως αποδεκτή μέθοδος αντίδρασης μέχρι πολύ πρόσφατα. Προσοχή, δεν εννοώ ότι τώρα καταργήθηκε, απλώς πάψαμε να την αποδεχόμαστε.

Μπορεί να γελάμε με τις σφαλιάρες που αμολούσε με το παραμικρό ο αείμνηστος Λάμπρος Κωνσταντάρας σε άντρες και γυναίκες με των οποίων τη συμπεριφορά διαφωνούσε, αλλά τις βλέπουμε σαν κάτι… εξωτικό.

Στο πλαίσιο μιας κωμικής αναπαράστασης της πραγματικότητας, στην οποία δεν συμβαίνουν (πλέον) οι υπερβολές αυτές. Εξάλλου, λίγο ξύλο πάντα κάνει καλό και στο θύμα, όπως αποδείχθηκε με τις ανάγωγες μαθήτριες του Κολεγίου Αθηνών (!)

Σήμερα, λοιπόν, η σωματική βία, χωρίς να πάψει να είναι παρούσα, θεωρείται από όλους κάτι κακό. Ακόμα κι εκείνος που «απλώνει το χέρι του», αν το φέρει η κουβέντα, σε ανύποπτο χρόνο, θα καταφερθεί εναντίον της.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Είναι όμως πράγματι έτσι;

Υπάρχουν περιπτώσεις που μας κάνουν να αμφιβάλλουμε. Αν προσέξουμε τις αντιδράσεις μεγάλης μερίδας της κοινής γνώμης, της περίφημης και περήφανης κοινής γνώμης, θα δούμε ότι αυτό δεν ισχύει.

Υπάρχουν περιπτώσεις που η χρήση βίας θεωρείται αποδεκτή, είτε ως αναγκαίο κακό, είτε ως φυσιολογικό (!) αποτέλεσμα κάποιας πρόκλησης από πλευράς του θύματος. Όταν αυτό «τα ήθελε», ή «πήγαινε γυρεύοντας»…

«Θα έπρεπε να είχαμε το δικαίωμα να δίνουμε ένα χαστούκι το χρόνο˙ μόνον ένα», έλεγε δάσκαλος της παρέας σε σχετική συζήτηση. Μπορεί βεβαίως αυτό να βοηθούσε στη διατήρηση κάποιας… εργασιακής γαλήνης στην τάξη.

Είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι, μετά από λίγο καιρό, το ένα δεν θα ήταν αρκετό και χρειαζόταν να αυξηθεί η… δόση. Γι’ αυτό επιμένουμε στη μηδενική χρήση και μηδενική ανοχή της βίας. Οπουδήποτε και οποτεδήποτε.

Το περίεργο είναι ότι, μια και μιλάμε για σχολεία, τα παιδιά γνωρίζουν πολύ καλά ότι απαγορεύεται να τα χτυπήσει οποιοσδήποτε, αυτός όμως ο… οποιοσδήποτε δεν μπορεί να είναι τα ίδια, που μια χαρά χτυπούν άλλα παιδιά.

Η παιδική όμως αυτή συμπεριφορά, που πιθανώς δείχνει και μια… τάση προς την καταφυγή στην εύκολη λύση της βίας, πρέπει να μας θυμίζει πως οφείλουμε να αντιτασσόμαστε ακόμη πιο σθεναρά στην εμφάνισή της.

Και στην αποδοχή της από τρίτους!
 Βία… Εγκνάτια!

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

180903 ΑΡΧΙΝΙΣΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Κι άλλο καλοκαίρι πέρασε…»

Το 1981 δεν υπήρχε φοιτητικό σπίτι που να μην έχει την κασέτα «Τα μπαράκια», του Βαγγέλη Γερμανού, αγορασμένη, εννοείται, από τους αντιγραφείς που διέθεταν χιλιάδες τίτλους στους χώρους του Πανεπιστημίου.

Δεν υπήρχε επίσης φοιτητής, από τους πάρα πολλούς που γρατζουνούσαν τότε κιθάρα, που να μην συμπεριλαμβάνει στο ρεπερτόριό του το «Μικρό», το τραγούδι την αρχή του οποίου σας θύμισα σήμερα.

Ήταν εντυπωσιακή η επιτυχία που είχε τότε εκείνος ο δίσκος -θυμίζω- παραγωγή τού Διονύση Σαββόπουλου. Πολλά από τα τραγούδια του ακούγονται και σήμερα, σαν να μην έχει περάσει μια μέρα.

Κι όμως, πέρασε! Διότι, εκείνο που μας έκανε τότε επίσης τεράστια εντύπωση ήταν το γεγονός πως ο Βαγγέλης Γερμανός, για πρωτοεμφανιζόμενο καλλιτέχνη, ήταν ηλικιακά πολύ μεγάλος! Στα μάτια μας.

Θυμίζω ότι ήταν τριάντα ενός ετών, ηλικία που σε έναν δεκαοχτάρη φαντάζει… πολύ κοντά στο τέλος της ζωής. Σήμερα μας φαίνεται παιδική! Και είναι, αφού εκεί γύρω βρίσκονται τα παιδιά των περισσοτέρων.

Είδατε, όμως! Πιάστηκα με το τραγούδι και ξέχασα να σας χαιρετήσω. Και να σας καλωσορίσω στον εικοστό χρόνο της καθημερινής συνομιλίας μας. Καλώς σας βρήκαμε, γεροί να είμαστε και να τα λέμε και φέτος.

Ποιος να το φανταζόταν, όταν ξεκινούσαμε δειλά δειλά, από την τελευταία σελίδα των ΧΡΟΝΙΚΩΝ, τέτοιες μέρες το 1999… Κι όμως, βαδίζουμε ήδη σε ένα επετειακό έτος. Από το οποίο έχουμε να περιμένουμε και πολλά.

Κάθε πράγμα, όμως, στην ώρα του. Ας αφήσουμε αυτά που είναι να έρθουν, όπως, ας πούμε, οι τρεις εκλογικές αναμετρήσεις που περιμένουμε μέσα στη «χρονιά», να τα σχολιάσουμε στον καιρό τους.

Για την ώρα μπορούμε να αναφερθούμε σε όσα συνέβησαν κατά την περίοδο που κι εμείς κι εσείς ξεκουραζόμασταν στην ξενοιασιά του καλοκαιριού, το οποίο κάθε άλλο παρά ξένοιαστο ήταν.

Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει κι εσείς, αν συμβαίνει, δηλαδή και σ’ εσάς, όμως τα δικά μας καλοκαίρια μοιάζουν όλο και πιο δύσκολα. Δεν επαρκούν όχι για να «γεμίσουμε τις μπαταρίες» για τον επερχόμενο χειμώνα, αλλά ούτε για να «ξεχάσουμε» εκείνον που προηγήθηκε.

Το άλλο πουλάκι:
«Κι άλλο καλοκαίρι πέρασε…»

Δεν «μας κέρασε ήλιο και φιλί», όπως εκείνο, του Βαγγέλη Γερμανού, αλλά, κυριολεκτικά, μας μαύρισε την ψυχή. Είναι αυτό που λέμε «να πάει και να μη γυρίσει», με όλη του τη σημασία.

Τις δύσκολες εκείνες ώρες που μετρούσαμε απανθρακωμένα πτώματα -όχι ότι δεν μετράμε ακόμη νεκρούς, αλλά τότε οι αριθμοί «έτρεχαν»- σκεφτόμουν τι θα μπορούσε να σχολιάσει κανείς για το όλο θέμα.

Τι να πει κανείς μπροστά στο καμένο κορμάκι ενός παιδιού; Ότι φταίει η κακιά η ώρα; Ο καιρός; Οι γονείς και οι παππούδες του που έχτισαν όπου και όπως έχτισαν; Η κυβέρνηση και οι χειρισμοί των αρμοδίων υπηρεσιών;

Φταίνε τα πολιτικά πρόσωπα που προΐστανται; Οι πολιτικοί περασμένων ετών; Όπως είδατε κι εσείς, ο καθένας, ανάλογα από τη θέση από την οποία κοίταζε την κατάσταση, επέρριπτε τις ευθύνες εκεί που τον βόλευε.

Όταν όμως χάνεται έστω και ένα παιδί, από τέτοια αιτία, πιστεύω πως μεγάλη ευθύνη έχουμε όλοι εμείς της περασμένης γενιάς. Κάτι δε κάναμε καλά, κάτι πήγε στραβά και γι’ αυτό είμαστε υπεύθυνοι όλοι.

Ο τρόπος που πήραμε τη ζωή μας (λάθος;), οι αξίες στις οποίες επενδύσαμε, οι προτεραιότητες που βάλαμε, κάτι από όλα αυτά, μπορεί και όλα μαζί, δεν τα κάναμε σωστά. Και το ότι χάνονται με τέτοιου τρόπους τα παιδιά μας ίσως είναι το αποτέλεσμα.

Διότι, από τα αρχαία χρόνια ξέρουμε ότι η ύβρις είναι η χειρότερη πρόκληση ενός θνητού απέναντι στη μοίρα και τους αθανάτους. Μπορεί να ξεκινά ως περιφρόνηση στους νόμους της πολιτείας…

Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για αλαζονική συμπεριφορά απέναντι στον θεϊκό νόμο, όταν επιχειρεί κάποιος να αγνοήσει και να υπερβεί τα όρια που εκείνος θέτει, έστω και αν είναι άγραφος.

Αυτή η συμπεριφορά και η νοοτροπία έχουν ως αποτέλεσμα τη νέμεση, τη θεία τιμωρία προς τον υβριστή. Φαίνεται όμως πως, τουλάχιστον η γενιά η δική μας, μάταια χάσαμε τόσα και τόσα βράδια στα αρχαία θέατρα της χώρας.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
«Κι άλλο καλοκαίρι πέρασε…»

Θα μείνει στη μνήμη μας ως ένα από τα χειρότερα της ζωής μας. Ας ελπίσουμε πως δεν θα βρεθεί άλλο να διεκδικήσει την πρωτιά. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει να διδαχτούμε κάτι. Που σημαίνει να αλλάξουμε στάσεις και αντιλήψεις απέναντι στα πράγματα.

Έχει κανείς από εσάς την αίσθηση ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο; Διότι αλλάζω αντίληψη και συμπεριφορά δεν σημαίνει γκρεμίζω πέντε δέκα αυθαίρετα, ούτε κάνω έναν πιο αυστηρό νόμο για την ανοικοδόμηση.

Δεν σημαίνει καν αναζητώ τους ενόχους -όποιους έχει για ενόχους ο καθένας στο μυαλό του- και απαιτώ την παραδειγματική τους τιμωρία. Καλά είναι και αυτά, αλλά δεν φτάνουν.

Κάθε φορά που απαιτούμε «να κρεμαστεί έστω και ένας υπεύθυνος για παραδειγματισμό», θα πρέπει να σκεφτόμαστε πως, αν αυτό ήταν αρκετό, στις χώρες όπου σου κόβουν το χέρι για μια κλεψιά, θα έπρεπε αυτή να είχε εξαλειφθεί.

Όσο οι αξίες της κοινωνίας μας είναι αυτές με τις οποίες μεγάλωσε η δική μας γενιά (θα μπορούσαν να συγκεφαλαιωθούν στη φράση «ζήσε και άσε τους άλλους να πεθάνουν») κανένα φάρμακο δεν θα φέρει τη θεραπεία.

Από άλλα υπάρχει ανάγκη…
Καλή -που λέει ο λόγος- αρχή!


Πέμπτη 7 Ιουνίου 2018

180607 ΘΕΡΙΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το καλοκαίρι είναι εδώ!

Μας το υπενθυμίζει ο καιρός, οι υπερβολικές για την εποχή ζέστες, τα μπάνια που για πολλούς άρχισαν πριν από την ώρα τους… Μας το υπενθυμίζουν οι γιορτές των συλλόγων γονέων που αποχαιρετούν τη σχολική χρονιά.

Εμένα ήρθε να μου το θυμίσει και κάτι άλλο. Μια συνέντευξη που διάβασα στο διαδίκτυο. Η συνέντευξη ενός 93χρονου νέου, του συγγραφέα Αντρέα Καμιλέρι, δημιουργού του αστυνόμου Μονταλμπάνο.

Με τον Μονταλμπάνο πέρασα τα είκοσι τελευταία καλοκαίρια, δεκαεννέα για την ακρίβεια, από το 1999 που διάβασα «Το σχήμα του νερού», το πρώτο βιβλίο του Καμιλέρι που έπεσε στα χέρια μου. 

Τον αγάπησα από την πρώτη σελίδα. Έκτοτε διάβαζα από τους πρώτους οτιδήποτε δικό του κυκλοφορούσε στα ελληνικά. Είχαμε βλέπετε και το βιβλιοπωλείο να μας ενημερώνει αυθημερόν για όποια έκδοση μας ενδιέφερε.

Τα τελευταία χρόνια πιθανότατα να μου ξέφυγε κάτι, αφήστε που έχω αγοράσει αρκετά δυο φορές, εξαιτίας του διαφορετικού εξώφυλλου νεότερης έκδοσης και της αδυναμίας μου να θυμηθώ από τον τίτλο τι έχω διαβάσει.

(Βλέπετε, συμπληρώθηκαν κιόλας τρία χρόνια από το 2015, τέτοιες μέρες, όταν περνούσαμε για τελευταία φορά το κατώφλι του Ειρμού, για να αποχαιρετήσουμε για πάντα έναν τόσο σημαντικό για την πόλη μας χώρο.)

Καλοκαίρια (και όχι μόνο) με τον Σάλβο Μονταλμπάνο, έναν αστυνόμο της διπλανής πόρτας, έναν «καλό άνθρωπο», όπως τον οραματίστηκε ο δημιουργός του, ο οποίος τον έπλασε σε ηλικία εξήντα πέντε περίπου ετών.

Είναι εντυπωσιακό πώς ένας άνθρωπος, σε ηλικία που οι άλλοι έχουν βαρεθεί να τρώνε τη σύνταξή τους, αποφασίζει να ασχοληθεί με τη συγγραφή και γίνεται ένα παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο.

Με 103 βιβλία στο ενεργητικό του, με μεταφράσεις σε περισσότερες από 40 γλώσσες, με πάνω από 35 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως! Με πολύ επιτυχημένη μεταφορά στην οθόνη κάποιων από τα έργα του…

Το άλλο πουλάκι:
Σήμερα στα 93 του χρόνια…

Έδωσε, όπως είπαμε, μια συνέντευξη στην οποία μιλά για το έργο και τη ζωή του, κυρίως όμως για τον εντυπωσιακό τρόπο με τον οποίο (δεν) βλέπει τον κόσμο, αφού τα τελευταία χρόνια τυφλώθηκε.

«Υπάρχει φως, πολύ φως. Και προσπαθώ να το κρατήσω. Προσπαθώ κυρίως να διατηρήσω τα χρώματα. Στην πραγματικότητα τα όνειρά μου είναι γεμάτα χρώματα, υπάρχουν παντού χρώματα, έχω όμορφα όνειρα όπως ποτέ πριν.

Το σώμα είναι ένα απίστευτο πράγμα. Μόλις άρχισα να χάνω την όρασή μου, οι άλλες αισθήσεις άρχισαν να ανακτούν τη ζωτικότητα. Καπνίζω όλη μου τη ζωή και αναπόφευκτα οι γεύσεις μου και η οσμή έχουν καταστραφεί από τον καπνό.

Λοιπόν, πιστέψτε με: αφού είμαι τυφλός, έχω ανακτήσει την αίσθηση της όσφρησης, τη γεύση, την αφή. Όλες οι αισθήσεις μου έχουν ενεργοποιηθεί για να βοηθήσουν την άλλη που έχασα.

Και ασκώ ό, τι μπορώ, προσπαθώ να θυμηθώ και να διορθώσω στο μυαλό μου πίνακες και εικόνες που αγαπώ… η ασχήμια έχει εξαφανιστεί. Σε όλες τις αισθήσεις. Αυτό που έχω αφήσει είναι η ομορφιά.

Ξέρετε το μόνο πράγμα που μου λείπει; Η γυναικεία ομορφιά. Μου λείπει η ομορφιά των γυναικών. Για να μπορέσω να την δω, να αναδημιουργήσω μέσα από τη γυναικεία ομορφιά».
Αυτά, μεταξύ άλλων, λέει στη συνέντευξή του.

Και μας κάνει να αναρωτιόμαστε. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια αγάπη για τη ζωή σε έναν τυφλό άνθρωπο τόσο μεγάλης ηλικίας; Ακόμη γράφει και σας πληροφορώ ότι το κάνει καλύτερα από πριν.

«Η επιθυμία για δουλειά είναι αυτή που με κρατάει στη ζωή, είναι το ελιξίριο της νεότητός μου», δηλώνει πρόσφατα ένα άλλος αειθαλής, ο δικός μας Κώστας Βουτσάς, ο οποίος σχεδιάζει ένα σωρό νέες συνεργασίες για το επόμενο διάστημα.

Η επιθυμία για δουλειά! Σε μια χώρα όπου το να βγεις στη σύνταξη όσο το δυνατόν πιο νέος αποτελεί, ακόμη και σήμερα, τον απόλυτο… επαγγελματικό στόχο των περισσοτέρων ανθρώπων.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και ύστερα θα κάααααθεσαι!

Δεν λέω, είναι κι αυτό μια αξία. Να σε πληρώνουν, νέο άνθρωπο, για να μην κάνεις τίποτε, να περνάς τη μέρα σου μεταξύ καναπέ και καφετέριας, σχολιάζοντας με άλλους άεργους την επικαιρότητα.

Στην καλύτερη περίπτωση να βγαίνεις έναν ημερήσιο περίπατο θεωρώντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο γυμνάζεσαι και έτσι θα επιτύχεις καλύτερη και μεγαλύτερη σε διάρκεια ζωή, δηλαδή κι άλλα χρόνια γνήσιας, καθαρής αργομισθίας.

Και από την άλλη βλέπεις κάτι παππούδες που δεν το βάζουν κάτω με τίποτε. Που συνεχώς καταγίνονται με κάτι, είτε πρόκειται για χειρωνακτική εργασία, είτε για συγγραφή κάποιου πονήματος.

Που έχουν σχέδια για το μέλλον. Που δεν τους φτάνει ο χρόνος να ολοκληρώσουν όλα όσα έχουν κατά νου. Που το μόνο τους παράπονο είναι οι αργοί τους, πλέον, ρυθμοί, που δεν τους επιτρέπουν να… τρέξουν τις δουλειές με τις οποίες καταπιάνονται.

Αυτούς πρέπει να βλέπουμε. Όλοι εμείς που είμαστε ακόμη υγιείς και εργαζόμαστε. Όσο κι αν η δουλειά μας κάποιες φορές μας στενοχωρεί, όσο κι αν έρχονται στιγμές που αγανακτούμε και παραπονιόμαστε…

Το ελιξίριο της νεότητος! Η δημιουργία μέσα από τη γυναικεία ομορφιά! Η αγάπη για τη ζωή, τη μοναδική και ανεπανάληπτη, την τόσο πολύτιμη για να την αφήνεις να κυλά χωρίς νόημα, χωρίς στόχους.

Εντάξει, τα καλοκαίρια μπορείς να χαλαρώνεις λίγο.
Μόνο λίγο όμως!
 Θέρος, έρως!
Για ζωή!