ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

190610 ΜΗΤΡΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Όλα εξηγούνται!

Μιλούσα με φίλους που υπηρετούν στη εκπαίδευση και μου έλεγαν για κάτι παράξενο και εντελώς παρανοϊκό που συνέβη, λίγες μόνο εβδομάδες πριν από τις εκλογές. Κάποιοι εκπαιδευτικοί πήραν μετάταξη!

Μερικοί το πάλευαν χρόνια. Είτε επειδή είχαν διοριστεί πολύ μακριά και δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να έρθουν κάποτε στην πόλη τους, είτε επειδή είδαν ότι η τάξη δεν τους πάει και τόσο πολύ, είτε για άλλους λόγους…

Αποφάσισαν να ζητήσουν να μεταταγούν σε άλλη υπηρεσία του δημοσίου, χαλαλίζοντας μάλιστα και όλα εκείνα τα προνόμια σχετικά με το ωράριο και τις διακοπές που έχουν οι εκπαιδευτικοί.

Το όνειρό τους έγινε πραγματικότητα λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές (αυτό το είπαμε και πριν), μόνο που έπρεπε να υλοποιηθεί χωρίς αναβολή. Οι εκπαιδευτικοί αυτοί έφυγαν, αφήνοντας τη δουλειά τους στη μέση.

Έπρεπε δηλαδή, για το διάστημα μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς, να βρεθεί κάποιος να τους αντικαταστήσει και να αναλάβει όλα τα καθήκοντα που εκείνοι είχαν. Δεν μπορούσαν να περιμένουν έναν μήνα;

Ακόμη καλύτερα, θα μπορούσαν να πάνε στη νέα τους θέση από 1η Σεπτεμβρίου, για να απολαύσουν και ένα τελευταίο καλοκαίρι με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού, πριν περιοριστούν στις νέες τους άδειες.

Αστειεύομαι! Το πρόβλημα έχει να κάνει καθαρά με τους μαθητές, που υποχρεώθηκαν να αλλάξουν δασκάλους, λίγο πριν λήξει η χρονιά. Και αναρωτιόταν ένας φίλος: «Κανείς δεν τα σκέφτηκε αυτά τα παιδιά;»

Φαίνεται πως αυτά όμως ήταν απλές… παράπλευρες απώλειες. Για άλλους χτυπούσε η καμπάνα. Άλλοι βιάζονταν να βολευτούν, πριν συμβεί καμιά στραβή και δεν μπορέσουν να τακτοποιηθούν στη θέση που είχαν βάλει στο μάτι.

«Και ήρθε στο φως η υπόθεση με την κόρη της κυρίας Χριστοδουλοπούλου, για να μάθουμε κι εμείς ποιον να βρίζουμε», είπε ο φίλος εκπαιδευτικός που τον συνάντησα και πάλι προχθές στον δρόμο.

Το άλλο πουλάκι:
Κάτι μας ξεφεύγει!

Η Χριστοδουλοπούλου κόρη (Μάχη-Στεφανία Δρίτσα είναι το όνομά της, αλλά φοβάμαι ότι θα σας μπέρδευα αν αναφερόμουν με αυτό) έχει, σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας της, πολλά τυπικά προσόντα.

Ένα κορίτσι με τόσες σπουδές και αντίστοιχα προσόντα, αντί να ανοίξει τα φτερά της και να αναζητήσει μια καριέρα στην ελεύθερη αγορά, προτιμά τη σιγουριά του δημοσίου. Δίνει στον ΑΣΕΠ για να διοριστεί στα ΕΛΤΑ.

Διαγράφει, δηλαδή, την πορεία των περισσοτέρων νέων σ’ αυτόν τον τόπο, που οι γονείς τους παιδεύονται και ξοδεύονται για να τους εφοδιάσουν με όσο το δυνατόν περισσότερα τυπικά προσόντα…

Για να τους δουν μια μέρα δημοσίους υπαλλήλους, να απολαμβάνουν τη σιγουριά της μονιμότητας και τους ήρεμους ρυθμούς που επικρατούν στις περισσότερες υπηρεσίες όπου, αν δεν το έχεις από μόνος σου, κανείς δεν σε πιέζει να κοπιάσεις.

Και τα προσόντα; Άσ’ τα να ξεκουράζονται κι αυτά. Μάλιστα, όπως ομολόγησε η μητέρα Χριστοδουλοπούλου για την κόρη της, της πρότειναν να γίνει διευθύντρια σε κάποιο υποκατάστημα των ΕΛΤΑ, αλλά δεν δέχτηκε.

Παρέμενε, λοιπόν, μια απλή υπάλληλος, η οποία, με τόσα προσόντα, αισθανόταν… σαν ένα τάνκερ στη λίμνη των Ιωαννίνων, για να χρησιμοποιήσω μια παλιά, εύστοχη έκφραση. Και αποφάσισε να πάει κάπου όπου θα τα αξιοποιήσει.

«Δεν ρίχνω», σκέφτηκε, «μια αίτηση για απόσπαση στη Βουλή των Ελλήνων; Ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Μπορεί, αν είμαι τυχερή και αποσπαστώ, να ψηφιστεί σε καναδυό μήνες καμιά διάταξη που θα επιτρέπει και την μετάταξή μου εκεί».

Έτσι το είπε και έτσι έγινε! Πώς να το κάνουμε; Μερικοί άνθρωποι έχουν το κοκαλάκι της νυχτερίδας. (Και άλλοι μπάρμπα στην Κορώνη.) Έγινε όμως μια στραβή και κάποιοι δημοσιογράφοι ρώτησαν τη μητέρα της για το θέμα.

Ε, είναι γνωστό ότι η κυρία Χριστοδουλοπούλου (συγγνώμη που το επαναλαμβάνω, αλλά το «κυρία Τασία» που λένε κάποιοι μου φαίνεται υποτιμητικό) δεν μασάει τα λόγια της, ούτε κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της.

Παραδέχτηκε όμως το λάθος της και ζήτησε συγγνώμη (από τους συντρόφους της). Για να αυτοτιμωρηθεί μάλιστα, αποφάσισε να μην είναι υποψήφια στις επερχόμενες εκλογές. Ίσως σκέφτεται και να κλειστεί σε μοναστήρι.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εγώ δεν κατάλαβα.

Για ποιο λόγο ζήτησε συγγνώμη (από το κόμμα και τους συντρόφους της); Επειδή προσπάθησε κι αυτή να βολέψει το παιδί της, «χωρίς να επιβαρύνει οικονομικά το δημόσιο», όπως θα έκανε κάθε μάνα;

Ή επειδή πιάστηκε με τη γίδα στην πλάτη και έγινε έτσι η αιτία να εκτεθεί ένα, κατά τα άλλα, απολύτως ηθικό σύνολο ανθρώπων; Αν ισχύει το πρώτο, πολύ φοβάμαι ότι κάπως αργά το σκέφτηκε.

Αν πάλι ισχύει το δεύτερο, φοβάμαι ότι τους κοροϊδεύει, τους τρολάρει, όπως είναι η έκφραση της εποχής. Όσο για την μη κάθοδό της στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, εγώ θα της έλεγα να το ξανασκεφτεί.

Τέτοιες αποφάσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται εν θερμώ. Ας κατέβει να ζητήσει την ψήφο του ελληνικού λαού, για να δούμε τι θα πάρει. Να δώσει έτσι το δικαίωμα και στους συντρόφους της να εκτιμήσουν τη στάση της.

Τι λέμε, Θεέ μου! Φτάσαμε να σχολιάζουμε ένα τόσο δα ρουσφετάκι, όταν ξέρουμε ότι «οι άλλοι έκαναν, κυριολεκτικά, όργια». Και είμαστε έτοιμοι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, να τους δώσουμε το δικαίωμα να κάνουν και άλλα.

Ενώ ξέρουμε ότι στην πολιτική υπάρχει η σύγκριση!
 Αμάρτησα για το παιδί μου!

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

190320 ΑΜΦΙΠΛΕΥΡΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Από ποια πλευρά είσαι;

Δεν είναι λίγες οι φορές στη ζωή μας που καλούμαστε να επιλέξουμε πλευρά. Η επιλογή αυτή άλλοτε είναι ανώδυνη και άλλοτε έχει υψηλό κόστος. Μιλάμε για συναισθηματικό, γιατί αυτό μας ενδιαφέρει.

Η επιλογή αυτή είναι και ένα από τα αγαπημένα θέματα της τέχνης, τα οποία, αν τα καλοεξετάσουμε, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, όπως υποστήριζε κι ένας πολύ καλός φίλος. Να μερικά:

Ένας άνδρας αγαπά μια γυναίκα και κάτι στέκεται εμπόδιο στον έρωτά τους. Σκεφθείτε πόσα έργα, από το σπουδαίο δραματολόγιο, μέχρι τις πιο ανόητες κατασκευές, δεν βασίζονται σε αυτό το μοτίβο.

Το δεύτερο είναι λιγάκι πιο περίπλοκο. Υπάρχει μια παγιωμένη κατάσταση, μια ρουτίνα, μια πεζή καθημερινότητα, ώσπου εμφανίζεται κάποιος «καταλύτης» και τότε ανατρέπονται όλα όσα ξέραμε.

Ένα τρίτο είναι αυτό για το οποίο συζητάμε. Ο ήρωας ζει μια φυσιολογική, αντιηρωική ζωή, και κάποια στιγμή βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, αντιμετωπίζει ένα μεγάλο δίλημμα, πρέπει να πάρει μια απόφαση, να διαλέξει πλευρά…

Ας μην επεκταθούμε περισσότερο. Πιστεύω πως ο καθένας μπορεί να κάνει τις αναγωγές και να τοποθετήσει κάθε μυθιστόρημα, κάθε κινηματογραφική ταινία, κάθε θεατρικό έργο σε μια από αυτές τις κατηγορίες.

Συνήθως, βέβαια, παρακολουθούμε ένα συνδυασμό των παραπάνω περιπτώσεων. Η ερωτική ρουτίνα ενός ζευγαριού ταράζεται όταν εμφανίζεται ένας «καταλύτης», γίνονται αποκαλύψεις και τότε ο ήρωας, πρέπει να κάνει μια επιλογή.

Κάπως έτσι. Αυτό είναι το κουκούτσι, ο πυρήνας (σχεδόν) κάθε σπουδαίας ιστορίας, από την εποχή του Αδάμ και της Εύας, ή αν θέλετε, του Ομήρου μέχρι σήμερα. Όλα τα υπόλοιπα είναι η γαρνιτούρα.

Ειδικά όμως για την περίπτωση της επιλογής, έχουμε και σπουδαία ποιήματα και τραγούδια που μας θυμίζουν πόσο σημαντική είναι η στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου, όταν αυτός πρέπει να διαλέξει.

Να αποφασίσει αν θα πει το «μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι», όπως μας δίδαξε ο Κ. Π. Καβάφης, ή με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει, όπως τραγούδησε ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Το άλλο πουλάκι:
Για κάποιους είναι εύκολο.

Έχουν κάνει τις επιλογές τους εδώ και χρόνια και η μόνη δυσκολία τους βρίσκεται στο γεγονός ότι τώρα, που τα έφερε έτσι αυτή η άτιμη η τύχη, δεν μπορούν να τις υπερασπιστούν όπως θα ήθελαν.

Από ποιον να αρχίσω; Από τον ίδιο τον πρωθυπουργό; Θα σας θυμίσω έναν διάλογό του μέσα στη Βουλή, με τον Κώστα Τζαβάρα, κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας. Ο διάλογος, φυσικά, δεν καταγράφηκε στα πρακτικά.

Η συζήτηση ήταν για την κατάσταση στα Πανεπιστήμια, οπότε πετάχτηκε ο Τζαβάρας: «Τι είδους έρευνα γίνεται στα πανεπιστήμια; Το μόνο που γίνεται εκεί είναι να κατασκευάζουν μολότοφ».

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν το άφησε να πέσει κάτω και αποφάσισε να ρωτήσει ειρωνικά: «Και τι κακό έχουν οι μολότοφ;» Στην απάντηση που πήρε: «Τι κακό; Καίνε κόσμο», ανταπάντησε με το γνωστό του χιούμορ:

«Εξαρτάται σε ποια μεριά είσαι όταν πέφτουν οι μολότοφ. Εκεί που τις ρίχνουν ή εκεί που πέφτουν;» Τον διάλογο αυτόν τον θυμηθήκαμε και πάλι, μετά τη γνωστή δήλωση του επίσης γνωστού κυρίου Κυρίτση.

Την οποία δήλωσή του («δεν θυμάμαι κανέναν να έχει σκοτωθεί από μολότοφ») χαρακτήρισε ο ίδιος «λανθασμένη», καθώς, όπως… διόρθωσε αργότερα, αναφερόταν «στις συγκρούσεις που συχνά παρατηρούμε στο δρόμο, σε πολιτικές και αθλητικές εκδηλώσεις».

Να με συγχωρείτε πολύ, αλλά εγώ σε όλες αυτές τις… χαριτωμενιές και τα «λάθη» βλέπω να ταιριάζει απόλυτα η παροιμία εκείνη με τη γυναίκα που «θέλει να κρυφτεί, αλλά η χαρά δεν την αφήνει».

Μόνο που εδώ υλοποιείται αντεστραμμένη. Θέλουν να εκδηλωθούν, να φανερωθούν, αλλά μια άτιμη στενοχώρια, δηλαδή η απήχηση που θα έχουν τα λόγια τους στο ευρύ εκλογικό σώμα, δεν τους αφήνει.

Διότι είναι απολύτως εξακριβωμένο από ποια πλευρά προτιμούν να είναι όλοι εκείνοι της ριζοσπαστικής λεγόμενης Αριστεράς, όταν πέφτουν οι μολότοφ. Το να μην πέφτουν καθόλου ούτε που τους περνάει από τον νου.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτό είναι το θέμα.

Διότι, εκείνο, τελικά, που ήθελε να πει ο κύριος Κυρίτσης, καθώς η συζήτηση γινόταν για την αλλαγή του ποινικοί κώδικα, ήταν ότι οι μολότοφ δεν αποτελούν όπλο, και μάλιστα φονικό, αφού δεν σκότωσαν κανέναν.

Έτσι είναι; Δηλαδή ένα όπλο καθίσταται τέτοιο, και μάλιστα φονικό, μόνον αν σκοτώσει κάποιον; Δεν εξετάζουμε καθόλου τη δυνατότητα που έχει (ή δεν έχει) να σκοτώνει, αλλά μόνον αν αυτό έτυχε να συμβεί;

Πόσες φορές δεν έχουμε δει αστυνομικούς να αρπάζουν κυριολεκτικά φωτιά και να κινδυνεύουν να γίνουν… «ολοκαύτωμα, σαν τη μονή του Αρκαδίου», που έλεγε και ο άτυχος Ορέστης Μακρής…

Όταν μια μαθήτρια τού κόλλησε την εφημερίδα στο «ολοκαίνουριο προπέρσινο κουστούμι» του και της έβαλε φωτιά, έτσι που κόντεψε να τον «ψήσει σαν ρέγγα». Ξέρετε όμως ποιο είναι το πρόβλημα;

Ότι κάποιοι στην κυβέρνηση και στην ριζοσπαστική Αριστερά γενικότερα, αντιμετωπίζουν την κατάσταση όπως ακριβώς ο Γυμνασιάρχης σε εκείνη την ταινία: «Παιδιά είναι, βρε αδελφέ, τι θέλεις να σου κάνουν;»

Και ως τιμωρία τούς ζητούν να φέρουν «αντιγεγραμμένους εκατό στίχους». Όλοι όμως ξέρουμε ότι η κατάσταση βελτιώθηκε και τα κακομαθημένα κορίτσια έγιναν σωστές μαθήτριες, όταν άρχισαν να πέφτουν τα περίφημα χαστούκια.

Και να δικαιώνουν τον τίτλο της ταινίας. Μια και μιλάμε για τον ποινικό κώδικα…
 Από τον (σοσιαλιστικό) παράδεισο!

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

190205 ΠΑΙΔΙΑΣΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Ονομαστική ψηφοφορία!

Δεν ξέρω πώς γίνεται σήμερα, όμως στα ηρωικά χρόνια που ήμασταν εμείς μαθητές, οι καθηγητές μάς σήκωναν στο μάθημα με τον κατάλογο, και μάλιστα με αλφαβητική σειρά. Έτσι ξέραμε πότε θα «σηκωθούμε».

Να, πώς ήξερε η Βουγιουκλάκη ότι ο καθηγητής θα την «βγάλει», επειδή την προηγούμενη φορά είχε σταματήσει τον κατάλογο στο όνομα της μαθήτριας που ήταν αμέσως πριν από εκείνη; Κάπως έτσι.

Ας κάνω όμως μια απαραίτητη παρένθεση. Γιατί «ηρωικά» τα μαθητικά μας χρόνια; Απλώς επειδή, πάντοτε, τα περασμένα έχουν ένα άρωμα νοσταλγίας, που, μαζί με τις δυσκολίες του παρελθόντος, τους προσδίδει και μια ηρωική διάσταση;

Μπορεί. Η αλήθεια είναι ότι τότε που ήμασταν εμείς μαθητές υπήρχε μια (άλλου είδους) δυσκολία στο… άθλημα. Από πού να αρχίσεις και πού να τελειώσεις; Ας περιοριστούμε στο γεγονός ότι δεν είχαμε κανένα απολύτως δικαίωμα!

Μπορούσαν να μας προσβάλουν, μπορούσαν να μας βρίσουν, να μας ξυλοφορτώσουν, να μας στείλουν για κούρεμα, να μας αποβάλουν, να μας «χαλάσουν τη διαγωγή», να μας αφήσουν στην ίδια τάξη, χωρίς πούμε κουβέντα.

Αν τολμούσαμε να αντιμιλήσουμε, τα πράγματα γινόταν χειρότερα για μας. Αν, δε, κάναμε το λάθος να μεταφέρουμε τα παράπονά μας στο σπίτι, τότε ήταν που μας έπαιρνε και μας σήκωνε.

Δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα. Εξάλλου έχουν γραφεί τόσα και έχουν γυριστεί τόσες ταινίες και σίριαλ με αυτό το θέμα, που απλώς θα χάσουμε τον χρόνο μας. Θα σας αναφέρω μόνο ένα στιγμιότυπο.

Υπήρχαν περιπτώσεις που ένας μαθητής ζούσε πραγματικά τραγικές στιγμές. Ήταν όταν καταλάβαινε πως ερχόταν η σειρά του να σηκωθεί, δεν είχε διαβάσει (φυσικά) και δεν είχε άλλες απουσίες για να «κάνει Νταμπλατζά».

Θυμάμαι, λοιπόν, χαρακτηριστικά να ακούγεται ψιθυριστά από πίσω μας, καθώς ο καθηγητής των Ελληνικών έψαχνε τον κατάλογο και γύριζε σαδιστικά τις σελίδες πίσω μπρος: «Μη Λευτέρης, μη Λευτέρης, μη Λευτέρης, μη…»

«Ελευθέριος!» Ήταν το συνήθειό του να μας αποκαλεί όπως ακριβώς ήταν το βαφτιστικό μας.
Ο Λευτέρης το ίδιο χαμηλόφωνα: «Φτου, να πάρει ο διάλος». Και με στεντόρεια φωνή: «Δεν διάβασα, κύριε καθηγητά!»

Στο διάλειμμα έπεσε δούλεμα: «Άλλη φορά να λες “μη Ελευθέριος”», τον κολλήσαμε εμείς. Για να πάρουμε πληρωμένη απάντηση: «Τι λέτε, ρε άσχετοι; Άμα πεις “μη Ελευθέριος”, δεν ταιριάζει… το μέτρο!»

Το άλλο πουλάκι:
Θυμάμαι και τον Γιάννη.

Το έκανε για πλάκα βέβαια, αλλά μας γυρνούσε -φοιτητές πλέον- στα μαθητικά μας χρόνια. Κάθε φορά που ήταν να αποφασίσουμε κάτι και δεν ήθελε να πάρει θέση, έσκυβε και έκανε ότι ψάχνει γύρω γύρω.

«Εγώ έχασα τη σβήστρα μου», έλεγε, κάνοντάς μας να γελάσουμε και αφήνοντας να εννοηθεί ότι δυσκολεύεται να πει τη γνώμη του για το θέμα. Όπως ο αδιάβαστος μαθητής που πίστευε ότι θα τη γλιτώσει σκύβοντας κάτω από το θρανίο.

Τον σκεφτόμουν έντονα αυτές τις μέρες, καθώς διάβαζα για τις γελοιότητες στη Βουλή. Όπου, μεγάλοι άνθρωποι, και εκλεγμένοι για να παίρνουν  θέση σε κάθε θέμα, προβάλλουν αστείες δικαιολογίες για να μην το κάνουν.

Ο ένας ήπιε γκαζόζα και αναγκάστηκε να πάει στην τουαλέτα, οπότε έχασε την ψηφοφορία. Ο άλλος δεν πρόλαβε να πάει να παραιτηθεί, όπως είχε υποσχεθεί ότι θα κάνει, επειδή χάλασε το αυτοκίνητό του!

Άλλοι ψηφίζουν άλλα από εκείνα που ήθελαν, επειδή δεν κατάλαβαν πότε έπρεπε να σηκώσουν το χέρι. Άλλους τους εξηγούν επί ώρα τη διαδικασία της ψηφοφορίας και πάλι κάνουν λάθος επιλογή…

Γενικά, οι εθνοπατέρες μάς δίνουν την εικόνα ότι παιδιαρίζουν, ότι συμπεριφέρονται σαν μαθητούδια, σαν τον Λευτέρη που παρακαλούσε να μην τον φωνάξει ο καθηγητής, επειδή δεν ήταν εντάξει στις υποχρεώσεις του.

Αυτό όμως είναι η πιο αθώα πλευρά του πράγματος. Διότι υπάρχει και η άλλη που λέει ότι πίσω από τις φτηνές, παιδικές δικαιολογίες κρύβονται συμφέροντα και γίνονται δοσοληψίες πολύ σοβαρές.

Είναι προφανές, για παράδειγμα, ότι ο Καμμένος εκβιάζει την κυβέρνηση, προκειμένου να μην χάσει τα προνόμια που του δίνει η ύπαρξη κοινοβουλευτικής ομάδας, έτσι και του φύγει και άλλος βουλευτής.

Ο εκβιασμός, μάλιστα φαίνεται να πιάνει, αφού η κυβέρνηση εκδήλωσε την πρόθεσή της να αλλάξει τον κανονισμό της βουλής προκειμένου να μην συμβεί το μοιραίο και τα πάρει ο Καμμένος και γίνει απρόβλεπτος.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εγώ ζω με μιαν ελπίδα.

Ότι οι πολίτες τα βλέπουν όλα αυτά, τα κρίνουν, και, όταν έρθει η δική τους ώρα θα φερθούν όπως σε όλους αυτούς τους απίστευτους τύπους όπως ακριβώς τους αξίζει. Και πως αυτή τη φορά θα προσέξουν καλά ποιους θα στείλουν στη βουλή.

Και δεν μιλώ μόνον για τους Καμμένους, αλλά και για όλους τους άλλους, και εκείνους τους πιο σοβαρούς, υποτίθεται, όλους όσους εκλέχτηκαν έχοντας ως στόχο να αναμορφώσουν το πολιτικό σκηνικό.

Και να φέρουν νέα ήθη στον πολιτικό μας βίο! Τους είδαμε τους ίδιους, τα είδαμε και τα ήθη τους. Όλα για την καρέκλα. Τίποτα, ούτε αξίες, ούτε θεσμοί, δεν υπολογίζεται μπροστά στο ατομικό πολιτικό τους μέλλον.

Κάτι μου λέει όμως πως η ελπίδα μου αυτή θα παραμείνει όνειρο απατηλό. Άλλωστε δεν είναι μόνο η κεντρική πολιτική σκηνή, τέτοια έργα τα έχουμε ξαναδεί και σε αυτοδιοικητικό επίπεδο.

Η εξήγηση είναι απλή: όσους εκλέγουμε είναι… σαρξ εκ της σαρκός μας!
 Θεσμοί στο μπόι τους!

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

190123 ΕΞΗΓΗΣΙΜΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Να αναζητήσουμε τρόπους…

Κάπως έτσι ολοκληρώναμε τη χθεσινή μας κουβέντα, στην οποία αναφερθήκαμε στις δυο σημαντικότερες «πολιτικές θρησκείες» οι οποίες υπάρχουν στη χώρα μας, εκείνη που χαρακτηρίζεται ως «εθνική» και η άλλη, η «λαϊκή».

Πρέπει να αναζητήσουμε όχι απλώς τρόπους να συνεχίσουν να συνυπάρχουν όπως παλαιότερα, με εντάσεις βέβαια, χωρίς όμως τις σημερινές προσπάθειες αλληλοεξόντωσης, αλλά και τρόπους σύνθεσης.

Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει να κατανοήσουμε πρώτα τι έφταιξε και οδηγηθήκαμε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα. Πώς έγινε δηλαδή και η μια πλευρά να κατηγορεί την άλλη ως φασιστική και εκείνη την πρώτη για εθνική προδοσία.

Νομίζω πως δεν χρειάζεται να πάμε πολύ πίσω, απλώς να επιστρέψουμε στην εποχή κατά την οποία ο λαϊκισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος, μεταξύ των πιστών και των δύο πολιτικών θρησκειών, και… άνθησε.

Μιλώ για την εποχή των αγανακτισμένων, τότε που οι πλατείες γέμιζαν από πολίτες που έβλεπαν καθημερινά να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους και να χάνουν όχι μόνο κεκτημένα, αλλά τον τρόπο ζωής που είχαν μέχρι τότε.

Δεν θα πω πάλι «εμείς τα λέγαμε εκείνες τις δύσκολες μέρες», διότι ένας πολύ καλός φίλος μού επεσήμανε ότι αυτό το κάνω συχνά και δεν ακούγεται τόσο καλά. Τι συνέβη όμως εκείνη την περίοδο;

Φαίνεται πως ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας δεν είχε τη δυνατότητα, ούτε τη διάθεση, να αναλύσει την πραγματικότητα και να δει την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα.

Από την άλλη, οι πολιτικές δυνάμεις εκείνες, αλλά και οι πολιτικοί ηγέτες του τόπου, που είχαν την ευθύνη να καθοδηγήσουν τους πολίτες, δεν το έπραξαν. Προτίμησαν να ανέβουν στο τρένο του λαϊκισμού που περνούσε βιαστικό.

Μάλιστα διαγκωνίστηκαν σκληρά για το ποιος θα καθίσει στη θέση του μηχανοδηγού. Έτσι, αντί να αναζητήσουμε συλλογικά τρόπους εξόδου από την κρίση, αντί να δούμε ψύχραιμα τι έφταιξε, αποδίδοντας και ευθύνες, κλείσαμε τα μάτια.

Βρήκαμε βολικές απαντήσεις, «φταίει η Τρόικα», «φταίει το παλιό σύστημα», οι οποίες όμως είχαν ένα σημαντικό για την εξέλιξη γνώρισμα. Μπορούσαν να συνενώσουν τους πιστούς των δύο πολιτικών θρησκειών απέναντι στον κοινό εχθρό!

Το άλλο πουλάκι:
Ήταν βολικό το αφήγημα!

Από τη μια οι κακοί ξένοι. Οι οποίοι, εκτός από εχθροί, διαχρονικά, του ελληνισμού, ήταν και ιμπεριαλιστές και νεοφιλελεύθεροι. Στο πρόσωπό τους, πατριώτες και αριστεροί έβλεπαν έναν κοινό εχθρό.

Η αντίθεση στην κακιά παγκοσμιοποίηση, η εχθρότητα απέναντι στους Ευρωπαίους που μας ζηλεύουν και επιβουλεύονται τον εθνικό μας πλούτο, έφερε πλάι πλάι τους πιστούς της εθνικής πολιτικής θρησκείας, με εκείνους της λαϊκής.

Από την άλλη υπήρχε «το παλιό» πολιτικό σύστημα, οι «κλέφτες», γενικώς και αορίστως, που υποτίθεται ότι δικαίωναν τους οπαδούς των πιο ακραίων και περιθωριακών κομμάτων τα οποία ποτέ δεν κυβέρνησαν.

Έτσι, ακραία στοιχεία που ανήκαν στους πιστούς της εθνικής πολιτικής θρησκείας, βρέθηκαν, μαζί με επίσης ακραίους πιστούς της λαϊκής πολιτικής θρησκείας να… ψάλλουν εν χορώ «να καεί να καεί…»

Την εποχή εκείνη επίσης έγιναν και «προγραφές» των πολιτικών, αλλά και των πολιτών εκείνων που τολμούσαν να ψελλίσουν δυο κουβέντες λογικής και να μιλήσουν για συλλογική ευθύνη, καταμερισμένη βέβαια ανάλογα με τη δυνατότητα επηρεασμού που είχε ο καθένας.

Να αναδείξουν τη συνολική αποτυχία, πολιτική, οικονομική και πολιτισμική, του μοντέλου ανάπτυξης αλλά και του προτύπου ζωής που επιλέξαμε κατά τη μεταπολίτευση. Και να επιχειρηματολογήσουν για την αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεων.

Τους πήρε και τους σήκωσε! Το ρεπερτόριο εκτείνονταν από ύβρεις και κατάρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέχρι προσωπικές φραστικές επιθέσεις και ξυλοδαρμούς. Κάποιοι, κυριολεκτικά, «δεν τολμούσαν να βγουν από τα σπίτια τους».

Επειδή όμως η Ιστορία έχει και χιούμορ, και εκδικείται (ενίοτε το κάνει με χιούμορ) έφερε στην εξουσία εκπροσώπους της μιας από τις δύο πολιτικές θρησκείες, της λαϊκής. Και άρχισαν τα πανηγύρια!

Διότι η εξουσία οδήγησε  στη σύγκρουση (μετωπική) με την πραγματικότητα και εκείνη στη διάσπαση ενός τμήματος των πιστών που αμέσως θεωρήθηκαν αιρετικοί. Τα έχουν αυτά όλες οι δογματικές θρησκείες.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Διασπάστηκε όμως και το μέτωπο!

Διότι η άνοδος στην εξουσία (μέρους) της λαϊκής πολιτικής θρησκείας έστρεψε εναντίον τους και τους πιστούς της εθνικής πολιτικής θρησκείας. Ιδιαίτερα όταν προέκυψε εθνικό θέμα, καθώς οι πρώτοι προσπάθησαν να «λύσουν» το μακεδονικό.

Και τώρα; Τώρα οι νέες προγραφές αφορούν τους ίδιους. Οι οποίοι, αν τολμήσουν να διαμαρτυρηθούν, βλέπουν μπροστά τους φωτογραφίες του Καρανίκα να κολλά αφίσες που γράφουν «προσοχή τοκογλύφος».

Βλέπουν βίντεο των ένδοξων ημερών στις πλατείες, όταν κατοπινά στελέχη της κυβέρνησης «προειδοποιούσαν» εκείνους που έπρεπε τότε να καταλήξουν σε συμφωνία για να αποφευχθεί η άτακτη χρεοκοπία.

Τώρα, λοιπόν, το βάρος πέφτει για άλλη μια φορά στους ώμους των πιο ψύχραιμων, να πείσουν τους μεν ότι οι δε δεν είναι εθνικοί μειοδότες, ότι δεν θέλουν να ξεπουλήσουν τη Μακεδονία και την Ιστορία της.

Και τους άλλους να τους πείσουν ότι δεν είναι φασίστες εκείνοι που θεωρούν ότι «το όνομα είναι η ψυχή» (τους), ή ότι η συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να βλάψει τα εθνικά μας συμφέροντα.

Αυτοί, οι πλέον ψύχραιμοι, έχουν και πάλι την ευθύνη να δείξουν πως ο δρόμος του ρεαλισμού, ο δρόμος των χαμηλών τόνων, ο δρόμος της συζήτησης και της αναζήτησης συναινετικών λύσεων, ο δρόμος, τελικά, της δημοκρατίας είναι ο μόνος που οδηγεί εμπρός.
 Σήμερα, (πρόσφατη) Ιστορία!

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018

181121 ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Αναθεώρηση!

Η λέξη από μόνη της, ειδικά αν την δούμε σαν ρήμα -αναθεωρώ-, σημαίνει ξανασκέφτομαι κάποια πράγματα, μέσα από άλλη οπτική, και αυτό, όπως όλοι ξέρετε, δεν είναι καθόλου κακό˙ απεναντίας!

Αν ανοίξουμε το λεξικού του Τριανταφυλλίδη θα διαβάσουμε: «αναθεωρώ [anaθeoró] -ούμαι: α. επανεξετάζω, ελέγχω κτ. για να διορθώσω σφάλματα ή για να συμπληρώσω παραλείψεις: Θα αναθεωρηθούν οι εκλογικοί κατάλογοι. 

β. τροποποιώ κτ. υπό το πρίσμα νέων δεδομένων ή ύστερα από επανεκτίμηση των δεδομένων: H βουλή αναθεώρησε ορισμένα άρθρα του συντάγματοςH κυβέρνηση θα αναθεωρήσει τους όρους της σύμβασης για την κατασκευή του υπόγειου σιδηροδρόμου». 

Σημαίνει όμως και κάτι επίσης πολύ σχετικό˙ σημαίνει: «μεταβάλλω: H πείρα της ζωής με υποχρέωσε να αναθεωρήσω πολλές από τις απόψεις μου». Όπως καταλαβαίνετε, όλα τα παραπάνω έχουν σχέση με τη συζήτηση των ημερών.

Γίνεται, λοιπόν, να αναθεωρήσουμε, δηλαδή να τροποποιήσουμε κάποια άρθρα του Συντάγματος, αν δεν αναθεωρήσουμε, δηλαδή δεν μεταβάλουμε κάποιες από τις απόψεις μας, κυρίως όπως αυτό επιβάλλεται από την ίδια τη ζωή;

Και το αντίστροφο; Αν η ζωή η ίδια και η καθημερινή πραγματικότητα μάς επιβάλλουν να αναθεωρήσουμε αντιλήψεις περασμένων ετών, έχει νόημα να επιμένουμε αυτό να μην εκφραστεί και σε μια αναθεώρηση του Συντάγματος;

Δεν θέλω να απλώσουμε την κουβέντα σε όλα τα προς αναθεώρηση άρθρα, ίσως το κάνουμε κάποια άλλη φορά. Ελάτε σήμερα να συζητήσουμε για το άρθρο 16 και το αίτημα για την ύπαρξη ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Ποιος διαφωνεί με την πρόταση «όλοι οι Έλληνες [θα] είναι ίσοι απέναντι στο αγαθό της γνώσης»; Φαντάζομαι κανείς. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν το ακούγατε αυτό από κάποιον που στέλνει τα παιδιά του σε ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο;

Ξεκαθαρίζω, για να μην παρεξηγηθώ. Καλά κάνει ο κάθε γονιός, εν προκειμένω ο πρωθυπουργός της χώρας, και επιλέγει για τα παιδιά του ό,τι θεωρεί καλύτερο. Το πρόβλημα ξεκινά όταν… επιλέγει και για τα παιδιά «του λαού».

Εκ της θέσεώς του, έτσι; Είπε, λοιπόν στη Βουλή: «Παιδεία άλλη για τους κληρονόμους και άλλη για τα παιδιά του λαού δεν θα επιτρέψουμε». Εννοούσε, φυσικά, ανώτατη εκπαίδευση, γιατί, για τις κατώτερες βαθμίδες, μια χαρά επιτρέπει.

Το άλλο πουλάκι:
Ποια είναι τα «παιδιά του λαού»;

Από τα λεγόμενα του πρωθυπουργού στη Βουλή, συνάγουμε ότι είναι εκείνα για τα οποία υπάρχουν και λειτουργούν τα κρατικά πανεπιστήμια στη χώρα μας. Ενώ «οι κληρονόμοι» εκείνοι στους οποίους (θα) απευθύνονται τα μη κρατικά.

Ελάτε όμως, με βάση όσα είπαμε προηγουμένως για την πραγματικότητα και τις αναθεωρήσεις που επιβάλλει, να δούμε αν ισχύει κάτι τέτοιο. Ξέρετε πόσα παιδιά σπουδάζουν σήμερα σε πανεπιστήμια του εξωτερικού;

Έψαξα και (δεν) βρήκα αριθμούς που κυμαίνονται από τριάντα επτά, μέχρι πενήντα χιλιάδες φοιτητές. Μάλλον εξαρτάται από το αν συμπεριλαμβάνονται και οι μεταπτυχιακές σπουδές. Ας μην σταθούμε όμως σ’ αυτό.

Ακόμα και οι πιο μετριοπαθείς υπολογισμοί μάς υποχρεώνουν να παραδεχτούμε ότι δεν μιλάμε για «κληρονόμους», ούτε καν για τα παιδιά όσων στέκονται ικανοποιητικά οικονομικά. Να το πω απλά, φεύγει όποιος μπορεί.

Είτε επειδή δεν πέρασε εδώ στη σχολή που θα επιθυμούσε, είτε επειδή επιθυμεί ένα καλύτερο επίπεδο σπουδών, είτε επειδή, σε κάποιες περιπτώσεις, απλώς συμφέρει. Αυτό το τελευταίο ας μην το αναλύσουμε τώρα.

Ας δούμε όμως πόσο υποκριτικό είναι να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στο γεγονός αυτό˙ ότι χιλιάδες παιδιά φεύγουν, μαζί με το συνάλλαγμά τους (μισό δισ. τον χρόνο) απλώς και μόνο επειδή εμείς «δεν θέλουμε παιδεία για τους κληρονόμους».

Επιπλέον, σχετικές εκθέσεις της Εθνικής Τράπεζας υποστηρίζουν πως η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, και η προσέλκυση φοιτητών ξένων χωρών σ’ αυτά, θα μπορούσε να ωφελήσει την εθνική οικονομία κατά 1,8 δισ. ετησίως.

Ας έρθουμε όμως σε κάτι πιο ουσιαστικό. Αφού επιμένουμε να έχουμε πανεπιστήμια (τελικά, μόνο) «για τα παιδιά του λαού», θα πρέπει και να συμφωνήσουμε αν αυτά τα πανεπιστήμια είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσαμε να τους εξασφαλίσουμε.

Εδώ οι απόψεις διίστανται. Κάποιοι θεωρούν ότι η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων θα συμπαρασύρει προς το καλύτερο και τα ήδη υπάρχοντα, ενώ άλλοι επιμένουν πως το μόνο που θα κάνει είναι να τα υποβαθμίσει.

(Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που υποστηρίζουν ότι τα πανεπιστήμιά μας λειτουργούν μια χαρά και πως όσοι μιλούν για προβλήματα απλώς τα συκοφαντούν, όμως, είπαμε, η πραγματικότητα δεν σου ζητά παρά να την κοιτάξεις κατάματα.)

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ας δούμε τι γίνεται αλλού.

Στην Κύπρο, για παράδειγμα, ακούγεται ότι τα κρατικά πανεπιστήμια ευνοήθηκαν από τον ανταγωνισμό (ευγενή άμιλλα το λένε οι ίδιοι) με τα ιδιωτικά. Εδώ λέτε να συμβεί ό,τι και με τα ιδιωτικά… ιατρικά κέντρα;

Αστειεύομαι. Το επίπεδο των παρεχόμενων κρατικών υπηρεσιών εξαρτάται κυρίως από το ίδιο το κράτος και τις δυνατότητες που αυτό έχει, καθώς και τις προτεραιότητες που θέτει. Ας μην υποκρινόμαστε ότι φταίει ο ανταγωνισμός.

Εξάλλου, όπως υποστηρίζει κι ένας καλός φίλος, όσες χώρες προόδευσαν πραγματικά, το έκαναν μέσα σε συνθήκες δημοκρατίας και ελεύθερου ανταγωνισμού. Όσες προσπάθησαν να προστατευτούν και να προστατέψουν τον λαό και τα παιδιά του…

Τρέχουν, τώρα, και δεν φτάνουν!
Για να είμαστε ακριβείς, αναθεωρούν πολλά από όσα υποστήριξαν και εφάρμοσαν στο παρελθόν. Σε αντίθεση με εμάς που αρνούμαστε να το κάνουμε. Και επιμένουμε.
 Αναθεωρήστε, αναθεωρήστε, κάτι θα μείνει.

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

180227 ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πού βρίσκεται ο κίνδυνος;

Οι απόψεις είναι πολλές. Όπως πάντα, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε μία. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μόνο η μία είναι σωστή, όμως δεν είναι κακό να κάνουμε μια ιεράρχηση, να βάζουμε προτεραιότητες…

Αν, λοιπόν, ρωτήσετε τους φίλους σας, τους ανθρώπους με τους οποίους συζητάτε την επικαιρότητα όπως κάνουμε καθημερινά εδώ, θα δείτε ότι η υπόθεση Novartis εμπεριέχει πολλούς κινδύνους. Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς.

Για κάποιους ο κίνδυνος είναι η παραγραφή, δηλαδή το κλείσιμο της υπόθεσης χωρίς να αποδοθούν πουθενά ευθύνες, αφού…
Καλύτερα όμως να αφήσω να σας τα πει κάποιος που τα ξέρει καλύτερα. Ο Γ. Παπαδόπουλος – Τετράδης, από το liberal:

«Τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται οι 10 είναι: Απιστία, δωροληψία (παθητική δωροδοκία) και είσπραξη μαύρου χρήματος, δηλαδή αδήλωτου στην εφορία, από τη Novartis. Σύμφωνα με την πρόταση της κυβέρνησης, που υπερψηφίστηκε στη Βουλή:

1. Η 21μελής επιτροπής είναι αρμόδια κατ’ αρχήν να διερευνήσει αν έχουν παραγραφεί τα αδικήματα της απιστίας και της δωροληψίας.

2. Το αδίκημα της είσπραξης μαύρου χρήματος από τη Novartis, δηλαδή του ξεπλύματος, δεν αφορά στην Επιτροπή, δεν παραγράφεται και επομένως είναι αρμοδιότητας της τακτικής Δικαιοσύνης. Των δικαστικών Αρχών.

3. Το αδίκημα της απιστίας, σύμφωνα και με την πρόταση της κυβέρνησης έχει παραγραφεί γιατί έχουν μεσολαβήσει 2 Βουλές από την ενδεχόμενη τέλεσή του! Αυτό προβλέπει το Σύνταγμα και τα σχετικά άρθρα, εμπνεύσεως Ευάγγελου Βενιζέλου! Επομένως η προκαταρκτική Επιτροπή έχει απλώς να επιβεβαιώσει την παραγραφή και να μην ασχοληθεί με την υπόθεση.

4. Το αδίκημα της δωροληψίας ή παθητικής δωροδοκίας έχει παραγραφεί εάν έγινε την περίοδο που ο ελεγχόμενος πολιτικός ήταν υπουργός ή πρωθυπουργός. Γιατί, όπως και στην απιστία, έχουν μεσολαβήσει τουλάχιστον δύο Βουλές από τότε. Επομένως, σ’ αυτή την περίπτωση, η επιτροπή έχει απλώς να επιβεβαιώσει την παραγραφή και να μην ασχοληθεί με την υπόθεση!

5. Αν η δωροληψία δεν έγινε κατά τη διάρκεια που κάποιος ήταν υπουργός ή υφυπουργός, η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα! Πρέπει να επιστρέψει το φάκελο στη δικαιοσύνη, η οποία θα ασχοληθεί με την υπόθεση.

Παρεμπιπτόντως, και οι τρεις κουκουλοφόροι καταθέτουν ότι άκουσαν, έμαθαν, νόμισαν, τους είπαν, ότι οι πολιτικοί τα πήραν ενώ ήταν πρωθυπουργοί και υπουργοί!»

Το άλλο πουλάκι:
Άλλοι φοβούνται ότι θα διασυρθούν αθώοι!

Εδώ δεν χρειάζεται και τόσο μεγάλη ανάλυση. Οι υποστηρικτές αυτού του… φόβου προβάλλουν ως σοβαρότερο επιχείρημα το ότι στην «ομάδα των δέκα» βρίσκεται ένας υπηρεσιακός πρωθυπουργός, ενώ απουσιάζουν άλλοι.

Άλλοι οι οποίοι, λόγω θέσης και θητείας, θα ήταν ίσως πιο κατάλληλοι στόχοι όσων επιθυμούσαν να κάνουν δουλειές με τα φάρμακα στηριζόμενοι όχι στους κανόνες της αγοράς, αλλά στη δωροδοκία ανθρώπων στα κέντρα αποφάσεων (!)

Μερικές φορές απορώ με τον εαυτό μου πόσο «διακριτικά» επιλέγω να πω κάποια πράγματα. Εδώ όμως βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης, διότι συνήθως δεν μπορούμε να αποφύγουμε να κάνουμε εκείνο για το οποίο κατηγορούμε άλλους.

Διότι, όταν λες ότι κακώς βρέθηκε μέσα στην «ομάδα των δέκα» ο άλφα, ενώ θα έρεπε να βρίσκεται (και) ο βήτα, τότε διαπράττεις κι εσύ το ίδιο σφάλμα. Αποφασίζεις με βάση τη λογική «δεν είναι δυνατόν να μην τα πήρε».

Ο τρίτος φόβος είναι πως βαίνομεν προς -αν δεν έχουμε φτάσει ήδη σε- «συνταγματική εκτροπή». Αυτό το έχουν υποστηρίξει πολλοί, το υποστήριξε στη Βουλή και ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Γιατί το λένε όμως;

Διότι, στους χειρισμούς της υπόθεσης από την κυβέρνηση, εντοπίζονται διάφορα θεσμικά παραστρατήματα και διαφαίνονται διαθέσεις της να προσεταιριστεί εξουσίες που δεν της παραχωρεί το Σύνταγμα. (Ουφ, το είπα κι αυτό!)

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Πού βρίσκεται όμως ο μεγαλύτερος κίνδυνος;

Για να τον αντιληφθείτε, θα σας μεταφέρω μια συζήτηση καφενείου. Τρεις φίλοι σχολιάζουν τα ονόματα που περιλαμβάνονται στην «ομάδα των δέκα» και φαίνεται πως έχουν κιόλας εκδικάσει την υπόθεση κι έχουν βγάλει την ετυμηγορία.

«Δεν μπορεί να μην τα πήραν. Είναι τόσο πολλά τα λεφτά που παίζονται, που σίγουρα τα πιάσανε για να κάνουν τη δουλειά».
Αυτό είναι το ένα… δεδομένο. Το άλλο, ακόμη χειρότερα, έχει να κάνει με τις φάτσες!

«Καλά, για τον… [τάδε] είμαι σίγουρος. Και μόνο τη φάτσα του να δεις καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για λαμόγιο». Παρεμπιπτόντως, το… επιχείρημα ακούστηκε και από σοβαρά –πλάκα κάνω- πρόσωπα του πολιτικού βίου.

Ευτυχώς, ο τρίτος της παρέας έκανε μια παρατήρηση που προσπάθησε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους και η οποία αγγίζει ακριβώς την ουσία του προβλήματος που προσπαθούμε να σας εξηγήσουμε:

«Εσείς, ρε παιδιά, είστε ο ένας στέλεχος του δημοσίου και ο άλλος πολιτευτής, έστω σε τοπικό επίπεδο. Προσέξτε λίγο τι λέτε. Δεν σας συμφέρει να επικρατήσει η λογική όλοι τα παίρνουν, διότι τότε, μέσα σε όλους, μπορεί να βρεθείτε κι εσείς».

Καταλάβατε, φίλοι μου. Το είπαμε κι άλλες φορές. Σκάνδαλο (με την έννοια ότι μας σκανδαλίζει) υπάρχει, μένει να διερευνηθεί. Αν βρεθούν κάποιοι ένοχοι, να τιμωρηθούν παραδειγματικά.

Πολιτικές ευθύνες για την εκτόξευση της φαρμακευτικής δαπάνης υπάρχουν επίσης. Θα πρέπει να αναληφθούν ή να αποδοθούν.

Οι γενικεύσεις όμως και οι «καταδίκες» χωρίς στοιχεία είναι ό,τι πιο επικίνδυνο υπάρχει για τη δημοκρατία.
Ας μην τις ανεχθούμε.
 Κίνδυνος θάνατος!

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

180214 ΛΑΔΩΜΕΝΟΝ-2

Το ένα πουλάκι:
Το μεγάλο ψάρι…

Πάντα έχει ενδιαφέρον το μέγεθος του ψαριού που πιάνει κάποιος, γι’ αυτό και στις ιστορίες που διηγούνται οι ψαράδες το άνοιγμα των χεριών έχει βαρύνουσα σημασία. Δεν είναι όμως μόνο το μέγεθος που μετράει.

Καμιά φορά είναι και ο αριθμός, το πλήθος των ψαριών που πιάστηκαν. Όταν μάλιστα είναι πάρα πολλά δεν τα μετράμε αριθμητικά, αλλά τα υπολογίζουμε με τα κιλά. Αυθαίρετα συνήθως, όμως δεν είναι αυτό το θέμα μας.

Θα έχετε δει και μια γελοιογραφία στην πρώτη βινιέτα της οποίας ένα μεγάλο ψάρι κυνηγάει ένα κοπάδι μικρότερα και εκείνα σπεύδουν να σωθούν. Στη δεύτερη όμως το κοπάδι κολυμπάει σε σχηματισμό και μοιάζει με ψάρι.

Είναι τεράστιο, πολύ πιο μεγάλο από τον διώκτη του, ο οποίος είναι που τώρα τρέπεται σε φυγή. Το πλήθος, λοιπόν έχει δύναμη∙ στη ζωή, όχι στη δημοσιογραφία και, ως εκ τούτου στην πολιτική.

Διότι σπανίως γίνεται σύγκριση του αριθμού ενός ανώνυμου πλήθους με ένα μεγάλο και σπουδαίο πρόσωπο. Και, όταν γίνεται, τότε η ζυγαριά γέρνει στην πλευρά του ενός. Πάρτε για παράδειγμα τα δυστυχήματα.

Ακόμη και τα πιο πολύνεκρα -έπεσε προχθές ένα αεροπλάνο- δεν μπορούν να συγκριθούν, ως είδηση εννοώ, με το δυστύχημα κάποιου «επώνυμου». Αυτό, θέλουμε δεν θέλουμε, θα γίνει μεγαλύτερη είδηση.

Στον ίδιο κανόνα υπακούν και… τα σκάνδαλα. Δεν πα’ να είναι μπλεγμένοι πολλοί, μέγα πλήθος; Το σκάνδαλο στο οποίο εμπλέκονται διάσημα απρόσωπα έχει πάντοτε βαρύνουσα σημασία.

Αυτό είναι που θα γίνει πρωτοσέλιδο, αυτό θα απασχολήσει τα δελτία και γι’ αυτό θα συζητάει ο κόσμος. Επομένως, όποιος θέλει να επωφεληθεί από ένα σκάνδαλο, καλό είναι να φροντίσει να εμπλέξει κάποιους σπουδαίους.

Δείτε, για παράδειγμα πόσο πολύ μας απασχόλησε -και θα μας απασχολήσει στο μέλλον- το σκάνδαλο Novartis, μόνο και μόνο επειδή έχουν ακουστεί τα ονόματα υπουργών και πρωθυπουργών.

Διαφορετικά; Ποιος θα νοιαζόταν αν ένα (ή περισσότερα) στελέχη ενός υπουργείου ή κάποιας υπηρεσίας, ακόμα και υψηλόβαθμα, «λαδώνονταν» από επιχειρήσεις που ήθελαν να αποκτήσουνε μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά;

Το άλλο πουλάκι:
Σκασίλα μας μεγάλη…

Κι όμως. Αν το σκάνδαλο έχει να κάνει με την κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος, τότε το πλήθος των «μικρών ψαριών» έχει πολύ μεγάλη σημασία. Διότι η συγκεκριμένη εταιρία δεν πουλούσε μόνο στο δημόσιο.

Πουλούσε και σε χιλιάδες… απλούς ανθρώπους, για τους οποίους, πολλές φορές, τα χρήματα πήγαιναν στον βρόντο. Οι συνταγές γράφονταν μόνο και μόνο επειδή έπρεπε να συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός.

Προχθές, σε μια συζήτηση, απορούσε κάποιος της παρέας με έναν γιατρό, ο οποίος συνταγογραφούσε στο βιβλιάριο του… αδελφού του. Όχι του αδελφού αυτού της παρέας, του αδελφού του ίδιου του γιατρού!

Του έκανε εντύπωση μάλιστα η «μιζέρια», όπως είπε, αφού από το συγκεκριμένο φάρμακο ο γιατρός θα έπαιρνε μόνο δύο ευρώ. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι η συνταγή δεν δόθηκε για το δίευρο. Ήταν για το… χάι σκορ!

Δεν ήξερε ο φίλος ότι τα μπόνους που παίρνουν (κάποιοι) γιατροί εξαρτώνται από τον αριθμό, το πλήθος δηλαδή των φαρμάκων μιας συγκεκριμένης εταιρίας που θα συνταγογραφήσουν. Ανάλογα μάλιστα με τις επιδόσεις τους παίζουν και σε άλλη κατηγορία.

Για τη συγκεκριμένη εταιρία (μη λέμε συνέχεια και το όνομα και κάνουμε διαφήμιση) υπήρχαν, λένε όσοι ξέρουν, τρεις κατηγορίες στις οποίες κατατάσσοντας οι γιατροί. Στην πρώτη, τη δεύτερη και –το βρήκατε- την τρίτη.

Στην πρώτοι ήταν οι «φίλοι» της εταιρίας. Δηλαδή όσοι όχι απλώς την προτιμούσαν από άλλες, αλλά έγραφαν συνταγές με φάρμακά της μέχρι και στους… αδελφούς τους. Στη δεύτερη κατηγορία ήταν οι… συμπαθούντες.

Θα μπορούσαμε, μια και μιλάμε μα όρους… ΚΝΕ, να τους ονομάσουμε και επιρροές! Αυτοί συνταγογραφούσαν μεν φάρμακα της εταιρίας, όχι όμως με τον ενθουσιασμό των πρώτων. Στην τρίτη κατηγορία ήταν οι πελάτες άλλων εταιριών.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και τι κέρδιζαν;

Αυτό δεν το ξέρουμε εμείς, μπορούν όμως να μας πληροφορήσουν οι αμερικανικές αρχές που έψαξαν το θέμα. Υπήρχαν τέσσερις τρόποι ανταμοιβής. Σημειώστε κατά σειρά: Τα συνέδρια σε πολυτελή ξενοδοχεία, τα «ηλεκτρονικά πάνελ», τα εικονικά τιμολόγια και οι απευθείας πληρωμές.

Τα συνέδρια νομίζω ότι τα γνωρίζουμε όλοι. Όσοι δεν είμαστε γιατροί μόνον εξ ακοής. Τα «ηλεκτρονικά πάνελ» ήταν ένα ακόμα πρόγραμμα «ενίσχυσης των συνταγογραφήσεων της εταιρείας μέσω δωροδοκίας των γιατρών, οι οποίοι επιλέγονταν να συμμετάσχουν επί πληρωμή στη συγκέντρωση πληροφοριών για έρευνα προώθησης». 

Έχει ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς με ποιους άλλου τρόπους το χρήμα που διέθετε η εταιρία για την «προώθηση» των προϊόντων της έφτανε σε πάρα πολλούς γιατρούς. Οι οποίοι, αν τους ρωτήσεις, θα σου πουν ότι απλώς έκαναν τη δουλειά τους.

Κάποιο φάρμακο έπρεπε να δώσουν στους ασθενείς τους (που το είχαν ανάγκη) γιατί όχι της συγκεκριμένης εταιρίας; Στο κάτω κάτω όλα τα φάρμακα κάνουν περίπου την ίδια δουλειά. Ε, ας πάρει ο ασθενής κάποιο που θα τον ωφελήσει περισσότερο.

Τον γιατρό! Για τον ασθενή, είπαμε. Το αποτέλεσμα δεν έχει και μεγάλη διαφορά. Άσε που τα αντίστοιχα προϊόντα των ανταγωνιστριών εταιριών μπορεί να είναι χειρότερα. Θα παίζουμε, τώρα, με την υγεία των ανθρώπων;

Κάπως έτσι έχει η ιστορία, όμως τα μεγάλα ψάρια χτυπούν πάντοτε περισσότερο στο μάτι. Άσε που τα μικρά, εκτός τού ότι είναι πολλά… ψηφίζουν κιόλας!
Υπάρχουν και τέτοιοι!